C. F. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.807/24, 28/9/2026
print
Τίτλος:
C. F. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.807/24, 28/9/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.807/24

 

28 Σεπτεμβρίου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

C. F.

                                                                                                                        Αιτητής

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κκ Αλ Τάχερ Μπενέτης & Σια ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για Αιτητή

Κα Θ. Παπανικολάου, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.05/02/24, που κοινοποιήθηκε αυθημερόν (Αιτητικό Α), και απόφαση δια της οποίας ο αιτητής να αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας (Αιτητικό Β) ή, διαζευκτικά, να αναγνωρίζεται ως δικαιούχος συμπληρωματικής προστασίας (Αιτητικό Γ) ή ότι η απόφαση επιστροφής που εκδόθηκε αντίκεται στα αρ.2 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Αιτητικό Δ).

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων της παρούσας προσφυγής, ο αιτητής κατάγεται από το Καμερούν, εισήλθε ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές από τα κατεχόμενα στις 21/12/20 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας την 01/03/21 (ερ.1-3, 32).

Στις 29/11/23 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με τον αιτητή προς εξέταση του αιτήματός για διεθνή προστασία, όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στου οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.18-32), μετά δε τη συνέντευξη ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση/Εισήγηση και στις 16/01/24 η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε (ερ.58-75). Ακολούθως, ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την επίδικη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία του δόθηκε διά χειρός στις 05/02/24, σε γλώσσα την οποία κατανοεί (ερ.76, 3).

Στην επίδικη αίτηση ο αιτητής καταγράφει ότι σπούδασε στο Ομάν, επέστρεψε στη χώρα καταγωγής του στον Νοέμβριο 2020, η οποία «βρισκόταν σε κρίση», ο ίδιος είναι ο μόνος άνδρας στην οικογένεια, ο πατέρας του ήταν ασθενής και γι’ αυτό (ο αιτητής) έπρεπε να πληρώσει χρήματα «στους ανθρώπους του χωρίου [του] για να [σώσει] την οικογένεια [του]». Ως αναφέρει ο αιτητής, τον απείλησαν ότι αν δεν πληρώσει θα τον σκότωναν και, επειδή, ως εξηγεί, δεν είχε τα χρήματα να πληρώσει, έφυγε από τη χώρα και μετά που έφυγε σκότωσαν τον πατέρα του και ο ίδιος ήρθε «στην Κύπρο για ασφάλεια».

Στη συνέντευξή ο αιτητής δήλωσε ότι είναι υγιής, ο πατέρας του είναι αγγλόφωνος και η μητέρα του γαλλόφωνη, είναι Χριστιανός, γεννήθηκε και διέμενε όλη του τη ζωή στην Bamenda, έμεινε για 2 χρόνια (2018-2020) στο Ομάν ως φοιτητής, έχει δύο αδελφές που δεν γνωρίζει που βρίσκονται (βρίσκονταν στη Limbe όταν ο ίδιος επικοινώνησε μαζί τους για τελευταία φορά, όταν ταξίδεψε στην Κύπρο), ο πατέρας του ήταν ασθενής, απήχθη και απεβίωσε ένα μήνα πριν τη συνέντευξη (ήτοι τον Οκτώβριο 2023, κατά τα λεγόμενα του αιτητή), η δε μητέρα του είναι ασθενής, όμως ζει και διαμένει στη Bamenda και έχει επικοινωνήσει μαζί της τον Ιούνιο 2023. Ο αιτητής έχει σύζυγο και δύο παιδιά (ένα αγόρι 3 ετών και ένα κορίτσι 5 ετών) τα οποία διαμένουν με την μητέρα τους (σύζυγο αιτητή) στην Bamenda. Ερωτώμενος γιατί δεν είχε καταγράψει στοιχεία για τη θρησκεία του (είχε γράψει ότι είναι μουσουλμάνος αλλά στη συνέντευξη είπε ότι είναι χριστιανός), τη  σύζυγο και τα παιδιά του στην επίδικη αίτηση ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι δεν γνωρίζει να διαβάζει αγγλικά. Ο αιτητής έχει δεν έχει ολοκληρώσει τη μέση εκπαίδευση γνωρίζει αγγλικά και γαλλικά, σπούδασε barista στο Ομάν, στο Καμερούν εργαζόταν ως ηλεκτροσυγκολλητής σε οικοδομές («στη δουλειά του πατέρα [του]» - ερ.25).

Ερωτώμενος ο αιτητής ανέφερε ότι έφυγε από το Καμερούν γιατί όταν επέστρεψε (στο Καμερούν) από το Ομάν του ζήτησαν να δώσει χρήματα ή να ενταχθεί στις τάξεις τους (δεν αναφέρει ποιους, εννοεί τους αποσχιστές) για να πολεμήσει ενάντια στην κυβέρνηση, αλλιώς θα τον σκοτώσουν. Επειδή ο αιτητής δεν είχε χρήματα, καθώς, ως ανέφερε, τα χρήματα που είχε ήταν για τη θεραπεία του πατέρα του, πήρε τηλέφωνο ένα φίλο του, του εξήγησε την κατάσταση και αυτός του είπε ότι θα τον βοηθήσει να φύγει από τη χώρα, τότε συνέλαβαν τον πατέρα του και του είπαν ότι αν δεν του πληρώσει ή ενταχθεί στις τάξεις τους θα σκοτώσουν τον πατέρα του. Τότε ο πατέρας του είπε στον αιτητή να μην ενταχθεί σ’ αυτούς αλλά να φύγει, όταν δε ο αιτητής έφθασε στην Κύπρο ο φίλος του του είπε ότι τον βοήθησε να φύγει από τη χώρα και τώρα θα πρέπει ο ίδιος να τα βγάλει πέρα μόνος του, ότι δεν μπορεί να τον βοηθήσει αλλά μπορεί να έρθει στις ελεύθερες περιοχές και να ζητήσει άσυλο και έτσι ο αιτητής κατέληξε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Ερωτώμενος αν επιθυμεί να προσθέσει κάτι στα όσα ανέφερε ο αιτητής είπε ότι σκότωσαν τον ξάδελφο του και όλους του τους φίλους.

Ερωτώμενος ποιος ήταν που τον απείλησε να ενταχθεί σ’ αυτούς ή να σκοτωθεί ο αιτητής είπε ότι ήταν ο αρχηγός ομάδας των Ambazonians. Ερωτώμενος πως προέκυψαν οι απειλές που ανέφερε ο αιτητής είπε ότι ο αρχηγός της ομάδας «ήταν σαν να ήξερε ότι (ο αιτητής) θα [επέστρεφε] στο Καμερούν και είπε στον πατέρα του ή να τους πληρώσει ή να ενταχθεί σ’ αυτούς». Ερωτώμενος πως πληροφορήθηκαν την επιστροφή ο αιτητής ανέφερε ότι ήταν δημοφιλής καθώς έπαιζε ποδόσφαιρο, σημειώνοντας ότι επέστρεψε στο Καμερούν (από το Ομάν) στις 12/11/20 και στις 16/11/20 αφίχθηκε στα κατεχόμενα, αφού έφυγε από τη χώρα από την Douala στις 14/11/20. Ερωτώμενος που έμενε στις 2 μέρες που ήταν στο Καμερούν ο αιτητής ανέφερε ότι πήγε στο σπίτι του πατέρα του και αυτός του είπε να βρει κάπου αλλού να μείνει γιατί τον αναζητούν. Ερωτώμενος ποιος ακριβώς τον αναζητούσε ανέφερε πως ήταν ο αρχηγός της ομάδας (του οποίου το όνομα δεν γνώριζε) και είπε πως τον αναζητούσαν γιατί ήταν θαρραλέος και οξύθυμος και το έμαθε μέσω ενός φίλου του, τον οποίον σκότωσαν, από τον οποίον είχαν πληροφορηθεί και την επιστροφή του αιτητή από το Ομάν. Σε ακόλουθη ερώτηση ανέφερε ότι αυτοί που τον απειλούσαν πήγαν στο σπίτι του πατέρα του (όταν ο αιτητής δεν ήταν εκεί) και ζητούσαν τον ίδιο και όταν ο πατέρας του αρνήθηκε να τους πει που είναι ο αιτητής τον πήραν αυτόν και τον βασάνισαν για 5 μήνες και όταν τον ελευθέρωσαν ο πατέρας του λάμβανε θεραπεία για καρκίνο, ο ίδιος ο αιτητής είχε έρθει στην Κύπρο, έδωσε τα επίδομα που λάμβανε από τη Δημοκρατία (έδωσε, ως ακολούθως ανέφερε, περί τις €2000) και τους παρακάλεσε, αφού αυτός επικοινώνησε μαζί τους στο κινητό του πατέρα του, και τότε ελευθέρωσαν τον πατέρα του. Η μητέρα και η αδελφές του έφυγαν τότε αλλά δεν γνωρίζει που πήγαν. Ερωτώμενος με ποιον διαπραγματεύτηκε την απελευθέρωση του πατέρα του ο αιτητής ανέφερε ότι δεν γνωρίζει. Ερωτώμενος αν ανέφερε την απαγωγή του πατέρα του στην αστυνομία ανέφερε πως όχι, καθώς – ως εξήγησε – δεν ήταν ασφαλές. Σε ερώτηση αν δέχθηκε απειλές μετά την ελευθέρωση του πατέρα του ο αιτητής ανέφερε ότι είπαν σε ένα φίλο του ότι αν επιστρέψει στο Καμερούν θα τον σκοτώσουν. Ερωτώμενος αν έχει πληροφορηθεί κάτι από τη σύζυγο του για τα όσα ανέφερε ο αιτητής είπε ότι η σύζυγος και τα παιδιά του μένουν «μακριά από το μέρος αυτό». Ερωτώμενος αν θα μπορούσε να επιστρέψει και να μείνει με ασφάλεια στη Douala ο αιτητής απάντησε αρνητικά, ερωτώμενος δε τον λόγο ο αιτητής είπε ότι «ο πατέρας [του], [του] είπε να μην [επιστρέψει], δεν [γνωρίζει] τον λόγο που [του] το είπε αυτό».

Οι καθ’ ων η αίτηση κατά την εξέταση του αφηγήματος του αιτητή εντόπισαν και εξέτασαν τους κάτωθι ουσιώδεις ισχυρισμούς.

1.    Ταυτότητα, προφίλ και χώρα καταγωγής του αιτητή

2.    Οι Ambazonians ζήτησαν από τον αιτητή τον Νοέμβριο 2020 είτε να ενταχθεί στις τάξεις τους είτε να τους δώσει χρήματα, αλλιώς θα τον σκότωναν

Εκ των ως άνω έγινε αποδεκτός ο 1ος ουσιώδης ισχυρισμός, ο 2ος όμως απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.

Επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού κρίθηκε ότι οι πληροφορίες που παρείχε ο αιτητής αναφορικά με τις κατ’ ισχυρισμό επιθέσεις και απειλές που δέχθηκε ο ίδιος και ο πατέρας του ήταν αόριστες και χωρίς λεπτομέρειες. Συγκεκριμένα, ως κρίθηκε, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει με ακρίβεια, επαρκείς λεπτομέρειες και βιωματικά στοιχεία πως έλαβαν χώρα οι επιθέσεις και απειλές κατά την οποία απήγαγαν τον πατέρα του, πως έμαθαν ότι ο ίδιος επέστρεψε από το Ομάν, πως επικοινώνησε με τους Ambazonians, πότε ακριβώς έγιναν αυτά που περιέγραψε, γιατί αναζητούσαν τον ίδιο, δεν διευκρίνισε τελικά αν δέχθηκε ο ίδιος προσωπικά απειλές και ούτε έδωσε σαφή χρονικά αλληλουχία γεγονότων ως προς όλα όσα εξιστόρησε. Περαιτέρω αξιολογήθηκε αρνητικά το ότι δεν ήταν σε θέση να δώσει σαφείς πληροφορίες για το που βρισκόταν ο πατέρας του κατά τον χρόνο που κρατείτο από τους Ambazonians, δεν μπορούσε να ονοματίσει τον αρχηγό της ομάδας που τον απειλούσε και τον αναζητούσε ούτε με ποιον διαπραγματεύτηκε την απελευθέρωση του πατέρα του και ούτε με ποιο τρόπο και που έστειλε τα χρήματα που απαιτήθηκαν, αλλά ούτε ήταν σε θέση να εξηγήσει πως θα εντοπιζόταν σε περίπτωση επιστροφής του, γιατί δεν θα μπορούσε να διαμείνει με ασφάλεια σε άλλο μέρος της χώρας και αν η οικογένεια του δέχεται απειλές.

Κατά την εξέταση της εξωτερικής συνοχής του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού εντοπίστηκαν πληροφορίες (ΠΧΚ) οι οποίες συνάδουν με τις δηλώσεις του αιτητή για τη σύγκρουση των δυνάμεων αποσχιστών με κυβερνητικές δυνάμεις, τις σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την αναγκαστική στρατολόγηση ατόμων από τις δυνάμεις αποσχιστών, εντούτοις, λόγω των ελλείψεων λεπτομερειών και της γενικότητας των λεγομένων του, ο 2ος ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου στη βάση των ως άνω αποδεκτών ισχυρισμών οι καθ’ ων η αίτηση αναζήτησαν πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής και την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Bamenda – Nothwest Region), εκ των οποίων κατέληξαν ότι, παρότι λαμβάνει χώρα αδιακρίτως ασκούμενη βία, εντούτοις, δεδομένου του βαθμού της βίας και του προφίλ του, δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να υποβληθεί σε δίωξη ή και σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του.

Ενόψει των ως άνω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε κατά του αιτητή απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

Στην παρούσα προσφυγή καταγράφονται σωρεία νομικών σημείων.

Στις διευκρινήσεις η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή απέσυρε ρητά όλους τους λοιπούς ισχυρισμούς, προωθώντας τελικά μόνο τον ισχυρισμό περί μη δέουσας έρευνας.

Δεδομένου ότι όλοι οι εν τέλει προωθούμενοι ισχυρισμοί του αιτητή συμπλέκονται με την ουσία και ορθότητα της επίδικης απόφασης προχωρώ «σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής […] τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν» και «την ανάγκη χορήγησης διεθνούς προστασίας» [αρ.11 (3) (α) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου και Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.107/2023, Q. B. T. ν. Δημοκρατίας, ημ.11/02/25].

Ενόψει και κατ’ εφαρμογή των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών θα συμφωνήσω με όλα τα επιμέρους ευρήματα αλλά και την τελική κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση για απόρριψη ως στερούμενου εσωτερικής συνοχής και συνεπώς ως αναξιόπιστου του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού, για τους λόγους που λεπτομερώς και ενδελεχώς καταγράφονται στην επίδικη έκθεση (ερ.67-71), για τους λόγους που πιο κάτω θα εξηγήσω.

Εν προκειμένω, τα λεγόμενα του αιτητή στερούνται, επί πολλών και καίριων πτυχών τους, και βιωματικών στοιχείων και λεπτομερειών, περιέχουν αντιφάσεις και βρίθουν ασαφειών, ως σχετικώς και οι καθ’ ων η αίτηση αναφέρουν, τα οποία παρατίθενται και στα πλαίσια της παρούσης πιο πάνω, κατά την παράθεση της επίδικης έκθεσης, τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω εδώ. Ενδεικτικά σημειώνω ότι ο αιτητής δεν κατάφερε τελικά να αναφέρει την παραμικρή λεπτομέρεια ή – έστω – το ελάχιστο ψήγμα βιωματικού στοιχείου επί όλων ανεξαιρέτως των ισχυρισμών του αναφορικά με τις κατ’ ισχυρισμό απειλές που δέχθηκε, πως, πότε και από ποιους διατυπώθηκαν, πως και πότε απήγαγαν τον πατέρα του, πόσο καιρό τον κρατούσαν, πως πληροφορήθηκαν την επιστροφή του ιδίου από το Ομάν, πως και με ποιους επικοινώνησε με τους απαγωγείς του πατέρα του, με ποιόν διευθέτησε την απελευθέρωση του, πως κατέβαλε τα χρήματα, που είναι η μητέρα και οι αδελφές του και ούτε διευκρίνισε αν η σύζυγος και τα παιδιά του (για τους οποίους ουδέν κατέγραψε στην επίδικη αίτηση) δέχθηκαν κάποια απειλή. Ομοίως, ουδόλως εξήγησε γιατί δεν πήγε να δει την οικογένεια του όταν επέστρεψε από το Ομάν αλλά πήγε στο σπίτι του πατέρα του, δεν εξήγησε γιατί η σύζυγος του δεν γνωρίζει αν τον αναζητούν ακόμα, δεδομένου ότι η απόκριση ότι «μένουν μακριά από το μέρος αυτό» δεν θεωρώ πως είναι επαρκής, και τελικά δεν εξήγησε γιατί θεωρεί ότι δεν μπορεί να επιστρέψει, επί του οποίου – σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε – ανέφερε πως ο πατέρας του, του είχε πει να φύγει, χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει το γιατί (ερ.19-20).  

Είναι εκ των ως άνω κατάληξη μου ότι ο αιτητής, σε κανένα σημείο του αφηγήματος, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει, έστω κατ’ ελάχιστο, αυτό που εύλογα θα αναμενόταν να είναι σε θέση να αναφέρει, ήτοι μια πλήρη, συνεκτική, ευλογοφανή παράθεση σημείων και λεπτομερειών, που θα ήταν απίθανο να προσέξει ή να είναι σε θέση να ανακαλέσει άτομο που δεν είχε βιώσει την εμπειρία που παραθέτει. Δεν έχω λοιπόν τίποτε να προσθέσω στα όσα καταγράφουν σχετικώς οι καθ’ ων η αίτηση στην επίδικη έκθεση, πέραν των ως άνω επί τούτου συνοπτικών διαπιστώσεων, αρκεί δε να παραπέμψω σε όσα στην επίδικη έκθεση καταγράφονται (τα οποία παρατίθενται και πιο πάνω, στα πλαίσια της παρούσης) τα οποία υιοθετώ ως έχουν και δεν είναι σκόπιμο θεωρώ να επαναλάβω.

Σημειώνω, προτού προχωρήσω, ότι δεν αμφισβητείται (έχει γίνει άλλωστε αποδεκτό και από τους καθ’ ων η αίτηση – ερ.66, 67-99) ότι στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν λαμβάνει χώρα αδιάκριτη βία και σωρεία παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τις αντιμαχόμενες πλευρές εναντίον του αγγλόφωνου πληθυσμού, περιλαμβανομένης στρατολόγησης δι’ εξαναγκασμού ή πιέσεων ή εκβιασμών από τους Ambazonians, ως και στις πιο κάτω πληροφορίες (ΠΧΚ) καταγράφεται (βλ. και ερ.67-69).

Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη υπάρχουν « […] αναφορές για βίαιες ενέργειες που καταλήγουν σε καταστροφή νοσοκομείων, σχολείων και ολόκληρων χωριών στις εν λόγω περιοχές τις οποίες έχουν διαπράξει μη κυβερνητικές ένοπλες ομάδες και μέλη των ενόπλων δυνάμεων του κυβερνώντος κόμματος […]»[1],  ενώ το HRW και η Διεθνής Αμνηστία επίσης αναφέρουν πως στις ενέργειες αυτές προβαίνουν τόσο κυβερνητικοί και μη κυβερνητικοί δρώντες[2].  Σχετικά με τη γεωγραφική κατανομή των συγκρούσεων αναφέρονται τα εξής: «Στις ΝΔ και ΒΔ επαρχίες, υψηλά επίπεδα ανασφάλειας συνεχίζονταν. Η παρουσία κρατικών σωμάτων ασφαλείας – αστυνομία, χωροφυλακή, στρατός – είναι συγκεντρωμένη κατά μήκος των κύριων οδικών αρτηριών και στις πόλεις, ενώ οι μη κρατικές ένοπλες ομάδες εντοπίζονται κυρίως στις αγροτικές περιοχές.»[3].

Πηγές των Ηνωμένων Εθνών αναφέρουν τα εξής:

«Με την κλιμακούμενη βία ανάμεσα στις κυβερνητικές δυνάμεις και τις μη-κρατικές ένοπλες ομάδες στις Νοτιοδυτικές και Βορειοδυτικές περιοχές τού Καμερούν κατά το 2019, ο άμαχος πληθυσμός είναι αντιμέτωπος με σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων […] μαζικό εκτοπισμό, επιθέσεις κατά περιουσιών, κάψιμο σπιτιών και χωριών, διαχωρισμός οικογενειών, απώλεια εγγράφων ταυτοποίησης, αυθαίρετη σύλληψη και κράτηση […] έλλειψη πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες που έχουν επηρεασθεί από την κρίση και σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων (δολοφονίες, στρατολόγηση παιδιών, απαγωγές, έμφυλη βία, κ.ά. […] Επιθέσεις κατά χωριών, κάψιμο σπιτιών και δολοφονίες έχουν καταγραφεί.».[4]

Σύμφωνα με έκθεση της 1ης Μαρτίου του 2023 της R2P Monitor, «περισσότεροι από 6.000 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί ως αποτέλεσμα της κρίσης από το 2016. Οι δυνάμεις ασφαλείας διέπραξαν εξωδικαστικές δολοφονίες και εκτεταμένη σεξουαλική βία και βία λόγω φύλου, έκαψαν αγγλόφωνα χωριά και υπέβαλαν σε αυθαίρετη κράτηση, βασανιστήρια και κακομεταχείριση άτομα που θεωρούνταν ύποπτα ως αυτονομιστές. Οι ένοπλοι αυτονομιστές γίνονται επίσης ολοένα και πιο βίαιοι, σκοτώνοντας, απαγάγοντας και τρομοκρατώντας πληθυσμούς ενώ διεκδικούν σταθερά τον έλεγχο σε μεγάλα τμήματα των αγγλόφωνων περιοχών. Από τις αρχές του 2022 η κυβέρνηση αύξησε τις επιχειρήσεις της κατά των ένοπλων αυτονομιστικών προπύργιων. Οι αγγλόφωνοι αυτονομιστές απάντησαν εντείνοντας τις επιθέσεις εναντίον των κυβερνητικών δυνάμεων ασφαλείας, χρησιμοποιώντας περισσότερα φονικά όπλα και αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς IED. Οι αυτονομιστές έχουν απαγορεύσει την κυβερνητική εκπαίδευση και συχνά επιτίθενται, απειλούν και απαγάγουν μαθητές και καθηγητές, και επιπλέον καίνε, καταστρέφουν και λεηλατούν σχολεία. Αυτές οι επιθέσεις, καθώς και τα αυστηρά lockdown που επιβλήθηκαν από ένοπλους αυτονομιστές, έχουν στερήσει την εκπαίδευσή τους από τα παιδιά. Σύμφωνα με τον OCHA, μόνο το 46 τοις εκατό των σχολείων λειτουργούν και το 54 τοις εκατό των μαθητών πραγματοποίησαν εγγραφή για το ακαδημαϊκό έτος 2022-2023. Περισσότεροι από 2 εκατομμύρια άνθρωποι πλήττονται στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές και χρειάζονται ανθρωπιστική βοήθεια. Η OCHA εκτιμά, όπως αναφέρει η ίδια ως άνω έκθεση, ότι τουλάχιστον 628.000 άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί εσωτερικά λόγω βίας στις δύο περιοχές, ενώ περισσότεροι από 87.000 έχουν καταφύγει στη Νιγηρία». [5]

Σύμφωνα με το Protection Monitoring Update για το πρώτο τρίμηνο (Ιανουάριος-Μάρτιος) του 2025 του Global Protection Cluster [6], κατά το πρώτο τρίμηνο του 2025, «η ασφάλεια και η απόλαυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις περιοχές Northwest (NW) και Southwest (SW) διαταράχθηκε από την αυξημένη χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών (IEDs) από Μη Κρατικές Ένοπλες Ομάδες (NSAGs), καθώς και από παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως απαγωγές με σκοπό την καταβολή λύτρων, αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις, και κλοπές ή καταστροφή περιουσίας».[7]

Τον Οκτώβριο 2025 το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για Συντονισμό Ανθρωπιστικών Υποθέσεων κατέγραψε για την περίοδο 01/09/25 – 30/09/25 ότι το περιβάλλον ασφάλειας στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές παρέμεινε τεταμένο.[8]

Το 2025 το Καμερούν συνέχισε να επηρεάζεται από τη σύγκρουση στη λεκάνη της λίμνης Chad στην περιοχή Far North, την Αγγλόφωνη εσωτερική κρίση στην περιοχή Northwest και Southwest και την προσφυγική κρίση στην γειτονική Κεντροαφρικανική Δημοκρατία.[9]

Το έτος 2025 χαρακτηρίστηκε από συχνές και έντονες συγκρούσεις μεταξύ μη κρατικών ένοπλων ομάδων και κρατικών δυνάμεων, με αποτέλεσμα η κατάσταση ασφάλειας και η ανθρωπιστική κατάσταση να παραμένουν ασταθείς. [10]

Επανερχόμενος στα ενώπιον μου στοιχεία θεωρώ ότι εν προκειμένω η παντελής έλλειψη εσωτερικής συνοχής των ισχυρισμών του αιτητή (ως ανωτέρω εξηγείται) είναι τέτοια που, στα πλαίσια συνολικής αξιολόγησης των στοιχείων της υπόθεσης, αποβαίνει μοιραία για τη συνολική αξιοπιστία και συνοχή των ισχυρισμών του. Διαφορετική προσέγγιση θεωρώ ότι θα οδηγούσε σε ανεπιφύλακτη αποδοχή ισχυρισμών που στερούνται συνοχής αλλά και ευλόγως αναμενόμενων λεπτομερειών, ενάντια σε κάθε εύλογη κριτική θεώρηση. Θα πρέπει να τονισθεί ότι οι ισχυρισμοί ενός αιτητή πρέπει να διατηρούν επαρκή συνοχή και συνέπεια, προκειμένου να στοιχειοθετήσουν το αφήγημα του, αφού είναι στη βάση αυτών που γίνεται η απαραίτητη σύνδεση των ΠΧΚ με το ιστορικό του. Σημειώνεται δε σχετικώς ότι, ως στο εγχειρίδιο (EASO) «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελ.97, αναφέρεται, «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.». 

Θα συμφωνήσω λοιπόν με τους καθ’ ων η αίτηση και επί του ότι η διαβρωθείσα εσωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του αιτητή καθίσταται, αναπόφευκτα, καταλυτική ως προς τη συνολική συνοχή του αφηγήματος του, ως και πιο πάνω εξηγώ, την οποία θεωρώ ορθή και εύλογη υπό τις περιστάσεις.

Προχωρώ σε επικαιροποιημένη αποτίμηση της γενικής κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Bamenda, Βορειοδυτική Περιοχή).

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED (Past year of ACLED Data), το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση στις 10/04/26), στην Bamenda έχουν καταγραφεί 50 περιστατικά ασφαλείας, με αποτέλεσμα 34 καταγεγραμμένους θανάτους. Στην ευρύτερη Βορειοδυτική περιοχή έχουν καταγραφεί κατά την ίδια περίοδο 2,932 περιστατικά ασφαλείας, εκ των οποίων προέκυψαν 575 θάνατοι.[11] Ο πληθυσμός της Βορειοδυτικής περιοχής ανέρχεται περί τα 2,5 εκατομμύρια κατοίκων,[12] ενώ της Bamenda περί τις 650.000[13].

Είναι κατάληξη μου εκ των ως άνω ότι, παρότι στην ευρύτερη Βορειοδυτική περιφέρεια καταγράφεται σχετικά υψηλός αριθμός περιστατικών ασφαλείας και απώλειες αμάχων, εντούτοις, δεδομένου ότι τόπος διαμονής του αιτητή είναι η Bamenda (όπου και έχει καταγραφεί πολύ χαμηλός αριθμός περιστατικών ασφαλείας και 34 θάνατοι), δεν θεωρώ ότι καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει εκεί κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας και η ένταση τους εκεί, όπου εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι σε τέτοιο υψηλό επίπεδο ώστε να προκύπτει «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» [αρ.19 (2) (γ) τον Νόμου] του αιτητή εκ μόνης της παρουσίας του στην περιοχή, δεδομένης της απουσίας ιδιαίτερων περιστάσεων που επιτείνουν τον κίνδυνο γι’ αυτόν, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[14] (C-901/19, CF and DN, ημ.10/06/21, ΔΕΕ).

Συνυπολογίζω επί των ως άνω ότι ο αιτητής είναι υγιής, 32 ετών σήμερα, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, με ικανοποιητική μόρφωση και έχει ζήσει όλη του τη ζωή και εργαστεί στον τόπο διαμονής του και διατηρεί εκεί οικογενειακό δίκτυο (σύζυγο, παιδιά).

Εκ των ως άνω καταλήγω ότι κατά την επιστροφή του ο αιτητής αναμένεται ευλόγως να λάβει - έστω προσωρινά - στήριξη και στέγαση, κατ’ ελάχιστο μέχρις ότου αυτός να είναι σε θέση να βιοποριστεί και να συντηρεί τον εαυτό αλλά και την οικογένεια του (σύζυγος, παιδιά), η οποία άλλωστε φαίνεται, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ιδίου του αιτητή, να αυτοσυντηρείται καθ’ όλον αυτόν τον χρόνο που ο ίδιος βρίσκεται στη Δημοκρατία (από τον Νοέμβριο 2020 που ο αιτητής έφυγε από Καμερούν), τα οποία δεικνύουν ότι, παρά τις οποίες αντιξοότητες ήθελε αντιμετωπίσει, δεν αναμένεται αυτός (και η οικογένεια του) να στερηθούν των αναγκαίων χρειωδών και δεν αναμένεται να παραμείνουν χωρίς πιθανότητες βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης τους στο άμεσα προβλέψιμο μέλλον, ως και στη σχετική αυθεντία[15] του ΕΔΑΔ περιγράφονται.

Έπεται λοιπόν ότι δεν τεκμηριώθηκε εν προκειμένω βάσιμος φόβος «καταδίωξης του [αιτητή] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Δεν έχω δε εντοπίσει στοιχεία εκ των οποίων να καταδεικνύεται, δεδομένων των όσων πιο πάνω αναφέρω, ότι επιστροφή του αιτητή στη χώρα καταγωγής του είναι αντίθετη με την στο αρ.3 της ΕΣΔΑ αρχή της μη επαναπροώθησης.

Λεχθέντων των ως άνω θα πρέπει εν προκειμένω να σημειωθούν και τα εξής.

Στις 26/09/26 (Σάββατο), την επομένη που εστάλη ειδοποίηση προς τους συνήγορους των μερών ότι η απόφαση στην παρούσα προσφυγή θα εδίδετο σήμερα (28/09/26), είχε σταλθεί στο Δικαστήριο ηλεκτρονικό μήνυμα (από δικηγορική εταιρία άλλη από τους σύμφωνα με το διοριστήριο που βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου, ήτοι από την Lana Altacher & Associates LLC αντί της ΑλΤάχερ, Μπενέτης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, βλ. σχετικό διοριστήριο που συνάπτεται στην προσφυγή), δια του οποίου και ενημέρωναν το Δικαστήριο ότι επιθυμούν «όπως [τους] δοθεί άδεια επανανοίγματος», προκειμένου να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία που αφορούν εργατικό ατύχημα στο οποίο ενεπλάκη ο αιτητής. Σύμφωνα με στοιχεία και έγγραφα που επισυνάπτονται στο εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα ο αιτητής ενεπλάκη σε ατύχημα κατά την εργασία του τον Αύγουστο 2025, εκ του οποίου και υπέστη ατελή ακρωτηριασμό μέσου δακτύλου και δείκτη δεξιού χεριού, υπεβλήθη σε εγχείρηση στις 03/04/26 προκειμένου να αποκατασταθεί η βλάβη, διαπιστώθηκε μετεγχειρητικά ότι παραμένουν βλάβες και έκτοτε παρακολουθείται, είναι δε πιθανό να χρειαστούν επιπλέον επεμβάσεις αποκατάστασης της βλάβης. Τα έγγραφα που επισυνάπτονται στο εν λόγω μήνυμα έχουν χρόνο σύνταξης μεταξύ Μαρτίου–Ιουλίου 2026, με το τελευταίο να είναι ημ.31/07/26 (παραπεμπτικό για επανεξέταση ορθοπεδικού στις 03/11/26).

Επί των ως άνω οι καθ’ ων η αίτηση τοποθετήθηκαν σήμερα (28/09/26) λέγοντας ότι δεν συναινούν στο επανάνοιγμα της υπόθεσης, αναφέροντας ότι άπαντα τα στοιχεία που ο αιτητής επιθυμεί να προσκομίσει αφορούν χρόνο προγενέστερο της δικασίμου όπου είχε επιφυλαχθεί η παρούσα, αφού αφορούν ατύχημα που έγινε τον Αύγουστο 2025 και όλα τα έγγραφα έχουν συνταχθεί προ της επιφυλάξεως της παρούσης.

Σημειώνεται ότι η παρούσα απόφαση επιφυλάχθηκε προ ολίγων ημερών, στις 21/09/26, ο δε αιτητής ήταν παρών κατά τη δικάσιμο εκείνη, ως καταγράφεται στο σχετικό πρακτικό.

Επί των ως άνω θα πρέπει να σημειωθεί κατ’ αρχήν ότι κατά τον χρόνο που εκδόθηκε η παρούσα ουδεμία σχετική αίτηση επανανοίγματος ή άλλο δικονομικό διάβημα έγινε από τον αιτητή, πέραν του ως άνω ηλεκτρονικού μηνύματος.

Επί του ζητήματος του επανανοίγματος παρεμβάλλω την πιο κάτω νομολογία.

Στη Σαμψών ν. Δημοκρατίας (1991) 1 ΑΑΔ 848, ημ.26/09/91, της Ολομέλειας του (τότε) Ανωτάτου Δικαστηρίου, λέχθηκαν τα εξής:

«Η διαδικασία και οι αγορεύσεις στην κρινόμενη έφεση ολοκληρώθηκαν στις 17/9/91, η απόφαση επιφυλάχθηκε και η έκδοση της ορίστηκε για σήμερα 26/9/91 στις 11 π.μ..

Χθες, στις 12.15 μ.μ., καταχωρίστηκε και τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου αίτηση εκ μέρους του εφεσιβλήτου για το επανάνοιγμα της ακρόασης της έφεσης. Η αίτηση εξετάστηκε από το Δικαστήριο. Κρίνουμε ότι δε δικαιολογείται το επανάνοιγμα της έφεσης.

Μετά τη συμπλήρωση των αγορεύσεων και την επιφύλαξη της απόφασης, το μόνο που απομένει προς ολοκλήρωση της διαδικασίας, και εκπλήρωση του δικαστικού έργου, είναι η έκδοση της απόφασης. Οι διαδικαστικοί κανονισμοί που διέπουν το δικαίωμα άσκησης και την ακρόαση έφεσης από αποφάσεις Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που εκδίδονται βάσει του Άρθρου 11 (2) του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου 1964 - Ν 33/64 [ο περί Εφέσεων (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία) Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1964], δεν κάμνουν καμιά πρόνοια για το επανάνοιγμα έφεσης μετά την επιφύλαξη της απόφασης του Δικαστηρίου. Το επανάνοιγμα της έφεσης μπορεί να διαταχθεί από το Εφετείο μόνο στην περίπτωση που το ίδιο το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό επιβάλλεται για το συμφέρον της δικαιοσύνης, ενόψει γεγονότων τα οποία προέκυψαν μετά την επιφύλαξη της απόφασης.

Τα γεγονότα και οι νομικοί λόγοι οι οποίοι περιέχονται και προβάλλονται στην αίτηση δεν αποκαλύπτουν οποιοδήποτε νέο γεγονός ή στοιχείο το οποίο θα μπορούσε να δικαιολογήσει το επανάνοιγμα της έφεσης. Ουσιαστικά, πρόκειται περί επιχειρηματολογίας η οποία έχει εξαντλητικά αναπτυχθεί ενώπιόν μας.

Ανάλογη υπήρξε και η προσέγγιση του Δικαστηρίου σε αίτημα του Γενικού Εισαγγελέα στις Αναθεωρητικές Εφέσεις 1163, 1178 και 1179 (Ρ.Ι.Κ. ν. Καραγιώργη & άλλου (1991) 3 Α.Α.Δ. 159, για την παροχή σ' αυτόν ευκαιρίας ανάπτυξης περαιτέρω επιχειρηματολογίας σε σχέση με θέματα τα οποία είχαν αποτελέσει το αντικείμενο της έφεσης.

Η υποβολή αίτησης για το επανάνοιγμα της έφεσης, δε συνιστά αφεαυτής λόγο για την αναβολή της έκδοσης της απόφασης ή γενικότερα, την αναστολή της διαδικασίας.

Το αίτημα για επανάνοιγμα της έφεσης στερείται ερείσματος. Δε διαπιστώνεται κανένας λόγος που να δικαιολογεί την αναβολή της έκδοσης της απόφασης, όπως έχει ορισθεί, στην έκδοση της οποίας θα προχωρήσουμε.»

Στη Λάμπη κ.α. v. Διοικητή Κεντρικής Τράπεζας (2013) 3 Α.Α.Δ. 302, ημ.24/05/13, ομοίως της Ολομέλειας του (τότε) Ανωτάτου Δικαστηρίου, λέχθηκαν τα εξής:

«Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους αιτητές στην Προσφυγή Aρ. 670/2013 είχε απευθύνει επιστολή στους Δικαστές οι οποίοι παρακάθονται στην εν λόγω υπόθεση, όπως και σε όλες τις άλλες που αφορούν τα διατάγματα του Μνημονίου, με ημερομηνία, όπως αναφέρεται, Μάιο του 2013, ημέρα Τρίτη, πληροφορώντας ότι είχε διαπιστώσει νομολογία του Συμβουλίου Επικρατείας ως προς το θέμα συνταγματικότητας νόμου και κάνοντας περαιτέρω αναφορά στο θέμα της κυβερνητικής πράξης και του έννομου συμφέροντος. Η επιστολή αυτή βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου.

Στη συνέχεια, την 20/5/2013, υπέβαλε την αίτηση που είναι τώρα ενώπιον μας και η οποία είναι μονομερής, για επανάνοιγμα της υποθέσεως και περαιτέρω ακρόαση των προδικαστικών θεμάτων και δη της υπάρξεως έννομου συμφέροντος και της κυβερνητικής πράξης. Στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση, ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια περαιτέρω μελέτης και μετά από την αποπεράτωση της ακρόασης, κατεδείχθη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία αναφέρεται συγκεκριμένα, η οποία κρίνεται ότι θα μπορούσε να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ενόψει και της τεράστιας σημασίας του εκδικασθέντος θέματος. Η νομολογία αυτή επισυνάπτεται στην αίτηση.Ακούσαμε τον κ. Αγγελίδη ως προς το θέμα του επανανοίγματος υπόθεσης μετά από την επιφύλαξη απόφασης. Και βεβαίως, είναι πάγια και σαφής η νομολογία που διέπει το θέμα. Δεν υπάρχει δικαίωμα επανανοίγματος υπόθεσης μετά από την επιφύλαξη της απόφασης, παρά μόνο υπάρχει δικαιοδοσία σύμφυτη στο ίδιο το Δικαστήριο για επανάνοιγμα, εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι τούτο είναι αναγκαίο προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και με ευρύτερες διαστάσεις στο δημόσιο συμφέρον. Η δικαιοδοσία αυτή ασκείται στη συνήθη περίπτωση όσον αφορά γεγονότα τα οποία έχουν προκύψει από την επιφύλαξη της απόφασης και τα οποία θα μπορούσαν να είχαν σημασία ως προς αυτήν.

Στην προκείμενη περίπτωση, βεβαίως, δεν πρόκειται για γεγονότα, παρά μόνο για νομολογία την οποία, εν πάση περιπτώσει και το ίδιο το Δικαστήριο που έχει επιφυλάξει την απόφαση μπορεί να εντοπίσει και να λάβει υπόψη του, έστω και αν δεν έχει αναφερθεί κατά τη διάρκεια της ακρόασης. Η νομολογία αυτή, όπως μας ανέφερε ο κ. Αγγελίδης, έχει μάλιστα ήδη κοινοποιηθεί και στο Γενικό Εισαγγελέα, στην προσπάθεια του να τη φέρει σε γνώση, όσο ήταν πρακτικώς δυνατό ενόψει του χρόνου, στους άλλους διαδίκους, και ήδη έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με την αίτηση η οποία εξετάζεται σήμερα.

Το Δικαστήριο ενόψει τούτου δε θεωρεί ότι δικαιολογείται επανάνοιγμα της υπόθεσης με σκοπό την περαιτέρω επιχειρηματολογία των διαδίκων, και, ως εκ τούτου, δεν προτίθεται να ασκήσει την εξουσία την οποία έχει για επανάνοιγμα στην προκείμενη περίπτωση.»

Στη Νιόβη Παπαϊωάννου κ. α. ν. Δημοκρατίας, μέσω Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας (1991) 3 ΑΑΔ 659, επίσης της Ολομέλειας του (τότε) Ανωτάτου Δικαστηρίου, λέχθηκαν τα εξής:

«Το τελεσφόρο της δικαστικής λειτουργίας δεν περιορίζεται μόνο στην τελική απόφαση του δικαστηρίου αλλά ισχύει και σε κάθε στάδιο της διαδικασίας. Μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις μπορεί να διαταχθεί το επανάνοιγμα της έφεσης. Το πλαίσιο και τα κριτήρια άσκησης της δικαιοδοσίας για το επανάνοιγμα έφεσης προσδιορίζεται στο απόσπασμα που ακολουθεί από την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Δημοκρατία ν. Ν. Σαμψών (1991) 1 Α.Α.Δ. 848 στη σελ. 849:-

"Το επανάνοιγμα της έφεσης μπορεί να διαταχθεί από το Εφετείο μόνο στην περίπτωση που το ίδιο το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό επιβάλλεται για το συμφέρον της δικαιοσύνης, ενόψει γεγονότων τα οποία προέκυψαν μετά την επιφύλαξη της απόφασης."»

Στη Συμεωνίδου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1993) 2 ΑΑΔ 165, ημ.14/05/93, και πάλι δε της Ολομέλειας του (τότε) Ανωτάτου Δικαστηρίου, λέχθηκαν τα εξής:

«Έχει νομολογιακά καθιερωθεί στις υποθέσεις της Ολομέλειας, Ορφανίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Υποθέσεις αρ. 416/88 και 445/88, ημερομηνίας 14/2/92, Δημοκρατία ν. Νίκου Σαμψών (1991) 1 Α.Α.Δ. 858, Νιόβη Παπαϊωάννου και Άλλων ν. Δημοκρατίας (1991) 3 Α.ΑΔ. 659 και Δημοκρατίας ν. Γρηγόρη Θαλασσινού (1991) 3 Α.ΑΔ. 423, ότι το πλαίσιο και τα κριτήρια άσκησης της δικαιοδοσίας για το επανάνοιγμα έφεσης προσδιορίζεται από την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Δημοκρατίας ν. Νίκου Σαμψών (ανωτέρω), ότι "το επανάνοιγμα της έφεσης μπορεί να διαταχθεί από το Εφετείο μόνο στην περίπτωση που το ίδιο το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό επιβάλλεται για το συμφέρον της δικαιοσύνης, ενόψει γεγονότων τα οποία προέκυψαν μετά την επιφύλαξη της απόφασης".»

Κοινή συνισταμένη της ως άνω νομολογίας είναι η υποβολή αίτηση επανανοίγματος, όταν τέτοιο αίτημα προωθείται από τους διάδικους. Εν προκειμένω, πέραν του ηλεκτρονικού μηνύματος ημ.26/09/26 ουδέν άλλο διάβημα έγινε και ουδεμία αίτηση καταχωρίστηκε ή ετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου μέχρι και την έκδοση της παρούσης. Δεν παραγνωρίζω εδώ την εξουσία του Δικαστηρίου να προβαίνει με δική του πρωτοβουλία σε επανάνοιγμα μιας υπόθεσης, όπου, κατά την ως άνω νομολογία πάντοτε, «κρίνει ότι αυτό επιβάλλεται για το συμφέρον της δικαιοσύνης, ενόψει γεγονότων τα οποία προέκυψαν μετά την επιφύλαξη της απόφασης» (Σαμψών, ανωτέρω), λαμβανομένου υπόψη του ότι «[δ]εν υπάρχει δικαίωμα επανανοίγματος υπόθεσης μετά από την επιφύλαξη της απόφασης, παρά μόνο υπάρχει δικαιοδοσία σύμφυτη στο ίδιο το Δικαστήριο για επανάνοιγμα, εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι τούτο είναι αναγκαίο προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και με ευρύτερες διαστάσεις στο δημόσιο συμφέρον» (Λάμπη, ανωτέρω).

Επανερχόμενος λοιπόν στα ενώπιον μου δεδομένα καταλήγω ότι, πέραν του ότι εδώ δεν υπάρχει σχετική αίτηση επανανοίγματος, δεν υφίστανται οι προϋποθέσεις για άσκηση της σύμφυτης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για επανάνοιγμα της υπόθεσης αυτεπαγγέλτως, δεδομένου εδώ ότι εν τοις πράγμασι εν προκειμένω έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, έστω δια μη ορθού διαβήματος, τα δεδομένα που επιθυμεί να θέσει ο αιτητής. Τούτο γιατί, ως ορθά επισημαίνεται και από τους καθ’ ων η αίτηση στην τοποθέτηση τους στο εν λόγω μήνυμα ημ.26/09/26 (βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου), άπαντα τα στοιχεία που ο αιτητής επιθυμεί να προσκομίσει (και προς τούτο αιτείται εδώ δι’ ανύπαρκτου δικονομικού διαβήματος το επανάνοιγμα της παρούσας) εμπίπτουν στη σφαίρα γνώσεως του ιδίου (η δε άγνοια τους προ της επιφύλαξης, ως γίνεται ισχυρισμός στο μήνυμα ημ.26/09/26, αφορά, ακόμα και αν γίνει δεκτή, τους συνήγορους του και όχι τον ίδιο) και αφορούν χρόνο κατά πολύ προγενέστερο της δικασίμου στην οποία η παρούσα επιφυλάχθηκε (21/09/26), αφού, ως και πιο πάνω αναφέρω, το νεότερο έγγραφο είναι ημ.31/07/26 (περί τους 2 μήνες πριν την επιφύλαξη της παρούσης), το δε ατύχημα εκ του οποίου προέκυψαν οι βλάβες της υγείας του συνέβη τον Αύγουστο 2025 (ένα έτος προ της επιφύλαξης τη παρούσης), ο δε αιτητής βρισκόταν στο Δικαστήριο κατά τη δικάσιμο που επιφυλάχθηκε η απόφαση και ουδέν ανέφερε δια των συνηγόρων που τον εκπροσωπούσαν.

Είναι συνεπώς κατάληξη μου ότι αφενός ουδεμία αίτηση βρίσκεται ενώπιον μου ώστε να συζητείτο ενώπιον του Δικαστηρίου και αφετέρου, στη βάση των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου δια του μηνύματος ημ.26/09/26 δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε αυτεπάγγελτο επανάνοιγμα της υπόθεσης (όπου θα καλούνταν τα μέρη να τοποθετηθούν ενώπιον του Δικαστηρίου, δεδομένου εν προκειμένω του ότι ήδη οι καθ’ ων η αίτηση εξέφρασαν ότι αντιτίθενται στο επανάνοιγμα).

Αξίζει τέλος να σημειωθεί ότι, ενόψει των όσων πιο πάνω αναφέρω, λαμβάνω υπόψη το ότι ο αιτητής δεν παραμένει άνευ θεραπείας, αφού διατηρεί το δικαίωμα, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις παραδεκτού αυτής που τίθενται στην οικεία νομοθεσία, να υποβάλει μεταγενέστερη αίτηση ασύλου, όπου και μπορεί να εξηγήσει τους λόγους αυτής και να υποβάλει τα στοιχεία που επιθυμεί. Αξίζει δε να υπομνησθεί ότι η συμμόρφωση με τους δικονομικούς κανόνες του Δικαστηρίου έχει ήδη κριθεί προαπαιτούμενο για την εξέταση ενός καινοφανούς ισχυρισμού στα πλαίσια εκκρεμούσης προσφυγής (πόσο δε μάλλον μετά την επιφύλαξη της απόφασης, ως στην παρούσα) από το Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο στη C-652/16 – Ahmedbekova, ημ.04/10/18, ανέφερε ότι το «δικαστήριο οφείλει να εξακριβώσει εάν, βάσει των εθνικών δικονομικών κανόνων, ο λόγος χορήγησης διεθνούς προστασίας που προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιόν του προβλήθηκε εγκαίρως κατά τη διαδικασία της προσφυγής» και «δεν υπέχει […] υποχρέωση [να εξετάσει αυτά] αν διαπιστώσει ότι οι λόγοι αυτοί ή τα στοιχεία αυτά προβλήθηκαν εκπρόθεσμα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της προσφυγής».

Για τους λόγους που εξηγώ λοιπόν η απόφαση θα δοθεί ως έχει προγραμματιστεί. Νοείται βεβαίως ότι ενόψει του ότι δεν έγινε επανάνοιγμα της υπόθεσης τα όποια στοιχεία έγινε προσπάθεια να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου κατόπιν της επιφύλαξης δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη στα πλαίσια της παρούσης.

Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] United Nations Economic and Social Council, Concluding observations on the fourth periodic report of Cameroon, E/C.12/CMR/CO/4, para. 4, 25 March 2019, available at: https://tbinternet.ohchr.org/_layouts/15/treatybodyexternal/Download.aspx?symbolno=E/C.12/CMR/CO/4&Lang=En

[2] Human Rights Watch (HRW), World Report 2021 – Cameroon (Events of 2020), 13 January 2021, available at:  https://www.ecoi.net/en/document/2043533.html; Amnesty International (AI), Human Rights in Africa: Review of 2019 - Cameroon [AFR 01/1352/2020], 08 April 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2028266.html (accessed on 11/08/2021)

[2] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), p. 9, June 2020, available at:  https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf

[3] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (June 2020), p. 9, June 2020, available at:  https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf (accessed 05/08/2022)

[4] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), pp. 41-42, June 2020, available at:https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf

[5] Global Centre for the Responsibility to Protect (Author), published by ReliefWeb: R2P Monitor, Issue 64, 1 March 2023, 2 March 2023, σελ. 4,  https://reliefweb.int/attachments/4df72bc8-c5c2-4e1b-a2db-95e32a179862/R2P-Monitor-March-2023.pdf (ημ. 22/04/2024).

[6] To Global Protection Cluster είναι ένα δίκτυο μη κυβερνητικών οργανώσεων (ΜΚΟ), διεθνών οργανισμών και υπηρεσιών των Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), οι οποίοι δραστηριοποιούνται στον τομέα της προστασίας σε ανθρωπιστικές κρίσεις, συμπεριλαμβανομένων ένοπλων συγκρούσεων και φυσικών καταστροφών. https://globalprotectioncluster.org/about (ημερομηνία πρόσβασης 23/04/2025)

[7] GPC (Global Protection Cluster), Protection Monitoring Update; January - March 2025, 15/05/ 2025, https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2025-05/pm_quarterly_update_jan-mar_2025.pdf, σελ. 1 (πρόσβαση 23/04/2025)

[8] UN OCHA, Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.81, 30 Οκτωβρίου 2025, https://www.unocha.org/attachments/d724d669-0a06-4f11-be6d-5f359fe13fac/SITREP%20NWSW_September%202025_Final.pdf, σελ. 2, (ημερομηνία πρόσβασης 23/04/2026)

[9] European Commission, Cameroon, last updated 25 April 2025, https://civil-protection-humanitarian-aid.ec.europa.eu/where/africa/cameroon_en (ημερομηνία πρόσβασης 23/04/2026)

[10] UNOCHA, Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.84, December 2025, 25 Φεβρουαρίου 2026, https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no84-december-2025, (ημερομηνία πρόσβασης 23/04/2026)

[11] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22/04/2026)

[13] Bamenda Population 2026 διαθέσιμο στο https://worldpopulationreview.com/cities/cameroon/bamenda (πρόσβαση 22/04/2026)

[14] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf

[15] M.S.S. v Belgium & Greece, app. No.30696/09, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΑΔ), ημ.21/01/11, παρ.263


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο