M. B. S. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 3563/2024, 19/10/2026
print
Τίτλος:
M. B. S. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 3563/2024, 19/10/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

                                                                              Υπόθεση Αρ.: 3563/2024

19 Οκτωβρίου, 2026

[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 Μεταξύ:

M. B. S.

από τη Λιβερία

Αιτητής

-και -

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω

Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, Υπηρεσίας Ασύλου

                                                           Καθ' ων η Αίτηση

 

Δικηγόροι για Αιτητή: Ζ. Ποντίκη (κα) για Χρ. Λαζάρου Αρτέμη, Δικηγόροι για τον Αιτητή

Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: Λ. Βελίκοβα (κα), για Α. Σπύρου (κος) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

[Διερμηνέας: Ευστράτιος Θεοδοσίου, για διερμηνεία από την αγγλική στην ελληνική και αντίστροφα]

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 02.07.2024 με την οποίαν απορρίφθηκε το αίτημα του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).

 

Ι. Πραγματικό και διαδικαστικό ιστορικό

 

Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τ1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).

 

Ο Αιτητής κατάγεται από την Λιβερία, την οποία εγκατέλειψε στις 15.09.2021 και δια μέσου των μη ελεγχόμενων από την Κυπριακή Δημοκρατία εισήλθε παρατύπως στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχές στις 14.03.2022. Στις 07.04.2022 υπέβαλε αίτηση για παροχή καθεστώτος διεθνούς προστασίας και την 01.07.2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από Λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»). Στις 02.07.2024 ο Λειτουργός υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε αυθημερόν την εν λόγω εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή. Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στον Αιτητή με επιστολή της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 16.08.2024, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή την ίδια μέρα. Με την υπό κρίση προσφυγή ο Αιτητής αμφισβητεί την εν λόγω απόφαση.

 

ΙΙ. Θέσεις των διαδίκων

 

Ο Αιτητής, μέσω της συνηγόρου του, προέβαλε στα πλαίσια τόσο του εισαγωγικού δικογράφου της διαδικασίας όσο και της γραπτής της αγόρευσης αρκετούς λόγους ακυρώσεως, τους οποίους ωστόσο απέσυρε κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων και  περιορίστηκε μόνο στην προώθηση του λόγου ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας.

 

Από την πλευρά τους οι Καθ' ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης υποβάλλοντας ότι αυτή λήφθηκε ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίδει ο Νόμος, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης καθώς και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Ισχυρίζονται περαιτέρω, ότι οι λόγοι εγκατάλειψης της χώρας του Αιτητή αφορούν οικονομικούς και εκπαιδευτικούς λόγους. Επιπλέον επισημαίνουν ότι ερωτηθείς κατά τη συνέντευξη του σχετικά με τυχόν λόγους δίωξης που αντιμετωπίζει στη χώρα του, απάντησε αρνητικά.

 

 ΙΙΙ. Αξιολόγηση Δικαστηρίου

 

Α.  Επί της ουσίας της υπόθεσης σε συνάρτηση με τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας

 

Αναφορικά με τον εναπομείναντα λόγο ακυρώσεως, παρατηρώ ότι αυτός προωθείται με γενικότητα και αοριστία χωρίς οποιαδήποτε εξειδίκευση σε συνάρτηση με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης του Αιτητή.[1] Τούτο δε, αντίθετα με τα όσα επιτάσσει ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962.[2] Έχει πλειστάκις λεχθεί και από το παρόν Δικαστήριο, με παραπομπή στη σχετική επί του θέματος νομολογία ότι τα επίδικα θέματα στοιχειοθετούνται και προσδιορίζονται από τη δικογραφία[3], ενώ ξεκάθαρη είναι η απαίτηση για αιτιολόγηση των νομικών σημείων της αίτησης ακυρώσεως, ούτως ώστε αυτά να μπορούν να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο.[4] Δεν αρκεί συνεπώς η γενικόλογη και αόριστη επιχειρηματολογία περί έλλειψης δέουσας έρευνας και πλάνης περί τα πράγματα, χωρίς ταυτόχρονα την εξειδίκευση και αναφορά στα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης και στη βάση ποιας συγκεκριμένης επιχειρηματολογίας προωθούνται οι συγκεκριμένοι λόγοι ακυρώσεως. Η έννοια του Κανονισμού 7 είναι η οριοθέτηση με λεπτομέρεια, (αυτή είναι η έννοια της λέξης «πλήρως»), ούτως ώστε τα επίδικα θέματα να περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, με τους διαδίκους να γνωρίζουν με ακρίβεια το λόγο που προωθείται η νομική εισήγηση, αλλά και το Δικαστήριο να ασχολείται μόνο με συγκεκριμένα ζητήματα και όχι με γενικότητες και αοριστολογίες.

 

Εν πάση περιπτώσει ενόψει και της υποχρέωσης που έχει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο τόσο της νομιμότητας, όσο και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν[5], θα προχωρήσω να εξετάσω τον ισχυρισμό αυτόν -παρά την γενικότητα με την οποία προωθείται- σε συνάρτηση και με την ουσία της υπόθεσης αυτής.

 

Επισημαίνεται ότι, το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση.[6]

 

Α.1. Οι ισχυρισμοί του Αιτητή κατά τη διοικητική διαδικασία

 

Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου. Ειδικότερα, παρατηρώ ότι ο Αιτητής κατά την υποβολή της αίτησής του για διεθνή προστασία, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του διότι ο μουσουλμάνος πατέρας του, ο οποίος ανήκει στη φυλή Mandingo, τον πίεζε να παντρευτεί μέλος της οικογένειάς τους, ήτοι την κόρη της αδελφής του πατέρα του. Ο Αιτητής πρόσθεσε πως τόσο ο ίδιος όσο και η μητέρα του είναι Χριστιανοί και εξήγησε ότι αντιστάθηκε στις πιέσεις του πατέρα του διότι η θρησκεία του το απαγορεύει (βλ. ερυθρό 2 δ.φ.).

 

Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης, ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι είναι υπήκοος Λιβερίας και κάτοχος διαβατηρίου της χώρας του, γεννημένος στην πόλη Paynesville της κομητείας Montserrado και από την ηλικία των 2 ετών έως ότου αναχώρησε από τη χώρα του, διέμενε στο προάστιο Barnersvilleτης Monrovia, της κομητείας Montserrado  (βλ. ερυθρό 35 7χ δ.φ.). Είναι Χριστιανός στο θρήσκευμα, ανήκει στη φυλή Mandingo και ως ο ίδιος ανέφερε είναι άγαμος και πατέρας ενός παιδιού γεννημένου το 2020, το οποίο ζει με τη μητέρα του στη Monrovia και με τους οποίους διατηρεί επικοινωνία (βλ. ερυθρά 36 3χ και 35 6χ δ.φ.). Ως προς τη πατρική του οικογένεια, ο Αιτητής δήλωσε ότι οι γονείς του και τα τρία του αδέλφια βρίσκονται στη Monrovia και πως διατηρεί μαζί τους τακτική επικοινωνία. Πρόσθεσε ότι διαθέτει ευρύτερη οικογένειας αποτελούμενη από θείους και μία θεία στη Monrovia με τους οποίους όμως δεν επικοινωνεί (βλ. ερυθρά 36 - 35 δ.φ.). Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο δήλωσε απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και πρόσθεσε πως φοίτησε για ένα έτος στο πανεπιστήμιο United Methodist University στη Monrovia και επιπλέον για τρία εξάμηνα σε ένα ινστιτούτο ιατρικής. Δήλωσε ακόμα ότι ομιλεί Αγγλικά, Mandingo και Mende (βλ. ερυθρό 36 2χ δ.φ.).

 

Αναφορικά με το ταξίδι του, ο Αιτητής ανέφερε ότι αφίχθηκε στις μη ελεγχόμενες από τη Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές για εκπαιδευτικούς λόγους όπου παρέμεινε και φοίτησε για οκτώ μήνες στο Cyprus West University ως Μηχανικός Υπολογιστών και στη συνέχεια για οικονομικούς λόγους διέκοψε τις σπουδές του. Ακολούθως, εισήλθε παρατύπως στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές όπου κατέθεσε αίτηση διεθνούς προστασίας (βλ. ερυθρό 34 1χ δ.φ.).

 

Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής του δήλωσε ότι ο πατέρας του σταμάτησε να χρηματοδοτεί τις σπουδές του αφότου ο ίδιος αρνήθηκε να συνάψει γάμο τον οποίο είχε κανονίσει ο πατέρας του. Ο Αιτητής διευκρίνισε ότι ο πατέρας του είχε ήδη πληρώσει τα δίδακτρα για το πρώτο τρίμηνο των σπουδών του και ότι όταν ο Αιτητής αρνήθηκε να παντρευτεί, ο πατέρας του δεν του έδωσε άλλα χρήματα∙ πρόσθεσε ότι η μητέρα του ήταν αυτή που πλήρωσε για το αεροπορικό του εισιτήριο. Ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα του με σκοπό να σπουδάσει και ότι αποφάσισε να εισέλθει στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και να αιτηθεί διεθνούς προστασίας για ένα καλύτερο μέλλον για τον ίδιο και τη μητέρα του, η οποία είχε σταματήσει να εργάζεται (βλ. ερυθρό 34 2χ 3χ δ.φ.).

 

Ερωτώμενος σχετικά με τις γονείς του και την δήλωσή του ότι ο πατέρας του είναι μουσουλμάνος ενώ η μητέρα του χριστιανή,  ο Αιτητής δήλωσε πως η μητέρα του κατάγεται από τη Σιέρρα Λεόνε και γνώρισε τον πατέρα του στη Λιβερία. Στη Λιβερία σύναψαν γάμο στο δικαστήριο καθώς η οικογένεια του πατέρα του δεν ενέκρινε το γάμο τους. Εξήγησε ότι ο ίδιος μεγάλωσε ως μουσουλμάνος και ότι μερικές φορές πήγαινε στην εκκλησία με τη μητέρα του. Δήλωσε επιπλέον ότι προσευχόταν πέντε φορές τη μέρα σύμφωνα με την παράδοση του Ισλάμ και ότι στο σπίτι του γιόρταζαν τις μουσουλμανικές εορτές. Ο Αιτητής δήλωσε επιπλέον ότι η μητέρα του άρχισε να εορτάζει τις χριστιανικές εορτές μετά τον χωρισμό της με τον πατέρα του το 2017, ότι όλη του τη ζωή περιτριγυριζόταν από Χριστιανούς και δήλωσε ότι πλέον είναι Χριστιανός. Κληθείς ο Αιτητής να εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο μεταστράφηκε στο Χριστιανισμό, ανέφερε ότι  αποδέχτηκε τον Κύριο ως τον προσωπικό του λυτρωτή. Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει το πώς το έπραξε αυτό, ο Αιτητής δήλωσε ότι δε χρειαζόταν να πηγαίνει στην εκκλησία και ότι αρκούσε να ζει τη ζωή του πιστεύοντας σε Αυτόν (βλ. ερυθρό 33 1χ-12χ δ.φ.).

 

Εν συνεχεία ο Λειτουργός ζήτησε από τον Αιτητή να περιγράψει λεπτομερώς το περιστατικό κατά το οποίο αρνήθηκε το γάμο που του πρότεινε ο πατέρας του. Εξήγησε ότι ο πατέρας του ήταν αυτός που οργάνωσε το ταξίδι του Αιτητή και το 2021 και δύο μήνες προτού φύγει από τη χώρα, στις 10.7.2021, του ζήτησε να παντρευτεί την ξαδέλφη του, κόρη της πατρικής του θείας. Εξήγησε ότι στο Ισλάμ συγγενείς θεωρείται «μόνο ένα άτομο που προέρχεται από ένα άντρα της οικογενείας». Μετά την άρνηση του Αιτητή, ακολούθησαν τρεις μέρες διαμάχης∙ ο πατέρας του ακύρωσε όλη την οικονομική υποστήριξη προς εκείνον, συμπεριλαμβανομένου του αεροπορικού του εισιτηρίου, τον έδιωξε από την οικογενειακή εστία και μετακόμισε στη μητέρα του. Ως αποτέλεσμα, η μητέρα του κάλυψε το κόστος του εισιτηρίου και των διδάκτρων του δεύτερου εξαμήνου και στη συνέχεια λόγω ασθένειας, η μητέρα του δε μπορούσε να τον βοηθήσει. Έτσι, ο Αιτητής δήλωσε ότι για το λόγο αυτό εισήλθε στη Κυπριακή Δημοκρατία για να έχει ένα καλύτερο μέλλον (βλ. ερυθρό 33 13χ δ.φ.).

 

Ερωτηθείς να αναφέρει αν από τότε που απομακρύνθηκε από την οικογενειακή εστία μέχρι που εγκατέλειψε τη χώρα αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα αποκρίθηκε αρνητικά και επιπλέον πρόσθεσε ότι από τότε δεν διατηρεί επικοινωνία με τον πατέρα του. Κληθείς να αναφερθεί στο ακριβές περιστατικό το οποίο τον ανάγκασε να εγκαταλείψει τη χώρα του, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν αναγκάστηκε να φύγει από τη χώρα του, ότι σκόπευε να σπουδάσει στο εξωτερικό και ότι αιτήθηκε διεθνούς προστασίας διότι δε μπορούσε να πληρώσει τα δίδακτρά του (βλ. ερυθρά 33, 32 2χ δ.φ.) .

 

Ερωτώμενος αν θα μπορούσε να μετεγκατασταθεί με ασφάλεια σε κάποιο άλλο μέρος στη Λιβερία, ο Αιτητής αποκρίθηκε ότι θα είναι πολύ δύσκολο λόγω της οικονομικής κατάστασης και ως προς της συνέπειες πιθανής επιστροφής του στη χώρα ανέφερε ότι δε θα μπορεί να στηρίξει οικονομικά τη μητέρα του και τον γιό του και τέλος ανέφερε ότι οι αρχές της χώρας του θα του επιτρέψουν την είσοδο σε αυτή (βλ. ερυθρό 32 4χ-6χ δ.φ.).

 

Α.2. Η αξιολόγηση των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση που διενεργήθηκε, επί των όσων ο Αιτητής παρέθεσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του από τους Καθ' ων η αίτηση, διαφαίνεται ότι ο Λειτουργός εντόπισε και εξέτασε δύο ισχυρισμούς:

Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός αφορούσε την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής, τα προσωπικά στοιχεία και το προφίλ και του Αιτητή και έγινε αποδεκτός καθώς κρίθηκε ότι ο Αιτητής παρουσίασε τα προσωπικά του στοιχεία με συνεκτικό τρόπο, τα οποία συνάδουν και με το πρωτότυπο διαβατήριο που κατέθεσε στην Υπηρεσία Ασύλου. Ως τελευταίος τόπος διαμονής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής κρίθηκε το προάστιο Barnersville της Monrovia στη Λιβερία.      

 

Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός αφορούσε λόγους προσωπικής ανέλιξης, οικονομικούς, εκπαιδευτικούς και κοινωνικούς και έγινε αποδεκτός καθώς ο Λειτουργός έκρινε πως ο Αιτητής παρουσίασε τους ισχυρισμούς του με συνεκτικό και επαρκώς λεπτομερή τρόπο. Συγκεκριμένα, ο Λειτουργός τόνισε πως όταν ο Αιτητής κλήθηκε να απαντήσει σχετικά με το περιστατικό που έκανε τον πατέρα του να διακόψει την οικονομική του ενίσχυση, εκείνος απάντησε με τρόπο συνεκτικό και συγκεκριμένο πως εξαιτίας της διαφωνίας του με τον πατερά του σχετικά με τον γάμο που κανόνισε με την ξαδέρφη του, ο πατέρας του αποφάσισε να διακόψει την οικονομική του ενίσχυση για τις σπουδές στο εξωτερικό. Επιπλέον, κρίθηκε ότι πρόσθεσε με συνέπεια και συνοχή πως η μητέρα του πλήρωσε το αεροπορικό του εισιτήριο και τα δίδακτρα του, ωστόσο αρρώστησε αργότερα και δεν ήταν σε θέση να εργαστεί και ο ίδιος αποφάσισε να έρθει στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές για ένα καλύτερο μέλλον.

 

Ο Λειτουργός επεσήμανε επιπλέον ότι όταν ρωτήθηκε σχετικά με το περιστατικό που τον ανάγκασε να εγκαταλείψει την χωρά του, ο Αιτητής απήντησε με τρόπο σαφή και συνεκτικό πως δεν αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την χώρα του, ήθελε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό, αλλά δεν ήταν σε θέση να καταβάλει τα δίδακτρα και έκανε αίτημα για διεθνή προστασία.

 

Αναφορικά με την εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού, ο Λειτουργός έκρινε πως τα όσα ανέφερε ο Αιτητής στη συνέντευξη αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπάρχουνε εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Ως εκ των άνω ο ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός.

 

Εν συνεχεία, στο πλαίσιο της αξιολόγησης κινδύνου, ενόψει των δύο ισχυρισμών οι οποίοι έγιναν αποδεκτοί, ο Λειτουργός, αφού έλαβε υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ήτοι ότι πρόκειται για άνδρα νεαρής ηλικίας, υγιή, με υψηλό μορφωτικό επίπεδο, υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής και χωρίς εμφανή ευαλωτότητα, και την κατάσταση ασφαλείας στην Monrovia της Λιβερίας, έκρινε ότι δε συντρέχει εύλογη πιθανότητα να αντιμετωπίσει δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης, σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του και στον τόπο συνήθους διαμονής του.

 

Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου και του άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε πως ο Αιτητής κατά την επιστροφή του στη πόλη Monrovia της Λιβερίας, δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, ο Λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

 

Υπό το φως των ανωτέρω, ο Λειτουργός εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή τόσο ως προς την αναγνώριση προσφυγικού καθεστώτος όσο και ως προς την παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.

 

Α.3. Η δικαστική αξιολόγηση της αξιοπιστίας

 

Αξιολογώντας τα όσα έχουν ανωτέρω εκτεθεί, υπό το φως των εφαρμοστέων νομοθετικών διατάξεων, και έχοντας μελετήσει επισταμένως την Εισηγητική Έκθεση του αρμόδιου Λειτουργού, σε συνάρτηση με τις δηλώσεις του Αιτητή και το σύνολο των ενώπιόν μου στοιχείων, καταλήγω στα ακόλουθα:

 

Προκαταρκτικώς, παρατηρώ ότι η αποτύπωση του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού από τους Καθ’ ων η αίτηση ως αφορώντος λόγους προσωπικής ανέλιξης, οικονομικούς, εκπαιδευτικούς και κοινωνικούς δεν αποδίδει πλήρως το περιεχόμενο της αφήγησης του Αιτητή. Πέραν της επιδίωξής του να σπουδάσει στο εξωτερικό και της μεταγενέστερης αδυναμίας χρηματοδότησης των σπουδών του, ο Αιτητής αναφέρθηκε σε πίεση από τον πατέρα του να συνάψει γάμο με την ξαδέλφη του, στην άρνησή του και στην επακόλουθη οικογενειακή σύγκρουση, η οποία, κατά τα λεγόμενά του, οδήγησε στην απομάκρυνσή του από την πατρική εστία και στη διακοπή της οικονομικής υποστήριξης. Τα περιστατικά αυτά, μολονότι συνδέονται με τις οικονομικές δυσχέρειες που περιέγραψε, χρήζουν σαφούς αξιολόγησης ως προς την αξιοπιστία και τη σημασία τους για την εκτίμηση τυχόν κινδύνου κατά την επιστροφή του.

 

Δεν παραγνωρίζω ότι ο Λειτουργός εξέτασε τη διαφωνία για τον γάμο και την αποδέχθηκε ως αιτία διακοπής της χρηματοδότησης του Αιτητή. Συνεπώς, το ζήτημα δεν έγκειται σε πλήρη παράλειψη εξέτασης της σχετικής αφήγησης, αλλά στην ανάγκη πληρέστερου προσδιορισμού των επιμέρους πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν τη βάση του αιτήματος. Για τους σκοπούς της παρούσας αξιολόγησης, διακρίνω το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, την επικαλούμενη πίεση για σύναψη γάμου και τις συνέπειες της άρνησής του, καθώς και τις εκπαιδευτικές και οικονομικές περιστάσεις της αναχώρησης και της υποβολής της αίτησής του, συνεκτιμώντας τη μεταξύ τους σύνδεση.

 

Πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός: Ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικό προφίλ του Αιτητή

 

Ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, συμφωνώ με την αποδοχή από τους Καθ’ ων η αίτηση της ταυτότητας, της λιβεριανής ιθαγένειας και του τόπου καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή. Οι σχετικές δηλώσεις του κρίθηκαν συνεκτικές και συνάδουσες με το πρωτότυπο διαβατήριο που προσκόμισε. Ειδικότερα, ο Αιτητής προσδιόρισε ως τόπο γέννησής του την Paynesville της κομητείας Montserrado και ως τόπο διαμονής του, από την ηλικία των δύο ετών μέχρι την αναχώρησή του, το προάστιο Barnersville της Monrovia (ερυθρό 35 δ.φ.). Από τα ενώπιόν μου στοιχεία δεν προκύπτει λόγος διαφοροποίησης από τα ευρήματα αυτά.

 

Ομοίως, δεν εντοπίζω ουσιώδη στοιχεία που να κλονίζουν τις δηλώσεις του ως προς την καταγωγή του από τη φυλή Mandingo, το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο και την οικογενειακή του κατάσταση, περιλαμβανομένης της ύπαρξης ανήλικου τέκνου που διαμένει με τη μητέρα του στη Monrovia. Τα στοιχεία αυτά γίνονται αποδεκτά ως μέρος του προσωπικού του προφίλ.

 

Ιδιαίτερη αναφορά απαιτείται στη δηλωθείσα θρησκευτική ταυτότητα του Αιτητή, ως προς την οποία δεν διατυπώνεται σαφές εύρημα στην αξιολόγηση του πρώτου ισχυρισμού από τους Καθ’ ων η αίτηση. Ο Αιτητής δήλωσε ότι ο πατέρας του είναι μουσουλμάνος και η μητέρα του χριστιανή, ότι ο ίδιος ανατράφηκε ακολουθώντας μουσουλμανικές θρησκευτικές πρακτικές, ενώ παράλληλα επισκεπτόταν ορισμένες φορές την εκκλησία με τη μητέρα του, και ότι πλέον είναι Χριστιανός. Κληθείς να εξηγήσει τη μεταβολή αυτή, αναφέρθηκε στην αποδοχή του Κυρίου ως προσωπικού του λυτρωτή και περιέγραψε την πίστη του ως στοιχείο του τρόπου ζωής του, χωρίς να θεωρεί αναγκαία τη συστηματική εκκλησιαστική παρουσία (ερυθρό 33 δ.φ.).

 

Η προηγούμενη μουσουλμανική ανατροφή του δεν αντιφάσκει αφ’ εαυτής με τη μεταγενέστερη δήλωσή του ότι ασπάζεται τον Χριστιανισμό. Περαιτέρω, η περιορισμένη έκταση της περιγραφής του και η αναφορά του στη μη αναγκαιότητα εκκλησιασμού δεν επαρκούν, χωρίς άλλα στοιχεία, για την απόρριψη της δηλωθείσας θρησκευτικής του ταυτότητας. Στη βάση των διαθέσιμων στοιχείων, αποδέχομαι ότι ο Αιτητής αυτοπροσδιορίζεται ως Χριστιανός, έχοντας ανατραφεί στο οικογενειακό θρησκευτικό περιβάλλον που περιέγραψε.

 

Η αποδοχή αυτή αφορά το προσωπικό του προφίλ. Η σημασία των θρησκευτικών του πεποιθήσεων για τη διαφωνία με τον πατέρα του και η ενδεχόμενη σύνδεσή τους με κίνδυνο κατά την επιστροφή θα εξεταστούν στο πλαίσιο της αξιολόγησης των αντίστοιχων περιστατικών.

 

Δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός: Πίεση για σύναψη γάμου και συνέπειες της άρνησης του Αιτητή

 

Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, όπως αυτός προσδιορίστηκε ανωτέρω, παρατηρώ ότι ο Αιτητής διατήρησε σταθερό τον βασικό πυρήνα της αφήγησής του, ήτοι ότι ο πατέρας του επιθυμούσε να παντρευτεί την κόρη της πατρικής του θείας και ότι, μετά την άρνησή του, διέκοψε την οικονομική υποστήριξη που του παρείχε. Στην αρχική του αίτηση ο Αιτητής αναφέρθηκε στην πίεση για τον συγκεκριμένο γάμο, συνδέοντας την άρνησή του με τις χριστιανικές του πεποιθήσεις, ενώ κατά τη συνέντευξη εξειδίκευσε τις περιστάσεις της διαφωνίας και τις συνέπειές της (ερυθρά 2 και 33 δ.φ.).

 

Ειδικότερα, προσδιόρισε χρονικά τη συζήτηση με τον πατέρα του στις 10.7.2021, περίπου δύο μήνες πριν από την αναχώρησή του, και ανέφερε ότι ακολούθησε τριήμερη διαμάχη. Περιέγραψε, επίσης, ότι ο πατέρας του απέσυρε την οικονομική υποστήριξη για το προγραμματισμένο ταξίδι και τις σπουδές του και τον απομάκρυνε από την οικογενειακή εστία, με αποτέλεσμα να εγκατασταθεί στη μητέρα του. Εξήγησε ότι εκείνη κάλυψε τελικώς το αεροπορικό του εισιτήριο και συνέδραμε στη χρηματοδότηση των σπουδών του, μέχρις ότου, λόγω ασθένειας και αδυναμίας εργασίας, δεν μπορούσε πλέον να τον υποστηρίζει οικονομικά (ερυθρά 34 και 33 δ.φ.).

Οι δηλώσεις αυτές παρουσιάζουν επαρκή συνοχή ως προς την αλληλουχία της οικογενειακής σύγκρουσης και των βασικών συνεπειών της. Η αναφορά του ότι ο πατέρας του είχε ήδη καταβάλει μέρος των διδάκτρων δεν είναι αφ’ εαυτής ασυμβίβαστη με τη μεταγενέστερη διακοπή της περαιτέρω χρηματοδότησης. Ομοίως, η αρχική περιγραφή της πίεσης για γάμο συμπληρώνεται κατά τη συνέντευξη με την αναφορά στην απομάκρυνση από την πατρική εστία, χωρίς από τα διαθέσιμα στοιχεία να αναδεικνύεται ουσιώδης αντίφαση ως προς το συγκεκριμένο περιστατικό.

 

Καταγράφεται, πάντως, διαφοροποίηση μεταξύ της γενικής αναφοράς του Αιτητή ότι επικοινωνεί τακτικά με τους γονείς και τα αδέλφια του και της μεταγενέστερης, ειδικότερης δήλωσής του ότι δεν επικοινωνεί με τον πατέρα του μετά την απομάκρυνσή του από την οικογενειακή εστία (ερυθρά 36–35 και 33 δ.φ.). Ελλείψει σχετικής διευκρίνισης, η ακριβής έκταση της σημερινής επικοινωνίας του με τον πατέρα του παραμένει ασαφής. Η ασάφεια αυτή δεν αρκεί, ωστόσο, για να ανατρέψει τον βασικό πυρήνα της αφήγησης περί διαφωνίας για τον γάμο και διακοπής της οικονομικής υποστήριξης, τον οποίο άλλωστε αποδέχθηκαν και οι Καθ’ ων η αίτηση.

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, τα συγκεκριμένα περιστατικά αφορούν κυρίως ιδιωτικές ενδοοικογενειακές συναλλαγές, για τις οποίες δεν προκύπτει από το ενώπιόν μου υλικό ανεξάρτητη επιβεβαίωση. Τούτο δεν συνεπάγεται αφ’ εαυτού την απόρριψή τους, εφόσον οι δηλώσεις του Αιτητή αξιολογούνται ως επαρκείς για την αποδοχή του βασικού πραγματικού τους πυρήνα. Η προσωπική του εξήγηση σχετικά με το ποιοι θεωρούνται συγγενείς κατά το Ισλάμ καταγράφεται ως δική του αντίληψη και δεν υιοθετείται ως αντικειμενική διαπίστωση για τις θρησκευτικές ή κοινωνικές πρακτικές στη χώρα καταγωγής του.

 

Στη βάση των ανωτέρω, αποδέχομαι ότι ο πατέρας του Αιτητή τού άσκησε πίεση να παντρευτεί την ξαδέλφη του και ότι η άρνησή του προκάλεσε οικογενειακή σύγκρουση, διακοπή της οικονομικής υποστήριξης και απομάκρυνσή του από την πατρική εστία. Αποδέχομαι, επίσης, ότι ο Αιτητής συνέδεσε την άρνησή του με τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Δεν προκύπτει, όμως, από την αφήγησή του ότι ο πατέρας του αντέδρασε αυτοτελώς στη μεταβολή των θρησκευτικών του πεποιθήσεων ή ότι η σύγκρουση συνοδεύτηκε από σωματική βία ή συγκεκριμένες απειλές κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας. Ο ίδιος δήλωσε ότι, μετά την εγκατάστασή του στη μητέρα του και μέχρι την αναχώρησή του, δεν αντιμετώπισε άλλο πρόβλημα (ερυθρά 33–32 δ.φ.). Η σημασία των αποδεκτών αυτών περιστατικών για τη θεμελίωση ανάγκης διεθνούς προστασίας θα εξεταστεί κατά την εκτίμηση κινδύνου και τη νομική υπαγωγή.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, παρατηρώ ότι η πίεση για σύναψη γάμου, η επακόλουθη οικογενειακή διαμάχη και η διακοπή της οικονομικής υποστήριξης αποτελούν περιστατικά ιδιωτικής οικογενειακής ζωής, τα οποία δεν είναι ευχερώς επαληθεύσιμα μέσω γενικών πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής. Εφόσον ο βασικός πραγματικός πυρήνας τους γίνεται αποδεκτός βάσει των δηλώσεων του Αιτητή, δεν κρίνω αναγκαία την αναζήτηση πρόσθετης εξωτερικής επιβεβαίωσης για την αποδοχή τους. Η διαπίστωση αυτή δεν συνεπάγεται, ωστόσο, αποδοχή της προσωπικής του εξήγησης περί των θρησκευτικών κανόνων που διέπουν τον γάμο μεταξύ συγγενών ως αντικειμενικά ορθής, ούτε υποκαθιστά την εξέταση τυχόν συναφών πληροφοριών χώρας καταγωγής κατά την εκτίμηση του μελλοντικού κινδύνου.

 

Β.  Εξέταση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος

 

Έχοντας ολοκληρώσει την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση του κατά πόσον, στη βάση των πραγματικών περιστατικών που έγιναν αποδεκτά και υπό το φως των επικαιροποιημένων πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής, πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την αναγνώρισή του ως πρόσφυγα.

 

Ως προς το εφαρμοστέο νομοθετικό πλαίσιο, επισημαίνεται ότι, για τους λόγους που αναλύθηκαν εκτενώς στην απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου E.O.A. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 1003/2023, ημερ. 18.09.2026, και οι οποίοι υιοθετούνται mutatis mutandis και στην παρούσα υπόθεση, ως προς την εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων για την αναγνώριση του Αιτητή ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας εφαρμοστέος είναι ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347, ο οποίος εφαρμόζεται από τις 12.06.2026 και αντικατέστησε, ως προς τα ζητήματα που ρυθμίζει, την Οδηγία 2011/95/ΕΕ.

 

Χωρίς να κρίνεται αναγκαία η εκ νέου παράθεση της εκτενούς ανάλυσης που περιλαμβάνεται στην ανωτέρω απόφαση ως προς τη διαχρονική εφαρμογή του νέου κανονιστικού πλαισίου, αρκεί για τους σκοπούς της παρούσας να επισημανθεί ότι η εξέταση από το Δικαστήριο, κατά τον χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης, του κατά πόσον ο Αιτητής πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα διενεργείται βάσει των σχετικών διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

 

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 3(5) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, ως «πρόσφυγας» νοείται, καθόσον αφορά υπήκοο τρίτης χώρας, πρόσωπο το οποίο, συνεπεία βάσιμου φόβου δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, ευρίσκεται εκτός της χώρας της ιθαγένειάς του και δεν μπορεί ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της χώρας αυτής και στο οποίο δεν εφαρμόζεται το άρθρο 12.

 

Υπό το ανωτέρω νομοθετικό πλαίσιο, και στη βάση των πραγματικών περιστατικών που έγιναν αποδεκτά, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση του κατά πόσον ο Αιτητής πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα.

 

Εν προκειμένω, το κρίσιμο ζήτημα είναι κατά πόσον, στη βάση των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών, υφίσταται εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στη Λιβερία και ειδικότερα στην περιοχή Barnesville της Monrovia, να υποστεί πράξεις δίωξης συνδεόμενες με έναν από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3(5) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

 

Συναφώς, το άρθρο 9 του Κανονισμού απαιτεί την εξέταση τόσο της φύσης και της σοβαρότητας των επιμέρους πράξεων όσο και του ενδεχομένου η σώρευση διαφορετικών μέτρων να επιφέρει αντίστοιχης σοβαρότητας προσβολή. Επομένως, η αξιολόγηση δεν περιορίζεται στη διαπίστωση ότι ο Αιτητής αναχώρησε για εκπαιδευτικούς λόγους ή ότι υπέβαλε την αίτησή του μετά την αδυναμία συνέχισης των σπουδών του, αλλά εκτείνεται και στην οικογενειακή σύγκρουση που περιέγραψε και στις συνέπειές της.

 

Υπενθυμίζεται ότι έγινε αποδεκτό πως ο πατέρας του Αιτητή τού άσκησε πίεση να παντρευτεί την ξαδέλφη του και ότι, μετά την άρνησή του, ακολούθησε διαμάχη, διακοπή της οικονομικής υποστήριξης και απομάκρυνσή του από την πατρική εστία. Έγινε, επίσης, αποδεκτό ότι ο Αιτητής συνέδεσε την άρνησή του με τις χριστιανικές του πεποιθήσεις. Τα περιστατικά αυτά δεν εξαντλούνται σε μια ουδέτερη οικονομική δυσχέρεια, αλλά αποτυπώνουν οικογενειακή πίεση και δυσμενείς συνέπειες λόγω της άρνησής του να συναινέσει στον προτεινόμενο γάμο.

 

Εντούτοις, από τις συγκεκριμένες περιστάσεις δεν προκύπτει ότι η πίεση αυτή εξελίχθηκε σε επιβολή του γάμου, σωματική βία, στέρηση της ελευθερίας ή συγκεκριμένες απειλές κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του Αιτητή. Μετά την απομάκρυνσή του από την πατρική εστία, ο ίδιος εγκαταστάθηκε στη μητέρα του και, ερωτηθείς σχετικά, δήλωσε ότι μέχρι την αναχώρησή του δεν αντιμετώπισε άλλο πρόβλημα. Δεν περιέγραψε αναζήτησή του, επανάληψη της απαίτησης για γάμο ή άλλες ενέργειες με σκοπό να εξαναγκαστεί να συμμορφωθεί.

 

Η απομάκρυνση από την οικογενειακή εστία και η διακοπή της οικονομικής υποστήριξης συνεκτιμώνται ως προς τη σωρευτική τους επίδραση. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, δεν προκύπτει ότι επέφεραν στέρηση βασικών μέσων διαβίωσης τέτοιας έντασης ώστε να προσλαμβάνουν χαρακτήρα δίωξης. Ο Αιτητής βρήκε στέγη στη μητέρα του, η οποία χρηματοδότησε το ταξίδι του και συνέδραμε στις σπουδές του στο εξωτερικό. Η μεταγενέστερη αδυναμία της να συνεχίσει την οικονομική υποστήριξη αποδόθηκε στην ασθένεια και στην αδυναμία εργασίας της, χωρίς να περιγράφεται περαιτέρω παρέμβαση του πατέρα του προς στέρηση των μέσων βιοπορισμού του Αιτητή.

 

Ως προς τον μελλοντικό κίνδυνο, δεν παρατίθενται συγκεκριμένα περιστατικά που να υποδεικνύουν ότι ο πατέρας του εξακολουθεί να επιδιώκει τον συγκεκριμένο γάμο ή ότι, κατά την επιστροφή του Αιτητή, είναι ευλόγως πιθανό να επιχειρήσει να τον επιβάλει με πράξεις της απαιτούμενης σοβαρότητας. Η απουσία περαιτέρω προβλημάτων κατά το διάστημα που ο Αιτητής διέμενε στη μητέρα του συνεκτιμάται με τη δήλωσή του ότι δεν αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα, αλλά είχε προγραμματίσει να σπουδάσει στο εξωτερικό. Η τελευταία αυτή δήλωση δεν είναι από μόνη της καθοριστική, ενισχύει, όμως, σε συνδυασμό με την υπόλοιπη αφήγηση, τη διαπίστωση ότι δεν τεκμηριώνεται συνεχιζόμενη απειλή.

 

Δεν παραγνωρίζω τη θρησκευτική διάσταση που ο ίδιος απέδωσε στην άρνησή του. Η έλλειψη προσφυγικής ιδιότητας δεν θεμελιώνεται εδώ σε κατηγορηματικό αποκλεισμό οποιασδήποτε σύνδεσης της οικογενειακής σύγκρουσης με τη θρησκεία του, αλλά στην απουσία επαρκών στοιχείων περί πράξεων ή μελλοντικού κινδύνου δίωξης. Ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η αντίδραση του πατέρα του συνδεόταν με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις που υπαγόρευσαν την άρνησή του, οι αποδεκτές συνέπειες, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, δεν ανέρχονται στο απαιτούμενο επίπεδο σοβαρότητας ούτε προκύπτει εύλογη πιθανότητα κλιμάκωσής τους σε περίπτωση επιστροφής.

 

Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν περιέγραψε άλλα περιστατικά στοχοποίησής του λόγω της χριστιανικής του πίστης ή της καταγωγής του από τη φυλή Mandingo, ούτε επικαλέστηκε πολιτική δραστηριότητα ή ενδιαφέρον των κρατικών αρχών προς το πρόσωπό του. Η διαπίστωση αυτή συνεκτιμάται με το σύνολο των προσωπικών του περιστάσεων και δεν εκλαμβάνεται ως απαίτηση να έχει ο ίδιος προσδώσει ορθό νομικό χαρακτηρισμό στους λόγους του αιτήματός του.

 

Τέλος, οι δυσκολίες που ο Αιτητής προέβαλε σχετικά με την επιστροφή του αφορούσαν την οικονομική του κατάσταση και την αδυναμία στήριξης της μητέρας και του τέκνου του. Δεν προκύπτει ότι οι δυσκολίες αυτές αποτελούν αποτέλεσμα προβλεπόμενης στοχευμένης μεταχείρισης για κάποιον από τους λόγους δίωξης. Η δε εκτίμηση περί απουσίας κινδύνου στην περιοχή της τελευταίας συνήθους διαμονής του δεν στηρίζεται στην παραδοχή ότι ο πατέρας του θα τον υποστηρίξει οικονομικά ή ότι ο Αιτητής οφείλει να εγκατασταθεί σε άλλη περιοχή της χώρας.

 

Υπό το σύνολο των ανωτέρω, αξιολογώντας τα αποδεκτά περιστατικά τόσο αυτοτελώς όσο και σωρευτικά, δεν διαπιστώνω εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να υποστεί δίωξη σε περίπτωση επιστροφής του στη Λιβερία. Συνεπώς, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα.

 

Γ. Επί της υπαγωγής του Αιτητή στο καθεστώς επικουρικής προστασίας

 

Κατόπιν της διαπίστωσης ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα, απομένει να εξεταστεί κατά πόσον πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως προσώπου που δικαιούται επικουρική προστασία, κατά την έννοια του άρθρου 3(6) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

 

Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, ως «πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία» νοείται υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής ο οποίος δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηρισθεί πρόσφυγας, αλλά για τον οποίο έχουν καταδειχθεί ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του ή, στην περίπτωση ανιθαγενούς, στη χώρα της προηγούμενης συνήθους διαμονής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 15, και στον οποίο δεν εφαρμόζεται το άρθρο 17(1) και (2), ενώ δεν δύναται ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της χώρας αυτής.

 

Κατά δε το άρθρο 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, ως σοβαρή βλάβη νοείται:

 

(α) η θανατική ποινή ή εκτέλεση·

 

(β) τα βασανιστήρια ή η απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτητή στη χώρα καταγωγής· ή

 

(γ) η σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.

 

Ενόψει των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υπόθεσης, δεν προκύπτουν ουσιώδεις λόγοι να θεωρηθεί ότι ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στη Λιβερία, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας κατά την έννοια των περιπτώσεων (α) και (β) του άρθρου 15. Εξέτασης χρήζει, συνεπώς, η περίπτωση (γ) της εν λόγω διάταξης.

 

Ως προς την ερμηνεία της τελευταίας αυτής διάταξης, επισημαίνεται ότι ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347 αποτυπώνει πλέον ρητώς στις αιτιολογικές του σκέψεις βασικές αρχές που είχαν διαμορφωθεί νομολογιακά υπό το προϊσχύσαν καθεστώς. Ειδικότερα, κατά την αιτιολογική σκέψη 50, η έννοια της αδιάκριτης βίας περιλαμβάνει βία η οποία δύναται να επεκταθεί σε πρόσωπα ανεξαρτήτως των προσωπικών τους περιστάσεων.

 

Περαιτέρω, κατά την αιτιολογική σκέψη 51, για τους σκοπούς της αξιολόγησης της σοβαρής βλάβης, ως εσωτερική ένοπλη σύγκρουση νοούνται καταστάσεις στις οποίες οι ένοπλες δυνάμεις τρίτης χώρας συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. Δεν απαιτείται η σύγκρουση να χαρακτηριστεί ως «ένοπλη σύγκρουση μη διεθνούς χαρακτήρα» κατά το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο ούτε απαιτείται, επιπλέον της αξιολόγησης του επιπέδου της βίας στην οικεία περιοχή, χωριστή εξέταση της έντασης των ένοπλων συγκρούσεων, του επιπέδου οργάνωσης των εμπλεκόμενων ενόπλων δυνάμεων ή της διάρκειας της σύγκρουσης.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η αιτιολογική σκέψη 52, σύμφωνα με την οποία δεν απαιτείται από τον αιτητή να αποδείξει ότι αποτελεί ειδικό στόχο λόγω παραγόντων που αφορούν τις προσωπικές του περιστάσεις. Όσο, όμως, περισσότερο ο αιτητής αποδεικνύει ότι επηρεάζεται ειδικώς λόγω παραγόντων που συνδέονται με τις προσωπικές του περιστάσεις, τόσο χαμηλότερο είναι το απαιτούμενο επίπεδο αδιάκριτης βίας. Περαιτέρω, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η ύπαρξη σοβαρής και προσωπικής απειλής θεωρείται ότι στοιχειοθετείται όταν ο βαθμός αδιάκριτης βίας που χαρακτηρίζει την ένοπλη σύγκρουση είναι τόσο υψηλός ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι άμαχος ο οποίος επιστρέφει στη χώρα καταγωγής ή στο σχετικό τμήμα αυτής θα αντιμετωπίσει, λόγω και μόνο της παρουσίας του εκεί, πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

 

Οι ανωτέρω πρόνοιες αντανακλούν τη νομολογιακή προσέγγιση που είχε ήδη διαμορφώσει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως στις αποφάσεις Elgafaji, C-465/07, και CF και DN, C-901/19. Ειδικότερα, κατά την Elgafaji, όσο περισσότερο ο αιτητής δύναται να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω παραγόντων που αφορούν την προσωπική του κατάσταση, τόσο μικρότερος είναι ο βαθμός αδιάκριτης βίας που απαιτείται για τη θεμελίωση επικουρικής προστασίας. Αντιστρόφως, όταν δεν συντρέχουν τέτοιοι εξατομικευμένοι παράγοντες, απαιτείται η αδιάκριτη βία να έχει ανέλθει σε εξαιρετικά υψηλό επίπεδο, ώστε ο πραγματικός κίνδυνος να απορρέει από μόνη την παρουσία του αμάχου στην οικεία περιοχή.

 

Ως προς δε την αξιολόγηση του επιπέδου της αδιάκριτης βίας, εξακολουθούν να είναι συναφείς οι παράγοντες που προσδιορίστηκαν από το ΔΕΕ στην CF και DN, C-901/19, μεταξύ άλλων η ένταση των ένοπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκόμενων ενόπλων δυνάμεων, η διάρκεια της σύγκρουσης, η γεωγραφική έκταση της αδιάκριτης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής και οι εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων. Η αξιολόγηση δεν μπορεί, συνεπώς, να στηρίζεται αποκλειστικά στον αριθμό των καταγεγραμμένων θυμάτων, αλλά απαιτεί συνολική εκτίμηση όλων των περιστάσεων που χαρακτηρίζουν την κατάσταση στην οικεία περιοχή.

Στην προκειμένη περίπτωση, περιοχή αναφοράς για την εξέταση του κινδύνου σοβαρής βλάβης αποτελεί η περιοχή Barnesville της ευρύτερης Monrovia η οποία υπάγεται στην Κομητεία Montserrado της Λιβερίας, όπου ο Αιτητής μεγάλωσε, διέμενε επί σειρά ετών με την οικογένειά του και με την οποία διατηρεί τους ουσιωδέστερους δεσμούς του.

 

Για την προοπτική και ex nunc εκτίμηση του κινδύνου εξετάστηκαν οι διαθέσιμες πληροφορίες για την κατάσταση ασφαλείας και τα ανθρώπινα δικαιώματα στη χώρα καταγωγής από την οποία προέκυψαν τα ακόλουθα:

 

·                Η Freedom House, στην έκθεση Freedom in the World 2026, κατατάσσει τη Λιβερία στην κατηγορία «Partly Free», με συνολική βαθμολογία 65/100, επισημαίνοντας ότι η χώρα έχει διανύσει δύο δεκαετίες ειρήνης και σταθερότητας μετά τη λήξη του δεύτερου εμφυλίου πολέμου το 2003. Η αξιολόγηση αυτή παρέχει γενικό πλαίσιο για την κατάσταση της χώρας και δεν αποτελεί αυτοτελή μέτρηση της έντασης της βίας στον τόπο επιστροφής[7],[8], [9],[10].

 

·                Η ετήσια έκθεση της INCHR για το 2025 παρουσιάζει, κατά την ίδια την Επιτροπή, μεικτή εικόνα: καταγράφει ότι κατά την περίοδο αναφοράς δεν σημειώθηκαν θάνατοι αποδιδόμενοι σε υπερβολική χρήση βίας από κρατικές δυνάμεις ασφαλείας ούτε θάνατοι υπό κράτηση[11], αλλά διαπιστώνει ότι οι μη θανατηφόρες παραβιάσεις και οι αδυναμίες λογοδοσίας παραμένουν μείζονα ζητήματα[12]. Η Επιτροπή τεκμηρίωσε καταγγελίες για υπερβολική χρήση βίας, αυθαίρετες συλλήψεις και παρατεταμένη προδικαστική κράτηση, καθώς και περιορισμούς στην ελευθερία του συνέρχεσθαι και της έκφρασης[13].

 

·                Η ENACT επισημαίνει ότι δεν υφίστανται αξιόπιστα στατιστικά στοιχεία εγκληματικότητας για τη Λιβερία, καθώς η κυβέρνηση στερείται ικανοτήτων καταγραφής και διερεύνησης[14]. Το στοιχείο αυτό συνιστά ουσιώδη περιορισμό για κάθε ποσοτική αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στη Μονρόβια.

 

·                Οι κυριότερες καταγεγραμμένες επιπτώσεις στους κατοίκους της Μονρόβια κατά την υπό εξέταση περίοδο περιλαμβάνουν την έκθεση σε κλοπές, ένοπλες ληστείες, εισβολές σε κατοικίες, εκβιασμούς, εμπρησμούς και ανθρωποκτονίες[15], καθώς και σε σεξουαλική βία κατά τη διάρκεια εισβολών σε κατοικίες[16]. Η προσαρμογή των νοικοκυριών στην απειλή μέσω θωρακισμένων ανοιγμάτων έχει δημιουργήσει δευτερογενείς κινδύνους εγκλωβισμού σε περιπτώσεις πυρκαγιάς και ένοπλης ληστείας[17]. Κατά την ENACT, οι κοινότητες της Μονρόβια θεωρούν τους zogos απειλή για την ασφάλεια, στάση που αποτυπώνεται στη διαδεδομένη ρήση ότι «ένας καλός zogo είναι ένας νεκρός zogo»[18].

 

·                Κατά την ENACT, η ασφάλεια των κατοίκων στην οικία τους και σε άλλους χώρους εξαρτάται εν μέρει από το εάν διατηρούν καλές σχέσεις με τα μέλη της συμμορίας που δραστηριοποιείται στην περιοχή τους[19]. Ο πρόεδρος της κοινότητας Saye Town ανέφερε ότι κάτοικοι που συνεργάζονται με τις αρχές αισθάνονται εκτεθειμένοι, καθώς οι φερόμενοι ως διακινητές επιστρέφουν μετά το πέρας των αστυνομικών επιχειρήσεων[20]. Ακτιβιστές έχουν προειδοποιήσει ότι, ελλείψει προγραμμάτων αποκατάστασης, η απομάκρυνση χρηστών από μία συνοικία απλώς τους μετατοπίζει σε άλλη[21].

 

·                Τέλος, από τα πλέον πρόσφατα διαθέσιμα ποσοτικά δεδομένα, προκύπτει ότι κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 20.09.2026) στην κομητεία Montserrado της Λιβερίας καταγράφηκαν συνολικά 10 περιστατικά ασφαλείας πολιτικής βίας (“Political violence”, η οποία περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες) από τα οποία επήλθε ο θάνατος συνολικά 3 πολιτών.[22] Την ίδια περίοδο, στο προάστιο Barnersville της Μονρόβια δεν καταγράφηκαν περιστατικά ασφαλείας πολιτικής βίας[23]. Επισημαίνεται ότι ο πληθυσμός της κομητείας Montserrado με βάση την απογραφή του 2022 υπολογίζεται σε 1,920,965 κατοίκους[24] και ο πληθυσμός της Μονρόβια με βάση την απογραφή του 2008 ανέρχεται σε 1,021,762 κατοίκους[25].

 

Από τα εξετασθέντα στοιχεία δεν αναδεικνύονται συγκρούσεις μεταξύ κρατικών ενόπλων δυνάμεων και οργανωμένων ένοπλων ομάδων ή μεταξύ τέτοιων ομάδων στην περιοχή αναφοράς. Η καταγραφή εγκληματικότητας, κοινωνικών εντάσεων ή μεμονωμένων περιστατικών πολιτικής βίας δεν αρκεί, χωρίς περαιτέρω στοιχεία ως προς τη φύση και τους εμπλεκόμενους φορείς της βίας, για τη διαπίστωση κατάστασης διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

 

Συνεπώς, δεν διαπιστώνεται η αναγκαία προϋπόθεση της ένοπλης σύρραξης για την εφαρμογή του άρθρου 15(γ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Ως εκ τούτου, δεν ανακύπτει ζήτημα εφαρμογής της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας κατά τη νομολογία Elgafaji, η οποία αφορά τη συσχέτιση της έντασης της αδιάκριτης βίας με τις ιδιαίτερες προσωπικές περιστάσεις του αιτητή εντός τέτοιου πλαισίου.

 

Η διαπίστωση αυτή δεν εξαντλεί την εξέταση των λοιπών μορφών σοβαρής βλάβης. Ως προς αυτές, συνεκτιμώνται η αποδεκτή οικογενειακή σύγκρουση, η απομάκρυνση από την πατρική εστία και η διακοπή της οικονομικής υποστήριξης. Ο Αιτητής, όμως, δεν περιέγραψε σωματική βία, συγκεκριμένες απειλές ή περαιτέρω προβλήματα μετά την εγκατάστασή του στη μητέρα του, ούτε προκύπτουν συγκεκριμένα στοιχεία ότι, κατά την επιστροφή του, είναι ευλόγως πιθανό να αντιμετωπίσει μεταχείριση υπαγόμενη στο άρθρο 15(α) ή (β) του Κανονισμού.

 

Ως προς τις επικαλούμενες οικονομικές δυσχέρειες, λαμβάνεται υπόψη ότι ο Αιτητής διαθέτει ολοκληρωμένη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και έχει παρακολουθήσει, χωρίς να ολοκληρώσει, περαιτέρω σπουδές. Δεν προκύπτει από τα διαθέσιμα στοιχεία πρόβλημα υγείας που να περιορίζει την ικανότητά του προς εργασία. Με βάση το σύνολο των περιστάσεων, δεν τεκμηριώνεται πραγματικός κίνδυνος μεταχείρισης που να εμπίπτει στις προβλεπόμενες μορφές σοβαρής βλάβης.

 

IV. ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των όσων αναπτύχθηκαν ανωτέρω και κατόπιν πλήρους και ex nunc εξέτασης των πραγματικών και νομικών ζητημάτων της υπόθεσης, καταλήγω ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.

 

Ειδικότερα, η αποδοχή της αφήγησής του ως προς την πίεση για σύναψη γάμου, την επακόλουθη οικογενειακή σύγκρουση και τις συνέπειες της άρνησής του δεν συνεπάγεται αφ’ εαυτής τη θεμελίωση ανάγκης διεθνούς προστασίας. Αξιολογούμενα αυτοτελώς και σωρευτικά, σε συνάρτηση με το προσωπικό του προφίλ και τις συνθήκες στον τόπο επιστροφής, τα αποδεκτά περιστατικά δεν θεμελιώνουν εύλογη πιθανότητα να υποστεί δίωξη για κάποιον από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3(5) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Συνεπώς, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα.

 

Περαιτέρω, δεν προκύπτουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη Λιβερία και ειδικότερα στην περιοχή της τελευταίας συνήθους διαμονής του, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 15 του ίδιου Κανονισμού.

 

Οι επισημανθείσες αδυναμίες στην αποτύπωση και στην επιμέρους αιτιολόγηση της διοικητικής αξιολόγησης συνεκτιμήθηκαν κατά την αυτοτελή εξέταση του αιτήματος από το Δικαστήριο. Η εξέταση αυτή περιέλαβε και τα περιστατικά της οικογενειακής σύγκρουσης, χωρίς τον περιορισμό τους στις οικονομικές και εκπαιδευτικές συνέπειές τους, και επιβεβαίωσε την κατάληξη περί μη συνδρομής των προϋποθέσεων χορήγησης διεθνούς προστασίας.

 

Ως προς τα έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη τις ανωτέρω αδυναμίες της διοικητικής αξιολόγησης, κρίνω ορθό και δίκαιο, υπό τις περιστάσεις, να μην εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή.

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται ως προς την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή για διεθνή προστασία, χωρίς οποιαδήποτε διαταγή ως προς τα έξοδα.

  

                                                                                                           

Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1]  Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14 ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου», Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2 η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552

[2] Σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 : « Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και  οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και  εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».

[3] Βλ. ενδεικτικά Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.ά. (1993) 3 Α.Α.Δ. 598

[4]  Ζωμενή-Παντελίδου ν. Α.Η.Κ., Υποθ. Αρ. 108/2006, ημερ. 26.07.2007

[5] Άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73(I)/2018).

[6] Απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU v Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 01.02.2010

[7] Freedom House, Freedom in the World 2026 – Liberia, 2026, https://freedomhouse.org/country/liberia/freedom-world/2026 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/09/2026)

[8] Freedom House, Freedom in the World 2026 – Liberia, 2026, https://freedomhouse.org/country/liberia/freedom-world/2026 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/09/2026)

[9] Freedom House, Freedom in the World 2026 – Liberia, 2026, https://freedomhouse.org/country/liberia/freedom-world/2026 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/09/2026)

[10] Freedom House, Freedom in the World 2026 – Liberia, 2026, https://freedomhouse.org/country/liberia/freedom-world/2026 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/09/2026)

[11] Liberian Observer, Gov't Human Rights Record Remains Fragile, 25/08/2026, https://www.liberianobserver.com/news/gov-t-human-rights-record-remains-fragile/article_ca2aa0d6-d869-4702-abe9-ece230956429.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/09/2026)

[12] Liberian Observer, Gov't Human Rights Record Remains Fragile, 25/08/2026, https://www.liberianobserver.com/news/gov-t-human-rights-record-remains-fragile/article_ca2aa0d6-d869-4702-abe9-ece230956429.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/09/2026)

[13] Liberian Observer, Gov't Human Rights Record Remains Fragile, 25/08/2026, https://www.liberianobserver.com/news/gov-t-human-rights-record-remains-fragile/article_ca2aa0d6-d869-4702-abe9-ece230956429.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/09/2026)

[14] ENACT – Institute for Security Studies, Youth gangs in Liberia: motives, structure and illicit economies, Research Paper 49, Ιανουάριος του 2025, https://enact-africa.s3.amazonaws.com/uploads/pages/1737711192308-research-paper-49.pdf σελ. 13 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/09/2026)

[15] ENACT – Institute for Security Studies, Youth gangs in Liberia: motives, structure and illicit economies, Research Paper 49, Ιανουάριος του 2025, https://enact-africa.s3.amazonaws.com/uploads/pages/1737711192308-research-paper-49.pdf σελ. 2 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/09/2026)

[16] ENACT – Institute for Security Studies, Youth gangs in Liberia: motives, structure and illicit economies, Research Paper 49, Ιανουάριος του 2025, https://enact-africa.s3.amazonaws.com/uploads/pages/1737711192308-research-paper-49.pdf σελ. 14 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/09/2026)

[17] ENACT – Institute for Security Studies, Youth gangs in Liberia: motives, structure and illicit economies, Research Paper 49, Ιανουάριος του 2025, https://enact-africa.s3.amazonaws.com/uploads/pages/1737711192308-research-paper-49.pdf σελ. 18 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/09/2026)

[18] ENACT – Institute for Security Studies, Youth gangs in Liberia: motives, structure and illicit economies, Research Paper 49, Ιανουάριος του 2025, https://enact-africa.s3.amazonaws.com/uploads/pages/1737711192308-research-paper-49.pdf σελ. 16 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/09/2026)

[19] ENACT – Institute for Security Studies, Youth gangs in Liberia: motives, structure and illicit economies, Research Paper 49, Ιανουάριος του 2025, https://enact-africa.s3.amazonaws.com/uploads/pages/1737711192308-research-paper-49.pdf σελ. 18 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/09/2026)

[20] FrontPageAfrica / New Narratives, Liberia: Citizens' Fury Boils Over as Μονρόβια Residents Torch Drug Den, 14/08/2025 (αναδημοσίευση allAfrica), https://allafrica.com/stories/202508140173.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/09/2026)

[21] FrontPageAfrica / New Narratives, Liberia: Citizens' Fury Boils Over as Μονρόβια Residents Torch Drug Den, 14/08/2025 (αναδημοσίευση allAfrica), https://allafrica.com/stories/202508140173.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/09/2026)

[22] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Liberia, Montserrado County, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 5/10/2026)

[23] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Liberia, Barnersville, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 5/10/2026)

[24] City Population, Liberia: Montserrado, https://citypopulation.de/en/liberia/cities/?admid=7531 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/09/2026)

[25]City Population, Liberia, Monrovia, https://citypopulation.de/en/liberia/cities/?cityid=1263   (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/09/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο