ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: Τ 89/26
7 Οκτωβρίου, 2026
[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΔΔΔΔΠ.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
B.D.Y.
Αιτήτρια
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Ορ. Ηλιάδης (κ) για Χρ. Λαζάρου Αρτέμη (κα), Δικηγόρος για την Αιτήτρια
ΑΠΟΦΑΣΗ
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την παρούσα προσφυγή η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση, ημερομηνίας 22/01/2026, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτο το μεταγενέστερο αίτημά της για χορήγηση διεθνούς προστασίας και αιτείται έκδοση απόφασης δηλούσας ότι η επίδικη απόφαση είναι άκυρη, αντισυνταγματική, παράνομη και στερούμενη οιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος, ως προϊόν πλάνης και πλημμελούς εφαρμογής του Νόμου. Αιτείται επίσης απόφαση Δικαστηρίου επί της ουσίας του αιτήματός της για διεθνή προστασία και, τέλος, οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη, εύλογη και κατάλληλη υπό τις περιστάσεις.
Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης εκτίθενται στο Υπόμνημα των Καθ' ων η Αίτηση, υποστηρίζονται από τα στοιχεία του σχετικού διοικητικού φακέλου που έχει κατατεθεί από τους Καθ' ων η Αίτηση και έχουν ως ακολούθως:
Η Αιτήτρια είναι ενήλικη υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (ΛΔΚ) και στις 21/03/2023 υπέβαλε αίτημα διεθνούς προστασίας στην Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία καταχωρίστηκε αυθημερόν από Κέντρο Πρώτης Υποδοχής Πουρνάρα.
Στις 08/04/2025 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου προς εξέταση του αιτήματός της για διεθνή προστασία.
Στη συνέχεια και δη στις 10/04/2025, ο αρμόδιος λειτουργός συνέταξε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματος της Αιτήτριας, ελλείψει πλήρωσης των προϋποθέσεων του άρθρου 3(1) των Περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 και του άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης. Στις 10/04/2025 εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση και αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας.
Ακολούθως, στις 13/05/2025, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή μαζί με αιτιολόγηση της απόφασης σχετικά με το αίτημα της Αιτήτριας, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε ιδιοχείρως από την ίδια αυθημερόν, κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου της στην γλώσσα που κατανοεί, με την βοήθεια διερμηνέα.
Κατά της ως άνω απόφασης, στις 19/05/2025, η Αιτήτρια καταχώρισε την υπ’αρ. 1240/25 προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Δ.Δ.Δ.Π.), η οποία αποσύρθηκε από την ίδια και απορρίφθηκε στις 07/11/2025 με απόφαση του Δικαστηρίου.
Στις 20/01/2026, η Αιτήτρια συμπλήρωσε και υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση. Στις 22/01/2026, αρμόδια λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με το αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου της Αιτήτριας για διεθνή προστασία. Την ίδια ημέρα, ήτοι στις 20/01/2026, εξουσιοδοτημένος, κατά νόμον, από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε για λογαριασμό του Προϊσταμένου την ανωτέρω εισήγηση και απέρριψε τη μεταγενέστερη αίτηση της Αιτήτριας ως απαράδεκτη.
Στις 16/02/2026 ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης της Αιτήτριας σχετικά με την απόφαση του Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε από την ίδια αυθημερόν.
Την 03/03/2026, καταχωρήθηκε η υπό κρίση προσφυγή στο Δικαστήριο.
Η Αιτήτρια, δια της προσφυγής της, προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αντιβαίνει στην εγχώρια νομοθεσία, τις αρχές του διοικητικού δικαίου και το Σύνταγμα, τις ενωσιακές Οδηγίες και τις Διεθνείς Συμβάσεις, προσθέτοντας ότι ελήφθη κατά κατάχρηση και/ή υπέρβαση εξουσίας, κατόπιν ανεπαρκούς και μη δέουσας έρευνας ως προς τους ισχυρισμούς και τα στοιχεία του φακέλου, με αποτέλεσμα να συνιστά προϊόν πραγματικής πλάνης ως προς την πλήρωση των κριτηρίων χορήγησης του καθεστώτος διεθνούς προστασίας και/ή συμπληρωματικής προστασίας, χωρίς, επιπρόσθετα, να συνοδεύεται από την δέουσα και/ή επαρκή αιτιολογία. Δηλώνει, δε, ότι επιφυλάσσεται να παρουσιάσει συγκεκριμένα και λεπτομερή στοιχεία σχετικά με το πρόβλημα δίωξης που αντιμετώπιζε στην χώρα καταγωγής της με ενδελεχή αναφορά στα γεγονότα και τους λόγους που συγκροτούν τους ισχυρισμούς της.
Η Αιτήτρια, δια της προφορικής αγόρευσης του συνηγόρου της προβάλλει ότι η απόφαση δεν λήφθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας και οι Καθ’ων η Αίτηση υπέπεσαν σε πλάνη. Ισχυρίστηκαν δε ότι προσκόμισε νέο έγγραφο το οποίο δεν εξετάστηκε, χωρίς δική της υπαιτιότητα και αμφισβητεί το εύρημα των Καθ’ων περί πάσχουσας αξιοπιστίας του εν λόγω εγγράφου.
Κρίνω σκόπιμο να γίνει μια αναδρομή στους ισχυρισμούς που προώθησε η Αιτήτρια πριν την καταχώρηση της επίδικης μεταγενέστερης της αίτησης, αφού η όποια ανάλυση των στοιχείων που έχει προσκομίσει μεταγενέστερα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους ισχυρισμούς που προώθησε στην προγενέστερη διαδικασία εξέτασης της αρχικής αίτησης της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, στο πλαίσιο εξέτασης του παραδεκτού της μεταγενέστερης της αίτησης υπό το φως των προϋποθέσεων που τίθενται από το άρθρο 16Δ των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025.
Στην αρχική αίτηση που υπέβαλε η Αιτήτρια για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, κατέγραψε ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της επειδή δεχόταν πιέσεις από τον φίλο του πατέρα της ώστε να εξαναγκαστεί σε γάμο μαζί του, καθώς εκείνος στήριζε οικονομικά την οικογένεια της Αιτήτριας όσο ο πατέρας της υπηρετούσε στον στρατό στις ανατολικές περιοχές της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (ερυθρό 1 Δ.Φ.).
Στη συνέντευξή της ενώπιον του αρμόδιου λειτουργού, η Αιτήτρια ανέφερε σχετικά με το προσωπικό της προφίλ ότι είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (εφεξής «ΛΔΚ»), γεννηθείσα την 07/05/2003 στην κοινότητα Ngaba της Kinshasa, η οποία αποτέλεσε και τον τόπο της τελευταίας συνήθους διαμονής της πριν αναχωρήσει από την ΛΔΚ. Δήλωσε επίσης ότι είναι Χριστιανή της Ευαγγελικής εκκλησίας στο θρήσκευμα, καθώς και ότι ανήκει στην εθνοτική ομάδα Mukongo. Ως προς την οικογενειακή της κατάσταση δήλωσε ότι η μητέρα με τον αδερφό της ζουν στην συνοικία της Kasa-Vubu ενώ ο πατέρας της, ως αξιωματικός του στρατού FARDC, συμμετείχε σε στρατιωτική αποστολή στην περιοχή Goma και από τον Μάιο του 2022 που αναχώρησε για την Goma, η Αιτήτρια δεν έχει επικοινωνήσει μαζί του. Ως προς το εκπαιδευτικό της υπόβαθρο δήλωσε ότι έχει ολοκληρώσει την δευτεροβάθμια εκπαίδευση από το 2015 ενώ δεν διαθέτει κάποια εργασιακή εμπειρία στην χώρα της. Ερωτηθείσα για το ταξίδι της η Αιτήτρια δήλωσε ότι αναχώρησε αεροπορικώς από τη χώρα της τον Νοέμβριο του 2022 και αφίχθη στην Κυπριακή Δημοκρατία 4 μήνες μετά, περνώντας από τις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές.
Όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια δήλωσε πως, μετά την αναχώρηση του πατέρα της για τις ανατολικές περιοχές της ΛΔΚ, η μητέρα της ζήτησε οικονομική υποστήριξη από έναν φίλο του συζύγου της, ο οποίος τους βοήθησε να βρουν ένα οικονομικό κατάλυμα στην Kasa-Vubu, ωστόσο, στην συνέχεια δήλωσε πως ήθελε να παντρευτεί την Αιτήτρια. Επειδή ήταν μεγαλύτερος σε ηλικία, η μητέρα της Αιτήτριας αποφάσισε να την βοηθήσει να διαφύγει, προκειμένου να αποφύγει τον εξαναγκαστικό γάμο. Στις διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού, η Αιτήτρια πρόσθεσε πως στην Kasa-Vubu διέμειναν συνολικά πέντε (5) μήνες, από τον Μάιο του 2022, πως η πρόθεση του συγκεκριμένου ανδρός της επικοινωνήθηκε τον Αύγουστο του 2022 από την μητέρα της, πως τον Οκτώβρη του 2022 έφυγαν οικογενειακώς από την Kasa-Vubu και επέστρεψαν στην Ngaba, προκειμένου να αποφύγουν τις περαιτέρω πιέσεις του εν λόγω ατόμου και, τέλος, πως, σε περίπτωση επιστροφής της φοβάται πως ο εν λόγω άνδρας θα μπορούσε να την βρει.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, οι Καθ' ων η Αίτηση προέβησαν σε έρευνα όλων των ενώπιόν τους ουσιωδών στοιχείων και δεδομένων, αποδεχόμενοι εν μέρει τον πρώτο ισχυρισμό της Αιτήτριας ως προς την ταυτότητα, το προφίλ και την χώρα καταγωγής της, στο πλαίσιο του οποίου, ωστόσο, έκριναν πως οι δηλώσεις της σχετικά με την ιδιότητα του πατέρα της στερούνταν λεπτομερειών και παρατέθηκαν με γενικότητα και, ως εκ τούτου, η επαγγελματική ιδιότητα του πατέρα της ως συνταγματάρχη δεν έγινε δεκτή. Περαιτέρω, δεν αποδέχτηκαν τον δεύτερο σχηματισθέντα ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι ότι φιλικό πρόσωπο του πατέρα της ήθελε να την παντρευτεί δια εξαναγκασμού, στη βάση της διαπίστωσης ότι η Αιτήτρια δεν παρείχε επαρκείς και συνεκτικές πληροφορίες σχετικά με τα περιστατικά που θεμελίωσαν την απόφασή της να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής της, ενώ επιπλέον δεν στοιχειοθέτησε με ευλογοφάνεια και συνέπεια τους λόγους που ώθησαν το πρόσωπο αυτό να την εξαναγκάσει σε γάμο, ούτε τις περιστάσεις ή το προφίλ του εν λόγω ανθρώπου. Η δε απουσία εξατομικευμένων περιστατικών ή βλαπτικών προς την ίδια πράξεων, αποδυναμώνει, σύμφωνα με τους Καθ’ ων η αίτηση, τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι διατρέχει κίνδυνο από τον συγκεκριμένο άνδρα. Επιπρόσθετα, ο λειτουργός αξιολόγησε πως η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να στοιχειοθετήσει με σαφήνεια φόβο μελλοντικής δίωξης σε περίπτωση επιστροφής της, ενώ στη συνέχεια οι δηλώσεις της παρουσίασαν ασυνέπεια, όταν ισχυρίστηκε ότι μετέβη στην Κυπριακή Δημοκρατία αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, συνδέοντας την δήλωσή της με την αναχώρησή της από τις μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές λόγω οικονομικών δυσκολιών.
Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε αξιολόγηση του μελλοντοστραφούς κινδύνου στην βάση του ισχυρισμού που έγινε δεκτός, και, συνεκτιμώντας την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή της τελευταίας συνήθους διαμονής της, ήτοι την Kinshasa, όπως και τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας και της δυνατότητας οικονομικής της επιβίωσης, κατέληξε στο ότι δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι ώστε να θεωρηθεί ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής της και, ειδικότερα, στην διοικητική περιφέρεια της Kinshasa, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Εν συνεχεία, ο λειτουργός προέβη σε αξιολόγηση του νομοθετικού πλαισίου για το προσφυγικό καθεστώς, καθώς επίσης και του πλαισίου της συμπληρωματικής προστασίας, σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της σε οιοδήποτε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Ως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση, βάσει των ισχυρισμών της, του προφίλ της και της αξιολόγησης κινδύνου, ο λειτουργός συμπέρανε πως δεν τεκμηριώνεται ότι συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης συνδεόμενο με έναν από τους πέντε λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης, του άρθρου 2(δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (εν ισχύ κατά τον εκεί κρίσιμο χρόνο, από τούδε και στο εξής, «η Οδηγία») και του άρθρου 3(1) των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 και ως εκ τούτου η Αιτήτρια δεν δικαιούταν το καθεστώς του πρόσφυγα.
Επιπλέον, κρίθηκε ότι βάσει των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών δεν προέκυπτε πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 15(α) της Οδηγίας, ούτε μπορούσε να θεωρηθεί ως πραγματικός ο κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 15(β) της Οδηγίας. Αναφορικά με το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025, ο αρμόδιος λειτουργός αποφάσισε ότι, σε περίπτωση που η Αιτήτρια επέστρεφε στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, δεν θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, υπό την έννοια της σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας ως άμαχης λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Τα στοιχεία αυτά δεν έτυχαν ουσιαστικής εξέτασης και αξιολόγησης από το Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, καθώς η υπ’ αρ. 1240/25 προσφυγή της Αιτήτριας αποσύρθηκε από την ίδια και απορρίφθηκε την 07/11/2025 (ερυθρό 95 Δ.Φ.).
Στη μεταγενέστερη αίτησή της για επανεξέταση του φακέλου της την 20/01/2026 (ερυθρά 111-109), η Αιτήτρια κατέγραψε στο σχετικό έντυπο ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της επειδή της ασκούσε πιέσεις ένας μεγαλύτερος ηλικιακά άνδρας, ονόματι κ. Blaise, ο οποίος απαιτούσε να την παντρευτεί, έχοντας μάλιστα προσφέρει χρήματα και στην μητέρα της, τα οποία η μητέρα της αξιοποίησε προκειμένου να βοηθήσει την Αιτήτρια να διαφύγει στο εξωτερικό. Επιπλέον, πρόσθεσε πως, μετά την φυγή της, ο εν λόγω άνδρας υπέβαλε καταγγελία στην αστυνομία δηλώνοντας ότι η Αιτήτρια τού ανήκει και πως συνεχίζει να επισκέπτεται την παλιά τους διεύθυνση εξαπολύοντας απειλές κατά της ζωής και της ακεραιότητάς της σε περίπτωση που την ξανασυναντήσει. Η Αιτήτρια συμπλήρωσε επιπλέον πως το δικαστικό σύστημα της χώρας της αδυνατεί να την προστατεύσει λόγω της ισχύος και της επιρροής του εν λόγω άνδρα, ο οποίος φέρει την ιδιότητα του στρατιωτικού. Προς επίρρωση των ισχυρισμών της, η Αιτήτρια επικαλέστηκε ένα Ένταλμα σύλληψης, το οποίο προσκόμισε ως αντίγραφο και το οποίο, όπως δήλωσε, της το έστειλε η μητέρα της μέσω εφαρμογής τηλεφώνου, αφού το φωτογράφισε γείτονας όταν το παρέδωσαν οι εντεταλμένοι υπάλληλοι στην παλιά τους διεύθυνση.
Η αρμόδια λειτουργός των Καθ' ων η Αίτηση, εξετάζοντας τα στοιχεία που υπέβαλε η Αιτήτρια με την μεταγενέστερη αίτησή της, αξιολόγησε ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν νέα στοιχεία, καθώς ο πυρήνας εξέτασης του αιτήματός της παραμένει ο ίδιος. Επιπλέον, διαπιστώνει πως η διοικητική προσφυγή υπ’αρ. 1240/25 την οποία υπέβαλε η Αιτήτρια ενώπιον του ΔΔΔΠ αποσύρθηκε και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο στις 07/11/2025, αποτελώντας ένδειξη, κατά την λειτουργό, πως η Αιτήτρια δεν είχε να εισφέρει επιπλέον ουσιαστικούς λόγους προσφυγής, με αποτέλεσμα να καταστεί τελεσίδικη η πρωτοβάθμια απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου. Προσθέτει, περαιτέρω, ότι το προσεπικαλούμενο με την μεταγενέστερη αίτηση έγγραφο, καίτοι αποτελεί νέο στοιχείο, φέρει αμιγώς υποστηρικτικό χαρακτήρα, και ως εκ τούτου δεν αξιολογείται ως ικανό να αυξήσει τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Τέλος, σημειώνει πως, δεδομένου ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί η εσωτερική αξιοπιστία των ουσιωδών ισχυρισμών της, τα προσκομιζόμενα έγγραφα ως τεκμήρια δεν δύνανται από μόνα τους να μεταβάλουν την έκβαση του αιτήματος ασύλου. Εν συνεχεία, η λειτουργός προβαίνει σε αξιολόγηση του εγγράφου, τιτλοφορούμενου ως Ένταλμα Σύλληψης (“Arrest Warrant”), εκδοθέντος την 25/01/2023 από την δικαστική εξουσία της ΛΔΚ, με απαγγελλόμενες κατηγορίες κατά της Αιτήτριας για το αδίκημα της απάτης/υπεξαίρεσης, το οποίο η Αιτήτρια προσκόμισε σε εκτυπωμένο φωτοαντίγραφο. Πέραν της χαμηλής ποιότητας της εκτύπωσης που το καθιστά δυσανάγνωστο, η λειτουργός σημειώνει πως, ως προς τον ουσιώδη τύπο του εγγράφου δεν πληρούται το αναμενόμενο επίπεδο τυποποίησης. Οι διαπιστώσεις αυτές, σε συνδυασμό με την αμφίβολη πηγή προέλευσής του, οδήγησαν την λειτουργό στην κατάληξη ότι η αποδεικτική αξία του εν λόγω εγγράφου είναι περιορισμένη και ως εκ τούτου δεν δύναται να θεωρηθεί αξιόπιστο νέο στοιχείο που θα μπορούσε να αυξήσει τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Τέλος, η λειτουργός συμπεραίνει πως δεν υπάρχουν ενδείξεις από τα στοιχεία που υποβλήθηκαν ότι, σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στη ΛΔΚ, θα διατρέξει κίνδυνο να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία κατά παράβαση του αρ. 3 της ΕΣΔΑ ή/και της αρχής της μη επαναπροώθησης.
Ως εκ των ανωτέρω δεδομένων, καταλήγοντας, η αρμόδια λειτουργός με την Έκθεση/ Εισήγησή της, εισηγήθηκε την απόρριψη του μεταγενέστερου αιτήματος της Αιτήτριας ως απαράδεκτου, δυνάμει του άρθρου 12Βτετράκις και 16Δ των Περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025.
Επισημαίνεται καταρχάς πως με την παρούσα προσφυγή προσβάλλεται η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση για απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης της Αιτήτριας για διεθνή προστασία, η οποία κατατέθηκε στις 20/01/2026. Ως εκ τούτου, δυνάμει της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 79(3) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, η διαδικασία εξέτασης της παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης και της παρούσας προσφυγής εξακολουθεί να διέπεται από την Οδηγία 2013/32/ΕΕ και τις αντίστοιχες διατάξεις των περί Προσφύγων Νόμων 2000 έως 2025, όπως ίσχυαν μέχρι την έναρξη εφαρμογής του Ν. 115(Ι)/2026.[1]
Ως εκ των ανωτέρω, σημειώνεται ότι η εξέταση μεταγενέστερων αιτήσεων διενεργείται σε δύο στάδια: το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων.[1] Το στάδιο του παραδεκτού, ορίζεται περαιτέρω, από τις προϋποθέσεις που παρατίθενται στα εδάφια (3) (α) και (β) του άρθρου 16Δ των περί Προσφύγων Νόμων 2000 έως 2025.
«(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον:
(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και
(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος».
Αναφορικά με το παραδεκτό της υπό εξέτασης λοιπόν, η αρμόδια λειτουργός την έκρινε απαράδεκτη στη βάση του ότι τα έγγραφα που προσκόμισε η Αιτήτρια έχουν κατά βάση αμιγώς υποστηρικτικό χαρακτήρα και δεν δύνανται να μεταβάλλουν την έκβαση του αιτήματός της για διεθνή προστασία, ούτε να θεωρηθούν αξιόπιστα νέα στοιχεία που θα μπορούσαν να αυξήσουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει ο συνήγορος της Αιτήτριας περί μη δέουσας έρευνας και εξέτασης των εγγράφων που προσκόμισε η Αιτήτρια, καθώς και έλλειψης επαρκούς αιτιολόγησης της προσβαλλόμενης απόφασης, διαπιστώνω ότι η αρμόδια λειτουργός προέβη σε αυτοτελή αξιολόγηση κάθε εγγράφου, καθώς και σε συνδυαστική εξέταση αυτών με τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς της της επί της αρχικής της αίτησης, καταλήγοντας σε ευρήματα περί αμφιβόλου και περιορισμένης αποδεικτικής αξίας που, σε κάθε περίπτωση, δεν δύνανται να θεωρηθούν αξιόπιστα νέα στοιχεία που θα μπορούσαν να αυξήσουν τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Συνεπώς, από τα ανωτέρω, προκύπτει ότι η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση περί απόρριψης της μεταγενέστερης αίτησης της Αιτήτριας ως απαράδεκτης είναι αιτιολογημένη και έχουν εξεταστεί δεόντως οι ισχυρισμοί που προέβαλε στην μεταγενέστερή της αίτηση. Έχοντας ενώπιόν μου το σύνολο των στοιχείων της διοικητικής διαδικασίας και υπό το φως όλων των ενώπιόν μου δεδομένων, κρίνω ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η νομιμότητα της επίδικης απόφασης των Καθ' ων η Αίτηση περί απόρριψης της μεταγενέστερης αίτησής της ως απαράδεκτης. Τα όσα η Αιτήτρια κατέγραψε στην εν λόγω μεταγενέστερη της αίτηση καθώς και τα έγγραφα που προσκόμισε, δεν πληρούσαν τα κριτήρια που τίθενται από το άρθρο 16Δ(3)(β)(ι) των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 ώστε να κριθεί παραδεκτή η επίδικη μεταγενέστερη αίτηση.
Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκε ενώπιον μου, όπως τα έχω αναλύσει ανωτέρω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με έξοδα €1000 υπέρ των Καθ'ων η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Σχετική ερμηνεία δόθηκε από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην πρόσφατη απόφασή του C-198/25, ημερομηνίας 4 Ιουνίου 2026 επί προδικαστικής παραπομπής (ECLI:EU:C:2026:447), διαθέσιμη στα ελληνικά σε: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:62025CJ0198. Βλ. Ιδίως σκ. 21-22 της απόφασης (ημερομηνία πρόσβασης 05/10/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο