ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
14 Σεπτεμβρίου 2026
[Β.ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, ΔΔΔΔΠ.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Μ.Α.
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Νικολέττα Χαραλαμπίδου ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για Αιτητή
Χαράλαμπος Καστάνας, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση.
Ο Αιτητής είναι παρών. Παρούσα και κα Ζωή Αγαπίου για πιστή μετάφραση από Αγγλικά σε Ελληνικά και αντιστρόφως.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την υπό εξέταση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση, ημερ. 29/02/2024, η οποία του κοινοποιήθηκε στις 08/03/2024, με την οποία τον πληροφορούν ότι το αίτημά του για διεθνή προστασία ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου απορρίφθηκε καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 και 19 του Περί Προσφύγων Νόμου και ότι ο Αιτητής δεν απέδειξε οποιονδήποτε λόγο για να του παραχωρηθεί το καθεστώς πρόσφυγα ή της συμπληρωματικής προστασίας. Περαιτέρω αιτείται απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται στον Αιτητή καθεστώς προστασίας.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Ο Αιτητής κατάγεται από την Τουρκία. Εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του στις 18/05/2022 και εισήλθε στην Δημοκρατία, μέσω των μη ελεγχόμενων από την κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχών. Στις 21/06/2022 ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση για παροχή Διεθνούς Προστασίας.
Ακολούθως, στις 17/01/2024, 22/01/2024 και 30/01/2024 πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος στις 29/02/2024 ετοίμασε Έκθεση- Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 29/02/2024, εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του. Στις 08/03/2024 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασής της σχετικά με το αίτημα του Αιτητή, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον ίδιο αυθημερόν. Εναντίον της πιο πάνω απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, καταχωρήθηκε στις 20/03/2024 από τον ίδιο τον Αιτητή, η Προσφυγή υπ' αριθμόν 990/24 ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Ακολούθως, στις 03/04/2024 ο Αιτητής διόρισε συνήγορο για να τον εκπροσωπήσει.
Κατά την καταχώρηση της προσφυγής, ο Αιτητής, ο οποίος δεν εκπροσωπείτο από δικηγόρο, δεν προέβαλε κανένα νομικό ισχυρισμό εναντίον της επίμαχης απορριπτικής απόφασης του αιτήματός του για διεθνή προστασία. Κατέγραψε πως δεν μπορεί να επιστρέψει στη Τουρκία καθώς υπάρχει ποινή φυλάκισης εναντίον του και εκκρεμεί υπόθεση. Επιπλέον, δήλωσε πως ήταν αντάρτης στα βουνά της Τουρκίας για 2,5 έτη και αυτός είναι ένας λόγος της ποινής φυλάκισης.
Η συνήγορος του Αιτητή καταχώρησε στις 29/04/2024 την τροποποιημένη προσφυγή, κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου.
Στις 25/07/2024, καταχωρήθηκε αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας, με σκοπό να προσκομιστεί ένορκη δήλωση του Αιτητή μαζί με συνημμένα Τεκμήρια. Η πλευρά των καθ’ ων η αίτηση δεν υπέβαλε ένσταση και κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου εξεδόθη διάταγμα προσαγωγής στις 10/09/2024. Με την ένορκη δήλωσή του ημερομηνίας 18/9/2024 ο Αιτητής επικαλείται ότι η προηγηθείσα εξέταση του αιτήματός του επηρεάστηκε ουσιωδώς από πλημμέλειες στη διερμηνεία, από τις συνθήκες κράτησής του και από την αδυναμία του να έχει πρόσβαση στα έγγραφα και λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που αφορούσαν την υπόθεσή του. Περαιτέρω, επικαλείται ότι τα τεκμήρια που προσκομίζει συνδέονται άμεσα με τον πυρήνα του αιτήματός του και δεν ήταν διαθέσιμα κατά τη συνέντευξη, επειδή τότε βρισκόταν στις Κεντρικές Φυλακές και δεν είχε πρόσβαση ούτε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ούτε στο σύστημα E-Devlet. Ως προς τις φωτογραφίες, αναφέρει ότι αποδεικνύουν τη δράση του ως φωτογράφου, την παρουσία του σε κουρδικές περιοχές, συμπεριλαμβανομένου του Ιράκ και της Συρίας, καθώς και την καταγραφή πολεμικών δράσεων και παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ως προς τις αναρτήσεις, αναφέρει ότι αποτυπώνουν την κριτική του κατά της τουρκικής κυβέρνησης για τη μεταχείριση των Κούρδων, για την οποία ισχυρίζεται ότι έχει ήδη διωχθεί, καταδικαστεί και εξακολουθούν να εκκρεμούν υποθέσεις εναντίον του. Ως προς τα έγγραφα από το E-Devlet και τις τουρκικές δικαστικές αρχές, αναφέρει ότι μετά την αποφυλάκισή του μπόρεσε να διαπιστώσει την ύπαρξη εκκρεμών και εκδικασθεισών υποθέσεων, πλην όμως επειδή δεν μπορούσε να δει το πλήρες περιεχόμενό τους από το ίδιο το σύστημα, επικοινώνησε με δικηγόρο στην Τουρκία, ο οποίος του απέστειλε τις σχετικές αποφάσεις/υποθέσεις. Τέλος, επικαλείται τεκμήρια σχετικά με επίθεση που δέχθηκε στην Κύπρο από Κούρδους, μέλη ή υποστηρικτές του PKK/Οτσαλάν, λόγω κριτικής που άσκησε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Επί της Ένορκης δήλωσης του επισυνάπτονται τα κάτωθι τεκμήρια:
Τεκμήριο 1: Πιστοποιητικό αποφοίτησης από το Λύκειο.
Τεκμήριο 2: Σειρά φωτογραφιών του ή/και φωτογραφιών που τον δείχνουν να φωτογραφίζει, προς απόδειξη της φωτογραφικής του δράσης και των όσων αναφέρει.
Τεκμήριο 3: Αναρτήσεις του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εναντίον της Τουρκίας.
Τεκμήριο 4: Σχετικός ενδεικτικός κατάλογος από το σύστημα E-Devlet, με υποθέσεις που είτε εκκρεμούν είτε εκδικάστηκαν εναντίον του.
Τεκμήριο 5: Κατηγορητήριο ημερ. 09/07/2020 και απόφαση ημερ. 29/11/2022 για δημόσια προσβολή του τουρκικού έθνους κ.λπ.
Τεκμήριο 6: Κατηγορητήριο ημερ. 15/01/2014 αναφορικά με τη συμμετοχή του ως μέλος του PKK.
Τεκμήριο 7: Κατηγορητήριο ημερ. 09/02/2022 για προσβολή του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Τεκμήριο 8: Καταδικαστική απόφαση ημερ. 23/06/2020 σε φυλάκιση, ενόσω ήταν ήδη στη φυλακή, αναφορικά με δηλώσεις του το 2017.
Τεκμήριο 9: Καταδικαστική απόφαση ημερ. 15/05/2018, ενόσω ήταν ήδη στη φυλακή, λόγω μη παρουσίας του στον στρατό.
Τεκμήριο 10: Καταδικαστική απόφαση ημερ. 28/04/2021 για δημόσια δυσφήμηση του κράτους της Τουρκικής Δημοκρατίας.
Τεκμήριο 11: Καταδικαστική απόφαση ημερ. 28/04/2021 για δημόσια προσβολή του Τουρκικού Έθνους.
Τεκμήριο 12: Έγγραφο τελεσιδικίας για απόφαση ημερ. 20/04/2019 για προπαγάνδα υπέρ τρομοκρατικής οργάνωσης.
Τεκμήριο 13: Ένταλμα σύλληψης ημερ. 10/01/2017 που αφορούσε την υπόθεση για την οποία καταδικάστηκε σε φυλάκιση.
Αποδεικτικά επιβολής ποινής σε δύο υποθέσεις.
Τεκμήριο 14: Δήλωση του ορκωτού μεταφραστή που μετέφρασε τις πιο πάνω αποφάσεις από τα τουρκικά στα ελληνικά και έθεσε τη σχετική του σφραγίδα.
Τεκμήριο 15: Φωτογραφίες από την επίθεση που δέχθηκε στην Κύπρο και πιστοποιητικά από τις εξετάσεις που έκανε στο νοσοκομείο όπου μεταφέρθηκε από φιλικά του πρόσωπα μετά την επίθεση.
Κατόπιν σχετικής άδειας του Δικαστηρίου, κατατέθηκαν στις 27/8/2024, μεταφράσεις των ως άνω τεκμηρίων.
Δια της τροποποιητικής του προσφυγής ο Αιτητής, μέσω της συνηγόρου του, προβάλλει πλείονες λόγους ακυρώσεως, οι οποίοι καταγράφονται με γενικό και αόριστο τρόπο. Με τη γραπτή της αγόρευση, η συνήγορος προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας και διαδικαστικών εγγυήσεων λόγω πλημμελούς διεξαγωγής της προσωπικής συνέντευξης. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι οι συνεντεύξεις διεξήχθησαν υπό συνθήκες που δεν διασφάλισαν ουσιαστική επικοινωνία, ιδίως λόγω ζητημάτων διερμηνείας, της κράτησής του κατά τον χρόνο εξέτασης και της αδυναμίας πρόσβασής του στο σύνολο των εγγράφων του. Κατά τη θέση της, οι όποιες ασάφειες ή αντιφάσεις δεν έπρεπε να αξιολογηθούν απομονωμένα εις βάρος του, χωρίς προηγούμενη διευκρίνιση, επαναδιατύπωση των ερωτήσεων και συνεκτίμηση των συνθηκών υπό τις οποίες δόθηκαν οι απαντήσεις του.
Περαιτέρω, προβάλλει ότι η Υπηρεσία δεν προέβη στον αναγκαίο διαχωρισμό των ουσιωδών ισχυρισμών του. Συγκεκριμένα, εισηγείται ότι έπρεπε να εξεταστούν αυτοτελώς: αφενός ο φόβος δίωξης λόγω της κουρδικής εθνοτικής του καταγωγής και της προηγούμενης δίωξης/μεταχείρισής του ως Κούρδου· αφετέρου ο διακριτός μελλοντικός κίνδυνος φυλάκισης ή νέας ποινικής δίωξης λόγω των εκκρεμών ποινικών υποθέσεων, των κατηγοριών που συνδέονται με προσβολή του τουρκικού έθνους, λιποταξία, συμμετοχή ή υποστήριξη PKK και προπαγάνδα υπέρ τρομοκρατικής οργάνωσης. Πέραν αυτών, υποστηρίζει ότι έπρεπε να αξιολογηθεί χωριστά και η πολιτική του δράση/έκφραση, δηλαδή η σχέση του με κουρδικά πολιτικά κόμματα, η δημόσια αντικυβερνητική του στάση και η δραστηριότητά του ως φωτογράφου/ενεργού προσώπου υπέρ των δικαιωμάτων των Κούρδων, καθώς και ο κίνδυνος που ισχυρίζεται ότι αντιμετωπίζει λόγω απομάκρυνσής του από το PKK. Υποστηρίζει πως ουδόλως εξετάστηκε από τη λειτουργό το γεγονός ότι ο Αιτητής εξέφρασε φόβο για τη ζωή του από μέλη του ΡΚΚ, τόσο κατά τη παραμονή του στις φυλακές, προκειμένου να μην αποκαλύψει πληροφορίες για τη οργάνωση αλλά και κατά τη παραμονή του στη Κυπριακή Δημοκρατία, καθότι δέχθηκε επίθεση από μέλη του ΡΚΚ, οι οποίοι τον θεωρούν προδότη και τον απείλησαν να μην καταθέσει εναντίον τους για την επίθεση. Επιπλέον, προωθεί πως οι καθ’ ων η αίτηση δεν παραγνώρισαν το γεγονός ότι ο Αιτητής δεν υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία, λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων καθώς και το γεγονός πως εκκρεμούν υποθέσεις εναντίον του λόγω αυτού.
Τέλος, ως προς την υπαγωγή, ο Αιτητής επιχειρηματολογεί υπέρ της αναγνώρισής του ως πρόσφυγα, παραθέτοντας πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, σύμφωνα με τις οποίες προκύπτουν διακρίσεις σε βάρος Κούρδων, στοχοποίηση φιλοκουρδικών κομμάτων και πολιτικών προσώπων, συλλήψεις/διώξεις με επίκληση σχέσεων με το PKK, βίαιη μεταχείριση διαδηλωτών και ιδιαίτερη πίεση σε Κούρδους δημοσιογράφους, ακτιβιστές και αντιφρονούντες. Υπό το φως αυτό, εισηγείται ότι το προφίλ του, Κούρδος, πολιτικά ενεργός, με προηγούμενη κράτηση/δίωξη, εκκρεμείς υποθέσεις και δημόσια αντικυβερνητική έκφραση, θεμελιώνει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους εθνοτικής καταγωγής και/ή πολιτικών πεποιθήσεων ένεκα των οποίων δύναται να χαρακτηριστεί ως αντιρρησίας συνείδησης, ζητώντας την αναγνώρισή του ως πρόσφυγα ή, επικουρικά, την υπαγωγή του σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας λόγω πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στην Τουρκία.
Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η Αίτηση προβάλλουν, κατ’ αρχάς, ότι οι λόγοι ακύρωσης εγείρονται κατά τρόπο γενικό και αόριστο και δεν πληρούν τις απαιτήσεις του Κανονισμού 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1962. Περαιτέρω, υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας και πλήρους αξιολόγησης του ενώπιον τους υλικού. Κατά τη θέση τους, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να θεμελιώσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για κάποιον από τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του περί Προσφύγων Νόμου. Αντικρούουν, ισχυρισμό περί πλημμελειών κατά τη διεξαγωγή της συνέντευξης και περί ανεπαρκούς ή ακατάλληλης διερμηνείας. Υποστηρίζουν ότι ο Αιτητής ενημερώθηκε για τη διαδικασία και τα δικαιώματά του, δήλωσε ότι κατανοεί τη γλώσσα διερμηνείας, απάντησε στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και, στο τέλος των συνεντεύξεων, επιβεβαίωσε ότι είχε κατανοήσει το περιεχόμενο των πρακτικών και ότι οι καταγραφείσες απαντήσεις ανταποκρίνονταν στις δηλώσεις του. Επιπλέον, επισημαίνουν ότι ο Αιτητής δεν υπέδειξε συγκεκριμένα σημεία των πρακτικών από τα οποία να προκύπτει ουσιαστική πλημμέλεια, εσφαλμένη μετάφραση ή έλλειψη επικοινωνίας με τον διερμηνέα. Καταληκτικά, εισηγούνται ότι ορθώς απορρίφθηκε τόσο η υπαγωγή του στο καθεστώς πρόσφυγα όσο και η υπαγωγή του σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Ακολούθως, στις 04/09/2025, καταχωρήθηκε δεύτερη ένορκη δήλωσή του Αιτητή, επί της οποία αναφέρεται σε επιπρόσθετα στοιχεία και τεκμήρια που αφορούν συνεντεύξεις και αρθρογραφία του μετά την άφιξή του στην Κύπρο. Κατά τον ίδιο, τα στοιχεία αυτά αποτυπώνουν τις πολιτικές του θέσεις επί του κουρδικού ζητήματος, οι οποίες είναι κριτικές τόσο προς την Τουρκία όσο και προς το PKK, και τον εκθέτουν σε κίνδυνο τόσο από τις τουρκικές αρχές όσο και από το ίδιο το PKK. Ειδικότερα, παραπέμπει σε δύο συνεντεύξεις του στο διαδικτυακό κανάλι Xani TV, με κεντρικό παρουσιαστή τον Selim Çürükkaya, τον οποίο περιγράφει ως Κούρδο συγγραφέα, δημοσιογράφο και ακτιβιστή, πρώην ιδρυτικό μέλος του PKK, που καταδικάστηκε σε πολυετή φυλάκιση και στη συνέχεια ήρθε σε ρήξη με τον Abdullah Öcalan λόγω διαφωνίας με τον τρόπο δράσης του.
Ως προς το περιεχόμενο των συνεντεύξεων, ο Αιτητής αναφέρει ότι περιέγραψε τη δράση του στο κουρδικό αυτονομιστικό κίνημα και ειδικότερα στο PKK, το οποίο υποστήριξε στο παρελθόν με τη φωτογραφική του εργασία και άλλες ενέργειες. Παράλληλα, εξηγεί ότι, όπως και ο παρουσιαστής των εκπομπών, εξακολουθεί να στηρίζει την ανάδειξη της κουρδικής ταυτότητας και ιστορίας και να ασκεί έντονη κριτική στο τουρκικό κράτος, αλλά αναγνωρίζει και τα λάθη του κουρδικού κινήματος. Αναφέρεται ειδικά στον πόλεμο που ξεκίνησε το PKK το 2015 σε επτά κουρδικές πόλεις της Τουρκίας — Diyarbakir, Mardin, Cizre, Nusaybin, Hakkari και Şırnak — ασκώντας κριτική στην απόφαση αυτή, διότι, κατά τον ίδιο, οι συγκρούσεις έλαβαν χώρα σε πόλεις με αποκλειστικά κουρδικό πληθυσμό, οδήγησαν σε μεγάλες απώλειες Κούρδων, εκτοπισμούς και καταστροφή πόλεων, με αποτέλεσμα ο ίδιος να απομακρυνθεί από το PKK.
Περαιτέρω, επικαλείται ότι τα σχετικά βίντεο, τα οποία είναι δημόσια προσβάσιμα στο διαδίκτυο, τον εκθέτουν σε σοβαρό κίνδυνο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής στην Τουρκία, επειδή εκφράζει ρητά την κριτική του κατά της τουρκικής κυβέρνησης, τις πολιτικές του πεποιθήσεις υπέρ των δικαιωμάτων του κουρδικού λαού και την κριτική του κατά του PKK. Επιπλέον, αναφέρει ότι, από τον Ιανουάριο του 2025, αρθρογραφεί στη διαδικτυακή εφημερίδα PhileNews, όπου έχει δημοσιεύσει σειρά άρθρων σχετικά με το κουρδικό ζήτημα, την κουρδική ταυτότητα και ιστορία, την τουρκική πολιτική και τον τουρκικό εθνικισμό. Κατά τη δήλωσή του, τα άρθρα αυτά αποτελούν δημόσια έκφραση των πολιτικών του πεποιθήσεων, με τις οποίες αναδεικνύει το κουρδικό ζήτημα, ασκεί κριτική στην Τουρκία για εγκλήματα κατά των Κούρδων και της Κύπρου και ζητά, κατ’ ουσίαν, προστασία από την Κυπριακή Δημοκρατία λόγω του αγώνα του για ελεύθερο και ανεξάρτητο Κουρδιστάν.
Ο Αιτητής προσκόμισε τα παρακάτω τεκμήρια:
Τεκμήριο 1: Δημοσιεύματα/πληροφορίες σχετικά με τον Selim Çürükkaya.
Τεκμήριο 2: Δέσμη εγγράφων με άρθρα του στη διαδικτυακή εφημερίδα PhileNews, και ειδικότερα:
Άρθρο ημερ. 11/01/2025 με τίτλο “The Kurdish Issue: A path to resolution or a misguided approach?”
Άρθρο ημερ. 22/02/2025 με τίτλο “The burden and responsibility of history”
Άρθρο ημερ. 15/03/2025 με τίτλο “Political Alevism, HTS, and the global power balance”
Άρθρο ημερ. 21/03/2025 με τίτλο “Newroz - The rebirth of Kurdistan from its ashes”
Άρθρο ημερ. 05/04/2025 με τίτλο “The Kurdish-Israeli axis and Erdoğan’s century-long reckoning”
Άρθρο ημερ. 09/05/2025 με τίτλο “The Kurdish Equation – Stateless struggles in a region of shifting power”
Άρθρο ημερ. 22/05/2025 με τίτλο “A god without a devil: Where is Turkish nationalism headed?”
Παράλληλα, με την απαντητική του αγόρευση, ο Αιτητής εμμένει στους λόγους ακύρωσης που έχει ήδη αναπτύξει στη γραπτή του αγόρευση και υποστηρίζει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν απαντούν επί της ουσίας ούτε αντικρούουν επαρκώς τις θέσεις του, αλλά περιορίζονται σε γενικές και αόριστες αναφορές, υιοθετώντας ουσιαστικά την έκθεση/εισήγηση της Υπηρεσίας Ασύλου. Ειδικότερα, απορρίπτει τη θέση των Καθ’ ων ότι οι λόγοι ακύρωσης είναι αόριστοι, προβάλλοντας ότι οι λόγοι του έχουν δικογραφηθεί και αναπτυχθεί με σαφήνεια, με συγκεκριμένες παραπομπές στα πραγματικά περιστατικά και στο περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου.
Περαιτέρω, ο Αιτητής υποστηρίζει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση προέβησαν σε ελλιπή και μη εξατομικευμένη αξιολόγηση της υπόθεσής του, ιδίως ως προς την αξιοπιστία του και τον κίνδυνο που διατρέχει σε περίπτωση επιστροφής στην Τουρκία. Τονίζει ότι δεν αξιολογήθηκε το σύνολο των ουσιωδών γεγονότων, ούτε του δόθηκε πραγματική δυνατότητα να προσκομίσει όλα τα σχετικά στοιχεία, δεδομένου ότι κατά τον χρόνο των συνεντεύξεών του βρισκόταν στις κεντρικές φυλακές. Παράλληλα, επιμένει ότι τα προσκομισθέντα έγγραφα και στοιχεία αποδεικνύουν τον βάσιμο φόβο δίωξής του λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων, της κουρδικής του καταγωγής και της αποδιδόμενης σε αυτόν πολιτικής δράσης/σύνδεσης, καθώς και ότι ο φόβος του αφορά τόσο τις τουρκικές αρχές όσο και το PKK.
Τέλος, επικαλείται πρόσφατες πληροφορίες για την κατάσταση των Κούρδων και των Κούρδων ακτιβιστών στην Τουρκία, υποστηρίζοντας ότι σε περίπτωση επιστροφής του υπάρχει σοβαρός κίνδυνος δίωξης, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης και παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων του. Ως εκ τούτου, ζητεί την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης και την αναγνώρισή του ως πρόσφυγα.
Κατά την ακροαματική διαδικασία στις 10/03/2026, η συνήγορος του Αιτητή τόνισε προφορικά ότι οι τρεις συνεντεύξεις του Αιτητή πραγματοποιήθηκαν ενώ αυτός βρισκόταν στις Κεντρικές Φυλακές και ότι, κατά τη θέση της, δεν διασφαλίστηκε ορθή επικοινωνία και κατανόηση του αιτήματός του. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι η Υπηρεσία Ασύλου δεν καθόρισε ορθά τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του Αιτητή, παρέμεινε επιδερμικά σε τρεις μόνο ισχυρισμούς και δεν αξιολόγησε επαρκώς την κουρδική του καταγωγή, την πολιτική του δραστηριότητα και τον ακτιβισμό του ως Κούρδου της Τουρκίας, καθώς και τον ισχυρισμό του περί άρνησης στράτευσης για λόγους συνείδησης, συνδεόμενους με τις πολιτικές του πεποιθήσεις.
Επιπλέον, η πλευρά του Αιτητή επισήμανε ότι είχαν προσκομιστεί έγγραφα και αποφάσεις τουρκικών δικαστηρίων, καθώς και υλικό σχετικό με την πολιτική του δράση και τη δραστηριότητά του ως φωτογράφου/δημοσιογράφου υπέρ των δικαιωμάτων των Κούρδων, τα οποία, κατά τη θέση της, έπρεπε να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο του πλήρους και ex nunc ελέγχου του Δικαστηρίου. Υποστήριξε, τέλος, ότι τα σφάλματα της Υπηρεσία Ασύλου και τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δικαιολογούν την αναγνώριση του Αιτητή ως πρόσφυγα, λόγω βάσιμου φόβου δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στην Τουρκία για λόγους εθνικής καταγωγής και πολιτικών πεποιθήσεων.
Από την πλευρά των Καθ’ ων η Αίτηση, ο συνήγορός τους υιοθέτησε τη γραπτή αγόρευση και την ένσταση.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Καταρχάς, παρατηρείται ότι οι λόγοι ακύρωσης που εγείρονται στην παρούσα αίτηση παρατίθενται με γενικότητα και αοριστία. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.
«Η αναφορά, για παράδειγμα, ότι «Η απόφαση πάσχει γιατί λήφθηκε χωρίς την δέουσα έρευνα» (το ίδιο αοριστολόγοι είναι και οι υπόλοιποι λόγοι ακύρωσης), δεν εξηγεί καθόλου, ούτε παραπέμπει σε συγκεκριμένα κατ' ισχυρισμόν δεδομένα που οδήγησαν σε μη έρευνα, ή σε πλάνη, ή καταπάτηση των αρχών της ίσης μεταχείρισης κλπ. Η προσφυγή θα μπορούσε να απορριφθεί για τους πιο πάνω διαδικαστικούς λόγους οι οποίοι αντανακλούν βεβαίως και επί της ουσίας. Αυστηρώς ομιλούντες τα όσα αναφέρονται στην αγόρευση του δικηγόρου του αιτητή δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, εφόσον παγίως αναγνωρίζεται ότι οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο για τη θεμελίωση γεγονότων. (δέστε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Ελισσαίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 412 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 384) (δέστε Υπόθεση Αρ. 1119/2009 ημερ. 31 Ιανουαρίου 2012 FARHAN KHALIL, και Κυπριακής Δημοκρατίας).
Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672:
Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης.
Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AAΔ.598).
Η συνήγορος του Αιτητή παραθέτει γενικά και αόριστα τα νομικά σημεία στην προσφυγή και επικαλείται παραβιάσεις του Συντάγματος, του περί Προσφύγων Νόμου, των Γενικών Αρχών και του Διοικητικού Δικαίου χωρίς ωστόσο να παραθέτει τις συγκεκριμένες διατάξεις της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμό παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά επίσης ελλείπει οποιαδήποτε τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης.
Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγείρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636:
«Παρατηρούμε ότι στο κείμενο της προσφυγής δεν εγείρεται τέτοιος λόγος ακύρωσης, αν και σχετική επιχειρηματολογία πράγματι προβάλλεται στη γραπτή αγόρευση της εφεσείουσας. Έχει επανειλημμένα λεχθεί πως λόγος ακύρωσης που δεν εγείρεται στην προσφυγή δεν μπορεί να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού οι γραπτές αγορεύσεις αποτελούν απλώς επιχειρηματολογία».
Σχετική είναι και η υπόθεση Σπύρου και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Προσφ. 571/94 κ.α., ημερ. 22.11.1995, στη σελ. 4.
«Το γεγονός ότι το άρθρο 146.1. του Συντάγματος καταγράφει ως αιτίες ακυρότητας την αντίθεση προς τις διατάξεις του Συντάγματος, ή του Νόμου και την υπέρβαση ή κατάχρηση εξουσίας, δεν σημαίνει ότι αρκεί η γενική επίκληση κάποιας από αυτές χωρίς άλλο. Η ταξινόμηση κάποιου νομικού λόγου ως υπαγόμενου στα πιο πάνω, είναι εγχείρημα ουσίας που προϋποθέτει την έγερσή του σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις».
Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση του Δικαστηρίου.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Αιτητή περί ανεπαρκούς ή ακατάλληλης διερμηνείας οφείλω να παρατηρήσω ότι δεν δικογραφείται προσηκόντως. Ακόμη όμως κι αν είχε δικογραφηθεί, θα ήταν ανυπόστατος. Ο Αιτητής στην αίτησή του για διεθνή προστασία δήλωσε ότι η κουρδική γλώσσα και η γλώσσα Zazakish αποτελεί τη μητρική του γλώσσα (ερ. 4, 17 του Δ.Φ.). Κατά την έναρξη και των τριών συνεντεύξεων του στην Υπηρεσία Ασύλου ενημερώθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό για τη παροχή διερμηνέα, ρωτήθηκε αν κατανόησε τα όσα άκουσε αυτός απάντησε καταφατικά και πως ο ίδιος θα ήθελε να επικοινωνεί στη γλώσσα Kurmanji (ερ. 45,37 και 29 του Δ.Φ.). Όπως διαπιστώνεται από τα πρακτικά των συνεντεύξεων, τα οποία διαβάστηκαν στον Αιτητή στο τέλος της διαδικασίας (ερ. 39,31, 21-20 του Δ.Φ.), ο Αιτητής συμφώνησε με το περιεχόμενο των όσων είχαν καταγραφεί και προέβη στην υπογραφή των πρακτικών. Ο Αιτητής ουδέποτε κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων και στο τέλος αυτών δεν εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο ότι δεν αντιλαμβανόταν το περιεχόμενο των ερωτήσεων που του υποβλήθηκαν, ενώ του είχε ζητηθεί να το πράξει σε αντίθετη περίπτωση. Απεναντίας, στο τέλος του εντύπου των συνεντεύξεων ο Αιτητής υπέγραψε το εξής περιεχόμενο (υπογράμμιση του Δικαστηρίου): « I the undersigned, confirm that all information in the transcript is true and accurate. I have fully understood in Kurmanji, which is a language that I fully understand, all the information provided by the competent officer regarding the asylum procedures, concerning my rights and obligations and the questions addressed to me. I confirm that the recorded responses accurately reflect my statements. Therefore, I declare that I do not wish to change any of my statements nor to question any of the information submitted in the interview.», βεβαιώνοντας πως τα Kurmanji συνιστά μία γλώσσα την οποία κατανοεί πλήρως ως επίσης ότι κατανόησε πλήρως τις ερωτήσεις οι οποίες του υποβλήθηκαν. Ο διερμηνέας επίσης υπέγραψε πιστοποιώντας ότι έκανε ακριβή και ορθή μετάφραση της συνέντευξης. Ως εκ τούτου, ο εν λόγω ισχυρισμός του Αιτητή απορρίπτεται.
Εξετάζοντας λοιπόν, την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κυρίως των όσων ο Αιτητής δήλωσε τόσο με την αίτησή του για διεθνή προστασία όσο και κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, αλλά και όσων προβάλλει με την παρούσα προσφυγή, επισημαίνω τα κατωτέρω.
Κατά την συμπλήρωση της αίτησης του, αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν, ο Αιτητής δήλωσε ότι εργαζόταν ως μεταφραστής, ενώ παράλληλα δραστηριοποιείτο ως εθελοντής δημοσιογράφος και φωτογράφος. Ανέφερε ότι διώχθηκε λόγω των ειδησεογραφικών άρθρων του και των φωτογραφιών που είχε λάβει, καθώς και ότι είχε μεταβεί για να καλύψει τα γεγονότα στο Kobani και τον πόλεμο στη Συρία. Κατά τους ισχυρισμούς του, μετά την επιστροφή του συνελήφθη εκ νέου και υπέστη βασανιστήρια επί 18 ημέρες. Περαιτέρω, δήλωσε ότι είχε αποφυλακιστεί από τουρκική φυλακή, πλην όμως πληροφορήθηκε μέσω του δικηγόρου του ότι κινδύνευε να φυλακιστεί ξανά λόγω εκκρεμών δικαστικών υποθέσεων σε βάρος του. Τέλος, ανέφερε ότι η ζωή του δεν είναι ασφαλής στην Τουρκία, καθότι εκκρεμούν εναντίον του πολιτικές δικαστικές υποθέσεις και επειδή δεν υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία (ερ. 2 μετάφραση ερ.15 του Δ.Φ.).
Κατά την προσωπική του συνέντευξη δήλωσε Κούρδος πολίτης Τουρκίας με καταγωγή και τόπο συνήθους διαμονής την Diyarbakir, όπου και ζούσε μέχρι το 2002. Έκτοτε μετοίκησε στην Κωνσταντινούπολη ως φοιτητής για 4 χρόνια και από εκεί στο Bodrum όπου παρέμεινε για ένα έτος. Από το 2009/2010 και μέχρι το 2013 διαβιούσε στο Erbil του Iraq, και το επόμενο έτος παρέμεινε σε Mosul και Kerkuk. Από το 2015 μέχρι το 2017 διέμεινε στη Συρία και έπειτα επέστρεψε στην Urfa της Τουρκίας όπου και συνελήφθη από τις αρχές και κρατήθηκε μέχρι το 2021 στις φυλακές Erdine (1,5 έτος), Bursa (1 έτος), Ordu (8-9 μήνες) και Rize Kalkan Dere (από το 2019 μέχρι 2021) (ερ. 28-1χ-4χ του Δ.Φ.).
Περαιτέρω, δήλωσε ότι ανήκει στην εθνοτική ομάδα Zaza, ότι είναι άθεος, άγαμος, άτεκνος και υγιής (ερ.30-1χ-4χ, 29 του Δ.Φ.). Ανέφερε ότι είναι απόφοιτος Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Bogazici της Κωνσταντινούπολης και ότι εργαζόταν ως φωτογράφος και μάγειρας (ερ. 26-1χ,-4χ, 25-2χ του Δ.Φ.). Σχετικά με την ιδιότητά του ως φωτογράφος, ανέφερε ότι αρχικά φωτογράφιζε γάμους, ενώ παράλληλα φωτογράφιζε διαδηλώσεις, κοινωνικές και πολιτικές εκδηλώσεις κουρδικών πολιτικών κομμάτων, μεταξύ άλλων των HDP, BDP, PSK και PDKE, παραδίδοντας τις φωτογραφίες στα εν λόγω κόμματα. Ανέφερε επίσης ότι ορισμένες φωτογραφίες του είχαν δημοσιευθεί από τα ίδια τα κόμματα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, καθώς και στους προσωπικούς του λογαριασμούς, ενώ ισχυρίστηκε ότι είχε διαθέσει φωτογραφίες του σε πρακτορεία στη Γερμανία, όπως το Reuters και το AFP, και ότι φωτογραφίες του είχαν εκτεθεί σε γκαλερί (ερ. 25-3χ,4χ, 24 του Δ.Φ.).
Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι οι γονείς του διαμένουν στο Kulp της Diyarbakir και είναι αγρότες. Ανέφερε ότι προέρχεται από πολυμελή οικογένεια, με δεκαπέντε αδέλφια. Δήλωσε ότι επικοινωνεί μόνο με τους γονείς του και όχι με τα αδέλφια του, εξηγώντας ότι διαφωνεί με ορισμένους εξ αυτών, διότι διδάσκουν την τουρκική γλώσσα ή υπηρέτησαν στον τουρκικό στρατό, κάτι που ο ίδιος θεωρεί αντίθετο προς την κουρδική ταυτότητα και στάση (ερ.27-1χ-5χ, 26 του Δ.Φ.).
Ως προς την πολιτική του δράση, δήλωσε ότι δεν ανήκει πλέον σε πολιτικό κόμμα, πλην όμως στο παρελθόν συμμετείχε στο PKK από το 2010 έως το 2017. Ερωτηθείς για τις δραστηριότητές του, ανέφερε αρχικά ότι συμμετείχε στο πολιτικό κομμάτι του PKK, κατονομάζοντας ως ηγέτη τον «Juma», ενώ δήλωσε ότι το PKK, κατά την αντίληψή του, αντιπροσώπευε την ελευθερία του κουρδικού λαού. Περαιτέρω, ανέφερε ότι από το 2010 έως το 2014 μετέβαινε σε ορεινές περιοχές στην Τουρκία και στο Iraq, μεταξύ άλλων στις περιοχές Meyoke, Gaenerya, Halftamin, Kandil, Munzurs, Aspentos, Zagros και Andok. Διευκρίνισε ότι δεν μετέβαινε εκεί για να πολεμήσει με όπλα, παρότι υπήρχαν όπλα για προστασία, αλλά ισχυρίστηκε ότι δίδασκε στους Κούρδους που βρίσκονταν στα βουνά την πολιτική θεωρία του κόμματος και την ιστορία του Κουρδιστάν, ενώ παράλληλα βοηθούσε νεοεισερχόμενους μαχητές/στρατιώτες με την ένδυση, τα μέτρα και την τροφή τους (ερ. 23 του Δ.Φ.).
Εγκατέλειψε τη χώρα του αεροπορικώς από τη Κωνσταντινούπολη στις 28/3/2022 με προορισμό τις μη ελεγχόμενες από τη Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, χωρίς να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα (ερ. 22-1χ του Δ.Φ.).
Σχετικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε την Τουρκία, ο Αιτητής δήλωσε ότι αποχώρησε λόγω έλλειψης ελευθερίας πολιτικής έκφρασης, της πολιτικής του δράσης υπέρ των Κούρδων, της προηγούμενης φυλάκισής του και της ύπαρξης ανοικτών υποθέσεων εις βάρος του. Ανέφερε ότι στην Τουρκία δεν μπορούσε να εκφράζει ελεύθερα την πολιτική του άποψη, ιδίως υπέρ της ελευθερίας/ανεξαρτησίας του Κουρδιστάν, ότι το όνομά του ήταν καταχωρημένο στα κρατικά αρχεία και ότι ακόμη και μικρή ενέργεια θα μπορούσε να οδηγήσει εκ νέου στη φυλάκισή του. Όταν του τέθηκε ότι ο λόγος αποχώρησής του ήταν η έλλειψη ελευθερίας πολιτικού λόγου και η φυλάκισή του, απάντησε καταφατικά, προσθέτοντας ότι «όλη του η ζωή ήταν πολιτική», ότι υπήρχαν πολλοί φάκελοι εις βάρος του για πολιτικούς λόγους και ότι είχε λάβει μαζί του σχετικά έγγραφα ως αποδεικτικά στοιχεία (ερ. 21-1χ-5χ του Δ.Φ.).
Επί της δεύτερης συνέντευξης του, σε διευκρινιστική ερώτηση αναφορικά με τα όσα είχε δηλώσει στην αίτησή του περί δράσης ως μεταφραστής, δημοσιογράφος και φωτογράφος, καθώς και περί κάλυψης των γεγονότων στο Kobani και του πολέμου στη Συρία, επιβεβαίωσε ότι λειτούργησε ως μεταφραστής, διευκρινίζοντας ότι δεν το είχε αναφέρει ως επάγγελμα, διότι δεν πληρωνόταν, αλλά βοηθούσε κυρίως δημοσιογράφους από το εξωτερικό, μεταφράζοντας από αγγλικά προς κουρδικά ή τουρκικά και υποδεικνύοντάς τους πού να μεταβούν και τι να δουν (ερ. 37 του Δ.Φ.).
Δήλωσε ότι είχε βρεθεί στο Kobani και ότι κατά το διάστημα Αυγούστου 2015 έως 2017 βρισκόταν στη Συρία, χωρίς να διαμένει εκεί μόνιμα, αφού πηγαινοερχόταν και στο Ιράκ. Ως προς τη συμμετοχή του, ανέφερε ότι βρισκόταν στα βουνά, μετέβαινε σε χωριά, σε ράφτες και σε νοσοκομεία, παρείχε πληροφορίες σε δημοσιογράφους και ότι οι ευθύνες αυτές του ανατέθηκαν από το PKK λόγω της πολιτικής του συμμετοχής σε αυτό (ερ. 37 του Δ.Φ.).
Ως προς τη φυλάκισή του, δήλωσε ότι συνελήφθη τον Ιούλιο του 2017. Ανέφερε ότι η σύλληψη συνδεόταν, αφενός, με άρθρα που είχε γράψει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και, αφετέρου, με το ότι μέλη/στρατιώτες του PKK που είχαν συλληφθεί από Τούρκους στρατιώτες τον κατονόμασαν, λέγοντας ότι βρισκόταν στα βουνά, εκπαίδευε άτομα, ενεργούσε ως αγγελιοφόρος και μετέβαινε, μεταξύ άλλων, σε ράφτες (ερ. 36 του Δ.Φ.).
Περιγράφοντας τη σύλληψη, ανέφερε ότι, ενώ είχε τραυματιστεί στη Συρία και μετέβαινε στην Τουρκία, συνελήφθη στο Suruç από έξι Τούρκους με πολιτικά, τους οποίους προσδιόρισε ως μέλη της υπηρεσίας πληροφοριών MIT και όχι ως στρατιώτες ή αστυνομικούς. Ειδικότερα, ανέφερε ότι η ομάδα του είχε κληθεί να πολεμήσει στην περιοχή Deryazor/Hasak, ότι τραυματίστηκε από ρουκέτα του ISIS, ζήτησε να μεταβεί για νοσηλεία, πέρασε από σήραγγα σε μυστικό νοσοκομείο, ολοκλήρωσε τη νοσηλεία του και, ενώ ανέμενε την ομάδα του για να επιστρέψει, εισήλθαν οι ως άνω έξι άνδρες και τον συνέλαβαν (ερ. 36 του Δ.Φ.).
Όπως δήλωσε, δεν οδηγήθηκε αμέσως ενώπιον Δικαστηρίου, αλλά κρατήθηκε για περίπου τρεις μήνες στο Diyarbakir, όπου, κατά τους ισχυρισμούς του, υπέστη βία και βασανιστήρια: ηλεκτροσόκ, κάταγμα στην επιγονατίδα, σταγόνες νερού επί τρεις ώρες, τομές στο πόδι με λεπίδες και τοποθέτηση αλατιού στην πληγή. Κατά το διάστημα αυτό ερωτάτο για το PKK και για πληροφορίες που είχαν δοθεί από τα πρόσωπα που τον είχαν κατονομάσει, σύμφωνα με τις οποίες ήταν σημαντικό πρόσωπο για το PKK, βοηθούσε στα βουνά, με γιατρούς και ως ενδιάμεσος μεταξύ βουνού και πόλης. Στη συνέχεια, η MIT του έφερε δικηγόρο, ο οποίος του είπε να δώσει τις πληροφορίες που ζητούνταν για να αποφύγει καταδίκη· εκείνος αρνήθηκε και οδηγήθηκε στο Δικαστήριο περίπου τον Σεπτέμβριο ή Οκτώβριο του 2017 (ερ. 36 του Δ.Φ.).
Για τη δικαστική διαδικασία, δήλωσε ότι ερωτήθηκε για όσα είχαν αναφέρει τα δύο πρόσωπα που τον κατονόμασαν, πλην όμως δεν τα αποδέχθηκε. Υποστήριξε ότι, επειδή δεν υπήρχαν αποδείξεις για όλα όσα του αποδίδονταν, άνοιξε φάκελος μόνο για συμμετοχή στο PKK. Ανέφερε ότι κατά τους τρεις μήνες βασανιστηρίων του τέθηκαν ερωτήσεις που μόνο μέλη του PKK θα μπορούσαν να απαντήσουν, γεγονός από το οποίο συνήγαγε ότι όσοι τον κατέδωσαν ήταν μέλη του PKK. Ερωτηθείς για τον ρόλο του στο PKK, δήλωσε ότι ήταν αγγελιοφόρος για πρόσωπα και στρατιωτικό εξοπλισμό, ότι είχε εκπαιδευτεί να πολεμά χωρίς όμως να πολεμά ο ίδιος, ότι ανήκε στο πολιτικό σκέλος και εκπαίδευε άλλους, λειτουργώντας για το PKK ως «μυστική υπηρεσία» του κόμματος. Για τη ρουκέτα ανέφερε ότι μετέβη με άλλο πρόσωπο για την παραλαβή της, ότι το πρόσωπο αυτό σκοτώθηκε και ότι οι δυο τους την έκρυψαν, γνωρίζοντας μόνο εκείνοι το σημείο απόκρυψης (ερ. 36-35 του Δ.Φ.).
Ως προς την απόφαση, δήλωσε ότι καταδικάστηκε σε φυλάκιση επειδή ήταν μέλος του ΡΚΚ. Η απόφαση εκδόθηκε το 2019, χωρίς να θυμάται ακριβή ημερομηνία. Από τη σύλληψή του το 2017 έως την απόφαση παρέμεινε κρατούμενος, κατά τον ίδιο λόγω έλλειψης αποδείξεων, και κρατείτο μόνος σε κελί, φοβούμενος ότι μέλος του PKK θα τον δολοφονούσε (ερ. 35-1χ του Δ.Φ.).
Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει γιατί το PKK θα τον ήθελε νεκρό, απάντησε ότι γνώριζε πολλά για όσα συνέβαιναν στα βουνά και ότι μέλη του PKK σκοτώθηκαν επειδή υπήρχε φόβος ότι θα μιλούσαν. Ανέφερε ότι, μολονότι το PKK φέρεται να είχε αποφασίσει το 2015-2016 να μην σκοτώνει πλέον φυλακισμένους λόγω αντιδράσεων κουρδικών οικογενειών, ο ίδιος δεν πίστευε ότι θα έμενε ζωντανός. Επικαλέστηκε τη Sakine Cansız, την οποία, κατά την πεποίθησή του, δολοφόνησε το PKK στο Παρίσι και όχι η τουρκική αστυνομία. Όταν του αντιπαραβλήθηκε ότι, κατά τους ισχυρισμούς του, η MIT ήδη γνώριζε μυστικές πληροφορίες μέσω συνεργασίας με το PKK, απάντησε ότι το PKK είναι διαιρεμένο σε δύο ομάδες: όσους επιθυμούν ανεξάρτητο Κουρδιστάν και όσους επιθυμούν ειρηνική συνύπαρξη των Κούρδων στις χώρες της Μέσης Ανατολής· η δεύτερη ομάδα, κατά τον ίδιο, σκοτώνει αντιπάλους στα βουνά ή στη φυλακή. Διευκρίνισε ότι από το 2010 έως το 2020 ήταν ενεργό μέλος του PKK και, γι’ αυτό, γνώριζε πολλά πέραν όσων είχε διαβάσει σε βιβλία (ερ. 34 του Δ.Φ.).
Μετά την καταδίκη του το 2019, δήλωσε ότι κρατήθηκε με άλλους καταδικασθέντες για πολιτικούς λόγους, με τους οποίους είχε διαφωνίες και συμπλοκές, ορισμένοι δε ήταν Κούρδοι αλλά ανήκαν, κατά τον ίδιο, στην άλλη πλευρά. Ανέφερε ότι πίστευε στην ανεξαρτησία του Κουρδιστάν, ότι είχε χάσει την οικογένειά του από μικρός, ότι για χρόνια δεν μιλούσε με τους γονείς του και ότι δεν μπορούσε να ζήσει ειρηνικά με Τούρκους, Ιρακινούς, Σύρους ή Ιρανούς, επειδή πολλοί είχαν πεθάνει για το ανεξάρτητο Κουρδιστάν. Ως προς τα Δικαστήρια, δήλωσε ότι η πρώτη δίκη έγινε στο Diyarbakir, ότι η πρώτη υπόθεση εκδικαζόταν στο Ağır Ceza Mahkemesi και η δεύτερη στο όγδοο επίπεδο Δικαστηρίου στο Diyarbakir, το οποίο χαρακτήρισε ως αρμόδιο για πολιτικές υποθέσεις, ηπιότερης μορφής (“lighter trials”) λόγω έλλειψης αποδείξεων, ενώ το πρώτο επίπεδο μπορούσε, κατά τον ίδιο, να επιβάλει ισόβια εφόσον υπήρχαν αποδείξεις. Ως προς τις φυλακές, δήλωσε ότι από το 2017 έως το 2019 κρατήθηκε στην Edirne FTP, μετά το 2019 στην Umjiye/Ünye Ordu LTP για οκτώ μήνες και στη συνέχεια στη Rize Kalkandere για σχεδόν ενάμιση χρόνο. Αποφυλακίστηκε, κατά τους ισχυρισμούς του, από τη Rize Kalkandere τον Οκτώβριο ή Νοέμβριο 2020 και παρέδωσε τα έγγραφα αποφυλάκισης στη λειτουργό κατά την παραλαβή του φακέλου του στις Κεντρικές Φυλακές, έχοντας εκτίσει την ποινή του, αλλά χωρίς να έχει τη δυνατότητα να ταξιδέψει λόγω ανοικτών φακέλων (ερ. 34 του Δ.Φ).
Για τις ανοιχτές υποθέσεις δήλωσε ότι δημιουργήθηκαν επειδή είναι Κούρδος, ότι οι τουρκικές αρχές μπορούν να ανοίξουν φάκελο για οποιονδήποτε λόγο, ακόμη και αυθαίρετα. Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει πώς αποφυλακίστηκε ενώ είχε ανοικτούς φακέλους, απάντησε ότι κάποιοι ήταν ήδη ανοικτοί όσο βρισκόταν στη φυλακή και δεν μπορούσαν να τον φυλακίσουν δεύτερη φορά, ενώ άνοιξε και φάκελος για μη στράτευση. Οι κατηγορίες, αφορούσαν μη στράτευση, διαφωνίες με τις τουρκικές πεποιθήσεις, απειλές κατά αστυνομικών, το ότι, μολονότι εμφανιζόταν ως Τούρκος στα έγγραφα, δεν ήθελε την Τουρκία, καθώς και τρεις φακέλους για άρθρα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου οι αρχές θεώρησαν ότι αποκάλεσε την τουρκική κυβέρνηση ρατσιστική. Ως προς τον χρόνο των φακέλων, δήλωσε ότι κάθε ένας άνοιξε σε διαφορετικό έτος, ότι υπήρχαν περίπου 15 έως 20 ανοικτοί φάκελοι εντοπίσιμοι στο e-devlet, ότι ένας άνοιξε το 2013 χωρίς να το γνωρίζει και ένας για τη στρατιωτική θητεία το 2006. Τους εντόπισε, μετά την αποφυλάκιση μέσω e-devlet με τον αριθμό ταυτότητάς του. Διευκρίνισε ότι κάποιοι δεν θα τον οδηγούσαν από μόνοι τους στη φυλακή, ότι κανονικά φάκελοι χωρίς αποδείξεις κλείνουν μετά από πέντε χρόνια, αλλά επειδή είναι Κούρδος κάποιοι παρέμειναν ανοικτοί δέκα χρόνια, ενώ άλλοι είχαν ήδη κλείσει. Μετά την αποφυλάκιση, δήλωσε ότι οι αρχές δεν του έδωσαν ούτε διαβατήριο ούτε ταυτότητα και ότι έπρεπε να υπογράφει καθημερινά στο αστυνομικό τμήμα. Ερωτηθείς πώς ταξίδεψε στην Κύπρο, απάντησε ότι χρησιμοποίησε την παλαιά του ταυτότητα. Ως προς την υποχρέωση υπογραφής, ανέφερε αρχικά ότι ίσχυε από το 2021 έως το 2022, στη συνέχεια διευκρίνισε ότι ίσχυε από τον Οκτώβριο 2020 έως το 2022, διότι αποφυλακίστηκε σχεδόν στο τέλος του 2020, και όταν του αντιπαραβλήθηκε προηγούμενη δήλωση περί αποφυλάκισης το 2021, απάντησε ότι αυτό οφειλόταν στο ότι η αποφυλάκιση ήταν σχεδόν στο τέλος του 2020. Δήλωσε ότι αυτό το μέτρο κανονικά διαρκεί έξι μήνες, αλλά λόγω πολιτικής καταδίκης του ζητήθηκε για έναν χρόνο (ερ. 33-32 του Δ.Φ.).
Επί της τρίτης του συνέντευξης, κληθείς να περιγράψει τις συνθήκες στη φυλακή, ανέφερε ότι οι Κούρδοι πολιτικοί κρατούμενοι κρατούνται σε διαφορετικά κελιά. Περιέγραψε το καθημερινό πρόγραμμα και δήλωσε ότι δεν τους επιτρεπόταν να μιλούν για τη χώρα ή τις δραστηριότητές τους, ούτε να βγαίνουν έξω, και ότι οι πολιτικοί κρατούμενοι περνούν πρώτα ένα έτος απομόνωσης και μετά μεταφέρονται σε κελί με άλλους, οι οποίοι τους ανακρίνουν ώστε να διαπιστώσουν την ταυτότητά τους. Για την απομόνωση είπε μόνο ότι διάβαζε βιβλία. Στα υπόλοιπα χρόνια είχε τσαγιέρα και μικρό σκεύος, μαγείρευαν μόνοι τους, δεν τους παρεχόταν τίποτα, πλήρωναν το ηλεκτρικό ρεύμα που χρησιμοποιούσαν και είχαν τηλεόραση μόνο για ειδήσεις (ερ. 45 του Δ.Φ.).
Περαιτέρω, σχετικά με την απόδραση τεσσάρων Κούρδων συγκρατουμένων στην Ordu, δήλωσε ότι έκοψαν σεντόνια και τα έδεσαν ως σκάλα, έκοψαν ξύλο σκούπας, άνοιξαν σήραγγα μέσα στο κελί, γέμισαν κουβά με λάδι, έβαλαν φωτιά και έφυγαν. Δεν απέδρασε μαζί τους διότι στο κελί ήταν έξι άτομα και έπρεπε να μείνουν δύο ώστε, κατά την καταμέτρηση, οι φύλακες να δουν πρόσωπα στην πύλη και να μην ανοίξουν για έλεγχο. Οι τέσσερις δραπέτες ήταν αντάρτες και, κατά τους αρχικούς ισχυρισμούς του, στο τελευταίο έτος της καταδίκης τους· όταν του αντιπαραβλήθηκε ότι ο ίδιος είχε περισσότερα χρόνια να εκτίσει, απάντησε ότι οι αντάρτες είχαν ισόβια. Όταν του τέθηκε ότι είχε δώσει διαφορετική αλληλουχία φυλακών, απάντησε ότι η απομόνωση ήταν στην Edirne για έναν χρόνο και έπειτα στην Bursa, όπου είχε ήδη σχεδιαστεί η απόδραση. Μετά την απόδραση, οι φύλακες και δικαστής τούς ρώτησαν πού ήταν οι δραπέτες, εκείνοι απάντησαν ότι κοιμούνταν και δεν γνώριζαν, τέθηκαν σε απομόνωση για μία εβδομάδα, ξυλοκοπήθηκαν και στη συνέχεια μεταφέρθηκαν σε άλλο κελί. Όπως ανέφερε μετά την αποφυλάκισή του παρέμεινε στην Τουρκία για 8-9 μήνες χωρίς να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα από τις αρχές(ερ. 44 του Δ.Φ.).
Για την ελευθερία πολιτικού λόγου, επιβεβαίωσε ότι έφυγε λόγω έλλειψης δυνατότητας έκφρασης των πολιτικών του απόψεων. Εξήγησε ότι έγραφε άρθρα με ψευδώνυμο, ότι οι αρχές είχαν φωτογραφίες της σύλληψής του με χειροπέδες, ότι είχε βασανιστεί και ότι ακόμη και σε ξενοδοχείο, αν έδινε ταυτότητα, θα εμφανιζόταν έγγραφο με τις πολιτικές του υποθέσεις. Δήλωσε ότι επισκεπτόταν χώρες και χωριά του Κουρδιστάν, έγραφε άρθρα, έκανε συνεντεύξεις με ηλικιωμένους για το παρελθόν και ασχολείτο με αυτά επί 22-24 χρόνια. Ερωτηθείς πού δημοσιεύονταν τα άρθρα, απάντησε αρχικά σε ένα πολιτικό κόμμα στο Diyarbakir, όχι το PKK, και ότι πήγαινε σε πολλά πολιτικά κόμματα και ρωτούσε τι θα μπορούσε να γίνει για τα χωριά· όταν του επισημάνθηκε ότι δεν απάντησε, διευκρίνισε ότι δημοσιεύονταν σε ιστοσελίδες που έχουν πλέον κλείσει. Ως ψευδώνυμα ανέφερε «Andrey zizek», «Xenphinook», «Zelzele zopros» και «Dr. Muhsin Slan Saruhanoglu». Ως προς την πρώτη επαφή με την πολιτική, δήλωσε αρχικά ότι ήταν στο λύκειο, το 2001-2002, επειδή ο τουρκικός στρατός έκαψε κουρδικά χωριά, μεταξύ αυτών και το δικό του, με αποτέλεσμα η οικογένεια να μετακινηθεί στο Diyarbakir. Ανέφερε ότι το χωριό κάηκε το 1992 και ότι στο σχολείο έμαθε αρμενικά και άλλες γλώσσες, όπως κουρδικά και zaza. Όταν του αντιπαραβλήθηκε ότι, εφόσον γεννήθηκε το 1989, δεν μπορούσε να έχει ανάμνηση του 1992, απάντησε ότι γεννήθηκε το 1986 αλλά στην ταυτότητά του αναγράφηκε το 1989. Στη συνέχεια δήλωσε ότι πρώτη επαφή με την πολιτική είχε το 1999, όταν συνειδητοποίησε τη διαφορά Τούρκων και Κούρδων, ενώ και ο πατέρας και ο αδελφός του είχαν πολιτική δράση. Όταν του αντιπαραβλήθηκε η προηγούμενη αναφορά στο 2002, απάντησε ότι το 1999 ήταν η πρώτη συνειδητοποίηση της σύγκρουσης Τούρκων-Κούρδων (ερ. 43 του Δ.Φ.).
Για την κομματική του εμπλοκή, δήλωσε ότι ήρθε σε επαφή με το HADEP το 2002, με το PKK μεταξύ 2011-2014 και στη συνέχεια με το HDP μέχρι σήμερα. Ισχυρίστηκε ότι HADEP, PKK και HDP είναι το ίδιο πολιτικό κόμμα που αλλάζει ονομασίες επειδή η τουρκική κυβέρνηση τα χαρακτηρίζει παράνομα (ερ. 43-7χ του Δ.Φ.). Ανέφερε ότι ο πατέρας του ήταν μέλος του HADEP και ότι μέλη του κόμματος επισκέπτονταν την οικογένεια όταν ο πατέρας ήταν στη φυλακή, όταν ο ίδιος ήταν στο λύκειο, λέγοντάς τους ιστορίες για το Κουρδιστάν και τον αγώνα κατά των Τούρκων. Δήλωσε ότι είναι μέλος αυτού του πολιτικού κόμματος, ότι έγινε μέλος το 2007 όταν ονομαζόταν BDP και ότι η διαδικασία συνίσταται στο να μεταβεί κάποιος στο κόμμα, να γράψει το όνομά του και να υπογράψει. Όταν του αντιπαραβλήθηκε ότι προηγουμένως δήλωσε συμμετοχή στο PKK από το 2010 έως το 2017, ενώ στη συνέχεια από το 2007 έως σήμερα, απάντησε ότι όλα αυτά ήταν ένα, ότι το HADEP είναι το πολιτικό μέρος και ότι ξεκίνησε από το χωριό. Ως καθήκοντα ανέφερε ότι τους μιλούσαν για την ιστορία των Κούρδων και για όσα έκανε η Τουρκία στους Κούρδους (ερ. 42-1χ-6χ του Δ.Φ.).
Για τη δράση του στα βουνά, δήλωσε ότι βρισκόταν εκεί κατά την περίοδο 2011-2013. Ως δραστηριότητες ανέφερε ότι, όταν ερχόταν νέο μέλος, το μετέφερε από ένα σημείο σε άλλο και ότι εκτιμούσαν από πού προερχόταν το φαγητό και τα οικονομικά. Για τη μετάβασή του στο Ιράκ για σπουδές και πολιτικούς λόγους, ανέφερε ότι βρισκόταν στην περιοχή του Κουρδιστάν και προσπαθούσε να δημιουργήσει επαφές με Κούρδους που μιλούσαν τη δική του διάλεκτο. Ως πολιτική δράση στο Ιράκ ανέφερε ότι προωθούσε το κόμμα στο οποίο ήταν μέλος και ότι προωθούσε την ιδέα του Κουρδιστάν (ερ. 42-8χ-11χ του Δ.Φ.).
Για τη φωτογραφική του δραστηριότητα, ρωτήθηκε σχετικά με προηγούμενη δήλωση ότι πωλούσε φωτογραφίες στο Reuters και στο AFP. Απάντησε ότι πρόσωπα από κουρδικό χωριό με διασυνδέσεις τον βοήθησαν και ότι επικοινώνησε μαζί τους μέσω Twitter. Γνώριζε, κατά τον ίδιο, ότι τα μέσα αυτά μπορούσαν να προβάλουν φωτογραφίες παγκοσμίως και γι’ αυτό τους τις έστειλε· οι φωτογραφίες του, όπως είπε, δημοσιεύονταν με το όνομά του. Για φωτογραφίες σε διαγωνισμούς στην Τουρκία και στο εξωτερικό, δήλωσε ότι ήταν φωτογραφίες τοπίων/θέας, μη πολιτικές, και ότι τις έστελνε σε διάφορες ιστοσελίδες. Όταν όμως του αντιπαραβλήθηκε ότι είχε πει πως φωτογράφιζε για διάφορα πολιτικά κόμματα στην Τουρκία, απάντησε ότι έστελνε φωτογραφίες στα κουρδικά κόμματα. Δήλωσε ότι φωτογραφίζει από το 2004 έως σήμερα, «ό,τι του αρέσει», φωτογραφίες που μπορούν να εντοπιστούν στο Google, καθώς και την ιστορία του Κουρδιστάν. Όταν ζητήθηκε μεγαλύτερη ακρίβεια, ανέφερε ότι φωτογράφιζε επιθέσεις της αστυνομίας κατά Κούρδων και, εάν πολιτικό κόμμα είχε συνάντηση, συμμετείχε ως φωτογράφος για κάλυψη της εκδήλωσης. Όταν του τέθηκε πώς, ως μέλος του PKK, φωτογράφιζε εκδηλώσεις άλλων κομμάτων, απάντησε ότι όλα είναι κουρδικά πολιτικά κόμματα, γνωρίζονται μεταξύ τους και υπάρχουν πολλά κουρδικά κόμματα (ερ. 41 του Δ.Φ.).
Ως προς τον φόβο σε περίπτωση επιστροφής, δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στην Τουρκία. Ανέφερε ότι οι τουρκικές αρχές πιστεύουν πως θα κάνει προπαγάνδα υπέρ των Κούρδων και ότι γνωρίζει zaza, gorani, sorani, asuri και kurmanji, οπότε, εάν συνδεθεί με τα πρόσωπα που μιλούν αυτές τις γλώσσες, θα μπορούσε να πραγματοποιήσει σημαντική προπαγάνδα (ερ. 41 του Δ.Φ.). Επιβεβαίωσε ότι, κατά τους ισχυρισμούς του, οι αρχές δεν θα του επέτρεπαν την επιστροφή επειδή μπορεί να επικοινωνεί με διαφορετικές κουρδικές ομάδες και να προωθεί κουρδική προπαγάνδα. Πρόσθεσε ότι σε κάθε χώρα του Κουρδιστάν οι Κούρδοι μιλούν τη γλώσσα του κράτους, π.χ. στην Τουρκία τουρκικά, και ότι ούτε το PKK επιθυμεί την επιστροφή του, διότι δεν θέλει όλοι οι Κούρδοι να μιλούν Kurmanji· φοβούνται, κατά τον ίδιο, ότι θα τους ενώσει και θα τους κάνει να μιλούν Kurmanji, ενώ το PKK θέλει οι Κούρδοι να μιλούν τουρκικά, αφού ζουν στην Τουρκία (ερ. 40 του Δ.Φ.).
Σε σχέση με τον μελλοντικό του φόβο δήλωσε ότι έχει ήδη δύο καταδίκες και ανοικτούς φακέλους, ότι μπορεί να φυλακιστεί.
Ερωτηθείς γιατί τα προσκομισθέντα έγγραφα δεν φέρουν σφραγίδα και υπογραφή, απάντησε ότι στην Τουρκία οι δικαστές δεν σφραγίζουν ούτε υπογράφουν τις αποφάσεις επειδή είναι εύκολο να αντιγραφούν. Ως προς την προέλευσή τους, δήλωσε ότι του τα έστειλε ο δικηγόρος του, ότι τα είχε όταν ήρθε στην Κύπρο και ότι τα έφερε στη φυλακή. Όταν του ζητήθηκε να συνδεθεί στο e-devlet για τους ανοικτούς φακέλους, απάντησε ότι είχε ξεχάσει τον κωδικό πρόσβασης (ερ. 40-1χ-3χ του Δ.Φ.).
Προς επίρρωση των ισχυρισμών του ο Αιτητής προσκόμισε στην Υπηρεσία Ασύλου έγγραφα.
Κατά την αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε τρεις (3) ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από τις δηλώσεις του. Ο πρώτος αφορούσε την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ του Αιτητή, ο δεύτερος τον ισχυριζόμενο φόβο του λόγω του ότι είχε φυλακιστεί στην Τουρκία και ο τρίτος την επικαλούμενη έλλειψη ελευθερίας πολιτικού λόγου στην Τουρκία.
Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός καθώς κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του ήταν σαφείς, συγκεκριμένες και συνεπείς με τα προσκομισθέντα έγγραφα και πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής.
Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι τον ισχυριζόμενο φόβο του Αιτητή λόγω του ότι είχε φυλακιστεί στην Τουρκία, ο λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες για ζητήματα που άπτονται του πυρήνα του αιτήματός του και ότι, όταν κλήθηκε να παράσχει περισσότερες πληροφορίες, υπέπεσε σε αντιφάσεις, ασυνέπειες και έλλειψη επαρκών πληροφοριών.
Ειδικότερα, ο λειτουργός εντόπισε αντίφαση ως προς τον τόπο της ισχυριζόμενης σύλληψής του, καθότι ο Αιτητής αρχικά δήλωσε ότι συνελήφθη στην Urfa, ενώ μεταγενέστερα ανέφερε ότι συνελήφθη στο Suruc. Περαιτέρω, διαπιστώθηκαν αντιφάσεις σχετικά με τις συνθήκες διαμονής του στη φυλακή, αφού αρχικά δήλωσε ότι ζούσε σε κελί μόνος του από το 2017 έως το 2019, ενώ στη συνέχεια δήλωσε ότι ζούσε σε κελί με άλλα πέντε άτομα από το 2018 έως το 2019, εκ των οποίων οι τέσσερις δραπέτευσαν. Ο λειτουργός σημείωσε επίσης έλλειψη ευλογοφάνειας, καθότι, ενώ τέσσερις συγκρατούμενοί του φέρονται να κατάφεραν να αποδράσουν, ο ίδιος παρέμεινε στο κελί του, εξηγώντας σε διευκρινιστική ερώτηση ότι οι υπόλοιποι ήταν στο τέλος της ποινής τους, ενώ ο ίδιος μόλις ξεκινούσε να την εκτίει, απάντηση που κρίθηκε μη πειστική. Επιπλέον, ο Αιτητής παρουσίασε χρονική αντίφαση ως προς την αποφυλάκισή του, καθώς αρχικά δήλωσε ότι αποφυλακίστηκε τον Νοέμβριο του 2020, στη συνέχεια δήλωσε ότι αποφυλακίστηκε το 2021, ενώ σε διευκρινιστική ερώτηση απάντησε ότι «ήταν σχεδόν 2021», πλήττοντας περαιτέρω την αξιοπιστία του. Περαιτέρω, ο λειτουργός σημείωσε σοβαρή ασυνέπεια, καθότι ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω των ανοικτών φακέλων που έχει στην Τουρκία, πλην όμως ο ίδιος δήλωσε ότι οι εν λόγω φάκελοι υπάρχουν από το 2006 και ότι τίποτα δεν του συνέβη σε σχέση με αυτούς. Σε διευκρινιστική ερώτηση απάντησε ότι οι κατηγορίες των ανοικτών φακέλων δεν εμπίπτουν σε λόγους φυλάκισης, γεγονός που έπληξε περαιτέρω την αξιοπιστία των ισχυρισμών του. Ο λειτουργός έκρινε επίσης ότι δεν υφίσταται ευλογοφάνεια, καθότι ο Αιτητής δήλωσε ότι εξέτισε την ποινή του, αποφυλακίστηκε επισήμως και, μετά την αποφυλάκισή του, δεν είχε οποιοδήποτε περιστατικό με τις τουρκικές αρχές. Τέλος, διαπιστώθηκε αντίφαση ως προς τα ταξιδιωτικά του έγγραφα, αφού ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι το τουρκικό κράτος του πήρε το διαβατήριο και την ταυτότητα, ώστε να μην διαφύγει από τη χώρα, σε προγενέστερο στάδιο είχε δηλώσει ότι ταξίδεψε με την πολιτική του ταυτότητα. Σε διευκρινιστική ερώτηση ανέφερε ότι χρησιμοποίησε την «παλιά του πολιτική ταυτότητα». Ο λειτουργός επισήμανε περαιτέρω ότι ο Αιτητής φέρεται να κατάφερε να ταξιδέψει από την Τουρκία χωρίς πρόβλημα, περνώντας από αστυνομικό έλεγχο, παρότι ισχυριζόταν ότι υπήρχαν ανοικτοί φάκελοι εις βάρος του και ενώ, ως αποφυλακισθέν πρόσωπο, όφειλε να υπογράφει εβδομαδιαίως σε αστυνομικό σταθμό. Όταν του αντιπαραβλήθηκε ότι, υπό τα δεδομένα αυτά, θα ανέμενε κανείς να υπάρχουν περιορισμοί στις κινήσεις του, απάντησε ότι αυτό ίσχυε μέχρι το 2022, όταν ο δικηγόρος του απέστειλε επιστολή στον δικαστή και αιτήθηκε να μπορεί να κινείται ελεύθερα στη χώρα, χωρίς ωστόσο να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ισχυρισμού, ο λειτουργός σημείωσε ότι ο Αιτητής προσκόμισε έγγραφα δικαστηρίου προς υποστήριξη των ισχυρισμών του. Ωστόσο, τα εν λόγω έγγραφα κρίθηκαν ανυπόγραφα και χωρίς επίσημη σφραγίδα. Ερωτηθείς σχετικά, ο Αιτητής δήλωσε ότι οι δικαστές δεν υπογράφουν και δεν σφραγίζουν έγγραφα, ενώ, όταν ρωτήθηκε αν μπορεί να συνδεθεί με την ηλεκτρονική πλατφόρμα e-devlet ώστε να τεκμηριώσει τα έγγραφά του, απάντησε ότι έχασε τον κωδικό του. Ο λειτουργός επεσήμανε ότι δεν εξευρέθηκαν εξωτερικές πηγές πληροφόρησης που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του Αιτητή και ότι η εξωτερική αξιοπιστία των εγγράφων δεν γίνεται αποδεκτή. Στη βάση των αντιφάσεων, των ασυνεπειών και της έλλειψης ευλογοφάνειας και επαρκών πληροφοριών, ο ισχυρισμός περί φόβου λόγω προηγούμενης φυλάκισης στην Τουρκία απορρίφθηκε.
Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι την επικαλούμενη έλλειψη ελευθερίας πολιτικού λόγου στην Τουρκία, ο λειτουργός έκρινε ότι και ως προς αυτό το μέρος του αιτήματος ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες για ζητήματα που άπτονται του πυρήνα του ισχυρισμού του. Συγκεκριμένα, όταν κλήθηκε να διευκρινίσει την έννοια της έλλειψης ελευθερίας πολιτικού λόγου στην Τουρκία, απάντησε με γενικόλογες αναφορές ότι «η τουρκική κυβέρνηση δεν αναγνωρίζει τον κουρδικό λαό, ούτε την κουρδική γλώσσα», χωρίς να είναι σε θέση να παράσχει επαρκείς πληροφορίες σχετικά με το πώς ο ισχυρισμός αυτός συνδέεται προσωπικά με τον ίδιο. Ο λειτουργός κατέληξε ότι ο Αιτητής δεν υποστήριξε επαρκώς το προσωπικό στοιχείο του εν λόγω ισχυρισμού. Περαιτέρω, εντοπίστηκε αντίφαση στον πυρήνα του αιτήματος, καθότι, ενώ ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι υπάρχει έλλειψη πολιτικού λόγου στην Τουρκία, εντούτοις δήλωσε ότι αρθρογραφούσε επί 22 έως 24 έτη για το Κουρδιστάν. Επιπλέον, ενώ ισχυρίστηκε ότι αρθρογραφούσε σε διαδικτυακές σελίδες και ότι τα άρθρα του παραμένουν εκτεθειμένα μέχρι και σήμερα, όταν του ζητήθηκε να τα παρουσιάσει, δήλωσε ότι οι διαδικτυακές σελίδες έχουν κλείσει. Ο λειτουργός κατέγραψε επίσης πολλαπλές χρονικές αντιφάσεις σχετικά με την εμπλοκή του στην πολιτική, αφού ο Αιτητής αρχικά τοποθέτησε την αρχή της εμπλοκής του το 2010 ως μέλος του PKK, ακολούθως δήλωσε το 1999 ως αφετηρία της πολιτικής του δράσης και στη συνέχεια το 2001. Αντίστοιχες χρονικές αντιφάσεις παρουσιάστηκαν και ως προς το πότε ήταν μέλος του PKK, καθώς αρχικά δήλωσε ότι ήταν μέλος από το 2010 μέχρι το 2017, ενώ στη συνέχεια δήλωσε ότι ήταν μέλος από το 2011 μέχρι το 2014.
Επιπλέον, ο λειτουργός διαπίστωσε σοβαρή έλλειψη ευλογοφάνειας αναφορικά με την επικαλούμενη πολιτική δράση του Αιτητή ως μέλους του PKK, διότι, όταν του τέθηκαν διευκρινιστικές ερωτήσεις, ο Αιτητής δεν μπόρεσε να παραθέσει συγκεκριμένες πληροφορίες για τη διαδικασία εγγραφής του ως μέλους, για τις αρμοδιότητές του ως «σημαντικό μέλος του PKK» και για την ισχυριζόμενη δράση του στα βουνά. Αντιθέτως, απαντούσε με γενικόλογες αναφορές, δηλώνοντας, μεταξύ άλλων, ότι «διάβασε πολλά βιβλία» και, αναφορικά με τη δράση του στα βουνά, ότι «όταν ερχόταν ένα καινούργιο μέλος, πήγαινε και τον έπαιρνε, υπολόγιζε πότε ερχόταν το φαγητό, για τα λογιστικά, αυτά». Συνεπώς, ο λειτουργός έκρινε ότι από τους ισχυρισμούς του Αιτητή ελλείπει το προσωπικό στοιχείο και η ευλογοφάνεια και ότι ο Αιτητής δεν παρέθεσε επαρκείς και ικανοποιητικές πληροφορίες για την επικαλούμενη πολιτική του δράση.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του τρίτου ισχυρισμού, ο λειτουργός σημείωσε ότι τα όσα ανέφερε ο Αιτητής στη συνέντευξή του αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και ότι, λόγω της εγγενώς υποκειμενικής φύσης των δηλώσεων, δεν δικαιολογείται ανάλυση μέσω άλλων εξωτερικών πηγών πληροφόρησης. Δεδομένου ότι ο Αιτητής υπέπεσε σε αντιφάσεις, ασυνέπειες και έλλειψη επαρκών πληροφοριών, ο ισχυρισμός περί έλλειψης ελευθερίας πολιτικού λόγου στην Τουρκία απορρίφθηκε.
Ακολούθως, ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου προχώρησε σε αξιολόγηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου στη βάση των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών που έγιναν αποδεκτά, ήτοι αποκλειστικά του ισχυρισμού περί ταυτότητας, χώρας καταγωγής και προσωπικών στοιχείων/προφίλ του Αιτητή. Ο λειτουργός έκρινε ότι, λαμβάνοντας υπόψη τους ισχυρισμούς του Αιτητή και τις διαθέσιμες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής θα υποστεί κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης λόγω του προφίλ του και της κουρδικής καταγωγής του. Ειδικότερα, από το γενικότερο προφίλ του ως νέου άνδρα, υπηκόου Τουρκίας, άθεου, ο οποίος γεννήθηκε και διέμενε στο Diyarbakir, δεν προκύπτει κίνδυνος δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Συνεπώς, ο λειτουργός διαπίστωσε ότι δεν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να γίνει πιστευτό ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στην Τουρκία, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Κατά τη νομική ανάλυση, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι, από τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς του Αιτητή και την αξιολόγησή τους, δεν προκύπτουν τα απαιτούμενα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στην Τουρκία για κάποιον από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, στο άρθρο 2(δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και στα άρθρα 3 και 3Δ του περί Προσφύγων Νόμου 2000-2020. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι δεν προκύπτει κανένα στοιχείο που να τεκμηριώνει δικαιολογημένο φόβο δίωξης από κρατικά ή μη κρατικά όργανα λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή πολιτικών πεποιθήσεων. Ως εκ τούτου, ο λειτουργός κατέληξε ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή στο καθεστώς του πρόσφυγα.
Περαιτέρω, ως προς την υπαγωγή σε καθεστώς συμπληρωματικής (επικουρικής) προστασίας, ο λειτουργός εξέτασε τις προϋποθέσεις του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου και διαπίστωσε ότι, σε περίπτωση επιστροφής στην Τουρκία, ο Αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(α), ούτε πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(β). Ο λειτουργός έλαβε υπόψη το κατώτατο όριο σοβαρότητας του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ και επεσήμανε ότι, ενόψει της μη επιβεβαίωσης δικαιολογημένου φόβου δίωξης ή κινδύνου σοβαρής και αδικαιολόγητης βλάβης, δεν συντρέχει λόγος παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας.
Ειδικότερα, ο λειτουργός έκρινε ότι ο κίνδυνος που μπορεί ευλόγως να αντιμετωπίσει ο Αιτητής κατά την επιστροφή του στην Τουρκία και συγκεκριμένα στην επαρχία Diyarbakir δεν συνιστά πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, σύμφωνα με τα άρθρα 15(α) και 15(β) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και τα άρθρα 19(2)(α) και 19(2)(β) του Περί Προσφύγων Νόμου 2000-2020. Ως προς το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο λειτουργός παρέθεσε ότι οι πρόσφατες πηγές πληροφόρησης για την κατάσταση ασφαλείας στην Τουρκία δεν κάνουν αναφορά σε οποιαδήποτε ενεργή ένοπλη σύρραξη, ιδίως στην επαρχία Diyarbakir και στην περιοχή Kulp, από όπου κατάγεται ο Αιτητής και όπου αναμένεται να επιστρέψει (ερ. 66-62 του Δ.Φ.). Περαιτέρω, ο λειτουργός συνεκτίμησε τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ήτοι ότι πρόκειται για άμαχο πολίτη, ενήλικο, μορφωμένο και υγιές άτομο, χωρίς ζητήματα ευαλωτότητας, με εργασιακή εμπειρία ως φωτογράφος και μάγειρας, γνώση αγγλικών, τουρκικών, Kurmanji, Sorani, Farsi και αραβικών, καθώς και ότι δεν διαπιστώθηκαν περιστατικά προηγούμενης δίωξης σε βάρος του. Κατόπιν τούτων, κρίθηκε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι, μόνο λόγω της παρουσίας του στην περιοχή επιστροφής, θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Ενόψει των ανωτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή.
Έπειτα από ενδελεχή εξέταση του διοικητικού φακέλου και όπως προκύπτει από τα στοιχεία που βρίσκονται σε αυτόν και απαντώντας στους προβαλλόμενους από τη συνήγορο του Αιτητή λόγους ακύρωσης, αναφέρονται τα παρακάτω:
Ως προς τον λόγο ακύρωσης που αφορά τη μη δέουσα έρευνα έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης.
Περαιτέρω, η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπεράσματα (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97, A.Ε.2371,Motorways Ltd ν Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).
Σε αυτό το σημείο, το Δικαστήριο αναφέρει ό,τι ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024 (στο εξής «Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347»), ο οποίος αντικαθιστά την Οδηγία 2011/95/ΕΕ και ρυθμίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης και το περιεχόμενο της διεθνούς προστασίας, εφαρμόζεται, δυνάμει του άρθρου 42 αυτού, από την 1η Ιουλίου 2026. Συνεπώς, κατά την εξέταση της ανάγκης για τη χορήγηση διεθνούς προστασίας στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, το Δικαστήριο οφείλει να εφαρμόσει τις διατάξεις του, ως ήδη εφαρμοστέες κατά το χρόνο της παρούσας κρίσης. Ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισης της ιδιότητας του πρόσφυγα και χορήγησης επικουρικής προστασίας, ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347, διατηρεί, κατ’ ουσίαν, τα βασικά κριτήρια υπαγωγής στα δύο καθεστώτα που προέβλεπαν η Οδηγία 2011/95/ΕΕ και οι αντίστοιχες διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου του 2000-2025.
Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου, 2010).
Περαιτέρω όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 606/91, ημερομηνίας 22.9.92, στις σελ. 2-3: «Το τι αποτελεί επαρκή έρευνα, εξαρτάται από τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Κηαί ν. The Republic (1987) 3 CLR 1534). Η έκταση της έρευνας που ένα διοικητικό όργανο διεξάγει για τη λήψη απόφασης εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης» (Δημοκρατίας ν. Γιαλλουρίδη και Άλλων), Αναθεωρητικές Εφέσεις 868, 868, ημερομηνίας 13.12.90)».
Αναφορικά με την πραγματική πλάνη «Σύμφωνα με προς αρχές του διοικητικού δικαίου, πλάνη περί τα πράγματα δημιουργείται όταν το αποφασίζον όργανο κατά την άσκηση προς διακριτικής του εξουσίας στηρίζεται σε γεγονότα και προϋποθέσεις που είναι εξ' αντικειμένου ανύπαρκτά ή όταν παραλείπει να λάβει υπόψη πραγματικά γεγονότα που αντικειμενικά κρινόμενα είναι ουσιώδη. Βέβαια εκείνος που προβάλλει ως λόγο ακύρωσης την πλάνη περί τα πράγματα, έχει και το βάρος της απόδειξης» (βλ.Υπόθεση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουαρίου, 2010 και Παπαδόπουλος v. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων (1190) 3ΑΑΔ 262, 267).
Έχει νομολογηθεί ότι δεν υφίσταται πλάνη περί τα πράγματα όταν η Διοίκηση σταθμίζει και αξιολογεί στοιχεία και γεγονότα όπως αυτά τίθενται ενώπιον της προς κρίση. Πλάνη περί τα πράγματα στοιχειοθετείται όταν αποδεικνύεται η αντικειμενική ανυπαρξία γεγονότων που έλαβε υπόψη του το αρμόδιο όργανο για να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.
Εν προκειμένω, ο λειτουργός υπέβαλε επαρκείς και ανοικτού τύπου ερωτήσεις στον Αιτητή τόσο σχετικά με τη φυλάκιση του, τη δράση και συμμετοχή του στο ΡΚΚ και την ελευθερία έκφρασης στη χώρα καταγωγής του. Ωστόσο, πράγματι η Διοίκηση κατά τον έλεγχο της εξωτερικής αξιοπιστίας των δεύτερου και τρίτου ισχυρισμών του Αιτητή, φαίνεται ότι δεν προέβη στη δέουσα έρευνα σε πηγές πληροφόρησης για τη κουρδική καταγωγή του Αιτητή, τα έγγραφα που προσκόμισε, τη δράση του ΡΚΚ γενικότερα. Περαιτέρω, από το αφήγημα του Αιτητή προκύπτουν δυο περαιτέρω ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν εξετάστηκαν από την Υπηρεσία Ασύλου. Η Διοίκηση, μη προβαίνοντας στη δέουσα έρευνα, ήταν αδύνατο να προχωρήσει σε ορθή αξιολόγηση της αξιοπιστίας του Αιτητή και εν γένει των ισχυρισμών κι επομένως βρισκόταν σε πραγματική πλάνη. Ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος ακύρωσης γίνεται δεκτός.
Η επάρκεια της αιτιολογίας, συναρτάται άμεσα με τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και τη φύση της κάθε υπόθεσης και εξαρτάται, όχι από την έκταση του λεκτικού της αλλά από την ουσία του περιεχομένου της. Μπορεί να είναι λακωνική, αρκεί να είναι επαρκής. Η μορφή και η έκταση της επιβαλλόμενης αιτιολογίας ποικίλλουν ανάλογα με το θέμα που πραγματεύεται η πράξη και τις συνθήκες που την περιβάλλουν. Βλ. Ράφτης v. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 345, Pissas v. Republic (1974) 3 C.L.R. 476
Σύμφωνα δε με το άρθρο 29 του Ν.158(Ι)/99 και την πάγια νομολογία, η αιτιολογία μιας πράξης μπορεί να συμπληρωθεί ή αναπληρωθεί από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, όπως και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας νοουμένου, όμως, ότι τα απαιτούμενα στοιχεία προκύπτουν από το φάκελο, κατά τρόπο βέβαιο και αναντίλεκτο (Παναγιωτίδης v. Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων κ.ά. (1998) 3 ΑΑΔ 342, Θ. Χριστοφή & Σία Λτδ v. Yπουργού Οικονομικών κ.ά. (1998) 3 ΑΑΔ 427), ως ισχύει στην παρούσα περίπτωση.
Η αιτιολογία μιας απόφασης για να θεωρείται ότι είναι σύμφωνη με τις Γενικές αρχές του Διοικητικού Δικαίου, Άρθρα 26 και 28 του Νόμου 158(Ι)/1999 και την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, θα πρέπει να περιέχει τους πραγματικούς λόγους και την νομική βάση στην οποία υπήγαγε τα γεγονότα ώστε να καταλήξει στη συγκεκριμένη απόφαση. Όμως η διατύπωση θα πρέπει να γίνεται με τρόπο που να δίνει την δυνατότητα στο Δικαστήριο να ελέγξει τη νομιμότητα της (Βλ. Φράγκου ν.). Δημοκρατίας (1998)3 Α.Α.Δ.270.
Η πραγματική πλάνη της Διοίκησης και η έλλειψη δέουσας έρευνας οδήγησαν σε έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας καθώς η Διοίκηση δεν ήταν σε θέση να συμπεριλάβει στην αξιολόγηση της όλες τις πληροφορίες αναφορικά με τα πραγματικά περιστατικά τα οποία επικαλέστηκε ο Αιτητής.
Στα πλαίσια της εξουσίας του Δικαστηρίου να εξετάζει τόσο την νομιμότητα όσο και την ουσία στη βάση του άρθρου 11 (3) (α) του περί Προσφύγων νόμου, ήτοι το Δικαστήριο «προβαίνει σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής [.] τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν» και «την ανάγκη χορήγησης διεθνούς προστασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου, σε περίπτωση που προσβάλλεται απόφαση η οποία συνεπάγεται τη μη χορήγηση τέτοιας προστασίας» - θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο τα στοιχεία που βρίσκονται στο διοικητικό φάκελο όσο και τα προσκομισθέντα δια των ένορκων δηλώσεων του Αιτητή τα οποία το δικαστήριο στη πορεία θα αξιολογήσει ,αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου ώστε να χορηγηθεί στον Αιτητή διεθνή Προστασία.
Κατ' αρχάς, κρίνω ως ορθή από τους Καθ' ων η αίτηση την αποδοχή του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού ο οποίος αφορά την ταυτότητα, το προσωπικό προφίλ, ήτοι άθεος, άγαμος, άτεκνος, καταγωγής Κουρδικής, με υποστηρικτικό δίκτυο και την χώρα καταγωγής και περιοχή τελευταίας/συνήθους διαμονής του Αιτητή εκεί (υπήκοος Τουρκίας, Diyarbakir). Αναφορικά με την αποφοίτηση του Αιτητή από το Λύκειο, το παρόν Δικαστήριο δεν αμφισβητεί το έτος αποφοίτησης του Αιτητή, ενόψει και του Τεκμηρίου 1 που προσκόμισε επί της Ένορκής του Δήλωσης, ημερ. 18/09/2024.
Αξιολογώντας τον δεύτερο ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι τον ισχυριζόμενο φόβο λόγω φυλάκισης του στη Τουρκία, πράγματι διαφαίνεται ότι δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές πληροφορίες σχετικά με τον λόγο και τη διάρκεια φυλάκισης του, τις συνθήκες της φυλάκισης του και τις «ανοικτές υποθέσεις» εναντίον του. Ειδικότερα, αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους αναχώρησε από την πατρίδα του παρατηρείται αρχικά ότι οι πληροφορίες που παρείχε δεν κρίνονται ικανοποιητικές. Αφενός, διότι δεν διέπονται από επάρκεια καθώς ο βαθμός παρεχομένων πληροφοριών δεν αρκεί ώστε να σχηματιστεί απαραίτητη εικόνα για την στοιχειοθέτηση των ισχυρισμών. Αφετέρου, διότι δεν διέπονται από την απαιτούμενη πτυχή της ιδιαιτερότητας που αφορά τις προσωπικές, ατομικές περιστάσεις και τον τρόπο με τον οποίο βιώνεται και εκφράζεται ένα γεγονός. Η βασική ιστορία πολλών υποθέσεων μπορεί να είναι ιδιαίτερα παρεμφερής, αλλά κάθε υπόθεση έχει τις δικές της μεμονωμένες ιδιαιτερότητες οι οποίες την καθιστούν μοναδική πράγμα το οποίο ελλείπει από την αφήγηση του Αιτητή. Επιπροσθέτως, ο Αιτητής υπέπεσε σε αντιφάσεις σε κομβικά σημεία της αφήγησης του, τα οποία πλήττουν την αξιοπιστία του. Ο Αιτητής υπέπεσε σε σωρεία αντιφάσεων και χρονικών ασυνεπειών, ως προς το τόπο της ισχυριζόμενης σύλληψης του και τον χρόνο αποφυλάκισης του. Αρχικά ισχυρίστηκε πως αποφυλακίστηκε το έτος 2021 (ερ. 28-4χ του Δ.Φ.), ακολούθως στις συνεντεύξεις του αναφέρθηκε Οκτώβριο/Νοέμβριο του 2020 (ερ. 34 του Δ.Φ). Κληθείς να σχολιάσει την ασάφεια, απάντησε ότι η διαφορά ήταν λόγω του ότι ήταν προς το τέλος του 2020(ερ. 32 του Δ.Φ.), απάντηση χωρίς την απαιτούμενη σοβαρότητα. Ταυτόχρονα, παρατηρείται σημαντική ανακολουθία σχετικά με τη δικαστική του πορεία, αφού ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με σαφήνεια τον λόγο φυλάκισης του, περιοριζόμενος σε γενικές αναφορές περί δίωξης λόγω άρθρων που είχε γράψει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και λόγω της συμμετοχής του στο PKK (ερ. 36 του Δ.Φ.). Περαιτέρω, παρατηρείται αντίφαση στα λεγόμενα του ως προς τη κατηγορία μη στράτευσης του. Ενώ αρχικά ισχυρίστηκε πως αποτελούσε μια εκ των ανοιχτών υποθέσεων εναντίον του, στο τέλος της συνέντευξης του δήλωσε ότι είχε δυο καταδικαστικές αποφάσεις, μια εκ των οποίων λόγω της μη στράτευσης του(ερ. 40 του Δ.Φ.). Επιπλέον, όπως επεσήμαναν οι Καθ’ ων η αίτηση προέβη σε αντικρουόμενες δηλώσεις ως προς τις συνθήκες διαμονής στη φυλακή. Αναμένεται από ένα άτομο το οποίο τελούσε υπό κράτηση για 3-4 έτη να είναι σε θέση να περιγράψει με ακρίβεια τις συνθήκες κράτησης του, πόσω μάλλον εφόσον ο ίδιος ισχυρίστηκε πως κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής μεταφέρθηκε σε 4 διαφορετικές φυλακές. Περαιτέρω, κληθείς να διευκρινίσει πώς κατάφερε να διαφύγει από την χώρα, ενώ ως ισχυρίστηκε εκκρεμούν από το έτος 2006 ανοιχτοί φάκελοι εναντίον του, απάντησε ότι χρησιμοποίησε τη «παλιά του ταυτότητα» για να ταξιδέψει, ισχυρισμός ο οποίος δεν κρίνεται εύλογος. Ως παρατηρείται, από το αντίγραφο της πολιτικής ταυτότητας του Αιτητή, με αριθμό 3ΧΧΧΧΧΧΧ644 φέρει ισχύ έως το έτος 2028 (ερ. 8 του Δ.Φ.), με το οποίο ταξίδεψε χωρίς να αντιμετωπίσει οιονδήποτε πρόβλημα κατά την αναχώρηση του από το αεροδρόμιο (ερ. 28, 22 του Δ.Φ.). Επιπλέον, ο Αιτητής δήλωσε πως εξέτισε τη ποινή και αποφυλακίστηκε (ερ. 34-1χ του Δ.Φ.) και από την αποφυλάκιση του δεν αντιμετώπισε οιονδήποτε πρόβλημα από τις αρχές της χώρας καταγωγής του (ερ. 44-1χ του Δ.Φ.).
Προχωρώντας στην εξέταση του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού, ήτοι έλλειψη ελευθερίας πολιτικού λόγου στη Τουρκία, αναφέρω πως αποδέχομαι τα σημεία αντιφάσεων και ασυνεπειών που καταγράφηκαν από τον αρμόδιο λειτουργό επί της Έκθεσης/Εισήγησης. Ειδικότερα, παρατηρώ ότι ο Αιτητής παρέμεινε γενικός και αόριστος στις διατυπώσεις του σχετικά με τον ισχυρισμό του περί έλλειψης ελευθερίας πολιτικού λόγου, καθότι ο ίδιος δήλωσε πως αρθρογραφούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Εντούτοις, ως προς τις διαδικτυακές σελίδες καθώς και τα άρθρα του δεν ήταν σε θέση να τα παρουσιάσει ενώ οι διαδικτυακές σελίδες έχουν κλείσει. Συμμερίζομαι την άποψη του αρμόδιου λειτουργού ότι ο Αιτητής δεν μπόρεσε να παραθέσει με λεπτομέρειες τη πολιτική του δράση, οι αναφορές του ως προς την εμπλοκή του, το ρόλο του, τη χρονική περίοδο συμμετοχής του στο ΡΚΚ, χαρακτηρίζονται με γενικότητα, αντιφάσεις και ελλείπει ουσιαστική βιωματική εμπειρία στις δηλώσεις του. Ως προς τη συμμετοχή του στο ΡΚΚ, παρατηρείται πως σε κάθε συνέντευξη προέβαινε σε διαφορετική δήλωση ως προς τη περίοδο συμμετοχής του, στη πρώτη συνέντευξη ανέφερε πως συμμετείχε από το 2010 έως το 2017 (ερ. 23-2χ), στη δεύτερη από το 2010 έως το 2020(ερ. 34 του Δ.Φ.), ενώ, στη τρίτη συνέντευξη ανέφερε πως ήρθε σε επαφή αρχικά με το κόμμα HADEP το έτος 2002, στο ΡΚΚ από το 2011 έως 2014 και ακολούθως στο πολιτικό κόμμα HDP μέχρι και σήμερα και πως και τα τρία κόμματα αποτελούν ίδιο κόμμα με διαφορετικές ονομασίες (ερ. 43-7χ του Δ.Φ.). Επιπλέον, δεν ήταν σαφής ως προς το ρόλο του στο ΡΚΚ, ερωτηθείς να περιγράψει τα καθήκοντα ανέφερε γενικά και αόριστα ότι τους έλεγαν για την ιστορία του κουρδικού λαού και τι έκανε η Τουρκία στο κουρδικό λαό και πως ο ίδιος διάβαζε πολλά βιβλία, χωρίς να παράσχει οποιαδήποτε πρόσθετη πληροφορία (ερ. 42 του Δ.Φ.).
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία των δεύτερου και τρίτου ουσιωδών ισχυρισμών, καταρχήν, ως αναφέρθηκε και ανωτέρω, αποδέχομαι τον ισχυρισμό της συνηγόρου του Αιτητή, περί απουσίας αξιολόγησης τους σε επίσημες πηγές πληροφόρησης και λόγω της μεταξύ τους σύνδεσης θα προχωρήσω σε κοινή έρευνα.
Αναφορικά με τη κουρδική καταγωγή του Αιτητή, οι Κούρδοι αποτελούν τη μεγαλύτερη εθνοτική και γλωσσική μειονότητα στην Τουρκία, με πληθυσμό που συχνά εκτιμάται περίπου στα 15 εκατομμύρια πρόσωπα, δηλαδή περίπου 18-20% του συνολικού πληθυσμού.[1] Το τουρκικό κράτος δεν τους αναγνωρίζει ως επίσημη μειονότητα, καθότι το καθεστώς μειονότητας συνδέεται κατά βάση με τις μη μουσουλμανικές μειονότητες.[2]
Η κουρδική παρουσία είναι ιστορικά ισχυρή στη νοτιοανατολική Τουρκία, περιλαμβανομένων περιοχών όπως το Diyarbakır, το Mardin, το Şırnak, το Hakkâri, το Van, το Batman και το Siirt. Παράλληλα, μεγάλοι κουρδικοί πληθυσμοί κατοικούν στην Κωνσταντινούπολη και σε άλλα αστικά κέντρα λόγω εσωτερικής μετανάστευσης και εκτοπισμών. [3] Η καθημερινή κοινωνική ζωή των Κούρδων δεν εμφανίζεται ενιαία· σε μεγάλα αστικά κέντρα πολλοί Κούρδοι εργάζονται, σπουδάζουν και συμμετέχουν στην κοινωνική ζωή χωρίς διαρκή ορατή παρέμβαση των αρχών, ενώ στις νοτιοανατολικές επαρχίες η κουρδική ταυτότητα συνδέεται συχνότερα με αστυνομικές επιχειρήσεις, απαγορεύσεις συγκεντρώσεων και υποψίες πολιτικής ή οργανωτικής σύνδεσης με το PKK.[4]
Σύμφωνα με το World Report 2025 της Human Rights Watch για την Τουρκία, η χώρα συνεχίζει τη στρατιωτική της εκστρατεία κατά του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν (PKK). Η εκστρατεία αυτή διεξάγεται κυρίως μέσω αεροπορικών και μη επανδρωμένων επιθέσεων στο βόρειο Ιράκ, όπου βρίσκονται βάσεις του PKK, καθώς και στη βορειοανατολική Συρία εναντίον των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDF), μιας κουρδικής δύναμης που υποστηρίζεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Όπως καταγράφει η Έκθεση, οι τουρκικές αεροπορικές επιδρομές έχουν στοχεύσει πολιτικές υποδομές, θέτοντας σε κίνδυνο τα μέσα διαβίωσης αμάχων και στερώντας από κοινότητες την πρόσβαση σε ηλεκτρικό ρεύμα και άλλες βασικές υπηρεσίες.[5]
Όπως συνεχίζει η ίδια πηγή, καθ' όλη τη διάρκεια του 2024 και κατά τον χρόνο κατάρτισης της έκθεσης, μετά την κατάρρευση της εξουσίας του Σύρου Προέδρου Μπασάρ αλ-Άσαντ, η Τουρκία διατήρησε την κατοχή εδαφών στη βόρεια Συρία. Οι τουρκικές αρχές αιτιολόγησαν την παρουσία αυτή με την ανάγκη προστασίας της χώρας από τη συριακή κουρδική de facto διοίκηση και από ένοπλες ομάδες που συνδέονται με το PKK. Η ίδια Έκθεση καταγράφει ότι οι τουρκικές αρχές δεν έχουν περιορίσει τις σοβαρές παραβιάσεις που διαπράττουν οι πληρεξούσιες δυνάμεις τους στις κατεχόμενες περιοχές, μεταξύ των οποίων ο Συριακός Εθνικός Στρατός (SNA) και η Στρατιωτική Αστυνομία. Η Human Rights Watch τεκμηριώνει ότι Κούρδοι και Άραβες έχουν υποστεί αυθαίρετες συλλήψεις, εξαναγκαστικές εξαφανίσεις, βασανιστήρια και κακομεταχείριση, σεξουαλική βία και άδικες στρατιωτικές δίκες. Παράλληλα, χιλιάδες άνθρωποι εκτοπίστηκαν βίαια, ενώ περιουσίες, γη και επιχειρήσεις κατασχέθηκαν. Όσον αφορά την κατάσταση εντός της Τουρκίας, η Έκθεση επισημαίνει ότι εκατοντάδες Κούρδοι πολιτικοί, ακτιβιστές, πρώην βουλευτές, δήμαρχοι και κομματικά στελέχη βρίσκονται στη φυλακή ή εκτίουν ποινές φυλάκισης. Οι καταδίκες τους βασίζονται σε κατηγορίες τρομοκρατίας που συνδέονται με νόμιμες, μη βίαιες πολιτικές δραστηριότητες, δημόσιες ομιλίες και αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.[6]
Σύμφωνα με τη πρόσφατη Έκθεση της Human Rights Watch, η οποία αφορά γεγονότα του 2025, η κυβέρνηση Erdoğan επιδίωξε τον τερματισμό της σύγκρουσης με το ΡΚΚ, μέσω διαπραγματεύσεων με τον φυλακισμένο ηγέτη του PKK, Abdullah Öcalan. Στις 12 Μαΐου, το PKK ανακοίνωσε ότι συμμορφώνεται με την έκκληση που είχε απευθύνει ο Öcalan στις 27 Φεβρουαρίου προς την ένοπλη ομάδα για διάλυση και αποστρατιωτικοποίηση, ενώ τον Αύγουστο συστάθηκε μια διακομματική κοινοβουλευτική επιτροπή για να εξετάσει τις σχετικές νομικές μεταρρυθμίσεις. Στο πλαίσιο της προσπάθειας για τον τερματισμό της σύγκρουσης, η κυβέρνηση δεν έχει ακόμη λάβει μέτρα για να εξασφαλίσει ίσα δικαιώματα στους Κούρδους και σε άλλες μειονοτικές ομάδες, να προωθήσει μέτρα κατά των διακρίσεων, να τροποποιήσει την καταχρηστική αντιτρομοκρατική νομοθεσία ή να αποφυλακίσει τους πολιτικούς κρατούμενους. Μεταξύ των φυλακισμένων Κούρδων ακτιβιστών και πολιτικών παραμένουν οι πρώην πρόεδροι του HDP Selahattin Demirtaş και Figen Yüksekdağ.[7]
Έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών της Αυστραλίας του 2025 (DFAT) αναφέρει ότι οι Κούρδοι αντιμετωπίζουν κατά καιρούς εμφανή ρατσισμό, καθώς και λεκτικές και σωματικές επιθέσεις, ιδίως σε περιοχές της Δυτικής Τουρκίας όπου αποτελούν μειονότητα. Η ίδια έκθεση αναφέρει ότι κανένας νόμος δεν εμποδίζει τους Κούρδους (ή άλλες εθνοτικές μειονότητες) να αποκτήσουν θέσεις στον δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα απασχόλησης, να συμμετέχουν στη δημόσια ζωή ή να έχουν πρόσβαση στις κρατικές υπηρεσίες υγείας και εκπαίδευσης όπως και οι υπόλοιποι Τούρκοι πολίτες. Ωστόσο, οι Κούρδοι αντιμετωπίζουν μερικές φορές διακρίσεις κατά την πρόσβασή τους σε υπηρεσίες όπως η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ειδικά αν δεν ομιλούν καλά την τουρκική γλώσσα, ιδίως στη δυτική περιοχή, όπου οι υπηρεσίες στη κουρδική γλώσσα δεν είναι γενικά διαθέσιμες. Αν και πολλοί Κούρδοι κατέχουν θέσεις στην κυβέρνηση, στη δημόσια διοίκηση και στο στρατό, παραδοσιακά υποεκπροσωπούνται στις ανώτερες θέσεις. Το DFAT εκτιμά ότι η μεταχείριση των Κούρδων στην Τουρκία ποικίλλει ανάλογα με τη γεωγραφική τους θέση, τον βαθμό εμπλοκής τους σε κουρδικά πολιτικά ζητήματα και τον βαθμό έκφρασης της κουρδικής εθνοτικής και γλωσσικής ταυτότητας. Στις περιοχές με κουρδική πλειοψηφία στο νοτιοανατολικό τμήμα της χώρας (όπου αναμένεται να επιστρέψει ο Αιτητής), οι Κούρδοι που δεν είναι πολιτικά ενεργοί διατρέχουν χαμηλό κίνδυνο επίσημης διάκρισης υπό τη μορφή παρενόχλησης από τις δυνάμεις ασφαλείας, ο οποίος αυξάνεται κατά τη διάρκεια περιόδων ενεργών επιχειρήσεων ασφαλείας. Σε αυτές τις περιοχές με κουρδική πλειοψηφία, οι Κούρδοι γενικά δεν διατρέχουν κίνδυνο κοινωνικής διάκρισης. Ωστόσο οι Κούρδοι πολιτικοί, οι υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και οι πολιτικοί ακτιβιστές διατρέχουν υψηλό κίνδυνο διάκρισης σε ολόκληρη τη χώρα υπό τη μορφή παρακολούθησης, παρενόχλησης, συλλήψεων και δίωξης για υποτιθέμενες τρομοκρατικές δραστηριότητες, ανεξάρτητα από την πραγματική συμμετοχή τους. Σε περιοχές όπου οι Κούρδοι αποτελούν μειονότητα, ιδίως στην Κεντρική Ανατολία, οι Κούρδοι που εκφράζουν δημοσίως την εθνοτική και γλωσσική τους ταυτότητα διατρέχουν χαμηλό κίνδυνο κοινωνικής βίας και διακρίσεων υπό τη μορφή εγκλημάτων μίσους από υπερεθνικιστές Τούρκους, αν και ο κίνδυνος μπορεί να αυξηθεί ανάλογα με τα εγχώρια και περιφερειακά γεγονότα που αφορούν το PKK ή τους φερόμενους ως συνεργάτες του. Οι πολιτισμικά αφομοιωμένοι Κούρδοι γενικά δεν διατρέχουν κίνδυνο επίσημης ή κοινωνικής διάκρισης ή βίας.[8]
Πρόσφατη έκθεση του USDoS για το 2024 καταγράφει ότι η κυβέρνηση απαγγέλλει συστηματικά κατηγορίες για τρομοκρατία εναντίον ατόμων ή μέσων ενημέρωσης ως αντίδραση σε δημοσιεύματα σχετικά με ευαίσθητα θέματα, ιδίως τις κυβερνητικές προσπάθειες κατά του PKK και του κινήματος Γκιουλέν. Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δημοσιογράφοι ισχυρίστηκαν ότι η κυβέρνηση προέβαινε σε αυτό με σκοπό να στοχοποιήσει και να εκφοβίσει δημοσιογράφους και το κοινό για δηλώσεις που θεωρούνταν επικριτικές προς το κράτος. Δημοσιογράφοι που συνεργάζονταν ή είχαν συνεργαστεί στο παρελθόν με φιλοκουρδικά μέσα ενημέρωσης αντιμετώπιζαν σημαντική πίεση από την κυβέρνηση, συμπεριλαμβανομένης της φυλάκισης. Η κυβέρνηση αρνιόταν συστηματικά την πιστοποίηση δημοσιογράφου σε Τούρκους πολίτες που εργάζονταν για διεθνή μέσα ενημέρωσης ή για οποιαδήποτε σχέση (συμπεριλαμβανομένης της εθελοντικής εργασίας) με Κουρδικά ιδιωτικά μέσα ενημέρωσης.[9]
Έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου που δημοσιεύτηκε το 2025 αναφέρει πως oι Κούρδοι κατοικούν παραδοσιακά στη νοτιοανατολική Τουρκία, όπου αποτελούν την πλειοψηφούσα εθνοτική ομάδα, τις τελευταίες δεκαετίες ωστόσο, σημαντικοί κουρδικοί πληθυσμοί έχουν εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη και σε άλλες μεγάλες πόλεις της δυτικής Τουρκίας, όπου γενικά τους παρέχονται μεγαλύτερες οικονομικές ευκαιρίες από ότι στο νοτιοανατολικό τμήμα της χώρας και όπου αναπτύσσεται μια κουρδική μεσαία τάξη. Η τουρκική νομοθεσία ορίζει ότι όλα τα άτομα είναι ίσα, ανεξάρτητα από τη φυλή, τη γλώσσα και άλλους παράγοντες. Ωστόσο, υπάρχουν ενδείξεις κρατικής και κοινωνικής διάκρισης εναντίον των Κούρδων με βάση την εθνικότητά τους. Στο παρελθόν, οι διακριτικές πρακτικές είχαν ιστορικά κάποιο αντίκτυπο στην ικανότητα ορισμένων Κούρδων να μιλούν κουρδικά δημόσια και να καταλαμβάνουν ανώτερες θέσεις εργασίας. Ωστόσο, πολλά μέλη του τρέχοντος υπουργικού συμβουλίου είναι κουρδικής καταγωγής και η Τουρκία είχε στο παρελθόν τουλάχιστον έναν πρόεδρο με μερική κουρδική καταγωγή. Η κυβέρνηση έχει απαγορεύσει τη διεξαγωγή ορισμένων κουρδικών συγκεντρώσεων και έχει λάβει περιοριστικά μέτρα για άλλες. Ωστόσο, γενικά, οι Κούρδοι μπορούν να συμμετέχουν κανονικά τόσο στην ιδιωτική, όσο και στην κοινωνική ζωή. Τα τελευταία χρόνια επιτρέπεται η δημόσια γιορτή του σημαντικού κουρδικού πολιτιστικού φεστιβάλ Newroz, αν και υπό στενή εποπτεία των τουρκικών αρχών. Η έκθεση εκτιμά πως γενικά, οι διακρίσεις που αντιμετωπίζουν οι Κούρδοι λόγω της φύσης ή της επανάληψης τους, ακόμη και αθροιστικά, δεν συνιστούν πραγματικό κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης.[10]
Όσον αφορά το κουρδικό κίνημα ΡΚΚ, σύμφωνα με την διαδικτυακή εγκυκλοπαίδεια Brittanica, αποτελεί κουρδική εθνικιστική οργάνωση που ιδρύθηκε από τον Abdullah Öcalan στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Αν και η ομάδα αρχικά προωθούσε αιτήματα για την ίδρυση ενός ανεξάρτητου κουρδικού κράτους, στη συνέχεια, οι επίσημοι στόχοι της μετριάστηκαν σε εκκλήσεις για μεγαλύτερη κουρδική αυτονομία. Τον Μάρτιο του 2025 το ΡΚΚ κήρυξε κατάπαυση του πυρός και τον Μάιο αποφασίστηκε ο αφοπλισμός και διάλυση του.[11] Σύμφωνα με την ιστοσελίδα του Crisis Group, κατά την περίοδο Μαΐου–Ιουλίου 2026, η ειρηνευτική διαδικασία μεταξύ της Άγκυρας και του PKK παρέμεινε σε τροχιά, παρά τη αργή πρόοδο. Κεντρικό ζήτημα αποτέλεσε η αναμενόμενη ψήφιση πλαισιωτικού νόμου από το τουρκικό κοινοβούλιο, με στόχο την επισημοποίηση της ειρηνευτικής διαδικασίας και την αποστράτευση του PKK. Εν μέσω της καθυστέρησης του νόμου από τη κυβέρνηση ο ανώτερος ηγέτης του PKK Duran Kalkan δήλωσε στις 17 Ιουλίου ότι δεν περίμενε να αποτύχει η διαδικασία και ότι η οργάνωση δεν θα πραγματοποιούσε πλέον επιθέσεις κατά της Τουρκίας, αλλά θα διατηρούσε το δικαίωμα να αμυνθεί σε περίπτωση επίθεσης. Παρά τις καθυστερήσεις, η τουρκική κυβέρνηση επανέλαβε τη βούλησή της να προωθήσει τη διαδικασία, ενώ συνεχίστηκαν οι επαφές με το φιλοκουρδικό κόμμα DEM και τον Abdullah Öcalan.
Παράλληλα, καταγράφηκαν ενδείξεις πρακτικής προόδου, όπως η εκκένωση στρατηγικών θέσεων του PKK στο ιρακινό Κουρδιστάν.[12]
Σύμφωνα με το Freedom House, πολιτικοί και κόμματα που συνδέονται με τον κουρδικό πληθυσμό, τη μεγαλύτερη εθνοτική μειονοτική ομάδα της Τουρκίας, εξακολουθούν να υφίστανται τακτική παρενόχληση από την κυβέρνηση, συμπεριλαμβανομένης της ρητορικής μίσους, των πολιτικά υποκινούμενων διώξεων και της παραπληροφόρησης στα φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης. Παραδείγματα αντικουρδικής προκατάληψης στον πολιτικό τομέα αναφέρθηκαν ακόμη και μετά την ανακοίνωση από την κυβέρνηση σημαντικών εξελίξεων στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις της με το ΡΚΚ το 2025. Τον Αύγουστο 2025, για παράδειγμα, σε μια ομάδα γυναικών κουρδικής καταγωγής που κλήθηκαν να καταθέσουν ενώπιον μιας κοινοβουλευτικής επιτροπής για την ειρηνευτική διαδικασία απαγορεύτηκε να μιλήσουν κουρδικά. Επί της ίδιας αναφοράς οι Κούρδοι πολίτες συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν σημαντικές διακρίσεις, ενώ κουρδικές οργανώσεις, πολιτιστικά ιδρύματα και απλοί πολίτες έχουν συλληφθεί για λόγους που συνδέονται με την ταυτότητά τους.[13]
Ως προς τα έγγραφα που προσκόμισε ο Αιτητής κατά τη δικαστική διαδικασία παρατηρώ τα εξής:
Αναφορικά με τη δέσμη φωτογραφιών – Τεκμήριο 2 Ένορκης Δήλωσης ημερ. 18/09/2024, οι οποίες κατ' ισχυρισμόν απεικονίζουν τον Αιτητή να φωτογραφίζει αλλά και δικές του φωτογραφίες, παρατηρώ γενικά ότι δεν αποδεικνύεται ο χρόνος λήψης των φωτογραφιών. Οι φωτογραφίες που απεικονίζουν τον Αιτητή συγκρινόμενη με την φωτογραφία της ταυτότητας που προσκομίσθηκε διαφαίνεται ότι τα δύο πρόσωπα ομοιάζουν αλλά δεν εξάγεται με σιγουριά το συμπέρασμα ότι πρόκειται για το ίδιο άτομο. Οι δε φωτογραφίες που απεικονίζουν πρόσωπα αγνώστων στοιχείων και/ή τοποθεσίες δεν δύναται να εξακριβωθεί η ταυτότητα τους, η ταυτότητα του ατόμου λήψης αυτών αλλά ούτε και οι συνθήκες υπό τις οποίες λήφθηκαν. Επιπλέον, οι φωτογραφίες δεν δύναται από μόνες του να αποδείξουν τη δράση του ως φωτογράφου, ούτε την παρουσία του σε κουρδικές περιοχές, ούτε ότι ελήφθηκαν κατά τη διάρκεια πολεμικών δράσεων.
Αναφορικά με τη δέσμη αντίγραφων αναρτήσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης – Τεκμήριο 3 Ένορκης Δήλωσης ημερ. 18/09/2024, στις οποίες κατ’ ισχυρισμό ασκεί κριτική εναντίον της Τουρκικής κυβέρνησης σχετικά με τη μεταχείριση των Κούρδων, παρατηρώ αρχικά ότι αφορούν τη περίοδο 2015-2016, 2022-2024. Οι αναρτήσεις για τη περίοδο 2015-2016, έγιναν από τον χρήστη “muhsin aslan Xemgino”, οι αναρτήσεις για τη περίοδο 2022-2024 από τον χρήση “Dr muhsin aslan saruhanoglu” και φέρουν διαφορετικές φωτογραφίες. Οι φωτογραφίες των δυο χρηστών δεν μπορούν να ταυτοποιηθούν με τον Αιτητή, ούτε και μεταξύ τους. Εν πάση περιπτώσει, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του, ο Αιτητής υποστήριξε πως προέβαινε σε αναρτήσεις στο twitter, με το όνομα doctor gastronott, Dr Muhsin Aslan Saruahanoglu (ερ. 33 του Δ.Φ.). Εκ των προσκομισθέντων στιγμιότυπων ναι μεν το όνομα χρήστη συνάδει με τα λεγόμενα του Αιτητή, ωστόσο δεν δύναται να επιβεβαιωθεί ότι οι αναρτήσεις έγιναν από τον ίδιο.
Ως προς το Τεκμήριο 4 της Ένορκής Δήλωσης ημερ. 18/09/2024, το οποίο κατ’ ισχυρισμό αποτελεί ενδεικτικό κατάλογο από το σύστημα E-Delvet, παρατηρώ πως δεν παρουσιάζονται προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, ούτως ώστε να αποδεικνύεται πως πράγματι ο συγκεκριμένος κατάλογος αφορά υποθέσεις που είτε εκκρεμούν είτε εκδικάστηκαν εναντίον του Αιτητή.
Ως προς τα Τεκμήρια 5 έως 13 της Ένορκής Δήλωσης ημερ. 18/09/2024, τα οποία αποτελούν αντίγραφα έγγραφα κατηγορητηρίων, δικαστικών αποφάσεων, έγγραφα τελεσιδικίας και αποδεικτικά επιβολής ποινής, ο Αιτητής ισχυρίστηκε πως τα απέκτησε κατόπιν σχετικής επικοινωνίας με τον δικηγόρο. Από τα εν λόγω αντίγραφα παρατηρώ πως αποκτήθηκαν από την ηλεκτρονική πλατφόρμα UYAP.
Κατόπιν έρευνας του Δικαστηρίου, σύμφωνα με έκθεση (2025) του Υπουργείου Εσωτερικών Υποθέσεων της Ολλανδίας (Country of Origin Information Unit (DAF/AB), Ministry of Foreign Affairs of the Netherlands)
«το Εθνικό Σύστημα Καταχώρησης Δικαστικών Υποθέσεων (National Judiciary Informatics System / Ulusal Yargı Ağı Projesi ή UYAP) είναι ένα σύστημα νομικών πληροφοριών της τουρκικής κυβέρνησης, όπου διάφορες ομάδες πολιτών μπορούν να έχουν πρόσβαση στο σύστημα η καθεμία μέσω της δικής της πύλης.
Κατά τη διάρκεια μιας ποινικής έρευνας, η προσβασιμότητα των εγγράφων στο UYAP εξαρτάται από τη φύση της υπόθεσης. Εάν οι τουρκικές αρχές έχουν ταξινομήσει την υπόθεση ως «ευαίσθητη», τα έγγραφα δεν είναι προσβάσιμα στο UYAP, σε διαφορετική περίπτωση, τα έγγραφα είναι διαθέσιμα για διαβούλευση κατά τη φάση της έρευνας. […] Μόλις απαγγελθούν κατηγορίες στον κατηγορούμενο και κινηθεί ποινική υπόθεση, τα έγγραφα στο UYAP είναι προσβάσιμα τόσο στον δικηγόρο όσο και στον κατηγορούμενο.
Είναι δυνατό για ένα άτομο εναντίον του οποίου εκκρεμεί ποινική έρευνα ή υπόθεση και για το οποίο υπάρχουν καταχωρημένα αρχεία στο UYAP να εγκαταλείψει νόμιμα την Τουρκία. Αυτό συμβαίνει επειδή οι ποινικές διαδικασίες και η δυνατότητα νόμιμου ταξιδιού εκτός χώρας είναι δύο διαφορετικά ζητήματα. Ωστόσο, μόλις επιβληθεί ένα μέτρο (για παράδειγμα, απαγόρευση εξόδου ή εντολή κράτησης), το άτομο δεν θα μπορεί να εγκαταλείψει νόμιμα τη χώρα, ενώ άτομα που επιστρέφουν στην Τουρκία ενώ εκκρεμεί ποινική υπόθεση εναντίον τους συλλαμβάνονται κατά την επιστροφή τους, εάν έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης».[14]
Σύμφωνα με την ανωτέρω έκθεση, κατά την περίοδο αναφοράς, εμφανίστηκαν πληροφορίες στα μέσα μαζικής ενημέρωσης σχετικά με απάτη στο UYAP, και ειδικότερα, αναφορές για δίκτυο διεφθαρμένων δικηγόρων και εισαγγελέων στην Τουρκία που δημιουργούσε εικονικά εντάλματα σύλληψης ή έρευνας για Τούρκους αιτούντες άσυλο στην Ευρώπη ή τις Ηνωμένες Πολιτείες (ΗΠΑ) έναντι αμοιβής. Μόλις εγκρινόταν η αίτηση ασύλου, η εικονική εντολή διαγραφόταν από το UYAP.[15]
Σύμφωνα με έκθεση του Ολλανδικού Υπουργείου Εξωτερικών για την Τουρκία (2022), το πληροφοριακό σύστημα UYAP αποτελεί το κεντρικό πληροφοριακό σύστημα της τουρκικής δικαιοσύνης, μέσω του οποίου διακινούνται ηλεκτρονικά όλα τα δικαστικά έγγραφα και οι δικαστικές διαδικασίες. Πρόσβαση στην πλατφόρμα διαθέτουν τόσο οι πολίτες μέσω του Vatandaş UYAP όσο και οι δικηγόροί τους μέσω του Avukat UYAP, ενώ επιβεβαιώνεται ότι ακόμη και πρόσωπα που έχουν προσελκύσει το αρνητικό ενδιαφέρον των τουρκικών αρχών εξακολουθούν να έχουν πρόσβαση στην προσωπική τους πύλη.[16] Επιπλέον, σύμφωνα με την έκθεση του Immigration and Refugee Board of Canada (2018), οι δικηγόροι και οι πολίτες μπορούν να εξετάσουν όλους τους φακέλους τους, να αιτηθούν οποιοδήποτε έγγραφο και να έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες των υποθέσεών τους μέσω του διαδικτύου, μολονότι πρόσβαση σε έγγραφα που έχουν χαρακτηρισθεί εμπιστευτικά κατά το στάδιο της ποινικής έρευνας ενδέχεται να μην παρέχεται.[17]
H ίδια έκθεση επιβεβαιώνει ότι η πρόσβαση σε ένταλμα σύλληψης στο UYAP εξαρτάται από τη φάση της δίωξης, ενώ ως προς τις καταδικαστικές αποφάσεις αναφέρει ότι ένας δικηγόρος μπορεί να έχει πρόσβαση σε οποιαδήποτε δικαστική απόφαση που σχετίζεται με μια υπόθεση που χειρίζεται, ανεξάρτητα από το αν αφορά τον πελάτη του, επειδή όλα τα δικαστικά έγγραφα που σχετίζονται με μια υπόθεση ανεβαίνουν στην ίδια διεπαφή (interface). Ως προς τη μορφή των δικαστικών αποφάσεων και ενταλμάτων σύλληψης, η ίδια έκθεση καταγράφει πως «συμμορφώνονται με συγκεκριμένα πρότυπα. Η μορφή κάθε εγγράφου δεν διαφέρει ανάλογα με την περιοχή, το αστυνομικό τμήμα ή το δικαστήριο». Στο πάνω μέρος των εγγράφων UYAP, «υπάρχει ένα σύμβολο που μοιάζει με κορδέλα και υποδηλώνει ότι το έγγραφο φέρει ηλεκτρονική υπογραφή». Στο κάτω μέρος κάθε σελίδας, υπάρχει ένδειξη ότι το έγγραφο είναι έγγραφο του UYAP, καθώς και οι ισχύοντες κωδικοί για το έγγραφο. Στο τέλος του εγγράφου, αναγράφονται οι δικαστικοί αριθμοί ταυτότητας και η ηλεκτρονική υπογραφή των δικαστών που εμπλέκονται στην υπόθεση (Δικηγόρος, 1 Δεκεμβρίου 2018).»
Αξιολογώντας το σύνολο των εγγράφων, αρχικά σημειώνω ότι δεν πρόκειται για πρωτότυπα ούτε πιστά αντίγραφα. Mε βάση τις ανωτέρω πληροφορίες φέρουν τα εξωτερικά γνωρίσματα που απαιτούνται και παρατηρώ περαιτέρω μερική σύνδεση κατηγορητηρίων – αποφάσεων – αποδεικτικά ποινών, ωστόσο, ο Αιτητής εξέτισε τις ποινές του και ως αναφέρει δεν εκκρεμούν εναντίον του κατηγορίες που επιφέρουν ποινή φυλάκισης (ερ. 33-2χ του Δ.Φ.).
Ειδικότερα, τα Τεκμήρια 5, 6 και 7 αφορούν κατηγορητήρια εναντίον του Αιτητή με κατηγορίες για δημόσια προσβολή του τουρκικού έθνους, της συμμετοχής τους σε ένοπλη τρομοκρατική οργάνωση και προσβολή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Τα Τεκμήρια 8 έως 11 αποτελούν καταδικαστικές αποφάσεις του Αιτητή, σχετικά με κατηγορίες για προσβολή του Προέδρου, άρνησης στρατιωτικής θητείας και δημόσια προσβολή του τουρκικού κράτους. Σημειώνεται πως οι καταδικαστικές αποφάσεις των Τεκμηρίων 10 και 11 αφορούν την ίδια υπόθεση και παράλληλα συνδέονται με το αντίγραφο επιβολής ποινής του Τεκμηρίου 13(β) – αρ. απόφασης 2020/265, ημερ. 28/04/2021, το οποίο καταγράφει ως ποινή φυλάκισης 6 μήνες και 7 ημέρες.
Το Τεκμήριο 12 αποτελεί αντίγραφο τελεσιδικίας – αρ. φακέλου 2018/126 Esas, αρ. απόφασης 2019/183 – αναφορικά με το αδίκημα της προπαγάνδας υπέρ τρομοκρατικής οργάνωσης και την επιβολή της ποινής τον αποκλεισμό από άσκηση δημοσίου αξιώματος κατά την εκτέλεση. Το Τεκμήριο 13(γ) συνδέεται με τον συγκεκριμένο αρ. φακέλου 2018/126 Esas, αρ. απόφασης 2019/183, όπου η επιβληθείσα ποινή ήταν φυλάκιση 1 έτος, 21 μήνες και 22 μέρες. Παράλληλα, η υπόθεση με αρ. φακέλου 2018/126 Esas, αρ. απόφασης 2019/183, συνδέεται με το αντίγραφο απόφασης που προσκόμισε ο Αιτητής κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, επί του οποίου επιβεβαιώνεται η ποινή φυλάκισης.
Το Τεκμήριο 13(α) αποτελεί αντίγραφο εντάλματος σύλληψης του Αιτητή αναφορικά με εναντίωση στον στρατιωτικό ποινικό κώδικα. Ως προς την άρνηση άσκησης στρατιωτικής θητείας, σύμφωνα με τα έγγραφα – Τεκμήριο 9 παρουσιάζεται καταδικαστική απόφαση ημερ. 15/05/2018. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Αιτητή κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του ισχυρίστηκε πως οι υποθέσεις που αφορούν τον στρατό είναι «ανοιχτές υποθέσεις», επομένως, πλήττεται η αξιοπιστία του Αιτητή.
Ως προς τα έγγραφα που προσκόμισε ο Αιτητής ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου προς υποστήριξη του ισχυρισμού του περί ποινικής δίωξης και φυλάκισης αρχικά σημειώνω ότι δεν πρόκειται για πρωτότυπα ούτε πιστά αντίγραφα. Παρατηρώ ότι ο λειτουργός έδωσε την ευκαιρία στον Αιτητή να εξηγήσει περαιτέρω τα γεγονότα τα οποία προσπαθεί να υποστηρίξει με τα εν λόγω έγγραφα καθώς και να τοποθετηθεί επί του περιεχομένου των εγγράφων (ερ. 40 του Δ.Φ.). Η θέση του Αιτητή ως προς τα εν λόγω έγγραφα, ως αυτή προκύπτει από τις δηλώσεις του κατά τη συνέντευξη, είναι ότι αυτά αποδεικνύουν πως έχει φυλακιστεί, καταγράφεται ο λόγος της φυλάκισης του, τις ακροάσεις του Δικαστηρίου και ημερομηνίες και τον λόγο φυλάκισης του λόγω μη στράτευσης. Ερωτηθείς τον λόγο που δεν είναι σφραγισμένα και υπογεγραμμένα ισχυρίστηκε πως οι δικαστές δεν έχουν σφραγίδες και δεν υπογράφουν επειδή είναι εύκολη η αντιγραφή (ερ. 40-1χ του Δ.Φ.). Ο Αιτητής καθόλη τη διάρκεια των συνεντεύξεων του δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει με σαφήνεια τα κατηγορητήρια εναντίον του ούτε τη επιβληθείσα ποινή φυλάκισης. Δόθηκαν πολλαπλές ευκαιρίες κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων του να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του, με αποτέλεσμα να πληγεί η αξιοπιστία του. Επιπλέον, επί της δέσμης εγγράφων που προσκόμισε ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, υπάρχει έγγραφο από το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Τουρκίας, επί του οποίου καταγράφεται πως ο Αιτητής δεν έχει ποινικό μητρώο. Εκ του συνόλου των δηλώσεων και εγγράφων που προσκόμισε ο Αιτητής παρατηρούνται ασυνέπειες, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητα των εν λόγω εγγράφων.
Αναφορικά με τους ισχυρισμούς που προέβαλε επί τη Ένορκη του Δήλωση ημερ. 04/09/2025 και αφορούν τις θέσεις και πολιτικές απόψεις του Αιτητή επί του κουρδικού ζητήματος, ασκώντας κριτική προς τη Τουρκία και το ΡΚΚ σημειώνω τα εξής. Ως προς το Τεκμήριο 1, που αποτελεί διαδικτυακό σύνδεσμο του youtube και της ιστοσελίδας Wikipedia αναφορικά με τον Selim Curukkaya και της κατ’ ισχυρισμό προβάλλει τη δράση το στο ΡΚΚ, καταρχήν δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί το περιεχόμενο των εν λόγω εκπομπών και ως προς την ιστοσελίδα Wikipedia, την αξιοπιστία της οποίας κρίνω ως επισφαλή και μειωμένης αποδεικτικής αξίας. Σχετικώς παραπέμπω στην απόφαση του Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 92/2024) K. W. V. Κ.Δ, ημερομηνία 24/02/2026,
«Όσον αφορά το ζήτημα της αποδεικτικής αξίας της ηλεκτρονικής εγκυκλοπαίδειας «Wikipedia» (σημείο 5. ανωτέρω), στην προσκόμιση πληροφοριών από την οποία, ως σημειώθηκε στην πρωτόδικη απόφαση, αρκέστηκε η πλευρά του Εφεσείοντα, αν και αυτή νομολογιακά δεν αποκλείεται, έστω ως ανεπίσημη πηγή, νοουμένου ότι χρησιμοποιείται παράλληλα και συνεκτιμάται με επίσημες πηγές πληροφόρησης, (βλ. Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 108/2013 HRR ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ κ.ά., απόφαση (πλειοψηφίας) του τότε Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 26.11.2019), στις οποίες, εν πάση περιπτώσει το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέτρεξε και παρέθεσε, η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι αυτή ήταν επισφαλούς και μειωμένης αποδεικτικής αξίας, φαίνεται να βρίσκει έρεισμα και στην ευρωπαϊκή νομολογία. Αναφέρθηκε, συγκεκριμένα, στην T-344/07 απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 10.2.2010, σκέψη 46, η οποία δεν αφορούσε μεν, ζήτημα ασύλου, αλλά υπήρξε γενικότερα τοποθέτηση για την αξιοπιστία της Wikipedia ως πηγή πληροφόρησης:
«Επιπροσθέτως, η στηριζόμενη σε στοιχεία της ηλεκτρονικής εγκυκλοπαίδειας «Wikipedia» διαπίστωση του εξεταστή πρέπει επίσης να απορριφθεί, καθόσον, έχοντας ως βάση της άρθρο μιας συλλογικής διαδικτυακής εγκυκλοπαίδειας, της οποίας το περιεχόμενο μπορεί να τροποποιηθεί ανά πάσα στιγμή και, σε ορισμένες περιπτώσεις, από οποιονδήποτε, ακόμη και ανώνυμο, επισκέπτη, η διαπίστωση αυτή στηρίζεται σε βέβαια στοιχεία.».»
Ως προς το Τεκμήριο 2 της Ένορκης Δήλωσης ημερ. 04/09/2025, αντιγράφων των δημοσιευμάτων του Αιτητή στην ηλεκτρονική εφημερίδα philenews, το περιεχόμενο των οποίων εστιάζει στη γεωπολιτική ανάλυση της Μέσης Ανατολής, με έμφαση στο Κουρδικό ζήτημα, επικρίνοντας τη τουρκική κυβέρνηση. Σημειώνεται πως τα εν λόγω αντίγραφα φέρουν στο πάνω μέρος των εγγράφων το ακρωνύμιο «op-ed», το οποίο κατόπιν έρευνας του Δικαστηρίου, αποτελεί όρο που χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένα κείμενο που εκφράζει μια προσωπική άποψη και ο αρθρογράφος δεν ανήκει στο προσωπικό της εφημερίδας[18]. Στα εν λόγω άρθρα εμφανίζεται το όνομα του Αιτητή ως αρθρογράφο των κειμένων. Επιπρόσθετα, το γεγονός ότι τα άρθρα που προσκόμισε ο Αιτητής, η αυθεντικότητα των οποίων επιβεβαιώνεται και έπειτα από έρευνα του Δικαστηρίου, δεν επαρκεί ούτως ώστε να στοιχειοθετηθεί η αξιοπιστία του ισχυρισμού του Αιτητή.
Σχετικά με την αξιολόγηση εγγράφων, στο εγχειρίδιο EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.107-108, αναφέρονται τα εξής:
«Το περιεχόμενο, η φύση και ο συντάκτης αφορούν το αν το έγγραφο είναι αξιόπιστο. Ένα έγγραφο μπορεί να είναι γνήσιο, υπό την έννοια ότι πρόκειται όντως για το έγγραφο ως το οποίο υποβάλλεται, αλλά το περιεχόμενό του ενδέχεται να είναι αναξιόπιστο και να μην τεκμηριώνει τις δηλώσεις του αιτούντος. Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι ένα έγγραφο είναι πλαστογραφημένο δεν σημαίνει ότι μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστο μόνο γι' αυτόν τον λόγο. Το βάρος της απόδειξης της γνησιότητας και της αξιοπιστίας του εγγράφου το φέρει ο αιτών.
Ενδεχομένως να πρέπει να εξεταστούν παράγοντες όπως η εσωτερική συνέπεια, το επίπεδο λεπτομέρειας, η συνέπεια με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, και ιδιαίτερα με τις ΠΧΚ, και το αν οι πληροφορίες προέρχονται από άμεση πηγή. Το ίδιο ισχύει και για πτυχές που αφορούν τον συντάκτη, τα προσόντα του, την αξιοπιστία των πληροφοριών στις οποίες βασίζεται το έγγραφο και τον σκοπό για τον οποίο συντάχθηκε.
[.]
Τα έγγραφα πρέπει να υποβάλλονται στον ίδιο βαθμό ελέγχου που υποβάλλονται και οι δηλώσεις του αιτούντος: οι αρχές που εφαρμόζονται στην αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και αναφέρονται στην ενότητα 4.3 ανωτέρω δεν ισχύουν μόνο για τις δηλώσεις, γραπτές ή προφορικές, αλλά και για όλα τα έγγραφα που υποβάλλονται προς στήριξη της αίτησης (324). Τα έγγραφα δεν πρέπει να αξιολογούνται χωριστά, αλλά με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων. Σε κάθε περίπτωση, πριν από οποιαδήποτε αρνητική διαπίστωση, θα πρέπει να έχει παρασχεθεί στον αιτούντα η κατάλληλη ευκαιρία ώστε να δώσει εξηγήσεις ή να σχολιάσει τις σχετικές ανησυχίες.»
Εν προκειμένω, η γενικότητα και αοριστία των ισχυρισμών του Αιτητή, σε συνδυασμό με την αδυναμία του να παραθέσει συγκεκριμένα περιστατικά, ημερομηνίες ή στοιχεία ποινικής δίωξης και τον λόγο φυλάκισης του, υπονομεύουν την αξιοπιστία των ισχυρισμών του και καταδεικνύουν ουσιώδη ασυνέπεια. Ο Αιτητής κληθείς κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων του να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους φυλακίστηκε, ανέφερε τα δημοσιεύματα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και λόγω της συμμετοχής του στο ΡΚΚ (ερ. 36 του Δ.Φ.). Ακολούθως δήλωσε πως καταδικάστηκε με απόφαση Δικαστηρίου σε ποινή φυλάκισης διότι ήταν μέλος του ΡΚΚ και τελούσε υπό κράτηση από το 2017 έως τον Οκτώβριο/Νοέμβριο του 2020 (ερ. 35-34 του Δ.Φ.). Από το σύνολο των απαντήσεων του προκύπτει ότι δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει τη ποινή φυλάκισης του, αναφερόμενος γενικά πως καταδικάστηκε σε φυλάκιση (ερ. 35 του Δ.Φ.), ενώ ερωτηθείς τον λόγο αποφυλάκισης του δήλωσε ότι η ποινή του έληξε (ερ. 34-1χ του Δ.Φ.). Παρότι από τα προσκομισθέντα δικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι ο Αιτητής είχε εμπλακεί σε ποινική διαδικασία ενώπιον των τουρκικών αρχών, τα στοιχεία αυτά δεν αρκούν για να τεκμηριώσουν τα ουσιώδη στοιχεία του ισχυρισμού του. Ειδικότερα, οι ανωτέρω πληροφορίες δεν μπορούν να επιβεβαιώσουν τα λεγόμενα του αιτητή, ότι κρατήθηκε για 3 έτη, με καταδικαστική απόφαση το έτος 2019, λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων ή της άρνησης άσκησης στρατιωτικής θητείας, ούτε ότι εξακολουθεί να καταζητείται ή να διατρέχει προσωπικό κίνδυνο δίωξης για τους συγκεκριμένους λόγους.
Επαναλαμβάνω πως ο Αιτητής αναχώρησε νόμιμα από τη χώρα καταγωγής του, ήτοι με τη χρήση ταυτότητας, ο αριθμός της οποίας αναφέρεται στο σύνολό των εγγράφων που προσκόμισε ο Αιτητής, τόσο επί της διοικητικής όσο και επί της δικαστικής διαδικασίας. Σε κάθε περίπτωση, τα Τεκμήρια 5 έως 13 αφορούν το Δικαστικό σύστημα τρίτης χώρας και η καταδίκη για ποινικό αδίκημα που έχει διαπραχθεί δεν αποτελεί λόγω δίωξης για σκοπούς παραχώρησης διεθνούς προστασίας.
Σύμφωνα με το άρθρο 10(1)(ε) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347:
«ε) η έννοια των πολιτικών πεποιθήσεων περιλαμβάνει, ιδίως, την υποστήριξη άποψης, ιδέας ή πεποιθήσεως επί ζητήματος που σχετίζεται με τους ενδεχόμενους φορείς δίωξης του άρθρου 6 και με τις πολιτικές ή τις μεθόδους τους, ανεξαρτήτως του εάν ο αιτών έχει εκδηλώσει εμπράκτως την εν λόγω άποψη, ιδέα ή πεποίθηση.»
Έχει λεχθεί ότι πολιτική πεποίθηση μπορεί να συνιστά «κάθε γνώμη σε οποιοδήποτε θέμα στο οποίο ενδέχεται να εμπλέκεται ο κρατικός, κυβερνητικός και πολιτικός μηχανισμός» (Hathaway and Foster "The Law of Refugee Status», CUP, 2014, σελ. 406). Η ερμηνεία του όρου «πολιτικές πεποιθήσεις» πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως, έχοντας κατά νου ότι στόχος της προστασίας συγκεκριμένων ομάδων προσώπων, ήταν να κατοχυρώνεται το δικαίωμα ελευθερίας σκέψης και συνείδησης, γνώμης και έκφρασης. Ως εκ τούτου, πράξεις μπορούν να θεωρούνται πολιτικές σε μια χώρα ανεξάρτητα από το γεγονός ότι μπορεί να είναι χαμηλού πολιτικού επιπέδου ή όχι εμφανώς πολιτικού χαρακτήρα (βλ. EASO, «Δικαστική ανάλυση - Προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας (οδηγία 2011/95/ΕΕ)», 2018, σελ.60).
Καθοδηγητικό επί τούτου είναι το Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών:
«(δ) Τιμωρία
56. Η δίωξη πρέπει να διακρίνεται από την τιμωρία που επισύρει μια παράβαση του κοινού νόμου. Πρόσωπα που διαφεύγουν τη δίωξη ή την τιμωρία για τέτοιου είδους παράβαση δεν είναι κανονικά πρόσφυγες. Πρέπει να υπομνησθεί ότι ο πρόσφυγας είναι θύμα - ή ενδεχόμενο θύμα - αδικίας και όχι ένας φυγόδικος.
57. Η ανωτέρω διάκριση μπορεί ωστόσο περιστασιακά να αποβαίνει λιγότερο σαφής. Εν πρώτοις είναι δυνατόν ο ένοχος κάποιας παράβασης κοινού νόμου να υπόκειται σε υπερβολικά αυστηρή ποινή, η οποία μπορεί να καταλήγει σε δίωξη σύμφωνα με την έννοια του ορισμού. Ακόμη, η ποινική δίωξη για κάποιον από τους λόγους που αναφέρονται στον ορισμό (π.χ. λόγω της «παράνομης» θρησκευτικής κατήχησης που έγινε σε ένα παιδί) μπορεί καθαυτή να συνιστά δίωξη.
58. Κατά δεύτερο λόγο, είναι δυνατό να παρουσιασθούν περιπτώσεις όπου ένα πρόσωπο, εκτός από το φόβο της εναντίον του άσκησης ποινικής δίωξης ή της τιμωρίας για κάποιο έγκλημα του κοινού ποινικού δικαίου, να έχει και «δεδικαιολογημένο φόβο διώξεως». Στις περιπτώσεις αυτές το εν λόγω πρόσωπο είναι πρόσφυγας. Πάντως, μπορεί να είναι αναγκαίο να εξεταστεί, εάν το συγκεκριμένο έγκλημα δεν είναι τόσο σοβαρό ώστε να οδηγεί τον αιτούντα στο πεδίο εφαρμογής κάποιας από τις ρήτρες αποκλεισμού.
59. Για να αποφανθεί κανείς εάν η ποινική δίωξη συνιστά «δίωξη», είναι αναγκαίο να ανατρέξει και στη νομοθεσία της συγκεκριμένης πολιτείας, διότι είναι ενδεχόμενο ορισμένοι κανόνες της να μην ευθυγραμμίζονται με τις κρατούσες αντιλήψεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Περισσότερο συχνά πάντως δεν είναι ο νόμος αλλά η εφαρμογή του που απολήγει σε δυσμενή μεταχείριση. Η δίωξη για αδίκημα κατά της «δημόσιας τάξης», όπως διανομή φυλλαδίων, θα μπορούσε λόγου χάρη να είναι ένα μέσο για τη δίωξη του ατόμου λόγω του πολιτικού περιεχομένου των δημοσιευμάτων.
60. Σε τέτοιες περιπτώσεις, εξαιτίας της προφανούς δυσχέρειας που παρουσιάζει η αξιολόγηση της νομοθεσίας μιας άλλης πολιτείας, οι εθνικές αρχές πρέπει συχνά να λαμβάνουν ενδεχομένως αποφάσεις με γνώμονα τη δική τους νομοθεσία. Χρήσιμο επιπλέον βοήθημα αποτελούν οι αρχές που έχουν διατυπωθεί στα διάφορα διεθνή κείμενα για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ιδιαίτερα δε στα Διεθνή Σύμφωνα για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα που περιλαμβάνουν δεσμεύσεις για τα κράτη - μέρη και στα οποία έχουν προσχωρήσει πολλά από τα κράτη μέρη της Σύμβασης του 1951.»
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις §84-86:
«84. Όταν ένα πρόσωπο υπόκειται σε ποινική δίωξη ή τιμωρία για πολιτικό αδίκημα, πρέπει ενδεχομένως να γίνει κάποια διάκριση ως προς το εάν η ποινική δίωξη αφορά πολιτικές απόψεις ή πράξεις που κατευθύνονται από πολιτικά κίνητρα. Εάν η ποινική δίωξη αφορά αξιόποινη πράξη που τελέστηκε χωρίς πολιτικά κίνητρα και εάν η προβλεπόμενη ποινή είναι σύμφωνη με τη γενική νομοθεσία της συγκεκριμένης πολιτείας, ο φόβος αυτής της ποινικής δίωξης καθαυτός δεν μπορεί να καταστήσει πρόσφυγα τον αιτούντα.
85. Κατά πόσον ο διαπράξας πολιτικά αδικήματα μπορεί επίσης να θεωρηθεί και πρόσφυγας θα εξαρτηθεί από διαφόρους άλλους παράγοντες. Η άσκηση ποινικής δίωξης για κάποιο αδίκημα μπορεί, ανάλογα με τις περιστάσεις, ν' αποτελεί ένα πρόσχημα για την τιμωρία του δράστη εξαιτίας των πολιτικών του απόψεων ή της έκφρασής τους. Εξάλλου, μπορεί να υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι ο δράστης πολιτικού αδικήματος θα μπορούσε να εκτεθεί σε υπερβολικά αυστηρή ή αυθαίρετη ποινή για το αδίκημα που του αποδίδεται. Μια τέτοια αυστηρή ή αυθαίρετη ποινή ισοδυναμεί με δίωξη.
86. Για ν' αποφανθεί κανείς εάν ο δράστης πολιτικού αδικήματος μπορεί να θεωρηθεί πρόσφυγας, πρέπει να συνεκτιμήσει και τα ακόλουθα στοιχεία: την προσωπικότητα του αιτούντος, τις πολιτικές του απόψεις, το κίνητρο της πράξης, τη φύση του αδικήματος που διέπραξε, τη φύση της ποινικής δίωξης και τα κίνητρά της. Τέλος δε τη φύση του νόμου στον οποίο βασίζεται η ποινική δίωξη. Τα στοιχεία αυτά είναι δυνατό να δείξουν ότι το εν λόγω πρόσωπο έχει φόβο δίωξης και όχι απλώς φόβο ποινικής δίωξης και τιμωρίας - εντός των ορίων του νόμου - για μια πράξη που τέλεσε.»
Συνεπώς, η αφήγηση του Αιτητή παρουσιάζει ανομοιογένεια με τεκμηριωμένα γεγονότα και πρακτικές και δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστη ως προς τη διάρκεια φυλάκισης, τη πολιτική του δράση, την ελευθερία έκφρασης, τη συμμετοχή του στο PKK ή τον χαρακτήρα των διώξεων που ισχυρίζεται ότι υπέστη. Υπό το φως των πιο πάνω, οι δεύτερος και τρίτος ισχυρισμοί απορρίπτονται.
Ως αναφέρθηκε ανωτέρω, από το αφήγημα του Αιτητή κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων του διαπιστώνω ότι προβλήθηκαν δυο επιπλέον ουσιώδεις ισχυρισμοί, ήτοι η μη στράτευση του Αιτητή καθώς και ο ισχυρισμός του περί στοχοποίησης του από μέλη του ΡΚΚ στη Κυπριακή Δημοκρατία, οι οποίοι δεν εξετάστηκαν από τη Διοίκηση και θα εξεταστούν στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου.
Παρατηρώ, πως ο Αιτητής κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων του δήλωσε πως δεν υπηρέτησε στον στρατό και πως εκκρεμούν υποθέσεις εναντίον του (ερ. 33 του Δ.Φ.). Η συνήγορος του Αιτητή στη γραπτή της αγόρευση υποστηρίζει πως η απροθυμία και/ή άρνηση του Αιτητή να υπηρετήσει στον Τούρκικο στρατό ένεκα των πολιτικών του πεποιθήσεων εμπίπτει στον ορισμού του ‘αντιρρησία συνείδησης’. Επί της ένορκης του δήλωσης ημερ. 18/09/2024 τα Τεκμήρια 9 και 13 αφορούν τον προβαλλόμενο ισχυρισμό περί άρνησης του ως προς τη στρατιωτική θητεία, παρουσιάζοντας τη καταδικαστική απόφαση του από Δικαστήριο με ποινή φυλάκισης 6 μηνών και 7 ημερών.
Σύμφωνα δε με τις §167-169 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών, στο μέρος Β που αφορά «Λιποτάκτες, ανυπότακτοι και αντιρρήσεις συνείδησης» καταγράφονται τα εξής:
«167. Σε χώρες όπου η στρατιωτική θητεία είναι υποχρεωτική, η μη εκπλήρωσή της τιμωρείται συχνά από το νόμο. Επίσης, ανεξάρτητα από το αν είναι υποχρεωτική ή όχι η στρατιωτική θητεία, η λιποταξία θεωρείται πάντοτε ποινικό αδίκημα. Οι κυρώσεις μπορεί να διαφέρουν από χώρα σε χώρα και δεν θεωρούνται κανονικά ως δίωξη. Ο φόβος ποινικής δίωξης και τιμωρίας για λιποταξία και για ανυποταξία δεν στοιχειοθετεί, αυτοτελώς κρινόμενος, δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με τον ορισμό. Η λιποταξία ή η ανυποταξία όμως, από την άλλη πλευρά, δεν αποκλείει κάποιο πρόσωπο από το να είναι πρόσφυγας και μπορεί ένα πρόσωπο να είναι πρόσφυγας ενώ παράλληλα είναι λιποτάκτης ή ανυπότακτος.
168. Δεν είναι κάποιος βέβαια πρόσφυγας, εάν ο μόνος λόγος για τη λιποταξία ή την ανυποταξία του είναι η αντιπάθειά του προς τη στρατιωτική θητεία ή ο φόβος της μάχης. Μπορεί ωστόσο να είναι πρόσφυγας αν η λιποταξία ή η ανυποταξία συνδέεται αναπόσπαστα με άλλα παρεμφερή κίνητρα, εξαιτίας των οποίων έφυγε ή παραμένει έξω από τη χώρα του ή εάν έχει σύμφωνα με την έννοια του ορισμού άλλους λόγους να φοβάται τη δίωξη.
169. Ένας λιποτάκτης ή ανυπότακτος είναι επίσης δυνατό να θεωρηθεί πρόσφυγας όταν αποδεικνύεται ότι θα του επιβαλλόταν δυσανάλογα αυστηρή τιμωρία για στρατιωτικό αδίκημα λόγω της φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, συμμετοχής του σε συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα ή πολιτικών πεποιθήσεων. Το ίδιο ισχύει αν μπορεί να αποδειχθεί ότι έχει δικαιολογημένο φόβο δίωξης για τους παραπάνω λόγους εκτός και πέρα από την τιμωρία για λιποταξία.»
Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης η στρατιωτική θητεία στην Τουρκία είναι υποχρεωτική για τους άνδρες από 20 έως 41 ετών. Το UK Home Office σημειώνει ότι οι στρατεύσιμοι λαμβάνουν ένα μήνα βασικής εκπαίδευσης και ότι, μετά τον πρώτο μήνα, υπάρχει δυνατότητα πληρωμένης στρατιωτικής υπηρεσίας για απαλλαγή από το υπόλοιπο της θητείας, όχι όμως για όσους έχουν ήδη χαρακτηριστεί ανυπότακτοι ή βρίσκονται σε απόκρυψη. Η ίδια πηγή αναφέρει ότι η ανυποταξία και η λιποταξία αποτελούν διαφορετικά αδικήματα, με τη λιποταξία να τιμωρείται, κατά τον Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα, με φυλάκιση ενός έως τριών ετών.[19]
Το DFAT αναφέρει ότι η Τουρκία διαθέτει εξελιγμένη βάση δεδομένων στρατολογικής κατάστασης, με αποτέλεσμα η μακροχρόνια αποφυγή θητείας να είναι δυσχερής, καθώς κάθε επαφή με τις αρχές, ακόμη και λόγω τροχαίας παράβασης, μπορεί να οδηγήσει σε διασταύρωση της στρατολογικής κατάστασης. Επίσης, αναφέρει ότι η απασχόληση ανυπότακτων ή λιποτακτών είναι παράνομη, ότι στην πράξη τα πρόσωπα αυτά δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν νόμιμη εργασία και ότι όσοι δεν παρουσιάζονται στο στρατολογικό γραφείο τιμωρούνται με πρόστιμα, τα οποία συνεχίζουν να επιβάλλονται για όσο διάστημα θεωρείται ότι αποφεύγουν τη θητεία. Παρότι ο νόμος επιτρέπει φυλάκιση για αποφυγή στρατιωτικής υπηρεσίας, πηγές εντός της χώρας ανέφεραν στο DFAT ότι η φυλάκιση δεν χρησιμοποιείται στην πράξη, ενώ ούτε η μη πληρωμή προστίμων οδηγεί σε φυλάκιση· το κράτος, κατά την ίδια πηγή, δεν έχει επαρκή δυνατότητα να παρακολουθεί τον πολύ μεγάλο αριθμό ανυπότακτων.[20]
Το UK Home Office καταγράφει ειδικότερα ότι οι ανυπότακτοι και οι λιποτάκτες καταχωρίζονται στο σύστημα GBT, στο οποίο έχουν πρόσβαση οι αστυνομικές και λοιπές αρχές ασφαλείας. Η καταχώριση αυτή περιορίζει ουσιωδώς την ελευθερία κίνησης, καθώς το πρόσωπο μπορεί να εντοπιστεί σε συνοριακό έλεγχο, σε τυχαίο αστυνομικό έλεγχο στον δρόμο ή σε μέσα μεταφοράς, αλλά και κατά τη διαμονή σε ξενοδοχείο, δεδομένου ότι τα ξενοδοχεία διαβιβάζουν στοιχεία πελατών στην αστυνομία. Όταν εντοπιστεί, μπορεί να μεταφερθεί σε αστυνομικό τμήμα ή γραφείο στρατολογίας, να του συνταχθεί σχετική αναφορά και να αφεθεί ελεύθερος με υποχρέωση να παρουσιαστεί εντός ορισμένης προθεσμίας· παράλληλα, μπορεί να αντιμετωπίσει αυξανόμενα πρόστιμα, καθώς και πιθανές ποινικές έρευνες ή ποινικές υποθέσεις.[21]
Ως προς τις πρακτικές συνέπειες, το UK Home Office παραθέτει ότι οι ανυπότακτοι και οι λιποτάκτες μπορεί να στερούνται ή να δυσκολεύονται να ασκήσουν σειρά δικαιωμάτων και υπηρεσιών, όπως αίτηση για διαβατήριο ή άδεια οδήγησης, άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού, δήλωση εγκλήματος στις αρχές, συμμετοχή σε εκλογές, φοίτηση, ασφαλισμένη εργασία ή πρόσβαση σε δημόσια θέση. Η ίδια πηγή παραθέτει επίσης ότι, σύμφωνα με μία πηγή, η δυσμενής μεταχείριση μπορεί να είναι δυσανάλογη για ορισμένες κατηγορίες προσώπων, μεταξύ άλλων λόγω εθνοτικής καταγωγής, θρησκείας, πολιτικών απόψεων ή ΛΟΑΤΚΙ ταυτότητας, χωρίς όμως να εξειδικεύονται οι μορφές αυτής της διαφοροποίησης.[22]
Η Τουρκία δεν αναγνωρίζει δικαίωμα αντίρρησης συνείδησης ούτε προβλέπει εναλλακτική πολιτική υπηρεσία. Κατά το UK Home Office, όσοι αρνούνται τη στρατιωτική υπηρεσία για λόγους συνείδησης αντιμετωπίζονται όπως οι συνήθεις ανυπότακτοι ή εκπρόθεσμοι στρατεύσιμοι· στην πράξη δεν μπορούν να εξαναγκαστούν φυσικά να υπηρετήσουν, αλλά τα πρόστιμα εξακολουθούν να επιβάλλονται και μπορεί να τους ζητείται να εμφανίζονται κατά διαστήματα σε αστυνομικά τμήματα για επιβεβαίωση της κατάστασής τους. Οι αναφορές που παρατίθενται στην ίδια έκθεση κάνουν λόγο για επαναλαμβανόμενα πρόστιμα, εντάλματα σύλληψης, διαδοχικές διαδικασίες και περιορισμούς που έχουν περιγραφεί ως κατάσταση «πολιτικού θανάτου», λόγω του αδιάκοπου κύκλου ελέγχων, προστίμων, διώξεων και περιορισμών σε εργασία, εκπαίδευση, μετακίνηση και δημόσια ζωή.[23]
Η έκθεση του Ολλανδικού Υπουργείου Εξωτερικών για το 2025 επιβεβαιώνει ότι η Τουρκία δεν αναγνωρίζει αντίρρηση συνείδησης και δεν παρέχει εναλλακτική υπηρεσία, με συνέπεια οι αντιρρησίες να αντιμετωπίζονται ως ανυπότακτοι ή λιποτάκτες. Αναφέρει επίσης ότι η κατάσταση των ανυπότακτων και λιποτακτών παρέμεινε αντίστοιχη κατά την περίοδο αναφοράς, με περιορισμούς στην ελευθερία κίνησης, πρόστιμα, καταχώριση στο GBT και κίνδυνο εντοπισμού σε ελέγχους διαβατηρίων, στον δρόμο, στα μέσα μεταφοράς ή σε ξενοδοχεία.[24]
Ο Αιτητής κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του ημερ. 22/01/2024, δήλωσε πως υπήρχαν ανοιχτές υποθέσεις εναντίον του, ενόσω βρισκόταν ήδη υπό κράτηση, αναφέροντας συγκεκριμένα πως μεταξύ άλλων εκκρεμούσαν υποθέσεις αναφορικά με τη άρνηση του για στρατιωτική θητεία (ερ. 33 του Δ.Φ.), ενώ στη συνέντευξη του ημερ. 30/01/2024, ισχυρίστηκε πως είχε δυο καταδικαστικές αποφάσεις, η μια λόγω της μη στράτευσης του(ερ. 40 του Δ.Φ.). Ως παρατηρώ από τα Τεκμήρια που προσκόμισε, το ένταλμα σύλληψης εναντίον του Αιτητή (Τεκμήριο 13) φέρει ημερομηνία 10/01/2017, με ημερομηνία διάπραξης το έτος 2016 και η αιτιολογημένη απόφαση του Δικαστηρίου (Τεκμήριο 9) φέρει ημερομηνία απόφασης 15/05/2018. Ο Αιτητής ως ισχυρίστηκε πως συνελήφθη το 2017 και παρέμεινε υπό κράτηση έως τα τέλη του 2020(ερ. 36,32-2χ του Δ.Φ.). Από το Τεκμήριο 9 προκύπτει περαιτέρω ότι ο Αιτητής βρέθηκε υπό κράτηση για μια μέρα, ήτοι 18/02/2017, και ως προς την υπεράσπιση του, ο Αιτητής, ισχυρίστηκε πως δεν ανέβαλε τη στρατιωτική του θητεία, δεν γνώριζε ότι ήταν λιποτάκτης και πως υπήρχαν άτομα στα οποία χρωστούσε χρήματα.
Συνεπώς, βάσει των εγγράφων που προσκόμισε ο Αιτητής καθώς και των δηλώσεων του στις συνεντεύξεις του, προκύπτουν χρονικές ανακολουθίες ως προς το πότε κατηγορήθηκε και πότε καταδικάστηκε. Περαιτέρω, δεν πιθανολογείται ότι ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει κάποιο κίνδυνο που να σχετίζεται με τον ανωτέρω ισχυρισμό, λαμβάνοντας υπόψη αφενός των ανωτέρω πηγών περί ουσιωδών περιορισμών στην ελευθερία κίνησης, αφετέρου της νόμιμης εξόδου του από τη Τουρκία, χωρίς να αντιμετώπιση οιονδήποτε πρόβλημα. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίπτεται.
Εξάλλου, παρομοίως δεν εξετάστηκαν από τους καθ’ ων η αίτηση και οι ισχυρισμοί του Αιτητή περί στοχοποίησής του από μέλη του ΡΚΚ στη Κυπριακή Δημοκρατία, παρά τη ρητή αναφορά του κατά τη διάρκεια της συνέντευξης του (ερ. 21 του Δ.Φ.). Εντούτοις, δόθηκε στον Αιτητή η δυνατότητα, μέσω των δυο Ένορκων Δηλώσεων του, να παρουσιάσει λεπτομέρειες αναφορικά με τον εν λόγω ισχυρισμό. Οι πληροφορίες και λεπτομέρειες που παρέθεσε παρέμειναν γενικές και αόριστες, επικαλούμενος ότι δέχθηκε επίθεση από Κούρδους, μέλη του ΡΚΚ λόγω κριτικής που άσκησε στον Αμπτουλάχ Οτσαλάν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ισχυρίστηκε περαιτέρω πως δέχθηκε επίθεση περί τον Οκτώβριο του 2022, από έξι Κούρδους με αποτέλεσμα να τραυματιστεί και να μεταφερθεί στο νοσοκομείο. Προχώρησε δε σε καταγγελία ενώπιον των αστυνομικών αρχών και καταχωρήθηκε υπόθεση ενώπιον Δικαστηρίου εναντίον τους, αλλά λόγω απειλών προς τον Αιτητή να μην παράσχει μαρτυρία στο Δικαστήριο δεν παρουσιάστηκε και η υπόθεση έκλεισε. Επί τούτων ουδεμία μαρτυρία προσκόμισε ο Αιτητής ενώπιον του Δικαστηρίου. Ως προς τη δέσμη φωτογραφιών – Τεκμήριο 15 – που παρουσίασε ο Αιτητής, ήτοι χώρος με φθορές, πρόσωπο άνδρα με εμφανή τραύματα, απεικόνιση τραύματος και 4 αντίγραφα νοσοκομείου, δεν δύνανται να συνδεθούν με τον ανωτέρω ισχυρισμό λόγω της πλημμελούς περιγραφής των περιστατικών από τον Αιτητή. Τα εν λόγω έγγραφα δεν δύνανται να συνεισφέρουν περαιτέρω ή θετικά στην αξιολόγηση του ισχυρισμού του. Συνεπώς, ο ισχυρισμός απορρίπτεται ελλείψει στοιχειοθέτησης της εσωτερικής του αξιοπιστίας.
Για σκοπούς πληρότητας, το παρόν Δικαστήριο προχώρησε σε έρευνα σχετικά με τον κίνδυνο μελών ή πρώην μελών του PKK από το PKK.
Η διαθέσιμη πληροφόρηση για κίνδυνο μελών ή πρώην μελών του PKK από την ίδια την οργάνωση λόγω εσωτερικής διαφωνίας, αποστασιοποίησης ή αποχώρησης δεν είναι εκτεταμένη και συχνά αφορά συγκεκριμένα περιστατικά υψηλού προφίλ. Ωστόσο, το υλικό που εντοπίζεται δείχνει ότι ο κίνδυνος μπορεί να προκύψει όταν το πρόσωπο εκλαμβάνεται από την οργάνωση ως αποστάτης, εσωτερικός αντίπαλος, προδότης ή πληροφοριοδότης. Ιδίως μετά τις εσωτερικές εντάσεις των ετών 2003-2004, μέρος της ανώτερης ηγεσίας και στελεχών του PKK απομακρύνθηκε ή επιχείρησε διασπαστική πορεία, με χαρακτηριστική την περίπτωση των Osman Öcalan, Kani Yılmaz και άλλων στελεχών που αποχώρησαν και συνδέθηκαν με την PWD.[25] Στο ίδιο πλαίσιο, η δολοφονία των Kani Yılmaz, πρώην ανώτερου στελέχους/εκπροσώπου του PKK στην Ευρώπη, και Sabri Tori, επίσης συνδεόμενου με την PWD, σε έκρηξη παγιδευμένου αυτοκινήτου στη Σουλεϊμανίγια το 2006, καταγράφεται από τη Διεθνή Αμνηστία ως συνέχιση μοτίβου δολοφονιών που φέρονταν να είχαν διαπραχθεί από το PKK εναντίον της PWD.[26] Ακαδημαϊκή μελέτη αναφέρει επίσης ότι οι δύο είχαν αποσκιρτήσει από το PKK και σκοτώθηκαν σε έκρηξη παγιδευμένου αυτοκινήτου, με το PKK να θεωρείται ευρέως υπεύθυνο, χωρίς όμως να έχει αναλάβει την ευθύνη.[27] Άλλη ανάλυση για τις εσωτερικές συγκρούσεις του PKK σημειώνει ότι διασπαστικές κινήσεις εντός της οργάνωσης είχαν αποτύχει επανειλημμένα, ότι ο Osman Öcalan είχε ισχυριστεί πως το PKK επιχείρησε να τον δολοφονήσει δύο φορές, και ότι η δολοφονία του Kani Yılmaz είχε αποδοθεί, ως υποψία, στο PKK.[28]
Πιο πρόσφατα, οι διαθέσιμες αναφορές δείχνουν ότι η στοχοποίηση δεν αφορά κατ’ ανάγκη κάθε απλό πρώην μέλος ή χαμηλού επιπέδου υποστηρικτή, αλλά κυρίως πρόσωπα στα οποία αποδίδεται συγκεκριμένη βλάβη προς την οργάνωση ή συνεργασία με τις τουρκικές αρχές. Το UK Home Office, παραπέμποντας στην έκθεση του U.S. Department of State για το 2022, καταγράφει ότι το ένοπλο σκέλος του PKK, HPG, ανακοίνωσε πως σκότωσε τον Ozan Çiftçi, χαρακτηρίζοντάς τον «πράκτορα» της τουρκικής υπηρεσίας πληροφοριών MIT και αποδίδοντάς του ευθύνη για θανάτους μελών του PKK.[29] Η ίδια πηγή καταγράφει γενικότερα χρήση στοχευμένων επιθέσεων και θανατηφόρας βίας από το PKK.[30]
Στην προκειμένη περίπτωση, εκ των δηλώσεων του Αιτητή, δεν αποδεικνύεται ότι αποτελεί πρόσωπο υψηλού προφίλ, ούτε τεκμηριώνεται η ενεργή συμμετοχή του ως μέλους του ΡΚΚ καθώς και η γενικότητα και αοριστία των ισχυρισμών του, σε συνδυασμό με την αδυναμία του να παραθέσει συγκεκριμένα περιστατικά, ημερομηνίες ή στοιχεία, υπονομεύουν την αξιοπιστία του ισχυρισμού του και καταδεικνύουν ουσιώδη ασυνέπεια. Συνεπώς, ο ισχυρισμός απορρίπτεται ελλείψει στοιχειοθέτησης της εσωτερικής του αξιοπιστίας.
Από τα ανωτέρω δεδομένα και σε συνδυασμό με τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, στη Τουρκία διαπιστώνεται πως υπάρχουν περιστατικά δίωξης εναντίον ατόμων κουρδικής καταγωγής, ωστόσο η εμπλοκή του Αιτητή στο παρελθόν σε ποινική διαδικασία, που είχε ως αποτέλεσμα την επιβολή ποινής φυλάκισης και της νόμιμης απελευθέρωσης του, δεν επαρκούν για να θεμελιώσουν βάσιμο φόβο δίωξης κατά την έννοια της παραγράφου (5) του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Περαιτέρω, δεν προέκυψε ότι οι τουρκικές αρχές εξακολουθούν να τον αναζητούν, να έχουν εκδώσει οποιοδήποτε μέτρο σε βάρος του ή να επιδεικνύουν, επί του παρόντος, ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το πρόσωπό του. Λεχθέντων των ανωτέρω κρίνω ότι τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης δε στοιχειοθετούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να αναγνωριστεί στον Αιτητή το καθεστώς του πρόσφυγα, ως προβλέπεται στα άρθρα 5 έως 10 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, αφού δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης, για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων.
Επιπροσθέτως, ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε κανένα ουσιώδη λόγο ώστε να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη ώστε να υπαχθεί σε καθεστώς επικουρικής προστασίας για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν προκύπτει απολύτως κανένα στοιχείο εκ του οποίου θα μπορούσε να πιθανολογηθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην επαρχία Diyarbakir θα αντιμετωπίσει οποιαδήποτε συνεχόμενη, αληθή, πραγματική και έμπρακτη απειλή από οποιοδήποτε φορέα, κρατικό ή μη.
Σημειώνεται ότι λόγω του ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή αναφορικά με τους λόγους που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του απορρίφθηκαν στο σύνολό τους ως μη αξιόπιστοι, δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στα άρθρα 15(α) και (β) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 περί επικουρικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής, ο Αιτητής κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 15(α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 15(β) του ως άνω Κανονισμού.
Ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του και κρίθηκε αναξιόπιστος επομένως δεν παρέχονται περιθώρια περαιτέρω διερεύνησης.
Έχει αποφασιστεί από τη νομολογία ότι εναπόκειται στον αιτητή να πείσει ότι υπήρξε θύμα πολιτικής ή άλλης δίωξης στη χώρα του ώστε να πληροί με βάση τα πραγματικά περιστατικά τις προϋποθέσεις για την παραχώρηση της ιδιότητας του πρόσφυγα ή την παροχή της συμπληρωματικής προστασίας(William Crisantha Mal Francis Karumarathna v.Δημοκρατίας, υπόθ.αρ.1875/08,ημερ.1.3.2010 και Εγχειρίδιο του Υπάτου Αρμοστή των Ο.Η.Ε για τους προσφυγές - ότι ο αιτητής οφείλει με ειλικρίνεια να θεμελιώσει το αίτημα του, (βλ.Υπόθεση Αρ. 1119/2009 ημερ. 31 Ιανουαρίου 2012 FARHAN KHALIL, και Κυπριακής Δημοκρατίας).
Σύμφωνα με το άρθρο 18 παρ. 5 του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον αιτητή να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του στην αίτηση διεθνούς προστασίας. Οσάκις ορισμένες πτυχές των δηλώσεων του αιτητή δεν τεκμηριώνονται με έγγραφα ή άλλες αποδείξεις, οι πτυχές αυτές δεν χρειάζονται επιβεβαίωση, όταν πληρούνται οι ακόλουθοι όροι:
(α) ο αιτητής έχει καταβάλει πραγματική προσπάθεια να τεκμηριώσει την αίτησή του,(β) ...(γ) ......(δ)........
(ε) η γενική αξιοπιστία του αιτητή είναι αποδεδειγμένη.
Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή.(AMIRI ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2003 Α.Α.Δ. 358).
Περαιτέρω στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, "Το ευεργέτημα της αμφιβολίας πρέπει να δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί και εξετασθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντος. Οι ισχυρισμοί του αιτούντος πρέπει να παρουσιάζουν συνοχή και αληθοφάνεια και να μην έρχονται σε αντίφαση με γεγονότα που είναι γενικά γνωστά σε όλους".
Ο βασικός δε λόγος για τον οποίο δεν έγινε δεκτό το αίτημα του Αιτητή, ήταν το γεγονός της μη απόδειξης της αληθοφάνειας των βασικών ισχυρισμών του και της αξιοπιστίας του, λόγω ουσιωδών αντιφάσεων, ελλείψεων και αδυναμιών, οι οποίες εντοπίστηκαν στις συνεντεύξεις του.
Αυτό το εμπόδιο ρητά είναι που αναγνωρίζεται ως κώλυμα στην έγκριση αιτήματος ασύλου, από τις πρόνοιες του ίδιου του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων.
Σχετική αναφορά γίνεται στην Αναθεωρητική Έφεση, αρ. 63/2007, ημερομηνίας 9/6/2007 Μohammad Amiri v.Δημοκρατίας:
«Προκειμένου να ελέγξουμε την ορθότητα της εκκαλούμενης απόφασης, μελετήσαμε την επίδικη απόφαση των εφεσιβλήτων. Είναι γεγονός ότι ο εφεσείων περιέπεσε σε αντιφάσεις και πλείστοι ουσιώδεις ισχυρισμοί του παρέμειναν ατεκμηρίωτοι σε βαθμό που η επί τούτου κρίση των εφεσιβλήτων περί αναξιοπιστίας να θεωρείται ως ευλόγως επιτρεπτή, όπως εξάλλου διαπιστώθηκε και πρωτοδίκως. Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατόπιν διεξαγωγής δέουσας έρευνας και είναι δεόντως αιτιολογημένη.
Από τη στιγμή που ο εφεσείων κρίθηκε ως αναξιόπιστος δεν είχε νόημα η εφαρμογή της παραγράφου 196 του Εγχειριδίου για τους αιτητές πολιτικού ασύλου. Το ευεργέτημα της αμφιβολίας παρέχεται στον αιτούντα όταν δεν είναι σε θέση να τεκμηριώσει τους κατά τα άλλα βάσιμους και αξιόπιστα προβαλλόμενους ισχυρισμούς με έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά μέσα. Στην προκείμενη περίπτωση ο εφεσείων κρίθηκε γενικά ως αναξιόπιστος. Η άρνηση των εφεσιβλήτων να χορηγήσουν στον εφεσείοντα πολιτικό άσυλο δεν στηρίχθηκε σε αμφιβολίες αναφορικά με το βάσιμο ή μη των ισχυρισμών του αλλά στην εύλογη διαπίστωση περί αναξιοπιστίας του ίδιου και των στοιχείων που παρουσίασε». (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου).
Συνεπώς με βάση τις πληροφορίες/δεδομένα που έχουν ήδη αναφερθεί πιο πάνω διαπιστώνεται ότι, δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι σε περίπτωση που επιστρέψει στη Τουρκία θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Αναφορικά δε με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής επικουρικής προστασίας προς το πρόσωπο του Αιτητή υπό την έννοια του άρθρου 15(γ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:
Το άρθρο 15(γ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης επικουρικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 15(γ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 (το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, καθώς επίσης και στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000-2025).
Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie παρ. 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας[12]» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).
Επιπλέον, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της EUAA σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αντίστοιχο άρθρο 15(γ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347), ακόμη και αν ο Αιτητής μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής του (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν ο αιτητής δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας, καθώς επίσης, όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής.[31]
Εν προκειμένω, κρίνω πως σύμφωνα με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης που χρησιμοποίησε ο αρμόδιος λειτουργός, και στις πηγές στις οποίες ανέτρεξε και το παρόν Δικαστήριο, ορθά η Υπηρεσία Ασύλου αποφάσισε ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στον τόπο καταγωγής του, την επαρχία Diyarbakir, δεν υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτός θα έλθει αντιμέτωπος με σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου (αντίστοιχο άρθρο 15(γ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347).
Σύμφωνα με επικαιροποιημένη έρευνα του παρόντος Δικαστηρίου, ως προς την κατάσταση ασφαλείας, και εν προκειμένω, ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με τη γενική κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, ήτοι την Τουρκία. Ως προς την γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, σύμφωνα με το διαδραστικό χάρτη War Watch, στα εδάφη της Τουρκικής Δημοκρατίας δε λαμβάνει χώρα καμία διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη,[32] ενώ σύμφωνα με την πλατφόρμα ACLED, το επίπεδο κινδύνου στην Τουρκική Δημοκρατία χαρακτηρίζεται ως «χαμηλό/ανενεργό».[33]
Παρατίθενται τα πλέον πρόσφατα ποσοτικά δεδομένα αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας στη επαρχία Diyarbakir, ο οποίος αποτέλεσε τον τόπο καταγωγής του Αιτητή. Συγκεκριμένα, όσον αφορά στην εν λόγω επαρχία, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 21/07/2026), καταγράφηκαν 2 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, η οποία περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), ασφαλείας, χωρίς ανθρώπινες απώλειες.[34]
Ο μικρός αριθμός των περιστατικών συνδυαστικά με τον ανύπαρκτο αριθμό θυμάτων, συνηγορούν στο ότι δεν επικρατούν συνθήκες ένοπλης σύρραξης και αδιάκριτης βίας. Σημειώνεται δε, ότι ο πληθυσμός της επαρχίας Diyarbakir εκτιμάται ότι ανέρχεται στις 1,863,340 (2026) κατοίκους.[35]
Τα παραπάνω υποδηλώνουν στο σύνολό τους, ότι στην επαρχία Diyarbakir , τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή και μέρος όπου ευλόγως αναμένεται να επιστρέψει με τη επιστροφή του στη χώρα καταγωγής, δεν επικρατούν συνθήκες ένοπλης εσωτερικής σύγκρουσης και κατ΄ επέκταση συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά αμάχων, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 15(γ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Συνεπώς το Δικαστήριο κρίνει ότι παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του ΔΕΕ.
Βάσει λοιπόν της επικαιροποιημένης έρευνας του Δικαστηρίου, το ενδεχόμενο χορήγησης επικουρικής προστασίας στον Αιτητή σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 απορρίπτεται, λόγω του ότι δεν πληρούνται οι προβλεπόμενες εκ του Κανονισμού προϋποθέσεις.
Καταληκτικά, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης του Αιτητή για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, αλλά ούτε και πλήρωση των προϋποθέσεων υπαγωγής τους σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
Συνεπώς, η προσφυγή απορρίπτεται χωρίς έξοδα.
Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1]UK Home Office, 'Country Policy and Information Note: Turkey: Kurds', July 2025, διαθέσιμο σε https://assets.publishing.service.gov.uk/media/686f99682557debd867cbf3f/TUR%2BCPIN%2B-%2BKurds100725.pdf [ημερομηνία πρόσβασης 20/08/2026]
[2]Ibid
[3]Ibid
[4]Ministry of Foreign Affairs of the Netherlands, 'General Country of Origin Information Report on Türkiye', February 2025, https://www.government.nl/site/binaries/site-content/collections/documents/2025/02/24/general-country-of-origin-information-report-on-turkiye-february-2025/General%2BCountry%2Bof%2BOrigin%2BInformation%2BReport%2Bon%2BTurkiye.pdf[ημερομηνία πρόσβασης 20/08/2026]
[5] Human Rights Watch, World Report 2025: Türkiye - Kurdish Conflict and Crackdown on Opposition, https://www.hrw.org/world-report/2025/country-chapters/turkiye#8e519f [ημερομηνία πρόσβασης 20/08/2026]
[6] Human Rights Watch, World Report 2025: Türkiye - Kurdish Conflict and Crackdown on Opposition, Human Rights Watch (2025), διαθέσιμο στο: https://www.hrw.org/world-report/2025/country-chapters/turkiye#8e519f [ημερομηνία πρόσβασης 20/08/2026]
[7]Human Rights Watch, World Report 2026: Türkiye - Kurdish Conflict and Crackdown on Opposition, https://www.hrw.org/world-report/2026/country-chapters/turkiye#8e519f [ημερομηνία πρόσβασης 20/08/2026]
[8] Australian Government - Department of Foreign Affairs and Trade, DFAT Country Information Report: Turkey, 16 Μay 2025, σ. 12-14, https://www.dfat.gov.au/sites/default/files/country-information-report-turkey.pdf [ημερομηνία πρόσβασης 20/08/2026]
[9]U.S. Department of State, 2024 Country Reports on Human Rights Practices: Turkey https://www.state.gov/reports/2024-country-reports-on-human-rights-practices/turkey[ημερομηνία πρόσβασης 20/08/2026]
[10] Gov.uk, Country policy and information note: Kurds, Turkey, July 2025 (accessible), updated 8 August 2025
https://www.gov.uk/government/publications/turkey-country-policy-and-information-notes/country-policy-and-information-note-kurds-turkey-october-2023-accessible[ημερομηνία πρόσβασης 20/08/2026]
[11]Brittanica, Kurdistan Workers' Party, https://www.britannica.com/topic/Kurdistan-Workers-Party [ημερομηνία πρόσβασης 20/08/2026]
[12]International Crisis Group, Türkiye, Tracking Conflict Worldwide, July – May 2026, https://www.crisisgroup.org/crisiswatch/database?location[]=58 [ημερομηνία πρόσβασης 20/08/2026]
[13] Freedom House, Freedom in the World 2026 - Turkey, 2026, https://freedomhouse.org/country/turkey/freedom-world/2026 [ημερομηνία πρόσβασης 20/08/2026]
[14] Country of Origin Information Unit (DAF/AB), Ministry of Foreign Affairs of the Netherlands, General Country of Origin Information Report on Türkiye, February 2025, σελ. 19, General_Country_of_Origin_Report_Türkiye_(February_2025).pdf [ημερομηνία πρόσβασης 20/08/2026]
[15] Ibid
[16] Netherlands Ministry of Foreign Affairs, General Country of Origin Information Report: Turkey, March 2022, σελ. 16-17,file:///C:/Users/User/Downloads/general-country-of-origin-information-report-turkey-march-2022.pdf [ημερομηνία πρόσβασης 20/08/2026]
[17] ΙRBC, Turkey: The National Judiciary Informatics System (Ulusal Yargi Ağı Bilişim Sistemi, UYAP), including components, access by citizens and lawyers; arrest warrants and court decisions, including access to such documents on UYAP, who has the authority to issue such documents, and appearance of the documents (2016-November 2018) [TUR106217.E], https://www.irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=457673 [ημερομηνία πρόσβασης 20/08/2026]
[18]Cambridge dictionary, “op-ed”, https://dictionary.cambridge.org/dictionary/english/op-ed#google_vignette [ημερομηνία πρόσβασης 20/08/2026]
[19]UK Home Office, Country policy and information note: Military service, Turkey, Version 4.0, July 2025, ενότητες 3.2.1-3.2.2 και 12.1.1-12.1.2, https://www.gov.uk/government/publications/turkey-country-policy-and-information-notes/country-policy-and-information-note-military-service-turkey-october-2023-accessible [ημερομηνία πρόσβασης 20/08/2026]
[20]Australian Government, Department of Foreign Affairs and Trade (DFAT), Country Information Report: Türkiye, 16 May 2025, παρ. 3.153-3.158,https://www.dfat.gov.au/sites/default/files/country-information-report-turkey.pdf [ημερομηνία πρόσβασης 20/08/2026]
[21]UK Home Office, Country policy and information note: Military service, Turkey, Version 4.0, July 2025, ενότητες 3.7.3-3.7.7 και 12.3.1-12.3.5, https://www.gov.uk/government/publications/turkey-country-policy-and-information-notes/country-policy-and-information-note-military-service-turkey-october-2023-accessible [ημερομηνία πρόσβασης 20/08/2026]
[22]UK Home Office, Country policy and information note: Military service, Turkey, Version 4.0, July 2025, ενότητες 12.4.1-12.4.3, https://www.gov.uk/government/publications/turkey-country-policy-and-information-notes/country-policy-and-information-note-military-service-turkey-october-2023-accessible [ημερομηνία πρόσβασης 20/08/2026]
[23]UK Home Office, Country policy and information note: Military service, Turkey, Version 4.0, July 2025, ενότητες 3.8.1-3.8.6 και 12.7.10-12.8.7, https://www.gov.uk/government/publications/turkey-country-policy-and-information-notes/country-policy-and-information-note-military-service-turkey-october-2023-accessible [ημερομηνία πρόσβασης 20/08/2026]
[24]Netherlands Ministry of Foreign Affairs, General Country of Origin Information Report on Türkiye, February 2025, ενότητες9.1-9.2, file:///C:/Users/User/Downloads/General+Country+of+Origin+Information+Report+on+Turkiye.pdf [ημερομηνία πρόσβασης 13/08/2026]
[25] Bkent University, Center for Strategic Studies, Leaving the Mountain: How May the PKK Lay Down Arms?, March 2012, διαθέσιμο σε https://www.files.ethz.ch/isn/142286/12028ENGsilahsizlandirma16_03_12Rev1.pdf , σ. 34-35 [ημερομηνία πρόσβασης 20/08/2026]
[26] Amnesty International, Amnesty International Report 2007 - Turkey, 23 May 2007, διαθέσιμο σε https://www.refworld.org/reference/annualreport/amnesty/2007/en/43042 [ημερομηνία πρόσβασης 20/08/2026]
[27] J. Jongerden, Learning from Defeat: Development and Contestation of the “New Paradigm” within Kurdistan Workers’ Party (PKK), Kurdish Studies 7(1), 2019, διαθέσιμο σε https://edepot.wur.nl/489735 , σ. 93-94, υποσημ. 9 [ημερομηνία πρόσβασης 20/08/2026]
[28] Jamestown Foundation, Murder in Paris: Parsing the Murder of Female PKK Leader Sakine Cansiz, 18 January 2013, https://jamestown.org/program/murder-in-paris-parsing-the-murder-of-female-pkk-leader-sakine-cansiz/ [ημερομηνία πρόσβασης 20/08/2026]
[29] UK Home Office, Country Policy and Information Note: Kurdistan Workers’ Party (PKK), Turkey, October 2023, παρ. 7.3.5, διαθέσιμο σε https://www.gov.uk/government/publications/turkey-country-policy-and-information-notes/country-policy-and-information-note-kurdistan-workers-party-pkk-turkey-october-2023-accessible [ημερομηνία πρόσβασης 20/08/2026]
[30] UK Home Office, Country Policy and Information Note: Kurdistan Workers’ Party (PKK), Turkey, October 2023, παρ. 7.3.5, https://www.gov.uk/government/publications/turkey-country-policy-and-information-notes/country-policy-and-information-note-kurdistan-workers-party-pkk-turkey-october-2023-accessible [ημερομηνία πρόσβασης 20/08/2026]
[31] EASO, 'Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) - Δικαστική Ανάλυση', Δεκέμβριος 2014, σελ. 29 - σημείο 1.8. Γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής: χώρα / περιοχή / περιφέρεια, και σελ. 30 - σημείο 1.8.1. Προσδιορισμός της περιοχής καταγωγής, διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/sites/default/files/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
[32] War Watch, Explore, Armed Conflicts 2024-2026, Explore - WAR WATCH [ημερομηνία πρόσβασης 20/08/2026]
[33] ACLED Conflict Index, Turkey, Conflict Index | ACLED [ημερομηνία πρόσβασης 20/08/2026]
[34] Πλατφόρμα μα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Turkey, Diyarbakir , Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 21/07/2026), διαθέσιμο https://acleddata.com/platform/explorer [ημερομηνία πρόσβασης 20/08/2026]
[35]World Population Review, Turkey – Diyarbakir, https://worldpopulationreview.com/cities/turkey/starting-with/d [ημερομηνία πρόσβασης 20/08/2026]
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο