ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: Τ 149/25
9 Οκτωβρίου, 2026
[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
K.S.
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Ν. Χαραλαμπίδου (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή
Α. Φιλίππου (κ.) για Γ. Ροδοθέου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η Αίτηση
[Ο Αιτητής είναι παρών]
ΑΠΟΦΑΣΗ
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση, ημερομηνίας 19/02/2022, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτο το μεταγενέστερο αίτημά του για χορήγηση διεθνούς προστασίας, ως άκυρη, αντισυνταγματική, παράνομη και στερούμενη οιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Αιτείται επίσης οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη, εύλογη και κατάλληλη υπό τις περιστάσεις.
Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης εκτίθενται στο Υπόμνημα των Καθ' ων η Αίτηση, υποστηρίζονται από τα στοιχεία του σχετικού διοικητικού φακέλου που έχει κατατεθεί από τους Καθ' ων η Αίτηση και έχουν ως ακολούθως:
Ο Αιτητής είναι ενήλικος, πολίτης Ινδίας και στις 12/04/2018 υπέβαλε αίτημα διεθνούς προστασίας στην Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία καταχωρίστηκε αυθημερόν από το Επαρχιακό Γραφείο Αλλοδαπών Λεμεσού.
Στις 24/05/2019, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου προς εξέταση του αιτήματός της για διεθνή προστασία. Στις 08/06/2019 ο εν λόγω λειτουργός ετοίμασε Έκθεση – Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, εισηγούμενος την απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή, την οποία ο Προϊστάμενος, δια του εξουσιοδοτημένου από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργού, υιοθέτησε με απόφασή του στις 14/06/2019, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης και την επιστροφή του Αιτητή στην Ινδία.
Στις 19/06/2019, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασης της σχετικά με το αίτημα του Αιτητή, η οποία παρελήφθη και υπεγράφη ιδιοχείρως από τον Αιτητή στις 25/07/2019, κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου της από διερμηνέα.
Κατά της ως άνω απόφασης, ο Αιτητής άσκησε στις 15/10/2019 την υπ' αριθμ. 245/19 προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας.
Στις 28/09/2022, ο Αιτητής, συμπλήρωσε και υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση για επανεξέταση του φακέλου του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 19/10/2022, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με το αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου του Αιτητή για διεθνή προστασία, εισηγούμενος την απόρριψη της εν λόγω μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή ως απαράδεκτης. Την ίδια ημέρα, ήτοι στις 19/10/2022, ο δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε για λογαριασμό του Προϊσταμένου την ανωτέρω εισήγηση και απέρριψε τη μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή ως απαράδεκτη. Στις 06/02/2024, ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης του Αιτητή για την απόφαση του Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 14/02/2024 μέσω ταχυδρομείου.
Την 24/03/2025, ο Αιτητής καταχώρισε, δια της συνηγόρου του, την υπό εξέταση προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας.
Η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή, δια της γραπτής της αγόρευσης, προωθεί τον νομικό ισχυρισμό περί έλλειψης διεξαγωγής δέουσας έρευνας και μη ορθής αξιολόγησης των γεγονότων και περιστατικών που συγκροτούν την υπόθεση του Αιτητή, καθώς διαπιστώθηκε παντελής απουσία οιασδήποτε έρευνας και συλλογής πληροφοριών από την πλευρά των Καθ’ ων, αναφορικά με τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, όπως και αναφορικά με την εξέταση της αίτησης υπό το πρίσμα του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Επιπρόσθετα, αποτελεί θέση της συνηγόρου ότι δεν ελήφθησαν υπόψιν τα νέα στοιχεία που προβλήθηκαν, παραβιάζοντας τοιουτοτρόπως το δικαίωμα ακρόασης του Αιτητή. Προσθέτει ότι η επίδικη απόφαση στερείται δέουσας και επαρκούς αιτιολογίας, καθώς δεν αναφέρει τους πραγματικούς και νομικούς λόγους που αποτελούν την αιτιολογική βάση της απόρριψης της αίτησης ως απαράδεκτης και, καταληκτικά, εισηγείται την ακύρωση της προσβαλλομένης για όλους τους ανωτέρω λόγους.
Προσθέτει ότι η προσβαλλομένη δεν περιέχει εξατομικευμένη διερεύνηση και αξιολόγηση αναφορικά με τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, παραλείποντας να συνεκτιμήσει το γεγονός ότι ο Αιτητής είναι πατέρας ανήλικου τέκνου γεννηθέντος στην Δημοκρατία μετά την εξέταση της αρχικής του αίτησης.
Η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση αντικρούοντας τους ισχυρισμούς του Αιτητή, υπέβαλε δια της γραπτής αγόρευσής της ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η αίτηση, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, είναι δε επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη, ενώ ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος της απόδειξης που του αναλογεί. Ως εκ τούτου εισηγήθηκε όπως απορριφθεί η παρούσα προσφυγή και επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, ως προς την εκπρόθεσμη υποβολή της υπό εξέταση προσφυγής, οι Καθ’ ων σημειώνουν πως ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να αποδείξει την ανωτέρα βία που τον απέτρεψε από το να υποβάλει την προσφυγή του εντός της οριζόμενης προθεσμίας από την παραλαβή της απορριπτικής απόφασης.
Το ζήτημα του εκπροθέσμου εξετάστηκε από το Δικαστήριο κατά τις Διευκρινήσεις της υπόθεσης και απορρίφθηκε με ruling του Δικαστηρίου καθότι η όποια αμφιβολία επενήργησε υπέρ του Αιτητή.
Κρίνω σκόπιμο να γίνει μια αναδρομή στους ισχυρισμούς που προώθησε ο Αιτητής πριν την καταχώρηση της επίδικης μεταγενέστερης του αίτησης, αφού η όποια ανάλυση των στοιχείων που έχει προσκομίσει μεταγενέστερα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους ισχυρισμούς που προώθησε στην προγενέστερη διαδικασία εξέτασης της αρχικής αίτησης του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, στο πλαίσιο εξέτασης του παραδεκτού της μεταγενέστερης του αίτησης υπό το φως των προϋποθέσεων που τίθενται από το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025 ως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο.
Διαδικασία αρχικής αίτησης
Στην αρχική αίτηση που υπέβαλε ο Αιτητής για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας κατέγραψε ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του επειδή διέτρεχε κίνδυνο εξαιτίας ενός χρηματικού ποσού που οφείλει σε κάποια άτομα στην Ινδία, το οποίο τον οδήγησε να αναζητήσει εργασία στην Κυπριακή Δημοκρατία (ερυθρά 5 και 22 του Δ.Φ.).
Στη συνέντευξή του ενώπιον του αρμόδιου λειτουργού, ο Αιτητής ανέφερε σχετικά με το προσωπικό του προφίλ ότι είναι υπήκοος Ινδίας, γεννηθείς την 01/01/1977 στην Amritsar, Sikh στο θρήσκευμα και παντρεμένος. Δήλωσε ως τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του την Amritsar. Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο δήλωσε ότι έχει ολοκληρώσει την δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Ερωτηθείς για το ταξίδι του, ο Αιτητής δήλωσε ότι αναχώρησε αεροπορικώς από την Ινδία την 03/03/2017 και αφίχθη στο αεροδρόμιο της Λάρνακας της Κυπριακής Δημοκρατίας στις 04/03/2017.
Όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του προκειμένου να σπουδάσει και να εργαστεί, αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον για τον ίδιο και την οικογένειά του. Πρόσθεσε πως δεν αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα στην χώρα καταγωγής του και πως, μια ενδεχόμενη επιστροφή του θα σηματοδοτούσε καταστροφή για το μέλλον τους, γιατί δεν θα είχε την δυνατότητα να φροντίσει την οικογένειά του.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, οι Καθ' ων η Αίτηση έκριναν ως ικανοποιητική την γενική αξιοπιστία των ισχυρισμών που παρουσιάστηκαν και διαπίστωσαν ότι οι λόγοι που ώθησαν τον Αιτητή να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του δεν συνδέονται με κάποιον από τους λόγους που αναφέρονται στην Σύμβαση της Γενεύης και στον Περί Προσφύγων Νόμο, αλλά αφορούν οικονομικά κίνητρα.
Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε αξιολόγηση του νομοθετικού πλαισίου για το προσφυγικό καθεστώς, καθώς επίσης και αυτό της συμπληρωματικής προστασίας, και κατέληξε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης και του άρθρου 3(Δ) του περί Προσφύγων Νόμου και ως εκ τούτου ο Αιτητής δεν δικαιούντο το καθεστώς του πρόσφυγα. Επιπλέον, κρίθηκε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για αναγνώριση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας στη βάση του του άρθρου 19(1) του περί Προσφύγων Νόμου καθώς δεν προέκυψε πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (α), ούτε μπορούσε να θεωρηθεί ως πραγματικός ο κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 19 (2) (β) του Νόμου και του άρθρου 3 ΕΣΔΑ ή ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, υπό την έννοια της σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας ως αμάχου λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, όπως ορίζεται στο άρθρο 19(2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Κατόπιν της απόρριψης του αιτήματος του Αιτητή για διεθνή προστασία από την Υπηρεσία Ασύλου, καταχωρίστηκε από τον Αιτητή η υπ’ αρ. 245/19 προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, η οποία ακολούθως αποσύρθηκε και απορρίφθηκε.
Διαδικασία υποβολής μεταγενέστερης αίτησης
Κατά την υποβολή της μεταγενέστερης αίτησής του για επανεξέταση του φακέλου του την 28/09/2022 (ερυθρά 57-53 του Δ.Φ.), ο Αιτητής κατέγραψε στο σχετικό έντυπο ότι επιθυμεί να παραμείνει στην Κύπρο λόγω του ότι έχει παιδί δυόμιση ετών και σύζυγο που δεν εργάζεται, τους οποίους στηρίζει, δεδομένου ότι είναι ο μόνος που συνεισφέρει οικονομικά στην οικογένειά του. Πρόσθεσε, δε, πως μια εβδομάδα πριν την υποβολή της μεταγενέστερης αίτησης, τον είχε καλέσει η μητέρα του και τον προειδοποίησε να μην επιστρέψει στην χώρα του, καθώς κινδυνεύει από τα άτομα με τα οποία βρίσκεται σε διένεξη, τα οποία τον αναζητούν σπίτι του και απειλούν την ζωή του (ερυθρά 59-58 Δ.Φ.).
O αρμόδιος λειτουργός των Καθ' ων η Αίτηση, εξετάζοντας τα στοιχεία που υπέβαλε ο Αιτητής με την μεταγενέστερη αίτησή του, αξιολόγησε ότι τα στοιχεία αυτά δεν συνιστούν νέους ισχυρισμούς, αντιθέτως διαπιστώθηκε επανάληψη των όσων ισχυρισμών είχε προβάλει κατά την πρωτοβάθμια συνέντευξή του, οι οποίοι είχαν εξεταστεί κατ’ ουσίαν και απορρίφθηκαν. Προσθέτει, περαιτέρω, ότι ο ισχυρισμός του περί εν εξελίξει διένεξης και κινδύνου που διατρέχει από τα εμπλεκόμενα στη διαμάχη αυτή άτομα, αποτελείται από στοιχεία τα οποία φαίνεται ότι προϋπήρχαν και που από δική του υπαιτιότητα δεν αναφέρθηκαν σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας. Τα στοιχεία δε, που επικαλείται με την μεταγενέστερη αίτηση, κρίθηκε ότι δεν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας για τους προαναφερθέντες κατά την νομική ανάλυση της πρώτης αίτησής του λόγους. Τέλος, σημειώνεται από τον λειτουργό πως δεν υπάρχουν ενδείξεις από τα στοιχεία που υποβλήθηκαν ότι, σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στην Ινδία, θα διατρέξει κίνδυνο να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία κατά παράβαση του αρ. 3 της ΕΣΔΑ ή/και της αρχής της μη επαναπροώθησης.
Ως εκ των ανωτέρω δεδομένων, καταλήγοντας, ο αρμόδιος λειτουργός με την Έκθεση/ Εισήγησή του, εισηγήθηκε την απόρριψη του μεταγενέστερου αιτήματος του Αιτητή ως απαράδεκτου, δυνάμει του άρθρου 12Βτετράκις και 16Δ του Περί Προσφύγων Νόμου 2000 μέχρι 2025.
Ακολούθως, κατά το στάδιο υποβολής της προσφυγής του κατά της απόφασης που απορρίπτει την μεταγενέστερη αίτησή του ως απαράδεκτη, ο Αιτητής προσκόμισε, δια της συνηγόρου του, το από 16/04/2020 εκδοθέν πιστοποιητικό γέννησης του τέκνου του από τον Έπαρχο Λεμεσού, το οποίο κατατέθηκε συμπληρωματικά προς την προσφυγή, οριζόμενο ως «Παράρτημα 3».
Η συνήγορος του Αιτητή κατά τις διευκρινήσεις τόνισε ότι όσον αφορά την απόφαση επιστροφής του Αιτητή παραβιάζεται κατάφορα το βέλτιστο συμφέρον του ανήλικου γιού του, στοιχείο που δεν υφίστατο και δεν προσμετρήθηκε κατά την αξιολόγηση της αρχικής του αίτησης. Παρέπεμψε δε σε νομολογία του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας και υποστήριξε ότι βάσει αυτής θα πρέπει να ακυρωθεί η επίδικη απόφαση.
Θα πρέπει όμως να αναφέρω εξ υπαρχής ότι έχοντας εξετάσει όλα τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, το στοιχείο της γέννησης του ανήλικου παιδιού του Αιτητή καθώς και το γεγονός ότι ο ίδιος υποστηρίζει οικονομικά την οικογένεια του δεν αποτελούν, αφ’ εαυτών, στοιχεία που θεμελιώνουν τις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος ή επικουρικής προστασίας, αλλά ενδεχομένως να σχετίζονται με τυχόν απόφαση επιστροφής, η οποία δεν είναι αντικείμενο της παρούσας προσφυγής, ούτε υπάρχουν επιπρόσθετα στοιχεία στο διοικητικό φάκελο για να εξακριβωθεί η βάση της και/ή τα στοιχεία που λήφθηκαν υπόψιν.
Προς τούτο, παραπέμπω σε σχετική νομολογία του ΔΕΕ από την οποία προκύπτει ότι εφόσον δεν προκύπτει σύνδεσή των νέων στοιχείων που αφορούν την οικογένεια του Αιτητή με κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής, δεν αυξάνεται ούτε η πιθανότητα χορήγησης με καθεστώς διεθνούς προστασίας. Συναφώς, το ΔΕΕ έχει επανειλημμένως υπογραμμίσει τον εξατομικευμένο χαρακτήρα της αξιολόγησης των προϋποθέσεων διεθνούς προστασίας καθώς και το ότι η χορήγηση καθεστώτος πρέπει να σχετίζεται με τη λογική της διεθνούς προστασίας (βλ. C-652/16, Ahmedbekova, ημερομηνίας 4 Οκτωβρίου 2018, ιδιαίτερα βλ. σκέψη 68 και 71). Εξάλλου, αποτελεί πάγια νομολογία ότι κάθε απόφαση χορήγησης του καθεστώτος του πρόσφυγα ή του καθεστώτος επικουρικής προστασίας πρέπει να στηρίζεται σε εξατομικευμένη αξιολόγηση (απόφαση ΔΕΕ ημερομηνίας 25 Ιανουαρίου 2018, F, C‑473/16, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), σκοπός της οποίας είναι να διαπιστωθεί εάν, λαμβανομένης υπόψη της προσωπικής κατάστασης του αιτούντος, πληρούνται οι προϋποθέσεις χορήγησης τέτοιου καθεστώτος (απόφαση ΔΕΕ ημερομηνίας 5 Σεπτεμβρίου 2012, Y και Z, C‑71/11 και C‑99/11, σκέψη 68). Ως εκ τούτου, προκύπτει ότι η οικογενειακή κατάσταση από μόνη της, χωρίς να προβάλλεται οποιοσδήποτε ειδικότερος λόγος προς τούτο, δεν δύναται να συνιστά νέο στοιχείο το οποίο να υποκαθιστά την εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων του Νόμου για να υπαχθεί αιτητής σε καθεστώς διεθνούς προστασίας ούτε και αυτόματα αυξάνει τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Αντιθέτως, τα ως άνω στοιχεία, και ιδίως η ύπαρξη ανήλικου τέκνου και οι συνακόλουθοι οικογενειακοί δεσμοί, δύνανται να είναι ουσιώδη στο πλαίσιο διαδικασίας επιστροφής, καθότι, σύμφωνα με το άρθρο 5 της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ, οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να λαμβάνουν δεόντως υπόψη, μεταξύ άλλων, το υπέρτερο συμφέρον του παιδιού και την οικογενειακή ζωή (βλ. απόφαση ΔΕΕ ημερομηνίας 8 Μαΐου 2018, C-82/16, K.A. κ.λπ., σκέψη 104· απόφαση ΔΕΕ ημερομηνία 11 Μαρτίου 2021, C-112/20, État belge, σκέψεις 33–43). Ως εκ τούτου, η γέννηση παιδιού δεν δημιουργεί καθεαυτή ανάγκη διεθνούς προστασίας.
Ως εκ των πιο πάνω, διαφαίνεται ότι ορθώς ο αρμόδιος λειτουργός των Καθ' ων η Αίτηση που εξέτασε προκαταρκτικά τους ισχυρισμούς που προέβαλε με την μεταγενέστερή του αίτηση ο Αιτητής και κατέγραψε σχετικά με αυτούς ότι δεν προωθήθηκαν νέα στοιχεία. Επίσης ορθώς αξιολόγησε ότι οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν σε σχέση με κίνδυνο που θα διατρέξει από πρόσωπα που αναμείχθηκαν σε διαμάχη, δεν προβλήθηκαν στο προηγούμενο στάδιο λόγω δικής του υπαιτιότητας ενώ φαίνεται ότι τα στοιχεία περί αυτών προϋπήρχαν και μέσω της προσφυγής που είχε υποβάλει στο Δικαστήριο. Τέλος, ορθά αξιολογήθηκε ότι το γεγονός ότι έχει ανήλικο τέκνο και σύζυγο που διαμένουν στην Δημοκρατία και ότι τους στηρίζει οικονομικά δεν συνδέονται με τις προϋποθέσεις του περί Προσφύγων Νόμου για χορήγηση διεθνούς προστασίας και ως εκ τούτου δεν αυξάνονται οι πιθανότητες χορήγησής του με καθεστώς διεθνούς προστασίας.
Έχοντας ενώπιον μου το σύνολο των στοιχείων της διοικητικής διαδικασίας και υπό το φως όλων των ενώπιον μου δεδομένων, κρίνω ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η νομιμότητα της απόφασης των Καθ' ων η Αίτηση. Τα όσα ο Αιτητής κατέγραψε στη μεταγενέστερη αίτηση του δεν πληρούσαν τα κριτήρια που τίθενται από το άρθρο 16Δ(3)(β) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 ώστε να κριθεί η αίτηση του παραδεκτή αφού δεν προσκόμισε νέα στοιχεία τα οποία να αυξάνουν τις πιθανότητες να του χορηγηθεί καθεστώς διεθνούς προστασίας. Επίσης δεν συμφωνώ με τη θέση της συνηγόρου του Αιτητή ότι το δικαίωμα οικογενειακής ενότητας του Αιτητή επηρεάζει τις προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας για τους λόγους που ανέλυσα ανωτέρω.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο