ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: Ε11/26
28 Σεπτεμβρίου, 2026
[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Μ. Η.
Αιτητού
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω
1. Υφυπουργού Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας
2. Διευθύντριας Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης
Καθ' ων η αίτηση
.........
Β. Νίκου (κα), για τον Αιτητή
Θ. Παπανικολάου (κα), για τους Καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή ζητά από το Δικαστήριο την ακόλουθη θεραπεία:
«1. Δήλωση και ή διάταγμα του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή η απόφαση των καθ’ ων η αίτηση ημερ. 02/09/2026 η οποία γνωστοποιήθηκε στον αιτητή την 07/09/2026 (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α) είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή στερημένη οιουδήποτε νομικού αποτελέσματος, και είναι αποτέλεσμα πλάνης και κακής εφαρμογής του Νόμου.
2. Δήλωση και ή διάταγμα του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των καθ’ ων η αίτηση για διατήρηση της απόφασης επιστροφής είναι άκυρη και ή παράνομη και ή αντισυνταγματική και είναι αποτέλεσμα πλάνης και κακής εφαρμογής του Νόμου.
3. Οποιαδήποτε άλλη ή/και περαιτέρω θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει εύλογη ή/και δίκαιη από τις περιστάσεις.
4. […]
5. Έξοδα..».
Γεγονότα
1. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως προκύπτουν από την ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση και τα έγγραφα που τη συνοδεύουν, καθώς επίσης και τους διοικητικούς φακέλους που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας έχουν συνοπτικά ως ακολούθως: Ο Αιτητής, υπήκοος Αιγύπτου, αφίχθηκε στη Δημοκρατία στις 13.11.2021 με σκοπό να εργαστεί ως εργάτης γης. Παραχωρήθηκε σε αυτόν άδεια παραμονής ως εργάτης, η οποία ανανεώθηκε μέχρι τις 8.4.2023. Στις 10.1.2023 του παραχωρήθηκε επιστολή αποδέσμευσης από τον τότε εργοδότη του, με σκοπό να εξεύρει νέο εργοδότη, χωρίς ωστόσο, κατά τα αναφερόμενα στην ένσταση, να προβεί σε τούτο. Στις 16.8.2026 ο Αιτητής εντοπίστηκε από μέλη της ποδηλατικής Αστυνομίας Λεμεσού και συνελήφθη για το αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία. Στις 17.8.2026 εκδόθηκαν εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης, δυνάμει του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ. 105). Την ίδια ημέρα διατάχθηκε η αναστολή της απέλασής του μέχρι να ληφθούν οι απόψεις της Νομικής Υπηρεσίας ως προς το κατά πόσον η παρουσία του ήταν αναγκαία για την εκδίκαση ποινικής υπόθεσης.
2. Σε επιστολή της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Λεμεσού ημερομηνίας 1.9.2026 αναφέρεται ότι, κατόπιν επικοινωνίας με την Εισαγγελία Λάρνακας, επιβεβαιώθηκε πως ο Αιτητής είναι βασικός μάρτυρας κατηγορίας σε ποινική υπόθεση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ορισμένη για ακρόαση στις 11.9.2026, και ότι η παρουσία του κρίθηκε αναγκαία. Η υπόθεση αφορά το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, το οποίο φέρεται να διαπράχθηκε στις 21.3.2022 στη Λάρνακα. Κατά την ίδια επιστολή, οι ακροάσεις είχαν αναβληθεί μέχρι τότε 12 φορές λόγω μη παρουσίας του κατηγορουμένου και του Αιτητή ως μάρτυρα.
3. Στις 31.8.2026 ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας, η οποία απορρίφθηκε στις 14.9.2026. Προηγουμένως, στις 2.9.2026 εκδόθηκε εναντίον του νέο διάταγμα κράτησης δυνάμει των παραγράφων (β) και (ε) του εδαφίου (2) του άρθρου 22 του περί Προσφύγων Νόμου του 2026, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας αίτησης.
Νομικοί ισχυρισμοί
4. Ο Αιτητής υποστηρίζει ότι το επίδικο διάταγμα κράτησης είναι παράνομο και αναιτιολόγητο και ότι δεν προηγήθηκε δέουσα έρευνα και εξατομικευμένη αξιολόγηση της περίπτωσής του. Κατά τη θέση του, η Διοίκηση δεν εξέτασε επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά και τις προσωπικές του συνθήκες, περιλαμβανομένης της προηγούμενης νόμιμης παραμονής του στη Δημοκρατία και των στοιχείων που, όπως ισχυρίζεται, είχε στη διάθεσή της ως προς τον τόπο διαμονής του. Προβάλλει ότι η παράθεση στο διάταγμα των νομοθετικών διατάξεων και του κινδύνου διαφυγής δεν συνιστά επαρκή αιτιολογία για την υπαγωγή της δικής του περίπτωσης στους λόγους κράτησης. Επισημαίνεται ότι η συνήγορος του Αιτητή, εκ παραδρομής, παραπέμπει στη γραπτή της αγόρευση στο άρθρο 9ΣΤ του προϊσχύσαντος νομοθετικού καθεστώτος, αντί του ισχύοντος άρθρου 22(2) του περί Προσφύγων Νόμου του 2026, δυνάμει του οποίου εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα κράτησης. Σημειώνεται, ωστόσο, ότι αμφότεροι οι λόγοι κράτησης επί των οποίων ερείδεται το επίδικο διάταγμα προβλέπονταν και υπό το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς.
5. Περαιτέρω, αμφισβητεί ότι η αίτησή του για διεθνή προστασία υποβλήθηκε με σκοπό να καθυστερήσει ή να παρεμποδίσει την απομάκρυνσή του. Υποστηρίζει, επίσης, ότι δεν εξετάστηκε κατά τρόπο ουσιαστικό η αναγκαιότητα της κράτησής του και η δυνατότητα εφαρμογής λιγότερο περιοριστικών μέτρων. Για τους λόγους αυτούς επικαλείται παραβίαση των αρχών της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας και ζητεί την ακύρωση του διατάγματος.
6. Οι Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε νομίμως, δυνάμει του άρθρου 22(2)(β) και (ε) του περί Προσφύγων Νόμου του 2026, κατόπιν εξέτασης του μεταναστευτικού ιστορικού και της συμπεριφοράς του Αιτητή. Κατά τη θέση τους, η υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας ενώ ο Αιτητής βρισκόταν ήδη υπό κράτηση, σε συνδυασμό με την προηγούμενη παράνομη παραμονή του και τη διαδικασία επιστροφής που είχε κινηθεί εναντίον του, παρείχε βάσιμους λόγους να θεωρηθεί ότι επιδίωκε την καθυστέρηση ή παρεμπόδιση της απομάκρυνσής του.
7. Οι Καθ’ ων η αίτηση επικαλούνται, επιπλέον, κίνδυνο διαφυγής, αναφερόμενοι στη μη συμμόρφωση με απόφαση επιστροφής, στη δηλωθείσα πρόθεση μη συμμόρφωσης, στην προηγούμενη εξαφάνιση και στην έλλειψη διεύθυνσης συνήθους διαμονής, όπως αυτά καταγράφονται στο διάταγμα. Υποστηρίζουν ότι η αιτιολογία του διατάγματος συμπληρώνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου και ότι, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, η εφαρμογή εναλλακτικών της κράτησης μέτρων δεν θα ήταν αποτελεσματική. Αντιτείνουν, τέλος, ότι οι λόγοι ακύρωσης προβάλλονται από τον Αιτητή κατά τρόπο γενικό και αόριστο.
To νομικό πλαίσιο
8. Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (Ο περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.
9. Το άρθρο 22 του περί Προσφύγων Νόμου του 2026 (στο εξής: o περί Προσφύγων Νόμος), δυνάμει του οποίου εκδόθηκε η επίδικη πράξη, ορίζει τα ακόλουθα (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)
«22.-(1) Αιτητής δεν κρατείται αποκλειστικά επειδή έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας ή λόγω της ιθαγένειάς του και η κράτηση δεν έχει τιμωρητικό χαρακτήρα.
(2) Εφόσον κρίνεται αναγκαίο και κατόπιν ατομικής αξιολόγησης κάθε περίπτωσης, το
Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να εκδίδει διάταγμα με το οποίο να θέτει υπό κράτηση αιτητή, εκτός εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα, όπως τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (4), μόνο για έναν ή περισσότερους από τους ακόλουθους λόγους:
(α) […]·
(β) για τον προσδιορισμό των στοιχείων εκείνων στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή·
[…]
(ε) σε περίπτωση που ο αιτητής κρατείται στο πλαίσιο διαδικασίας επιστροφής δυνάμει του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, προκειμένου να προετοιμάζεται η επιστροφή ή να διεξάγεται η διαδικασία απομάκρυνσης, και το Υπουργικό Συμβούλιο τεκμηριώνει βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, περιλαμβανομένου του γεγονότος ότι ο αιτητής είχε ήδη την ευκαιρία πρόσβασης στη διαδικασία χορήγησης διεθνούς προστασίας, ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι ο αιτητής υποβάλλει αίτηση προκειμένου να καθυστερήσει απλώς ή να εμποδίσει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής·
[…]».
10. Η πιο πάνω διάταξη ενσωματώνει στην ημεδαπή έννομη τάξη το άρθρο 10 της Οδηγίας 2024/1346 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Μαΐου 2024 σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία (στο εξής: Οδηγίας 2024/1346).[1] Εν προκειμένω δεν εγείρεται οποιαδήποτε αμφισβήτηση της ορθότητας της μεταφοράς της εν λόγω Οδηγίας και ως αποτέλεσμα αυτής της ενσωμάτωσης, εφαρμοστέες είναι καταρχήν οι εθνικές διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου.
11. Από το πλέγμα των πιο πάνω διατάξεων, προκύπτει η βασική αρχή ότι ένας αιτών άσυλο δεν μπορεί να κρατείται μόνο εξ αυτής του της ιδιότητας.
12. Εντούτοις, στην περίπτωση που συντρέχει ένας εκ των λόγων που εξαντλητικά αναφέρονται στο εδάφιο (2) του άρθρου 22 του περί Προσφύγων Νόμου, η κράτηση αιτητή διεθνούς προστασίας είναι καταρχήν επιτρεπτή [Βλ. συναφώς αποφάσεις της 14ης Μαΐου 2020, FMS, C-924/19 PPU και 925/19 PPU, EU:C:2020:367, σκέψη 250 και της 30ης Μαΐου 2013, Mehmet Arslan, C‑534/11, EU:C:2013:343, σκέψεις 57-59].
13. Εν προκειμένω, ο Υπουργός Εσωτερικών, δύναται ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να εκδώσει γραπτό διάταγμα σε σχέση με τον αιτητή, για να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή και ο οποίος είναι ήδη υπό κράτηση δυνάμει των άρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, με το οποίο να τον θέτει υπό κράτηση εφόσον τεκμηριώσει βάσει αντικειμενικών κριτηρίων ότι ο αιτητής επιδιώκει με την αίτησή του για διεθνή προστασία να καθυστερήσει ή να παρεμποδίσει την απόφαση επιστροφής του.
Αρχή της αναλογικότητας
14. Περαιτέρω, συνάγεται από τις πιο πάνω διατάξεις ότι η κράτηση συνιστά το έσχατο μέτρο. Στο πλαίσιο της εξατομικευμένης εξέτασης εκάστου αιτούντος, πριν την επιβολή της κράτησης οφείλεται να εξεταστεί προηγουμένως το ενδεχόμενο επιβολής εναλλακτικών της κράτησης μέτρων, κατ’ εφαρμογή της αρχής της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας.
15. Οι βασικές αυτές αρχές ως αναγκαίο μέτρο της απόφασης κράτησης του αιτούντος διεθνή προστασία διατυπώνονται και στο προοίμιο της Οδηγίας 2024/1326 [26η αιτιολογική σκέψη], όπου αναφέρονται τα ακόλουθα (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου):
«Η κράτηση των αιτούντων θα πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με τη βασική αρχή ότι πρόσωπα δεν θα πρέπει να κρατούνται απλώς και μόνον επειδή επιζητούν διεθνή προστασία, ιδίως σύμφωνα με τις διεθνείς νομικές υποχρεώσεις των κρατών μελών και ιδίως το άρθρο 31 της σύμβασης της Γενεύης. Η κράτηση αιτούντων θα πρέπει να είναι δυνατή μόνον στις σαφώς καθορισμένες, εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και να διέπεται από τις αρχές της αναγκαιότητας και αναλογικότητας όσον αφορά τόσο τον τρόπο όσο και τον σκοπό της εν λόγω κράτησης. Η κράτηση των αιτούντων δυνάμει της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να διατάσσεται μόνο εγγράφως από τις δικαστικές ή διοικητικές αρχές, και να συνοδεύεται από τους λόγους στους οποίους βασίζεται, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων στις οποίες το συγκεκριμένο πρόσωπο τελεί ήδη υπό κράτηση τη στιγμή που υποβάλλει αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας. Σε περίπτωση που ένας αιτών τελεί υπό κράτηση, ο εν λόγω αιτών θα πρέπει να έχει ουσιαστική πρόσβαση στις αναγκαίες διαδικαστικές εγγυήσεις, όπως η δικαστική επανεξέταση και το δικαίωμα σε δωρεάν νομική συνδρομή και εκπροσώπηση, κατά περίπτωση, δυνάμει της παρούσας οδηγίας.».
16. Οι αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας υπαγορεύουν την ύπαρξη ισορροπίας μεταξύ του περιοριστικού μέτρου, δηλαδή της κράτησης, και του νόμιμου σκοπού που το μέτρο αυτό επιδιώκει να επιτύχει, εν προκειμένω την ολοκλήρωση της διαδικασίας απομάκρυνσης του Αιτητή σε περίπτωση που η αίτησή του για διεθνή προστασία απορριφθεί[Βλ. αποφάσεις της 14ης Σεπτεμβρίου 2017, Κ. ν. Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie, C-18/16, EU:C:2017:680, σκέψη 37 και ΔΔΔΠ Υπόθεση αρ. ΔΚ 30/2020, Ι.Μ. ν Δημοκρατίας, ημερ. 1.9.2020].
Διαδικαστικές διατυπώσεις και έκταση της εξουσίας ελέγχου του Δικαστηρίου
17. 'Ετερη σημαντική παράμετρος της έκδοσης του διατάγματος κράτησης συνιστά η απαίτηση όπως η κράτηση διατάσσεται εγγράφως και το διάταγμα κράτησης να παραθέτει τους πραγματικούς και νομικούς λόγους στους οποίους αυτό βασίζεται. Η τήρηση της υποχρέωσης συναρτάται με τη δυνατότητα αφενός, του ενδιαφερόμενου να έχει πλήρη γνώση όλων των σχετικών στοιχείων με την υπόθεσή του και αφετέρου, προκειμένου να παρασχεθεί η δυνατότητα στο δικαστήριο να ελέγξει τη νομιμότητα του διατάγματος κράτησης (Βλ. συναφώς απόφαση της 14ης Μαΐου 2020, FMS, EU:C:2020:367 σκέψεις 290-293 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), η οποία με όρους του εθνικού δικαίου περιλαμβάνει και την ορθότητα της επίδικης απόφασης (Bλ. συναφώς FMS, σκέψεις 256-259, 273 και απόφαση της 5ης Ιουνίου 2014 και Mahdi, C-146/14 PPU, EU: C:2014:1320, σκέψεις 41 και 45).
18. Ως προς την έκταση της εξουσίας ελέγχου που ασκεί το παρόν Δικαστήριο επί του επίδικου διατάγματος κράτησης, στην Απόφαση του ΔΕΕ της 8ης Νοεμβρίου 2022, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid κατά C, B (C‑704/20), και X κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (C‑39/21), ECLI:EU:C:2022:858 (σκέψεις 87 έως 90), το ΔΕΕ αναφερόμενο στη δικαιοδοσία εξέτασης ακόμα και αυτεπάγγελτα της απόφασης της κράτησης (σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις προς τρεις ξεχωριστούς σκοπούς με σκοπό την επιστροφής του αλλοδαπού, την εξέταση της αιτήσεως διεθνούς προστασίας ή τη εκτέλεση της διαδικασίας μεταφοράς σε άλλο κράτος μέλος) κατάληξε ως ακολούθως (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου):
«87. Προκειμένου ένα τέτοιο καθεστώς προστασίας να διασφαλίζει αποτελεσματικά την τήρηση των αυστηρών προϋποθέσεων νομιμότητας που προβλέπονται στην οδηγία 2008/115, στην οδηγία 2013/33 ή στον κανονισμό 604/2013 όσον αφορά την επιβολή μέτρου κράτησης, η αρμόδια δικαστική αρχή πρέπει να είναι σε θέση να αποφαίνεται επί κάθε κρίσιμου πραγματικού ή νομικού στοιχείου για την εξακρίβωση της νομιμότητας του μέτρου. Προς τούτο, πρέπει να μπορεί να λάβει υπόψη τα πραγματικά στοιχεία και τις αποδείξεις που προβάλλει η διοικητική αρχή που διέταξε την αρχική κράτηση. Πρέπει επίσης να μπορεί να λάβει υπόψη τα πραγματικά περιστατικά, τις αποδείξεις και τις παρατηρήσεις που ενδεχομένως υποβάλλει ο ενδιαφερόμενος. Επιπλέον, πρέπει να είναι σε θέση να ερευνά και κάθε άλλο κρίσιμο για την απόφασή της στοιχείο σε περίπτωση που το κρίνει αναγκαίο. Οι εξουσίες που διαθέτει στο πλαίσιο επανεξέτασης δεν μπορούν να περιορίζονται, σε καμία περίπτωση, μόνο στα στοιχεία που προσκομίστηκαν από τη διοικητική αρχή (πρβλ., αποφάσεις της 5ης Ιουνίου 2014, Mahdi, C‑146/14 PPU, EU:C:2014:1320, σκέψεις 62 και 64, και της 10ης Μαρτίου 2022, Landkreis Gifhorn, C‑519/20, EU:C:2022:178, σκέψη 65).
88 Όπως επισήμανε, κατ' ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 95 των προτάσεών του, λαμβανομένης υπόψη της σημασίας του δικαιώματος στην ελευθερία, της βαρύτητας της επέμβασης στο εν λόγω δικαίωμα, η οποία συνίσταται στην κράτηση προσώπων για λόγους οι οποίοι δεν αφορούν τη δίωξη ή την καταστολή ποινικών αδικημάτων, καθώς και της απαιτήσεως αυξημένου επιπέδου δικαστικής προστασίας, η οποία υπογραμμίζεται από τους κοινούς κανόνες που θέσπισε ο νομοθέτης της Ένωσης και η οποία καθιστά δυνατή τη συμμόρφωση με την επιτακτική ανάγκη να αφήνεται ελεύθερο το εν λόγω πρόσωπο όταν δεν συντρέχουν ή έχουν πλέον παύσει να συντρέχουν οι προϋποθέσεις νομιμότητας της κράτησης, η αρμόδια δικαστική αρχή πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία που περιήλθαν εις γνώσιν της, μεταξύ άλλων και τα πραγματικά στοιχεία, όπως συμπληρώθηκαν ή διευκρινίστηκαν στο πλαίσιο των δικονομικών μέτρων τα οποία θεωρεί αναγκαία κατά το εθνικό δίκαιο και, με βάση τα στοιχεία αυτά, να εξετάζει κατά περίπτωση τη μη τήρηση απορρέουσας από το δίκαιο της Ένωσης προϋπόθεσης νομιμότητας, ακόμη και αν ο ενδιαφερόμενος δεν την επικαλέστηκε. Η προαναφερθείσα υποχρέωση δεν θίγει την υποχρέωση της δικαστικής αρχής -η οποία θα πρέπει επομένως να εξετάζει αυτεπαγγέλτως μια τέτοια προϋπόθεση νομιμότητας- να καλεί όλους τους διαδίκους να εκφράσουν τις απόψεις τους επί της συγκεκριμένης προϋποθέσεως, σύμφωνα με την αρχή της κατ' αντιμωλίαν συζητήσεως. [.]
94. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο προδικαστικό ερώτημα που υποβλήθηκε στην υπόθεση C‑704/20 και στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα που υποβλήθηκε στην υπόθεση C‑39/21 πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 15, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2008/115, το άρθρο 9, παράγραφοι 3 και 5, της οδηγίας 2013/33 και το άρθρο 28, παράγραφος 4, του κανονισμού 604/2013, σε συνδυασμό με τα άρθρα 6 και 47 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι, στο πλαίσιο του ελέγχου της τήρησης των προϋποθέσεων νομιμότητας της κράτησης υπηκόου τρίτης χώρας οι οποίες απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης, η δικαστική αρχή οφείλει να εξετάζει αυτεπαγγέλτως, με βάση τα στοιχεία της υποθέσεως που περιήλθαν εις γνώσιν της, όπως συμπληρώθηκαν ή διευκρινίστηκαν κατά την ενώπιόν της κατ' αντιμωλίαν διαδικασία, εάν ενδεχομένως δεν τηρήθηκε προϋπόθεση νομιμότητας την οποία δεν επικαλέστηκε ο ενδιαφερόμενος.».
19. Διαφωτιστική της έκτασης του ελέγχου που ασκεί το δικαστήριο επί της απόφασης κράτησης και των συναφών εξουσιών του είναι και η απόφαση της 14ης Μαΐου 2020, FMS, EU:C:2020:367 σκέψεις 290-293 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία όπου το ΔΕΕ, μεταξύ άλλων υπέδειξε ότι:
«290. [.], εθνική ρύθμιση η οποία δεν διασφαλίζει τον δικαστικό έλεγχο της νομιμότητας της διοικητικής απόφασης με την οποία διατάσσεται η κράτηση αιτούντος διεθνή προστασία ή παρανόμως διαμένοντος υπηκόου τρίτης χώρας όχι μόνον συνιστά, όπως επισημάνθηκε στις σκέψεις 261 και 277 της παρούσας αποφάσεως, παράβαση του άρθρου 15, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 2008/115 και του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/33, αλλά και θίγει το ουσιώδες περιεχόμενο του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη, καθόσον εμποδίζει πλήρως να αποφανθεί δικαστήριο επί του σεβασμού των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που εγγυάται το δίκαιο της Ένωσης σε υπό κράτηση υπήκοο τρίτης χώρας.
291. Ως εκ τούτου, και για λόγους παρόμοιους με εκείνους που εκτίθενται στις σκέψεις 138 έως 146 της παρούσας απόφασης, η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης καθώς και το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη, επιβάλλουν στο αιτούν δικαστήριο, εφόσον κρίνει ότι οι προσφεύγοντες των κυρίων δικών τελούν υπό κράτηση, να αποφανθεί ότι έχει αρμοδιότητα να εξετάσει τη νομιμότητα μιας τέτοιας κράτησης, αφήνοντας, εν ανάγκη, ανεφάρμοστη κάθε εθνική διάταξη που του απαγορεύει να ενεργήσει κατ' αυτόν τον τρόπο.
292. Δεύτερον, τονίζεται ότι το άρθρο 15, παράγραφος 2, τελευταίο εδάφιο, της οδηγίας 2008/115 και το άρθρο 9, παράγραφος 3, τελευταίο εδάφιο, της οδηγίας 2013/33 ορίζουν ρητώς ότι, όταν η κράτηση κρίνεται παράνομη, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να απολύεται αμέσως.
293. Επομένως, σε μια τέτοια περίπτωση, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να είναι σε θέση να υποκαταστήσει με τη δική του απόφαση την απόφαση της διοικητικής αρχής με την οποία διατάχθηκε η θέση υπό κράτηση και να διατάξει είτε τη λήψη εναλλακτικού μέτρου αντί της κράτησης είτε την απόλυση του ενδιαφερόμενου (πρβλ. απόφαση της 5ης Ιουνίου 2014, Mahdi, C‑146/14 PPU, EU:C:2014:1320, σκέψη 62). Εντούτοις, η λήψη εναλλακτικού μέτρου αντί της κράτησης είναι δυνατή μόνον αν ο λόγος που δικαιολόγησε την κράτηση του ενδιαφερομένου ήταν και παραμένει σε ισχύ, πλην όμως η κράτηση αυτή δεν παρίσταται ή δεν παρίσταται πλέον αναγκαία ή αναλογική υπό το πρίσμα του λόγου αυτού.».
20. Η θέση αυτή βρίσκει επίσης έρεισμα στο εγχειρίδιο της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Ασύλου με τίτλο «Detention of applicants for international protection in the context of the Common European Asylum System» όπου αναφέρονται τα εξής ως προς το εύρος του δικαστικού ελέγχου επί αποφάσεων κράτησης:
«In Mahdi the Court developed standards for an effective judicial remedy. A judicial authority must be able to rule on all relevant matters of fact and of law in order to determine whether a detention is justified. This requires an in-depth examination of the matters of fact specific to each individual case. Where detention is no longer justified, the judicial authority must be able to substitute its own decision for that of the administrative authority and to make a decision on whether to order an alternative measure or to release the third-country national concerned. To that end, the judicial authority must be able to take into account both the facts stated and the evidence adduced by the administrative authority and any observations that may be submitted by a third-country national. Furthermore, a judicial authority must be able to consider any other elements that are relevant for its decision should it so deem necessary. Accordingly, the powers of the judicial authority in the context of an examination can under no circumstances be confined only to the matters adduced by the administrative authority concerned. Any other interpretation would result in an ineffective examination by the judicial authority and would thereby jeopardise the achievement of the objectives pursued. The reviewing court must have jurisdiction to decide on whether or not deprivation of liberty has become unlawful in the light of new factors, which have emerged subsequently to the initial decision depriving a person of their liberty.».[2]
21. Περαιτέρω σχετική είναι και η απόφαση του Εφετείου στην Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 1/2020, Vakeel Singh κατά Δημοκρατίας, ημερ. 19.12.2023, (και η μνημονευόμενη σε αυτήν νομολογία) στην, όπου αποκρυσταλλώνονται περαιτέρω τα όρια της αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου αποφαινόμενο συναφώς, ότι:
«Κατά την ενώπιον μας ακρόαση της Έφεσης, η ευπαίδευτη συνήγορος για την Εφεσείουσα έθεσε ζήτημα σε σχέση με τη δικαιοδοσία ελέγχου ουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί διαταγμάτων κράτησης εκδιδόμενων κατ' εφαρμογήν των προνοιών του Άρθρου 9 ΣΤ του Ν. 6(Ι)/2000. Πρόκειται για ζήτημα δημόσιας τάξης, το οποίο εξετάζεται αυτεπάγγελτα (βλ. Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (Αρ. 2) (2010) 3 Α.Α.Δ. 579).
Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, έχει επιλύσει το ζήτημα. Πρόκειται για τις αποφάσεις επί των Εφέσεων κατά Αποφάσεων Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, στην Mondeke v. Κυπριακής Δημοκρατίας Αρ. 43/2021, ημερομηνίας 20/1/2022 και Janelidze v. Κυπριακής Δημοκρατίας Αρ. 17/2021, ημερομηνίας 21/9/2021. Αποφασίστηκε ο διττός ρόλος του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, το οποίο εξετάζει τόσο τη νομιμότητα όσο και στην ουσία την ορθότητα της διοικητικής ενέργειας ως προς την κράτηση αιτούντος ασύλου δυνάμει του Άρθρου 9 ΣΤ του Ν. 6(Ι)/2000. Αυτό βεβαίως, στο βαθμό που δεν προβλέπεται νομοθετικά διαφορετική και αποκλειστική δικαιοδοσία ελέγχου. Στην παρούσα περίπτωση, ως προαναφέρθηκε, αποτελεί ερώτημα, κατά πόσο τέτοιος έλεγχος, ως αυτός που διενήργησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στo πλαίσιο διαδικασίας habeas corpus. [.]
Το ζητούμενο εν προκειμένω, είναι το κατά πόσο η χρονική περίοδος από την έκδοση του επίδικου διατάγματος κράτησης στις 4/9/2019 μέχρι την ακύρωση του από τη διοίκηση στις 23/10/2019, αφορά στη «διάρκεια» της κράτησης, έτσι ώστε να μεταβάλλεται η διαδικασία του ελέγχου της νομιμότητας του διατάγματος κράτησης η οποία ασκείται από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, σε έλεγχο της νομιμότητας της διάρκειας της κράτησης και η περίπτωση να υπόκειτο, κατ' εφαρμογήν των προνοιών του Άρθρου 9 ΣΤ (7) (α) (i) (ανωτέρω), στη διαδικασία του habeas corpus.
Έχουμε κατά νου, ότι το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, σύμφωνα με το Άρθρο 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018), για σκοπούς ενάσκησης της δικαιοδοσίας του επι προσφυγής, προβαίνει σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας της, εξετάζοντας πλήρως και «από τούδε και στο εξής» τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που την διέπουν (Άρθρο (11) (3) (α) (i)) καθώς και ότι «λαμβάνει υπόψη και σχετικά γεγονότα και ισχυρισμούς του προσφεύγοντος που δεν λήφθηκαν υπόψη κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ή πράξης, είτε αυτά είναι προγενέστερα είτε είναι μεταγενέστερα αυτής» (Άρθρο 11(5)).
Έχουμε επίσης υπόψη, ότι σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΕ (βλ. C-704/20 και C-39/21, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid κατά C, B, X, ημερομηνίας 8/11/2022), στο πλαίσιο του ελέγχου της τήρησης των προϋποθέσεων νομιμότητας της κράτησης «η δικαστική αρχή οφείλει να εξετάζει αυτεπαγγέλτως, με βάση τα στοιχεία της υποθέσεως που περιήλθαν εις γνώσιν της, όπως συμπληρώθηκαν ή διευκρινίστηκαν κατά την ενώπιόν της κατ' αντιμωλίαν διαδικασία, εάν ενδεχομένως δεν τηρήθηκε προϋπόθεση νομιμότητας την οποία δεν επικαλέστηκε ο ενδιαφερόμενος».
Ούτε η εν λόγω απόφαση ωστόσο, ούτε η Οδηγία 2013/33/ΕΚ προκαθορίζουν από ποιο Δικαστήριο ή Δικαστήρια κράτους μέλους ασκείται τέτοιος δικαστικός έλεγχος. Όπως έχει αναφερθεί, σύμφωνα με τη νομολογία (ανωτέρω), γεγονότα, παραλείψεις ή και ενέργειες που συμβαίνουν μετά την έκδοση του διατάγματος κράτησης, όπως επίσης και όταν οι λόγοι της κράτησης έχουν εκλείψει, αποκτούν σημασία κατά τον έλεγχο της νομιμότητας της διάρκειας της κράτησης, που ελέγχεται στο πλαίσιο της διαδικασίας του habeas corpus. Ο ίδιος ο νομοθέτης, σε σχέση με τον έλεγχο νομιμότητας της κράτησης που το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας ασκεί, έχει προνοήσει στο Άρθρο 9 ΣΤ (7) (α) (i), ότι η νομιμότητα της διάρκειας της ασκείται αποκλειστικά με τη διαδικασία του habeas corpus, η οποία συνταγματικώς ανήκει στο Ανώτατο Δικαστήριο.».
22. Το άρθρο 3 στοιχείο 5) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ορίζει τον όρο «πρόσφυγας».
23. Ο όρος «πρόσφυγας» ορίζεται και στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Προσφύγων Νόμου του 2026 (στο εξής: o περί Προσφύγων Νόμος).
24. Το καθεστώς του πρόσφυγα χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
25. Το άρθρο 3 στοιχείο 6) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ορίζει τον όρο «πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία
26. Το καθεστώς επικουρικής προστασίας χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και V του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
Κατάληξη
27. Εξετάζονται στη συνέχεια οι εγειρόμενοι λόγοι σε συνάρτηση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και τις κανονιστικές διατάξεις που παρατίθενται ανωτέρω.
28. Το παρόν Δικαστήριο, ανεξαρτήτως της αιτιολογίας την επίδικης πράξης όπως αυτή καταγράφεται στο σώμα του επίδικου διατάγματος και της εγκριθείσας εισήγησης, έχει την εξουσία να ελέγξει τη νομιμότητα του διατάγματος κράτησης (Βλ. συναφώς απόφαση της 14ης Μαΐου 2020, FMS, EU:C:2020:367 σκέψεις 290-293 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), η οποία με όρους του εθνικού δικαίου περιλαμβάνει και την ορθότητα της επίδικης απόφασης (Bλ. συναφώς FMS, σκέψεις 256-259, 273 και απόφαση της 5ης Ιουνίου 2014 και Mahdi, C-146/14 PPU, EU: C:2014:1320, σκέψεις 41 και 45, υπόθεση αρ. Δ.Κ. 40/20, S.S. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Αναπληρωτή Διευθυντή Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, ημερ. 27.10.2020 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία και βιβλιογραφία). Βλέπετε επίσης απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Έφεση κατά απόφαση του ΔΔΔΠ αρ. αρ 29/2021, χχχ ANKIT v. Δημοκρατίας, ημερ. 4.10.2021, ECLI:CY:AD:2021:A437 και απόφαση του Εφετείου στην Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 1/2020, Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Διευθυντή Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης ν. Vakeel Singh, ημερ. 19.12.2023.
29. Ως εκ τούτου, το παρόν Δικαστήριο δύναται πλέον το ίδιο με βάση τα ενώπιον του δεδομένα να αποφασίσει κατά πόσον η περίπτωση του Αιτητή μπορεί να υπαχθεί στην περίπτωση του 22(2)(β) και (ε). Εφόσον η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι καταφατική, τότε θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο η κράτηση ήταν πράγματι το προσφορότερο μέτρο έναντι άλλων εναλλακτικών μέτρων ή ακόμα εάν θα προχωρήσει στην ακύρωση του επίδικου διατάγματος κράτησης (Βλ. Κατευθυντήριες γραμμές του EUAA «Guidelines on Alternatives to Detention», Δεκεμβρίου του 2024, ως προς την μεθοδολογία εξέτασης των εναλλακτικών της κράτησης μέτρων, όπου πρώτα διαπιστώνεται η συνδρομή τουλάχιστον ενός εκ των λόγω κράτησης και ακολούθως η αναλογικότητα του μέτρου της κράτησης έναντι των εναλλακτικών αυτής μέτρων). Όπως έχει επανειλημμένως ειπωθεί, η εξουσία αυτή του δικαστηρίου δεν απαλλάσσει τη διοίκηση από την υποχρέωσή της να προβαίνει η ίδια με σαφή και εξατομικευμένο τρόπο στην ανάλυση και αξιολόγηση της κάθε υπόθεσης προτού προβεί στην έκδοση διατάγματος κράτησης.
30. Προχωρώντας στην εξέταση των πιο πάνω νομικών σημείων, κρίνεται σκόπιμη η προηγούμενη παράθεση αυτούσιο του επίδικου διατάγματος:
«Ο ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ 2026
ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΚΡΑΤΗΣΗΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 22
ΕΠΕΙΔΗ ο [Αιτητής], υπήκοος Αιγύπτου, είναι αιτητής διεθνούς προστασίας και επειδή πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 22 του περί Προσφύγων Νόμου του 2026, καθότι:
ο [Αιτητής] κρατείται:
(α) Για να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή.
(β) Στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής δυνάμει των Άρθρων 180Γ μέχρι 180Θ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, προκειμένου να προετοιμαστεί η επιστροφή ή/και να διεκπεραιωθεί η διαδικασία απομάκρυνσής του και επειδή τεκμηριώνεται στη βάση αντικειμενικών κριτηρίων, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι ο [Αιτητής] παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία από 11/02/2023, και μετά τη σύλληψη και κράτησή του, υπέβαλε αίτηση ασύλου, ως εκ τούτου, υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι η υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας έγινε με σκοπό να προβάλει προσκόμματα και/ή να ματαιώσει τη διαδικασία επαναπατρισμού του.
ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ κατόπιν ατομικής αξιολόγησης θεώρησα ότι είναι αναγκαίο ο [Αιτητής] να παραμείνει υπό κράτηση βάσει των άρθρων 22(2)(β) και 22(2)(ε) του περί Προσφύγων Νόμου του 2026, καθότι στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίνεται ότι δεν είναι εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα, όπως τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (4) του άρθρου 22 του περί Προσφύγων Νόμου του 2026, καθότι με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 180Δ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, υπάρχει κίνδυνος διαφυγής για τους πιο κάτω λόγους:
1. ΕΠΕΙΔΗ δεν έχει συμμορφωθεί με απόφαση επιστροφής.
2. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ δήλωσε πρόθεση μη συμμόρφωσης με απόφαση επιστροφής.
3. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ είχε προηγούμενη εξαφάνιση.
4. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ δεν υπάρχει διεύθυνση συνήθους διαμονής.
5. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ θεωρήθηκε απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (κ), του εδαφίου (1), του Άρθρου 6 του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (1952-2025), έχει συλληφθεί και σε βάρος του εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης ημερ. 17/08/2026.
6. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ κρατείται με σκοπό τον επαναπατρισμό του, κρίνω ότι η αίτηση του για Διεθνή Προστασία υποβλήθηκε με σκοπό να προβάλει προσκόμματα στη διαδικασία επαναπατρισμού του.
ΓΙΑ ΤΟ ΣΚΟΠΟ ΑΥΤΟ […], ασκώντας τις εξουσίες που δίνουν στο Υπουργικό Συμβούλιο το άρθρο 22 του περί Προσφύγων Νόμου του 2026 και το Άρθρο 188.3(γ) του Συντάγματος, οι οποίες εξουσίες εκχωρήθηκαν σε εμένα, εγώ η Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης, με το παρόν διατάσσω όπως ο [Αιτητής] παραμείνει υπό κράτηση για όσο διάστημα ισχύουν οι λόγοι κράτησής του αναφέρονται πιο πάνω.
Με το παρόν διάταγμα εξουσιοδοτώ και εντέλλομαι τον Αρχηγό Αστυνομίας ή οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομικής Δύναμης που τυχόν θα διαταχθεί να εκτελέσει το διάταγμα αυτό και, για την εκτέλεσή του, το παρόν διάταγμα αποτελεί επαρκή εξουσία και εντολή.
ΕΓΙΝΕ από μένα στη Λευκωσία την 2η ημέρα του Σεπτεμβρίου 2026.».
31. Στον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης εντοπίζεται σημείωμα λειτουργού του Τμήματος Μετανάστευσης, ημερομηνίας 1.9.2026, το οποίο αποτελεί την αιτιολογική βάση του επίδικου διατάγματος κράτησης. Στο εν λόγω σημείωμα παρατίθεται το μεταναστευτικό ιστορικό του Αιτητή και καταγράφεται ότι αυτός αφίχθηκε στη Δημοκρατία στις 13.11.2021 για να εργαστεί, έλαβε άδεια παραμονής ως εργάτης, η οποία ανανεώθηκε μέχρι τις 8.4.2023, και, μολονότι στις 10.1.2023 του παραχωρήθηκε αποδεσμευτική επιστολή προκειμένου να εξεύρει νέο εργοδότη, δεν το έπραξε. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι στις 16.8.2026 εντοπίστηκε και συνελήφθη για παράνομη παραμονή, ενώ την επομένη εκδόθηκαν εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης. Η εκτέλεση του διατάγματος απέλασης ανεστάλη εν αναμονή των απόψεων της Νομικής Υπηρεσίας, καθώς ο Αιτητής είναι βασικός μάρτυρας κατηγορίας σε ποινική υπόθεση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και η παρουσία του κρίθηκε αναγκαία.
32. Στο σημείωμα καταγράφεται επίσης ότι ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση ασύλου στις 31.8.2026, μετά τη σύλληψη και κράτησή του. Η συντάκτρια εκφράζει την εκτίμηση ότι η χρονική αυτή ακολουθία δημιουργεί εύλογες υπόνοιες πως η αίτηση υποβλήθηκε με σκοπό την καθυστέρηση ή παρεμπόδιση της απομάκρυνσής του. Ως στοιχεία που, κατά την εκτίμησή της, θεμελιώνουν κίνδυνο διαφυγής αναφέρει τη μη συμμόρφωση με απόφαση επιστροφής, τη δηλωθείσα πρόθεση μη συμμόρφωσης, την προηγούμενη παράνομη παραμονή του χωρίς εξεύρεση νέου εργοδότη και την έλλειψη σταθερής διεύθυνσης διαμονής. Καταλήγει εισηγούμενη την ακύρωση του διατάγματος κράτησης της 17.8.2026 και την έκδοση νέου διατάγματος δυνάμει του άρθρου 22(2)(β) και (ε) του περί Προσφύγων Νόμου, κρίνοντας ότι δεν υπάρχει περιθώριο εφαρμογής εναλλακτικών της κράτησης μέτρων. Εισηγείται, παράλληλα, τη διατήρηση της αναστολής της απέλασης μέχρι την εξέταση της αίτησης ασύλου, επισημαίνοντας και την ανάγκη παρουσίας του Αιτητή στην εκκρεμή ποινική δίκη.
33. Ως προς την εφαρμογή της παραγράφου (β) του εδαφίου (2) του άρθρου 22 του περί Προσφύγων Νόμου του 2026, δυνάμει της οποίας επιτρέπεται η κράτηση αιτητή «για να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή», επισημαίνονται τα ακόλουθα.
34. Όπως επισημαίνεται στον πρακτικό οδηγό της EUAA την κράτηση και ειδικώς ως προς τον λόγο κράτησης που αφορά την εξακρίβωση των στοιχείων στα οποία στηρίζεται η αίτηση διεθνούς προστασίας, η ανάλυση του EASO Detention of applicants for international protection in the context of the Common European Asylum System (2019, σ. 26–27) επισημαίνει ότι η εφαρμογή του εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά: πρέπει να διαπιστώνεται ποια ουσιώδη στοιχεία δεν μπορούν να συλλεγούν χωρίς κράτηση. Η κράτηση για τον σκοπό αυτό μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο για περιορισμένο αρχικό διάστημα και δεν καλύπτει καταρχήν ολόκληρη τη διαδικασία εξέτασης της αίτησης. Ο κίνδυνος διαφυγής μπορεί να συνεκτιμηθεί στο πλαίσιο του εν λόγω λόγου, δεν αρκεί όμως αφ’ εαυτού για να τον θεμελιώσει, εάν δεν προκύπτει ανάγκη συλλογής συγκεκριμένων στοιχείων υπό κράτηση. Η παρατήρηση αυτή αφορά την ερμηνεία του συγκεκριμένου λόγου και δεν προδικάζει την εξέταση του αυτοτελούς λόγου κράτησης που συνδέεται με τη διαδικασία επιστροφής.[3]
35. Κατά πρώτον, το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι, κατά τον χρόνο έκδοσης του επίδικου διατάγματος, είχαν παρέλθει μόλις δύο ημέρες από την υποβολή της πρώτης αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή, ημερομηνίας 31.8.2026, και ότι δεν είχε ακόμη πραγματοποιηθεί η προσωπική του συνέντευξη. Ούτε παραγνωρίζει το προηγούμενο μεταναστευτικό του ιστορικό, ιδίως την επί τριετία παράνομη παραμονή του στη Δημοκρατία. Τα δεδομένα αυτά, ωστόσο, δεν καθιστούν αφ' εαυτών αναγκαία την κράτησή του για σκοπούς εξακρίβωσης των στοιχείων επί των οποίων βασίζεται η αίτησή του. Ειδικότερα, μολονότι η μη πραγματοποίηση της προσωπικής συνέντευξης αποτελεί συναφές στοιχείο, δεν προκύπτει από την αιτιολογία του επίδικου διατάγματος, ούτε από τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, για ποιον συγκεκριμένο λόγο η συλλογή των αναγκαίων στοιχείων δεν θα ήταν εφικτή χωρίς την κράτηση του Αιτητή. Οι Καθ' ων η αίτηση περιορίζονται ουσιαστικά στην επίκληση του κινδύνου διαφυγής, χωρίς να συνδέουν τον κίνδυνο αυτό με την αδυναμία εξακρίβωσης των στοιχείων της αίτησης υπό καθεστώς ελευθερίας. Η αποδοχή της αντίθετης προσέγγισης θα ισοδυναμούσε με την παραδοχή ότι η υποβολή πρώτης αίτησης διεθνούς προστασίας και η εκκρεμότητα της προσωπικής συνέντευξης αρκούν, κατ' αρχήν, για τη θεμελίωση του συγκεκριμένου λόγου κράτησης, κατά παράβαση της απαίτησης εξατομικευμένης αξιολόγησης.
36. Συναφώς, ο κίνδυνος διαφυγής δεν προβλέπεται στη συγκεκριμένη διάταξη ως αυτοτελής λόγος κράτησης, αλλά συνεκτιμάται σε συνάρτηση με τον ειδικό σκοπό της παραγράφου (β), ήτοι την αντικειμενική αδυναμία προσδιορισμού, χωρίς κράτηση, συγκεκριμένων στοιχείων στα οποία βασίζεται η αίτηση. Εφόσον, εν προκειμένω, δεν προσδιορίστηκαν τέτοια ελλείποντα στοιχεία ούτε τεκμηριώθηκε η αδυναμία απόκτησής τους χωρίς κράτηση, η επίκληση και μόνον κινδύνου διαφυγής δεν αρκεί για τη θεμελίωση της εφαρμογής της εν λόγω διάταξης.
37. Συνεπώς, όσο επιβαρυντικό και αν αξιολογείται το μεταναστευτικό ιστορικό του για άλλους σκοπούς, δεν υποκαθιστά την ειδική και αυτοτελή προϋπόθεση που θέτει η συγκεκριμένη διάταξη.
38. Επιπλέον, η μοναδική αναφορά στην παράγραφο (β) του άρθρου 22(2), στο σημείωμα ημερομηνίας 25.8.2026, συνίσταται ουσιαστικά στην παράθεση του λεκτικού της, χωρίς εξατομικευμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις προϋποθέσεις εφαρμογής της. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, κρίνεται ότι δεν πληρούνταν οι ειδικές προϋποθέσεις της παραγράφου (β) του εδαφίου (2) του άρθρου 22 του περί Προσφύγων Νόμου του 2026 και, ως εκ τούτου, η κράτηση του Αιτητή δεν δύναται να δικαιολογηθεί στη βάση της συγκεκριμένης διάταξης.
39. Ακολούθως ως έτερη νομική βάση του επίδικου διατάγματος προκρίνεται και η παράγραφος (ε) του εδαφίου (2) του άρθρου 22, το οποίο θεσπίζει ένα διακριτό λόγο κράτησης. Όπως προκύπτει από την νομολογία του ΔΕΕ οι λόγοι κράτησης απαριθμούνται εξαντλητικώς, ενώ δεν αποκλείεται να συντρέχει ένας ή περισσότεροι, ταυτόχρονα, λόγοι κράτησης, όπως άλλωστε απορρέει τόσο από το γράμμα όσο και από την τελεολογία της εν λόγω διάταξης (βλ. Απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 15ης Φεβρουαρίου 2016, Υπόθεση C-601/15 PPU, J. N. κατά Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie, ECLI:EU:C:2016:84, σκέψη 59, βλ. επίσης κατευθυντήριες γραμμές του EUAA «Guidelines on Alternatives to Detention», Δεκεμβρίου του 2024, σ. 13[4]). Ως εκ τούτου, τυχόν λανθασμένη επίκληση του ενός λόγου κράτησης δεν οδηγεί άνευ ετέρου σε ματαίωση του σκοπού της κράτησης στη βάση άλλο νομικού ερείσματος, εν προκειμένω του της παραγράφου (2) του εδαφίου (2). Άλλωστε και στο άρθρο 31 του περί του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (158(Ι)/1999), προβλέπεται ότι εσφαλμένη νομική αιτιολογία δεν οδηγεί σε ακύρωση της πράξης, αν η πράξη μπορεί να έχει άλλο νομικό έρεισμα.
40. Προχωρώντας στην εξέταση του νομίμου της κράτησης του Αιτητή υπό το άρθρο 22(2)(ε) διαπιστώνεται ότι, οι Καθ' ων η αίτηση προχώρησαν σε κράτηση του Aιτητή δυνάμει της εν λόγω διάταξης, καθώς ο Αιτητής κρατείτο ήδη στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής δυνάμει των άρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, προκειμένου να προετοιμάζεται η επιστροφή του, και καθώς κρίθηκε ότι, βάσει αντικειμενικών κατά του ίδιους, κριτηρίων, υπέβαλε την αίτησή του για διεθνή προστασία προκειμένου να καθυστερεί απλώς ή να εμποδίζει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής
41. Σημειώνεται καταρχάς ότι, όπως προκύπτει και από τις αρχές που καταγράφονται ανωτέρω, το διοικητικό όργανο που εκδίδει το διάταγμα κράτησης του αιτούντος ασύλου δυνάμει του άρθρου 22(2)(3) θα πρέπει με σαφή τρόπο να προβεί σε έλεγχο της προσφορότητας και της αναγκαιότητας του μέτρου της κράτησης έναντι άλλων εναλλακτικών μέτρων. Αυτή η διεργασία δεν μπορεί να γίνει in abstracto αλλά θα πρέπει να γίνει κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο, διατυπωμένο κατά τρόπο που να επιτρέπει αφενός, στον ίδιο τον αιτητή να αντιληφθεί τους λόγους για τους οποίους κρατείται και αφετέρου, στο δικαστήριο να εξετάσει τη νομιμότητα του διατάγματος κράτησης. Συνεπώς, θα πρέπει να προκύπτουν με σαφήνεια όχι μόνο το νομικό υπόβαθρο αλλά και τα πραγματικά γεγονότα τα οποία υπήρξαν καθοριστικά για την απόφαση του διοικητικού οργάνου να διατάξει την κράτηση και επί των οποίων βασίστηκε ώστε να προκρίνει την κράτηση έναντι άλλων λιγότερο περιοριστικών της ελευθερίας μέτρων. Ιδίως σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, η υποχρέωση αυτή καθίσταται ακόμα πιο επιτακτική δεδομένης της φύσης της διοικητικής πράξης, η οποία απολήγει σε αποστέρηση της ελευθερίας ενός προσώπου.
42. Ορθότερο δε είναι η σύνοψη αυτή των γεγονότων να περιλαμβάνεται στο σώμα του ιδίου του διατάγματος, όπως άλλωστε προκύπτει από το ίδιο το γράμμα των εδαφίων (5) και (8) του άρθρου 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου και της συναφούς νομολογίας που παρατίθεται ανωτέρω.
43. Σημειώνεται, εξάλλου, ότι το βάρος απόδειξης τόσο της συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής μίας εκ των περιπτώσεων επιτρεπόμενης κράτησης δυνάμει του άρθρου 22(2)(2) όσο και της αναγκαιότητας αυτής, φέρει η αρμόδια αρχή που την επιβάλλει (Βλ. Εγχειρίδιο της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Ασύλου με τίτλο «Judicial analysis Detention of applicants for international protection in the context of the Common European Asylum System» σελ. 53).
44. Λαμβάνοντας δε την έκταση της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, όπως αναλύθηκε ανωτέρω, αυτό δύναται πλέον το ίδιο να αποφασίσει κατά πόσον η περίπτωση του Αιτητή μπορεί να υπαχθεί στην περίπτωση του 22(2)(ε). Εφόσον η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι καταφατική, τότε θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο η κράτηση ήταν πράγματι το προσφορότερο μέτρο έναντι άλλων εναλλακτικών μέτρων ή ακόμα εάν θα προχωρήσει στην ακύρωση του επίδικου διατάγματος κράτησης. Υπογραμμίζεται ωστόσο ότι, η εξουσία αυτή του δικαστηρίου δεν απαλλάσσει τη διοίκηση από την υποχρέωσή της να προβαίνει η ίδια με σαφή και εξατομικευμένο τρόπο στην ανάλυση και αξιολόγηση της κάθε υπόθεσης προτού προβεί στην έκδοση διατάγματος κράτησης.
45. Στην απόφαση Mehmet Arslan, C‑534/11, EU:C:2013:343, σκέψεις 57-59 (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου), η οποία παρατίθεται και ανωτέρω, επισημαίνεται ότι «όσον αφορά μια κατάσταση όπως η επίμαχη της κύριας δίκης, στην οποία, αφενός, ο υπήκοος τρίτης χώρας τέθηκε υπό κράτηση βάσει του άρθρου 15 της οδηγίας 2008/115 για τον λόγο ότι η συμπεριφορά του δημιουργούσε φόβους ότι, αν δεν ετίθετο υπό κράτηση, θα διέφευγε και θα παρεμπόδιζε την απομάκρυνσή του, και, αφετέρου, η αίτηση ασύλου φαίνεται να έχει υποβληθεί με μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει, ή ακόμη και να υπομονεύσει, την εκτέλεση της αποφάσεως περί επιστροφής που εκδόθηκε κατ' αυτού, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι περιστάσεις αυτές μπορούν πράγματι να δικαιολογήσουν τη διατήρηση της κρατήσεως του εν λόγω υπηκόου ακόμη και μετά την υποβολή αιτήσεως ασύλου.».
46. Στην ίδια απόφαση τονίζεται ότι από το γεγονός και μόνον ότι ένας αιτών άσυλο, κατά την υποβολή της αιτήσεώς του, αποτελεί αντικείμενο αποφάσεως περί επιστροφής και έχει τεθεί υπό κράτηση βάσει του άρθρου 15 της οδηγίας 2008/115 δεν μπορεί να τεκμαίρεται, χωρίς κατά περίπτωση εκτίμηση του συνόλου των κρίσιμων περιστάσεων, ότι αυτός υπέβαλε την αίτηση αυτή με μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει ή να ματαιώσει την εκτέλεση της αποφάσεως περί επιστροφής και ότι είναι αντικειμενικώς αναγκαία και αναλογική η διατήρηση του μέτρου της κρατήσεως. (Βλ. ανωτέρω, Arslan, C‑534/11, σκέψη 62). Δεδομένης της ουσιαστικής ταύτισης των προϊσχυουσών ρυθμίσεων με τις ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις, η συναφής νομολογία του ΔΕΕ εξακολουθεί να δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο.
47. Το άρθρο 22(2)(ε) του περί Προσφύγων Νόμου, δυνάμει του οποίου εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα, καθορίζει ότι μπορεί αιτητής ασύλου να κρατηθεί όταν αφενός, κρατείται ήδη στο πλαίσιο διαδικασίας επιστροφής δυνάμει των άρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, προκειμένου να προετοιμάζεται η επιστροφή ή/και να διεξάγεται η διαδικασία απομάκρυνσης και αφετέρου, να υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια, τα οποία τεκμηριώνουν βάσιμους λόγους ότι ο αιτητής υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας, για να καθυστερήσει ή να εμποδίζει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής.
48. Στα αντικειμενικά κριτήρια βάσει του προαναφερόμενου άρθρου συμπεριλαμβάνεται το γεγονός ότι το πρόσωπο είχε ήδη την ευκαιρία πρόσβασης στη διαδικασία χορήγησης ασύλου και δεν το έπραξε. Αυτό αν και στοιχείο μη καθοριστικό λαμβάνεται υπόψη ως κριτήριο που αιτιολογεί την υπαγωγή ενός αιτητή στην περίπτωση του άρθρου 9ΣΤ(2)(δ). (Βλ. Υπόθεση Αρ. 2319/2006, MD Jakir Hossain v. AAΠ, (2008) 4 ΑΑΔ 568, ημερ. 16.7.2008).
49. Εν προκειμένω, ο Αιτητής πριν από την έκδοση του επίδικου διατάγματος κρατείτο με διάταγμα ημερομηνίας 17.8.2026, το οποίο εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 14 και του άρθρου 18ΠΣΤ(1) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου και δυνάμει διατάγματος ίδιας ημερομηνίας βρισκόταν σε εξέλιξη διαδικασία απέλασής του. Η αίτησή του Αιτητή για άσυλο υποβλήθηκε μετά την κράτησή του για παράνομη παραμονή και απέλαση ήτοι στις 31.8.2016. Συνεπώς, τόσο κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος όσο και κατά την υποβολή της αίτησης του Αιτητή για διεθνή προστασία, βρισκόταν σε εξέλιξη διαδικασίας απέλασής του. Ως εκ τούτου, πληρούται η πρώτη εκ του νόμου προβλεπόμενη προϋπόθεση για την έκδοση του επίδικου διατάγματος.
50. Ακολούθως, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο πληρούται και η δεύτερη προϋπόθεση εφαρμογής της παραγράφου (ε) του άρθρου 22(2), ήτοι κατά πόσο υφίστανται βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι ο Αιτητής υπέβαλε τη αίτησή του απλώς και μόνο για να καθυστερήσει ή να παρεμποδίσει την εκτέλεση της απόφασης επιστροφής του.
51. Από τα στοιχεία της υποβληθείσας αίτησης του Αιτητή και της προσωπικής συνέντευξης του Αιτητή προκύπτει ότι, μολονότι αναφέρθηκε σε προηγούμενη κράτησή του κατά το χρονικό διάστημα 2013 έως 2020 και σε βασανιστήρια που φέρεται να υπέστη κατά τη διάρκεια της κράτησής του, ερωτηθείς ειδικώς ως προς τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, δήλωσε ότι αναχώρησε προκειμένου να εργαστεί και να συνδράμει οικονομικά την οικογένειά του. Κατά την καταγραφή της αίτησή Σημειώνεται, επίσης, ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε νομίμως τη χώρα καταγωγής του. Τα δεδομένα αυτά, χωρίς να αναιρούν αφ' εαυτών τους ισχυρισμούς του περί προηγούμενης κακομεταχείρισης, αποκτούν σημασία κατά την αξιολόγηση του σκοπού υποβολής της αίτησής του, ιδίως σε συνδυασμό με το γεγονός ότι παρέμεινε επί σειρά ετών στη Δημοκρατία χωρίς να επιδιώξει την εξασφάλιση διεθνούς προστασίας, υποβάλλοντας σχετική αίτηση μόνον κατόπιν της σύλληψης και κράτησής του, ενώ εκκρεμούσε σε βάρος του διαδικασία επιστροφής. Περαιτέρω, στις 17.9.2026, η αρμόδια αρχή απέρριψε την αίτησή του ως αβάσιμη. Διευκρινίζεται ότι το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική βασιμότητα της αίτησης διεθνούς προστασίας ούτε αποφαίνεται επί της αξιοπιστίας των επιμέρους ισχυρισμών του Αιτητή, ζητήματα που αποτελούν αντικείμενο της οικείας διαδικασίας διεθνούς προστασίας.
52. Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι, παρά το γεγονός ότι η Διευθύντρια δεν προέβη, κατά τον χρόνο έκδοσης του επίδικου διατάγματος, σε επαρκή αξιολόγηση του συνόλου των διαθέσιμων στοιχείων που αφορούσαν τον σκοπό υποβολής της αίτησης διεθνούς προστασίας, τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα δημιουργούν σοβαρές και αντικειμενικά θεμελιωμένες αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητα του επιδιωκόμενου με αυτήν σκοπού. Ειδικότερα, η μακρόχρονη παράνομη παραμονή του Αιτητή στη Δημοκρατία, η μη υποβολή αίτησης διεθνούς προστασίας κατά το προηγούμενο αυτό χρονικό διάστημα και η υποβολή της μόνον μετά τη σύλληψη και κράτησή του, ενώ εκκρεμούσε διαδικασία επιστροφής, αποτελούν στοιχεία που συνηγορούν υπέρ της εκτίμησης ότι η αίτηση υποβλήθηκε πρωτίστως προς αποτροπή της επικείμενης επιστροφής του. Η εκτίμηση αυτή ενισχύεται, σε επίπεδο εκ πρώτης όψεως αξιολόγησης, από τις μεταγενέστερες δηλώσεις του Αιτητή κατά την προσωπική του συνέντευξη, αναφορικά με τους οικονομικούς λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, καθώς και από τη μεταγενέστερη απόρριψη της αίτησής του. Τα τελευταία αυτά δεδομένα, ωστόσο, δεν υφίσταντο κατά τον χρόνο έκδοσης του επίδικου διατάγματος και, ως εκ τούτου, δεν δύνανται να χρησιμοποιηθούν προς αναδρομική συμπλήρωση της αιτιολογίας του.
53. Συναφώς, διευκρινίζεται ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Εφετείου, η νομιμότητα του επίδικου διατάγματος κρίνεται με βάση τα πραγματικά και νομικά δεδομένα που υφίσταντο κατά τον χρόνο έκδοσής του. Τούτο, ωστόσο, δεν αποκλείει τη συνεκτίμηση μεταγενέστερων αποδεικτικών στοιχείων, εφόσον αυτά είναι πρόσφορα να διαφωτίσουν τις πραγματικές περιστάσεις που υφίσταντο ήδη κατά τον κρίσιμο χρόνο. Υπό το πρίσμα αυτό, οι μεταγενέστερες δηλώσεις του Αιτητή κατά την προσωπική του συνέντευξη, αναφορικά με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, καθώς και η εξέλιξη της διαδικασίας εξέτασης της αίτησής του, δύνανται να συνεκτιμηθούν, στον βαθμό που συμβάλλουν στην ορθότερη αξιολόγηση των περιστάσεων υπό τις οποίες υποβλήθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας. Η συνεκτίμησή τους δεν συνεπάγεται μετατόπιση του κρίσιμου χρόνου ελέγχου της νομιμότητας, ούτε επιτρέπεται να οδηγεί σε εκ των υστέρων αναπλήρωση της απαιτούμενης αιτιολογίας του διατάγματος.
54. Εν κατακλείδι, από τη συνολική αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών της παρούσας υπόθεσης, κρίνεται ότι συντρέχουν βάσιμοι λόγοι, ερειδόμενοι σε αντικειμενικά κριτήρια, από τους οποίους δύναται να συναχθεί ότι ο Αιτητής υπέβαλε την αίτηση διεθνούς προστασίας απλώς και μόνο προκειμένου να καθυστερήσει ή να παρεμποδίσει την εκτέλεση της απόφασης επιστροφής του. Ειδικότερα, λαμβάνεται υπόψη η επί σειρά ετών παράνομη παραμονή του στη Δημοκρατία, χωρίς να επιδιώξει την εξασφάλιση διεθνούς προστασίας, παρά το γεγονός ότι τα επικαλούμενα περιστατικά κακομεταχείρισής του είχαν λάβει χώρα πριν από την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται, περαιτέρω, στο γεγονός ότι η αίτηση υποβλήθηκε μόλις μετά τη σύλληψη και κράτησή του, ενώ εκκρεμούσε σε βάρος του διαδικασία επιστροφής. Τα στοιχεία αυτά συνεκτιμώνται με τις μεταγενέστερες δηλώσεις του Αιτητή κατά την προσωπική του συνέντευξη, κατά την οποία, μολονότι αναφέρθηκε σε προηγούμενη κράτηση και βασανιστήριά του, προσδιόρισε ως λόγο εγκατάλειψης της Αιγύπτου την επιθυμία του να εργαστεί και να συνδράμει οικονομικά την οικογένειά του, ενώ εγκατέλειψε νόμιμα και χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα τη χώρα καταγωγής του. Η δε μεταγενέστερη απόρριψη της αίτησής του συνεκτιμάται επικουρικώς, χωρίς να προσδίδεται σε αυτήν αυτοτελής ή καθοριστική σημασία ως προς τον σκοπό υποβολής της αίτησης.
55. Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει τις πλημμέλειες που εντοπίζονται στην αιτιολογία του επίδικου διατάγματος, ιδίως ως προς την ελλιπή αξιολόγηση του περιεχομένου της αίτησης διεθνούς προστασίας και των ιδιαίτερων περιστάσεων του Αιτητή. Ωστόσο, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ενώπιόν του στοιχείων, κρίνει ότι οι εν λόγω πλημμέλειες δεν αναιρούν, εν προκειμένω, τη συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 22(2)(ε). Διευκρινίζεται ότι η συνεκτίμηση των μεταγενέστερων στοιχείων αποσκοπεί αποκλειστικά στην πληρέστερη αξιολόγηση των πραγματικών περιστάσεων που υφίσταντο ήδη κατά τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος και δεν συνεπάγεται μετατόπιση του κρίσιμου χρόνου ελέγχου της νομιμότητάς του (βλ. ανωτέρω αποφάσεις επί των Εφέσεων κατά Αποφάσεων Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, στην Mondeke v. Κυπριακής Δημοκρατίας Αρ. 43/2021, ημερομηνίας 20/1/2022 και Janelidze v. Κυπριακής Δημοκρατίας Αρ. 17/2021, ημερομηνίας 21/9/2021).
56. Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνεται ότι πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 22(2)(ε) του περί Προσφύγων Νόμου του 2026. Ειδικότερα, ο Αιτητής τελούσε ήδη υπό κράτηση στο πλαίσιο διαδικασίας επιστροφής, ενώ, από τη συνολική αξιολόγηση των αντικειμενικών περιστάσεων της υπόθεσης, τεκμηριώνονται βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι υπέβαλε την αίτηση διεθνούς προστασίας απλώς και μόνο προς καθυστέρηση ή παρεμπόδιση της εκτέλεσης της απόφασης επιστροφής του. Ως εκ τούτου, παρά τη διαπίστωση ότι δεν θεμελιώνεται επαρκώς ο έτερος επικαλούμενος λόγος κράτησης της παραγράφου (β), κρίνεται ότι το επίδικο διάταγμα διαθέτει νόμιμο έρεισμα στην παράγραφο (ε) του άρθρου 22(2).
57. Η διαπίστωση αυτή δεν καθιστά, ωστόσο, άνευ αντικειμένου την εξέταση των λοιπών προϋποθέσεων νομιμότητας της κράτησης, ιδίως της αναγκαιότητας και αναλογικότητάς της, καθώς και της δυνατότητας αποτελεσματικής εφαρμογής λιγότερο περιοριστικών εναλλακτικών μέτρων.
58. Εξετάζοντας, ακολούθως, την αναγκαιότητα και αναλογικότητα του επίδικου διατάγματος, υπό το φως των ανωτέρω αρχών και των ιδιαίτερων περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι το μεταναστευτικό προφίλ του Αιτητή, και ιδίως η επί σειρά ετών παράνομη παραμονή του στη Δημοκρατία, αποτελεί σημαντική ένδειξη ως προς την ύπαρξη κινδύνου διαφυγής του. Περαιτέρω, από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής διαθέτει ιδιαίτερους οικογενειακούς ή άλλους σταθερούς δεσμούς στη Δημοκρατία, οι οποίοι θα μπορούσαν να λειτουργήσουν αποτρεπτικά ως προς τον κίνδυνο διαφυγής του. Στο σχετικό σημείωμα των Καθ’ ων η αίτηση καταγράφεται, επίσης, ότι ο Αιτητής, μολονότι είχε κληθεί να εμφανιστεί ως μάρτυρας σε ποινική διαδικασία, παρέλειψε να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Το τελευταίο αυτό στοιχείο συνεκτιμάται επικουρικώς, δεδομένου ότι, πέραν της σχετικής αναφοράς στο σημείωμα, δεν εντοπίζεται οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο προς τεκμηρίωσή του. Επιπλέον, κατά την ακροαματική διαδικασία, η συνήγορος του Αιτητή αμφισβήτησε ότι ο τελευταίος είχε λάβει σχετική κλήση, διευκρινίζοντας ότι η αναφερόμενη ποινική διαδικασία αφορούσε αδίκημα τρίτου προσώπου, στην οποία ο Αιτητής είχε απλώς την ιδιότητα του μάρτυρα. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν αποδίδεται στο συγκεκριμένο στοιχείο αυτοτελής ή καθοριστική αποδεικτική βαρύτητα.
59. Περαιτέρω, δεν παραγνωρίζεται το πρόβλημα υγείας που επικαλείται ο Αιτητής. Ωστόσο, από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα προκύπτει ότι το εν λόγω πρόβλημα προϋπήρχε της εισόδου του στη Δημοκρατία, χωρίς να φαίνεται ότι παρεμπόδισε την επί σειρά ετών εργασία του. Ο Αιτητής δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς την κατάσταση της υγείας του που να υπαγορεύει διαφορετικό συμπέρασμα. Ελλείψει άλλων στοιχείων που να καταδεικνύουν ότι η κατάσταση της υγείας του επηρεάζει ουσιωδώς την κινητικότητά του ή την ικανότητά του να διαφύγει, δεν δύναται να συναχθεί ότι το συγκεκριμένο πρόβλημα υγείας περιορίζει ουσιωδώς τον διαπιστωθέντα κίνδυνο διαφυγής. Η διαπίστωση αυτή δεν προδικάζει, βεβαίως, τη χωριστή αξιολόγηση της κατάστασης της υγείας του ως προς την καταλληλότητα και τις συνθήκες κράτησής του.
60. Υπό το φως των ανωτέρω, το μεταναστευτικό ιστορικό του Αιτητή, η απουσία διαπιστωμένων σταθερών δεσμών του με τη Δημοκρατία και οι περιστάσεις υπό τις οποίες υποβλήθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας, συνεκτιμώμενα συνολικά, παρέχουν επαρκές αντικειμενικό έρεισμα για τη διαπίστωση ουσιαστικού κινδύνου διαφυγής. Λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων αυτών περιστάσεων, καθώς και της ανάγκης διασφάλισης της παρουσίας και διαθεσιμότητας του Αιτητή ενώπιον των αρμόδιων αρχών, κρίνεται ότι η επιβολή λιγότερο περιοριστικών μέτρων δεν θα μπορούσε να διασφαλίσει εξίσου αποτελεσματικά τον επιδιωκόμενο σκοπό, εφόσον δεν προκύπτουν επαρκείς εγγυήσεις συμμόρφωσής του προς αυτά. Ως εκ τούτου, κρίνεται ότι η επιβολή του επίδικου μέτρου ήταν, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, αναγκαία και αναλογική.
Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και το επίδικο διάταγμα κράτησης επικυρώνεται ως προς την παράγραφο (ε) του άρθρου 22(2). Ενόψει, ωστόσο, των πλημμελειών που διαπιστώθηκαν στην αιτιολογία του επίδικου διατάγματος, κρίνω ότι, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, δικαιολογείται η μη έκδοση διαταγής ως προς τα δικαστικά έξοδα. Ως εκ τούτου, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα.
Κ.Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Αντίστοιχη διάταξη αποτελεί το άρθρο 9ΣΤ(2) των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025. Οι εθνικές διατάξεις που θεσπίστηκαν προς εναρμόνιση με την Οδηγία (ΕΕ) 2024/1346 εφαρμόζονται από τις 12.6.2026· βλ. άρθρο 36 της εν λόγω Οδηγίας.
[2] Bλ. https://euaa.europa.eu/sites/default/files/Detention-JA-EN-PDF.pdf , σ. 46 [Ημερομηνία πρόσβασης 19.5.2026]
[3] Διαθέσιμο σε: https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2022-03/Detention_JA_EN.pdf , ημερομηνία πρόσβασης 28.9.2026.
[4][4] «The grounds for detention for applicants for international protection are listed in the RCD (2024). These grounds are exhaustive and must be laid down in the national law of Member States. In accordance with Article 10(4) RCD (2024), an applicant may be detained only on the basis of one or more of the following grounds:[…]».
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο