G.A.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργού Εσωτερικών, Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 2823/2024, 30/10/2026
print
Τίτλος:
G.A.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργού Εσωτερικών, Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 2823/2024, 30/10/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.:  2823/2024

30 Οκτωβρίου, 2026

[Ε. ΡΗΓΑ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

G.A.M.

από Καμερούν

                                                                Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω

Υπουργού Εσωτερικών, Υπηρεσίας Ασύλου

                                                        Καθ' ων η Αίτηση

 

Δικηγόροι για Αιτητή: Ρ. Μάρκου (κα) για Έλενα Μαλά & Συνεργάτες ΔΕΠΕ

Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: Χ. Καστάνας για Κ. Χρυσοστόμου (κα)  

Αιτητής παρών κατά την ακρόαση

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.:  Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 27.05.2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).

 

Ι. Πραγματικό και διαδικαστικό ιστορικό

 

Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την Ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου ο οποίος κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).

 

Ο Αιτητής είναι υπήκοος του Καμερούν και κάτοχος διαβατηρίου της χώρας καταγωγής του. Στις 16.03.2023, κατόπιν της παράτυπης εισόδου του στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχές, υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 24.05.2024, ο Αιτητής υποβλήθηκε σε προσωπική συνέντευξη ενώπιον αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο οποίος, στις 27.05.2024, συνέταξε σχετική Έκθεση-Εισήγηση, εισηγούμενος την απόρριψη της αίτησής του. Η εν λόγω εισήγηση εγκρίθηκε αυθημερόν από τον ασκούντα καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Ακολούθως, στις 02.07.2024, επιδόθηκε στον Αιτητή επιστολή της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία του γνωστοποιήθηκε η απορριπτική απόφαση επί της αίτησής του, συνοδευόμενη από τη σχετική αιτιολογία. Ο Αιτητής παρέλαβε την εν λόγω επιστολή αυθημερόν, υπογράφοντας ιδιοχείρως προς επιβεβαίωση της παραλαβής της. Την εν λόγω απόφαση αμφισβητεί ο Αιτητής με την υπό κρίση προσφυγή.

 

ΙΙ. Θέσεις των διαδίκων

 

Ο Αιτητής, μέσω των συνηγόρων του προέβαλε στα πλαίσια τόσο του εισαγωγικού δικογράφου της διαδικασίας όσο και της γραπτής του αγόρευσης πλείονες λόγους ακυρώσεως, τους οποίους ωστόσο απέσυρε κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων και περιορίστηκε μόνο στην προώθηση ισχυρισμού περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας. 

 

Από την πλευρά τους, οι Καθ΄ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης υποστηρίζοντας ότι οι λόγοι ακύρωσης όπως προβάλλονται από τον Αιτητή στην προσφυγή του είναι αόριστοι, ασαφείς και ως εκ τούτου δεν μπορούν να εξεταστούν. Οι Καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή, νόμιμη, σύμφωνη με τις διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής ενάσκησης των εξουσιών που παρέχει ο Νόμος και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης καθώς και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Οι Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ακόμη ότι έγινε πλήρης και δέουσα έρευνα πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και ότι ο αρμόδιος λειτουργός εξέτασε διεξοδικά τους προβαλλόμενους στην αίτηση διεθνούς προστασίας ισχυρισμούς καθώς και όσα ο Αιτητής ανέφερε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του.

 

ΙΙΙ. Αξιολόγηση Δικαστηρίου

 

Α. Αξιολόγηση των ουσιωδών ισχυρισμών και των προβαλλόμενων πλημμελειών

 

Αναφορικά με τους εναπομείναντες λόγους ακυρώσεως, παρατηρώ ότι αυτοί προωθούνται με γενικότητα και αοριστία χωρίς οποιαδήποτε εξειδίκευση σε συνάρτηση με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης του Αιτητή.[1] Τούτο δε, αντίθετα με τα όσα επιτάσσει ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962.[2] Έχει πλειστάκις λεχθεί και από το παρόν Δικαστήριο, με παραπομπή στη σχετική επί του θέματος νομολογία ότι τα επίδικα θέματα στοιχειοθετούνται και προσδιορίζονται από τη δικογραφία[3], ενώ ξεκάθαρη είναι η απαίτηση για αιτιολόγηση των νομικών σημείων της αίτησης ακυρώσεως, ούτως ώστε αυτά να μπορούν να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο.[4] Δεν αρκεί συνεπώς η γενικόλογη και αόριστη επιχειρηματολογία περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, χωρίς ταυτόχρονα την εξειδίκευση και αναφορά στα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης και στη βάση ποιας συγκεκριμένης επιχειρηματολογίας προωθούνται οι συγκεκριμένοι λόγοι ακυρώσεως. Η έννοια του Κανονισμού 7 είναι η οριοθέτηση με λεπτομέρεια, (αυτή είναι η έννοια της λέξης «πλήρως»), ούτως ώστε τα επίδικα θέματα να περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, με τους διαδίκους να γνωρίζουν με ακρίβεια το λόγο που προωθείται η νομική εισήγηση, αλλά και το Δικαστήριο να ασχολείται μόνο με συγκεκριμένα ζητήματα και όχι με γενικότητες και αοριστολογίες.

 

Εν πάση περιπτώσει ενόψει και της υποχρέωσης που έχει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο τόσο της νομιμότητας, όσο και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν[5], θα προχωρήσω να εξετάσω τον ισχυρισμό αυτόν -παρά την γενικότητα με την οποία προωθείται- σε συνάρτηση και με την ουσία της υπόθεσης αυτής.

 

Επισημαίνεται ότι, το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση.[6]

 

1. Οι δηλώσεις του Αιτητή

 

Ειδικότερα, παρατηρώ ότι, κατά την υποβολή της αίτησής του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω απειλών κατά της ζωής του τόσο από τους αυτονομιστές Ambazonians όσο και από τον στρατό. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, είχε προηγουμένως συλληφθεί από τους Ambazonians, οι οποίοι τον κράτησαν για χρονικό διάστημα μίας εβδομάδας. Μετά την απελευθέρωσή του, ο στρατός επιτέθηκε στον καταυλισμό όπου βρίσκονταν οι Ambazonians, γεγονός που τους οδήγησε στην πεποίθηση ότι ο ίδιος είχε αποκαλύψει στις στρατιωτικές αρχές την τοποθεσία τους. Ως εκ τούτου, ο Αιτητής αναγκάστηκε να διαφύγει, φοβούμενος για τη ζωή του. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι, εξαιτίας των εν λόγω γεγονότων, οι Ambazonians ξυλοκόπησαν τον αδελφό του μέχρι θανάτου. Καταληκτικά, ανέφερε ότι η θεία του ανέλαβε να διευθετήσει τη μετάβασή του στην Κύπρο, προκειμένου να τον προστατεύσει από τον κίνδυνο που αντιμετώπιζε στη χώρα καταγωγής του.

 

Ακολούθως, κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, στις 24.05.2024, ο Αιτητής ανέφερε ότι γεννήθηκε στο Tiko της νοτιοδυτικής περιοχής του Καμερούν και ότι, πριν εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, διέμενε στο χωριό Bafut της περιφέρειας Bamenda, στη βορειοδυτική περιοχή. Δήλωσε ότι ζούσε εκεί καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του μαζί με τη μητέρα του, αναφέροντας ότι ο πατέρας του απεβίωσε το 2015. Ερωτηθείς, ωστόσο, εάν είχε διαμείνει σε άλλη περιοχή της χώρας, ανέφερε ότι είχε ζήσει στη Limbe, όπου εργαζόταν στον κατασκευαστικό τομέα επί εννέα έτη.

 

Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι έχει τη μητέρα του, έναν αδελφό και μία αδελφή και ότι τα μέλη της οικογένειάς του διαμένουν στο Bafut, διατηρώντας επικοινωνία μαζί του. Αναφορικά με το μορφωτικό και επαγγελματικό του υπόβαθρο, ανέφερε ότι ολοκλήρωσε τη λυκειακή εκπαίδευση, ομιλεί αγγλικά και εργάστηκε στη Limbe επί εννέα έτη στον κατασκευαστικό τομέα, καθώς και επί εννέα έτη στον γεωργικό τομέα, χωρίς να έχει εργαστεί αλλού.

 

Σε σχέση με το ταξίδι του, ο Αιτητής δήλωσε ότι αναχώρησε από το Καμερούν χρησιμοποιώντας το διαβατήριό του και, μέσω Κωνσταντινούπολης, μετέβη στις κατεχόμενες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αφού παρέμεινε εκεί για δύο έως τρεις ημέρες, εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. Ανέφερε ότι δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την έξοδό του από τη χώρα του και ότι δεν επέστρεψε έκτοτε σε αυτήν. Πρόσθεσε ότι το ταξίδι του χρηματοδοτήθηκε από θεία του, η οποία πώλησε έκταση γης για τον σκοπό αυτό. Σε σχετική ερώτηση κατά το αρχικό στάδιο της συνέντευξης, απάντησε ότι δεν είχε ποτέ συλληφθεί ή κρατηθεί στο Καμερούν για οποιονδήποτε λόγο.

 

Ως προς τους λόγους που τον οδήγησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι, τον Δεκέμβριο του 2022, μετέβη μαζί με τον αδελφό του σε κτήμα για να συλλέξουν τροφή. Εκεί εμφανίστηκαν μέλη των Ambazonians, τα οποία τους υπέδειξαν ότι απαγορευόταν να εργάζονται τη Δευτέρα, λόγω της επιβαλλόμενης «πόλης-φάντασμα» («ghost town»). Ακολούθως, τους μετέφεραν σε άγνωστη για τον ίδιο τοποθεσία και, αφού εξασφάλισαν τα στοιχεία επικοινωνίας της μητέρας τους, απαίτησαν από αυτήν την καταβολή ποσού αντίστοιχου των €3.000 ως πρόστιμο για την παραβίαση της απαγόρευσης. Σύμφωνα με τον Αιτητή, η μητέρα του κατέβαλε το απαιτούμενο ποσό και οι ίδιοι αφέθηκαν ελεύθεροι.

 

Εξειδικεύοντας τις περιστάσεις του περιστατικού, ο Αιτητής το τοποθέτησε χρονικά στις 26.12.2022 και ανέφερε ότι μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδο των Ambazonians στο δάσος, όπου κρατήθηκαν επί τέσσερις ημέρες. Δήλωσε ότι παρέμεινε μαζί με τον αδελφό του καθ’ όλη τη διάρκεια της κράτησής τους και ότι δεν υπήρχαν άλλοι κρατούμενοι. Ως προς τη μεταχείρισή τους, ανέφερε ότι τους παρείχαν τροφή και ότι δεν αντιμετώπισαν άλλο πρόβλημα, καθώς οι απαγωγείς τους ενδιαφέρονταν μόνο για τα χρήματα. Διευκρίνισε ότι η μητέρα του εξασφάλισε το ποσό πωλώντας έκταση γης και ότι, κατά την απελευθέρωσή τους, οι Ambazonians τούς προειδοποίησαν να μην αποκαλύψουν σε κανέναν την τοποθεσία του στρατοπέδου.

 

Ο Αιτητής υποστήριξε ότι, μετά την απελευθέρωσή τους, μετέβησαν μαζί με τον αδελφό του στην πόλη Bamenda, όπου υπήρχε η οικία τους, και παρέμειναν για μία εβδομάδα. Στο μεταξύ, ο στρατός επιτέθηκε στο στρατόπεδο των Ambazonians, οι οποίοι θεώρησαν ότι οι ίδιοι είχαν αποκαλύψει την τοποθεσία του. Κατά την αρχική αφήγησή του, λίγες ημέρες μετά την επίθεση, μέλη των Ambazonians μετέβησαν στο χωριό και τους αναζητούσαν, γεγονός για το οποίο ενημερώθηκαν από τη μητέρα τους και το οποίο τους ώθησε να αναχωρήσουν για τη Limbe.

 

Κατά τις διευκρινιστικές ερωτήσεις, ο Αιτητής αναφέρθηκε αρχικά σε επίσκεψη των Ambazonians στην οικία τους στην Bamenda, ενώ ο ίδιος και ο αδελφός του βρίσκονταν στην πόλη. Ακολούθως, ερωτηθείς ειδικότερα για την αναζήτησή τους στο χωριό, τοποθέτησε το περιστατικό στις 02.01.2023 και δήλωσε ότι στην οικία βρίσκονταν μόνο η μητέρα και η αδελφή του. Ανέφερε ότι η μητέρα του τούς ενημέρωσε τηλεφωνικώς και ότι οι Ambazonians είχαν πει απλώς πως τους αναζητούσαν. Στην ερώτηση πώς γνώριζε ότι η αναζήτησή τους συνδεόταν με την επίθεση στο στρατόπεδο, περιορίστηκε σε καταφατική απάντηση, χωρίς να παραθέσει περαιτέρω εξήγηση. Ερωτηθείς, επίσης, γιατί εγκατέλειψε την Bamenda, εφόσον τον αναζητούσαν στο χωριό, απάντησε ότι οι Ambazonians βρίσκονταν παντού.

 

Σε σχέση με τη στρατιωτική επίθεση, ο Αιτητής ανέφερε ότι ενδεχομένως ο στρατός σχεδίαζε ήδη να πλήξει την περιοχή και ότι η επίθεση έτυχε να πραγματοποιηθεί μετά την απαγωγή τους. Διευκρίνισε, πάντως, ότι ο στρατός δεν γνώριζε οτιδήποτε για τον ίδιο ή τον αδελφό του.

 

Αναφορικά με τα γεγονότα στη Limbe, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι μετέβησαν εκεί μαζί με τον αδελφό του και αναζητούσαν εργασία. Ανέφερε ότι ο ίδιος παρέμεινε στην πόλη για έναν μήνα και εργάστηκε κατά το διάστημα αυτό. Υποστήριξε ότι, κάποια ημέρα, εντοπίστηκε στον δρόμο το πτώμα του αδελφού του, ο οποίος είχε ξυλοκοπηθεί μέχρι θανάτου. Αρχικά απέδωσε τον θάνατό του στους Ambazonians, αναφέροντας ότι είχαν στείλει άτομα για να τον σκοτώσουν. Ερωτηθείς, ωστόσο, περαιτέρω, διευκρίνισε ότι δεν ήταν βέβαιος για την ταυτότητα των δραστών και ότι η πεποίθησή του στηριζόταν στο ότι οι Ambazonians προβαίνουν σε τέτοιες πράξεις. Τοποθέτησε τον θάνατο του αδελφού του τον Ιανουάριο του 2023 και ανέφερε ότι πληροφορήθηκε την ύπαρξη του πτώματος από άτομα της περιοχής. Σε ερώτηση γιατί στοχοποιήθηκε ο αδελφός του και όχι ο ίδιος, απάντησε ότι βρίσκονταν μαζί με φίλους, χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση. Πρόσθεσε ότι, μετά τον θάνατο του αδελφού του, η θεία του αναζήτησε τρόπο να διευθετήσει την αναχώρησή του από το Καμερούν.

 

Ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι τα ανωτέρω αποτελούσαν τους μοναδικούς λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και δήλωσε ότι δεν συνέβη οποιοδήποτε άλλο περιστατικό στον ίδιο μέχρι την αναχώρησή του ούτε στην οικογένειά του. Ερωτηθείς για την παρούσα κατάσταση, υπό το φως της επικοινωνίας του με τη μητέρα του, ανέφερε ότι η κατάσταση με τους Ambazonians παρέμενε η ίδια, διευκρινίζοντας, ωστόσο, ότι πλέον δεν τον αναζητούσαν.

 

Ως προς τον φόβο του σε περίπτωση επιστροφής, ο Αιτητής δήλωσε ότι ενδέχεται να έχει την ίδια τύχη με τον αδελφό του. Απέκλεισε τη δυνατότητα ασφαλούς διαμονής του σε άλλη περιοχή του Καμερούν, περιλαμβανομένης της Yaoundé, υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχει ασφαλές μέρος στη χώρα. Ανέφερε, πάντως, ότι οι αρχές της χώρας του θα του επέτρεπαν να επιστρέψει.

 

2. Η αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση

 

Κατά την αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή, ο Λειτουργός διέκρινε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορούσε την ταυτότητα, τα προσωπικά στοιχεία, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του Αιτητή και ο δεύτερος τον ισχυριζόμενο φόβο του ότι οι Ambazonians θα τον σκοτώσουν. Αποδεκτός έγινε μόνο ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός, καθώς κρίθηκε ότι στοιχειοθετούνταν η εσωτερική και η εξωτερική αξιοπιστία του.

 

Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ο Λειτουργός κατέγραψε ότι ο Αιτητής απέδωσε τον φόβο του στην απαγωγή του ιδίου και του αδελφού του από τους Ambazonians, στις 26.12.2022, λόγω παραβίασης της απαγόρευσης εργασίας κατά τις Δευτέρες. Σύμφωνα με την αφήγησή του, κρατήθηκαν επί τέσσερις ημέρες σε στρατόπεδο στο δάσος και απελευθερώθηκαν αφού η μητέρα τους κατέβαλε ποσό αντίστοιχο των €3.000, το οποίο εξασφάλισε πωλώντας έκταση γης. Μετά την απελευθέρωσή τους, ο στρατός επιτέθηκε στο στρατόπεδο και οι Ambazonians, θεωρώντας ότι τα δύο αδέλφια είχαν αποκαλύψει την τοποθεσία του, τους αναζήτησαν στο χωριό τους στις 02.01.2023. Ο Αιτητής και ο αδελφός του, οι οποίοι βρίσκονταν τότε στην Bamenda, ενημερώθηκαν τηλεφωνικώς από τη μητέρα τους και μετέβησαν στη Limbe, όπου, κατά τους ισχυρισμούς του, δολοφονήθηκε αργότερα ο αδελφός του.

Κατά την εξέταση της εσωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού, ο Λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν παρέθεσε επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες για τις συνθήκες της τετραήμερης κράτησής του, περιοριζόμενος να αναφέρει ότι δεν υπήρχαν άλλοι κρατούμενοι, ότι τους παρείχαν τροφή και ότι η μεταχείρισή τους ήταν καλή, καθώς οι απαγωγείς τους ενδιαφέρονταν αποκλειστικά για την καταβολή των χρημάτων. Περαιτέρω, έκρινε ότι δεν εξήγησε ικανοποιητικά για ποιον λόγο εγκατέλειψε την Bamenda, εφόσον οι Ambazonians τον αναζητούσαν στο χωριό του. Η απάντησή του ότι αυτοί βρίσκονταν παντού αξιολογήθηκε ως αόριστη, δεδομένου ότι δεν επικαλέστηκε άλλη σχετική πληροφόρηση πέραν της τηλεφωνικής ενημέρωσης από τη μητέρα του.

 

Ως προς τον θάνατο του αδελφού του, ο Λειτουργός επισήμανε ότι η απόδοσή του στους Ambazonians στηριζόταν σε εικασίες. Ειδικότερα, ο Αιτητής παραδέχθηκε ότι δεν ήταν βέβαιος για την ταυτότητα των δραστών, αποδίδοντας την πράξη στους Ambazonians επειδή, κατά την αντίληψή του, προβαίνουν σε τέτοιες ενέργειες. Επισημάνθηκε, επίσης, ότι τοποθέτησε τον θάνατο τον Ιανουάριο του 2023, χωρίς να προσδιορίσει συγκεκριμένη ημερομηνία. Συνεκτιμήθηκαν, τέλος, οι δηλώσεις του ότι, μετά τον θάνατο του αδελφού του, δεν σημειώθηκε άλλο περιστατικό απειλητικό για τη ζωή του, ότι η οικογένειά του δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε άλλο περιστατικό μετά την αναχώρησή του και ότι οι Ambazonians δεν τον αναζητούσαν πλέον. Στη βάση των ανωτέρω, ο Λειτουργός κατέληξε ότι οι δηλώσεις του δεν ήταν πειστικές, λόγω απουσίας επαρκών και συγκεκριμένων πληροφοριών επί ζητημάτων που αφορούσαν τον πυρήνα του αιτήματός του.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ο Λειτουργός ανέφερε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή αποτελούσαν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του συγκεκριμένου ισχυρισμού και έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν εύλογοι λόγοι για περαιτέρω ανάλυσή τους μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Καταλήγοντας, θεώρησε ότι, λόγω της διαπιστωθείσας έλλειψης συνοχής και ικανοποιητικών λεπτομερειών, δεν στοιχειοθετούνταν η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού περί φόβου δίωξης από τους Ambazonians και, ως εκ τούτου, τον απέρριψε ως αναξιόπιστο.

 

Ακολούθως, ο Λειτουργός προχώρησε σε αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στο Καμερούν, στη βάση του αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού σχετικά με την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά του στοιχεία. Στο πλαίσιο αυτό, προσδιόρισε ως περιοχή επιστροφής το Bafut, στην περιοχή Bamenda της βορειοδυτικής περιφέρειας, και παρέθεσε πληροφορίες από εξωτερικές πηγές σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στο Καμερούν και την κρίση στις αγγλόφωνες περιοχές του. Στο καταληκτικό μέρος της αξιολόγησης κινδύνου, ο Λειτουργός διατύπωσε τη θέση ότι συντρέχουν εύλογοι λόγοι να θεωρηθεί ότι ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στο Bafut της βορειοδυτικής περιφέρειας, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, παραπέμποντας, ωστόσο, στην κατάσταση ασφαλείας της νοτιοδυτικής περιφέρειας.

 

Κατά τη νομική ανάλυση που ακολούθησε, ο Λειτουργός κατέληξε ότι ο Αιτητής δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα ούτε τις προϋποθέσεις χορήγησης συμπληρωματικής προστασίας. Ειδικότερα, ως προς την αδιάκριτη βία, έκρινε, στη βάση πληροφοριών για τη βορειοδυτική περιφέρεια, ότι η έντασή της δεν ήταν τόσο υψηλή ώστε ένας άμαχος να αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης απλώς και μόνο λόγω της παρουσίας του στην περιοχή. Έκρινε, περαιτέρω, ότι ούτε οι προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή στοιχειοθετούσαν ιδιαίτερο κίνδυνο λόγω της αδιακρίτως ασκούμενης βίας. Στη βάση των ανωτέρω, εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας τόσο ως προς το προσφυγικό καθεστώς όσο και ως προς τη συμπληρωματική προστασία.

 

3. Η δικαστική αξιολόγηση της αξιοπιστίας

 

Αξιολογώντας τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί και έχοντας υπόψη το περιεχόμενο της Έκθεσης/Εισήγησης και τις δηλώσεις του Αιτητή κατά τη διοικητική διαδικασία, κρίνω ότι η διάκριση στην οποία προέβη η Υπηρεσία Ασύλου μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία της εξέτασης. Χρειάζεται, εντούτοις, να διευκρινιστεί ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός, όπως διατυπώθηκε, περιλαμβάνει τόσο συγκεκριμένα παρελθόντα περιστατικά όσο και την εκτίμηση του Αιτητή για τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει στο μέλλον. Η αξιοπιστία των περιστατικών αυτών πρέπει να εξεταστεί διακριτά από τη θεμελίωση του μελλοντικού φόβου, χωρίς η αδυναμία αποδοχής μίας επιμέρους πτυχής να συνεπάγεται αυτομάτως την απόρριψη του συνόλου της αφήγησης.

 

Αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, αποδέχομαι ότι ο Αιτητής είναι αγγλόφωνος υπήκοος του Καμερούν, γεννηθείς στο Tiko της Νοτιοδυτικής Περιφέρειας, με τόπο ανατροφής και οικογενειακής εγκατάστασης το Bafut της Βορειοδυτικής Περιφέρειας. Αποδέχομαι, επίσης, ότι έχει ολοκληρώσει τη λυκειακή εκπαίδευση και ότι διαθέτει επαγγελματική εμπειρία στον κατασκευαστικό και στον γεωργικό τομέα.

 

Ως προς το ιστορικό διαμονής του, ο Αιτητής προσδιόρισε το Bafut της Βορειοδυτικής Περιφέρειας ως τον τόπο στον οποίο διέμενε πριν εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, αναφέροντας ότι είχε ζήσει εκεί καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του μαζί με τη μητέρα του. Ερωτηθείς εάν είχε διαμείνει οπουδήποτε αλλού στο Καμερούν, αναφέρθηκε στη Limbe, όπου εργαζόταν στον κατασκευαστικό τομέα επί εννέα έτη, χωρίς να προσδιορίσει τη σχετική χρονική περίοδο. Κατά την αφήγηση των γεγονότων που προηγήθηκαν της αναχώρησής του, ανέφερε ότι, μετά την απελευθέρωσή του και την παραμονή του στην Bamenda για μία εβδομάδα, μετέβη μαζί με τον αδελφό του στη Limbe, όπου παρέμεινε και εργάστηκε για περίπου έναν μήνα.

 

Συνεκτιμώντας τις δηλώσεις αυτές, προσδιορίζω ως τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του το Bafut, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τη ρητή υπόδειξή του ως τόπου διαμονής πριν από την αναχώρηση και τη διατήρηση της οικογενειακής του εγκατάστασης εκεί. Η τελευταία, σύντομη παραμονή του στη Limbe, μετά τα επικαλούμενα περιστατικά, αξιολογείται ως προσωρινή μετακίνηση, καθώς δεν προκύπτει σταθερή μεταφορά του κέντρου διαβίωσής του στην πόλη αυτή. Η προηγούμενη επαγγελματική του παρουσία στη Limbe συνεκτιμάται ως στοιχείο δεσμών με την πόλη, χωρίς, βάσει των διαθέσιμων στοιχείων, να μεταβάλλει την ανωτέρω κρίση. Ως περιοχή αναφοράς για την αξιολόγηση του κινδύνου επιστροφής λαμβάνεται, συνεπώς, το Bafut της Βορειοδυτικής Περιφέρειας.

 

Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ο Αιτητής ανέφερε ότι στις 26.12.2022 απήχθη μαζί με τον αδελφό του από μέλη των Ambazonians, επειδή εργάζονταν σε κτήμα κατά παράβαση της απαγόρευσης εργασίας κατά τις Δευτέρες. Υποστήριξε ότι κρατήθηκαν επί τέσσερις ημέρες σε στρατόπεδο στο δάσος και απελευθερώθηκαν αφού η μητέρα τους κατέβαλε ποσό αντίστοιχο των €3.000, πωλώντας έκταση γης. Κατά την εκδοχή του, μετά την απελευθέρωσή τους ακολούθησε στρατιωτική επίθεση στο στρατόπεδο, την οποία οι Ambazonians απέδωσαν σε πληροφορίες που είχαν παράσχει τα δύο αδέλφια στον στρατό, με αποτέλεσμα να τους αναζητήσουν και, μεταγενέστερα, να σκοτώσουν τον αδελφό του στη Limbe.

 

Από το πρακτικό της συνέντευξης προκύπτει ότι ο Αιτητής κλήθηκε να αναπτύξει την αφήγησή του και να απαντήσει σε επιμέρους ερωτήσεις για την απαγωγή, την κράτηση, την απελευθέρωση, την αναζήτησή του και τον θάνατο του αδελφού του. Μολονότι παρέθεσε ορισμένα συγκεκριμένα στοιχεία ως προς την αρχική απαγωγή, οι απαντήσεις του δεν προσέδωσαν αντίστοιχη σαφήνεια στην προβαλλόμενη εξέλιξη των γεγονότων και, ιδίως, στη σύνδεσή τους με προσωπική στοχοποίησή του.

 

Ως προς την κράτηση, ανέφερε ότι παρέμεινε μαζί με τον αδελφό του, ότι δεν υπήρχαν άλλοι κρατούμενοι και ότι τους παρείχαν τροφή, καθώς οι απαγωγείς ενδιαφέρονταν για την καταβολή χρημάτων. Οι απαντήσεις αυτές, αν και συνοπτικές, ανταποκρίνονται στις σχετικές ερωτήσεις. Δεν στηρίζω, επομένως, την αρνητική αξιολόγηση αποκλειστικά στην περιορισμένη περιγραφή των συνθηκών κράτησης ούτε στην απουσία αναφοράς σε κακομεταχείριση. Το κρίσιμο ζήτημα είναι κατά πόσον θεμελιώνεται η μεταγενέστερη εκδοχή ότι οι Ambazonians τον θεωρούσαν πληροφοριοδότη του στρατού και επιδίωκαν να τον σκοτώσουν.

 

Επί του τελευταίου αυτού ζητήματος, ο Αιτητής δεν παρέθεσε επαρκή στοιχεία. Ειδικότερα, ανέφερε ότι η μητέρα του τον ενημέρωσε τηλεφωνικώς για επίσκεψη των Ambazonians στην οικογενειακή οικία στις 02.01.2023. Ερωτηθείς τι ακριβώς είπαν, απάντησε ότι δήλωσαν απλώς πως αναζητούσαν τον ίδιο και τον αδελφό του. Όταν, στη συνέχεια, κλήθηκε να εξηγήσει πώς γνώριζε ότι η αναζήτηση συνδεόταν με τη στρατιωτική επίθεση στο στρατόπεδο, περιορίστηκε σε καταφατική απάντηση, χωρίς να προσδιορίσει οποιαδήποτε σχετική δήλωση ή πληροφορία.

 

Συνεπώς, παρά τη συγκεκριμένη ερώτηση που του υποβλήθηκε, δεν αποσαφηνίστηκε η βάση του ισχυρισμού ότι οι Ambazonians τού απέδιδαν συνεργασία με τον στρατό. Η χρονική διαδοχή των περιστατικών μπορεί να εξηγεί την υποψία του, δεν αρκεί, όμως, για να προσδώσει στην εκτίμησή του επαρκή πραγματική θεμελίωση. Ο ίδιος διευκρίνισε, άλλωστε, ότι ο στρατός δεν γνώριζε οτιδήποτε για τα δύο αδέλφια και απέδωσε τη χρονική συγκυρία της επίθεσης σε ενδεχόμενο προϋπάρχον στρατιωτικό σχεδιασμό. Η τελευταία αυτή δήλωση δεν αποκλείει την απόδοση υποψιών από τους Ambazonians, αλλά ούτε επιβεβαιώνει ότι τέτοιες υποψίες πράγματι εκδηλώθηκαν.

 

Περαιτέρω, η γενική αναφορά ότι οι Ambazonians «πηγαίνουν παντού» δεν συνοδεύτηκε από συγκεκριμένη πληροφορία ότι τον αναζήτησαν στην Bamenda ή ότι τον εντόπισαν στη Limbe. Δεν θεωρώ ανεξήγητη την απομάκρυνσή του από την ευρύτερη περιοχή μετά την ενημέρωση της μητέρας του. Διαπιστώνω, ωστόσο, ότι η απόφαση αυτή και ο φόβος που ενδεχομένως την προκάλεσε δεν τεκμηριώνουν αφ’ εαυτών την έκταση ή τη συνέχιση της προβαλλόμενης αναζήτησης.

 

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδω στις απαντήσεις του αναφορικά με τον θάνατο του αδελφού του, τον οποίο παρουσίασε ως την καθοριστική εξέλιξη που οδήγησε στην αναχώρησή του. Ενώ αρχικά υποστήριξε ότι οι Ambazonians έστειλαν πρόσωπα για να σκοτώσουν τον αδελφό του, κατά τις διευκρινιστικές ερωτήσεις ανέφερε ότι βρέθηκε το πτώμα του στον δρόμο και ότι υπέθεταν πως υπεύθυνοι ήταν οι Ambazonians. Ερωτηθείς ευθέως εάν ήταν βέβαιος για την ταυτότητα των δραστών, απάντησε αρνητικά. Όταν κλήθηκε εκ νέου να εξηγήσει γιατί απέδιδε τη δολοφονία σε αυτούς, περιορίστηκε να αναφέρει ότι προβαίνουν σε τέτοιες πράξεις.

 

Οι απαντήσεις αυτές καταδεικνύουν ότι η αρχική κατηγορηματική απόδοση της δολοφονίας στους Ambazonians δεν στηριζόταν σε συγκεκριμένη γνώση. Παρά τις διαδοχικές ερωτήσεις, δεν προέκυψε πληροφορία από προσωπική αντίληψη ή από τρίτο πρόσωπο που να συνδέει τον θάνατο με τους συγκεκριμένους ενόπλους, με την προηγούμενη απαγωγή ή με υποψία συνεργασίας με τον στρατό. Η αναφορά σε συζητήσεις ατόμων της περιοχής για την ύπαρξη πτώματος στον δρόμο αφορά τον εντοπισμό του νεκρού και δεν παρέχει έρεισμα ως προς την ταυτότητα ή τα κίνητρα των δραστών.

 

Δεν παραγνωρίζω ότι ο Αιτητής δεν ήταν αναγκαίο να έχει προσωπική αντίληψη της δολοφονίας για να επικαλεστεί το περιστατικό. Εντούτοις, η γενική αναφορά στη βίαιη δράση των Ambazonians δεν αρκεί για να θεμελιώσει τη συγκεκριμένη απόδοση ευθύνης. Ούτε η αδυναμία προσδιορισμού της ακριβούς ημερομηνίας θανάτου αποτελεί το αποφασιστικό στοιχείο της κρίσης μου. Εκείνο που αποδυναμώνει ουσιωδώς την αφήγησή του είναι ότι, ενώ παρουσίασε τον θάνατο ως αποτέλεσμα της ίδιας στοχοποίησης που φέρεται να αντιμετώπιζε και ο ίδιος, δεν κατόρθωσε να εξηγήσει τη μεταξύ τους σύνδεση.

 

Ως προς το ίδιο το γεγονός του θανάτου, ακόμη και εάν γίνει δεκτό ότι ο αδελφός του Αιτητή βρέθηκε νεκρός υπό τις περιγραφόμενες συνθήκες, το περιστατικό αυτό δεν αρκεί για να θεμελιώσει συνεχιζόμενη στοχοποίηση του Αιτητή, εφόσον δεν προέκυψε η σύνδεσή του με τους Ambazonians ή με την αποδιδόμενη συνεργασία με τον στρατό.

 

Ως προς τις αποκλίσεις σχετικά με τη διάρκεια της κράτησης, την αρχική αρνητική απάντηση περί προηγούμενης σύλληψης ή κράτησης και την αναφορά σε έναν αδελφό κατά την περιγραφή της οικογένειάς του, σημειώνω ότι δεν προκύπτει από το πρακτικό πως τέθηκαν ειδικά ενώπιόν του προς εξήγηση. Δεν στηρίζω, συνεπώς, την αρνητική κατάληξη στις αποκλίσεις αυτές. Η κρίση μου ερείδεται πρωτίστως στις απαντήσεις που έδωσε στις στοχευμένες ερωτήσεις για την αποδιδόμενη συνεργασία με τον στρατό και για τη σύνδεση του θανάτου του αδελφού του με τους Ambazonians.

 

Κατόπιν συνολικής αξιολόγησης, δεν αποδέχομαι τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό κατά το μέρος που αφορά την προσωπική στοχοποίηση του Αιτητή από τους Ambazonians ως φερόμενου πληροφοριοδότη του στρατού και τη δολοφονία του αδελφού του στο πλαίσιο της ίδιας στοχοποίησης. Παρά τη δυνατότητα που του παρασχέθηκε να αναπτύξει τις κρίσιμες αυτές πτυχές, οι απαντήσεις του παρέμειναν χωρίς επαρκή συγκεκριμένη βάση και στηρίχθηκαν κυρίως σε προσωπικές εκτιμήσεις. Η παράθεση ορισμένων στοιχείων για την προηγούμενη απαγωγή δεν αίρει τα ουσιώδη αυτά ελλείμματα ούτε αρκεί για την αποδοχή της προβαλλόμενης αλληλουχίας στοχευμένων ενεργειών σε βάρος του. Ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται, συνεπώς, ως προς τις ανωτέρω εξατομικευμένες πτυχές του.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, εξετάζω κατά πόσον τα περιστατικά που περιέγραψε ο Αιτητής συνάδουν με τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη δράση των ενόπλων αυτονομιστικών ομάδων στις αγγλόφωνες περιφέρειες του Καμερούν κατά την περίοδο στην οποία αναφέρεται η αφήγησή του.

 

Ειδικότερα, στην έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών για τα ανθρώπινα δικαιώματα στο Καμερούν κατά το έτος 2022 καταγράφεται ότι ένοπλοι αυτονομιστές προέβαιναν σε απαγωγές προσώπων λόγω μη συμμόρφωσής τους με τα επιβαλλόμενα περιοριστικά μέτρα. Καταγράφεται, επίσης, η πρακτική των εβδομαδιαίων αποκλεισμών, γνωστών ως «ghost towns», κατά τους οποίους απαιτούσαν την αναστολή δραστηριοτήτων και την παραμονή των κατοίκων στις οικίες τους. Οι πληροφορίες αυτές παρέχουν έρεισμα στο γενικό πλαίσιο της αναφοράς του Αιτητή ότι η εργασία του σε κτήμα εκλήφθηκε ως παραβίαση απαγόρευσης επιβληθείσας από τους Ambazonians.[7]

 

Περαιτέρω, η Human Rights Watch, σε δημοσίευσή της ημερομηνίας 27.06.2022, καταγράφει απαγωγές αμάχων από ένοπλους αυτονομιστές, μεταφορά τους σε στρατόπεδα και απελευθέρωση κατόπιν καταβολής λύτρων. Μεταξύ άλλων, αναφέρεται σε απαγωγή δικηγόρου από την οικία του στην Bamenda τον Ιανουάριο του 2022 και απελευθέρωσή του μετά την καταβολή χρημάτων, καθώς και σε απαγωγή εκπαιδευτικών, οι οποίοι οδηγήθηκαν σε στρατόπεδο και απελευθερώθηκαν κατόπιν καταβολής λύτρων. Συνεπώς, η περιγραφόμενη από τον Αιτητή πρακτική της απαγωγής με σκοπό την εξασφάλιση χρημάτων είναι συμβατή με καταγεγραμμένες ενέργειες αυτονομιστικών ομάδων κατά το κρίσιμο έτος.[8]

 

Ως προς την προβαλλόμενη στοχοποίησή του λόγω υποτιθέμενης συνεργασίας με τον στρατό, η απάντηση της EUAA σε ερώτημα πληροφοριών χώρας καταγωγής, ημερομηνίας 11.10.2023, η οποία καλύπτει την περίοδο Ιανουαρίου–Σεπτεμβρίου 2023, αναφέρει ότι ένοπλοι αυτονομιστές στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές Περιφέρειες στοχοποιούσαν, μεταξύ άλλων, πρόσωπα τα οποία υποπτεύονταν ότι συνεργάζονταν με τις δυνάμεις ασφαλείας ή δεν συμμορφώνονταν με τις εντολές τους. Καταγράφονται, επίσης, δολοφονίες, απαγωγές και βασανιστήρια αμάχων. Η συγκεκριμένη πληροφορία καθιστά τη μορφή της επικαλούμενης στοχοποίησης γενικώς συμβατή με το πλαίσιο της σύγκρουσης.[9]

 

Οι ανωτέρω πληροφορίες ενισχύουν, επομένως, τη γενική ευλογοφάνεια επιμέρους στοιχείων της αφήγησης. Δεν επιβεβαιώνουν, ωστόσο, ότι ο συγκεκριμένος Αιτητής θεωρήθηκε πληροφοριοδότης του στρατού ή ότι ο θάνατος του αδελφού του προκλήθηκε από τους Ambazonians στο πλαίσιο της ίδιας στοχοποίησης. Αντίστοιχα, η απουσία ατομικής επιβεβαίωσης δεν χρησιμοποιείται ως αυτοτελής λόγος απόρριψης των περιστατικών.

 

Συνεκτιμώντας τα ανωτέρω με την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας, αποδίδω στις εξωτερικές πηγές θετικό βάρος ως προς τη συμβατότητα της αναφερόμενης απαγωγής και απαίτησης λύτρων με καταγεγραμμένες πρακτικές. Η συμβατότητα αυτή δεν αίρει, όμως, τα συγκεκριμένα ελλείμματα ως προς τη βάση γνώσης του Αιτητή για την αποδιδόμενη σε αυτόν συνεργασία με τον στρατό και την ταυτότητα των δραστών της δολοφονίας του αδελφού του. Η γενική καταγραφή παρόμοιων ενεργειών δεν αρκεί για να θεμελιώσει τις συγκεκριμένες συνδέσεις που ο ίδιος επιχειρεί μεταξύ των περιστατικών.

 

Ως προς το αυτοτελές περιστατικό της απαγωγής και κράτησης, συνεκτιμώντας τις συγκεκριμένες απαντήσεις του Αιτητή για τον χρόνο, την αιτία, τη διάρκεια και τον τρόπο απελευθέρωσής του, καθώς και τη συμβατότητα της περιγραφόμενης πρακτικής με τις πληροφορίες χώρας καταγωγής, αποδέχομαι ότι ο ίδιος και ο αδελφός του απήχθησαν από μέλη των Ambazonians και κρατήθηκαν για ορισμένες ημέρες, μέχρι την καταβολή χρημάτων από τη μητέρα τους. Η αποδοχή του περιστατικού αυτού δεν εκτείνεται, ωστόσο, στον μεταγενέστερο ισχυρισμό ότι θεωρήθηκαν πληροφοριοδότες του στρατού ούτε στη σύνδεση του θανάτου του αδελφού του με τέτοια κατηγορία, για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί.

 

Κατά συνέπεια, κατόπιν συνολικής συνεκτίμησης των δηλώσεών του και των πληροφοριών χώρας καταγωγής, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν γίνεται αποδεκτός κατά το μέρος που αφορά την προσωπική στοχοποίησή του ως φερόμενου πληροφοριοδότη του στρατού και τη δολοφονία του αδελφού του ως εκδήλωση της ίδιας στοχοποίησης. Η κατάληξη αυτή ερείδεται στις προαναφερθείσες αδυναμίες της εξατομικευμένης αφήγησης και όχι σε ασυμβατότητά της με το γενικό πλαίσιο της χώρας καταγωγής.

 

Β.  Εξέταση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος

 

Έχοντας ολοκληρώσει την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση του κατά πόσον, στη βάση των πραγματικών περιστατικών που έγιναν αποδεκτά και υπό το φως των επικαιροποιημένων πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής, πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την αναγνώρισή του ως πρόσφυγα.

 

Ως προς το εφαρμοστέο νομοθετικό πλαίσιο, επισημαίνεται ότι, για τους λόγους που αναλύθηκαν εκτενώς στην απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου E.O.A. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 1003/2023, ημερ. 18.09.2026, και οι οποίοι υιοθετούνται mutatis mutandis και στην παρούσα υπόθεση, ως προς την εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων για την αναγνώριση του Αιτητή ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας εφαρμοστέος είναι ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347, ο οποίος εφαρμόζεται από τις 12.06.2026 και αντικατέστησε, ως προς τα ζητήματα που ρυθμίζει, την Οδηγία 2011/95/ΕΕ.

 

Χωρίς να κρίνεται αναγκαία η εκ νέου παράθεση της εκτενούς ανάλυσης που περιλαμβάνεται στην ανωτέρω απόφαση ως προς την εφαρμογή του νέου κανονιστικού πλαισίου, αρκεί για τους σκοπούς της παρούσας να επισημανθεί ότι η εξέταση από το Δικαστήριο, κατά τον χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης, του κατά πόσον ο Αιτητής πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα διενεργείται βάσει των σχετικών διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3(5) του Κανονισμού, η ιδιότητα του πρόσφυγα προϋποθέτει βάσιμο φόβο δίωξης συνδεόμενο με λόγους φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα. Κατά το άρθρο 9(3), απαιτείται σύνδεση μεταξύ ενός από τους προβλεπόμενους λόγους και των πράξεων δίωξης ή της απουσίας προστασίας έναντι αυτών. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 10(2), δεν απαιτείται ο Αιτητής να διαθέτει πράγματι το σχετικό χαρακτηριστικό, εφόσον αυτό του αποδίδεται από τον φορέα της δίωξης.

 

Στην παρούσα υπόθεση έγιναν αποδεκτά η ταυτότητα και η καμερουνέζικη ιθαγένεια του Αιτητή, το αγγλόφωνο προφίλ του, η ανατροφή και οικογενειακή εγκατάστασή του στο Bafut της Βορειοδυτικής Περιφέρειας, καθώς και η προηγούμενη διαμονή και επαγγελματική δραστηριότητά του στη Limbe της Νοτιοδυτικής Περιφέρειας. Έγινε, επίσης, αποδεκτό ότι τον Δεκέμβριο του 2022 απήχθη μαζί με τον αδελφό του από μέλη των Ambazonians, επειδή εργάζονταν κατά παράβαση επιβαλλόμενης απαγόρευσης, και κρατήθηκαν για ορισμένες ημέρες μέχρι την καταβολή χρημάτων από τη μητέρα τους. Δεν έγιναν, αντιθέτως, αποδεκτοί οι ισχυρισμοί ότι οι Ambazonians τού απέδωσαν συνεργασία με τον στρατό και ότι η δολοφονία του αδελφού του αποτέλεσε εκδήλωση της ίδιας στοχοποίησης.

 

Η αποδεκτή απαγωγή και κράτηση συνιστά σοβαρή προσβολή της προσωπικής ελευθερίας του Αιτητή. Το γεγονός ότι δεν περιέγραψε πρόσθετη σωματική κακοποίηση δεν αναιρεί τη σοβαρότητα της στέρησης της ελευθερίας του και της εξάρτησης της απελευθέρωσής του από την καταβολή χρημάτων. Η σοβαρότητα, ωστόσο, της πράξης πρέπει να διακρίνεται από το αυτοτελές ζήτημα της σύνδεσής της με έναν από τους λόγους που θεμελιώνουν προσφυγικό καθεστώς.

 

Συναφώς, εξετάζω ειδικότερα κατά πόσον η παραβίαση της απαγόρευσης εργασίας εκλήφθηκε από τους Ambazonians ως εκδήλωση αντίθεσης προς τους ίδιους ή τον αυτονομιστικό τους σκοπό και οδήγησε στην απόδοση πολιτικής πεποίθησης στον Αιτητή. Η πολιτική διάσταση των επιβαλλόμενων αποκλεισμών δεν επιτρέπει να χαρακτηριστεί εκ προοιμίου κάθε σχετικό περιστατικό ως πράξη αποκλειστικά οικονομικού χαρακτήρα. Αντίστοιχα, η απαίτηση χρημάτων δεν αποκλείει τη συνύπαρξη πολιτικού κινήτρου. Απαιτείται, επομένως, εξέταση των συγκεκριμένων περιστάσεων υπό τις οποίες εκδηλώθηκε η βία.

 

Εν προκειμένω, σύμφωνα με τις δηλώσεις του Αιτητή, οι απαγωγείς τού υπέδειξαν ότι δεν επιτρεπόταν να εργάζεται κατά τη συγκεκριμένη ημέρα και απαίτησαν χρήματα για την απελευθέρωση των δύο αδελφών. Δεν προκύπτει ότι κατά την κράτησή τους τούς κατηγόρησαν για υποστήριξη της κυβέρνησης, αντίθεση στον αυτονομιστικό σκοπό ή άλλη πολιτική τοποθέτηση. Ο Αιτητής ανέφερε, αντιθέτως, ότι ενδιαφέρονταν για την καταβολή των χρημάτων και ότι, μετά την εξασφάλισή τους, τους απελευθέρωσαν. Η προειδοποίηση να μην αποκαλύψουν την τοποθεσία του στρατοπέδου δεν αρκεί, χωρίς άλλο στοιχείο, για να συναχθεί ότι του αποδόθηκε ήδη τότε συγκεκριμένη πολιτική πεποίθηση.

 

Συνεπώς, από τις περιστάσεις της αποδεκτής απαγωγής προκύπτει επιβολή απαγόρευσης μέσω καταναγκασμού και απαίτησης χρημάτων, χωρίς να θεμελιώνεται επαρκώς ότι ο Αιτητής επιλέχθηκε ή αντιμετωπίστηκε ως πολιτικός αντίπαλος ή ως πρόσωπο με άλλο προστατευόμενο χαρακτηριστικό. Η μεταγενέστερη εκδοχή περί απόδοσης σε αυτόν της ιδιότητας πληροφοριοδότη του στρατού, η οποία θα μπορούσε να είναι συναφής με αποδιδόμενη πολιτική πεποίθηση, εξετάστηκε αυτοτελώς και δεν έγινε αποδεκτή για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί.

 

Λαμβάνω, επίσης, υπόψη το άρθρο 4(4) του Κανονισμού, κατά το οποίο προηγούμενη δίωξη ή σοβαρή βλάβη αποτελεί σοβαρή ένδειξη βάσιμου φόβου ή πραγματικού κινδύνου επανάληψής της, εκτός εάν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρηθεί ότι δεν θα επαναληφθεί. Η αποδεκτή απαγωγή δεν παραγνωρίζεται, επομένως, κατά την προοπτική εξέταση του αιτήματος. Η διάταξη αυτή, όμως, δεν υποκαθιστά την απαιτούμενη, για την αναγνώριση προσφυγικού καθεστώτος, σύνδεση με προστατευόμενο λόγο. Ακόμη και το ενδεχόμενο επανάληψης παρόμοιας βλάβης απαιτεί να εξεταστεί ως προς τη φύση και τα κίνητρά του.

 

Ως προς την αγγλόφωνη ταυτότητα και την καταγωγή του, συνεκτιμώ ότι οι πληροφορίες χώρας καταγωγής καταγράφουν συνεχιζόμενη ανασφάλεια, επιθέσεις, απαγωγές και επιβαλλόμενους αποκλεισμούς στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές Περιφέρειες. Το UNFPA επιβεβαιώνει τη συνέχιση τέτοιων πρακτικών και κατά τον Αύγουστο του 2026. Οι πληροφορίες αυτές καταδεικνύουν τη σοβαρότητα του γενικού πλαισίου, δεν θεμελιώνουν, όμως, από μόνες τους ότι κάθε αγγλόφωνος κάτοικος των περιοχών αυτών αντιμετωπίζει δίωξη λόγω της γλωσσικής του ταυτότητας ή αποδιδόμενων πολιτικών πεποιθήσεων.[10]

 

Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν προέκυψε πολιτική δραστηριότητα του Αιτητή, απόδοση αυτονομιστικής δράσης σε αυτόν από τις κρατικές αρχές ή άλλο αποδεκτό στοιχείο που να συνδέει ενδεχόμενη μελλοντική βλάβη με προστατευόμενο λόγο. Η απουσία πολιτικής δραστηριότητας δεν είναι από μόνη της καθοριστική, αφού αρκεί και η απόδοση σχετικής πεποίθησης. Τέτοια απόδοση, όμως, δεν θεμελιώθηκε εν προκειμένω. Ούτε προκύπτει ότι ενδεχόμενη έλλειψη προστασίας έναντι της βίας συνδέεται ειδικά με τη φυλή, τη θρησκεία, την ιθαγένεια, τις πολιτικές πεποιθήσεις ή τη συμμετοχή του σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα.

 

Κατά συνέπεια, συνεκτιμώντας την προηγούμενη απαγωγή, τα αποδεκτά χαρακτηριστικά του Αιτητή και τις πληροφορίες χώρας καταγωγής, δεν διαπιστώνω ότι θεμελιώνεται βάσιμος φόβος δίωξης συνδεόμενος με έναν από τους λόγους του άρθρου 3(5) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Δεν πληρούνται, επομένως, οι προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα. Η κατάληξη αυτή αφορά την απουσία της απαιτούμενης σύνδεσης με προστατευόμενο λόγο και δεν ισοδυναμεί με αποκλεισμό κινδύνου σοβαρής βλάβης, ο οποίος θα εξεταστεί αυτοτελώς στο πλαίσιο της επικουρικής προστασίας.

Top of Form

Bottom of Form

 

Γ. Εξέταση των προϋποθέσεων χορήγησης επικουρικής προστασίας

 

Κατόπιν της διαπίστωσης ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα, απομένει να εξεταστεί κατά πόσον πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως προσώπου που δικαιούται επικουρική προστασία, κατά την έννοια του άρθρου 3(6) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

 

Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, ως «πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία» νοείται υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής ο οποίος δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηρισθεί πρόσφυγας, αλλά για τον οποίο έχουν καταδειχθεί ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του ή, στην περίπτωση ανιθαγενούς, στη χώρα της προηγούμενης συνήθους διαμονής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 15, και στον οποίο δεν εφαρμόζεται το άρθρο 17(1) και (2), ενώ δεν δύναται ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της χώρας αυτής.

 

Κατά δε το άρθρο 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, ως σοβαρή βλάβη νοείται:

 

(α) η θανατική ποινή ή εκτέλεση·

 

(β) τα βασανιστήρια ή η απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτητή στη χώρα καταγωγής· ή

 

(γ) η σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.

 

Ως προς την περίπτωση (α), από τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά δεν προκύπτει επιβολή θανατικής ποινής, σχετική ποινική διαδικασία ή άλλο συγκεκριμένο στοιχείο που να θεμελιώνει πραγματικό κίνδυνο εκτέλεσης του Αιτητή. Η εκδοχή ότι οι Ambazonians επιδίωκαν τη θανάτωσή του ως πληροφοριοδότη του στρατού δεν έγινε αποδεκτή. Συνεπώς, δεν στοιχειοθετείται κίνδυνος σοβαρής βλάβης κατά την εν λόγω περίπτωση.

 

Ως προς την περίπτωση (β), απαιτείται αυτοτελής εξέταση της αποδεκτής απαγωγής και κράτησης του Αιτητή από μέλη των Ambazonians μέχρι την καταβολή χρημάτων. Η απόρριψη της μεταγενέστερης στοχοποίησής του ως πληροφοριοδότη δεν αναιρεί το περιστατικό αυτό ούτε αποκλείει αφ’ εαυτής κίνδυνο νέας απαγωγής ή άλλης σοβαρής κακομεταχείρισης. Αντίστοιχα, η απουσία σύνδεσης με προστατευόμενο λόγο, στην οποία στηρίχθηκε η απόρριψη του προσφυγικού καθεστώτος, δεν αποκλείει την υπαγωγή στο άρθρο 15(β).

 

Η προηγούμενη βλάβη πρέπει να συνεκτιμηθεί υπό το πρίσμα του άρθρου 4(4) του Κανονισμού, κατά το οποίο η προηγούμενη δίωξη ή σοβαρή βλάβη αποτελεί σοβαρή ένδειξη βάσιμου φόβου δίωξης ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, εκτός εάν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρηθεί ότι δεν θα επαναληφθεί.

 

Συναφώς, λαμβάνω υπόψη ότι, κατά τη συνέντευξή του, ο Αιτητής δήλωσε πως οι Ambazonians δεν τον αναζητούσαν πλέον, ότι δεν του συνέβη άλλο περιστατικό μέχρι την αναχώρησή του και ότι δεν αναφέρθηκε μεταγενέστερο περιστατικό σε βάρος της οικογένειάς του. Τα στοιχεία αυτά αποδυναμώνουν την εκδοχή συνεχιζόμενου προσωπικού ενδιαφέροντος των αρχικών δραστών. Δεν αρκούν, ωστόσο, χωρίς συνεκτίμηση των σημερινών τοπικών συνθηκών, για να αποκλειστεί η έκθεσή του σε παρόμοια βλάβη, ιδίως αφού η αποδεκτή απαγωγή συνδεόταν με την επιβολή περιορισμών στον άμαχο πληθυσμό και την απαίτηση χρημάτων.

 

Επομένως, η τελική κρίση ως προς το άρθρο 15(β) προϋποθέτει αξιολόγηση της σημερινής δράσης των ενόπλων στην περιοχή επιστροφής, της συγκεκριμένης έκθεσης του Αιτητή και της δυνατότητας παροχής αποτελεσματικής προστασίας. Η εξέταση αυτή διενεργείται παράλληλα με, αλλά διακριτά από, την αξιολόγηση της αδιάκριτης βίας κατά την περίπτωση (γ).

 

Ως προς την περίπτωση (γ), επισημαίνεται ότι ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347 αποτυπώνει πλέον ρητώς στις αιτιολογικές του σκέψεις βασικές αρχές που είχαν διαμορφωθεί νομολογιακά υπό το προϊσχύσαν καθεστώς. Ειδικότερα, κατά την αιτιολογική σκέψη 50, η έννοια της αδιάκριτης βίας περιλαμβάνει βία η οποία δύναται να επεκταθεί σε πρόσωπα ανεξαρτήτως των προσωπικών τους περιστάσεων.

 

Περαιτέρω, κατά την αιτιολογική σκέψη 51, για τους σκοπούς της αξιολόγησης της σοβαρής βλάβης, ως εσωτερική ένοπλη σύγκρουση νοούνται καταστάσεις στις οποίες οι ένοπλες δυνάμεις τρίτης χώρας συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. Δεν απαιτείται η σύγκρουση να χαρακτηριστεί ως «ένοπλη σύγκρουση μη διεθνούς χαρακτήρα» κατά το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο ούτε απαιτείται, επιπλέον της αξιολόγησης του επιπέδου της βίας στην οικεία περιοχή, χωριστή εξέταση της έντασης των ένοπλων συγκρούσεων, του επιπέδου οργάνωσης των εμπλεκόμενων ενόπλων δυνάμεων ή της διάρκειας της σύγκρουσης.

 

Ιδιαίτερη σημασία έχει η αιτιολογική σκέψη 52, σύμφωνα με την οποία δεν απαιτείται από τον αιτητή να αποδείξει ότι αποτελεί ειδικό στόχο λόγω παραγόντων που αφορούν τις προσωπικές του περιστάσεις. Όσο, όμως, περισσότερο ο αιτητής αποδεικνύει ότι επηρεάζεται ειδικώς λόγω παραγόντων που συνδέονται με τις προσωπικές του περιστάσεις, τόσο χαμηλότερο είναι το απαιτούμενο επίπεδο αδιάκριτης βίας. Περαιτέρω, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η ύπαρξη σοβαρής και προσωπικής απειλής θεωρείται ότι στοιχειοθετείται όταν ο βαθμός αδιάκριτης βίας που χαρακτηρίζει την ένοπλη σύγκρουση είναι τόσο υψηλός ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι άμαχος ο οποίος επιστρέφει στη χώρα καταγωγής ή στο σχετικό τμήμα αυτής θα αντιμετωπίσει, λόγω και μόνο της παρουσίας του εκεί, πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

 

Οι ανωτέρω πρόνοιες αντανακλούν τη νομολογιακή προσέγγιση που είχε ήδη διαμορφώσει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως στις αποφάσεις Elgafaji, C-465/07, και CF και DN, C-901/19. Ειδικότερα, κατά την Elgafaji, όσο περισσότερο ο αιτητής δύναται να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω παραγόντων που αφορούν την προσωπική του κατάσταση, τόσο μικρότερος είναι ο βαθμός αδιάκριτης βίας που απαιτείται για τη θεμελίωση επικουρικής προστασίας. Αντιστρόφως, όταν δεν συντρέχουν τέτοιοι εξατομικευμένοι παράγοντες, απαιτείται η αδιάκριτη βία να έχει ανέλθει σε εξαιρετικά υψηλό επίπεδο, ώστε ο πραγματικός κίνδυνος να απορρέει από μόνη την παρουσία του αμάχου στην οικεία περιοχή.

 

Ως προς δε την αξιολόγηση του επιπέδου της αδιάκριτης βίας, εξακολουθούν να είναι συναφείς οι παράγοντες που προσδιορίστηκαν από το ΔΕΕ στην CF και DN, C-901/19, μεταξύ άλλων η ένταση των ένοπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκόμενων ενόπλων δυνάμεων, η διάρκεια της σύγκρουσης, η γεωγραφική έκταση της αδιάκριτης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής και οι εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων. Η αξιολόγηση δεν μπορεί, συνεπώς, να στηρίζεται αποκλειστικά στον αριθμό των καταγεγραμμένων θυμάτων, αλλά απαιτεί συνολική εκτίμηση όλων των περιστάσεων που χαρακτηρίζουν την κατάσταση στην οικεία περιοχή.

 

Στην παρούσα υπόθεση, περιοχή αναφοράς για την αξιολόγηση του κινδύνου επιστροφής αποτελεί το Bafut στην περιοχή Bamenda της Βορειοδυτικής Περιφέρειας του Καμερούν, το οποίο προσδιορίστηκε, για τους λόγους που εκτέθηκαν ανωτέρω, ως ο τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή. Η προηγούμενη διαμονή και εργασία του στη Limbe της Νοτιοδυτικής Περιφέρειας συνεκτιμάται ως στοιχείο του προσωπικού του ιστορικού, χωρίς να μεταβάλλει τον προσδιορισμό αυτό. Τυχόν εξέταση της Limbe ως εναλλακτικού τόπου εγκατάστασης προϋποθέτει αυτοτελή αξιολόγηση των προϋποθέσεων εσωτερικής προστασίας και δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στην προηγούμενη παρουσία του εκεί.

 

Η εξέταση των προσωπικών του περιστάσεων περιλαμβάνει, πέραν της αγγλόφωνης ταυτότητας και του ιστορικού διαμονής του, την προηγούμενη απαγωγή του. Το περιστατικό αυτό δεν οδηγεί αυτομάτως σε υπαγωγή στο άρθρο 15(γ), αλλά πρέπει να εξεταστεί εάν αναδεικνύει συγκεκριμένη αυξημένη έκθεσή του στους κινδύνους της σύγκρουσης. Αντιστοίχως, η μη αποδοχή της ιδιότητας του πληροφοριοδότη δεν επιτρέπει να παραλειφθεί η εξέταση άλλων παραγόντων που ενδέχεται να επηρεάζουν την προσωπική του ασφάλεια.

 

Για την αξιολόγηση τόσο του ενδεχομένου επανάληψης βλάβης κατά το άρθρο 15(β) όσο και της έντασης της αδιάκριτης βίας κατά το άρθρο 15(γ), εξετάζονται ακολούθως οι επίκαιρες πληροφορίες για την περιοχή επιστροφής και οι επιπτώσεις τους στις συγκεκριμένες περιστάσεις του Αιτητή:

 

·         Από τις πληροφορίες χώρας καταγωγής προκύπτει ότι το Bafut υπάγεται στον νομό Mezam της Βορειοδυτικής Περιφέρειας και βρίσκεται περίπου 20 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Bamenda[11].

 

·         Ως προς την έκταση και τη μορφή της βίας, η EUAA, στην έκθεσή της για την κατάσταση ασφαλείας στο Καμερούν, παραθέτει δεδομένα του ACLED σύμφωνα με τα οποία, μεταξύ 13.10.2023 και 06.12.2024, καταγράφηκαν στη Βορειοδυτική Περιφέρεια 1.230 βίαια περιστατικά: 383 μάχες, 49 περιστατικά εκρήξεων ή βίας από απόσταση, 36 περιστατικά ταραχών και 762 περιστατικά βίας κατά αμάχων. Κατά την ίδια περίοδο καταγράφηκαν 636 θάνατοι, εκ των οποίων 209 συνδέονταν με περιστατικά καταχωρισμένα ως βία κατά αμάχων. Ο Mezam συγκαταλεγόταν στους νομούς με τις περισσότερες καταγραφές, με 117 μάχες, 25 περιστατικά εκρήξεων ή βίας από απόσταση και 284 περιστατικά βίας κατά αμάχων[12]. Τα στοιχεία αυτά αποτυπώνουν την προηγούμενη έκταση της βίας στην περιφέρεια και στον νομό αναφοράς, χωρίς να αποτελούν καταγραφή αποκλειστικά για το Bafut ή αποτύπωση της κατάστασης κατά το έτος 2026.

 

·         Ως προς τις νεότερες εξελίξεις, η έκθεση του Γραφείου Συντονισμού Ανθρωπιστικών Υποθέσεων των Ηνωμένων Εθνών (OCHA) για την περίοδο 01.04.2026–30.06.2026 καταγράφει συνεχιζόμενες συγκρούσεις μεταξύ κρατικών δυνάμεων και μη κρατικών ενόπλων ομάδων, απαγωγές για λύτρα, αυθαίρετες συλλήψεις, παράνομα σημεία ελέγχου και απαιτήσεις καταβολής χρημάτων στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές Περιφέρειες. Περίπου 4.000 πρόσωπα εκτοπίστηκαν μεταξύ 13 Απριλίου και 13 Μαΐου 2026 λόγω επιθέσεων, διακοινοτικής βίας και ένοπλων αντιπαραθέσεων, ενώ νέοι εκτοπισμοί καταγράφηκαν, μεταξύ άλλων, στον Mezam. Αναφέρθηκαν, επίσης, σποραδικοί πυροβολισμοί στην Bamenda και στις γύρω περιοχές κατά την προσωρινή κατάπαυση του πυρός τον Απρίλιο. Η ανασφάλεια και τα παράνομα σημεία ελέγχου εξακολουθούσαν να περιορίζουν την ανθρωπιστική πρόσβαση, ιδίως κατά μήκος του άξονα Bamenda–Ndop–Kumbo[13].

 

·         Η συνέχιση της ανασφάλειας επιβεβαιώνεται από την έκθεση του Ταμείου των Ηνωμένων Εθνών για τον Πληθυσμό (UNFPA) για τον Αύγουστο του 2026, στην οποία αναφέρονται συνεχιζόμενοι αποκλεισμοί τύπου «ghost town», επιθέσεις και απαγωγές στις δύο αγγλόφωνες περιφέρειες. [14]. Οι πληροφορίες αυτές είναι συναφείς με τη μορφή της προηγούμενης βλάβης που υπέστη ο Αιτητής, χωρίς να προσδιορίζουν αυτοτελώς τη συχνότητα των περιστατικών στο Bafut.

 

·         Ως προς τις συνθήκες μετακίνησης, η έκθεση του βελγικού Γραφείου του Γενικού Επιτρόπου για τους Πρόσφυγες και τους Ανιθαγενείς, ημερομηνίας 11.06.2025, αναφέρει ότι οι μετακινήσεις μεταξύ των περιφερειών είναι δυνατές, αλλά υπό απρόβλεπτες συνθήκες ασφαλείας, λόγω επιθέσεων και σημείων ελέγχου που λειτουργούν τόσο οι ένοπλες ομάδες όσο και οι κρατικές δυνάμεις. Καταγράφεται αυξημένη έκθεση ανδρών και αγοριών σε ελέγχους, εκβιασμό, κακομεταχείριση και αυθαίρετη σύλληψη ή κράτηση, ιδίως όταν δεν διαθέτουν έγγραφα ταυτοποίησης.[15] Η πληροφορία αυτή συνεκτιμάται κατά την εξέταση της ασφαλούς πρόσβασης του Αιτητή στην περιοχή επιστροφής, λαμβανομένου υπόψη ότι ο ίδιος είναι κάτοχος διαβατηρίου.

 

·         Τέλος, σύμφωνα με αναζήτηση στην πλατφόρμα ACLED Explorer στις 29.10.2026, με επιλογή της κατηγορίας «All Events» και του χρονικού φίλτρου «Past Month», εμφανίζονταν 370 καταγεγραμμένα συμβάντα στο σύνολο του Καμερούν, εκ των οποίων 194 στη Βορειοδυτική Περιφέρεια («Nord-Ouest»). Στην τοποθεσία που καταχωρίζεται στην πλατφόρμα ως «Bamenda – Nkwen» εμφανίζονταν 16 συμβάντα.[16] Η τελευταία καταγραφή αφορά τη συγκεκριμένη τοποθεσία και δεν αποδίδεται στο Bafut. Επισημαίνεται ότι τα παραπάνω σύνολα αφορούν την επιλογή «All Events» και όχι αποκλειστικά περιστατικά πολιτικής βίας.

 

Ως προς το άρθρο 15(β), αφετηρία της εξέτασης αποτελεί η αποδεκτή απαγωγή και κράτηση του Αιτητή από μέλη των Ambazonians μέχρι την καταβολή χρημάτων από τη μητέρα του. Πρόκειται για σοβαρό περιστατικό προσβολής της προσωπικής του ελευθερίας, το οποίο συνεκτιμάται ουσιαστικά κατά την αξιολόγηση του κινδύνου επιστροφής. Προς τον σκοπό αυτό, ακόμη και εάν το περιστατικό υπαχθεί στην έννοια της προηγούμενης σοβαρής βλάβης, εφαρμόζω την αποδεικτική ένδειξη του άρθρου 4(4) του Κανονισμού και εξετάζω εάν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρηθεί ότι τέτοια βλάβη δεν θα επαναληφθεί. Η εξέταση αφορά τον κίνδυνο νέας σοβαρής κακομεταχείρισης και δεν περιορίζεται στην ακριβή επανάληψη του προηγούμενου περιστατικού.

 

Συναφώς, αποδίδω βάρος στις συγκεκριμένες περιστάσεις που περιέγραψε ο ίδιος ο Αιτητής. Η απαγωγή πραγματοποιήθηκε όταν ο ίδιος και ο αδελφός του εργάζονταν σε κτήμα κατά παράβαση της επιβαλλόμενης απαγόρευσης εργασίας. Κατά τη διάρκεια της κράτησης, σύμφωνα με τις δηλώσεις του, οι απαγωγείς τούς παρείχαν τροφή και ενδιαφέρονταν για την καταβολή χρημάτων. Μετά την καταβολή του απαιτηθέντος ποσού τούς απελευθέρωσαν. Δεν περιέγραψε, στο πλαίσιο του περιστατικού αυτού, άλλη εκκρεμή απαίτηση, υποχρέωση περιοδικών πληρωμών ή όρο που να τον διατηρεί σε συνεχιζόμενη σχέση εξάρτησης από τους δράστες. Η προειδοποίηση να μην αποκαλύψουν την τοποθεσία του στρατοπέδου καταγράφεται και συνεκτιμάται, χωρίς να προκύπτει ότι συνδέθηκε με μεταγενέστερη, αποδεκτή κατηγορία παραβίασής της.

Ως προς την εξέλιξη μετά την απελευθέρωσή του, δεν έγινε αποδεκτό ότι οι Ambazonians τού απέδωσαν συνεργασία με τον στρατό. Ούτε θεμελιώθηκε ότι ο θάνατος του αδελφού του αποτέλεσε ενέργεια των συγκεκριμένων ενόπλων συνδεόμενη με τέτοια κατηγορία. Συνεπώς, τα περιστατικά αυτά δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως αποδεδειγμένες ενδείξεις κλιμάκωσης της βίας ή συνέχισης σχεδίου δίωξης σε βάρος του Αιτητή. Ακόμη και εάν συνεκτιμηθεί η αναφερόμενη επίσκεψη στην οικογενειακή οικία προς αναζήτηση των δύο αδελφών, δεν προκύπτει από τα λεγόμενά του ότι κατά την επίσκεψη διατυπώθηκε συγκεκριμένη απειλή ή γνωστοποιήθηκε πρόθεση πρόκλησης σοβαρής βλάβης.

 

Ιδιαίτερη σημασία έχει η μεταγενέστερη πληροφόρηση που ο ίδιος παρέθεσε κατά τη συνέντευξή του. Δήλωσε ότι, μετά τη μετάβασή του στη Limbe, παρέμεινε εκεί για περίπου έναν μήνα και εργαζόταν, χωρίς να αναφέρει άλλο περιστατικό σε βάρος του μέχρι την αναχώρησή του. Επιπλέον, μολονότι διατηρούσε επικοινωνία με τη μητέρα του, απάντησε ρητά ότι οι Ambazonians δεν τον αναζητούσαν πλέον και ότι μετά την αναχώρησή του δεν συνέβη άλλο περιστατικό στην οικογένειά του. Δεν πρόκειται, επομένως, μόνο για απουσία προσκομισθέντων στοιχείων συνεχιζόμενης αναζήτησης, αλλά και για θετική δήλωση του ίδιου περί παύσης της.

 

Περαιτέρω, όταν ερωτήθηκε για τις συνέπειες ενδεχόμενης επιστροφής του, ο Αιτητής επικαλέστηκε το ενδεχόμενο να έχει την ίδια τύχη με τον αδελφό του. Ο φόβος αυτός είναι κατανοητός υπό το πρίσμα των γεγονότων που περιέγραψε. Η συγκεκριμένη πρόβλεψη, όμως, στηρίζεται στην απόδοση του θανάτου στους Ambazonians και στη σύνδεσή του με κοινή στοχοποίηση των δύο αδελφών, πτυχές που δεν θεμελιώθηκαν κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας. Δεν προκύπτει, συνεπώς, από τη συγκεκριμένη αναφορά αυτοτελές πραγματικό έρεισμα που να ενισχύει την πιθανότητα μελλοντικής βλάβης.

 

Η εκτίμηση αυτή συνεκτιμάται με τις επίκαιρες πληροφορίες χώρας καταγωγής. Αναγνωρίζω ότι οι απαγωγές για λύτρα, οι εκβιασμοί και οι καταναγκαστικοί περιορισμοί εξακολουθούν να αποτελούν πρακτικές ενόπλων στις αγγλόφωνες περιφέρειες. Δεν απαιτείται, επομένως, να αποδειχθεί εκ νέου προσωπική αναζήτηση ως αναγκαία προϋπόθεση έκθεσης σε τέτοια βλάβη. Από την άλλη, η ύπαρξη των πρακτικών αυτών δεν καταδεικνύει αφ’ εαυτής ότι κάθε επιστρέφων στην περιοχή ή κάθε προηγουμένως απαχθείς αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο νέας απαγωγής.

 

Στην παρούσα περίπτωση, πέραν της προηγούμενης εμπειρίας, δεν αναδεικνύεται συγκεκριμένο στοιχείο ότι η καταβολή των χρημάτων δημιούργησε συνεχιζόμενη απαίτηση έναντί του, ότι εξακολούθησε να αποτελεί αντικείμενο ενδιαφέροντος ή ότι του αποδόθηκε ιδιότητα που αυξάνει την έκθεσή του σε νέα κακομεταχείριση. Η κατοχή διαβατηρίου συνεκτιμάται ως προς τη δυνατότητα ταυτοποίησής του κατά τις μετακινήσεις, χωρίς να θεωρείται εγγύηση έναντι καταχρήσεων. Οι αναφερόμενοι κίνδυνοι για άνδρες στα σημεία ελέγχου λαμβάνονται επίσης υπόψη, αλλά, σε συνδυασμό με τα συγκεκριμένα στοιχεία του προσωπικού του ιστορικού, δεν επαρκούν για τη θεμελίωση πραγματικού κινδύνου μεταχείρισης του άρθρου 15(β).

 

Συνολικά, η απορριπτική κρίση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στην απελευθέρωση ή στην απουσία μεταγενέστερης αναζήτησης. Στηρίζεται στη συνδυαστική εκτίμηση του συγκεκριμένου χαρακτήρα της αρχικής απαίτησης, της ολοκλήρωσής της με την απελευθέρωση, της μη θεμελίωσης της προβαλλόμενης μεταγενέστερης κλιμάκωσης, της απουσίας άλλου περιστατικού σε βάρος του μέχρι την αναχώρηση και της ρητής δήλωσής του περί παύσης της αναζήτησής του. Σταθμίζοντας τα στοιχεία αυτά έναντι της συνέχισης της γενικής ανασφάλειας, κρίνω ότι συντρέχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρηθεί ότι η προηγούμενη βλάβη δεν θα επαναληφθεί και ότι δεν στοιχειοθετείται διαφορετικός πραγματικός κίνδυνος σοβαρής κακομεταχείρισης.

 

Κατά συνέπεια, δεν καταδεικνύονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στο Bafut, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας κατά την έννοια του άρθρου 15(β) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

 

Ως προς το άρθρο 15(γ), δέχομαι ότι το Bafut εντάσσεται στη γεωγραφική ζώνη της συνεχιζόμενης εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης και ότι ο άμαχος πληθυσμός επηρεάζεται από ένοπλες αντιπαραθέσεις, απαγωγές, περιορισμούς μετακίνησης και διατάραξη της καθημερινής ζωής. Η σοβαρότητα των συνθηκών αυτών δεν αμφισβητείται. Απαιτείται, εντούτοις, να εκτιμηθεί εάν η ένταση της αδιάκριτης βίας, σε συνδυασμό με τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, θεμελιώνει την προβλεπόμενη σοβαρή και προσωπική απειλή.

 

Τα ποσοτικά δεδομένα συνεκτιμώνται με τη φύση, τη γεωγραφική κατανομή και τις επιπτώσεις των καταγεγραμμένων περιστατικών. Τα παλαιότερα στοιχεία της EUAA καταδεικνύουν σημαντική παρουσία βίας στον Mezam, αλλά δεν αποτυπώνουν αποκλειστικά το Bafut ούτε τη σημερινή κατάσταση. Αντίστοιχα, τα νεότερα σύνολα «All Events» του ACLED δεν συνιστούν μέτρηση αποκλειστικά της αδιάκριτης βίας. Δεν χρησιμοποιώ, επομένως, τους αριθμούς αυτούς ως αυτοτελές κριτήριο ούτε συνάγω ασφάλεια από την περιορισμένη διαθεσιμότητα ειδικότερων τοπικών καταγραφών.

 

Από τη συνολική εικόνα των πηγών προκύπτει επίμονη ανασφάλεια, με ένοπλες συγκρούσεις και σημαντική παρουσία στοχευμένων ενεργειών και εκβιαστικών πρακτικών. Δεν καταδεικνύεται, ωστόσο, τέτοια ένταση και γεωγραφική διάχυση αδιάκριτης βίας στο Bafut ώστε κάθε άμαχος να αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης από μόνη την παρουσία του εκεί. Η κρίση αυτή δεν στηρίζεται αποκλειστικά στον αριθμό θυμάτων ούτε προϋποθέτει ότι όλες οι καταγεγραμμένες επιθέσεις είναι στοχευμένες.

 

Εξετάζοντας περαιτέρω την προσωπική κατάσταση του Αιτητή, συνεκτιμώ την προηγούμενη απαγωγή, την αγγλόφωνη ταυτότητα, το φύλο και την επαγγελματική του εμπειρία. Η προηγούμενη απαγωγή συνδέθηκε με συγκεκριμένο περιστατικό απαίτησης χρημάτων και δεν προέκυψε ότι δημιούργησε διαρκές χαρακτηριστικό που αυξάνει την έκθεσή του στην αδιάκριτη βία. Ούτε η αγγλόφωνη ταυτότητα ή η ιδιότητά του ως άνδρα αρκούν, υπό τα συγκεκριμένα αποδεκτά δεδομένα, για να στοιχειοθετήσουν τέτοια αυξημένη έκθεση.

 

Κατόπιν συνδυαστικής αξιολόγησης των γενικών συνθηκών και των προσωπικών του περιστάσεων, κρίνω ότι δεν στοιχειοθετείται πραγματικός κίνδυνος σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης βίας κατά το άρθρο 15(γ).

Συνεπώς, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις χορήγησης επικουρικής προστασίας βάσει των περιπτώσεων (β) και (γ) του άρθρου 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

 

IV. ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των όσων αναπτύχθηκαν ανωτέρω και κατόπιν πλήρους και ex nunc εξέτασης των πραγματικών και νομικών ζητημάτων της υπόθεσης, καταλήγω ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα ή χορήγησης επικουρικής προστασίας.

 

Οι προβαλλόμενες αιτιάσεις εξετάστηκαν σε συνάρτηση με την ουσιαστική βασιμότητα του αιτήματός του. Παρά τη διαφοροποίηση της δικαστικής κρίσης ως προς επιμέρους πραγματικές διαπιστώσεις και τις αδυναμίες που επισημάνθηκαν στη διοικητική αξιολόγηση, η αυτοτελής εξέταση του αιτήματος δεν δικαιολογεί διαφορετική κατάληξη ως προς το δικαίωμα του Αιτητή σε διεθνή προστασία.

 

Ως προς τα έξοδα, συνεκτιμώντας τη διαφοροποίηση της δικαστικής κρίσης ως προς ουσιώδες πραγματικό περιστατικό και τις επισημανθείσες ασυνέπειες της εισήγησης ως προς την περιοχή επιστροφής και την αξιολόγηση κινδύνου, κρίνω ορθό και δίκαιο, υπό τις περιστάσεις, να μην εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή.

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται ως προς την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή για διεθνή προστασία, χωρίς οποιαδήποτε διαταγή ως προς τα έξοδα.

 

 

 

Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1]  Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14 ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου», Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2 η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552

[2] Σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 : « Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και  οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και  εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».

[3] Βλ. ενδεικτικά Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.ά. (1993) 3 Α.Α.Δ. 598

[4]  Ζωμενή-Παντελίδου ν. Α.Η.Κ., Υποθ. Αρ. 108/2006, ημερ. 26.07.2007

[5] Άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73(I)/2018).

[6] Απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU v Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 01.02.2010

[7] https://2021-2025.state.gov/reports/2022-country-reports-on-human-rights-practices/cameroon/?safe=1

[8] https://www.hrw.org/news/2022/06/27/cameroon-separatist-abuses-anglophone-regions?utm_source

[9] https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2026-01/2023_10_EUAA_COI_Query_20_Response_Q44_Cameroon_Security_situation.pdf?utm_source

[11] Bafut - Driving, [ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/10/2026]

[12] EUAA, January 2025, COI Query - Cameroon: Security Situation in the Northwest, Southwest and Far North Regions | European Union Agency for Asylum, https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-query-cameroon-security-situation-northwest-southwest-and-far-north-regions,  [ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/10/2026]

[13] UN OCHA (UN Office for the Coordination of Humanitarian Affairs), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2022, 14 April 2022, available at: https://reliefweb.int/sites/reliefweb.int/files/resources/Cameroon-2022%20Humanitarian%20Needs%20Overview-%20HNO.pdf , σελ. 24, [ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/10/2026]

[14] Ενδεικτικές πηγές: UNFPA, Situation report on the crisis in Cameroon - May 2026 Situation report on the crisis in Cameroon - May 2026 | United Nations Population Fund, [ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/10/2026]

[15] Commissariat général aux réfugiés et aux apatrides (CGRA), Cedoca, COI Focus – Cameroun. Régions anglophones : situation sécuritaire, επικαιροποίηση 11.06.2025, σύνοψη σ. 2–4 και ανάλυση σημείων ελέγχου σ. 43–44. Η αναφορά στους αυξημένους κινδύνους για άνδρες και αγόρια παραπέμπει σε πληροφορίες OCHA του 2023 και του 2024. Διαθέσιμη στο: CGRA – έκθεση.

[16] Πλατφόρμα ACLED Explorer, επιλογές: Country: Cameroon · Metric: Events · Event selection: All Events · Time period: Past Month· περιφερειακή ένδειξη Nord-Ouest και ένδειξη τοποθεσίας στον χάρτη Bamenda – Nkwen, διαθέσιμη στο https://acleddata.com/platform/explorer, ημερομηνία πρόσβασης και αποτύπωσης: 29.10.2026.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο