T.B.R. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1833/2024, 30/10/2026
print
Τίτλος:
T.B.R. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1833/2024, 30/10/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.:  1833/2024

30 Οκτωβρίου, 2026

[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

T.B.R.

από Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό

                                Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας,

μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                            Καθ' ων η Αίτηση

 

Δικηγόρος για Αιτητή: Α. Ιωάννου (κος)

Δικηγόροι για Καθ' ων η αίτηση: Χ. Δημητρίου (κα) για Ε. Ιωάννου (κα)

Ο Αιτητής είναι παρών

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 19.04.2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).

 

Ι. Πραγματικό και διαδικαστικό ιστορικό

 

Σκιαγραφώντας τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά

προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου ο οποίος κατατέθηκε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»), καταγράφονται τα ακόλουθα:

 

Ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαΐκής Δημοκρατίας του Κονγκό (στο εξής αναφερόμενη και ως «ΛΔΚ»), την οποία εγκατέλειψε στις 30.06.2022 και εισήλθε στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές με φοιτητική άδεια δια μέσου των οποίων εισήλθε στις 12.07.2022 στις ελεγχόμενες περιοχές χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα. Αίτημα ασύλου υπέβαλε στις 22.07.2022 και ακολούθως στις 14.02.2024 προσήλθε σε συνέντευξη στις Κεντρικές Φυλακές όπου κρατείτο στο πλαίσιο ποινικής υπόθεσης και απέσυρε το αίτημα του δηλώνοντας ότι επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του (βλ. ερ. 18Χ4-Χ5). Δήλωσε πως δεν πρόκειται να αντιμετωπίσει κίνδυνο κατά την επιστροφή στη ΛΔΚ καθώς θα είναι ασφαλής, υπογράφοντας έντυπο ρητής απόσυρσης (βλ. ερυθρό 22 του δ.φ.). Στις 14.02.2024 εκδόθηκε απορριπτική απόφαση λόγω ρητής απόσυρσης, απόφαση η οποία του κοινοποιήθηκε χωρίς ωστόσο ο ίδιος να καταχωρίσει προσφυγή εναντίον της απόφασης αυτής. Ακολούθως στις 22.02.2024 ο Αιτητής υπέβαλε αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου, του το οποίο αντιμετωπίστηκε ως μεταγενέστερη αίτηση, και στις 21.03.2024  αποφασίστηκε η αποδοχή της μεταγενέστερης αίτησής του και η ουσιαστική εξέταση της δυνάμει του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου (βλ. ερυθρό 49-46 του δ.φ.). Εν συνεχεία, στις 03.04.2024 πραγματοποιήθηκε η προσωπική συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο οποίος στις 18.04.2024 υπέβαλε Έκθεση/Εισήγηση εισηγούμενος την απόρριψη της αίτησης. Στις 19.04.2024 ο ασκών καθήκοντα Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας. Η εν λόγω απόφαση αποτελεί το αντικείμενο της υπό εξέταση προσφυγής.

 

ΙΙ. Θέσεις των διαδίκων

 

Ο Αιτητής, μέσω των συνηγόρων του, προέβαλε στο εισαγωγικό δικόγραφο πλείονες

λόγους ακύρωσης, τους οποίους περιόρισε και εξειδίκευσε με τη γραπτή του αγόρευση. Ειδικότερα, ο Αιτητής προβάλλει, κατ’ ουσίαν, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε χωρίς τη διενέργεια δέουσας και επαρκούς έρευνας, κατά παράβαση της αρχής της εξατομικευμένης και αντικειμενικής αξιολόγησης της αίτησής του. Αμφισβητεί την κρίση των Καθ’ ων η αίτηση περί έλλειψης αξιοπιστίας των ισχυρισμών του, υποστηρίζοντας ότι οι δηλώσεις του ήταν συνεπείς και εύλογες, ενώ δεν του δόθηκε επαρκής δυνατότητα να διευκρινίσει τις διαπιστωθείσες αντιφάσεις. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι υπέστη απειλές και σωματική επίθεση από συγγενικά του πρόσωπα λόγω κληρονομικής διαφοράς, χωρίς να τύχει αποτελεσματικής προστασίας από τις αρχές της χώρας καταγωγής του. Υποστηρίζει, συνεπώς, ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ διατρέχει πραγματικό κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης και ότι πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα ή, επικουρικώς, υπαγωγής του σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

 

Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η αίτηση, με τη γραπτή τους αγόρευση, αντικρούουν τους ισχυρισμούς του Αιτητή, υποστηρίζοντας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι νόμιμη, ορθή και δεόντως αιτιολογημένη, ως αποτέλεσμα επαρκούς και ενδελεχούς έρευνας. Ειδικότερα, προβάλλουν ότι ο Αιτητής είχε επαρκή ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του κατά τη συνέντευξη, πλην όμως οι δηλώσεις του παρουσίαζαν ουσιώδεις αντιφάσεις, ασυνέπειες, γενικότητα και έλλειψη ευλογοφάνειας, με αποτέλεσμα ο ισχυριζόμενος φόβος δίωξης από συγγενικά του πρόσωπα λόγω κληρονομικής διαφοράς να απορριφθεί δικαιολογημένα ως αναξιόπιστος. Περαιτέρω, υποστηρίζουν ότι διενεργήθηκε επαρκής εξατομικευμένη αξιολόγηση κινδύνου, με συνεκτίμηση των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή και των πληροφοριών χώρας καταγωγής, χωρίς να διαπιστωθεί βάσιμος φόβος δίωξης ή πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Τέλος, προβάλλουν ότι οι λόγοι ακύρωσης είναι γενικοί, αόριστοι και ανεπαρκώς τεκμηριωμένοι και ότι δεν στοιχειοθετείται πλημμελής έρευνα, πλάνη περί τα πράγματα, έλλειψη αιτιολογίας ή κατάχρηση εξουσίας, εισηγούμενοι την απόρριψη της προσφυγής.

 

ΙΙΙ. Αξιολόγηση Δικαστηρίου

 

Α.  Επί της ουσίας της υπόθεσης σε συνάρτηση με τους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης

 

Εξετάζοντας το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου του Αιτητή, διαπιστώνω ότι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί συνδέονται άμεσα με την ουσιαστική αξιολόγηση του αιτήματός του για διεθνή προστασία. Ειδικότερα, ο Αιτητής αμφισβητεί την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του από τους Καθ’ ων η αίτηση, προβάλλοντας ότι η απόρριψη του επικαλούμενου φόβου δίωξης από συγγενικά του πρόσωπα λόγω κληρονομικής διαφοράς στηρίχθηκε σε εσφαλμένη εκτίμηση των δηλώσεών του, χωρίς επαρκή διερεύνηση των περιστατικών απειλών και της φερόμενης σωματικής επίθεσης που υπέστη. Υποστηρίζει ότι οι απαντήσεις του ήταν συνεπείς και επαρκείς, ότι δεν του δόθηκε η δέουσα ευκαιρία να αποσαφηνίσει τυχόν αντιφάσεις ή ελλείψεις και ότι δεν συνεκτιμήθηκαν επαρκώς οι ιδιαίτερες συνθήκες διεξαγωγής της συνέντευξής του ενώ βρισκόταν υπό κράτηση.

 

Περαιτέρω, προβάλλει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να προβούν σε επαρκή εξέταση της εξωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών του μέσω αξιόπιστων πληροφοριών χώρας καταγωγής και δεν εφάρμοσαν ορθά τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και την παροχή του ευεργετήματος της αμφιβολίας. Αμφισβητεί, επίσης, την επάρκεια της εξατομικευμένης αξιολόγησης του μελλοντικού κινδύνου, υποστηρίζοντας ότι δεν εξετάστηκε δεόντως κατά πόσον, σε περίπτωση επιστροφής του στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης, ιδίως ενόψει του επικαλούμενου φόβου από ιδιώτες και της δυνατότητας παροχής αποτελεσματικής κρατικής προστασίας.

 

Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας, επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο, στο πλαίσιο ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο διοικητικό όργανο διερεύνησε και συνεκτίμησε όλα τα ουσιώδη στοιχεία που όφειλε να εξετάσει προκειμένου να καταλήξει στην απόφασή του. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία της υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της απαιτούμενης έρευνας προσδιορίζονται από τις ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε υπόθεσης. [1]

 

Εντούτοις, λαμβανομένης υπόψη της πλήρους και ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου επί αιτήσεων διεθνούς προστασίας, η εξέταση δεν περιορίζεται αποκλειστικά στη διαπίστωση τυχόν πλημμελειών της διοικητικής διαδικασίας, αλλά εκτείνεται και στην αυτοτελή αξιολόγηση της ουσιαστικής βασιμότητας του αιτήματος.

 

Ως εκ τούτου, προχωρώ στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, αξιολογώντας αυτοτελώς την αξιοπιστία των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή, το σύνολο των στοιχείων του διοικητικού φακέλου, περιλαμβανομένων των δηλώσεών του κατά την αρχική αίτηση, τη συνέντευξη, την απόσυρση και το μεταγενέστερο αίτημα επανανοίγματος, καθώς και τις διαθέσιμες και επικαιροποιημένες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.

 

1. Οι δηλώσεις του Αιτητή

 

Κατά την καταγραφή της αρχικής αίτησής του για διεθνή προστασία, ημερομηνίας 22.07.2022, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας διαμάχης με τη θεία του, αναφορικά με ακίνητη περιουσία του αποβιώσαντος πατέρα του. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι η θεία του επιθυμούσε να πωλήσει την εν λόγω περιουσία, γεγονός στο οποίο ο ίδιος αντιτάχθηκε, με αποτέλεσμα εκείνη να αρχίσει να τον απειλεί. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι ένας από τους γιους της θείας του, συνοδευόμενος από άλλα πρόσωπα, του επιτέθηκε και τον χτύπησε, ενώ ανέφερε ότι δεχόταν απειλές τόσο από τη θεία του όσο και από τον γιο της (ερυθρό 1 δ.φ.).

 

Ακολούθως, στις 14.02.2024, ο Αιτητής υπέβαλε αίτημα ρητής απόσυρσης της αίτησής του για διεθνή προστασία, ενώ βρισκόταν στις Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας. Στο σχετικό έντυπο απόσυρσης δήλωσε ότι επιθυμούσε να επιστρέψει οικειοθελώς στη χώρα καταγωγής του, μέσω προγράμματος εθελούσιας επιστροφής, καθότι η διαφορά που είχε με φίλο του είχε επιλυθεί. Επιβεβαίωσε, περαιτέρω, ότι δεν θα αντιμετώπιζε οποιαδήποτε δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα του και ότι θα ήταν ασφαλής (ερυθρό 22 δ.φ.). Κατά τη συνέντευξη που διενεργήθηκε την ίδια ημέρα, ο Αιτητής ανέφερε ότι επιθυμούσε να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του προκειμένου να συνεχίσει την εκπαίδευση και την επαγγελματική του ανάπτυξη ως μηχανικός, καθώς θεωρούσε ότι στην Κύπρο δεν υπήρχαν οι κατάλληλες προοπτικές για την προσωπική του εξέλιξη. Δήλωσε ότι στη χώρα καταγωγής του διέμεναν η μητέρα, η σύζυγος και το παιδί του και ότι σκόπευε να επιστρέψει στην Κινσάσα, αλλά να εγκατασταθεί σε διαφορετική, γειτονική περιοχή. Ερωτηθείς εάν θα αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την επιστροφή του, απάντησε αρνητικά, προσθέτοντας ότι αισθανόταν ασφαλής, καθώς κανείς δεν θα γνώριζε ότι είχε επιστρέψει στη χώρα του (ερυθρά 16–17 δ.φ.).

 

Στη συνέχεια, στις 22.02.2024, ο Αιτητής υπέβαλε αίτημα επανανοίγματος του φακέλου του, υποστηρίζοντας ότι η προηγούμενη απόφασή του να αποσύρει την αίτησή του για διεθνή προστασία λήφθηκε ενώ βρισκόταν υπό συνθήκες άγχους και πίεσης λόγω της κράτησής του στις φυλακές. Εξέφρασε τη λύπη του για την απόφαση αυτή και ζήτησε την επανενεργοποίηση του φακέλου του, προκειμένου να συνεχιστεί η εξέταση της αίτησής του και να προχωρήσει η διαδικασία της προσωπικής του συνέντευξης για την παροχή διεθνούς προστασίας, χωρίς να παραθέσει στο εν λόγω αίτημα περαιτέρω ισχυρισμούς αναφορικά με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του (ερυθρά 32–33 δ.φ.).

 

Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος της ΛΔΚ και γεννήθηκε στην πόλη Κινσάσα, η οποία αποτελεί και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του στη χώρα καταγωγής του, συγκεκριμένα στην κοινότητα Ngaliema. Ανέφερε ότι στις 30.11.2018 μετέβη στην πόλη Matadi, της επαρχίας Kongo Central, όπου παρέμεινε για χρονικό διάστημα τεσσάρων μηνών, προτού επιστρέψει στην Κινσάσα. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι ο πατέρας του απεβίωσε όταν ο ίδιος ήταν σε μικρή ηλικία, ενώ η μητέρα του εξακολουθεί να διαμένει στη χώρα καταγωγής του και ασχολείται με την πώληση φρούτων. Ανέφερε ότι έχει δύο αδελφούς στην Κινσάσα, εκ των οποίων ο ένας εργάζεται ως προπονητής ποδοσφαίρου και ο άλλος ασχολείται με το εμπόριο ενδυμάτων. Δήλωσε επίσης ότι διαθέτει ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον, αποτελούμενο από θείους και θείες, τόσο από την πατρική όσο και από τη μητρική του πλευρά, ενώ ορισμένοι συγγενείς του διαμένουν στο Βέλγιο και στην Ελβετία. Ανέφερε ότι διατηρεί επικοινωνία με θείο και θείες του, χωρίς ωστόσο να γνωρίζει την παρούσα κατάσταση των μελών της στενής οικογένειάς του, καθώς δεν διαθέτει τους τηλεφωνικούς τους αριθμούς. Ο Αιτητής δήλωσε χριστιανός και ανέφερε ότι ομιλεί άπταιστα τη γαλλική γλώσσα, τη Lingala και τη διάλεκτο Kikongo, ενώ δεν ανήκει σε οποιαδήποτε πολιτική, θρησκευτική ή στρατιωτική οργάνωση.

 

Αναφορικά με το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, ο Αιτητής δήλωσε ότι ολοκλήρωσε την πρωτοβάθμια εκπαίδευση το 2010 και τη δευτεροβάθμια το 2016, στην Κινσάσα. Ακολούθως, φοίτησε για περίπου πέντε με έξι μήνες σε πανεπιστήμιο, το οποίο εγκατέλειψε το 2017. Επιπλέον, παρακολούθησε πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης στις ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις από τον Μάιο έως τον Σεπτέμβριο του 2019, καθώς και πρόγραμμα εκπαίδευσης στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές από τον Ιούλιο έως τον Δεκέμβριο του 2021. Ως προς την επαγγελματική του δραστηριότητα, ανέφερε ότι εργάστηκε για έναν μήνα το 2017 στον τομέα του μάρκετινγκ, ενώ στη συνέχεια απασχολείτο ως αυτοεργοδοτούμενος ηλεκτρολόγος, αναλαμβάνοντας εργασίες ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων σε κατοικίες μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα. Πρόσθεσε ότι κατά το παρελθόν διατηρούσε μικρό πάγκο, όπου πραγματοποιούσε συναλλαγές συναλλάγματος, μεταπωλούσε χρόνο ομιλίας κινητής τηλεφωνίας και διάφορα εμπορεύματα.

 

Σε σχέση με το ταξίδι του, ο Αιτητής δήλωσε ότι αναχώρησε από τη ΛΔΚ αεροπορικώς, μέσω του διεθνούς αεροδρομίου N'Djili της Κινσάσα, με ενδιάμεσο σταθμό την Κωνσταντινούπολη και τελικό προορισμό το αεροδρόμιο της Τύμπου στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, όπου αφίχθηκε στις 30.06.2022. Ανέφερε ότι ταξίδεψε μόνος του, χρησιμοποιώντας το διαβατήριό του και φοιτητική θεώρηση εισόδου, με σκοπό να συνεχίσει τις σπουδές του. Σύμφωνα με τις δηλώσεις του, το ταξίδι του χρηματοδοτήθηκε από φιλικό του πρόσωπο, το οποίο αποκάλεσε «chief engineer», και το οποίο τον βοήθησε στις διαδικασίες αναχώρησής του μέσω ταξιδιωτικού πράκτορα. Ανέφερε ότι δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την έξοδό του από τη χώρα καταγωγής του.

 

Ως προς τον πυρήνα του αιτήματός του, ο Αιτητής υποστήριξε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας διαμάχης με την πατρική του θεία και τα παιδιά της, αναφορικά με την κληρονομική περιουσία που άφησε ο αποβιώσας πατέρας του. Ειδικότερα, ανέφερε ότι επρόκειτο για ακίνητη περιουσία αποτελούμενη από συγκρότημα κατοικιών στην Κινσάσα, η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, ανήκε στον πατέρα του και στα αδέλφια του. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ήταν ο μόνος που δικαιούτο να επωφεληθεί από την κληρονομική περιουσία του πατέρα του. Ανέφερε ότι η διαμάχη άρχισε το 2009, όταν η θεία του εξέφρασε την πρόθεσή της να πωλήσει το εν λόγω ακίνητο, γεγονός για το οποίο ενημερώθηκε από τη μητέρα του. Ο ίδιος διαφώνησε με την πώληση, θεωρώντας ότι η θεία του δεν είχε σχετικό δικαίωμα. Πρόσθεσε ότι η μητέρα του δεν είχε λάβει οποιοδήποτε μέρος της κληρονομιάς και είχε εκδιωχθεί από την οικογενειακή κατοικία.

 

Ο Αιτητής ανέφερε ότι το 2018, προτού μεταβεί στην πόλη Matadi, συναντήθηκε εκ νέου με τη θεία του, ζητώντας της να του παραδώσει τα έγγραφα που αφορούσαν την κληρονομική περιουσία. Ωστόσο, εκείνη αρνήθηκε να του παραδώσει οποιοδήποτε έγγραφο, υποστηρίζοντας ότι δεν είχε τίποτα να του δώσει. Κατόπιν τούτου, ο Αιτητής αναζήτησε νομική συμβουλή από δικηγόρο, στον οποίο παραπέμφθηκε από φίλο του. Σύμφωνα με τις δηλώσεις του, ο δικηγόρος τον συμβούλευσε να υποβάλει καταγγελία και να προσφύγει στη δικαιοσύνη προκειμένου να διεκδικήσει τα δικαιώματά του επί της περιουσίας. Ισχυρίστηκε ότι η εξέλιξη αυτή προκάλεσε αντιπαραθέσεις με τη θεία του και τα παιδιά της, από τα οποία άρχισε να δέχεται απειλές.

 

Περαιτέρω, ο Αιτητής ανέφερε ότι τον Φεβρουάριο του 2022 επέστρεψε στην Κινσάσα και, κατόπιν συμβουλής του δικηγόρου του, επιχείρησε να επιλύσει τη διαφορά ενδοοικογενειακά, πραγματοποιώντας συνάντηση με τη θεία του. Ωστόσο, μετά τη συνάντηση αυτή, ισχυρίστηκε ότι άρχισε να δέχεται σοβαρές τηλεφωνικές απειλές από τα παιδιά της. Ειδικότερα, ανέφερε ότι οι απειλές πραγματοποιούνταν μέσω τηλεφωνικών κλήσεων και ηχητικών μηνυμάτων, ενώ διευκρίνισε ότι δεν είχε λάβει γραπτά μηνύματα από την ίδια τη θεία του, αλλά από τα παιδιά της.

 

Στη συνέχεια, ο Αιτητής περιέγραψε περιστατικό σωματικής επίθεσης που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, έλαβε χώρα στις 21.05.2022, περί τις 11:00 το βράδυ, στην Κινσάσα. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι, ενώ βρισκόταν στην περιοχή όπου διέμενε, τον προσέγγισε με αυτοκίνητο πρόσωπο γνωστό στην οικογένειά του, το οποίο τον ρώτησε για την εξέλιξη της οικογενειακής διαφοράς. Περίπου είκοσι λεπτά μετά την αποχώρηση του εν λόγω προσώπου, εμφανίστηκε ομάδα ατόμων, τα οποία του επιτέθηκαν και τον χτύπησαν στο κεφάλι με αλυσίδα, με αποτέλεσμα να χάσει τις αισθήσεις του. Ισχυρίστηκε ότι, προτού λιποθυμήσει, άκουσε τους δράστες να τον προειδοποιούν ότι επρόκειτο για την πρώτη προειδοποίηση και ότι, εάν συνέχιζε να ασχολείται με την κληρονομική υπόθεση του πατέρα του, θα τον σκότωναν. Ανέφερε ότι, συνεπεία της επίθεσης, μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο, όπου του παρασχέθηκε ιατρική περίθαλψη.

 

Ο Αιτητής υποστήριξε ότι το περιστατικό σημειώθηκε κοντά σε αστυνομικό σταθμό και ότι άλλα πρόσωπα ενημέρωσαν την αστυνομία, χωρίς ωστόσο οι αστυνομικές αρχές να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια. Πρόσθεσε ότι, πριν από την επίθεση, οι δράστες είχαν απειλήσει και άλλα πρόσωπα που βρίσκονταν στην περιοχή, περιλαμβανομένων γυναικών που πωλούσαν εμπορεύματα στον δρόμο. Κληθείς να διευκρινίσει εάν επρόκειτο για εγκληματικά στοιχεία που διέρχονταν τυχαία από την περιοχή ή για πρόσωπα που είχαν μεταβεί εκεί ειδικά για να του επιτεθούν, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να το προσδιορίσει, καθώς ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε τα συγκεκριμένα άτομα.

 

Ακολούθως, ο Αιτητής ανέφερε ότι, μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο, επικοινώνησε με φιλικό του πρόσωπο, το οποίο εργαζόταν ως μηχανικός, και του εξιστόρησε όσα είχαν συμβεί. Το πρόσωπο αυτό τον συμβούλεψε να εγκαταλείψει τη διεκδίκηση της κληρονομικής περιουσίας, λόγω του κινδύνου που αντιμετώπιζε, και προσφέρθηκε να τον βοηθήσει οικονομικά προκειμένου να μεταβεί στο εξωτερικό για σπουδές. Ο Αιτητής ανέφερε ότι ακολούθησε τη συμβουλή του και εγκατέλειψε τη χώρα του με την οικονομική υποστήριξη του εν λόγω προσώπου.

 

Κατά τα διευκρινιστικά ερωτήματα που ακολούθησαν, ο Αιτητής επανέλαβε ότι η κληρονομική διαφορά αφορούσε ακίνητο στην Κινσάσα και ότι η διαφωνία άρχισε το 2009, όταν η θεία του εξέφρασε την πρόθεσή της να το πωλήσει. Ερωτηθείς σχετικά με την κυριότητα του ακινήτου, ανέφερε ότι ο ίδιος ήταν ο δικαιούχος της κληρονομιάς, πλην όμως δεν διέθετε έγγραφα που να αποδεικνύουν το σχετικό δικαίωμά του, καθώς όλα τα έγγραφα βρίσκονταν στην κατοχή της θείας του. Πρόσθεσε ότι είχε πληροφορηθεί πως το ακίνητο είχε ήδη πωληθεί, χωρίς ωστόσο να γνωρίζει ποιος υπέγραψε τα σχετικά έγγραφα εκ μέρους του.

 

Κληθείς να δώσει περαιτέρω πληροφορίες για το πρόσωπο που τον προσέγγισε πριν από την επίθεση, ανέφερε ότι επρόκειτο για οικογενειακό γνωστό, ο οποίος διέμενε στην ίδια περιοχή και γνώριζε την οικογένειά του. Περαιτέρω, όταν του επισημάνθηκε ότι στην αρχική του αίτηση είχε αναφερθεί σε επίθεση από συγγενικά του πρόσωπα, διευκρίνισε ότι δεν είχε ισχυριστεί πως δέχθηκε επίθεση απευθείας από ξάδελφό του, αλλά από ομάδα ατόμων, ενώ προηγουμένως τον είχε προσεγγίσει το προαναφερθέν πρόσωπο με αυτοκίνητο. Ερωτηθείς σχετικά με τις απειλές που είχε δεχθεί, αναφέρθηκε εκ νέου σε τηλεφωνικές επικοινωνίες και ηχητικά μηνύματα από τα παιδιά της θείας του, επισημαίνοντας ότι ενδεχομένως διατηρούσε ένα από αυτά στο κινητό του τηλέφωνο.

 

Σε σχέση με τις επιπτώσεις των προαναφερθέντων γεγονότων, ο Αιτητής δήλωσε ότι οι απειλές και η σωματική επίθεση που δέχθηκε τον έκαναν να φοβάται για τη ζωή του, καθώς, όπως ισχυρίστηκε, παραλίγο να πεθάνει εξαιτίας του χτυπήματος στο κεφάλι. Ερωτηθείς εάν, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, εξακολουθούσε να κινδυνεύει, παρά την πληροφορία ότι το ακίνητο είχε ήδη πωληθεί, ανέφερε ότι η κατάσταση θα ήταν χειρότερη από προηγουμένως και ότι θεωρούσε βέβαιο πως θα του συνέβαινε κάτι κακό. Ως προς το ενδεχόμενο εγκατάστασής του σε άλλη περιοχή της χώρας, δήλωσε ότι δεν ήταν βέβαιος πως θα ήταν ασφαλής, καθώς φοβόταν ότι θα μπορούσε να αντιμετωπίσει παρόμοια προβλήματα.

 

Τέλος, όταν του επισημάνθηκε ότι, παρά τις απειλές που επικαλείτο, συνέχιζε να εργάζεται και να διάγει κανονικά τη ζωή του μέχρι την αναχώρησή του, ο Αιτητής περιορίστηκε να αναφέρει ότι το μόνο που ζητούσε ήταν η παροχή διεθνούς προστασίας. Επιβεβαίωσε ότι ο λόγος εγκατάλειψης της χώρας του ήταν οι απειλές που δεχόταν από την οικογένεια του πατέρα του λόγω της κληρονομικής διαφοράς, χωρίς να επικαλεστεί οποιονδήποτε άλλο λόγο. Ανέφερε επίσης ότι δεν είχε συλληφθεί ή κρατηθεί ποτέ στη χώρα καταγωγής του. Κατά την ολοκλήρωση της συνέντευξης, δήλωσε ότι όσα εξιστόρησε αποτελούσαν την πραγματική ιστορία της ζωής του και επιβεβαίωσε ότι δεν διέθετε οποιαδήποτε έγγραφα προς υποστήριξη των ισχυρισμών του.

 

2. Η αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση

 

Κατά την εξέταση του αιτήματος, επί των όσων ο Αιτητής παρέθεσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, παρατηρώ ότι ο Λειτουργός διαχώρισε τους ισχυρισμούς του σε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, ο πρώτος, που αφορούσε την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, ήτοι ότι είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, με τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής την περιοχή Ngaliema της Κινσάσα, και ο δεύτερος, σχετικά με τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξης από συγγενικά πρόσωπα της πατρικής του οικογένειας λόγω κληρονομικής διαφοράς.

 

Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, βάσει των δηλώσεων του Αιτητή, του πρωτότυπου διαβατηρίου που προσκόμισε και των εξωτερικών πληροφοριών που επιβεβαίωναν την περιοχή καταγωγής και διαμονής του. Ως τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής προσδιορίστηκε η περιοχή Ngaliema της Κινσάσα.

 

Ο δεύτερος ισχυρισμός απορρίφθηκε, καθότι ο Λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή στερούνταν επαρκούς συνοχής, συνέπειας και ευλογοφάνειας, ενώ δεν παρασχέθηκαν ικανοποιητικές πληροφορίες επί ουσιωδών πτυχών του αφηγήματός του. Ειδικότερα, διαπίστωσε ελλείψεις στις αναφορές του σχετικά με το πρόσωπο που χρηματοδότησε το ταξίδι του, τον οικογενειακό φίλο που γνώριζε την κληρονομική διαφορά και τον δικηγόρο στον οποίο απευθύνθηκε, καθώς και ανεπαρκείς πληροφορίες για τις συνθήκες της επικαλούμενης επίθεσης και το περιεχόμενο των απειλών που φέρεται να δεχόταν. Περαιτέρω, επεσήμανε αντιφάσεις στις δηλώσεις του αναφορικά με την οικογενειακή και περιουσιακή του κατάσταση, τα πρόσωπα που του επιτέθηκαν και τους λόγους της αναχώρησής του. Επιπλέον, αξιολογήθηκε αρνητικά το γεγονός ότι, παρά τον επικαλούμενο φόβο του, ο Αιτητής συνέχισε να εργάζεται και να διαμένει στην ίδια περιοχή μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ο Λειτουργός δεν προέβη σε περαιτέρω έρευνα μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης, θεωρώντας ότι οι δηλώσεις του Αιτητή αποτελούσαν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του συγκεκριμένου ισχυρισμού και ότι δεν υπήρχαν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν περαιτέρω διερεύνηση. Ως εκ τούτου, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος.

 

Τέλος, στη βάση του αποδεκτού ισχυρισμού αναφορικά με την ταυτότητα και τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την περιοχή Ngaliema της Κινσάσα, ο Λειτουργός προέβη σε αξιολόγηση κινδύνου, λαμβάνοντας υπόψη το προσωπικό του προφίλ και τις επικρατούσες συνθήκες ασφαλείας στην περιοχή επιστροφής. Διαπίστωσε ότι στην εν λόγω περιοχή δεν επικρατούν συνθήκες ένοπλης σύρραξης ούτε επίπεδο αδιάκριτης βίας ικανό να στοιχειοθετήσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Κατέληξε, συνεπώς, ότι δεν υφίσταται βάσιμος φόβος δίωξης ή πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης κατά την έννοια των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου και εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας.

 

3. Δικαστική αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή

 

Αξιολογώντας τα όσα έχουν ανωτέρω εκτεθεί υπό το φως των εφαρμοστέων νομοθετικών προνοιών και έχοντας μελετήσει την Έκθεση/Εισήγηση του Λειτουργού και το σύνολο των ενώπιόν μου στοιχείων, καταλήγω στα ακόλουθα:

 

Κατ’ αρχάς, διαπιστώνω ότι ο διαχωρισμός των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή σε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, όπως επιχειρήθηκε από τον Λειτουργό, αποτυπώνει επαρκώς τον πυρήνα του αιτήματός του. Ειδικότερα, ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός αφορά την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής, το προσωπικό προφίλ και τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, ενώ ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός αφορά τον επικαλούμενο φόβο δίωξης από συγγενικά πρόσωπα λόγω κληρονομικής διαφοράς, περιλαμβανομένων των ισχυριζόμενων απειλών και της σωματικής επίθεσης που φέρεται να υπέστη.

 

3(α) Πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός

 

Ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, συντάσσομαι με την κρίση των Καθ’ ων η αίτηση ως προς την αποδοχή των βασικών στοιχείων της ταυτότητας, της χώρας καταγωγής και του προσωπικού προφίλ του Αιτητή. Οι δηλώσεις του αναφορικά με την ιθαγένεια, την καταγωγή, το εκπαιδευτικό και το επαγγελματικό του υπόβαθρο κρίνονται, ως προς τα βασικά τους στοιχεία, επαρκώς συνεπείς, ενώ η ιθαγένεια και η ταυτότητά του υποστηρίζονται και από το πρωτότυπο διαβατήριο που προσκόμισε.

Περαιτέρω, ο Αιτητής ανέφερε ότι διέμενε στην περιοχή Ngaliema της Κινσάσα και ότι, παρά την προσωρινή τετράμηνη παραμονή του στην πόλη Matadi, επέστρεψε στην Κινσάσα, όπου εξακολούθησε να διαμένει μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του. Από τα ενώπιόν μου στοιχεία δεν προκύπτει ουσιώδης λόγος αμφισβήτησης των δηλώσεών του ως προς τον τόπο συνήθους διαμονής του.

 

Κατά συνέπεια, ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός γίνεται αποδεκτός, με τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή την περιοχή Ngaliema της Κινσάσα.

 

3(β) Δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός

 

Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος αφορά τον επικαλούμενο φόβο δίωξης από συγγενικά πρόσωπα εξαιτίας κληρονομικής διαφοράς, έχοντας αξιολογήσει αυτοτελώς το σύνολο των δηλώσεων του Αιτητή, διαπιστώνω ουσιώδεις ασυνέπειες, αντιφάσεις και ελλείψεις πληροφοριών, οι οποίες πλήττουν την εσωτερική αξιοπιστία του αφηγήματός του.

 

Ειδικότερα, ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με την επικαλούμενη κληρονομική διαφορά, τη φύση των δικαιωμάτων του επί της περιουσίας, τις ενέργειες στις οποίες προέβη για τη διεκδίκησή της και την εξέλιξη της σχετικής αντιδικίας. Παρά το γεγονός ότι υποστήριξε πως η διαφορά είχε αρχίσει ήδη από το 2009 και ότι ο ίδιος είχε απευθυνθεί σε δικηγόρο για την επίλυσή της, οι αναφορές του περιορίστηκαν σε γενικές περιγραφές, χωρίς επαρκή εξειδίκευση των ουσιωδών περιστάσεων. Ωστόσο, δεν θεωρώ ότι η απουσία εγγράφων που να αποδεικνύουν την κυριότητα του ακινήτου ή η περιορισμένη γνώση του για τον δικηγόρο αρκούν, αυτοτελώς, για την απόρριψη του ισχυρισμού.

 

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδω στις διαφοροποιήσεις αναφορικά με τη φερόμενη σωματική επίθεση, η οποία αποτελεί κεντρικό περιστατικό του επικαλούμενου ιστορικού δίωξης. Ειδικότερα, ενώ κατά την αρχική του αίτηση ο Αιτητής ανέφερε ότι ένας από τους γιους της θείας του, συνοδευόμενος από άλλα πρόσωπα, του επιτέθηκε, κατά την προσωπική του συνέντευξη περιέγραψε επίθεση από ομάδα αγνώστων προσώπων, τα οποία έβλεπε για πρώτη φορά, χωρίς να αναγνωρίσει μεταξύ αυτών οποιονδήποτε συγγενή του. Περαιτέρω, ερωτηθείς εάν τα πρόσωπα αυτά είχαν μεταβεί ειδικά για να του επιτεθούν ή εάν επρόκειτο για εγκληματικά στοιχεία που διέρχονταν από την περιοχή, δήλωσε ότι δεν ήταν σε θέση να το προσδιορίσει, ενώ ανέφερε ότι προηγουμένως οι ίδιοι δράστες είχαν απειλήσει και άλλους παρευρισκόμενους.

 

Δεν παραγνωρίζω ότι, σύμφωνα με το αφήγημά του, οι δράστες φέρονται να τον προειδοποίησαν να εγκαταλείψει τη διεκδίκηση της κληρονομικής περιουσίας του πατέρα του, γεγονός το οποίο, εφόσον γινόταν αποδεκτό, θα μπορούσε να υποδεικνύει σύνδεση της επίθεσης με την οικογενειακή διαφορά. Ωστόσο, συνεκτιμώντας τις διαφοροποιήσεις ως προς την ταυτότητα των δραστών, την αδυναμία του Αιτητή να προσδιορίσει τις περιστάσεις και τον στοχευμένο χαρακτήρα της επίθεσης, καθώς και την απουσία επαρκών στοιχείων που να συνδέουν τα άγνωστα πρόσωπα με τη θεία του και τα παιδιά της, κρίνω ότι δεν παρέχεται επαρκής βάση για την αποδοχή του περιστατικού υπό τις επικαλούμενες συνθήκες και, ειδικότερα, της αποδιδόμενης σύνδεσής του με τα συγγενικά του πρόσωπα.

 

Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν παρέθεσε επαρκείς και ικανοποιητικές πληροφορίες ως προς τις απειλές που ισχυρίστηκε ότι δεχόταν από τη θεία του και τα παιδιά της. Περιορίστηκε σε γενικές αναφορές περί τηλεφωνικών επικοινωνιών και ηχητικών μηνυμάτων, χωρίς να προσδιορίσει με σαφήνεια τη συχνότητα, τον χρόνο και το ακριβές περιεχόμενό τους. Παράλληλα, ενώ ανέφερε ότι ενδεχομένως διατηρούσε σχετικό μήνυμα στο κινητό του τηλέφωνο, δεν προέκυψε από τα ενώπιόν μου στοιχεία οποιοδήποτε σχετικό αποδεικτικό υλικό. Η έλλειψη αυτή συνεκτιμάται με την περιορισμένη εξειδίκευση των δηλώσεών του.

 

Αναφορικά με τη φερόμενη νοσηλεία του μετά την επίθεση, ο Αιτητής δεν προσκόμισε οποιοδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό ή άλλο στοιχείο προς επιβεβαίωσή της. Παρότι η απουσία ιατρικών εγγράφων δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστική από μόνη της, εν προκειμένω δεν υφίστανται άλλα επαρκή στοιχεία που να επιτρέπουν την επιβεβαίωση του περιστατικού υπό τις συνθήκες που το περιέγραψε.

 

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδω, επιπροσθέτως, στις δηλώσεις του Αιτητή κατά την απόσυρση της αίτησής του στις 14.02.2024. Συγκεκριμένα, ενώ κατά την προσωπική του συνέντευξη επικαλέστηκε σοβαρό και εξακολουθητικό κίνδυνο κατά της ζωής του, κατά τη διαδικασία απόσυρσης δήλωσε ρητά ότι επιθυμούσε να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, ότι δεν θα αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα και ότι θα ήταν ασφαλής. Μάλιστα, ανέφερε ότι σκόπευε να επιστρέψει στην Κινσάσα και να εγκατασταθεί σε διαφορετική περιοχή, όπου κανείς δεν θα γνώριζε ότι είχε επιστρέψει.

 

Δεν παραγνωρίζω ότι, κατά το μεταγενέστερο αίτημα επανανοίγματος της αίτησής του στις 22.02.2024, ο Αιτητής υποστήριξε ότι η απόφαση απόσυρσης λήφθηκε υπό συνθήκες άγχους και πίεσης λόγω της κράτησής του στις Κεντρικές Φυλακές. Ωστόσο, η εξήγηση αυτή, αν και λαμβάνεται υπόψη, δεν αίρει επαρκώς τη διαφοροποίηση μεταξύ των δηλώσεών του ως προς την ύπαρξη πραγματικού κινδύνου κατά την επιστροφή. Ειδικότερα, δεν εξήγησε γιατί, πέραν της επιθυμίας απόσυρσης της αίτησής του, προέβη σε συγκεκριμένες και ανεπιφύλακτες δηλώσεις περί απουσίας κινδύνου και ασφάλειάς του στη χώρα καταγωγής του.

 

Οι δηλώσεις αυτές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία κατά τη συνολική αξιολόγηση της αξιοπιστίας του, καθότι αφορούν άμεσα την ύπαρξη και την εξακολούθηση του επικαλούμενου φόβου. Δεν τις αντιμετωπίζω ως αυτοτελή και αμάχητη απόδειξη απουσίας κινδύνου, αλλά ως πρόσθετο ουσιώδες στοιχείο, το οποίο συνεκτιμώ με τις λοιπές ασυνέπειες του αφηγήματός του.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, δεδομένης της σοβαρής έλλειψης εσωτερικής συνοχής που χαρακτηρίζει τον πυρήνα του αφηγήματος του Αιτητή, συνεπεία των ουσιωδών αντιφάσεων, ασυνεπειών και ελλείψεων που έχουν ανωτέρω διαπιστωθεί, δεν κρίνω αναγκαία την περαιτέρω διερεύνηση της εξωτερικής του αξιοπιστίας μέσω αναφοράς σε αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης σχετικά με τη χώρα καταγωγής.

 

Ειδικότερα, οι ουσιώδεις διαφοροποιήσεις ως προς την ταυτότητα των προσώπων που φέρονται να του επιτέθηκαν, η αδυναμία επαρκούς σύνδεσης της επικαλούμενης επίθεσης με τη θεία του και τα παιδιά της, η ελλιπής εξειδίκευση των φερόμενων απειλών και, κυρίως, οι μεταγενέστερες δηλώσεις του περί απουσίας οποιουδήποτε κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής, πλήττουν την αξιοπιστία του πυρήνα του αιτήματός του.

 

Περαιτέρω, τα επικαλούμενα περιστατικά αφορούν γεγονότα αμιγώς προσωπικού και οικογενειακού χαρακτήρα, των οποίων η πραγματοποίηση και η αποδιδόμενη σύνδεση με συγκεκριμένα συγγενικά πρόσωπα δεν μπορούν, υπό τις περιστάσεις, να διακριβωθούν μέσω γενικών πληροφοριών χώρας καταγωγής. Συνεπώς, η προσφυγή σε τέτοιες πηγές δεν θα μπορούσε να αναπληρώσει τις ουσιώδεις αδυναμίες του συγκεκριμένου αφηγήματος.

 

Επί τούτου, σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στο εγχειρίδιο της EUAA, Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System, δεύτερη έκδοση (2023), σελ. 169, ενότητα 4.8.4.3, σύμφωνα με τα οποία η αναφορά σε εξωτερικές πηγές ενδέχεται να μην είναι αναγκαία όταν η αρνητική κρίση περί αξιοπιστίας εδράζεται σε πρόδηλη έλλειψη εσωτερικής συνοχής ή σε ανεπαρκώς εξηγηθείσες αντιφάσεις και διαφοροποιήσεις ως προς τα ουσιώδη στοιχεία του αιτήματος.

 

Βλέπε σχετικώς και την απόφαση του Εφετείου στην FERDINAND EBELE EWELUKWA v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, ΕΔΔΔΠ αρ. 18/2023, ημερομηνίας 31.10.2024, στην οποία επικυρώθηκε η πρωτόδικη κρίση περί μη αναγκαιότητας περαιτέρω εξέτασης της εξωτερικής αξιοπιστίας υπό ανάλογες περιστάσεις.

 

Κατά συνέπεια, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή απορρίπτεται ως μη αξιόπιστος, χωρίς να απαιτείται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, περαιτέρω διερεύνηση της εξωτερικής του συνοχής.

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν συντρέχουν ούτε οι προϋποθέσεις παροχής του ευεργετήματος της αμφιβολίας, καθότι οι ουσιώδεις ασυνέπειες και οι ανεπαρκώς εξηγηθείσες διαφοροποιήσεις των δηλώσεων του Αιτητή δεν επιτρέπουν τη διαπίστωση της απαιτούμενης συνοχής και ευλογοφάνειας ως προς τον πυρήνα του αιτήματός του. Η κρίση αυτή δεν στηρίζεται στην απουσία εγγράφων ή άλλων αποδεικτικών μέσων αυτοτελώς, αλλά στη συνολική αξιολόγηση των δηλώσεών του και των λοιπών ενώπιόν μου στοιχείων.

 

Β.  Εξέταση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος

 

Έχοντας ολοκληρώσει την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ουσιωδών ισχυρισμών, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά, υπό το φως των πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής, θεμελιώνουν τις προϋποθέσεις αναγνώρισης του Αιτητή ως πρόσφυγα.

 

Ως προς το εφαρμοστέο νομοθετικό πλαίσιο, για τους λόγους που αναλύθηκαν στην απόφαση E.O.A. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 1003/2023, ημερ. 18.09.2026, και υιοθετούνται mutatis mutandis στην παρούσα, εφαρμοστέος ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις διεθνούς προστασίας είναι ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347. Κατά το άρθρο 3(5) αυτού, απαιτείται βάσιμος φόβος δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα.

 

Εν προκειμένω, έγιναν αποδεκτά η ιθαγένεια του Αιτητή από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, η τελευταία συνήθης διαμονή του στην περιοχή Ngaliema της Κινσάσα και τα βασικά στοιχεία του προσωπικού του προφίλ, περιλαμβανομένου του εκπαιδευτικού και επαγγελματικού του υποβάθρου. Αντιθέτως, δεν έγινε αποδεκτός ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός, ο οποίος αφορά τον επικαλούμενο φόβο δίωξης από συγγενικά του πρόσωπα λόγω κληρονομικής διαφοράς, περιλαμβανομένων των φερόμενων απειλών και της ισχυριζόμενης στοχευμένης σωματικής επίθεσης.

Η αρνητική κρίση επί της αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού δεν απαλλάσσει το Δικαστήριο από την αυτοτελή εξέταση του μελλοντικού κινδύνου. Το κρίσιμο είναι κατά πόσον, με βάση τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά και τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, προκύπτει εύλογη πιθανότητα να υποστεί δίωξη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.

 

Συναφώς, από τα αποδεκτά στοιχεία δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής υπήρξε στο παρελθόν θύμα πράξεων δίωξης ή ότι έχει στοχοποιηθεί από συγκεκριμένα πρόσωπα ή ομάδες. Ούτε εντοπίζονται επαρκείς εξατομικευμένες ενδείξεις ότι συγγενικά του πρόσωπα εξακολουθούν να τον αναζητούν ή διατηρούν πρόθεση να τον βλάψουν. Περαιτέρω, οι δηλώσεις του κατά την απόσυρση της αίτησής του, με τις οποίες εξέφρασε την πεποίθηση ότι μπορούσε να επιστρέψει με ασφάλεια στην Κινσάσα, συνεκτιμώνται με τα λοιπά στοιχεία, χωρίς να αποτελούν αυτοτελώς καθοριστικό λόγο αποκλεισμού του μελλοντικού κινδύνου.

 

Ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι υφίστατο κάποια οικογενειακή περιουσιακή διαφωνία, δεν προκύπτει ότι αυτή συνδέεται με οποιονδήποτε από τους περιοριστικά προβλεπόμενους λόγους δίωξης. Ειδικότερα, δεν διαπιστώνεται ότι ο Αιτητής στοχοποιήθηκε λόγω φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, ούτε προκύπτει σύνδεση τυχόν άρνησης κρατικής προστασίας με κάποιον από τους λόγους αυτούς, κατά την έννοια των άρθρων 9 και 10 του Κανονισμού.

 

Επιπλέον, από τα αποδεκτά στοιχεία του προσωπικού του προφίλ δεν προκύπτει οποιοδήποτε ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ή περίσταση που να τον εκθέτει, εξ αυτού του λόγου, σε εξατομικευμένο κίνδυνο δίωξης κατά την επιστροφή του στην περιοχή Ngaliema της Κινσάσα.

 

Κατά συνέπεια, από το σύνολο των αποδεκτών πραγματικών δεδομένων δεν θεμελιώνεται βάσιμος φόβος δίωξης για οποιονδήποτε από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3, σημείο 5, του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Δεν πληρούνται, επομένως, οι προϋποθέσεις αναγνώρισης του Αιτητή ως πρόσφυγα.

 

Γ. Εξέταση των προϋποθέσεων χορήγησης επικουρικής προστασίας

 

Κατόπιν της διαπίστωσης ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα, απομένει να εξεταστεί κατά πόσον πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως προσώπου που δικαιούται επικουρική προστασία, κατά την έννοια του άρθρου 3(6) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

 

Κατά την εν λόγω διάταξη, απαιτείται να καταδεικνύονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο αιτητής, εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά το άρθρο 15 και ότι δεν δύναται ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν επιθυμεί να υπαχθεί στην προστασία της χώρας αυτής.

 

Ως σοβαρή βλάβη νοούνται: (α) η θανατική ποινή ή εκτέλεση, (β) τα βασανιστήρια ή η απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία στη χώρα καταγωγής και (γ) η σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.

 

Ως προς τις περιπτώσεις (α) και (β), δεν προκύπτει από τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά ότι ο Αιτητής αντιμετωπίζει κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ ούτε προκύπτουν συγκεκριμένα στοιχεία που να θεμελιώνουν πραγματικό κίνδυνο να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση σε περίπτωση επιστροφής του στην περιοχή Ngaliema της Κινσάσα.

 

Επιπλέον, οι δηλώσεις του Αιτητή κατά την απόσυρση της αίτησής του, σύμφωνα με τις οποίες θεωρούσε ότι μπορούσε να επιστρέψει με ασφάλεια στη χώρα καταγωγής του και να εγκατασταθεί σε διαφορετική περιοχή της Κινσάσα, συνεκτιμώνται με τα λοιπά στοιχεία της υπόθεσης, χωρίς να αποτελούν αυτοτελώς καθοριστική ένδειξη απουσίας κινδύνου. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν θεμελιώνονται οι προϋποθέσεις του άρθρου 15(α) ή (β) του Κανονισμού.

 

Ως προς την ερμηνεία του 15(γ), επισημαίνεται ότι ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347 αποτυπώνει πλέον ρητώς στις αιτιολογικές του σκέψεις βασικές αρχές που είχαν διαμορφωθεί νομολογιακά υπό το προϊσχύσαν καθεστώς. Ειδικότερα, κατά την αιτιολογική σκέψη 50, η έννοια της αδιάκριτης βίας περιλαμβάνει βία η οποία δύναται να επεκταθεί σε πρόσωπα ανεξαρτήτως των προσωπικών τους περιστάσεων.

 

Περαιτέρω, κατά την αιτιολογική σκέψη 51, για τους σκοπούς της αξιολόγησης της σοβαρής βλάβης, ως εσωτερική ένοπλη σύγκρουση νοούνται καταστάσεις στις οποίες οι ένοπλες δυνάμεις τρίτης χώρας συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. Δεν απαιτείται η σύγκρουση να χαρακτηριστεί ως «ένοπλη σύγκρουση μη διεθνούς χαρακτήρα» κατά το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο ούτε απαιτείται, επιπλέον της αξιολόγησης του επιπέδου της βίας στην οικεία περιοχή, χωριστή εξέταση της έντασης των ένοπλων συγκρούσεων, του επιπέδου οργάνωσης των εμπλεκόμενων ενόπλων δυνάμεων ή της διάρκειας της σύγκρουσης.

 

Ιδιαίτερη σημασία έχει η αιτιολογική σκέψη 52, σύμφωνα με την οποία δεν απαιτείται από τον αιτητή να αποδείξει ότι αποτελεί ειδικό στόχο λόγω παραγόντων που αφορούν τις προσωπικές του περιστάσεις. Όσο, όμως, περισσότερο ο αιτητής αποδεικνύει ότι επηρεάζεται ειδικώς λόγω παραγόντων που συνδέονται με τις προσωπικές του περιστάσεις, τόσο χαμηλότερο είναι το απαιτούμενο επίπεδο αδιάκριτης βίας. Περαιτέρω, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η ύπαρξη σοβαρής και προσωπικής απειλής θεωρείται ότι στοιχειοθετείται όταν ο βαθμός αδιάκριτης βίας που χαρακτηρίζει την ένοπλη σύγκρουση είναι τόσο υψηλός ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι άμαχος ο οποίος επιστρέφει στη χώρα καταγωγής ή στο σχετικό τμήμα αυτής θα αντιμετωπίσει, λόγω και μόνο της παρουσίας του εκεί, πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

 

Οι ανωτέρω πρόνοιες αντανακλούν τη νομολογιακή προσέγγιση που είχε ήδη διαμορφώσει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως στις αποφάσεις Elgafaji, C-465/07, και CF και DN, C-901/19. Ειδικότερα, κατά την Elgafaji, όσο περισσότερο ο αιτητής δύναται να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω παραγόντων που αφορούν την προσωπική του κατάσταση, τόσο μικρότερος είναι ο βαθμός αδιάκριτης βίας που απαιτείται για τη θεμελίωση επικουρικής προστασίας. Αντιστρόφως, όταν δεν συντρέχουν τέτοιοι εξατομικευμένοι παράγοντες, απαιτείται η αδιάκριτη βία να έχει ανέλθει σε εξαιρετικά υψηλό επίπεδο, ώστε ο πραγματικός κίνδυνος να απορρέει από μόνη την παρουσία του αμάχου στην οικεία περιοχή.

 

Ως προς δε την αξιολόγηση του επιπέδου της αδιάκριτης βίας, εξακολουθούν να είναι συναφείς οι παράγοντες που προσδιορίστηκαν από το ΔΕΕ στην CF και DN, C-901/19, μεταξύ άλλων η ένταση των ένοπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκόμενων ενόπλων δυνάμεων, η διάρκεια της σύγκρουσης, η γεωγραφική έκταση της αδιάκριτης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής και οι εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων. Η αξιολόγηση δεν μπορεί, συνεπώς, να στηρίζεται αποκλειστικά στον αριθμό των καταγεγραμμένων θυμάτων, αλλά απαιτεί συνολική εκτίμηση όλων των περιστάσεων που χαρακτηρίζουν την κατάσταση στην οικεία περιοχή.

 

Στην υπό εξέταση περίπτωση, ως περιοχή αναφοράς λαμβάνεται η περιοχή Ngaliema της πόλης Κινσάσα, στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, η οποία προσδιορίστηκε ως ο τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή. Η αξιολόγηση του ενδεχόμενου κινδύνου κατά το άρθρο 15(γ) πρέπει, συνεπώς, να επικεντρωθεί στις συνθήκες ασφαλείας που επικρατούν στην Κινσάσα και ειδικότερα, στον βαθμό που υφίστανται διαθέσιμα στοιχεία, στην περιοχή Ngaliema, λαμβανομένων υπόψη τόσο των γενικών συνθηκών ασφαλείας όσο και των ατομικών περιστάσεων του Αιτητή.

 

Ως προς την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο επιστροφής του Αιτητή, από την έρευνα σε αξιόπιστες και επικαιροποιημένες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης προκύπτουν τα ακόλουθα:

 

Κατ' αρχάς, δεν παραγνωρίζεται η ιδιαίτερα σοβαρή κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, ιδίως στις ανατολικές επαρχίες της χώρας, όπου εξακολουθούν να καταγράφονται ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και ένοπλων ομάδων. Ειδικότερα, η ένοπλη ομάδα M23, με την υποστήριξη των δυνάμεων της Ρουάντας, κατέλαβε στις αρχές του 2025 τις πόλεις Goma και Bukavu, στις επαρχίες North Kivu και South Kivu αντίστοιχα, προκαλώντας σημαντικές απώλειες αμάχων και εκτεταμένο εκτοπισμό πληθυσμού.[2]

 

Σύμφωνα δε με την πλέον πρόσφατη έκθεση του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, ημερομηνίας 21.09.2026, η οποία καλύπτει την περίοδο από 20.06.2026 έως 18.09.2026, οι συγκρούσεις μεταξύ των ενόπλων δυνάμεων της ΛΔΚ και της AFC/M23 συνεχίστηκαν στις επαρχίες North Kivu και South Kivu, ενώ εξακολούθησαν να καταγράφονται σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και περιστατικά βίας κατά αμάχων.[3]

 

Ωστόσο, η κατάσταση που επικρατεί στις προαναφερθείσες ανατολικές επαρχίες δεν μπορεί να μεταφερθεί αυτομάτως στην αξιολόγηση του κινδύνου στην Κινσάσα, η οποία βρίσκεται σε διαφορετική γεωγραφική περιοχή της χώρας και αποτελεί τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή. Απαιτείται, συνεπώς, ειδική εξέταση της φύσης, της έντασης και της έκτασης των περιστατικών ασφαλείας που καταγράφονται στην πρωτεύουσα και, κατά το δυνατόν, στην περιοχή Ngaliema.

 

Ειδικότερα, ως προς την κατάσταση ασφαλείας στην Κινσάσα, σύμφωνα με την απάντηση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας για το Άσυλο (EUAA), ημερομηνίας 01.07.2025, με τίτλο Democratic Republic of the Congo: Security Situation in Kinshasa, η οποία καλύπτει την περίοδο Μαρτίου 2024 έως Ιουνίου 2025, και παραπέμπει, μεταξύ άλλων, στην έκθεση της βελγικής υπηρεσίας CEDOCA, ημερομηνίας 25.02.2025, κατά το 2024 καταγράφηκαν στην Κινσάσα σποραδικά περιστατικά ασφαλείας. Αυτά περιλάμβαναν διαδηλώσεις, απόπειρα πραξικοπήματος, απόπειρα μαζικής απόδρασης από τη φυλακή Makala και περιστατικά στην αγροτική περιοχή Maluku, συνδεόμενα με τη διακοινοτική σύγκρουση στη γειτονική επαρχία Mai-Ndombe.[4]

 

Στην ίδια έκθεση, με αναφορά σε στοιχεία του Γραφείου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών στη ΛΔΚ, η επαρχία της Κινσάσα χαρακτηρίζεται ως μη επηρεαζόμενη από ένοπλη σύγκρουση. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι, μετά την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας στις ανατολικές επαρχίες στις αρχές του 2025, πέραν των διαδηλώσεων εναντίον δυτικών πρεσβειών, δεν είχαν καταγραφεί σημαντικά περιστατικά ασφαλείας στην Κινσάσα. Οι διαπιστώσεις αυτές αφορούν, βεβαίως, την περίοδο αναφοράς της έκθεσης και συνεκτιμώνται με τις μεταγενέστερες εξελίξεις.[5]

 

Πράγματι, στις 28.01.2025 πραγματοποιήθηκαν στην Κινσάσα βίαιες διαδηλώσεις ως αντίδραση στην προέλαση της M23 στις ανατολικές επαρχίες, κατά τη διάρκεια των οποίων διαδηλωτές επιτέθηκαν σε εγκαταστάσεις ξένων πρεσβειών, προκαλώντας καταστροφές. Τα περιστατικά αυτά καταδεικνύουν ότι η ένοπλη σύγκρουση στα ανατολικά δύναται να προκαλεί πολιτική ένταση και επεισόδια βίας στην πρωτεύουσα, χωρίς όμως να τεκμηριώνουν ότι οι ίδιες ένοπλες εχθροπραξίες έχουν επεκταθεί στην Κινσάσα.[6]

 

Περαιτέρω, από νεότερες πληροφορίες προκύπτει ότι και κατά το 2026 καταγράφηκαν περιστατικά πολιτικής βίας και αναταραχής στην Κινσάσα. Ειδικότερα, σύμφωνα με δημοσίευμα της Human Rights Watch, ημερομηνίας 09.07.2026, κατά τη διάρκεια διαδήλωσης που πραγματοποιήθηκε στις 12.06.2026 εναντίον προτεινόμενων συνταγματικών τροποποιήσεων, οι δυνάμεις ασφαλείας προέβησαν σε χρήση υπέρμετρης βίας κατά διαδηλωτών, χρησιμοποιώντας δακρυγόνα και ρόπαλα, ενώ δεν παρείχαν επαρκή προστασία έναντι επιθέσεων από πρόσωπα συνδεόμενα με το κυβερνών κόμμα.[7]

 

Επιπλέον, στις 15.09.2026 πραγματοποιήθηκαν εκ νέου διαδηλώσεις της αντιπολίτευσης εναντίον των προτεινόμενων συνταγματικών αλλαγών. Σύμφωνα με την ACLED, οι διαδηλώσεις αυτές συνοδεύτηκαν από επεισόδια βίας, ενώ στην Κινσάσα πρόσωπα φερόμενα ως μέλη ομάδας συνδεόμενης με το κυβερνών κόμμα επιτέθηκαν σε διαδηλωτές, προκαλώντας τον τραυματισμό δεκάδων προσώπων. Καταγράφηκε, επίσης, ισχυρισμός αντιπολιτευόμενου κόμματος περί θανάτου ενός υποστηρικτή του συνεπεία των τραυματισμών του.[8]

 

Συναφώς, στην έκθεση του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών της 21.09.2026 επιβεβαιώνεται η πραγματοποίηση των διαδηλώσεων της 15.09.2026, καθώς και η διατύπωση καταγγελιών εκ μέρους της αντιπολίτευσης κατά της αστυνομίας και μελών της ομάδας Forces du Progrès για επιθέσεις εναντίον διαδηλωτών σε ορισμένες περιοχές της Κινσάσα.[9] Περαιτέρω, σύμφωνα με ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στις 21.09.2026, ο Υπουργός Δικαιοσύνης της ΛΔΚ διέταξε τη διεξαγωγή δικαστικής έρευνας αναφορικά με τα περιστατικά βίας, τους τραυματισμούς, τις καταστροφές, τις καταγγελίες περί θανάτων και τις συλλήψεις που σημειώθηκαν κατά τις διαδηλώσεις.[10]

Τα προαναφερθέντα περιστατικά καταδεικνύουν ότι στην Κινσάσα υφίσταται πολιτική ένταση και εκδηλώνονται περιστατικά βίαιων διαδηλώσεων, επιθέσεων κατά πολιτικών αντιπάλων και καταστολής από τις δυνάμεις ασφαλείας. Ωστόσο, αξιολογούμενα ως προς τη φύση, τις περιστάσεις και τους εμπλεκόμενους φορείς, δεν αποτελούν αφ' εαυτών εκδηλώσεις γενικευμένης ένοπλης σύγκρουσης, ούτε αποδεικνύουν ότι ο άμαχος πληθυσμός της Κινσάσα εκτίθεται σε αδιάκριτη βία υπό την ειδική έννοια του άρθρου 15(γ) του Κανονισμού.

 

Ειδικότερα, ως προς την περιοχή Ngaliema, η οποία αποτελεί τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, από νεότερες πηγές πληροφόρησης προκύπτει ότι κατά το 2026 καταγράφηκαν μεμονωμένα περιστατικά ένοπλης εγκληματικότητας και τοπικής πολιτικής αναταραχής, καθώς και αστυνομικές επιχειρήσεις για την αντιμετώπιση της αστικής εγκληματικότητας.[11],[12],[13] Τα περιστατικά αυτά, παρά τη σοβαρότητά τους, δεν καταδεικνύουν την ύπαρξη ένοπλης σύρραξης στην περιοχή ούτε τεκμηριώνουν επίπεδο αδιάκριτης βίας στο πλαίσιο τέτοιας σύρραξης, κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

 

Ως προς τα πλέον πρόσφατα διαθέσιμα ποσοτικά δεδομένα, σύμφωνα με τα στοιχεία της πλατφόρμας ACLED Explorer που παρατέθηκαν για το τελευταίο έτος, με τελευταία ενημέρωση την 27.08.2026, στην Κινσάσα καταγράφηκαν 60 περιστατικά πολιτικής βίας και 39 θάνατοι.[14] Επισημαίνεται ότι ο πληθυσμός της Κινσάσα με βάση την εκτίμηση του 2004 υπολογίζεται σε 7,273,947 κατοίκους[15]. Τα αριθμητικά δεδομένα συνεκτιμώνται με τη φύση και τη γεωγραφική κατανομή των περιστατικών, καθώς και με το μεγάλο μέγεθος του πληθυσμού της πόλης. Δεν αρκούν μόνα τους για την κρίση περί κινδύνου. Ειδικότερα, δεν προκύπτει από τα παρατεθέντα δεδομένα ότι όλοι οι καταγεγραμμένοι θάνατοι αφορούσαν αμάχους ή ότι όλα τα περιστατικά αποτελούσαν εκδηλώσεις αδιάκριτης βίας στο πλαίσιο ένοπλης σύρραξης.

 

Τα ανωτέρω ποσοτικά δεδομένα συνεκτιμώνται με τη φύση των καταγεγραμμένων περιστατικών, τους εμπλεκόμενους φορείς, τη γεωγραφική κατανομή και την ένταση της βίας. Επισημαίνεται ότι η κατηγορία της πολιτικής βίας κατά τη μεθοδολογία της ACLED δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με περιστατικά αδιάκριτης βίας στο πλαίσιο ένοπλης σύρραξης, ενώ ούτε από τον συνολικό αριθμό των θανάτων μπορεί να συναχθεί ότι όλα τα θύματα ήταν άμαχοι. Η αξιολόγηση πραγματοποιείται, συνεπώς, συνολικά και όχι αποκλειστικά βάσει αριθμητικών δεδομένων.

 

Περαιτέρω, από την έκθεση του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών της 21.09.2026 προκύπτει ότι, κατά την περίοδο αναφοράς, το 86% των καταγεγραμμένων παραβιάσεων και καταχρήσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε εθνικό επίπεδο εντοπίστηκε στις επαρχίες Ituri, North Kivu και South Kivu.[16] Το στοιχείο αυτό, χωρίς να αναιρεί τη σοβαρότητα των περιστατικών που καταγράφονται σε άλλες περιοχές, επιβεβαιώνει τη γεωγραφική συγκέντρωση του κύριου όγκου των σχετικών παραβιάσεων στις ανατολικές επαρχίες της χώρας.

 

Συνεκτιμώντας το σύνολο των ανωτέρω πληροφοριών, διαπιστώνω ότι, παρά την ύπαρξη περιστατικών πολιτικής βίας, εγκληματικότητας και κοινωνικής αναταραχής στην Κινσάσα, δεν προκύπτει από τα διαθέσιμα στοιχεία ότι στην περιοχή Ngaliema επικρατεί κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Τα καταγεγραμμένα περιστατικά χαρακτηρίζονται κυρίως από εγκληματικές ενέργειες, πολιτικές αντιπαραθέσεις, βίαιες διαδηλώσεις και περιστατικά καταστολής, χωρίς να διαπιστώνεται η ύπαρξη ένοπλων εχθροπραξιών μεταξύ οργανωμένων ενόπλων δυνάμεων ή ομάδων στην περιοχή επιστροφής του Αιτητή.

Περαιτέρω, ακόμη και ανεξαρτήτως της ανωτέρω διαπίστωσης, από τη συνολική εκτίμηση της φύσης, της έντασης, της συχνότητας και της γεωγραφικής έκτασης των περιστατικών δεν προκύπτει ότι η αδιάκριτη βία στην Κινσάσα έχει ανέλθει σε τόσο εξαιρετικά υψηλό επίπεδο ώστε ένας άμαχος να αντιμετωπίζει, λόγω και μόνο της παρουσίας του εκεί, πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται η εξαιρετική περίπτωση που περιγράφεται στην αιτιολογική σκέψη 52 του Κανονισμού και στη νομολογία Elgafaji.

 

Ως προς τις ατομικές περιστάσεις του Αιτητή, λαμβάνω υπόψη ότι πρόκειται για ενήλικο άνδρα, με ολοκληρωμένη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, πρόσθετη επαγγελματική κατάρτιση στην ηλεκτρολογία και στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και προηγούμενη εργασιακή εμπειρία ως αυτοεργοδοτούμενος ηλεκτρολόγος. Περαιτέρω, διαθέτει οικογενειακούς δεσμούς στην Κινσάσα, όπου, σύμφωνα με τις δηλώσεις του, διαμένουν μέλη της οικογένειάς του, ενώ γνωρίζει τις τοπικές συνθήκες και ομιλεί τις γλώσσες που χρησιμοποιούνται στην περιοχή.

 

Δεν προκύπτουν από τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά ιδιαίτεροι παράγοντες ευαλωτότητας, προηγούμενης στοχοποίησης ή άλλες εξατομικευμένες περιστάσεις που να αυξάνουν ειδικώς την πιθανότητα έκθεσής του σε αδιάκριτη βία. Ειδικότερα, ο επικαλούμενος φόβος δίωξης από συγγενικά του πρόσωπα λόγω κληρονομικής διαφοράς δεν έγινε αποδεκτός ως αξιόπιστος, ενώ δεν προέκυψαν άλλα στοιχεία που να διαφοροποιούν ουσιωδώς την προσωπική του κατάσταση έναντι του γενικού άμαχου πληθυσμού της περιοχής επιστροφής.

 

Κατά συνέπεια, ακόμη και υπό το πρίσμα της εξατομικευμένης αξιολόγησης που επιβάλλεται από την αιτιολογική σκέψη 52 του Κανονισμού και τη νομολογία του ΔΕΕ, δεν διαπιστώνω ότι συντρέχουν ιδιαίτερες προσωπικές περιστάσεις οι οποίες, σε συνδυασμό με το υφιστάμενο επίπεδο βίας στην Κινσάσα, να θεμελιώνουν πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του Αιτητή.

 

Καταληκτικά, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των διαθέσιμων και επικαιροποιημένων πληροφοριών χώρας καταγωγής, τις συνθήκες ασφαλείας στην περιοχή Ngaliema της Κινσάσα, τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά και το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, κρίνω ότι δεν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.

 

Ως εκ τούτου, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 15(γ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 και, συνακόλουθα, ο Αιτητής δεν δικαιούται επικουρική προστασία.

 

IV. ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των όσων αναπτύχθηκαν ανωτέρω και κατόπιν πλήρους και ex nunc εξέτασης των πραγματικών και νομικών ζητημάτων της υπόθεσης, καταλήγω ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για την αναγνώρισή του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.

 

Από τη συνεκτίμηση των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών, υπό το φως των διαθέσιμων και επικαιροποιημένων πληροφοριών χώρας καταγωγής, δεν καταδείχθηκε βάσιμος φόβος δίωξης για οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους λόγους του άρθρου 3, σημείο 5, του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

 

Περαιτέρω, δεν καταδείχθηκαν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ και ειδικότερα στην περιοχή Ngaliema της Κινσάσα, η οποία αποτελεί τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 15 του ίδιου Κανονισμού.

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται ως προς την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή για διεθνή προστασία, με έξοδα €1000 υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.

 

 

Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU v Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 01.02.201

[2] United Nations Security Council, Resolution 2773 (2025), 21.02.2025, ιδίως παρ. 1, σχετικά με την κατάληψη των Goma και Bukavu από την M23, https://mandates.un.org/mandate/S/RES/2773(2025).

[3] United Nations Security Council, United Nations Organization Stabilization Mission in the Democratic Republic of the Congo, Report of the Secretary-General, S/2026/748, 21.09.2026, περίοδος αναφοράς 20.06.2026–18.09.2026, ιδίως σύνοψη και παρ. 5, 10–19, https://www.ecoi.net/en/file/local/2145399/n2622604.pdf.

 

[4] EUAA, Country of Origin Information Query Response: Democratic Republic of the Congo – Security Situation in Kinshasa, 01.07.2025, σελ. 3–5, με παραπομπές στην CEDOCA, République Démocratique du Congo: Situation sécuritaire, 25.02.2025, https://www.ecoi.net/en/file/local/2126819/2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q13_DRC_Security_Situation_Kinshasa.pdf.

[5] Ο.π.

[6] Ο.π.

[7] Human Rights Watch, DR Congo: Crackdown on Protesters, 09.07.2026, https://www.hrw.org/news/2026/07/09/dr-congo-crackdown-on-protesters.

[8] ACLED, Why does DR Congo's president want to change the constitution — and can the opposition stop him?, 23.09.2026, https://acleddata.com/expert-comment/why-does-dr-congos-president-want-change-constitution-and-can-opposition-stop-him.

[9] United Nations Security Council, United Nations Organization Stabilization Mission in the Democratic Republic of the Congo, Report of the Secretary-General, S/2026/748, 21.09.2026, περίοδος αναφοράς 20.06.2026–18.09.2026, ιδίως σύνοψη και παρ. 5, 10–19, https://www.ecoi.net/en/file/local/2145399/n2622604.pdf.

[10] Agence Congolaise de Presse, Manifestations du 15 septembre: une enquête judiciaire ordonnée sur des allégations de violences, 21.09.2026, https://acp.cd/affaire-judiciare-et-droits-humains/manifestations-du-15-septembre-une-enquete-judiciaire-ordonnee-sur-des-allegations-de-violences/.

[11] Radio Okapi, Des hommes blessés et des femmes violées dans une attaque armée à Ngaliema, à Kinshasa, 27.05.2026, https://www.radiookapi.net/2026/05/27/actualite/securite/des-hommes-blesses-et-des-femmes-violees-dans-une-attaque-armee.

[12] Agence Congolaise de Presse, Kinshasa: plus de 50 présumés bandits urbains appréhendés à Ngaliema, 15.07.2026, https://acp.cd/urbain/kinshasa-plus-de-50-presumes-bandits-urbains-apprehendes-a-ngaliema/.

[13] Agence Congolaise de Presse, Kinshasa: le ministre des Droits humains déplore les incidents du quartier Camp Luka, 07.08.2026, https://acp.cd/affaire-judiciare-et-droits-humains/kinshasa-le-ministre-des-droits-humains-deplore-les-incidents-du-quartier-camp-luka-2/

[14] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: DRC, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 04/09/2026)

[15] City Population, DRC: Kinshasa, https://citypopulation.de/en/drcongo/cities/?cityid=1860 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 04/09/2026)

[16] United Nations Security Council, United Nations Organization Stabilization Mission in the Democratic Republic of the Congo, Report of the Secretary-General, S/2026/748, 21.09.2026, περίοδος αναφοράς 20.06.2026–18.09.2026, ιδίως σύνοψη και παρ. 5, 10–19, https://www.ecoi.net/en/file/local/2145399/n2622604.pdf.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο