ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
18 Σεπτεμβρίου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
I. R. W.
από Καμερούν
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η Αίτηση
Δικηγόροι για Αιτητή: Α. Ιωαννίδου (κα) για Γ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ & Συνεργάτες ΔΕΠΕ
Δικηγόροι για Καθ’ ων η αίτηση: Κ Σάββα (κα) για Ι. Καλλίγερο (κος), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
Ο Αιτητής είναι παρών.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής αποτελεί η απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση ημερ. 30.01.2024 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
Ι. ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).
Ο Αιτητής κατάγεται από το Καμερούν, το οποίο εγκατέλειψε στις 02.11.2022, αφίχθηκε στις μη ελεγχόμενες από την κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές κάνοντας χρήση του διαβατηρίου του, και στη συνέχεια εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές στις 11.11.2022. Ακολούθως και συγκεκριμένα στις 29.11.2022 συμπλήρωσε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας και την 01.12.2022 παρέλαβε σχετική βεβαίωση υποβολής της αίτησής του. Στις 29.11.2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στον Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο οποίος στις 28.01.2024, υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε στις 30.01.2024 την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 09.02.2024 μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 09.02.2024. Η απόφαση αυτή αποτελεί το αντικείμενο της υπό εξέταση προσφυγής.
Ι.Ι. ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ
Ο Αιτητής, μέσω του συνηγόρου του, προέβαλε στα πλαίσια του εισαγωγικού δικογράφου της διαδικασίας πλείονες λόγους ακυρώσεως, τους οποίους ωστόσο απέσυρε κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων και περιορίστηκε μόνο στην προώθηση του λόγου ακυρώσεως περί μη δέουσας έρευνας.
Από την πλευρά τους οι Καθ’ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι αυτή λήφθηκε νόμιμα σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ’ ων η αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης και ότι η απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Ισχυρίζονται περαιτέρω, ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν αποσείουν το βάρος απόδειξης το οποίο ο ίδιος φέρει στους ώμους του ως προς την ύπαρξη βάσιμου φόβου δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης δυνάμει του άρθρου 19 του ίδιου Νόμου.
Στις 04.02.2026 το Δικαστήριο αποφάσισε την απόρριψη της προσφυγής δυνάμει του Κανονισμού 12. Κατόπιν αιτήματος επαναφοράς από τον Αιτητή ημερομηνίας 06.02.2026, το Δικαστήριο στις 12.02.2026 εξέδωσε διάταγμα με το οποίο διέταξε και επέτρεψε την επαναφορά της προσφυγής.
III. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
Α. Επί της ουσίας της υπόθεσης σε συνάρτηση με τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας
Αναφορικά με τη θέση του Αιτητή, περί έλλειψη δέουσας έρευνας επισημαίνεται ότι, το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση[1].
Α.1. Οι ισχυρισμοί του Αιτητή κατά τη διοικητική διαδικασία
Ως εκ τούτου, το ζήτημα εξετάστηκε στη βάση των ενώπιόν μου στοιχείων και του περιεχομένου του διοικητικού φακέλου, από τον οποίο προκύπτει ότι, στο πλαίσιο της υποβληθείσας αίτησής του και αναφορικά με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω της κρίσης στο βόρειο τμήμα της χώρας και λόγω της κρίσης παντού. Προσέθεσε ότι λόγω της κρίσης δε μπορεί να βρει τους γονείς του και τα αδέρφια του (βλ. ερ. 1 δ.φ.).
Ακολούθως, κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής του, ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι είναι υπήκοος Καμερούν, ότι γεννήθηκε στην περιοχή Penja της νοτιοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν και ότι μεγάλωσε και διέμενε στην πόλη Bamenda στη βορειοδυτική περιφέρεια. Το 2021 ισχυρίστηκε ότι διέμενε στη Douala στην οικία ενός φίλου του. Ανέφερε ότι είναι καθολικός χριστιανός, άγαμος και ομιλεί αγγλικά και γαλλικά. Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο δήλωσε πως ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευσή του το 2020 στην Bamenda, και ότι δεν έχει εργαστεί στη χώρα του. Αναφορικά με την πατρική του οικογένεια, δήλωσε ότι οι γονείς του και οι δύο αδερφές του απεβίωσαν το 2021, όλοι την ίδια ημέρα. Εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του περί τις 02.11.2022 και αφίχθηκε στις μη ελεγχόμενες από την κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές υπό το καθεστώς φοιτητικής άδειας παραμονής, και στη συνέχεια εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές (βλ. ερ. 17-19, 22-26 δ.φ.).
Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε το Καμερούν επειδή οι οικογένειά του απεβίωσε το 2021, και επιθυμούσε να έρθει στη Δημοκρατία για να σπουδάσει, να εργαστεί και να ξαναφτιάξει τη ζωή του. Ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια της κρίσης στη χώρα το 2021, στρατιωτικοί έβαλαν φωτιά στο σπίτι του στη Bamenda, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους ο πατέρας του, η μητέρα του και οι δύο αδερφές του. Δήλωσε ότι ο ίδιος απουσίαζε σε διακοπές στην Douala και ενημερώθηκε τηλεφωνικά από γείτονες. Όταν επέστρεψε κρυφά στην Bamenda, ισχυρίστηκε ότι βρήκε το σπίτι του καμένο. Έχοντας μείνει εντελώς μόνος, δήλωσε ότι δεν ήθελε να γυρίσει πίσω. Ισχυρίστηκε ότι έμεινε μια εβδομάδα στο κτήμα του πατέρα του και στη συνέχεια πούλησε τη γη αυτή κρυφά μέσα στη νύχτα για 2000 ευρώ, ώστε να εξασφαλίσει χρήματα για μία νέα ζωή. Δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στο Καμερούν λόγω της γενικότερης οικονομικής κρίσης, αλλά και επειδή δεν έχει πλέον κανένα στήριγμα εκεί, καθώς η καλή ζωή που είχε βασιζόταν στους γονείς του όσο εκείνοι βρίσκονταν εν ζωή (βλ. ερ. 15, 16, 18-23 δ.φ.).
Α.2. Η αξιολόγηση των ουσιωδών ισχυρισμών από τους Καθ’ ων η αίτηση
Προχωρώντας στην αξιολόγηση που διενεργήθηκε, επί των όσων ο Αιτητής παρέθεσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του από τους Καθ’ ων η αίτηση, διαφαίνεται ότι ο Λειτουργός εντόπισε και εξέτασε τρεις ισχυρισμούς: Ο πρώτος αναφορικά με τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, το προφίλ, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο διαμονής του, ο δεύτερος αναφορικά με τους οικονομικούς λόγους διαφυγής από τη χώρα και ο τρίτος αναφορικά με τους εκπαιδευτικούς λόγους διαφυγής από τη χώρα.
Αποδεκτοί έγιναν και οι τρεις ουσιώδεις ισχυρισμοί, καθώς οι δηλώσεις του Αιτητή κρίθηκαν ως ακριβείς και σαφείς, επιβεβαιώθηκαν δε από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Ακολούθως, ο Λειτουργός προχώρησε σε αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στο Καμερούν, στη βάση των αποδεκτών ισχυρισμών. Στο πλαίσιο αυτό, ο Λειτουργός παρέθεσε πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στη Βορειοδυτική περιφέρεια του Καμερούν και τις ευκαιρίες εκπαίδευσης από τις οποίες κατέληξε ότι συντρέχει εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να αντιμετωπίσει δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης, σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα στον τόπο συνήθους διαμονής του, την πόλη Bamenda.
Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε πως ο Αιτητής κατά την επιστροφή του στο Καμερούν, δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, ο Λειτουργός κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, πως ο Αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας.
Στη βάση όλων των ανωτέρω, το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία απορρίφθηκε δια της προσβαλλόμενης απόφασης.
Α.3. Η εκτίμηση του Δικαστηρίου
Αξιολογώντας λοιπόν τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως και των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Εισηγητική Έκθεση του λειτουργού, όσο και τους λοιπούς ισχυρισμούς του Αιτητή ως αυτοί παρουσιάστηκαν τόσο κατά την διοικητική διαδικασία όσο και κατά την ενώπιόν μου δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:
(i) Ταυτότητα, καταγωγή και περιοχή αναφοράς
Ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, συντάσσομαι με την κρίση των Καθ’ ων η αίτηση ως προς την αξιοπιστία του, κατά το μέρος που αφορά την ταυτότητα, την ιθαγένεια και τον τόπο καταγωγής του Αιτητή, τον οποίο και αποδέχομαι.
Δεν συντάσσομαι, ωστόσο, με τον προσδιορισμό από τους Καθ’ ων της Bamenda ως της περιοχής διαμονής του Αιτητή πριν από την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του. Από τις ίδιες τις δηλώσεις του κατά τη συνέντευξη προκύπτει ότι ο Αιτητής, μολονότι μεγάλωσε και διέμενε επί μακρόν με την οικογένειά του στην Bamenda, μετά τον θάνατο των μελών της οικογένειάς του το 2021 μετέβη στη Douala, όπου παρέμεινε μέχρι την αναχώρησή του από το Καμερούν τον Νοέμβριο του 2022. Ο ίδιος, μάλιστα, όταν ερωτήθηκε ρητώς ποιος ήταν ο τελευταίος τόπος διαμονής του, υπέδειξε τη Douala, ενώ ανέφερε περαιτέρω ότι εκεί διέμενε με φίλο του και εκπαιδευόταν σε τεχνικές επεξεργασίας αλουμινίου. Συνεπώς, η παραδοχή των Καθ’ ων ότι ο Αιτητής διέμενε στην Bamenda μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα δεν βρίσκει έρεισμα στο περιεχόμενο της συνέντευξής του.
Τούτο, ωστόσο, δεν αναιρεί τη σημασία της Bamenda ως της κύριας περιοχής αναφοράς για την αξιολόγηση των επικαλούμενων από τον Αιτητή περιστατικών και του συναφούς κινδύνου. Στην Bamenda ο Αιτητής μεγάλωσε και διέμενε επί σειρά ετών με την οικογένειά του, εκεί ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευσή του και εκεί βρισκόταν η οικογενειακή οικία και η πατρική περιουσία. Κυρίως, στην ίδια περιοχή τοποθετεί τον πυρήνα των περιστατικών που συνδέει με την ανάγκη διεθνούς προστασίας, ήτοι την πυρπόληση της οικογενειακής οικίας και τον θάνατο των μελών της οικογένειάς του στο πλαίσιο της κρίσης στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν. Ως εκ τούτου, ορθώς οι Καθ’ ων προχώρησαν σε εξέταση της κατάστασης ασφαλείας στην Bamenda, πλην όμως η διαπίστωσή τους ότι αυτή αποτελούσε την περιοχή διαμονής του Αιτητή μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα είναι πραγματολογικά ανακριβής.
Περαιτέρω, η μεταγενέστερη διαμονή του Αιτητή στη Douala δεν δύναται να παραγνωριστεί. Δεν επρόκειτο για ολιγοήμερη ή παροδική παρουσία, αλλά για διαμονή από το 2021 μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα τον Νοέμβριο του 2022. Ιδιαίτερη σημασία έχει συναφώς ότι ο ίδιος δήλωσε ότι κατά τη διαμονή του εκεί δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα και ήταν ασφαλής. Τα στοιχεία αυτά δικαιολογούν την εξέταση της Douala, όχι προς υποκατάσταση της Bamenda ως περιοχής σε σχέση με την οποία πρωτίστως αξιολογούνται τα επικαλούμενα περιστατικά, αλλά, εφόσον διαπιστωθεί κίνδυνος στην Bamenda, ως συγκεκριμένης πιθανής περιοχής εσωτερικής προστασίας.
Συνεπώς, το Δικαστήριο θα εξετάσει πρωτίστως την Bamenda, Northwest Region, ως την περιοχή με την οποία συνδέονται οι ουσιώδεις και μακροχρόνιοι δεσμοί του Αιτητή και, κυρίως, τα περιστατικά στα οποία θεμελιώνει τον επικαλούμενο κίνδυνο. Εφόσον από την εξέταση αυτή προκύψει βάσιμος φόβος δίωξης ή πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στην εν λόγω περιοχή, θα εξεταστεί ακολούθως και αυτοτελώς η Douala ως ενδεχόμενη περιοχή εσωτερικής προστασίας, λαμβανομένων υπόψη τόσο των γενικών συνθηκών που επικρατούν εκεί όσο και των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή, περιλαμβανομένης της προηγούμενης διαμονής του στην πόλη, των υφιστάμενων δεσμών του και της δήλωσής του ότι κατά την εκεί παραμονή του ήταν ασφαλής.
(ii) Οικονομικοί και εκπαιδευτικοί λόγοι αναχώρησης
Αναφορικά με τον δεύτερο και τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, συντάσσομαι με την αποδοχή αυτών καθότι από τις δηλώσεις του Αιτητή και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι η αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του συνδεόταν και με οικονομικούς και εκπαιδευτικούς λόγους. Ειδικότερα, ο Αιτητής δήλωσε ότι επιθυμούσε να εργαστεί και να σπουδάσει, ότι είχε γίνει δεκτός για σπουδές νομικής στο Cyprus West University στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και ότι για τον σκοπό αυτό εξασφάλισε φοιτητική άδεια παραμονής και ταξίδεψε στην Κύπρο. Οι δηλώσεις του ως προς τον εκπαιδευτικό σκοπό του ταξιδιού του βρίσκουν περαιτέρω έρεισμα στο γεγονός ότι, όπως προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο, το διαβατήριό του εκδόθηκε στις 22.02.2022, ενώ ο ίδιος, ερωτηθείς ειδικώς για τον λόγο έκδοσής του, δήλωσε ότι επιθυμούσε να ταξιδέψει στο εξωτερικό για εκπαιδευτικούς σκοπούς και να έρθει στην Κύπρο για σπουδές. Ως εκ τούτου, ορθώς οι Καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τους εν λόγω ισχυρισμούς.
(iii) Η πυρπόληση της οικογενειακής οικίας και η απώλεια των μελών της οικογένειας
Οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν, ωστόσο, να απομονώσουν και να εξετάσουν ως αυτοτελή ουσιώδη ισχυρισμό ένα σαφώς διακριτό και δυνητικά κρίσιμο πραγματικό περιστατικό που προέβαλε ο Αιτητής, ήτοι ότι το 2021 η οικογενειακή του οικία στην Bamenda πυρπολήθηκε από μέλη των στρατιωτικών δυνάμεων και ότι, συνεπεία του περιστατικού αυτού, έχασαν τη ζωή τους οι γονείς του και οι δύο αδελφές του. Πρόκειται για ισχυρισμό ο οποίος, λόγω της φύσης και της σοβαρότητάς του, αλλά και της άμεσης σύνδεσής του με την κρίση στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί απλώς ως στοιχείο του προσωπικού και οικογενειακού προφίλ του Αιτητή, αλλά έχρηζε αυτοτελούς αξιολόγησης της εσωτερικής και εξωτερικής του αξιοπιστίας και, εφόσον γινόταν αποδεκτός, συνεκτίμησής του κατά την αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου.
Εντούτοις, οι Καθ’ ων η αίτηση περιορίστηκαν, στο πλαίσιο του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού περί ταυτότητας, καταγωγής και προσωπικού προφίλ, να καταγράψουν και να αποδεχθούν ότι τα μέλη της οικογένειας του Αιτητή απεβίωσαν το 2021, χωρίς να αξιολογήσουν τον τρόπο και τις συνθήκες υπό τις οποίες, κατά τον ίδιο, επήλθε ο θάνατός τους, ούτε τον ισχυρισμό περί εμπλοκής των στρατιωτικών δυνάμεων στην πυρπόληση της οικογενειακής οικίας. Η παράλειψη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, δεδομένου ότι το εν λόγω περιστατικό εντάσσεται στον πυρήνα της αφήγησης του Αιτητή αναφορικά με τη διακοπή της μέχρι τότε ζωής του στην Bamenda, τη μετακίνησή του στη Douala και την εκφρασθείσα επιθυμία του να εγκαταλείψει τη χώρα και να οικοδομήσει εκ νέου τη ζωή του.
Ως εκ τούτου, διαπιστώνεται πλημμέλεια στην έρευνα και αξιολόγηση των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών επί των οποίων στηρίχθηκε το αίτημα διεθνούς προστασίας, καθότι ένα αυτοτελές και δυνητικά κρίσιμο περιστατικό δεν αποτέλεσε αντικείμενο διακριτής αξιολόγησης αξιοπιστίας και κινδύνου. Πλην όμως, η διαπιστωθείσα πλημμέλεια δεν οδηγεί, άνευ ετέρου, στην ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η διαπιστωθείσα αυτή πλημμέλεια δεν εξαντλεί την εξέταση της υπόθεσης από το παρόν Δικαστήριο, το οποίο, στο πλαίσιο της πλήρους και ex nunc εξέτασης που οφείλει να διενεργήσει, προχωρεί σε αυτοτελή αξιολόγηση του εν λόγω ισχυρισμού, βάσει του συνόλου των ενώπιόν του στοιχείων και των επικαιροποιημένων πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής
Εξετάζοντας το Δικαστήριο την εσωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ήτοι ότι η οικογενειακή οικία του Αιτητή στην Bamenda πυρπολήθηκε το 2021 από μέλη των στρατιωτικών δυνάμεων, με αποτέλεσμα να απολέσουν τη ζωή τους οι γονείς του και οι δύο αδελφές του, διαπιστώνεται κατ’ αρχάς ότι ο βασικός πυρήνας της αφήγησής του παρουσιάζει ορισμένα στοιχεία συνέπειας. Ειδικότερα, κατά τη συνέντευξή του ο Αιτητής συνέδεσε επανειλημμένως την απώλεια της οικογένειάς του με την κρίση στην Bamenda και την πυρπόληση της οικογενειακής οικίας. Εντούτοις, κατά την εξέλιξη της διαδικασίας προέκυψαν ουσιώδεις αποκλίσεις και ασάφειες ως προς καίριες πτυχές του περιστατικού, οι οποίες αποδυναμώνουν τη συνοχή και την ευλογοφάνεια της σχετικής αφήγησης.
Καταρχάς, ασυνέπεια εντοπίζεται ως προς την ίδια την τύχη των μελών της οικογένειάς του. Στην αρχική αίτησή του ο Αιτητής δεν ανέφερε ότι οι γονείς και οι αδελφές του είχαν αποβιώσει κατά την πυρπόληση της οικίας τους, αλλά δήλωσε ότι, εξαιτίας της κρίσης, δεν μπορούσε να τους εντοπίσει. Αντιθέτως, κατά τη μεταγενέστερη συνέντευξή του παρουσίασε ως δεδομένο ότι και τα τέσσερα μέλη της οικογένειάς του είχαν αποβιώσει κατά το ίδιο περιστατικό, όταν στρατιωτικοί πυρπόλησαν την οικογενειακή τους οικία. Η διαφοροποίηση αυτή δεν αφορά δευτερεύουσα λεπτομέρεια της αφήγησης, αλλά την ίδια την επέλευση και τις συνθήκες θανάτου ολόκληρης της οικογένειάς του, ήτοι γεγονός που βρίσκεται στον πυρήνα του υπό εξέταση ισχυρισμού.
Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν υπήρξε συνεπής ως προς τον χρόνο επέλευσης του περιστατικού. Ενώ σε σημείο της αφήγησής του το τοποθέτησε τον Νοέμβριο του 2021, στη συνέχεια ανέφερε επανειλημμένως ότι η πυρπόληση και ο θάνατος των μελών της οικογένειάς του έλαβαν χώρα τον Μάιο του ίδιου έτους. Η απόκλιση αρκετών μηνών αποκτά πρόσθετη βαρύτητα ενόψει του ότι ο Αιτητής συνέδεσε χρονικά με το περιστατικό και μεταγενέστερες ενέργειές του, μεταξύ των οποίων την επιστροφή του στην Bamenda, την παραμονή του στο πατρικό αγρόκτημα και την πώληση της πατρικής γης, την οποία επίσης τοποθέτησε τον Μάιο του 2021.
Ιδιαίτερα ουσιώδης είναι, περαιτέρω, η ασάφεια ως προς τον τρόπο με τον οποίο ο Αιτητής πληροφορήθηκε ή διαπίστωσε τον θάνατο των μελών της οικογένειάς του. Αρχικά ανέφερε ότι, ενώ βρισκόταν στη Douala, ενημερώθηκε τηλεφωνικά από γείτονες ότι η οικία του είχε πυρποληθεί και ότι τα μέλη της οικογένειάς του δεν μπορούσαν να εντοπιστούν. Ακολούθως, περιγράφοντας την επιστροφή του στην Bamenda, ανέφερε ότι δεν εντόπισε τους συγγενείς του ούτε στην οικία ούτε στο αγρόκτημα. Μόνον κατόπιν περαιτέρω και επανειλημμένων ερωτήσεων προέβαλε ότι εντόπισε οστά εντός της καμένης οικίας, στοιχείο ιδιαιτέρως σημαντικό, καθότι θα μπορούσε να εξηγήσει τη βεβαιότητά του περί του θανάτου των συγγενών του, το οποίο όμως δεν είχε αναφέρει αυθόρμητα κατά την προηγούμενη περιγραφή του περιστατικού.
Η τελευταία αυτή διαφοροποίηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία, όχι απλώς λόγω της σταδιακής προσθήκης λεπτομερειών στην αφήγησή του, αλλά επειδή αφορά το κατεξοχήν στοιχείο μέσω του οποίου ο ίδιος φέρεται να απέκτησε προσωπική αντίληψη ότι τα μέλη της οικογένειάς του είχαν πράγματι αποβιώσει. Εάν, όπως τελικώς ισχυρίστηκε, είχε επιστρέψει στην καμένη οικογενειακή οικία και είχε ο ίδιος εντοπίσει ανθρώπινα οστά στο εσωτερικό της, θα αναμενόταν ευλόγως το συγκεκριμένο γεγονός να αποτελεί μέρος της αρχικής και αυθόρμητης περιγραφής του τρόπου με τον οποίο διαπίστωσε την τύχη της οικογένειάς του και όχι να προκύψει μόνον μετά από περαιτέρω ερωτήσεις.
Περαιτέρω, από την αφήγηση δεν προκύπτει με επαρκή σαφήνεια με ποιον τρόπο ο Αιτητής μπορούσε να γνωρίζει ότι τα οστά που, κατά δήλωσή του, εντόπισε ανήκαν πράγματι στους γονείς και στις δύο αδελφές του, ούτε εάν υπήρξε οποιαδήποτε μεταγενέστερη επιβεβαίωση της ταυτότητας των θυμάτων. Το στοιχείο αυτό δεν αξιολογείται αυτοτελώς ως απαίτηση προσκόμισης αποδεικτικών εγγράφων ή επίσημης πιστοποίησης του θανάτου, αλλά σε συνδυασμό με την αρχική δήλωσή του ότι η οικογένειά του απλώς δεν μπορούσε να εντοπιστεί και με τη μεταγενέστερη εξέλιξη της αφήγησής του ως προς τον τρόπο διαπίστωσης του θανάτου της.
Συνεκτιμώντας το σύνολο των ανωτέρω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, μολονότι ο γενικός πυρήνας της αφήγησης του Αιτητή —ήτοι ότι η οικογενειακή του οικία στην Bamenda πυρπολήθηκε κατά τη διάρκεια της κρίσης και ότι έκτοτε απώλεσε την οικογένειά του— παρουσιάζει ορισμένη χρονική και θεματική συνοχή, οι αποκλίσεις που εντοπίζονται αφορούν ουσιώδη στοιχεία του συγκεκριμένου ισχυρισμού, και ειδικότερα τον χρόνο του περιστατικού, τη γνώση του περί του θανάτου των μελών της οικογένειάς του και τον τρόπο με τον οποίο φέρεται να διαπίστωσε τον θάνατό τους. Οι αποκλίσεις αυτές, εξεταζόμενες σωρευτικά και όχι μεμονωμένα, αποδυναμώνουν σε σημαντικό βαθμό την εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού.
Αξιολογώντας την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, εντοπίζονται πληροφορίες από αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης οι οποίες επιβεβαιώνουν περιστατικά πυρπόλησης ιδιωτικών κατοικιών από μέλη των κρατικών δυνάμεων στην Bamenda και, γενικότερα, στη Βορειοδυτική Περιφέρεια του Καμερούν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα. Ειδικότερα, η Human Rights Watch, σε έκθεσή της αναφέρει ότι τον Δεκέμβριο του 2021 μετά από επίθεση αυτοσχέδιου εκρηκτικού μηχανισμού κατά στρατιωτικής αυτοκινητοπομπής, στρατιώτες πυρπόλησαν τουλάχιστον 35 ιδιωτικές κατοικίες και καταστήματα κατά μήκος της Mbengwi Road στην Bamenda.[2] Περαιτέρω, η Amnesty International, στην ετήσια έκθεσή της για το 2021/2022, καταγράφει επίσης ότι μετά την επίθεση εναντίον αυτοκινητοπομπής του Rapid Intervention Battalion στην Bamenda στις 8 Δεκεμβρίου 2021, μέλη των ενόπλων δυνάμεων φέρονται να πυρπόλησαν μεγάλο αριθμό κατοικιών στην πόλη, ενώ καταγράφει και άλλα περιστατικά κατά το 2021 στη Βορειοδυτική Περιφέρεια κατά τα οποία δυνάμεις ασφαλείας κατέστρεψαν και λεηλάτησαν κατοικίες και άλλα ιδιωτικά υποστατικά.[3]
Οι πληροφορίες αυτές δεν επιβεβαιώνουν το συγκεκριμένο προσωπικό περιστατικό που επικαλείται ο Αιτητής, ούτε καταδεικνύουν ότι η οικογενειακή του οικία περιλαμβανόταν μεταξύ των κατοικιών που πυρπολήθηκαν ή ότι τα μέλη της οικογένειάς του απώλεσαν τη ζωή τους σε οποιοδήποτε από τα καταγεγραμμένα περιστατικά. Επιβεβαιώνουν, ωστόσο, ότι η περιγραφόμενη από αυτόν μορφή βίας, ήτοι η πυρπόληση κατοικιών από κρατικές στρατιωτικές δυνάμεις στην Bamenda στο πλαίσιο της αγγλόφωνης σύγκρουσης, ήταν φαινόμενο που πράγματι καταγραφόταν στην ίδια γεωγραφική περιοχή και κατά το ίδιο έτος, ενισχύοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την αντικειμενική ευλογοφάνεια του ισχυρισμού του.
Αφετέρου, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι ο βασικός πυρήνας της αφήγησής του, ήτοι ότι η οικογενειακή του οικία στην Bamenda πυρπολήθηκε κατά τη διάρκεια της αγγλόφωνης σύγκρουσης και ότι, συνεπεία του περιστατικού αυτού, απώλεσε την οικογένειά του, παρέμεινε κατά βάση σταθερός κατά τη συνέντευξή του. Περαιτέρω, η περιγραφόμενη μορφή βίας δεν είναι ασύμβατη ή αποκομμένη από τις αντικειμενικές συνθήκες που επικρατούσαν στην περιοχή, αλλά βρίσκει ουσιώδες έρεισμα στις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, από τις οποίες προκύπτει ότι κατά το 2021 καταγράφονταν στην Bamenda και ευρύτερα στη Βορειοδυτική Περιφέρεια περιστατικά πυρπόλησης και καταστροφής ιδιωτικών κατοικιών από κρατικές δυνάμεις στο πλαίσιο της ένοπλης σύγκρουσης.
Υπό το φως της σωρευτικής αξιολόγησης των ανωτέρω στοιχείων και λαμβανομένου υπόψη του εφαρμοζόμενου αποδεικτικού επιπέδου στις διαδικασίες διεθνούς προστασίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι διαπιστωθείσες αδυναμίες, μολονότι αποδυναμώνουν σε σημαντικό βαθμό την αξιοπιστία επιμέρους πτυχών της αφήγησης, δεν είναι, υπό τις περιστάσεις, επαρκείς ώστε να οδηγήσουν στην απόρριψη του ισχυρισμού στον βασικό του πυρήνα. Η εξωτερική πληροφόρηση δεν δύναται, ασφαλώς, να θεραπεύσει τις διαπιστωθείσες εσωτερικές ασυνέπειες ούτε να επιβεβαιώσει το συγκεκριμένο προσωπικό περιστατικό· αποτελεί, όμως, στοιχείο που συνεκτιμάται με το σύνολο της αφήγησης κατά την αξιολόγηση του κατά πόσον ο ισχυρισμός έχει καταδειχθεί στο απαιτούμενο επίπεδο απόδειξης.
Ως εκ τούτου, γίνεται αποδεκτό, κατά τον βασικό του πυρήνα, ότι κατά το 2021 η οικογενειακή οικία του Αιτητή στην Bamenda πυρπολήθηκε στο πλαίσιο της ένοπλης σύγκρουσης που επικρατούσε στην περιοχή και ότι, συνεπεία του περιστατικού αυτού, ο Αιτητής απώλεσε τους γονείς του και τις δύο αδελφές του.
Η αποδοχή, ωστόσο, του ανωτέρω πραγματικού περιστατικού δεν συνεπάγεται και αποδοχή του ότι η πυρπόληση της οικογενειακής οικίας αποτέλεσε πράξη ειδικής ή εξατομικευμένης στοχοποίησης του Αιτητή ή των μελών της οικογένειάς του από τις στρατιωτικές δυνάμεις του Καμερούν. Από τις δηλώσεις του Αιτητή δεν προκύπτει οποιοδήποτε συγκεκριμένο στοιχείο που να συνδέει τον ίδιο ή τα μέλη της οικογένειάς του με οποιοδήποτε από τα εμπλεκόμενα μέρη της σύγκρουσης. Ειδικότερα, ο ίδιος δήλωσε ότι ούτε αυτός ούτε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειάς του ανήκαν σε πολιτική, θρησκευτική ή στρατιωτική οργάνωση, ενώ ανέφερε ότι οι γονείς του ασχολούνταν με τη γεωργία. Ερωτηθείς δε ειδικώς για τον λόγο για τον οποίο οι στρατιωτικοί φέρονται να πυρπόλησαν την οικογενειακή οικία, δήλωσε ότι δεν γνώριζε, προβαίνοντας μόνο σε γενική αναφορά στη βία που ασκούσαν οι στρατιωτικές δυνάμεις εις βάρος αμάχων.
Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν επικαλέστηκε προηγούμενες απειλές, αναζητήσεις, συλλήψεις ή οποιαδήποτε άλλη ενέργεια των κρατικών αρχών ή των στρατιωτικών δυνάμεων που να στρεφόταν ειδικά εναντίον του ιδίου ή των μελών της οικογένειάς του. Ούτε προκύπτει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία κάποιος ιδιαίτερος λόγος για τον οποίο η συγκεκριμένη οικογένεια θα αποτελούσε στόχο των κρατικών δυνάμεων. Αντιθέτως, οι διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής καταγράφουν κατά το ίδιο χρονικό διάστημα περιστατικά εκτεταμένης βίας και καταστροφής ιδιωτικών κατοικιών από κρατικές δυνάμεις στην Bamenda και ευρύτερα στη Βορειοδυτική Περιφέρεια, στο πλαίσιο επιχειρήσεων που συνδέονταν με την ένοπλη σύγκρουση.
Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται ως πραγματικό περιστατικό την πυρπόληση της οικογενειακής οικίας του Αιτητή και τη συνακόλουθη απώλεια των μελών της οικογένειάς του, δεν διαπιστώνει όμως επαρκή στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι το περιστατικό αυτό συνιστούσε πράξη ειδικής και εξατομικευμένης στοχοποίησης του ιδίου ή της οικογένειάς του. Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη για το επόμενο στάδιο της εξέτασης, ήτοι την αξιολόγηση του κατά πόσον, παρά την απουσία στοιχείων εξατομικευμένης στοχοποίησης κατά το παρελθόν, ο Αιτητής αντιμετωπίζει, υπό τις σημερινές συνθήκες και ενόψει των ιδιαίτερων περιστάσεών του, βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.
Β. Επί της υπαγωγής του Αιτητή στο καθεστώς πρόσφυγα
Έχοντας ολοκληρώσει την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση του κατά πόσον, στη βάση των πραγματικών περιστατικών που έγιναν αποδεκτά και υπό το φως των επικαιροποιημένων πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής, πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την αναγνώρισή του ως πρόσφυγα.
Ως προς το εφαρμοστέο νομοθετικό πλαίσιο, επισημαίνεται ότι, για τους λόγους που αναλύθηκαν εκτενώς στην σημερινή απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου E.O.A. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 1003/2023, ημερ. 18.09.2026, και οι οποίοι υιοθετούνται mutatis mutandis και στην παρούσα υπόθεση, ως προς την εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων για την αναγνώριση του Αιτητή ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας εφαρμοστέος είναι ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347, ο οποίος εφαρμόζεται από τις 12.06.2026 και αντικατέστησε, ως προς τα ζητήματα που ρυθμίζει, την Οδηγία 2011/95/ΕΕ.
Χωρίς να κρίνεται αναγκαία η εκ νέου παράθεση της εκτενούς ανάλυσης που περιλαμβάνεται στην ανωτέρω απόφαση ως προς τη διαχρονική εφαρμογή του νέου κανονιστικού πλαισίου, αρκεί για τους σκοπούς της παρούσας να επισημανθεί ότι η εξέταση από το Δικαστήριο, κατά τον χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης, του κατά πόσον ο Αιτητής πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα διενεργείται βάσει των σχετικών διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 3(5) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, ως «πρόσφυγας» νοείται, καθόσον αφορά υπήκοο τρίτης χώρας, πρόσωπο το οποίο, συνεπεία βάσιμου φόβου δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, ευρίσκεται εκτός της χώρας της ιθαγένειάς του και δεν μπορεί ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της χώρας αυτής και στο οποίο δεν εφαρμόζεται το άρθρο 12.
Υπό το ανωτέρω νομοθετικό πλαίσιο, και στη βάση των πραγματικών περιστατικών που έγιναν αποδεκτά, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση του κατά πόσον ο Αιτητής πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα.
Εν προκειμένω, επομένως, το κρίσιμο ζήτημα είναι κατά πόσον, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που έγιναν αποδεκτά, υφίσταται εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν και ειδικότερα στην Bamenda, να υποστεί πράξεις οι οποίες, λόγω της φύσης ή της επανάληψής τους, συνιστούν δίωξη και κατά πόσον ο κίνδυνος αυτός συνδέεται αιτιωδώς με έναν από τους προβλεπόμενους λόγους δίωξης.
Υπενθυμίζεται συναφώς ότι έγινε αποδεκτό ότι ο Αιτητής είναι αγγλόφωνος υπήκοος Καμερούν, με μακροχρόνιους δεσμούς με την Bamenda, όπου μεγάλωσε και διέμενε με την οικογένειά του, καθώς και ότι κατά το 2021 η οικογενειακή του οικία πυρπολήθηκε στο πλαίσιο της ένοπλης σύγκρουσης που επικρατούσε στην περιοχή και, συνεπεία του περιστατικού αυτού, απώλεσε τους γονείς του και τις δύο αδελφές του. Δεν έγινε, ωστόσο, αποδεκτό ότι η πυρπόληση της οικίας συνιστούσε πράξη ειδικής ή εξατομικευμένης στοχοποίησης του ιδίου ή της οικογένειάς του από τις κρατικές δυνάμεις.
Η τελευταία αυτή διαπίστωση δεν εξαντλεί αφ' εαυτής την εξέταση των προϋποθέσεων του προσφυγικού καθεστώτος. Απαιτείται να εξεταστεί αυτοτελώς και ex nunc κατά πόσον, ενόψει του προσωπικού προφίλ του Αιτητή και των σημερινών συνθηκών στην Bamenda και ευρύτερα στη Βορειοδυτική Περιφέρεια, υφίσταται βάσιμος φόβος μελλοντικής δίωξης και, σε καταφατική περίπτωση, κατά πόσον η δίωξη αυτή συνδέεται με κάποιον από τους προβλεπόμενους λόγους δίωξης.
Ως προς τη σοβαρότητα της βλάβης που έγινε αποδεκτό ότι υπέστη κατά το παρελθόν, η πυρπόληση της οικογενειακής οικίας και, ιδίως, η απώλεια των γονέων και των δύο αδελφών του Αιτητή αποτελούν αναμφίβολα περιστατικά ιδιαίτερης βαρύτητας. Η διαπίστωση αυτή δεν αρκεί, ωστόσο, αφ’ εαυτής για τη θεμελίωση προσφυγικού καθεστώτος, καθότι απαιτείται όπως ο βάσιμος φόβος δίωξης συνδέεται με έναν από τους προβλεπόμενους λόγους δίωξης.
Εν προκειμένω, από τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά δεν προέκυψε ότι η πυρπόληση της οικογενειακής οικίας συνδεόταν με συγκεκριμένο προστατευόμενο χαρακτηριστικό του Αιτητή ή των μελών της οικογένειάς του. Ο Αιτητής δεν επικαλέστηκε οποιαδήποτε πολιτική δραστηριότητα ή σύνδεση του ιδίου ή της οικογένειάς του με αυτονομιστική οργάνωση ή άλλο μέρος της σύγκρουσης, ούτε προηγούμενες απειλές, συλλήψεις, αναζητήσεις ή άλλες ενέργειες των κρατικών αρχών που να αφορούσαν ειδικά τους ίδιους. Ούτε ήταν σε θέση να προσδιορίσει τον λόγο για τον οποίο η οικογενειακή οικία πυρπολήθηκε.
Δεν παραγνωρίζεται ότι ο Αιτητής είναι αγγλόφωνος και κατάγεται από την Bamenda. Τα χαρακτηριστικά αυτά πρέπει να συνεκτιμηθούν και υπό το πρίσμα του ενδεχομένου πραγματικής ή αποδιδόμενης πολιτικής πεποίθησης. Εντούτοις, από τα εξατομικευμένα στοιχεία της υπόθεσης δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής είχε οποιαδήποτε πολιτική ή άλλη δραστηριότητα συνδεόμενη με το αγγλόφωνο αυτονομιστικό κίνημα ούτε ότι οι κρατικές αρχές τού απέδωσαν κατά το παρελθόν τέτοια πολιτική πεποίθηση ή τον αντιμετώπισαν ως υποστηρικτή αυτονομιστικών ομάδων.
Συναφώς, συνεκτιμάται ότι μετά το επίδικο περιστατικό ο Αιτητής εγκαταστάθηκε στη Douala, όπου παρέμεινε μέχρι την αναχώρησή του από το Καμερούν, χωρίς να επικαλεστεί οποιοδήποτε περιστατικό δίωξης, αναζήτησης ή ενδιαφέροντος των κρατικών αρχών προς το πρόσωπό του. Αντιθέτως, δήλωσε ότι δεν αντιμετώπισε προβλήματα και ότι ήταν ασφαλής εκεί, ενώ κατά το ίδιο χρονικό διάστημα εξασφάλισε διαβατήριο από τις καμερουνέζικες αρχές χωρίς να αναφέρει οποιαδήποτε σχετική δυσχέρεια. Τα στοιχεία αυτά, χωρίς να είναι αφ’ εαυτών καθοριστικά, δεν συνηγορούν υπέρ της ύπαρξης ιδιαίτερου ενδιαφέροντος των κρατικών αρχών προς το πρόσωπό του.
Υπό το σύνολο των ανωτέρω, δεν προκύπτουν επαρκή στοιχεία από τα οποία να δύναται να συναχθεί εύλογη πιθανότητα ότι ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, θα υποστεί δίωξη λόγω της αγγλόφωνης ταυτότητάς του, πραγματικής ή αποδιδόμενης πολιτικής πεποίθησης ή άλλου προβλεπόμενου λόγου δίωξης. Ως εκ τούτου, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την αναγνώρισή του ως πρόσφυγα.
Γ. Επί της υπαγωγής του Αιτητή στο καθεστώς επικουρικής προστασίας
Κατόπιν της διαπίστωσης ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα, απομένει να εξεταστεί κατά πόσον πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως προσώπου που δικαιούται επικουρική προστασία, κατά την έννοια του άρθρου 3(6) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, ως «πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία» νοείται υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής ο οποίος δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηρισθεί πρόσφυγας, αλλά για τον οποίο έχουν καταδειχθεί ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του ή, στην περίπτωση ανιθαγενούς, στη χώρα της προηγούμενης συνήθους διαμονής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 15, και στον οποίο δεν εφαρμόζεται το άρθρο 17(1) και (2), ενώ δεν δύναται ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της χώρας αυτής.
Κατά δε το άρθρο 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, ως σοβαρή βλάβη νοείται:
(α) η θανατική ποινή ή εκτέλεση·
(β) τα βασανιστήρια ή η απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτητή στη χώρα καταγωγής· ή
(γ) η σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.
Ενόψει των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υπόθεσης, δεν προκύπτουν ουσιώδεις λόγοι να θεωρηθεί ότι ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας κατά την έννοια των περιπτώσεων (α) και (β) του άρθρου 15. Εξέτασης χρήζει, συνεπώς, η περίπτωση (γ) της εν λόγω διάταξης.
Ως προς την ερμηνεία της τελευταίας αυτής διάταξης, επισημαίνεται ότι ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347 αποτυπώνει πλέον ρητώς στις αιτιολογικές του σκέψεις βασικές αρχές που είχαν διαμορφωθεί νομολογιακά υπό το προϊσχύσαν καθεστώς. Ειδικότερα, κατά την αιτιολογική σκέψη 50, η έννοια της αδιάκριτης βίας περιλαμβάνει βία η οποία δύναται να επεκταθεί σε πρόσωπα ανεξαρτήτως των προσωπικών τους περιστάσεων.
Περαιτέρω, κατά την αιτιολογική σκέψη 51, για τους σκοπούς της αξιολόγησης της σοβαρής βλάβης, ως εσωτερική ένοπλη σύγκρουση νοούνται καταστάσεις στις οποίες οι ένοπλες δυνάμεις τρίτης χώρας συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. Δεν απαιτείται η σύγκρουση να χαρακτηριστεί ως «ένοπλη σύγκρουση μη διεθνούς χαρακτήρα» κατά το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο ούτε απαιτείται, επιπλέον της αξιολόγησης του επιπέδου της βίας στην οικεία περιοχή, χωριστή εξέταση της έντασης των ένοπλων συγκρούσεων, του επιπέδου οργάνωσης των εμπλεκόμενων ενόπλων δυνάμεων ή της διάρκειας της σύγκρουσης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η αιτιολογική σκέψη 52, σύμφωνα με την οποία δεν απαιτείται από τον αιτητή να αποδείξει ότι αποτελεί ειδικό στόχο λόγω παραγόντων που αφορούν τις προσωπικές του περιστάσεις. Όσο, όμως, περισσότερο ο αιτητής αποδεικνύει ότι επηρεάζεται ειδικώς λόγω παραγόντων που συνδέονται με τις προσωπικές του περιστάσεις, τόσο χαμηλότερο είναι το απαιτούμενο επίπεδο αδιάκριτης βίας. Περαιτέρω, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η ύπαρξη σοβαρής και προσωπικής απειλής θεωρείται ότι στοιχειοθετείται όταν ο βαθμός αδιάκριτης βίας που χαρακτηρίζει την ένοπλη σύγκρουση είναι τόσο υψηλός ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι άμαχος ο οποίος επιστρέφει στη χώρα καταγωγής ή στο σχετικό τμήμα αυτής θα αντιμετωπίσει, λόγω και μόνο της παρουσίας του εκεί, πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Οι ανωτέρω πρόνοιες αντανακλούν τη νομολογιακή προσέγγιση που είχε ήδη διαμορφώσει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως στις αποφάσεις Elgafaji, C-465/07, και CF και DN, C-901/19. Ειδικότερα, κατά την Elgafaji, όσο περισσότερο ο αιτητής δύναται να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω παραγόντων που αφορούν την προσωπική του κατάσταση, τόσο μικρότερος είναι ο βαθμός αδιάκριτης βίας που απαιτείται για τη θεμελίωση επικουρικής προστασίας. Αντιστρόφως, όταν δεν συντρέχουν τέτοιοι εξατομικευμένοι παράγοντες, απαιτείται η αδιάκριτη βία να έχει ανέλθει σε εξαιρετικά υψηλό επίπεδο, ώστε ο πραγματικός κίνδυνος να απορρέει από μόνη την παρουσία του αμάχου στην οικεία περιοχή.
Ως προς δε την αξιολόγηση του επιπέδου της αδιάκριτης βίας, εξακολουθούν να είναι συναφείς οι παράγοντες που προσδιορίστηκαν από το ΔΕΕ στην CF και DN, C-901/19, μεταξύ άλλων η ένταση των ένοπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκόμενων ενόπλων δυνάμεων, η διάρκεια της σύγκρουσης, η γεωγραφική έκταση της αδιάκριτης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής και οι εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων. Η αξιολόγηση δεν μπορεί, συνεπώς, να στηρίζεται αποκλειστικά στον αριθμό των καταγεγραμμένων θυμάτων, αλλά απαιτεί συνολική εκτίμηση όλων των περιστάσεων που χαρακτηρίζουν την κατάσταση στην οικεία περιοχή.
Στην προκειμένη περίπτωση, περιοχή αναφοράς για την εξέταση του κινδύνου σοβαρής βλάβης αποτελεί η Bamenda και, ευρύτερα, η Βορειοδυτική Περιφέρεια του Καμερούν, όπου ο Αιτητής μεγάλωσε, διέμενε επί σειρά ετών με την οικογένειά του και με την οποία διατηρεί τους ουσιωδέστερους δεσμούς του. Όπως ήδη διαπιστώθηκε, το γεγονός ότι η τελευταία πραγματική διαμονή του πριν από την αναχώρησή του από τη χώρα ήταν στη Douala δεν αναιρεί, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, την ανάγκη να εξεταστεί καταρχάς ο κίνδυνος που αντιμετωπίζει στην Bamenda. Η Douala θα εξεταστεί, εφόσον καταστεί αναγκαίο, αυτοτελώς στο πλαίσιο της δυνατότητας εσωτερικής προστασίας.
Προς τούτο, και δεδομένου ότι η εξέταση του κινδύνου είναι προοπτική και ex nunc, προχώρησα σε έρευνα σε επικαιροποιημένες και αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στη Βορειοδυτική Περιφέρεια του Καμερούν και ειδικότερα στην Bamenda, από την οποία προέκυψαν τα ακόλουθα:
· Σύμφωνα με την αναφορά του Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τον Συντονισμό Ανθρωπιστικών Υποθέσεων (UN OCHA), η οποία καλύπτει τους πρώτους μήνες του 2026, η κατάσταση ασφάλειας στις βορειοδυτικές περιφέρειες παρέμεινε τεταμένη λόγω ένοπλων συγκρούσεων και επιδείνωσης των συνθηκών ασφαλείας των αμάχων. Οι συγκρούσεις μεταξύ των κρατικών δυνάμεων ασφαλείας και των μη κρατικών ένοπλων ομάδων συνεχίστηκαν στις περισσότερες περιοχές ενώ άμαχοι πληθυσμοί εκτέθηκαν σε βία, εκφοβισμό και καταναγκαστικά μέτρα που επιβλήθηκαν από ενόπλους. Ο εκτοπισμός που σχετίζεται με την κρίση συνεχίστηκε καθ' όλη τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου του 2026, με επαναλαμβανόμενα κύματα εκτοπισμού να καταγράφονται ιδιαίτερα στις περιοχές Donga-Mantung, Bui και Menchum.[4]
· Τον Ιανουάριο του 2026, αναφέρθηκαν, σύμφωνα με την ίδια πηγή, πολυάριθμα περιστατικά που αφορούσαν απαγωγές, αναγκαστικές εξαφανίσεις, αυθαίρετες συλλήψεις, εκβιασμούς και σωματική κακοποίηση, με πολλά θύματα να επηρεάζονται συχνά σε μεμονωμένα περιστατικά. Τον Μάρτιο του 2026, η κατάσταση επιδεινώθηκε περαιτέρω, με 1.402 καταγεγραμμένες παραβιάσεις ασφαλείας, σχεδόν οι μισές από τις οποίες αφορούσαν απώλειες περιουσίας, μαζί με υψηλά επίπεδα σωματικής βίας, αυθαίρετες συλλήψεις και απαγωγές και σημαντική αύξηση των περιστατικών έμφυλης βίας. Συνολικά, η κατάσταση ασφαλείας περί τα τέλη Μαρτίου 2026 παρέμεινε ασταθής, με συνεχείς κινδύνους εκτοπισμού, βλάβες κατά αμάχων και επιδείνωσης της πρόσβασης σε αγαθά και υπηρεσίες.[5]
· Περαιτέρω, σύμφωνα με αναφορά της CGRS-CEDOCA η οποία καλύπτει την περίοδο Ιανουαρίου 2024 έως Μαρτίου 2025, η βία ήταν εντονότερη στη Βορειοδυτική παρά στη Νοτιοδυτική Περιφέρεια του Καμερούν. Ειδικότερα, συγκρίνοντας τις πόλεις Buea και Bamenda, η πηγή κατέγραψε ότι, ενώ σοβαρά βίαια περιστατικά ήταν σπάνια στη Buea, στη Bamenda η βία συνέχιζε να μαστίζει την πόλη, με εκρήξεις, επιθέσεις αντιποίνων και απαγωγές.[6]
· Σύμφωνα, εξάλλου, με την έκθεση του Global Protection Cluster για τις ανάγκες προστασίας στο Καμερούν, οι επιπτώσεις της σύγκρουσης και οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου παρέμεναν, κατά τον χρόνο αναφοράς, χωρίς ουσιαστική βελτίωση όσον αφορά την προστασία των αμάχων και την ασφάλεια. Καταγράφονταν επανειλημμένες επιθέσεις, απαγωγές, παράνομες συλλήψεις και αυθαίρετες κρατήσεις, κλοπές και εκ προθέσεως καταστροφή ιδιωτικής περιουσίας, ενώ οι περιορισμοί στην ελευθερία μετακίνησης και οι συχνές απαγορεύσεις κυκλοφορίας διατάρασσαν την καθημερινή ζωή[7].
· Τέλος, από τα πλέον πρόσφατα διαθέσιμα ποσοτικά δεδομένα προκύπτει ότι, κατά το τελευταίο έτος, με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 10.09.2026) στην επαρχία NorthWest Region του Καμερούν καταγράφηκαν συνολικά 2,111 περιστατικά ασφαλείας πολιτικής βίας (“Political violence”, η οποία περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες) από τα οποία επήλθε ο θάνατος συνολικά 536 πολιτών.[8] Την ίδια περίοδο, στη Bamenda της επαρχίας NorthWest καταγράφηκαν 25 περιστατικά ασφαλείας πολιτικής βίας (“Political violence”, η οποία περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες) από τα οποία επήλθε ο θάνατος συνολικά 25 πολιτών[9]. Επισημαίνεται ότι ο πληθυσμός της NorthWest Region με βάση την εκτίμηση του 2025 υπολογίζεται σε 2,428,200 κατοίκους[10]. Επιπλέον, ο πληθυσμός της Bamenda με βάση την καταγραφή του 2005 υπολογίζεται σε 269,530 κατοίκους[11].
Έχοντας παραθέσει τα ως άνω στοιχεία, παρατηρώ, καταρχάς, ότι δεν αμφισβητείται η ύπαρξη κατάστασης εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν και ειδικότερα στη Βορειοδυτική Περιφέρεια, όπου εξακολουθούν να λαμβάνουν χώρα ένοπλες αντιπαραθέσεις μεταξύ των κρατικών δυνάμεων ασφαλείας και μη κρατικών ένοπλων ομάδων. Από τις επικαιροποιημένες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής προκύπτει, περαιτέρω, ότι η σύγκρουση εξακολουθεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις στον άμαχο πληθυσμό, με καταγεγραμμένα περιστατικά βίας, απαγωγών, αυθαίρετων συλλήψεων, εκτοπισμών και καταστροφής περιουσίας, ενώ ειδικά ως προς την Bamenda καταγράφεται συνέχιση περιστατικών βίας, περιλαμβανομένων εκρήξεων, επιθέσεων αντιποίνων και απαγωγών.
Η διαπίστωση, ωστόσο, της ύπαρξης εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης και αδιάκριτης βίας δεν αρκεί αφ' εαυτής για την υπαγωγή του Αιτητή στο άρθρο 15(γ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Όπως προκύπτει πλέον και ρητώς από την αιτιολογική σκέψη 52 του Κανονισμού, σοβαρή και προσωπική απειλή δύναται, κατ' εξαίρεση, να θεωρηθεί ότι υφίσταται ανεξαρτήτως εξατομικευμένων παραγόντων, όταν ο βαθμός της αδιάκριτης βίας που χαρακτηρίζει την ένοπλη σύγκρουση έχει ανέλθει σε τόσο υψηλό επίπεδο ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι άμαχος ο οποίος επιστρέφει στο οικείο τμήμα της χώρας καταγωγής θα αντιμετωπίσει, λόγω και μόνον της παρουσίας του εκεί, πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Στην προκειμένη περίπτωση, παρά τη συνεχιζόμενη σοβαρή κατάσταση ανασφάλειας στη Βορειοδυτική Περιφέρεια, τα διαθέσιμα στοιχεία δεν καταδεικνύουν ότι ο βαθμός της αδιάκριτης βίας έχει ανέλθει στο εξαιρετικά υψηλό αυτό επίπεδο. Είναι ενδεικτικό ότι, κατά τα πλέον πρόσφατα διαθέσιμα δεδομένα, κατά το τελευταίο έτος καταγράφηκαν στη Βορειοδυτική Περιφέρεια 2.111 περιστατικά πολιτικής βίας και 536 θάνατοι, σε πληθυσμό που εκτιμάται σε 2.428.200 κατοίκους. Ειδικότερα δε στην Bamenda, η οποία αποτελεί την περιοχή αναφοράς στην υπό εξέταση περίπτωση, καταγράφηκαν κατά την ίδια περίοδο 25 περιστατικά πολιτικής βίας και 25 θάνατοι, ενώ ο πληθυσμός της πόλης υπολογίζεται, βάσει της διαθέσιμης καταγραφής, σε 269.530 κατοίκους. Τα αριθμητικά αυτά δεδομένα δεν αξιολογούνται απομονωμένα, αλλά σε συνδυασμό με το σύνολο των ανωτέρω ποιοτικών πληροφοριών ως προς τη φύση, τη γεωγραφική έκταση και τις επιπτώσεις της βίας στον άμαχο πληθυσμό.
Από τη συνολική αξιολόγηση των στοιχείων αυτών προκύπτει ότι, μολονότι η κατάσταση ασφαλείας παραμένει ασταθής και οι άμαχοι εξακολουθούν να εκτίθενται σε σοβαρούς κινδύνους συνεπεία της ένοπλης σύγκρουσης, δεν καταδεικνύεται ότι η αδιάκριτη βία στην Bamenda έχει προσλάβει τέτοια έκταση και ένταση ώστε κάθε άμαχος που επιστρέφει στην περιοχή να αντιμετωπίζει, λόγω και μόνον της παρουσίας του εκεί, πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας.
Η διαπίστωση αυτή δεν ολοκληρώνει, ωστόσο, την απαιτούμενη εξέταση. Σύμφωνα με την ίδια αιτιολογική σκέψη 52 του Κανονισμού, όσο περισσότερο ο αιτητής αποδεικνύει ότι επηρεάζεται ειδικώς λόγω παραγόντων που συνδέονται με τις προσωπικές του περιστάσεις, τόσο χαμηλότερος είναι ο βαθμός αδιάκριτης βίας που απαιτείται για τη θεμελίωση πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης. Πρόκειται για την προσέγγιση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» (sliding scale), η οποία είχε ήδη διαμορφωθεί νομολογιακά στην υπόθεση Elgafaji και αποτυπώνεται πλέον ρητώς στον Κανονισμό.
Εξετάζοντας, συνεπώς, τις ιδιαίτερες περιστάσεις του Αιτητή, παρατηρώ ότι πρόκειται για νεαρό ενήλικα άνδρα, χωρίς να έχουν προβληθεί προβλήματα υγείας ή άλλα στοιχεία ιδιαίτερης ευαλωτότητας. Είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και, κατά την παραμονή του στη Douala, εκπαιδεύτηκε στην επεξεργασία αλουμινίου. Δεν προέκυψε, περαιτέρω, οποιαδήποτε πολιτική, στρατιωτική ή άλλη σύνδεσή του με κάποιο από τα εμπλεκόμενα μέρη της σύγκρουσης ούτε ότι έχει αποτελέσει κατά το παρελθόν προσωπικό στόχο κρατικών ή μη κρατικών δρώντων.
Στο πλαίσιο της εξατομικευμένης αυτής αξιολόγησης δεν παραγνωρίζεται ότι ο Αιτητής έχει ήδη επηρεαστεί ιδιαιτέρως σοβαρά από την ένοπλη σύγκρουση, καθότι έγινε αποδεκτό ότι η οικογενειακή του οικία στην Bamenda πυρπολήθηκε και ότι, συνεπεία του περιστατικού αυτού, απώλεσε τους γονείς του και τις δύο αδελφές του. Το γεγονός αυτό αποτελεί αναμφίβολα ουσιώδες στοιχείο του προσωπικού του ιστορικού και πρέπει να συνεκτιμηθεί στην προοπτική αξιολόγηση του κινδύνου. Δεν προέκυψε, εντούτοις, ότι το περιστατικό οφειλόταν σε προσωπική στοχοποίηση του ιδίου ή της οικογένειάς του ούτε ότι, μετά το περιστατικό αυτό, ο Αιτητής αναζητήθηκε, απειλήθηκε, συνελήφθη ή αποτέλεσε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο αντικείμενο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος οποιουδήποτε από τα εμπλεκόμενα μέρη.
Συνεκτιμώντας, επομένως, αφενός το επίπεδο της αδιάκριτης βίας που προκύπτει από τις επικαιροποιημένες πληροφορίες για την Bamenda και, αφετέρου, τις συγκεκριμένες προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, περιλαμβανομένης της προηγούμενης σοβαρής επίδρασης της σύγκρουσης στην οικογένειά του, δεν διαπιστώνονται τέτοιοι πρόσθετοι εξατομικευμένοι παράγοντες κινδύνου ώστε, κατ' εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, να αρκεί το υφιστάμενο επίπεδο αδιάκριτης βίας για τη θεμελίωση πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης.
Υπό το σύνολο των ανωτέρω, κρίνω ότι δεν έχουν καταδειχθεί ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στην Bamenda, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης βίας στο πλαίσιο της υφιστάμενης εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης, κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
Ως εκ τούτου, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αναγνώρισης του Αιτητή ως προσώπου που δικαιούται επικουρική προστασία κατά την έννοια του άρθρου 3(6), σε συνδυασμό με το άρθρο 15(γ), του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
IV. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των όσων αναπτύχθηκαν ανωτέρω και κατόπιν πλήρους και ex nunc εξέτασης των πραγματικών και νομικών ζητημάτων της υπόθεσης, καταλήγω ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για την αναγνώρισή του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.
Ειδικότερα, δεν καταδείχθηκε η ύπαρξη βάσιμου φόβου δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας και, ως εκ τούτου, ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα κατά την έννοια του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
Περαιτέρω, δεν καταδείχθηκαν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα ιθαγένειάς του, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Ειδικότερα, ως προς την περίπτωση του άρθρου 15(γ), παρά τη συνεχιζόμενη κατάσταση ένοπλης σύγκρουσης και ανασφάλειας στη Βορειοδυτική Περιφέρεια του Καμερούν, δεν διαπιστώθηκε ότι το επίπεδο της αδιάκριτης βίας στην Bamenda είναι τόσο υψηλό ώστε η παρουσία και μόνον αμάχου στην περιοχή να συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, ούτε προέκυψαν στην περίπτωση του Αιτητή τέτοιοι εξατομικευμένοι παράγοντες κινδύνου οι οποίοι, κατ’ εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, να οδηγούν σε διαφορετική κατάληξη.
Συνεπώς, παρά τις πλημμέλειες που διαπιστώθηκαν κατά τη διοικητική εξέταση της αίτησης, η ουσιαστική κατάληξη περί μη συνδρομής των προϋποθέσεων αναγνώρισης του Αιτητή ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας επιβεβαιώνεται κατόπιν της αυτοτελούς εξέτασης που διενήργησε το Δικαστήριο.
Ενόψει, ωστόσο, της διαπιστωθείσας έλλειψης δέουσας έρευνας κατά τη διοικητική διαδικασία και παρά την ανωτέρω κατάληξή μου επί της ουσίας, θεωρώ ορθό και δίκαιο, υπό τις περιστάσεις, να μην επιδικάσω έξοδα.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται ως προς την κατάληξή της, ήτοι ως προς την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή για διεθνή προστασία, χωρίς οποιαδήποτε διαταγή ως προς τα έξοδα.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Απόφαση αρ. 128/2008, JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 01.02.2010.
[2] Human Rights Watch, Cameroon: Soldiers on Rampage in North-West Region, 3 February 2022
https://www.hrw.org/news/2022/02/03/cameroon-soldiers-rampage-north-west-region
[3] Amnesty International Report 2021/22: The state of the world’s human rights, 29 March 2022, σ. 113-114
https://www.amnesty.org/en/documents/pol10/4870/2022/en/
[4] UNOCHA, Cameroon: North-West and South-West, Situation Report No.85, 30 Απριλίου 2026, Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.85, 1 January to 31 March 2026 - Cameroon | ReliefWeb (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 31.08.2026)
[5] UNOCHA, Cameroon: North-West and South-West, Situation Report No.85, 30 Απριλίου 2026, Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.85, 1 January to 31 March 2026 - Cameroon | ReliefWeb (ημερομηνία πρόσβασης 26.05.2026)
[6] CGRS-CEDOCA (Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit), Cameroun; Régions anglophones: situation sécuritaire, 11 June 2025, σελ. 4
https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20250611.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 31.08.2026)
[7] Global Protection Cluster, Cameroon: Protection Analysis Update - Update on Protection Risks Caused by Protracted Armed Conflicts, and Climatic Hazards, Μάρτιος 2025, σελ. 2
https://globalprotectioncluster.org/index.php/publications/2223/reports/protection-analysis-update/cameroon-protection-analysis-update (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 31.08.2026)
[8] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, NorthWest, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/09/2026).
[9] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Bamenda, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/09/2026).
[10] City Population, Cameroon: NorthWest Region, https://citypopulation.de/en/cameroon/cities/?admid=6823 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/09/2026).
[11] City Population, Cameroon: Bamenda, https://citypopulation.de/en/cameroon/cities/?cityid=1193 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/09/2026).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο