Ο. Κ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.1807/24, 29/10/2026
print
Τίτλος:
Ο. Κ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.1807/24, 29/10/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.1807/24

 

29 Οκτωβρίου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Ο. Κ.

                                                                                                                        Αιτητής

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κα Δ. Ζησιμοπούλου Κυριάκου, Δικηγόρος για Αιτητή

Κος Α. Φιλίππου, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή o αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία του κοινοποιήθηκε στις 30/04/24, με επιστολή ίδιας ημερομηνίας, δια της οποίας απορρίφθηκε η εδώ επίδικη αίτησή διεθνούς προστασίας, ως άκυρης, παράνομης και στερούμενης νομικού.

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, ο αιτητής κατάγεται από τη Λ. Δ. του Κονγκό (στο εξής ΛΔΚ), εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 22/07/22 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 29/07/22 (ερ.1-3, 47).

Στις 12/02/24 διεξήχθη συνέντευξη με τον αιτητή προς εξέταση του αιτήματός του, όπου και του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.33-47). Μετά τη συνέντευξη ετοιμάστηκε Έκθεση, στις 21/03/24 η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε (ερ.65-75) και ακολούθως δε ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας, η οποία του δόθηκε διά χειρός στις 30/04/24 και του μεταφράστηκε στην μητρική του γλώσσα (ερ.77, 3).

Στην επίδικη αίτηση ο αιτητής καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας «οικογενειακών προβλημάτων». Η μητέρα του απεβίωσε πριν από αρκετό καιρό και ο δε πατέρας του προσφάτως και τότε τα αδέλφια του πατέρα του τους κακομεταχειρίζονταν, καθώς, ως αναφέρει, ήθελαν να πάρουν το σπίτι τους για να το πουλήσουν και να πάρουν τα χρήματα. Οι απειλές, στις οποίες αντιστέκονταν, έγιναν πολλές και τους είπαν ότι «όλοι [τους] θα πεθάνουν και η γη θα παραμείνει».

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης ο αιτητής ανέφερε ότι είναι υγιής, γεννήθηκε και διέμενε όλη του τη ζωή στην Κινσάσα, είναι άγαμος και άτεκνος, οι γονείς και ο αδελφός του έχουν αποβιώσει, ο ίδιος φοίτησε για 13 έτη, έλαβε απολυτήριο γυμνασίου και ασχολείτο με το ποδόσφαιρο και την κομμωτική.

Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής ανέφερε ότι μετά τον θάνατο του πατέρα του, οι θείες του από την πλευρά του πατέρα του, μετέβησαν στο σπίτι που έμενε με τον αδελφό του, τους κατηγόρησαν ότι εκείνοι ήταν η αιτία του θανάτου του και τους ζήτησαν να το εκκενώσουν, λέγοντάς τους ότι δεν είχαν κανένα δικαίωμα να κρατήσουν οιοδήποτε αντικείμενο ανήκε στον πατέρα τους και τους απείλησαν λέγοντας «αν δεν υπακούσετε, θα πεθάνετε ένας- ένας».

Ο αιτητής δήλωσε περαιτέρω ότι αντιστάθηκαν, όμως λόγω του ότι ο αδελφός του ήταν ο πρωτότοκος, έγινε ο πρώτος στόχος, άρχισε να αισθάνεται αδιαθεσία και τελικά πέθανε, ο δε αιτητής τρομοκρατήθηκε και, ως ανέφερε, δεν είχε άλλη επιλογή από του να φύγει από το σπίτι. Ζούσε έκτοτε στον δρόμο και περνούσε δύσκολη ζωή, ζήτησε από τις θείες του να τον δεχτούν πίσω, καθώς δεν είχε πουθενά να μείνει, όμως εκείνες αρνήθηκαν και τον απείλησαν ότι θα τον σκοτώσουν και εκ τούτου ο αιτητής υπέστη ψυχολογικό τραύμα και απευθύνθηκε για βοήθεια σε έναν φίλο του αδελφού του. Αργότερα απέκτησε κάποια χρήματα πουλώντας μια μοτοσυκλέτα και ο φίλος του αδελφού του, του έδωσε χρήματα και έτσι κατάφερε να εγκαταλείψει τη χώρα. Ερωτηθείς τί φοβάται ότι θα του συμβεί εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του ο αιτητής απάντησε ότι θα χάσει την ζωή του.

Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις ο αιτητής ανέφερε ότι η μητέρα του απεβίωσε προ πολλού και, μετά την ταφή του πατέρα του, οι αδελφές του τελευταίου άρχισαν να επισκέπτονται επανειλημμένα το οικογενειακό τους σπίτι στην Κινσάσα, απαιτώντας να φύγουν, ο ίδιος και ο αδελφός του δέχονταν απειλές, χωρίς να μπορούν να αντιδράσουν, αφού ήταν η οικογένεια του πατέρα του. Τα περιουσιακά στοιχεία που άφησε ο πατέρας του ήταν ένα σπίτι και ένα αυτοκίνητο. Οι θείες του εισέβαλαν στο υπνοδωμάτιο του πατέρα του αιτητή, παραβίασαν την πόρτα και πήραν τα έγγραφα ιδιοκτησίας, ερωτώμενος δε σχετικά είπε ότι ξέχασε την ημερομηνία που αυτό συνέβη.

Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής ανέφερε ότι μετά τον θάνατο του αδελφού του οι θείες του άρχισαν να σπάνε πράγματα και να τον εξυβρίζουν, δεν κατήγγειλε τα περιστατικά στις Αρχές διότι δεν διέθετε τα οικονομικά, αφού, ως εξήγησε, για να δοθεί προσοχή σε μια αναφορά από τις αρχές, είναι απαραίτητο να καταβληθεί δωροδοκία. Κληθείς να παρέχει πληροφορίες για τις θείες του ο αιτητής τις κατονόμασε, δηλώνοντας ότι δεν γνωρίζει τίποτε άλλο για αυτές, επειδή δεν είχαν καλή σχέση με τον πατέρα του. Αναφορικά με τον θάνατο του αδελφού του ανέφερε ότι οι θείες του κατάφεραν να του «ρίξουν αρρώστια», κληθείς δε να επεξηγήσει τούτο, απάντησε ότι δεν γνωρίζει.

Ερωτηθείς σχετικά με την μοτοσυκλέτα ανέφερε ότι την είχε κλέψει μετά από ατύχημα του ιδιοκτήτη της (που συνέβη ενώπιον του, όταν ήταν άστεγος) και την πούλησε και έλαβε τα χρήματα. Τέλος, ερωτηθείς ως προς τον λόγο που δεν προσπάθησε να διαμείνει σε άλλο μέρος στην χώρα καταγωγής του, ο αιτητής απάντησε αρνητικά, καθώς, ως είπε, μπορεί να το πουν οι οπαδοί του ποδοσφαίρου στον ιδιοκτήτη της μοτοσυκλέτας (σ.σ. ότι έκλεψε) και αυτός θα τον βρει. Σημειώνεται ότι κατά τη συνέντευξη ο αιτητής προσκόμισε μαυρόασπρο αντίγραφο φερόμενης ανακοίνωσης του θανάτου του πατέρα του (ερ.49).

Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα λεγόμενα του αιτητή στην αίτηση και τη συνέντευξη, κατέταξαν αυτούς στους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.

1.    Ταυτότητα, χώρα καταγωγής, προφίλ και τόπος διαμονής του αιτητή

2.    Ο αιτητής απειλήθηκε και κατηγορήθηκε από τις θείες (αδελφές του πατέρα) του ότι είναι η αιτία για τον θάνατο του, λόγω διαμάχης για την κληρονομητέα περιουσία

3.    Ο αδελφός του αιτητή απεβίωσε εξαιτίας του ότι οι θείες του, του «έριξαν ασθένεια» στις 20/05/22

Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον 1ο εκ των ως άνω ισχυρισμών, απέρριψαν δε τον 2ο και 3ο ουσιώδη ισχυρισμό, καθώς, ως κρίθηκε, στερούνταν εσωτερικής συνοχής.

Αναφορικά με τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του αιτητή στερούνταν της απαραίτητης λεπτομέρειας και συνέπειας και ήταν αόριστες, καθώς δεν ήταν σε θέση να παράσχει συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με την περιουσία που του άφησε ο πατέρας του, τις περιστάσεις υπό τις οποίες οι θείες του τον κατηγορούν ότι ήταν η αιτία του θανάτου του πατέρα του, τις συνθήκες υπό τις οποίες οι θείες του τον απείλησαν ότι θα τον σκοτώσουν εάν δεν εγκατέλειπε το σπίτι που του άφησε ο πατέρας του, καθώς και την απειλή που δέχτηκε από τις θείες του όταν πήγε να τους ζητήσει να του επιτρέψουν στο σπίτι του πατέρα του. Αρνητικά αξιολογήθηκε και το ότι, όταν του ζητήθηκε να δώσει λεπτομέρειες αναφορικά με την περιουσία που του άφησε ο πατέρας του μετά τον θάνατό του, ο αιτητής απάντησε με αόριστο και μη λεπτομερή τρόπο ότι ο πατέρας του τού άφησε ένα σπίτι και ένα αυτοκίνητο. Κληθείς επανειλημμένα να δώσει περαιτέρω πληροφορίες για το σπίτι, απάντησε με αόριστο τρόπο ότι δεν γνωρίζει την αξία του σπιτιού και ότι το μόνο που γνωρίζει είναι πως είχε τέσσερα δωμάτια, κουζίνα, μπάνιο και σαλόνι, όταν δε ρωτήθηκε σχετικά με τα έγγραφα της περιουσίας, απάντησε με μη λεπτομερή τρόπο ότι η οικογένεια του πατέρα του ήρθε και πήρε τα έγγραφα από το υπνοδωμάτιο του πατέρα του και, καλούμενος να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες για το συμβάν αυτό, δήλωσε και πάλι με αόριστο τρόπο ότι τον απείλησαν, μπήκαν στο δωμάτιο του πατέρα του και απλώς πήραν τα έγγραφα. Επιπλέον, όταν ο αιτητής ρωτήθηκε αν οι θείες του προέβησαν σε κάποια νομική ενέργεια εναντίον του, απάντησε αόριστα ότι τον απείλησαν αλλά δεν μπορούσε να αντιδράσει επειδή ήταν συγγενείς του και καλούμενος να αναφέρει κι’ άλλες λεπτομέρειες για τις απειλές που κατ’ ισχυρισμό δεχόταν, απάντησε με αόριστο και μη λεπτομερή τρόπο ότι μετά τον θάνατο του πατέρα του, αυτός και ο αδελφός του ήταν τραυματισμένοι ψυχολογικά. Ομοίως, κληθείς να εξηγήσει πώς ακριβώς τον απείλησαν όταν πήγε να τους ζητήσει να επιστρέψει στο σπίτι του πατέρα του, απάντησε αόριστα ότι οι θείες του έσπασαν αντικείμενα στο σπίτι και τον εξύβρισαν.

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού σημειώνεται πως, παρότι έγινε έρευνα, δεν βρέθηκαν πληροφορίες που να επιβεβαιώνουν τις δηλώσεις του αιτητή για τον θάνατο του πατέρα του, η δε ανακοίνωση του θανάτου του πατέρα του αιτητή (ερ.49), αν και θα μπορούσε να επιβεβαιώσει τις δηλώσεις του αναφορικά με το γεγονός του θανάτου του πατέρα του, δεν δύναται να στοιχειοθετήσει αυτά που ο αιτητής ισχυρίζεται ότι υπέστη μετά τον θάνατό του και ούτε επιβεβαιώνει τις δηλώσεις του σχετικά με την υποτιθέμενη κατηγορία από τις θείες του ότι είναι υπεύθυνος για τον θάνατο του πατέρα του και την επακόλουθη απειλή που φέρεται να δέχτηκε από αυτές, αλλά ούτε και τη διαμάχη που είχε με τις θείες του, ως ισχυρίστηκε.

Αναφορικά με τον 3ο ουσιώδη ισχυρισμό κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του αιτητή ήταν αόριστες και στερούνταν λεπτομερειών, αφού δεν ήταν σε θέση να δώσει πληροφορίες αναφορικά με τον τρόπο που έμαθε ότι οι θείες του έριξαν αρρώστια στον αδελφό του, δηλώνοντας ότι οι θείες του απειλούσαν τον ίδιο και τον αδελφό του μετά τον θάνατο του πατέρα τους, χωρίς να είναι σε θέση να εξηγήσει περαιτέρω τις ενδείξεις που τον οδήγησαν να πιστεύει ότι οι θείες του ευθύνονται για την ασθένεια του αδελφού του, ερωτώμενος δε σχετικά μ’ αυτό επανέλαβε με αόριστο τρόπο ότι οι θείες του τον απειλούσαν, όπως και τον αδελφό του. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού σημειώνεται ότι δεν βρέθηκαν πληροφορίες που επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς του και πως ο αιτητής δεν υπέβαλε κανένα έγγραφο προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών του.

Εκ των ως άνω ο 2ος και ο 3ος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκαν ως στερούμενοι τόσο εσωτερικής όσο και εξωτερικής συνοχής.

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, κατόπιν ανασκόπησης της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του (Κινσάσα) και λαμβανομένου υπόψη του προφίλ του αιτητή, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα να εκτεθεί σε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης κατά την επιστροφή του στη χώρα, η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του.

Κατά τις διευκρινήσεις η συνήγορος του αιτητή απέσυρε ρητά τους λοιπούς ισχυρισμούς, προωθώντας εν τέλει μόνο τον ισχυρισμό περί μη δέουσας έρευνας.

Δεδομένου ότι ο μόνος προωθούμενος από τον αιτητή ισχυρισμός συμπλέκεται άρρηκτα και με την ορθότητα της επίδικης απόφασης, προχωρώ με επί της ουσίας εξέταση της, εξ υπαρχής, η οποία τελείται σε κάθε περίπτωση (βλ. και Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.107/2023, Q. B. T. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημ.11/02/25).

Σημειώνω ότι, ως στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98, αναφέρεται, «απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».

Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα εξής:

«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305).  […] Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.» 

Διερχόμενος των ενώπιον μου στοιχείων παρατηρώ τα εξής.

Ως και οι καθ’ ων η αίτηση καταγράφουν λεπτομερώς στην επίδικη έκθεση (ερ.68-71), ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να αναφέρει την παραμικρή λεπτομέρεια για τα όσα εξιστόρησε και ούτε να εξηγήσει τελικά πως ακριβώς, πότε και που έγιναν τα όσα ανέφερε, τόσο επί των ισχυριζόμενων απειλών και εξύβρισης που δέχθηκε από τις θείες του για περιουσιακά ζητήματα όσο και για τον θάνατο του αδελφού του, υπήρξε δε επί παντός των λεγομένων του ασαφής και το αφήγημα του στερείται, σε όλη του την έκταση, βιωματικών στοιχείων και εύλογα αναμενόμενων λεπτομερειών. Περαιτέρω ο αιτητής παρέμεινε γενικόλογος και εν πολλοίς μη συνεκτικός στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, με πλήθος αντιφάσεων να εντοπίζονται στο αφήγημα.

Θα συμφωνήσω λοιπόν με τα ευρήματα και την κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση επί της αξιοπιστίας του 2ου και 3ου ουσιώδους ισχυρισμού του αιτητή, ως αυτά καταγράφονται και πιο πάνω στα πλαίσια της παρούσης, τα οποία και υιοθετώ ως έχουν, χωρίς να είναι σκόπιμο να τα επαναλάβω εκ νέου, πέραν του να σημειώσω ότι είναι προφανές θεωρώ ότι το σύνολο του αφηγήματος του αιτητή συνιστά επινόημα του, προκειμένου να στηρίξει, εδώ ανεπιτυχώς, την επίδικη αίτηση. Δεδομένης δε της καταφανούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής, η αναζήτηση πληροφοριών (ΠΧΚ) δεν απαιτούνταν και ίσως εκ του περισσού έγινε εν προκειμένω. Σχετικώς, στο εγχειρίδιο «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», του EASO, σελ.132, αναφέρεται ότι η αναζήτηση ΠΧΚ «ενδέχεται να μην είναι απαραίτητ[η] σε περίπτωση αρνητικής διαπίστωσης περί της αξιοπιστίας βάσει καταφανούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής».

Παρά τα ως άνω θα πρέπει να σημειωθεί ότι, ως και ανωτέρω αναφέρω, οι καθ’ ων η αίτηση έκαναν έρευνα σε ΠΧΚ, εκ της οποίας ουδέν προέκυψε.

Σε σχέση τώρα με την προσκομισθείσα (φερόμενη) ανακοίνωση του θανάτου του πατέρα του (ερ.49) σημειώνω τα εξής, επιπροσθέτως των όσων αναφέρουν οι καθ’ ων η αίτηση στην επίδικη έκθεση (ερ.69).

Σύμφωνα με το εγχειρίδιο «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», EASO, Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.107-108, κατά την αξιολόγηση εγγράφων εξετάζονται τα εξής:

«Το περιεχόμενο, η φύση και ο συντάκτης αφορούν το αν το έγγραφο είναι αξιόπιστο. Ένα έγγραφο μπορεί να είναι γνήσιο, υπό την έννοια ότι πρόκειται όντως για το έγγραφο ως το οποίο υποβάλλεται, αλλά το περιεχόμενό του ενδέχεται να είναι αναξιόπιστο και να μην τεκμηριώνει τις δηλώσεις του αιτούντος. Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι ένα έγγραφο είναι πλαστογραφημένο δεν σημαίνει ότι μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστο μόνο γι’ αυτόν τον λόγο. Το βάρος της απόδειξης της γνησιότητας και της αξιοπιστίας του εγγράφου το φέρει ο αιτών.

Ενδεχομένως να πρέπει να εξεταστούν παράγοντες όπως η εσωτερική συνέπεια, το επίπεδο λεπτομέρειας, η συνέπεια με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, και ιδιαίτερα με τις ΠΧΚ, και το αν οι πληροφορίες προέρχονται από άμεση πηγή. Το ίδιο ισχύει και για πτυχές που αφορούν τον συντάκτη, τα προσόντα του, την αξιοπιστία των πληροφοριών στις οποίες βασίζεται το έγγραφο και τον σκοπό για τον οποίο συντάχθηκε.

[…]

Τα έγγραφα πρέπει να υποβάλλονται στον ίδιο βαθμό ελέγχου που υποβάλλονται και οι δηλώσεις του αιτούντος: οι αρχές που εφαρμόζονται στην αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και αναφέρονται στην ενότητα 4.3 ανωτέρω δεν ισχύουν μόνο για τις δηλώσεις, γραπτές ή προφορικές, αλλά και για όλα τα έγγραφα που υποβάλλονται προς στήριξη της αίτησης (324). Τα έγγραφα δεν πρέπει να αξιολογούνται χωριστά, αλλά με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων. Σε κάθε περίπτωση, πριν από οποιαδήποτε αρνητική διαπίστωση, θα πρέπει να έχει παρασχεθεί στον αιτούντα η κατάλληλη ευκαιρία ώστε να δώσει εξηγήσεις ή να σχολιάσει τις σχετικές ανησυχίες.»

Δεδομένης εδώ της τρωθείσας εσωτερικής συνοχής των ισχυρισμών του αιτητή, θεωρώ πως, λαμβανομένου υπόψη του ότι πρόκειται για αντίγραφο ενός εγγράφου που περιέχει μια φωτογραφία και αναγράφει ημερομηνία γέννησης και θανάτου του απεικονιζόμενου (εξ όσων μπορώ να αντιληφθώ) ατόμου, αλλά και του ότι, ακόμα και στην περίπτωση που θεωρηθεί γνήσιο (ήτοι ότι αποτελεί πράγματι ανακοίνωση του θανάτου του πατέρα του), δεν τεκμηριώνει από μόνο του τους ισχυρισμούς εδώ του αιτητή, ουδεμία ή και ελάχιστη βαρύτητα μπορεί να δοθεί στο ερ.49 και σε κάθε περίπτωση όχι τέτοια που θα αρκούσε ώστε να υπερκεραστούν τα κενά και οι ελλείψεις των λεγομένων του αιτητή.

Ενόψει των ως άνω διαπιστώσεων μου, στην απουσία λοιπόν εδώ περαιτέρω μαρτυρίας που θα συμπλήρωνε τα κενά, αντιφάσεις και ελλείψεις, ως ανωτέρω καταγράφονται, είναι η κατάληξη μου ότι τα πολλά και καίρια σημεία εκ των οποίων διαβρώνεται μοιραία και η αξιοπιστία των λεγομένων του αιτητή παραμένουν και συνεπώς, για τον λόγο αυτό, ουδείς εκ των ισχυρισμών του μπορεί να γίνει εν προκειμένω αποδεκτός, καθότι οι σημαντικές ελλείψεις εσωτερικής συνοχής δεν αφήνουν περιθώριο αποδοχής τους. 

Απομένει εν προκειμένω μια αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Κινσάσα).

Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση 08/05/26) στην Κινσάσα καταγράφηκαν συνολικά 42 περιστατικά πολιτικής βίας (όπου περιλαμβάνονται περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις, απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), με αποτέλεσμα 48 θανάτους. [1] Ο πληθυσμός της Κινσάσα ανέρχεται περί τα 17 εκατομμύρια. [2] 

Είναι κατάληξη μου εκ των ως άνω ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας και η ένταση στον τόπο διαμονής του δεν είναι του επιπέδου που απαιτείται προκειμένου να αποδοθεί συμπληρωματική προστασία, δεδομένου ότι δεν θεωρώ πως υφίστανται εν προκειμένω ιδιαίτερες περιστάσεις που θα μπορούσαν να επιτείνουν τον κίνδυνο για τον αιτητή, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» [3] (C-901/19, CF and DN, ημ.10/06/21, ΔΕΕ).

Λαμβάνω υπόψη ότι ο αιτητής είναι 28 ετών σήμερα, υγιής, με ικανοποιητική μόρφωση και εργασιακή εμπειρία, διέμενε δε στην Κινσάσα για όλη του τη ζωή, στοιχεία που αρκούν εν προκειμένω για να καταδείξουν ότι ο αιτητής διαθέτει την ικανότητα να βιοποριστεί και να εξασφαλίσει τα αναγκαία χρειώδη, παρά τις όποιες αντιξοότητες ήθελε αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του και – σε κάθε περίπτωση - δεν αναμένεται να παραμείνει χωρίς πιθανότητες βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης του στο άμεσα προβλέψιμο μέλλον, ως και στη σχετική αυθεντία[4] του ΕΔΑΔ περιγράφονται.

Έπεται ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο «καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως οι έννοιες αυτές ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου [αντίστοιχα αρ.3 (5) και (6) του Κανονισμού 2024/1347/ΕΕ]. Δεδομένων δε και των ως άνω διαπιστώσεων μου δεν θεωρώ ότι τυχόν επιστροφή του συνιστά επαναπροώθηση.

Για τους πιο πάνω λόγους η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: DRC, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/05/2026)

[2] Macrotrends.net, Kinshasa population, 2024, διαθέσιμο σε https://www.macrotrends.net/global-metrics/cities/20853/kinshasa/population,

[3] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf

[4] M.S.S. v Belgium & Greece, app. No.30696/09, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΑΔ), ημ.21/01/11, παρ.263


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο