J. E. Y. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.2927/24, 27/10/2026
print
Τίτλος:
J. E. Y. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.2927/24, 27/10/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.2927/24

 

27 Οκτωβρίου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

J. E. Y.

                                                                                                                        Αιτητής

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κα Χ. Λαζάρου, δικηγόρος για Αιτητή

Κα Κ. Μιχαηλίδου, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία του κοινοποιήθηκε δι’ επιστολής στις 02/07/24 ως άκυρης, στερούμενης έννομου αποτελέσματος (Αιτητικό Α) και «έκδοση νέας εκτελεστής απόφασης […] επί της ουσίας του αιτήματος του […] για διεθνή προστασία, η οποία να αντικαθιστά την προσβαλλόμενη απόφαση» (Αιτητικό Β).   

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, ο αιτητής κατάγεται από τη Λιβερία, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 27/09/21 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 24/01/22 (ερ.1-3, 34).

Στις 23/04/24 διεξήχθη συνέντευξη με τον αιτητή προς εξέταση του αιτήματός ασύλου, όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.25-34) μετά δε τη συνέντευξη ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση και στις 17/06/24 η αίτηση διεθνή προστασία απορρίφθηκε (ερ.44-53). Ακολούθως, ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας, η οποία του δόθηκε διά χειρός στις 02/07/24 στην μητρική του γλώσσα (ερ.54, 3).

Στην επίδικη αίτηση ο αιτητής καταγράφει ότι ο πατέρας του ήταν μουσουλμάνος και η μητέρα του χριστιανή και νυμφεύθηκαν παρά την θέληση της οικογένειάς του πατέρα του, κατόπιν δε του θανάτου του πατέρα του αιτητή, η οικογένεια (του πατέρα του) αφαίρεσε από τη μητέρα του αιτητή τίτλο ιδιοκτησίας που άνηκε στον πατέρα και στη μητέρα του και ο ίδιος, ως ο πρεσβύτερος υιός της οικογένειας, προσπάθησε να διασφαλίσει την επιστροφή της ιδιοκτησίας στην μητέρα του, ανεπιτυχώς, διότι, ως αναφέρει, η οικογένεια του πατέρα του προσπάθησε να του επιτεθεί πνευματικά. Ο αιτητής ασθένησε στα όρια του θανάτου εξαιτίας παραδοσιακής ασθένειας και αυτός είναι ο λόγος που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του.

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης ο αιτητής ανέφερε ότι είναι υγιής, γεννήθηκε και διέμενε στο Paynesville με την μητέρα του και την αδελφή του, οι οποίες διαμένουν ακόμα μαζί και ο ίδιος διατηρεί επικοινωνία μαζί τους, έχει μια κόρη (στη Λιβερία), με την μητέρα της οποίας δεν διατηρεί επικοινωνία και έχει τέκνο γεννηθέν στη Δημοκρατία στις 08/03/24 με την μητέρα της οποίας, που είναι αιτήτρια ασύλου, έχει παντρευτεί με «όχι νομικό γάμο», ο πατέρας του απεβίωσε στις 27/07/18, ο ίδιος ολοκλήρωσε δευτεροβάθμια εκπαίδευση και εκπαίδευση στη μηχανολογική (2018), ομιλεί αγγλικά και από το 2014 διατηρούσε επιχείρηση και βοηθούσε την μητέρα του πουλώντας ενδύματα. Δεν αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα κατά την έξοδό του από τη χώρα καταγωγής του.

Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής ανέφερε ότι έφυγε από τη Λιβερία καθώς οι γονείς του (η μητέρα είναι χριστιανή και ο πατέρας του μουσουλμάνος) νυμφεύθηκαν παρά τη θέληση της οικογένειας του πατέρα του και όταν ο πατέρας του, ο οποίος εργαζόταν ως οδηγός, απεβίωσε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα το 2018, η οικογένεια του (πατέρα του αιτητή) στράφηκε κατά της μητέρας του (αιτητή) και της ιδιοκτησίας που είχε αγοράσει και της την πήρε. Ο αιτητής, ως πρεσβύτερος υιός, προσπάθησε να την ανακτήσει ανεπιτυχώς και η οικογένεια του πατέρα του τον πολέμησε πνευματικά με αποτέλεσμα να ασθενήσει, τότε η μητέρα του τον μετέφερε στην εκκλησία, όπου διέμεινε από τον Ιούλιο του 2021 έως ότου να αισθανθεί καλύτερα, και ακολούθως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του.

Κληθείς να απαντήσει εάν αντιμετώπισε κάτι από την οικογένεια του πατέρα του πριν τον θάνατό του πατέρα του, απάντησε θετικά και ανέφερε ότι ο πατέρας του εργαζόταν ως οδηγός και βίωσαν ένα ατύχημα το 2016. Περαιτέρω δήλωσε πως όταν ασθένησε μεταξύ Ιουνίου - Ιουλίου του 2021 αντιμετώπισε πρόβλημα με το στομάχι και τα πόδια του, δεν μπορούσε να φάει, η οικογένεια του πατέρα του σφετερίστηκε την ιδιοκτησία των γονιών του τον Οκτώβριο 2019 και τότε ξεκίνησε να απειλείται ο ίδιος. Ακολούθως ανέφερε ότι ξεκίνησε να λαμβάνει πνευματικές απειλές τον Δεκέμβρη του 2020, όταν ανακάλυψε ένα φίδι πίσω από μία αποσκευή στο δωμάτιο του και ερωτηθείς εάν αυτό καθιστά πνευματική απειλή, απάντησε θετικά, σε περαιτέρω ερώτηση δε για τον λόγο αυτού, απάντησε πως όταν κοιμόταν είδε άτομα τριγύρω του γεγονός που τον φόβισε. Κληθείς να εξηγήσει τον λόγο που ασθένησε το 2021, 1 χρόνο αργότερα, ο αιτητής αποκρίθηκε πως είχε εφιάλτες κάθε βράδυ. Ερωτηθείς εάν αντιμετώπισε κάτι από τον Ιούλιο του 2021 μέχρι που έφυγε τη χώρα καταγωγής του ο αιτητής απάντησε αρνητικά και ερωτηθείς για τον λόγο που έφυγε από τη Λιβερία, απάντησε ότι σκοπός τους είναι να θανατωθεί, ως του δήλωσε ο πάστορας του. Ερωτηθείς για τις συνέπειες σε περίπτωση επιστροφής του ο αιτητής είπε πως η οικογένεια του πατέρα του θα τον σκοτώσει.

Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα λεγόμενα του αιτητή στην αίτηση και τη συνέντευξη, κατέταξαν αυτούς στους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.

1.    Ταυτότητα, χώρα καταγωγής, προφίλ και τόπος διαμονής του αιτητή

2.    Η οικογένεια του πατέρα του ήταν εναντίον του αιτητή λόγω της θρησκείας του και ήθελαν την περιουσία της μητέρας του μετά τον θάνατο του πατέρα του

Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον 1ο ουσιώδη ισχυρισμό, απέρριψαν όμως τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, καθώς, ως κρίθηκε, στερούνταν συνοχής.

Αναφορικά με τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του αιτητή στερούνταν επαρκών και ικανοποιητικών πληροφοριών, περιείχαν ασάφειες και δεν ήταν σε θέση να παρέχει περαιτέρω λεπτομέρειες στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Ως κρίθηκε, ο αιτητής δεν παρέθεσε ικανοποιητικές πληροφορίες για τον θάνατο του πατέρα του και τα προβλήματα που βίωσε από την οικογένεια του μετά απ’ αυτόν, ούτε αναφορικά με τις απειλές που λάμβανε, επί των οποίων ολίγες λεπτομέρειες παρέθεσε, αλλά ούτε έδωσε εξήγηση για τον λόγο που δεν μετεγκαταστάθηκε σε άλλη περιοχή και γιατί άφησε το παιδί του με την οικογένεια του, τα δε λεγόμενα του επί όλων των ως άνω χαρακτηρίζονταν από χρονική ασυνέχεια και παντελή έλλειψη βιωματικών στοιχείων. Αντίφαση και ασάφεια χρονική εντοπίστηκε και σχετικά με τον χρόνο που ασθένησε, σημειώθηκε δε ότι ο αιτητής δεν βίωσε κάτι παραπάνω πέραν της ασθένειας και του περιστατικού με το φίδι ενώ όταν κλήθηκε να εξηγήσει εκ νέου τι συνέβη μετά τον θάνατο του πατέρα του, δεν ήταν σε θέση να το πράξει. Τέλος αξιολογήθηκε αρνητικά το ότι, ως κρίθηκε, δεν παρέθεσε περαιτέρω πληροφορίες όταν αναφέρθηκε στην μεταφορά του σε εκκλησία και ούτε όταν ρωτήθηκε εάν αντιμετώπισε κάτι άλλο μέχρι που έφυγε από τη χώρα καταγωγής του. Στα πλαίσια εξέτασης της εξωτερικής συνοχής των λεγόμενων του αιτητή, δεδομένου ότι όσα ανέφερε ο αιτητής αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο ως υποστήριξη του αιτήματός του, κρίθηκε σκόπιμο να αναζητηθούν ΠΧΚ σχετικά με τα ως άνω, και ισχυρισμός απορρίφθηκε λόγω ελλείψεως εσωτερικής συνοχής.

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, κατόπιν ανασκόπησης της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής (Paynesville) και λαμβανομένου υπόψη του προφίλ του αιτητή, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα να εκτεθεί σε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης κατά την επιστροφή του.

Συνεπεία των ως άνω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του.

Στις διευκρινήσεις η συνήγορος του αιτητή απέσυρε ρητά όλους τους ισχυρισμούς που προωθήθηκαν, πλην του ισχυρισμού περί μη δέουσας έρευνας στην επίδικη διαδικασία.

Οι καθ' ων η αίτηση αντέταξαν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν άπαντες οι ισχυρισμοί του αιτητή, είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και ορθή επί της ουσίας αυτής, ζητώντας γι’ αυτό απόρριψη της προσφυγής.

Δεδομένου ότι οι ως άνω μόνοι προωθούμενοι από τον αιτητή ισχυρισμοί συμπλέκονται άρρηκτα με την επί της ουσίας ορθότητα της επίδικης απόφασης, προχωρώ λοιπόν με επί της ουσίας εξέταση της, εξ υπαρχής και επί όλων των ενώπιον μου στοιχείων, η οποία τελείται σε κάθε περίπτωση (βλ. και Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.107/2023, Q. B. T. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημ.11/02/25).

Προχωρώ λοιπόν με αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων και ισχυρισμών.

Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, αναφέρεται στην σελ.98, ότι «[...] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.». Στην σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] οι δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305).  […] Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»

Ενόψει των ως άνω θα συμφωνήσω με την κατάληξη τους επί της αξιοπιστίας του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού του αιτητή, καθώς όσα ανέφερε στην επίδικη συνέντευξη, ως οι καθ’ ων η αίτηση καταγράφουν λεπτομερώς στην επίδικη έκθεση (ερ.47-49), στερούνταν κάθε ψήγματος αναμενόμενης λεπτομέρειας και βιωματικού στοιχείου, περιείχαν σωρεία κενών και αντιφάσεων και στερούνταν, παντελώς και σε όλη τους την έκταση, χρονικής και λογικής συνοχής. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι, ακόμα και γίνονταν δεκτοί οι ισχυρισμοί του αιτητή, δεν αποκαλύπτουν βάσιμο φόβο δίωξης (αφού, σε κάθε περίπτωση, ελλείπει η σύνδεση με κάποιο λόγο δίωξης) ή και σοβαρής βλάβης για το μέλλον, δεδομένου ότι ο αιτητής, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ιδίου, ως ασαφώς και παντελώς ασυνάρτητα τα είχε παραθέσει,  ουδέν υπέστη πλην πνευματικών επιθέσεων και ο φόβος που εξέφρασε για το μέλλον (ότι θα τον σκοτώσει η οικογένεια του πατέρα του) βασίζεται σε εικασίες του ιδίου, αφού ουδέν συγκεκριμένο του αναφέρθηκε ποτέ προς αυτή την κατεύθυνση. Για τους λόγους που εξηγώ πιο πάνω δεν έχω τίποτε εδώ να προσθέσω αναφορικά με την εσωτερική συνοχή των λεγομένων του αιτητή που άπτονται του 2ου ισχυρισμού, πέραν όσων ενδελεχώς καταγράφονται στην επίδικη έκθεση, τα οποία παρατίθενται πιο πάνω, στα πλαίσια της παρούσης, τα οποία υιοθετώ και δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω.

Σημειώνω περαιτέρω ότι, δεδομένης της παντελούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής των λεγομένων του αιτητή αλλά και της αμιγώς προσωπικής φύσης τους, δεν θεωρώ ότι ήταν απαραίτητη η αναζήτηση πληροφορίων (ΠΧΚ) σχετικά με την εξωτερική αξιοπιστία τους, αφού, ως και στο εγχειρίδιο «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», του EASO, σελ.132, αναφέρεται, η έρευνα ΠΧΚ «ενδέχεται να μην είναι απαραίτητ[η] σε περίπτωση αρνητικής διαπίστωσης περί της αξιοπιστίας βάσει καταφανούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής».

Απομένει εδώ μια έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Paynesville/Monteserrado) σε επικαιροποιημένη βάση.

Σύμφωνα με στοιχεία από τη βάση δεδομένων της πλατφόρμας ACLED (Armed Conflict Location & Event Data), τους τελευταίους 12 μήνες (τελευταία ενημέρωση στις 14/10/26) καταγράφηκαν στην επαρχία Montserrado County (όπου βρίσκεται η πόλη Paynesville), 34 περιστατικά ασφαλείας[1] με 1 θάνατο[2], σε σύνολο πληθυσμού περί τα 2 εκατομμύρια κατοίκων[3] στη δε πόλη Paynesville, κατά το ίδιο διάστημα, καταγράφηκαν 7 περιστατικά[4], χωρίς θανάτους[5], ο δε πληθυσμός της πόλης ανέρχεται περί τις 620.000[6].

Είναι κατάληξη μου εκ των ως άνω ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας και η ένταση στον τόπο διαμονής του δεν είναι του επιπέδου που απαιτείται προκειμένου να αποδοθεί συμπληρωματική προστασία, δεδομένου ότι δεν θεωρώ πως υφίστανται εν προκειμένω ιδιαίτερες περιστάσεις που θα μπορούσαν να επιτείνουν τον κίνδυνο για τον αιτητή, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» [7] (C-901/19, CF and DN, ημ.10/06/21, ΔΕΕ).

Σημειώνω ότι ο αιτητής είναι 27 ετών σήμερα, υγιής, με δευτεροβάθμια εκπαίδευση και ολοκλήρωσε βιομηχανική σχολή, διαθέτει πολυετή εργασιακή εμπειρία, έζησε όλη του τη ζωή στο Paynesville και διατηρεί εκεί οικογενειακό δίκτυο (μητέρα/αδελφή), η δε κόρη του διαμένει μ’ αυτούς, με τους οποίους ο ίδιος διατηρεί επικοινωνία, τα οποία και δεικνύουν ότι αναμένεται – ευλόγως – να είναι σε θέση ο αιτητής να λάβει, έστω προσωρινά, στήριξη και στέγαση (από την οικογένεια του), μέχρις ότου βιοποριστεί και εξασφαλίσει στέγαση, καθώς και τα αναγκαία χρειώδη, παρά τις όποιες αντιξοότητες ήθελε αντιμετωπίσει.

Έπεται ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο «καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως οι έννοιες αυτές ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου [αντίστοιχα αρ.3 (5) και (6) του Κανονισμού 2024/1347/ΕΕ]. Δεδομένων δε και των ως άνω διαπιστώσεων μου δεν θεωρώ ότι τυχόν επιστροφή του συνιστά επαναπροώθηση.

Λεχθέντων των ως άνω θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι δεν παραγνωρίζω ότι ο αιτητής, σύμφωνα και με όσα ανέφερε, αλλά και σχετικό πιστοποιητικό γέννησης που προσκόμισε  το (ερ.31, 38), έχει παιδί γεννηθέν στη Δημοκρατία το 2024, με μητέρα αιτήτρια ασύλου (η οποία, ως καταγράφεται στο ερ.51, δεν είχε προσέλθει τότε στη συνέντευξη για την οποία κλήθηκε στις 17/06/24), με την οποία συζεί. Σημειώνω εδώ ότι επί τούτου ουδέν αναφέρθηκε στα πλαίσια της παρούσης από τον αιτητή, αφού η συνήγορος του απέσυρε ρητώς όλους τους ισχυρισμούς που καταγράφονται στη γραπτή της αγόρευση και ουδέν αναγράφεται σχετικώς, σε κάθε περίπτωση,  στην αγόρευση που καταχωρίστηκε. Πρέπει δε να σημειωθεί περαιτέρω ότι ουδεμία επί τούτου εξέταση έγινε στην επίδικη αίτηση.

Δεδομένων των ως άνω θεωρώ ότι ουδεμία υποχρέωση έχει το Δικαστήριο να εξετάσει την πτυχή αυτή αυτεπαγγέλτως, όμως – σε κάθε περίπτωση – ένεκα και της σοβαρότητας του ζητήματος και για σκοπούς πληρότητας της παρούσης, αξίζει θεωρώ να σημειωθούν τα εξής σχετικά.

Η ύπαρξη βεβαίως του ανήλικο τέκνου του αιτητή δημιουργεί βεβαίως ζήτημα βέλτιστου συμφέροντος του τέκνου αυτού και συνεπώς θα πρέπει να εξεταστεί πως επηρεάζεται υπό τις περιστάσεις εκάστης περίπτωσης. Ως λέχθηκε στην απόφαση του ΔΕΕ C-112/20, M. A., ημ.11/03/21, «[…] τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού πριν εκδώσουν απόφαση περί επιστροφής, συνοδευόμενη από απαγόρευση εισόδου, ακόμη και όταν ο αποδέκτης της αποφάσεως αυτής δεν είναι ένας ανήλικος, αλλά ο πατέρας του ανηλίκου αυτού. ». Στην ίδια απόφαση λέχθηκε περαιτέρω, στη σκέψη 27, ότι «για την εκτίμηση αυτή είναι μεν κρίσιμη η περίσταση ότι ο έτερος γονέας του παιδιού είναι όντως ικανός και διατεθειμένος να αναλάβει μόνος την καθημερινή και πραγματική φροντίδα του παιδιού, αλλά το στοιχείο αυτό δεν επαρκεί αφ' εαυτού για να κριθεί ότι δεν υφίσταται, μεταξύ του γονέα που είναι υπήκοος τρίτης χώρας και του παιδιού, σχέση εξαρτήσεως τέτοιου είδους ώστε το παιδί να είναι αναγκασμένο να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης αν δεν αναγνωρισθεί δικαίωμα διαμονής στον εν λόγω υπήκοο τρίτης χώρας. Πράγματι, μια τέτοια διαπίστωση πρέπει να στηρίζεται στη συνεκτίμηση, προς το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, του συνόλου των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως, ιδίως δε της ηλικίας του παιδιού, της σωματικής και συναισθηματικής του αναπτύξεως, της εντάσεως του συναισθηματικού του δεσμού με καθέναν από τους γονείς του, καθώς και του κινδύνου που θα συνεπαγόταν για την ισορροπία του παιδιού ο αποχωρισμός του από τον γονέα υπήκοο τρίτης χώρας (πρβλ. απόφαση της 10ης Μαΐου 2017, Chavez-Vilchez κ.λπ., C 133/15, EU:C:2017:354, σκέψεις 70 και 71). [.].».

Η προσέγγιση αυτή επιβεβαιώθηκε και στην πιο πρόσφατη απόφαση στη C‑484/22, G. S., ECLI:EU:C:2023:122, ημ.15/02/23 και είχε υιοθετηθεί και προ πολλού από το ΕΔΑΔ στην απόφαση του στην υπόθεση αρ.56811/00, Amrollahi v. Denmark, ημ.11/07/02. Οι ως άνω αποφάσεις του Δικαστηρίου του Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) και Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) αναφέρονται στην ανάγκη εξέτασης, η υπό το πρίσμα του αρ.24 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Χάρτης) και του αρ.8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), αντίστοιχα, του βέλτιστου συμφέροντος του εμπλεκόμενου ανηλίκου στα πλαίσια έκδοσης απόφασης επιστροφής, είτε κατά του ιδίου του ανήλικου είτε κατά των γονέων αυτού. 

Στην αιτιολογική σκέψη 18 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, αναφέρεται ότι το «μείζον συμφέρον του παιδιού θα πρέπει να αποτελεί πρωταρχικό μέλημα των κρατών μελών κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, σύμφωνα με τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 1989 για τα δικαιώματα του παιδιού. Κατά την αξιολόγηση του μείζονος συμφέροντος του παιδιού, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν ιδίως υπόψη τους την αρχή της οικογενειακής ενότητας, την ευημερία και την κοινωνική ανάπτυξη του ανηλίκου, ζητήματα ασφάλειας και προστασίας και τις απόψεις του ανηλίκου ανάλογα με την ηλικία του και την ωριμότητά του.»

Επί του γενικότερου ζητήματος τόσο σχετικά με τη συμβία του αιτητή (μητέρα ανήλικου τέκνου του) όσο και το ανήλικο τέκνο αυτού, απολύτως σχετικά είναι τα λεχθέντα στην αιτ. αρ.12738/10, Jeunesse v. The Netherlands [8], ημ.03/10/14 (ΕΔΑΔ), όπου το Δικαστήριο, με παραπομπές και στην πλούσια επί τούτου νομολογία του, ανέφερε τα εξής:

«104. Η υπό κρίση υπόθεση μπορεί να διακριθεί από τις υποθέσεις που αφορούν «εγκατεστημένους μετανάστες», δεδομένου ότι η έννοια αυτή έχει χρησιμοποιηθεί στη νομολογία του Δικαστηρίου, δηλαδή πρόσωπα στα οποία έχει ήδη χορηγηθεί επισήμως δικαίωμα διαμονής σε χώρα υποδοχής. […]

105. Δεδομένου ότι η πραγματική και νομική κατάσταση του εγκατεστημένου μετανάστη και του αλλοδαπού που ζητεί να γίνει δεκτός στη χώρα υποδοχής –έστω και αν στην περίπτωση της αιτούσας [αυτό γίνεται] μετά από πολυάριθμες αιτήσεις για τη χορήγηση άδειας διαμονής και πολυετούς πραγματικής διαμονής– δεν είναι τα ίδια, τα κριτήρια που έχει αναπτύξει η νομολογία του Δικαστηρίου για την εκτίμηση της συμβατότητας της άδειας διαμονής του εγκατεστημένου μετανάστη με το άρθρο 8 δεν μπορούν να μεταφερθούν αυτομάτως στην κατάσταση της προσφεύγουσας. […]

[…]

108.  Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα είναι αν η οικογενειακή ζωή δημιουργήθηκε σε χρόνο κατά τον οποίο τα εμπλεκόμενα πρόσωπα γνώριζαν ότι το καθεστώς μετανάστη ενός εξ αυτών ήταν τέτοιο ώστε η συνέχιση της οικογενειακής ζωής εντός του κράτους υποδοχής θα ήταν εξαρχής επισφαλής. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, όταν συμβαίνει αυτό, είναι πιθανό μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις η μετακίνηση του αλλοδαπού μέλους της οικογένειας να συνιστά παραβίαση του άρθρου 8 (βλ. Abdulaziz, Cabales και Balkandali κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 28ης Μαΐου 1985, σειρά Α αριθ. 94, σ. 94, § 68; Mitchell κατά Ηνωμένου Βασιλείου (απόφ.), αριθ. 40447/98, 24 Νοεμβρίου 1998· Ajayi και άλλοι κατά Ηνωμένου Βασιλείου (απόφ.), αριθ. 27663/95, 22 Ιουνίου 1999· M. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (απόφ.), αριθ. 25087/06, 24 Ιουνίου 2008· Rodrigues da Silva και Hoogkamer κατά Κάτω Χωρών, ό.π., § 39· Arvelo Aponte κατά Κάτω Χωρών, ό.π., §§ 57-58· και Butt v. Νορβηγία, όπ.π., § 78).

109.  Όταν εμπλέκονται παιδιά, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το υπέρτατο συμφέρον τους (βλ. Tuquabo-Tekle κ.λπ. κατά Κάτω Χωρών, αριθ. 60665/00, § 44, 1 Δεκεμβρίου 2005· τηρουμένων των αναλογιών, Popov κατά Γαλλίας, αριθ. 39472/07 και 39474/07, §§ 139-140, 19 Ιανουαρίου 2012· Neulinger και Shuruk v. Ελβετία, ό.π., § 135· και X v. Λετονία [GC], αριθ. 27853/09, § 96, ΕΔΑΔ 2013). Σε αυτό το συγκεκριμένο σημείο, το Δικαστήριο επανέλαβε ότι υπάρχει ευρεία συναίνεση, συμπεριλαμβανομένου του διεθνούς δικαίου, προς υποστήριξη της ιδέας ότι σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν τα παιδιά, το βέλτιστο συμφέρον τους είναι υψίστης σημασίας (βλ. Neulinger και Shuruk κατά Ελβετίας, ό.π., § 135, και X κατά Λετονίας, ό.π., § 96). Αν και από μόνα τους δεν μπορούν να είναι καθοριστικά, τα συμφέροντα αυτά πρέπει ασφαλώς να έχουν μεγάλη βαρύτητα. Ως εκ τούτου, τα εθνικά όργανα λήψης αποφάσεων θα πρέπει, καταρχήν, να εξετάζουν και να αξιολογούν αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την πρακτικότητα, τη σκοπιμότητα και την αναλογικότητα οποιασδήποτε απομάκρυνσης αλλοδαπού γονέα, προκειμένου να παρέχεται αποτελεσματική προστασία και επαρκής βαρύτητα στο μείζον συμφέρον των παιδιών που θίγονται άμεσα από αυτήν.»

Εκ της ως άνω νομολογίας καθίσταται θεωρώ σαφές ότι το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή και το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου σταθμίζονται και συναξιολογούνται σε εκάστη υπόθεση μαζί με το σύνολο των περιστάσεων που την αφορούν. Αφενός λοιπόν δεν είναι κάθε επέμβαση στο δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή ανεπίτρεπτη, καθώς μπορεί, υπό το φως των λοιπών περιστάσεων που αφορούν μια υπόθεση, να κριθεί δικαιολογημένη και αναλογική προς τον σκοπό της απομάκρυνσης ενός αιτητή (όπου τούτο επιτρέπεται ή και επιβάλλεται από την οικεία νομοθεσία) και αφετέρου το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου, αν και ιδιαίτερης βαρύτητας, δεν είναι αφ’ εαυτού καθοριστικό, όταν άλλοι παράμετροι της υπόθεσης, μεταξύ των οποίων οι συνθήκες κάτω από τις οποίες αλλά και ο χρόνος κατά τον οποίο δημιουργήθηκαν οι δεσμοί των εμπλεκομένων, δεικνύουν ότι ήταν γνωστό σ’ αυτούς τότε ότι «η συνέχιση αυτής της οικογενειακής ζωής εντός του κράτους υποδοχής θα ήταν εξαρχής επισφαλής» (βλ. και αιτ. αρ.265/07, Darren Omoregie a.o. v. Norway, ημ.31/10/08, ΕΔΑΔ) και δεν συντρέχουν άλλες εξαιρετικές περιστάσεις.

Σε συνέχεια των ως άνω αξίζει να σημειωθεί ότι δεν θεωρώ ότι το παρόν Δικαστήριο έχει υποχρέωση να αναζητήσει ενεργά στοιχεία, πέραν των όσων ο αιτητής προσκομίζει. Θα πρέπει εδώ να υπομνησθεί ότι στην απόφαση του το ΔΕΕ στη C-133/15, Chavez-Vilhez a.o., ημ.10/05/17, στην οποία γίνεται αναφορά και στη C-112/20, M. A. (ανωτέρω), όπου εξετάστηκε το κατά πόσο ένα κράτος μέλος έχει υποχρέωση να παρέχει άδεια διαμονής σε γονέα παιδιού (όπου το παιδί ήταν πολίτης του κράτους αυτού, ως και ο έτερος γονέας του), κατέληξε στα εξής, που θεωρώ ότι έχουν εδώ σημασία, τηρουμένων των αναλογιών, δεδομένου ότι επίδικο στην παρούσα δεν είναι η χορήγηση άδειας διαμονής αλλά τυχόν ακύρωση της απόφασης επιστροφής του αιτητή (για παρεμφερείς ωστόσο λόγους):

«Το άρθρο 20 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει σε κράτος μέλος να εξαρτά το δικαίωμα διαμονής, στο έδαφός του, υπηκόου τρίτης χώρας, γονέα ο οποίος έχει την καθημερινή πραγματική φροντίδα ανήλικου τέκνου έχοντος την ιθαγένεια του εν λόγω κράτους μέλους, από την υποχρέωση του εν λόγω υπηκόου να προσκομίσει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι τυχόν απόφαση περί μη αναγνωρίσεως δικαιώματος διαμονής στον γονέα υπήκοο τρίτης χώρας θα στερούσε από το τέκνο τη δυνατότητα πραγματικής απολαύσεως, κατά το ουσιώδες μέρος τους, των δικαιωμάτων που παρέχει η ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης, υποχρεώνοντάς το να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης θεωρούμενο ως εν όλον. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους οφείλουν, όμως, να προβαίνουν, βάσει των στοιχείων που προσκομίζονται από υπήκοο τρίτης χώρας, στην αναγκαία έρευνα ώστε να μπορέσουν να κρίνουν, υπό το πρίσμα του συνόλου των περιστάσεων της υποθέσεως, αν τυχόν απορριπτική απόφαση θα είχε τις συνέπειες αυτές.».

Στη δε απόφαση του ΔΕΕ στη C-156/23, Ararat, ημ.17/10/24, που αφορούσε απόφαση επιστροφής σε σχέση με τον ανήλικο εκεί αιτητή και της στα πλαίσια τούτης εξέτασης της αρχής της μη επαναπροώθησης, λέχθηκαν τα εξής, στη σκέψη 52, που δεικνύουν ομοίως ότι η εξέταση γίνεται στη βάση των ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχείων:

«[Το] άρθρο 13, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2008/115, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 της οδηγίας αυτής, καθώς και με το άρθρο 19, παράγραφος 2, και το άρθρο 47 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι υποχρεώνει το εθνικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται του ελέγχου νομιμότητας πράξης με την οποία η αρμόδια εθνική αρχή απορρίπτει αίτηση για χορήγηση άδειας διαμονής επί τη βάσει του εθνικού δικαίου και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, θέτει τέρμα στην αναστολή εκτέλεσης της απόφασης επιστροφής που είχε εκδοθεί προηγουμένως στο πλαίσιο διαδικασίας διεθνούς προστασίας, να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, βάσει των στοιχείων της δικογραφίας που έχουν τεθεί υπόψη του, όπως συμπληρώθηκαν ή αποσαφηνίστηκαν κατόπιν κατ’ αντιμωλίαν διαδικασίας, ενδεχόμενη παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης λόγω της εκτέλεσης της απόφασης επιστροφής.»

Παρεμφερώς με τα ως άνω, στην απόφαση του ΔΕΕ στη C-484/22, GS, ημ.15/02/23, που και πάλι αφορούσε το ίδιο το ανήλικο, λέχθηκε, σκέψη 25, ότι «το άρθρο 5 της οδηγίας 2008/115 αντιτίθεται στην έκδοση από κράτος µέλος αποφάσεως επιστροφής χωρίς να ληφθούν υπόψη τα κρίσιμα στοιχεία της οικογενειακής ζωής του εν λόγω υπηκόου τρίτης χώρας τα οποία αυτός επικαλέστηκε, προκειμένου να αντιταχθεί στην έκδοση της ως άνω αποφάσεως […].»

Σταθμίζοντας λοιπόν τα ενώπιον μου στοιχεία ως πιο πάνω καταγράφονται, ότι, στη βάση της ως άνω νομολογίας, δεδομένου ότι οι δεσμοί των εμπλεκομένων επήλθαν σε χρόνο που αυτοί γνώριζαν ότι η συνέχιση αυτής της οικογενειακής ζωής στη Δημοκρατία είναι εξαρχής επισφαλής (βλ. Omoregie και Jeunesse, ανωτέρω), αφού, δεδομένου εδώ του ότι εκκρεμούσαν (κατά τη γέννηση του ανήλικου τέκνου) οι αιτήσεις διεθνούς προστασίας τόσο του αιτητή όσο και της μητέρας του ανήλικου τέκνου αυτού, η συνέχιση της (νόμιμης) παραμονής τους στη Δημοκρατία εξαρτάτο έκτοτε από την έκβαση των αιτήσεων τους (επί των οποίων ουδεμία προσδοκία επιτυχίας βεβαίως είχαν). Επιπροσθέτως τούτου, στην απουσία εδώ εξαιρετικών περιστάσεων ή στοιχείων που θα επέτρεπαν περαιτέρω συνεκτίμηση του βέλτιστου συμφέροντος του ανήλικου τέκνου του αιτητή, υπό το πρίσμα των παραμέτρων που αναφέρονται στην Μ.Α. (ΔΕΕ, ανωτέρω), είναι κατάληξη μου ότι η απομάκρυνση του αιτητή από τη Δημοκρατία δεν συνιστά εδώ αυθαίρετη επέμβαση στο δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή [δεδομένης και της επιφύλαξης του αρ.8 (2) της ΕΣΔΑ], δεδομένου ότι έχει κριθεί νόμιμη και ορθή τόσο η απόρριψη της επίδικης αίτησης διεθνούς προστασίας, όσο και η συνδεδεμένη μ’ αυτήν απόφαση επιστροφής, για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω. 

Ουδέν ετέθη ενώπιον μου στα πλαίσια της παρούσης που να ανατρέπει τα ως άνω.

Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] ACLED, ACLED Explorer – Liberia (All events, Past Year), Latest update: 14/10/2026, https://apps.acleddata.com/newexplorer/?time=year&type=events&disorder=all#/country/430 [ημερ. πρόσβασης 26/10/2026]

[2] ACLED, ACLED Explorer – Liberia (All fatalities, Past Year), Latest update: 14/10/2026, https://apps.acleddata.com/newexplorer/?time=year&type=fatalities&disorder=all#/country/430 [ημερ. πρόσβασης 26/10/2026]

[3] City Population, Liberia: Counties – Montserrado County, 28/01/2024, https://www.citypopulation.de/en/liberia/ [26/10/2026]

[4] ACLED, ACLED Explorer – Liberia (All events, Past Year), Latest update: 14/10/2026, https://apps.acleddata.com/newexplorer/?time=year&type=events&disorder=all#/country/430 (map) [ημερ. πρόσβασης 26/10/2026]

[5] ACLED, ACLED Explorer – Liberia (All fatalities, Past Year), Latest update: 14/10/2026, https://apps.acleddata.com/newexplorer/?time=year&type=fatalities&disorder=all#/country/430 (map) [ημερ. πρόσβασης 26/10/2026]

[6] Republic of Liberia, Liberia Institute of Statistics and Geo-Information Services (LISGIS), Liberia Population Data by Districts (table), [2026], https://lisgis.gov.lr/map-data [ημερ. πρόσβασης 26/10/2026]

[7] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο