ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
30 Οκτωβρίου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
D.M.K.
από Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας,
μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Δικηγόρος για Αιτητή: Τ. Σολωμού (κα) για Σ. Κλεάνθους (κα)
Δικηγόροι για Καθ' ων η αίτηση: Χ. Δημητρίου (κα) για Α. Πάλλη (κα)
Ο Αιτητής είναι παρών
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 23.09.2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
Ι. Πραγματικό και διαδικαστικό ιστορικό
Σκιαγραφώντας τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά
προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου ο οποίος κατατέθηκε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»), καταγράφονται τα ακόλουθα:
Ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (στο εξής αναφερόμενη και ως «ΛΔΚ»), την οποία εγκατέλειψε στις 19.03.2021, αναχωρώντας από το διεθνές αεροδρόμιο N’Djili της Κινσάσα. Ακολούθως, μέσω Κωνσταντινούπολης, αφίχθη στις 20.03.2021 στο αεροδρόμιο Ερτζάν, στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, κάνοντας χρήση του διαβατηρίου του και φοιτητικής θεώρησης εισόδου. Στις 19.04.2021 εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα, υποβάλλοντας αίτησα διεθνούς προστασίας στις 04.06.2021. Στις 19.09.2024 πραγματοποιήθηκε η προσωπική συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο οποίος στις 23.09.2024 υπέβαλε Έκθεση/Εισήγηση εισηγούμενος την απόρριψη της αίτησης. Η εισήγηση εγκρίθηκε αυθημερόν από τον ασκούντα καθήκοντα Προϊστάμενου λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας. Η εν λόγω απόφαση αποτελεί το αντικείμενο της υπό εξέταση προσφυγής.
ΙΙ. Θέσεις των διαδίκων
Ο Αιτητής, μέσω των συνηγόρων του προέβαλε στα πλαίσια τόσο του εισαγωγικού δικογράφου της διαδικασίας όσο και της γραπτής του αγόρευσης πλείονες λόγους ακυρώσεως, τους οποίους ωστόσο απέσυρε κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων και περιορίστηκε μόνο στην προώθηση ισχυρισμού περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας.
Από την πλευρά τους, οι Καθ΄ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης υποστηρίζοντας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή, νόμιμη, σύμφωνη με τις διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής ενάσκησης των εξουσιών που παρέχει ο Νόμος και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης καθώς και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Οι Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ακόμη ότι έγινε πλήρης και δέουσα έρευνα πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και ότι ο αρμόδιος λειτουργός εξέτασε διεξοδικά τους προβαλλόμενους στην αίτηση διεθνούς προστασίας ισχυρισμούς καθώς και όσα ο Αιτητής ανέφερε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του.
ΙΙΙ. Αξιολόγηση Δικαστηρίου
Α. Αξιολόγηση των ουσιωδών ισχυρισμών και των προβαλλόμενων πλημμελειών
Αναφορικά με τους εναπομείναντες λόγους ακυρώσεως, παρατηρώ ότι αυτοί προωθούνται με γενικότητα και αοριστία χωρίς οποιαδήποτε εξειδίκευση σε συνάρτηση με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης του Αιτητή.[1] Τούτο δε, αντίθετα με τα όσα επιτάσσει ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962.[2] Έχει πλειστάκις λεχθεί και από το παρόν Δικαστήριο, με παραπομπή στη σχετική επί του θέματος νομολογία ότι τα επίδικα θέματα στοιχειοθετούνται και προσδιορίζονται από τη δικογραφία[3], ενώ ξεκάθαρη είναι η απαίτηση για αιτιολόγηση των νομικών σημείων της αίτησης ακυρώσεως, ούτως ώστε αυτά να μπορούν να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο.[4] Δεν αρκεί συνεπώς η γενικόλογη και αόριστη επιχειρηματολογία περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, χωρίς ταυτόχρονα την εξειδίκευση και αναφορά στα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης και στη βάση ποιας συγκεκριμένης επιχειρηματολογίας προωθούνται οι συγκεκριμένοι λόγοι ακυρώσεως. Η έννοια του Κανονισμού 7 είναι η οριοθέτηση με λεπτομέρεια, (αυτή είναι η έννοια της λέξης «πλήρως»), ούτως ώστε τα επίδικα θέματα να περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, με τους διαδίκους να γνωρίζουν με ακρίβεια το λόγο που προωθείται η νομική εισήγηση, αλλά και το Δικαστήριο να ασχολείται μόνο με συγκεκριμένα ζητήματα και όχι με γενικότητες και αοριστολογίες.
Εν πάση περιπτώσει ενόψει και της υποχρέωσης που έχει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο τόσο της νομιμότητας, όσο και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν[5], θα προχωρήσω να εξετάσω τον ισχυρισμό αυτόν -παρά την γενικότητα με την οποία προωθείται- σε συνάρτηση και με την ουσία της υπόθεσης αυτής.
Επισημαίνεται ότι, το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση.[6]
Κατά την υποβολή της αίτησής του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω σοβαρών οικογενειακών προβλημάτων που αντιμετώπιζε ο ίδιος και ο αδελφός του. Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ότι, μετά τον θάνατο του πατέρα τους, ο οποίος, σύμφωνα με τα αναφερόμενά του, είχε δηλητηριάσει τον εαυτό του, η ζωή τους κατέστη ιδιαίτερα δύσκολη, καθώς άρχισαν να δέχονται απειλές από τον θείο τους, ο οποίος υπηρετούσε στον στρατό. Όπως ανέφερε, ο θείος τους κατηγορούσε ότι είχαν δηλητηριάσει τον αδελφό του, ήτοι τον πατέρα τους, και τους απειλούσε ότι θα τους σκότωνε προκειμένου να εκδικηθεί τον θάνατό του. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι, μερικούς μήνες αργότερα, ο μεγαλύτερος αδελφός τους απήχθη, γεγονός που ενέτεινε τον φόβο τους και τους δημιούργησε την πεποίθηση ότι διέτρεχαν άμεσο κίνδυνο. Καταληκτικά, ανέφερε ότι, εξαιτίας των ανωτέρω περιστατικών και φοβούμενος για τη ζωή του, αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του μαζί με τον αδελφό του, προκειμένου να διασφαλίσουν την προσωπική τους ασφάλεια.
Ακολούθως, κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, ο Αιτητής ανέφερε ότι γεννήθηκεστην κοινότητα Limete της Κινσάσα, στη ΛΔΚ, και ότι τόπος συνήθους και τελευταίας διαμονής του πριν από την αναχώρησή του από τη χώρα ήταν η περιοχή Kasa-Vubu, στην περιφέρεια Funa της Κινσάσα, όπου, όπως δήλωσε, είχε ζήσει καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής του. Ερωτηθείς εάν είχε διαμείνει σε άλλη περιοχή της χώρας ή σε άλλο κράτος, απάντησε αρνητικά. Δήλωσε ότι είναι άγαμος, χριστιανός και ομιλεί Lingala, γαλλικά και λίγα αγγλικά. Ως προς το μορφωτικό του υπόβαθρο, ανέφερε ότι φοίτησε στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ολοκληρώνοντας τις σπουδές του το 2015 στην περιοχή Kauka της Κινσάσα, χωρίς να συνεχίσει σε ανώτερη βαθμίδα εκπαίδευσης λόγω οικονομικών δυσκολιών. Αναφορικά με την επαγγελματική του δραστηριότητα, δήλωσε ότι, μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του, δεν είχε σταθερή εργασία, αλλά απασχολείτο περιστασιακά σε εργασίες μερικής απασχόλησης. Πρόσθεσε ότι αρχικά συντηρείτο οικονομικά από τον πατέρα του και ότι, μετά τον θάνατο του τελευταίου, ένα πρόσωπο από το οικιστικό συγκρότημα όπου διέμεναν τους παρείχε τροφή.
Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, ο Αιτητής δήλωσε ότι η μητέρα του απεβίωσε στις 02.01.2005, ενώ ο πατέρας του, ο οποίος εργαζόταν ως εκπαιδευτικός, απεβίωσε στις 08.10.2020. Ανέφερε ότι έχει δύο αδελφούς, εκ των οποίων ο ένας βρίσκεται μαζί του στην Κύπρο, ενώ ο μεγαλύτερος εξαφανίστηκε στη χώρα καταγωγής τους και έκτοτε αγνοείται η τύχη του. Σχετικά με τον αδελφό του που βρίσκεται στην Κύπρο, ανέφερε ότι η αίτησή του για διεθνή προστασία είχε απορριφθεί και ότι είχε ασκήσει προσφυγή κατά της σχετικής απόφασης. Περαιτέρω, δήλωσε ότι ο πατέρας του είχε συνάψει νέα σχέση με γυναίκα την οποία τους παρουσίασε ως μητριά τους, περί το 2017 ή 2018, χωρίς, ωστόσο, ο ίδιος να γνωρίζει πολλά στοιχεία για αυτήν, καθότι, όπως ανέφερε, εκείνη επισκεπτόταν την οικογένεια για μικρά χρονικά διαστήματα και επέστρεφε στο χωριό της. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, η μητριά του επέστρεψε στο χωριό της και έκτοτε δεν είχαν οποιαδήποτε επικοινωνία. Ερωτηθείς για την ύπαρξη άλλων συγγενών στη χώρα καταγωγής του, ανέφερε ότι εκεί διαμένει ο θείος του, τον οποίο κατονομάζει ως το πρόσωπο που τον απειλούσε, διευκρινίζοντας ότι δεν διατηρεί επικοινωνία μαζί του.
Αναφορικά με τους λόγους που τον οδήγησαν στην εγκατάλειψη της χώρας καταγωγής του, ο Αιτητής επανέλαβε ότι τα προβλήματά του άρχισαν μετά τον θάνατο του πατέρα του, στις 08.10.2020. Ειδικότερα, ανέφερε ότι ο πατέρας του επέστρεψε από την εργασία του και δεν αισθανόταν καλά, με αποτέλεσμα η μητριά του να τον μεταφέρει με ταξί στο νοσοκομείο, όπου, έπειτα από περίπου τρεις έως τέσσερις ώρες, τους ενημέρωσε ότι είχε αποβιώσει συνεπεία δηλητηρίασης. Ερωτηθείς εάν είχε προηγηθεί κάποιο περιστατικό πριν από τον θάνατο του πατέρα του, απάντησε αρνητικά, ενώ δεν παρείχε περαιτέρω πληροφορίες αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες επήλθε η δηλητηρίαση.
Σύμφωνα με την αφήγησή του, το ίδιο βράδυ του θανάτου του πατέρα του, ο θείος του, ο οποίος ήταν αδελφός του αποβιώσαντος και εργαζόταν στον στρατό, μετέβη στην οικογενειακή τους κατοικία συνοδευόμενος από φίλους του και άρχισε να κακοποιεί τον ίδιο και τους αδελφούς του, κατηγορώντας τους ότι ευθύνονταν για τον θάνατο των γονέων τους. Όπως ισχυρίστηκε, ο θείος τους απειλούσε ότι θα τους σκότωνε, ενώ η κακοποίηση ήταν τόσο έντονη ώστε ένας γείτονάς τους κάλεσε την αστυνομία, η οποία, ωστόσο, δεν προσήλθε στην κατοικία τους. Την επόμενη ημέρα, ο ίδιος γείτονας τους επισκέφθηκε και τους προμήθευσε παυσίπονα, καθώς πονούσαν εξαιτίας της προηγούμενης κακοποίησης. Ερωτηθείς για τον λόγο μη επέμβασης της αστυνομίας, ο Αιτητής ανέφερε αρχικά ότι αυτό οφειλόταν στη στρατιωτική ιδιότητα του θείου του, ενώ, σε μεταγενέστερη ερώτηση, διευκρίνισε ότι ο γείτονάς τους τούς είχε μεταφέρει πως, όταν απευθύνθηκε στην αστυνομία, οι αστυνομικοί τού ανέφεραν ότι είχαν δει ένα αυτοκίνητο έξω από την κατοικία τους και δεν μπορούσαν να προσέλθουν. Ερωτηθείς γιατί θεωρούσε ότι η αστυνομία δεν ήταν διατεθειμένη να επέμβει λόγω της ιδιότητας του θείου του, απάντησε ότι δεν γνώριζε, προσθέτοντας ότι ενδεχομένως ο τελευταίος διέθετε εξουσία.
Σε σχέση με τα κίνητρα της συμπεριφοράς του θείου του, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν κατανοούσε γιατί εκείνος τους κατηγορούσε για τον θάνατο του πατέρα τους. Ερωτηθείς για την προηγούμενη σχέση του με τον θείο του, τη χαρακτήρισε συνηθισμένη, διευκρινίζοντας ότι ουδέποτε είχαν διαπληκτιστεί ή αντιμετωπίσει μεταξύ τους προβλήματα. Αντίστοιχα, ανέφερε ότι και η σχέση του πατέρα του με τον θείο του ήταν φυσιολογική, καθώς ήταν αδελφοί, ενώ δήλωσε ότι, εξ όσων γνώριζε, δεν υπήρχαν προηγούμενες διαφωνίες ή παρεξηγήσεις μεταξύ τους. Ερωτηθείς πόσες φορές ο θείος του είχε μεταβεί στην κατοικία τους και τον είχε κακοποιήσει, απάντησε ότι αυτό συνέβη μία μόνο φορά, συγκεκριμένα το βράδυ του θανάτου του πατέρα του, στις 08.10.2020. Περαιτέρω, επιβεβαίωσε ότι έκτοτε δεν είχε οποιαδήποτε άλλη προσωπική επικοινωνία ή συνάντηση με τον θείο του.
Αναφορικά με την εξαφάνιση του μεγαλύτερου αδελφού του, ο Αιτητής ανέφερε ότι, στις 09.12.2020, ο αδελφός του αναχώρησε το πρωί από την κατοικία τους, προκειμένου να εκτελέσει κάποια περιστασιακή εργασία και να εξασφαλίσει χρήματα για την αγορά τροφίμων, χωρίς έκτοτε να επιστρέψει. Σε προηγούμενο στάδιο της συνέντευξής του, ωστόσο, είχε αναφέρει ως ημερομηνία εξαφάνισης την 09.09.2020. Όπως εξήγησε, μετά την εξαφάνιση του αδελφού του, ο ίδιος και ο άλλος αδελφός του άρχισαν να αισθάνονται ότι βρίσκονταν σε κίνδυνο, λαμβάνοντας υπόψη τις προηγούμενες απειλές του θείου τους. Ερωτηθείς εάν είχαν καταγγείλει την εξαφάνιση στην αστυνομία, ανέφερε ότι ένας γείτονάς τους είχε μεταβεί στην αστυνομία, χωρίς, ωστόσο, να τους ενημερώσει για το αποτέλεσμα των ενεργειών του. Σε περαιτέρω ερώτηση γιατί δεν ζήτησαν οι ίδιοι σχετική ενημέρωση, απάντησε ότι ανέμεναν από τον γείτονα να τους αναφέρει τι είχε συμβεί.
Ερωτηθείς ειδικότερα για τη φερόμενη εμπλοκή του θείου του στην εξαφάνιση του αδελφού του, ο Αιτητής ανέφερε ότι πίστευε πως ο θείος του ήταν υπεύθυνος, επειδή προηγουμένως τους είχε κακοποιήσει και απειλήσει ότι θα τους σκότωνε. Ωστόσο, ερωτηθείς εάν διέθετε οποιαδήποτε απόδειξη ή συγκεκριμένη πληροφορία που να συνδέει τον θείο του με την εξαφάνιση, απάντησε ότι δεν γνώριζε, επαναλαμβάνοντας ότι ο ίδιος πίστευε πως ο θείος είχε πάρει τον αδελφό του. Πρόσθεσε ότι και ένας φίλος του θείου τους τούς είχε αναφέρει ότι βρίσκονταν σε κίνδυνο, χωρίς, ωστόσο, να τους παράσχει συγκεκριμένες πληροφορίες για την τύχη του εξαφανισθέντος αδελφού τους.
Περαιτέρω, ο Αιτητής ανέφερε ότι, περίπου μία εβδομάδα μετά την εξαφάνιση του αδελφού του, τους επισκέφθηκε στην κατοικία τους ένας φίλος του θείου τους, προσφερόμενος να τους βοηθήσει. Όπως ισχυρίστηκε, το συγκεκριμένο πρόσωπο τους ενημέρωσε ότι διέτρεχαν κίνδυνο, τους ζήτησε να ετοιμάσουν τα πράγματά τους και τους μετέφερε στην κατοικία της αδελφής του, στην κοινότητα Nsele της Κινσάσα, όπου παρέμειναν για περίπου τρεις μήνες. Ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στην εν λόγω κατοικία δεν εξέρχονταν από αυτήν, ακολουθώντας τις οδηγίες που τους είχαν δοθεί για λόγους ασφαλείας. Ερωτηθείς γιατί ένα πρόσωπο που διατηρούσε φιλική σχέση με τον θείο του θα επέλεγε να τους βοηθήσει να διαφύγουν, απάντησε ότι δεν γνώριζε, διευκρινίζοντας ότι ο εν λόγω άνδρας απλώς τους προσέφερε βοήθεια και δεν επιθυμούσε να του υποβάλλουν ερωτήσεις. Ερωτηθείς, επίσης, πώς προστατεύονταν κατά το χρονικό διάστημα που παρέμειναν στην αρχική τους κατοικία μετά το περιστατικό κακοποίησης, ανέφερε ότι ο γείτονάς τους τούς είχε διαβεβαιώσει ότι μπορούσαν να παραμείνουν εκεί και ότι δεν θα τους συνέβαινε τίποτε. Πρόσθεσε ότι δεν είχαν μετακινηθεί νωρίτερα σε άλλη περιοχή, επειδή προσεύχονταν στον Θεό να τους προστατεύσει.
Στη συνέχεια, ανέφερε ότι, τον Φεβρουάριο του 2021, ο φίλος του θείου τους επισκέφθηκε εκ νέου την κατοικία όπου διέμεναν και παρέλαβε τα στοιχεία ταυτότητας του αδελφού του, προκειμένου να διευθετήσει την έκδοση διαβατηρίου. Όταν τον ρώτησαν εκ νέου για την τύχη του εξαφανισθέντος αδελφού τους, εκείνος απάντησε ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε, διαβεβαιώνοντάς τους παράλληλα ότι ήταν ασφαλείς στην κατοικία της αδελφής του. Τελικώς, στις 19.03.2021, ο εν λόγω άνδρας, συνοδευόμενος από δύο άλλα πρόσωπα, τους μετέφερε στο αεροδρόμιο, από όπου αναχώρησαν από τη χώρα. Ο Αιτητής διευκρίνισε ότι τα έξοδα του ταξιδιού τους καλύφθηκαν από τον συγκεκριμένο φίλο του θείου τους, ο οποίος είχε αναλάβει και τις σχετικές διευθετήσεις.
Αναφορικά με το ταξίδι του προς την Κυπριακή Δημοκρατία, ο Αιτητής δήλωσε ότι ταξίδεψε μέσω Κωνσταντινούπολης και αφίχθη στις 20.03.2021 στο αεροδρόμιο Ερτζάν, στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, κάνοντας χρήση του διαβατηρίου του και φοιτητικής θεώρησης εισόδου. Διευκρίνισε ότι δεν είχε πραγματική πρόθεση να σπουδάσει εκεί και ότι η επιλογή της Κύπρου ως προορισμού είχε γίνει από το πρόσωπο που διευθέτησε το ταξίδι του. Ανέφερε ότι παρέμεινε στις μη ελεγχόμενες περιοχές μέχρι τις 19.04.2021, οπότε εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές με τη βοήθεια άνδρα που τους μετέφερε με αυτοκίνητο. Καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού συνοδευόταν από τον αδελφό του, ενώ δήλωσε ότι δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την αναχώρησή του από τη ΛΔΚ ή κατά την παραμονή του στις μη ελεγχόμενες περιοχές.
Ερωτηθείς εάν ο θείος του επιχείρησε να τον εντοπίσει μετά το αρχικό περιστατικό κακοποίησης, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν γνώριζε εάν τον αναζητούσε κατά το χρονικό διάστημα που διέμενε στην κατοικία όπου είχε μεταφερθεί. Επανέλαβε, ωστόσο, ότι ο ίδιος δεν είχε ξαναδεί τον θείο του από το βράδυ του θανάτου του πατέρα του, στις 08.10.2020, ούτε είχε επικοινωνήσει έκτοτε μαζί του. Ερωτηθείς, επίσης, γιατί ο θείος του, εφόσον πράγματι επιθυμούσε να τον σκοτώσει, δεν το έπραξε κατά το αρχικό περιστατικό, απάντησε ότι δεν γνώριζε, αποδίδοντας ενδεχομένως τη διάσωσή του στη θεϊκή προστασία.
Τέλος, αναφορικά με τον φόβο του σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι θεωρούσε πως ο θείος του θα τον σκότωνε. Ερωτηθείς εάν θα μπορούσε να επιστρέψει και να εγκατασταθεί σε διαφορετική περιοχή της ΛΔΚ, απάντησε αρνητικά, εξηγώντας ότι θα αισθανόταν ανασφάλεια. Παράλληλα, αναγνώρισε ότι οι αρχές της χώρας του θα του επέτρεπαν να επιστρέψει. Κατά το πέρας της συνέντευξης, επιβεβαίωσε ότι τα όσα είχε καταγράψει στην αρχική αίτησή του ήταν αληθή και ότι οι δηλώσεις του, όπως αποτυπώθηκαν στο πρακτικό της συνέντευξης, ανταποκρίνονταν στα όσα είχε αναφέρει. Καταληκτικά, δήλωσε ότι στην Κύπρο αισθάνεται ασφαλής.
2. Η αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση
Κατά την εξέταση του αιτήματος, επί των όσων ο Αιτητής παρέθεσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, παρατηρώ ότι ο Λειτουργός διαχώρισε τους ισχυρισμούς του σε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, ο πρώτος, που αφορούσε την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, ήτοι ότι είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, με τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής την περιοχή Kasa-Vubu, της περιφέρειας Funa, στην Κινσάσα, και ο δεύτερος, σχετικά με τον ισχυρισμό ότι, μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο θείος του άρχισε να κακοποιεί τον ίδιο και τους δύο αδελφούς του, κατηγορώντας τους ότι ευθύνονταν για τον θάνατο του πατέρα τους και απειλώντας να τους σκοτώσει.
Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθώς ο Λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή παρουσίαζαν εσωτερική συνοχή και συνέπεια, ενώ επιβεβαιώνονταν από το αυθεντικό διαβατήριο που προσκόμισε, καθώς και από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την περιοχή καταγωγής και διαμονής του. Ειδικότερα, έγιναν αποδεκτά τα στοιχεία που αφορούσαν την υπηκοότητά του, τον τόπο γέννησης και τελευταίας διαμονής του, το μορφωτικό και επαγγελματικό του υπόβαθρο, τη θρησκεία, τις γλώσσες που ομιλεί και την οικογενειακή του κατάσταση. Ως τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής προσδιορίστηκε η περιοχή Kasa-Vubu, της περιφέρειας Funa, στην πόλη Κινσάσα.
Ο δεύτερος ισχυρισμός απορρίφθηκε, καθότι ο Λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή στερούνταν επαρκούς συνοχής, συνέπειας και ευλογοφάνειας, ενώ δεν παρασχέθηκαν ικανοποιητικές και λεπτομερείς πληροφορίες επί ουσιωδών πτυχών του αφηγήματός του. Ειδικότερα, διαπίστωσε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει επαρκώς τους λόγους για τους οποίους ο θείος του κατηγόρησε τον ίδιο και τους αδελφούς του για τον θάνατο των γονέων τους, ιδίως ενόψει της προηγουμένως φυσιολογικής σχέσης που, σύμφωνα με τις δηλώσεις του, διατηρούσαν μεταξύ τους. Περαιτέρω, επεσήμανε ότι δεν δόθηκαν επαρκείς λεπτομέρειες ως προς τις συνθήκες της επικαλούμενης κακοποίησης, τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώθηκε η βίαιη συμπεριφορά του θείου, καθώς και τις ενέργειες στις οποίες προέβη ο Αιτητής ή άλλα πρόσωπα για την προστασία του. Επιπλέον, αξιολόγησε αρνητικά τις εξηγήσεις του σχετικά με τη μη επέμβαση της αστυνομίας, θεωρώντας ότι η επίκληση της στρατιωτικής ιδιότητας και της ενδεχόμενης επιρροής του θείου δεν αποτελούσε επαρκή και πειστική αιτιολόγηση της επικαλούμενης αδυναμίας των αρχών να παράσχουν προστασία.
Περαιτέρω, ο Λειτουργός εντόπισε ασάφειες και ελλείψεις στις δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με την εξαφάνιση του μεγαλύτερου αδελφού του, επισημαίνοντας ότι δεν παρασχέθηκαν συγκεκριμένες πληροφορίες για τις περιστάσεις υπό τις οποίες αυτός εξαφανίστηκε, τις ενέργειες που έγιναν για τον εντοπισμό του ή την ενδεχόμενη εμπλοκή του θείου τους. Ειδικότερα, έκρινε ότι ο Αιτητής συνέδεσε την εξαφάνιση με τον θείο του στηριζόμενος αποκλειστικά στις προηγούμενες απειλές του, χωρίς να διαθέτει συγκεκριμένα στοιχεία που να επιβεβαιώνουν την εμπλοκή του. Επίσης, επεσήμανε ότι, μολονότι ο Αιτητής είχε αναφέρει πως ο θείος τους τούς κατηγορούσε και τους κακοποιούσε, δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει γιατί εκείνος δεν προέβη σε περαιτέρω ενέργειες εναντίον τους ούτε παρείχε πληροφορίες που να συνδέουν την εξαφάνιση του αδελφού του με τις προηγούμενες απειλές.
Επιπλέον, ο Λειτουργός αξιολόγησε ως μη πειστικό τον ισχυρισμό ότι ένας φίλος του θείου του προσφέρθηκε να βοηθήσει τον Αιτητή και τον αδελφό του να διαφύγουν, παρά τη στενή σχέση που φέρεται να διατηρούσε με το πρόσωπο που τους απειλούσε. Ειδικότερα, διαπίστωσε ότι ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκείς εξηγήσεις για τα κίνητρα του συγκεκριμένου προσώπου, τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε να τους προστατεύσει, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατάφερε να οργανώσει τη διαφυγή τους χωρίς να αντιμετωπίσει συνέπειες από τον θείο. Ως εκ τούτου, έκρινε ότι η επικαλούμενη βοήθεια δεν παρουσιαζόταν ως ρεαλιστική, ενόψει της σχέσης του εν λόγω προσώπου με τον φερόμενο φορέα δίωξης.
Περαιτέρω, αξιολογήθηκε αρνητικά το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις δηλώσεις του Αιτητή, ο θείος του εμφανίστηκε στην κατοικία τους και τους κακοποίησε μία μόνο φορά, συγκεκριμένα το βράδυ του θανάτου του πατέρα τους, χωρίς έκτοτε να επαναλάβει τις απειλές ή τις πράξεις βίας. Ο Λειτουργός θεώρησε ότι η συμπεριφορά αυτή δεν συμβάδιζε με τον επικαλούμενο έντονο θυμό και την πρόθεση του θείου να τους σκοτώσει, ιδίως λαμβάνοντας υπόψη ότι, παρά τη φερόμενη στρατιωτική του ιδιότητα και επιρροή, δεν προέκυψαν μεταγενέστερες προσπάθειες αναζήτησης ή εντοπισμού τους. Επιπλέον, έκρινε μη ικανοποιητική την εξήγηση του Αιτητή ότι ο θείος δεν τους σκότωσε λόγω θεϊκής προστασίας, θεωρώντας ότι δεν παρείχε εύλογη αιτιολόγηση για τη μη πραγματοποίηση των προηγούμενων απειλών του. Συναφώς, επεσήμανε ότι δεν δόθηκαν επαρκείς πληροφορίες για τα μέτρα προστασίας που έλαβε ο Αιτητής μετά το περιστατικό, για τυχόν περαιτέρω επικοινωνία ή αναζήτησή του από τον θείο του, καθώς και για άλλες ενέργειες προς εξασφάλιση προστασίας από τις αρχές ή πρόσωπα του περιβάλλοντός του.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ο Λειτουργός δεν προέβη σε περαιτέρω έρευνα μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης για τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, θεωρώντας ότι οι δηλώσεις του Αιτητή αποτελούσαν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξή του και ότι, λόγω της εγγενώς υποκειμενικής φύσης των επικαλούμενων περιστατικών, δεν υπήρχαν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν περαιτέρω διερεύνηση μέσω άλλων πηγών. Ως εκ τούτου, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος.
Ακολούθως, στη βάση του αποδεκτού ισχυρισμού αναφορικά με την ταυτότητα, το προσωπικό προφίλ και τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την περιοχή Kasa-Vubu, της περιφέρειας Funa, στην Κινσάσα, ο Λειτουργός προέβη σε αξιολόγηση κινδύνου, λαμβάνοντας υπόψη τα προσωπικά του χαρακτηριστικά και τις επικρατούσες συνθήκες ασφαλείας στην περιοχή επιστροφής. Έκρινε ότι πρόκειται για ενήλικο, υγιή άνδρα, με μορφωτικό υπόβαθρο και εργασιακή εμπειρία, ικανό να εξασφαλίσει τα προς το ζην. Περαιτέρω, ενόψει της απόρριψης του ισχυρισμού περί κακοποίησης και απειλών από τον θείο του, διαπίστωσε ότι δεν προέκυπταν εξατομικευμένα στοιχεία που να θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Ως προς τη γενική κατάσταση ασφαλείας, ο Λειτουργός εξέτασε πληροφορίες χώρας καταγωγής και στατιστικά στοιχεία σχετικά με τα περιστατικά βίας στη ΛΔΚ και ειδικότερα στην Κινσάσα, καταλήγοντας ότι στην περιοχή επιστροφής του Αιτητή δεν επικρατούν συνθήκες ένοπλης σύρραξης ή αδιάκριτης βίας τέτοιας έντασης ώστε να στοιχειοθετείται πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης λόγω της παρουσίας του και μόνο στην περιοχή.
Καταληκτικά, ο Λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα κατά το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε εκείνες χορήγησης συμπληρωματικής προστασίας κατά το άρθρο 19 του ίδιου Νόμου. Ως εκ τούτου, με την Έκθεση/Εισήγησή του ημερομηνίας 23.09.2024, εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας και την έκδοση απόφασης επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του.
3. Δικαστική αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή
Αξιολογώντας τα όσα έχουν ανωτέρω εκτεθεί υπό το φως των εφαρμοστέων νομοθετικών προνοιών και έχοντας μελετήσει την Έκθεση/Εισήγηση του Λειτουργού και το σύνολο των ενώπιόν μου στοιχείων, καταλήγω στα ακόλουθα:
3(α) Πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός
Ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, συντάσσομαι με την κρίση των Καθ’ ων η αίτηση ως προς την αποδοχή των βασικών στοιχείων της ταυτότητας, της χώρας καταγωγής και του προσωπικού προφίλ του Αιτητή. Οι δηλώσεις του αναφορικά με την ιθαγένεια, τον τόπο γέννησης και διαμονής του, το οικογενειακό, εκπαιδευτικό και επαγγελματικό του υπόβαθρο κρίνονται, ως προς τα βασικά τους στοιχεία, επαρκώς συνεπείς, ενώ η ταυτότητα και η ιθαγένειά του υποστηρίζονται και από το αυθεντικό διαβατήριο που προσκόμισε.
Περαιτέρω, ο Αιτητής ανέφερε ότι γεννήθηκε στην κοινότητα Limete της Κινσάσα και ότι διέμενε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του στην περιοχή Kasa-Vubu, της περιφέρειας Funa, στην Κινσάσα, μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του. Από τα ενώπιόν μου στοιχεία δεν προκύπτει ουσιώδης λόγος αμφισβήτησης των δηλώσεών του ως προς τον τόπο συνήθους διαμονής του.
Κατά συνέπεια, ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός γίνεται αποδεκτός, με τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή την περιοχή Kasa-Vubu, της περιφέρειας Funa, στην Κινσάσα της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό.
3(β) Δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός
Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος αφορά την επικαλούμενη κακοποίηση και τις απειλές θανάτου από τον θείο του, καθώς και τη φερόμενη εμπλοκή του τελευταίου στην εξαφάνιση του μεγαλύτερου αδελφού του, έχοντας αξιολογήσει αυτοτελώς το σύνολο των δηλώσεων του Αιτητή, διαπιστώνω ουσιώδεις ασάφειες, ελλείψεις πληροφοριών και επιμέρους ασυνέπειες, οι οποίες, συνεκτιμώμενες, πλήττουν την εσωτερική αξιοπιστία του προβαλλόμενου ιστορικού δίωξης.
Ειδικότερα, παρατηρώ ότι ο Αιτητής απέδωσε την έναρξη των προβλημάτων του στον θάνατο του πατέρα του στις 08.10.2020, ο οποίος, σύμφωνα με τα αναφερόμενά του, απεβίωσε συνεπεία δηλητηρίασης. Εντούτοις, οι πληροφορίες που παρείχε αναφορικά με τις συνθήκες του θανάτου του υπήρξαν περιορισμένες. Συγκεκριμένα, ενώ κατά την αρχική αίτησή του ανέφερε ότι ο πατέρας του δηλητηρίασε τον εαυτό του, κατά τη συνέντευξή του δήλωσε ότι ο πατέρας του επέστρεψε από την εργασία του χωρίς να αισθάνεται καλά και ότι η μητριά του τον μετέφερε στο νοσοκομείο, όπου απεβίωσε, ενημερώνοντάς τους ακολούθως ότι ο θάνατός του οφειλόταν σε δηλητηρίαση. Οι δηλώσεις αυτές δεν είναι κατ' ανάγκην αντιφατικές, πλην όμως δεν αποσαφηνίζουν τις πραγματικές περιστάσεις του θανάτου, οι οποίες αποτελούν την αφετηρία των επικαλούμενων προβλημάτων του Αιτητή με τον θείο του.
Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους ο θείος του θεώρησε ότι ο ίδιος και οι αδελφοί του ευθύνονταν για τον θάνατο του πατέρα τους. Ερωτηθείς σχετικά, περιορίστηκε στην αναφορά ότι δεν γνώριζε γιατί ο θείος τους προέβαινε στις εν λόγω κατηγορίες, ενώ ταυτόχρονα χαρακτήρισε τη μεταξύ τους σχέση, όπως και τη σχέση του πατέρα του με τον θείο του, φυσιολογική, χωρίς προηγούμενες διαφωνίες ή προστριβές. Δεν ανέφερε οποιοδήποτε περιστατικό που να είχε προηγηθεί του θανάτου του πατέρα του και να εξηγεί την αιφνίδια μεταβολή της συμπεριφοράς του θείου, ούτε συγκεκριμένες περιστάσεις από τις οποίες να προέκυπτε η σύνδεση των κατηγοριών με τον ίδιο και τους αδελφούς του.
Δεν παραγνωρίζω ότι ο Αιτητής δεν ήταν υποχρεωτικά σε θέση να γνωρίζει τα πραγματικά κίνητρα ή τις σκέψεις του θείου του. Εντούτοις, η πλήρης απουσία οποιασδήποτε συγκεκριμένης πληροφορίας αναφορικά με την προέλευση των εν λόγω κατηγοριών, σε συνδυασμό με την προηγουμένως φυσιολογική σχέση που περιέγραψε μεταξύ των εμπλεκόμενων προσώπων, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα ως προς τις περιστάσεις υπό τις οποίες φέρεται να εκδηλώθηκε η επικαλούμενη εχθρική συμπεριφορά. Συναφώς, παρατηρώ ότι κατά τη συνέντευξή του ανέφερε πως ο θείος τούς κατηγορούσε για τον θάνατο των γονέων τους, μολονότι η μητέρα του είχε αποβιώσει ήδη από το 2005, ήτοι περίπου δεκαπέντε έτη πριν από τον θάνατο του πατέρα του. Παρότι η εν λόγω αναφορά δεν αποτελεί από μόνη της καθοριστική αντίφαση, εντείνει την ασάφεια που χαρακτηρίζει το περιεχόμενο και τη βάση των αποδιδόμενων στον θείο κατηγοριών.
Σε σχέση με το επικαλούμενο περιστατικό σωματικής κακοποίησης, παρατηρώ ότι, ενώ στην αρχική αίτησή του ο Αιτητής αναφέρθηκε σε απειλές θανάτου από τον θείο του, δεν έκανε ρητή αναφορά σε περιστατικό πραγματικής σωματικής κακοποίησης. Αντιθέτως, κατά την προσωπική του συνέντευξη ανέφερε ότι ο θείος του, συνοδευόμενος από φίλους του, μετέβη στην κατοικία τους το βράδυ του θανάτου του πατέρα τους και άρχισε να βασανίζει τον ίδιο και τους αδελφούς του. Εντούτοις, η σχετική περιγραφή παρέμεινε γενική, χωρίς επαρκή προσδιορισμό της ακριβούς μορφής της ασκηθείσας βίας, της διάρκειας του περιστατικού, των συγκεκριμένων ενεργειών των φερόμενων δραστών και των σωματικών συνεπειών που υπέστη. Ο Αιτητής περιορίστηκε κυρίως στην αναφορά ότι ένας γείτονάς τους κάλεσε την αστυνομία και ότι την επόμενη ημέρα τούς προμήθευσε παυσίπονα επειδή πονούσαν από την προηγούμενη κακοποίηση.
Η παράλειψη αναφοράς της σωματικής κακοποίησης κατά την αρχική αίτηση, μολονότι δεν αρκεί αυτοτελώς για την απόρριψη του ισχυρισμού, αποκτά σημασία ενόψει της σοβαρότητας που αποδίδεται στο περιστατικό κατά τη μεταγενέστερη συνέντευξη. Πρόκειται, σύμφωνα με το αφήγημα του Αιτητή, για το μοναδικό περιστατικό άμεσης σωματικής βίας που φέρεται να υπέστη από τον θείο του και, συνακόλουθα, για κεντρικό γεγονός επί του οποίου στηρίζει τον φόβο επιστροφής του. Ωστόσο, παρά τη σημασία του, η περιγραφή του παρέμεινε περιορισμένη, χωρίς επαρκή εξατομίκευση των συνθηκών τέλεσής του. Οι εν λόγω αδυναμίες συνεκτιμώνται με τα υπόλοιπα στοιχεία του αφηγήματος, χωρίς να τους αποδίδεται αυτοτελώς αποφασιστική βαρύτητα.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδω στις δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με την εξαφάνιση του μεγαλύτερου αδελφού του, την οποία συνέδεσε με τις προηγούμενες απειλές του θείου του και παρουσίασε ως γεγονός που ενίσχυσε τον φόβο του και συνέβαλε στην απόφασή του να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του. Ειδικότερα, κατά τη συνέντευξή του, ο Αιτητής ανέφερε αρχικά ότι ο αδελφός του εξαφανίστηκε στις 09.09.2020, ημερομηνία η οποία προηγείται του θανάτου του πατέρα τους στις 08.10.2020. Αντιθέτως, σε μεταγενέστερο στάδιο της ίδιας συνέντευξης προσδιόρισε ως ημερομηνία εξαφάνισης την 09.12.2020, τοποθετώντας το περιστατικό περίπου δύο μήνες μετά τον θάνατο του πατέρα τους, σε συμφωνία με τη χρονική αλληλουχία που είχε περιγράψει στην αρχική του αίτηση.
Η διαφοροποίηση αυτή αφορά ουσιώδες γεγονός του αφηγήματος, καθότι επηρεάζει τη χρονική και αιτιώδη σύνδεση της εξαφάνισης με τις προηγούμενες απειλές του θείου. Εντούτοις, δεν παραγνωρίζω ότι ενδέχεται να οφείλεται σε παραδρομή κατά την αναφορά ή καταγραφή της ημερομηνίας. Ως εκ τούτου, δεν της αποδίδω αυτοτελώς καθοριστική βαρύτητα, αλλά τη συνεκτιμώ με τις λοιπές αδυναμίες που παρουσιάζει ο συγκεκριμένος ισχυρισμός.
Πέραν της χρονικής αυτής ασυνέπειας, διαπιστώνω ότι ο Αιτητής δεν παρέθεσε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να συνδέουν την εξαφάνιση του αδελφού του με οποιαδήποτε ενέργεια του θείου τους. Ειδικότερα, ανέφερε ότι ο αδελφός του αναχώρησε από την κατοικία τους προκειμένου να εκτελέσει περιστασιακή εργασία και να εξασφαλίσει χρήματα για την αγορά τροφίμων, χωρίς έκτοτε να επιστρέψει. Δεν υποστήριξε ότι υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας απαγωγής, ούτε επικαλέστηκε οποιαδήποτε συγκεκριμένη πληροφορία από τρίτο πρόσωπο που να είχε αντιληφθεί εμπλοκή του θείου στην εξαφάνιση. Αντιθέτως, ερωτηθείς εάν διέθετε οποιαδήποτε απόδειξη για τη φερόμενη εμπλοκή του θείου, απάντησε ότι δεν γνώριζε, επαναλαμβάνοντας ότι ο ίδιος πίστευε πως ο θείος είχε πάρει τον αδελφό του.
Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν παρείχε συγκεκριμένες πληροφορίες για τις ενέργειες που έγιναν προς αναζήτηση του αδελφού του ή για την έκβαση οποιασδήποτε σχετικής καταγγελίας. Ανέφερε ότι ένας γείτονάς τους είχε μεταβεί στην αστυνομία, χωρίς, ωστόσο, να τους ενημερώσει για το αποτέλεσμα, ενώ ο ίδιος και ο αδελφός του δεν ζήτησαν περαιτέρω ενημέρωση, αναμένοντας από τον γείτονα να τους αναφέρει τι είχε συμβεί. Ούτε από τον φίλο του θείου τους, ο οποίος φέρεται να τους βοήθησε να διαφύγουν, προέκυψε οποιαδήποτε συγκεκριμένη πληροφορία για την τύχη του εξαφανισθέντος αδελφού, καθώς, σύμφωνα με τις ίδιες τις δηλώσεις του Αιτητή, το συγκεκριμένο πρόσωπο ανέφερε ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε σχετικό.
Δεν θεωρώ ότι ο Αιτητής όφειλε κατ' ανάγκην να γνωρίζει τις ακριβείς συνθήκες εξαφάνισης του αδελφού του ή να διαθέτει άμεσα αποδεικτικά στοιχεία για γεγονότα στα οποία δεν ήταν παρών. Εντούτοις, η προσωπική του πεποίθηση ότι ο θείος ευθύνεται για την εξαφάνιση δεν αρκεί, χωρίς συγκεκριμένη πραγματική βάση, για να θεμελιώσει την αποδιδόμενη εμπλοκή του τελευταίου. Υπό τις περιστάσεις αυτές, ακόμη και εάν γίνει δεκτό ότι ο μεγαλύτερος αδελφός του εξαφανίστηκε και έκτοτε αγνοείται η τύχη του, δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκώς τεκμηριωμένος ο περαιτέρω ισχυρισμός ότι απήχθη από τον θείο τους ή κατόπιν ενεργειών του. Η απλή χρονική διαδοχή των γεγονότων και η προηγούμενη διατύπωση απειλών δεν επαρκούν, χωρίς πρόσθετα συγκεκριμένα στοιχεία, για τη συναγωγή ασφαλούς συμπεράσματος περί της ευθύνης του θείου για την εξαφάνιση.
Περαιτέρω, αναφορικά με τη βοήθεια που φέρεται να έλαβε από φίλο του θείου του, ο Αιτητής ανέφερε ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο τους επισκέφθηκε, τους ενημέρωσε ότι βρίσκονταν σε κίνδυνο, τους μετέφερε στην κατοικία της αδελφής του και ακολούθως ανέλαβε την οργάνωση και χρηματοδότηση του ταξιδιού τους προς την Κύπρο. Ερωτηθείς, ωστόσο, για τους λόγους για τους οποίους ένα πρόσωπο που διατηρούσε φιλική σχέση με τον θείο του επέλεξε να βοηθήσει τον ίδιο και τον αδελφό του, απάντησε ότι δεν γνώριζε και ότι ο εν λόγω άνδρας δεν επιθυμούσε να του υποβάλλουν ερωτήσεις.
Στο σημείο αυτό, δεν θεωρώ ότι η φιλική σχέση ενός προσώπου με τον φερόμενο φορέα δίωξης καθιστά, αφ' εαυτής, μη ευλογοφανή την παροχή βοήθειας προς τον Αιτητή. Ούτε μπορεί να απαιτείται από τον τελευταίο να γνωρίζει με βεβαιότητα τα προσωπικά κίνητρα τρίτου προσώπου. Εντούτοις, η αφήγησή του παρέμεινε περιορισμένη ως προς τις περιστάσεις υπό τις οποίες το συγκεκριμένο πρόσωπο πληροφορήθηκε τον επικαλούμενο κίνδυνο και αποφάσισε να αναλάβει την προστασία τους. Ιδίως, δεν προκύπτει από τις δηλώσεις του ότι ο φίλος του θείου είχε προσωπική γνώση συγκεκριμένων μεταγενέστερων απειλών ή ενεργειών σε βάρος τους, πέραν της γενικής αναφοράς του ότι βρίσκονταν σε κίνδυνο. Συνεπώς, η επικαλούμενη παρέμβαση του εν λόγω προσώπου δεν παρέχει επαρκή πρόσθετη επιβεβαίωση του ισχυρισμού περί συνεχιζόμενης απειλής από τον θείο.
Περαιτέρω, ιδιαίτερη σημασία αποδίδω στη μεταγενέστερη συμπεριφορά του θείου, όπως αυτή προκύπτει από τις ίδιες τις δηλώσεις του Αιτητή. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι ο θείος του μετέβη στην κατοικία τους και τους κακοποίησε μία μόνο φορά, το βράδυ του θανάτου του πατέρα τους, στις 08.10.2020, και ότι έκτοτε δεν τον συνάντησε ούτε επικοινώνησε ξανά μαζί του. Παράλληλα, δεν επικαλέστηκε συγκεκριμένο μεταγενέστερο περιστατικό απειλής ή επίθεσης σε βάρος του, ούτε παρείχε πληροφορίες από τις οποίες να προκύπτει ότι ο θείος του επιχείρησε να τον εντοπίσει κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα, στις 19.03.2021.
Δεν παραγνωρίζω ότι η μη πραγματοποίηση των επικαλούμενων απειλών δεν αποδεικνύει αυτομάτως ότι αυτές δεν διατυπώθηκαν ή ότι δεν ήταν σοβαρές. Εξάλλου, η συμπεριφορά ενός φερόμενου δράστη δεν μπορεί να αξιολογείται αποκλειστικά βάσει υποθετικών προσδοκιών ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα ενεργούσε ένα πρόσωπο που επιθυμεί να προκαλέσει βλάβη. Εντούτοις, στην προκειμένη περίπτωση, η απουσία οποιασδήποτε συγκεκριμένης μεταγενέστερης ενέργειας του θείου συνιστά πραγματικό δεδομένο που αποκτά σημασία κατά τη συνολική αξιολόγηση του επικαλούμενου ιστορικού και, ιδίως, της διάρκειας και της συνέχειας του προβαλλόμενου προσωπικού ενδιαφέροντος εναντίον του Αιτητή.
Συναφώς, λαμβάνω υπόψη ότι ο Αιτητής παρέμεινε αρχικά στην οικογενειακή κατοικία και ακολούθως μεταφέρθηκε σε άλλη κατοικία στην Κινσάσα, όπου, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, παρέμεινε κρυμμένος μέχρι την αναχώρησή του. Παρότι η παραμονή του σε διαφορετική κατοικία δύναται να εξηγήσει την απουσία άμεσης επαφής με τον θείο, δεν προκύπτει από το σύνολο των δηλώσεών του οποιαδήποτε συγκεκριμένη πληροφορία ότι ο τελευταίος εξακολούθησε να τον αναζητεί, να απευθύνει απειλές μέσω τρίτων προσώπων ή να προβαίνει σε άλλες ενέργειες με σκοπό τον εντοπισμό του. Ο ίδιος, άλλωστε, ερωτηθείς εάν ο θείος του τον αναζήτησε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, απάντησε ότι δεν γνώριζε, χωρίς να επικαλεστεί οποιαδήποτε σχετική πληροφορία.
Επιπλέον, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο θείος του εργαζόταν στον στρατό και διέθετε εξουσία, χωρίς, ωστόσο, να προσδιορίσει τη θέση, τον βαθμό ή την έκταση της επιρροής του. Η γενική αυτή αναφορά δεν μπορεί, χωρίς περαιτέρω πραγματικά στοιχεία, να θεμελιώσει την παραδοχή ότι ο θείος διέθετε τη δυνατότητα να τον εντοπίσει σε οποιαδήποτε περιοχή της χώρας ή ότι ασκούσε τέτοια επιρροή στις κρατικές αρχές ώστε να αποκλείεται η παροχή προστασίας. Ομοίως, το γεγονός ότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενά του, η αστυνομία δεν ανταποκρίθηκε στην κλήση του γείτονά τους κατά το αρχικό περιστατικό δεν τεκμηριώνει, από μόνο του, ότι η μη επέμβαση οφειλόταν στη στρατιωτική ιδιότητα του θείου. Ειδικότερα, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο γείτονας τούς μετέφερε πως οι αστυνομικοί είχαν δει αυτοκίνητο έξω από την κατοικία τους και δεν μπορούσαν να προσέλθουν, χωρίς να προκύπτει συγκεκριμένη σύνδεση της στάσης αυτής με τον θείο του ή με ενδεχόμενη παρέμβαση του τελευταίου.
Συνεκτιμώ, επίσης, ότι ο Αιτητής αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής του μέσω του διεθνούς αεροδρομίου της Κινσάσα, κάνοντας χρήση του διαβατηρίου του, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την έξοδό του. Δεν θεωρώ ότι το στοιχείο αυτό αποκλείει, αφ' εαυτού, την ύπαρξη κινδύνου από ιδιώτη ή πρόσωπο που υπηρετεί στον στρατό. Εντούτοις, λαμβάνεται επικουρικά υπόψη, δεδομένου ότι δεν προκύπτει οποιαδήποτε συγκεκριμένη ενέργεια του θείου για τον εντοπισμό ή την παρεμπόδιση της αναχώρησής του, παρά τη φερόμενη επιρροή που του αποδίδεται.
Από τη συνολική συνεκτίμηση των ανωτέρω, διαπιστώνω ότι οι αδυναμίες του αφηγήματος δεν περιορίζονται στην έλλειψη αποδεικτικών εγγράφων ή στην αδυναμία του Αιτητή να εξηγήσει τα κίνητρα τρίτων προσώπων. Αντιθέτως, εντοπίζονται στην ανεπαρκή εξειδίκευση των περιστάσεων που προκάλεσαν την επικαλούμενη εχθρική συμπεριφορά του θείου, στη γενικότητα της περιγραφής του μοναδικού περιστατικού σωματικής κακοποίησης, στην επιμέρους ασυνέπεια ως προς τη χρονική αλληλουχία των γεγονότων και, κυρίως, στην απουσία συγκεκριμένης πραγματικής βάσης για τη σύνδεση της εξαφάνισης του μεγαλύτερου αδελφού του με τον θείο τους. Περαιτέρω, δεν προκύπτουν συγκεκριμένα στοιχεία που να καταδεικνύουν μεταγενέστερες απειλές, πράξεις βίας ή ενέργειες αναζήτησης του Αιτητή από τον φερόμενο φορέα δίωξης.
Δεν παραγνωρίζω ότι ο βασικός πυρήνας του αφηγήματος, ήτοι ο θάνατος του πατέρα, η επακόλουθη οικογενειακή αντιπαράθεση, οι επικαλούμενες απειλές και η εξαφάνιση του αδελφού, παρουσιάζει ορισμένη συνέπεια μεταξύ της αρχικής αίτησης και της προσωπικής συνέντευξης. Εντούτοις, η διατήρηση ενός γενικού αφηγηματικού πυρήνα δεν αρκεί, χωρίς επαρκή εξειδίκευση και εσωτερική συνοχή των ουσιωδών περιστάσεων, για την αποδοχή του συνόλου των επικαλούμενων γεγονότων ως αξιόπιστων.
Ως εκ τούτου, έχοντας προβεί σε αυτοτελή και συνολική αξιολόγηση των ενώπιόν μου στοιχείων, καταλήγω ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν παρουσιάζει τον απαιτούμενο βαθμό εσωτερικής αξιοπιστίας ώστε να γίνει αποδεκτός στο σύνολό του. Ειδικότερα, δεν κρίνω επαρκώς τεκμηριωμένο το προβαλλόμενο ιστορικό κακοποίησης και εξατομικευμένης δίωξης από τον θείο του, όπως αυτό παρουσιάστηκε από τον Αιτητή, ούτε τη φερόμενη εμπλοκή του τελευταίου στην εξαφάνιση του μεγαλύτερου αδελφού του. Η κρίση αυτή στηρίζεται στη συνδυαστική αξιολόγηση των ανωτέρω αδυναμιών και όχι σε οποιαδήποτε μεμονωμένη ασυνέπεια ή έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, παρατηρώ ότι τα επικαλούμενα περιστατικά αφορούν συγκεκριμένες ενδοοικογενειακές σχέσεις, φερόμενες απειλές και πράξεις βίας από εξατομικευμένο πρόσωπο, καθώς και την εξαφάνιση συγγενικού προσώπου, γεγονότα των οποίων η πραγματοποίηση και η αποδιδόμενη εμπλοκή του θείου δεν μπορούν, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, να διακριβωθούν μέσω γενικών πληροφοριών χώρας καταγωγής.
Ειδικότερα, οι πληροφορίες αυτές δεν θα μπορούσαν να επιβεβαιώσουν εάν ο συγκεκριμένος θείος πράγματι κατηγόρησε και κακοποίησε τον Αιτητή, εάν ευθύνεται για την εξαφάνιση του αδελφού του ή εάν εξακολούθησε να διατηρεί προσωπικό ενδιαφέρον για τον εντοπισμό του. Κατά συνέπεια, λαμβάνοντας υπόψη τις ουσιώδεις αδυναμίες της εσωτερικής αξιοπιστίας που έχουν ανωτέρω διαπιστωθεί, δεν κρίνω αναγκαία την περαιτέρω διερεύνηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του συγκεκριμένου ιστορικού μέσω γενικών πηγών πληροφόρησης, οι οποίες δεν θα μπορούσαν να αναπληρώσουν τα ουσιώδη κενά της εξατομικευμένης αφήγησης.
Σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στο εγχειρίδιο της EUAA, Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System, δεύτερη έκδοση (2023), σελ. 169, ενότητα 4.8.4.3[7], καθώς και στην απόφαση του Εφετείου FERDINAND EBELE EWELUKWA v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, ΕΔΔΔΠ αρ. 18/2023, ημερ. 31.10.2024, αναφορικά με τη μη αναγκαιότητα περαιτέρω διερεύνησης της εξωτερικής αξιοπιστίας υπό περιστάσεις ουσιώδους έλλειψης εσωτερικής συνοχής.
Κατά συνέπεια, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν γίνεται αποδεκτός ως αξιόπιστος, κατά το μέρος που αφορά την επικαλούμενη κακοποίηση, τις απειλές και τη φερόμενη εξατομικευμένη δίωξη από τον θείο του, περιλαμβανομένης της αποδιδόμενης σε αυτόν εξαφάνισης του μεγαλύτερου αδελφού του.
Β. Εξέταση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος
Έχοντας ολοκληρώσει την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ουσιωδών ισχυρισμών, το
Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά, υπό το φως των πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής, θεμελιώνουν τις προϋποθέσεις αναγνώρισης του Αιτητή ως πρόσφυγα.
Ως προς το εφαρμοστέο νομοθετικό πλαίσιο, για τους λόγους που αναλύθηκαν στην απόφαση E.O.A. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 1003/2023, ημερ. 18.09.2026, και υιοθετούνται mutatis mutandis στην παρούσα, εφαρμοστέος ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις διεθνούς προστασίας είναι ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347. Κατά το άρθρο 3(5) αυτού, απαιτείται βάσιμος φόβος δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα.
Εν προκειμένω, έγιναν αποδεκτά η ιθαγένεια του Αιτητή από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, η τελευταία συνήθης διαμονή του στην περιοχή Kasa-Vubu, της περιφέρειας Funa, στην Κινσάσα, καθώς και τα βασικά στοιχεία του προσωπικού του προφίλ. Αντιθέτως, δεν έγινε αποδεκτός ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός, που αφορά την επικαλούμενη κακοποίηση και τις απειλές θανάτου από τον θείο του, καθώς και τη φερόμενη εμπλοκή του τελευταίου στην εξαφάνιση του μεγαλύτερου αδελφού του.
Η αρνητική κρίση επί της αξιοπιστίας δεν απαλλάσσει το Δικαστήριο από την αυτοτελή εξέταση του μελλοντικού κινδύνου. Συναφώς, από τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής υπήρξε στο παρελθόν θύμα δίωξης ή ότι έχει στοχοποιηθεί από συγκεκριμένα πρόσωπα ή ομάδες. Ούτε εντοπίζονται επαρκείς εξατομικευμένες ενδείξεις ότι ο θείος του εξακολουθεί να τον αναζητεί ή διατηρεί πρόθεση να τον βλάψει. Ειδικότερα, ακόμη και υπό την εκδοχή ότι είχε πράγματι προηγηθεί οικογενειακή αντιπαράθεση και είχαν διατυπωθεί απειλές τον Οκτώβριο του 2020, δεν προκύπτουν συγκεκριμένες μεταγενέστερες ενέργειες του θείου που να καταδεικνύουν συνεχιζόμενο προσωπικό ενδιαφέρον για τον εντοπισμό του Αιτητή. Η απουσία τέτοιων στοιχείων συνεκτιμάται με το σύνολο των περιστάσεων, χωρίς να θεωρείται ότι αποκλείει αυτομάτως την ύπαρξη κινδύνου.
Περαιτέρω, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι υφίστατο πράγματι οικογενειακή αντιπαράθεση, από το ίδιο το αφήγημα του Αιτητή προκύπτει ότι η επικαλούμενη εχθρότητα του θείου του συνδεόταν με την πεποίθησή του ότι ο Αιτητής και οι αδελφοί του ευθύνονταν για τον θάνατο του πατέρα τους και με την επιθυμία του να εκδικηθεί. Δεν προκύπτει, συνεπώς, σύνδεση με τη φυλή, τη θρησκεία, την ιθαγένεια ή τις πολιτικές πεποιθήσεις του Αιτητή. Ούτε τεκμηριώνεται ότι η οικογένειά του συγκροτεί, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα κατά την έννοια του άρθρου 10(1)(δ) του Κανονισμού, καθώς δεν προκύπτουν στοιχεία περί διακριτής κοινωνικής ταυτότητας ή αναγνώρισής της ως διαφορετικής από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο. Αντίστοιχα, δεν προκύπτει ότι ενδεχόμενη άρνηση κρατικής προστασίας θα συνδεόταν με οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους λόγους δίωξης.
Επιπλέον, από τα αποδεκτά στοιχεία του προσωπικού του προφίλ δεν προκύπτει οποιοδήποτε ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ή περίσταση που να εκθέτει τον Αιτητή σε εξατομικευμένο κίνδυνο δίωξης κατά την επιστροφή του στην περιοχή Kasa-Vubu της Κινσάσα.
Κατά συνέπεια, από τη συνολική αξιολόγηση των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών και των προσωπικών συνθηκών του Αιτητή δεν θεμελιώνεται βάσιμος φόβος δίωξης για οποιονδήποτε από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3(5) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Δεν πληρούνται, επομένως, οι προϋποθέσεις αναγνώρισης του Αιτητή ως πρόσφυγα.
Γ. Εξέταση των προϋποθέσεων χορήγησης επικουρικής προστασίας
Κατόπιν της διαπίστωσης ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα, απομένει να εξεταστεί κατά πόσον πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως προσώπου που δικαιούται επικουρική προστασία, κατά την έννοια του άρθρου 3(6) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
Κατά την εν λόγω διάταξη, απαιτείται να καταδεικνύονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο αιτητής, εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά το άρθρο 15 και ότι δεν δύναται ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν επιθυμεί να υπαχθεί στην προστασία της χώρας αυτής.
Ως σοβαρή βλάβη νοούνται: (α) η θανατική ποινή ή εκτέλεση, (β) τα βασανιστήρια ή η απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία στη χώρα καταγωγής και (γ) η σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.
Ως προς τις περιπτώσεις (α) και (β), δεν προκύπτει από τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά ότι ο Αιτητής αντιμετωπίζει κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ, ούτε συγκεκριμένα στοιχεία που να θεμελιώνουν πραγματικό κίνδυνο να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση. Ειδικότερα, ο ισχυρισμός περί κακοποίησης και απειλών θανάτου από τον θείο του δεν έγινε αποδεκτός ως αξιόπιστος, ενώ δεν προκύπτουν άλλοι εξατομικευμένοι παράγοντες που να υποδεικνύουν ότι ο Αιτητής θα αποτελέσει στόχο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του.
Περαιτέρω, ακόμη και υπό το πρίσμα της επικαλούμενης οικογενειακής αντιπαράθεσης, δεν προκύπτουν συγκεκριμένες ενδείξεις περί συνεχιζόμενης αναζήτησης ή στοχοποίησής του από τον θείο του. Ο ίδιος ανέφερε ότι δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική επαφή με τον τελευταίο μετά τον Οκτώβριο του 2020, χωρίς να επικαλεστεί μεταγενέστερες απειλές ή ενέργειες σε βάρος του. Οι περιστάσεις αυτές, συνεκτιμώμενες με την απουσία άλλων στοιχείων εξατομικευμένου κινδύνου, δεν θεμελιώνουν ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή βλάβη κατά την επιστροφή του. Κατά συνέπεια, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 15(α) ή (β) του Κανονισμού.
Ως προς την περίπτωση (γ) του άρθρου 15, επισημαίνεται ότι ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347 αποτυπώνει ρητώς στις αιτιολογικές του σκέψεις βασικές αρχές που είχαν διαμορφωθεί νομολογιακά υπό το προϊσχύσαν καθεστώς. Ειδικότερα, κατά την αιτιολογική σκέψη 50, η έννοια της αδιάκριτης βίας περιλαμβάνει βία η οποία δύναται να επεκταθεί σε πρόσωπα ανεξαρτήτως των προσωπικών τους περιστάσεων.
Περαιτέρω, κατά την αιτιολογική σκέψη 51, ως εσωτερική ένοπλη σύγκρουση νοούνται καταστάσεις στις οποίες οι ένοπλες δυνάμεις τρίτης χώρας συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους, χωρίς να απαιτείται η σύγκρουση να πληροί τις προϋποθέσεις χαρακτηρισμού της ως ένοπλης σύγκρουσης μη διεθνούς χαρακτήρα κατά το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η αιτιολογική σκέψη 52, σύμφωνα με την οποία δεν απαιτείται από τον αιτητή να αποδείξει ότι αποτελεί ειδικό στόχο λόγω παραγόντων που αφορούν τις προσωπικές του περιστάσεις. Όσο, όμως, περισσότερο αποδεικνύεται ότι επηρεάζεται ειδικώς λόγω τέτοιων παραγόντων, τόσο χαμηλότερο είναι το απαιτούμενο επίπεδο αδιάκριτης βίας. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η σοβαρή και προσωπική απειλή στοιχειοθετείται όταν η αδιάκριτη βία έχει ανέλθει σε τόσο υψηλό επίπεδο ώστε άμαχος που επιστρέφει στην οικεία περιοχή να αντιμετωπίζει, λόγω και μόνο της παρουσίας του εκεί, πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Οι ανωτέρω πρόνοιες αντανακλούν τη νομολογιακή προσέγγιση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως στις αποφάσεις Elgafaji, C-465/07, και CF και DN, C-901/19. Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, η αξιολόγηση του επιπέδου της αδιάκριτης βίας απαιτεί συνολική συνεκτίμηση της φύσης και της έντασης των συγκρούσεων, της διάρκειάς τους, της γεωγραφικής τους έκτασης, των επιθέσεων κατά αμάχων και του πραγματικού προορισμού του αιτητή, χωρίς να περιορίζεται αποκλειστικά σε αριθμητικά δεδομένα περί θυμάτων.
Στην υπό εξέταση περίπτωση, ως περιοχή αναφοράς λαμβάνεται η περιοχή Kasa-Vubu, της περιφέρειας Funa, στην πόλη Κινσάσα, η οποία προσδιορίστηκε ως ο τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή. Η αξιολόγηση του κινδύνου πρέπει, συνεπώς, να επικεντρωθεί στις επικρατούσες συνθήκες ασφαλείας στην Κινσάσα και, κατά το δυνατόν, στην περιοχή Kasa-Vubu, υπό το φως των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή.
Ως προς την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο επιστροφής του Αιτητή, από την έρευνα σε αξιόπιστες και επικαιροποιημένες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης προκύπτουν τα ακόλουθα:
Σύμφωνα δε με την πλέον πρόσφατη έκθεση του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, ημερομηνίας 21.09.2026, η οποία καλύπτει την περίοδο από 20.06.2026 έως 18.09.2026, οι συγκρούσεις μεταξύ των ενόπλων δυνάμεων της ΛΔΚ και της AFC/M23 συνεχίστηκαν στις επαρχίες North Kivu και South Kivu, ενώ εξακολούθησαν να καταγράφονται σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και περιστατικά βίας κατά αμάχων.[8]
Ωστόσο, η κατάσταση που επικρατεί στις προαναφερθείσες ανατολικές επαρχίες δεν μπορεί να μεταφερθεί αυτομάτως στην αξιολόγηση του κινδύνου στην Κινσάσα, η οποία βρίσκεται σε διαφορετική γεωγραφική περιοχή της χώρας και αποτελεί τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή. Απαιτείται, συνεπώς, ειδική εξέταση της φύσης, της έντασης και της έκτασης των περιστατικών ασφαλείας που καταγράφονται στην πρωτεύουσα και, κατά το δυνατόν, στην περιοχή Kasa-Vubu.
Ειδικότερα, ως προς την κατάσταση ασφαλείας στην Κινσάσα, σύμφωνα με την απάντηση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας για το Άσυλο (EUAA), ημερομηνίας 01.07.2025, με τίτλο Democratic Republic of the Congo: Security Situation in Kinshasa, η οποία καλύπτει την περίοδο Μαρτίου 2024 έως Ιουνίου 2025, και παραπέμπει, μεταξύ άλλων, στην έκθεση της βελγικής υπηρεσίας CEDOCA, ημερομηνίας 25.02.2025, κατά το 2024 καταγράφηκαν στην Κινσάσα σποραδικά περιστατικά ασφαλείας. Αυτά περιλάμβαναν διαδηλώσεις, απόπειρα πραξικοπήματος, απόπειρα μαζικής απόδρασης από τη φυλακή Makala και περιστατικά στην αγροτική περιοχή Maluku, συνδεόμενα με τη διακοινοτική σύγκρουση στη γειτονική επαρχία Mai-Ndombe.[9]
Στην ίδια έκθεση, με αναφορά σε στοιχεία του Γραφείου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών στη ΛΔΚ, η επαρχία της Κινσάσα χαρακτηρίζεται ως μη επηρεαζόμενη από ένοπλη σύγκρουση. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι, μετά την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας στις ανατολικές επαρχίες στις αρχές του 2025, πέραν των διαδηλώσεων εναντίον δυτικών πρεσβειών, δεν είχαν καταγραφεί σημαντικά περιστατικά ασφαλείας στην Κινσάσα. Οι διαπιστώσεις αυτές αφορούν, βεβαίως, την περίοδο αναφοράς της έκθεσης και συνεκτιμώνται με τις μεταγενέστερες εξελίξεις.[10]
Πράγματι, στις 28.01.2025 πραγματοποιήθηκαν στην Κινσάσα βίαιες διαδηλώσεις ως αντίδραση στην προέλαση της M23 στις ανατολικές επαρχίες, κατά τη διάρκεια των οποίων διαδηλωτές επιτέθηκαν σε εγκαταστάσεις ξένων πρεσβειών, προκαλώντας καταστροφές. Τα περιστατικά αυτά καταδεικνύουν ότι η ένοπλη σύγκρουση στα ανατολικά δύναται να προκαλεί πολιτική ένταση και επεισόδια βίας στην πρωτεύουσα, χωρίς όμως να τεκμηριώνουν ότι οι ίδιες ένοπλες εχθροπραξίες έχουν επεκταθεί στην Κινσάσα.[11]
Περαιτέρω, από νεότερες πληροφορίες προκύπτει ότι και κατά το 2026 καταγράφηκαν περιστατικά πολιτικής βίας και αναταραχής στην Κινσάσα. Ειδικότερα, σύμφωνα με δημοσίευμα της Human Rights Watch, ημερομηνίας 09.07.2026, κατά τη διάρκεια διαδήλωσης που πραγματοποιήθηκε στις 12.06.2026 εναντίον προτεινόμενων συνταγματικών τροποποιήσεων, οι δυνάμεις ασφαλείας προέβησαν σε χρήση υπέρμετρης βίας κατά διαδηλωτών, χρησιμοποιώντας δακρυγόνα και ρόπαλα, ενώ δεν παρείχαν επαρκή προστασία έναντι επιθέσεων από πρόσωπα συνδεόμενα με το κυβερνών κόμμα.[12]
Επιπλέον, στις 15.09.2026 πραγματοποιήθηκαν εκ νέου διαδηλώσεις της αντιπολίτευσης εναντίον των προτεινόμενων συνταγματικών αλλαγών. Σύμφωνα με την ACLED, οι διαδηλώσεις αυτές συνοδεύτηκαν από επεισόδια βίας, ενώ στην Κινσάσα πρόσωπα φερόμενα ως μέλη ομάδας συνδεόμενης με το κυβερνών κόμμα επιτέθηκαν σε διαδηλωτές, προκαλώντας τον τραυματισμό δεκάδων προσώπων. Καταγράφηκε, επίσης, ισχυρισμός αντιπολιτευόμενου κόμματος περί θανάτου ενός υποστηρικτή του συνεπεία των τραυματισμών του.[13]
Συναφώς, στην έκθεση του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών της 21.09.2026 επιβεβαιώνεται η πραγματοποίηση των διαδηλώσεων της 15.09.2026, καθώς και η διατύπωση καταγγελιών εκ μέρους της αντιπολίτευσης κατά της αστυνομίας και μελών της ομάδας Forces du Progrès για επιθέσεις εναντίον διαδηλωτών σε ορισμένες περιοχές της Κινσάσα.[14] Περαιτέρω, σύμφωνα με ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στις 21.09.2026, ο Υπουργός Δικαιοσύνης της ΛΔΚ διέταξε τη διεξαγωγή δικαστικής έρευνας αναφορικά με τα περιστατικά βίας, τους τραυματισμούς, τις καταστροφές, τις καταγγελίες περί θανάτων και τις συλλήψεις που σημειώθηκαν κατά τις διαδηλώσεις.[15]
Τα ανωτέρω περιστατικά καταδεικνύουν ότι στην Κινσάσα υφίστανται πολιτική ένταση, περιστατικά βίαιων διαδηλώσεων, εγκληματικότητας και καταστολής από τις δυνάμεις ασφαλείας. Εντούτοις, αξιολογούμενα ως προς τη φύση, την ένταση, τη συχνότητα, τη γεωγραφική τους έκταση και τους εμπλεκόμενους φορείς, δεν καταδεικνύουν ότι στην περιοχή επιστροφής του Αιτητή επικρατούν συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) του Κανονισμού. Ούτε προκύπτει ότι η βία στην Κινσάσα έχει ανέλθει σε τόσο εξαιρετικά υψηλό επίπεδο ώστε οποιοσδήποτε άμαχος να αντιμετωπίζει, λόγω και μόνο της παρουσίας του εκεί, πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Ως προς τις ατομικές περιστάσεις του Αιτητή, λαμβάνω υπόψη ότι πρόκειται για ενήλικο άνδρα, ο οποίος ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευσή του το 2015 και διαθέτει προηγούμενη εργασιακή εμπειρία από περιστασιακές εργασίες στη χώρα καταγωγής του, καθώς και από την απασχόλησή του στον ξενοδοχειακό τομέα στην Κύπρο. Περαιτέρω, έχει διαμείνει καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής του στην Κινσάσα, γνωρίζει τις τοπικές συνθήκες και ομιλεί Lingala, γαλλικά και λίγα αγγλικά. Δεν ανέφερε προβλήματα υγείας ή άλλες ιδιαίτερες ανάγκες που να επηρεάζουν την προσωπική του κατάσταση.
Από τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά δεν προκύπτουν ιδιαίτεροι παράγοντες ευαλωτότητας, προηγούμενης στοχοποίησης ή άλλες εξατομικευμένες περιστάσεις που να αυξάνουν ειδικώς την πιθανότητα έκθεσής του σε αδιάκριτη βία. Ειδικότερα, ο επικαλούμενος φόβος δίωξης από τον θείο του δεν έγινε αποδεκτός ως αξιόπιστος, ενώ ο Αιτητής δεν επικαλέστηκε συμμετοχή σε πολιτικές οργανώσεις, διαδηλώσεις ή άλλες δραστηριότητες που θα μπορούσαν να τον εκθέσουν ειδικώς στα περιστατικά πολιτικής βίας που καταγράφονται στην Κινσάσα.
Κατά συνέπεια, συνεκτιμώντας το σύνολο των διαθέσιμων πληροφοριών χώρας καταγωγής, τη φύση και την ένταση των περιστατικών ασφαλείας στην Κινσάσα, τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής και τις ατομικές περιστάσεις του Αιτητή, διαπιστώνω ότι δεν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στην περιοχή Kasa-Vubu της Κινσάσα, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.
Ως εκ τούτου, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 15(γ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 και, συνακόλουθα, ο Αιτητής δεν δικαιούται επικουρική προστασία.
IV. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των όσων αναπτύχθηκαν ανωτέρω και κατόπιν πλήρους και ex nunc εξέτασης των πραγματικών και νομικών ζητημάτων της υπόθεσης, καταλήγω ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για την αναγνώρισή του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.
Από τη συνεκτίμηση των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών, υπό το φως των διαθέσιμων και επικαιροποιημένων πληροφοριών χώρας καταγωγής, δεν καταδείχθηκε βάσιμος φόβος δίωξης για οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους λόγους του άρθρου 3, σημείο 5, του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
Περαιτέρω, δεν καταδείχθηκαν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ και ειδικότερα στην περιοχή Kasa-Vubu, της περιφέρειας Funa, στην Κινσάσα, η οποία αποτελεί τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 15 του ίδιου Κανονισμού.
Ως προς τις προβαλλόμενες αιτιάσεις περί έλλειψης δέουσας έρευνας και ανεπαρκούς αιτιολογίας, αυτές εξετάστηκαν σε συνάρτηση με την ουσιαστική βασιμότητα του αιτήματος διεθνούς προστασίας. Από την αυτοτελή, πλήρη και ex nunc εξέταση του συνόλου των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης δεν προέκυψαν πραγματικά ή νομικά δεδομένα που να δικαιολογούν διαφορετική κατάληξη ως προς το δικαίωμα του Αιτητή σε διεθνή προστασία. Ως εκ τούτου, οι σχετικές αιτιάσεις δεν οδηγούν σε ανατροπή της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται ως προς την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή για διεθνή προστασία, με έξοδα €1.000 υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14 ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου», Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2 η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552
[2] Σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 : « Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
[3] Βλ. ενδεικτικά Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.ά. (1993) 3 Α.Α.Δ. 598
[5] Άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73(I)/2018).
[6] Απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU v Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 01.02.2010
[7] Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System' (2023), 136 διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-02/Evidence_credibility_judicial_analysis_second_edition.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 30.10.2026)
[8] United Nations Security Council, United Nations Organization Stabilization Mission in the Democratic Republic of the Congo, Report of the Secretary-General, S/2026/748, 21.09.2026, περίοδος αναφοράς 20.06.2026–18.09.2026, ιδίως σύνοψη και παρ. 5, 10–19, https://www.ecoi.net/en/file/local/2145399/n2622604.pdf.
[9] EUAA, Country of Origin Information Query Response: Democratic Republic of the Congo – Security Situation in Kinshasa, 01.07.2025, σελ. 3–5, με παραπομπές στην CEDOCA, République Démocratique du Congo: Situation sécuritaire, 25.02.2025, https://www.ecoi.net/en/file/local/2126819/2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q13_DRC_Security_Situation_Kinshasa.pdf.
[10] Ο.π.
[11] Ο.π.
[12] Human Rights Watch, DR Congo: Crackdown on Protesters, 09.07.2026, https://www.hrw.org/news/2026/07/09/dr-congo-crackdown-on-protesters.
[13] ACLED, Why does DR Congo's president want to change the constitution — and can the opposition stop him?, 23.09.2026, https://acleddata.com/expert-comment/why-does-dr-congos-president-want-change-constitution-and-can-opposition-stop-him.
[14] United Nations Security Council, United Nations Organization Stabilization Mission in the Democratic Republic of the Congo, Report of the Secretary-General, S/2026/748, 21.09.2026, περίοδος αναφοράς 20.06.2026–18.09.2026, ιδίως σύνοψη και παρ. 5, 10–19, https://www.ecoi.net/en/file/local/2145399/n2622604.pdf.
[15] Agence Congolaise de Presse, Manifestations du 15 septembre: une enquête judiciaire ordonnée sur des allégations de violences, 21.09.2026, https://acp.cd/affaire-judiciare-et-droits-humains/manifestations-du-15-septembre-une-enquete-judiciaire-ordonnee-sur-des-allegations-de-violences/.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο