ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.4667/23
23 Οκτωβρίου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
1. C. K. Μ.
2. Α. Κ. Μ.
Αιτήτριες
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κα Χ. Παλαικυθρίτη, Δικηγόρος για Αιτήτριες
Κα Λ. Γιάγκου, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή οι αιτήτριες αιτούνται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.21/11/23, η οποία κοινοποιήθηκε στις 28/11/23, δια της οποίας απορρίφθηκε η επίδικη αίτηση, καθώς και της απόφασης επιστροφής ίδιας ημερομηνίας, ως άκυρων, παράνομων και στερούμενων νομικού αποτελέσματος (Αιτητικά Α & Β) και απόφαση δια της οποίας «οι Αιτήτριες να αναγνωρίζονται ως πρόσφυγες» (Αιτητικό Γ), εναλλακτικά δε «ως δικαιούχοι συμπληρωματικής προστασίας» (Αιτητικό Δ) ή, εναλλακτικά, απόφαση δια της οποίας «να αναγνωρίζεται ότι σε περίπτωση επιστροφής […] θα παραβιαστεί η αρχή της μη επαναπροώθησης ή/και το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ» (Αιτητικό Ε).
Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του Διοικητικού Φάκελου (ΔΦ), οι αιτήτριες κατάγονται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ), εισήλθαν στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 11/07/22 και υπέβαλαν την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 21/07/22 (ερ.1-3, 17).
Στις 06/11/23 και 07/11/23 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με την αιτήτρια 1 προς εξέταση του αιτήματός για διεθνή προστασία όπου της δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα της (ερ.35-47, 48-60). Μετά τη συνέντευξη ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση και στις 10/11/23 η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε (ερ.100-116).
Ακολούθως ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης των αιτητριών για την απόφαση της Υπηρεσίας, που της δόθηκε διά χειρός 28/11/23 και της μεταφράστηκε στην μητρική τους γλώσσα (ερ.118).
Στην επίδικη αίτηση η αιτήτρια καταγράφει ότι έφυγε από τη ΛΔΚ λόγω του ότι ο σύζυγος ήταν στρατιώτης που στάλθηκε να υπηρετήσει στην ανατολική ΛΔΚ, το αφεντικό του, του υποσχέθηκε ότι αν πάθει κάτι θα φροντίσει την αιτήτρια και το παιδί της, μετά δε που ο σύζυγος της σκοτώθηκε, οι αιτήτριες πήγαν να μείνουν μαζί του αφεντικού του, όμως η κατάσταση ήταν δύσκολη γι’ αυτές, αφού, ως εξηγεί η αιτήτρια (1), δέχθηκε απειλές κατά της ζωής της από τη σύζυγο του αφεντικού (του συζύγου της) και γι’ αυτό έφυγε από τη ΛΔΚ, για να προστατέψει την κόρη της (αιτήτρια 2) και για να ζήσει σε ένα πιο ασφαλές περιβάλλον.
Στη συνέντευξη η αιτήτρια ανέφερε ότι είναι καλά στην υγεία της, γεννήθηκε και διέμενε στην Κινσάσα μέχρι το 2019 και ακολούθως μετοίκησε στο Lubumbashi, μέχρι που έφυγε από τη ΛΔΚ το 2022. Ερωτώμενη σχετικά ανέφερε ότι οι γονείς της απεβίωσαν όταν η ίδια ήταν 8 ετών, ακολούθως δε ανέφερε ότι η μητέρα της ασθένησε και απεβίωσε όταν η ίδια ήταν μικρή και δεν γνώριζε τον πατέρα της και έπειτα ανέφερε ότι ο πατέρας της είχε αποβιώσει όταν η ίδια ήταν 4 ετών. Μετά τον θάνατο των γονιών της την ευθύνη για την αιτήτρια ανέλαβε ο θείος και η θεία της, η αιτήτρια ήταν το μόνο παιδί των γονιών της, η θεία της που την ανέθρεψε μένει στο Βέλγιο, μαζί με τα παιδιά της και η αιτήτρια έχει θεία (42 ετών, με την οποία διατηρεί επικοινωνία) θείο και ξαδέλφια στο Lubumbashi (ερ.43 – 3Χ, 7Χ) και θείο στην Κινσάσα, με τον οποίο δεν επικοινωνεί. Η αιτήτρια ολοκλήρωσε δευτεροβάθμια εκπαίδευση και είναι απόφοιτος πανεπιστημίου (με τίτλο master - 2015) και ακολούθως εργάστηκε ως κομμώτρια το 2016-2018 (Κινσάσα) και 2020-2022 (Lubumbashi). Έχει άλλα δύο παιδιά στη ΛΔΚ που – ως ανέφερε - μένουν με την μητέρα του συντρόφου της (πατέρα τους), η οποία της άρπαξε τα παιδιά όταν απεβίωσε ο γιος της (σύντροφος της αιτήτριας).
Ερωτώμενη σχετικά η αιτήτρια ανέφερε ότι μετά που ο σύντροφος της σκοτώθηκε ο ανώτερος του της είπε ότι είναι η μόνη οικογένεια της. Δεν τα πήγαινε καλά με την μητέρα του συντρόφου της γιατί αυτή θεωρούσε ότι η αιτήτρια 2 δεν είναι κόρη του γιού της και είπε της αιτήτριας ότι για να αναπαυθεί η ίδια θα πρέπει να τη σκοτώσει (την αιτήτρια), αφού τη θεωρούσε υπεύθυνη για τον θάνατο του γιού της. Μια μέρα η μητέρα του συντρόφου της πήγε και πήρε όλα τα πράγματα της αιτήτριας και τα 2 της παιδιά, η δε θεία της αιτήτριας πήγε και προσπάθησε να πάρει πίσω τα παιδιά όμως (η μητέρα του συντρόφου της αιτήτριας) τραυμάτισε τη θεία της αιτήτριας με μαχαίρι, τότε παρενέβη ο ανώτερος του συντρόφου της, χωρίς να πετύχει όμως κάτι. Τότε ο ανώτερος είπε της αιτήτριας ότι είναι αδύνατο να πάρει πίσω τα παιδιά της και τη συμβούλευσε να αφήσει τα πράγματα ως έχουν (“let go of this situation”), τότε η αιτήτρια διέμεινε με τον ανώτερο και τη σύζυγο του (η οποία νόμιζε ότι η αιτήτρια είναι φιλενάδα του), διευθέτησε όλα τα απαραίτητα για το ταξίδι της στην Κύπρο και έφυγε από τη ΛΔΚ.
Ερωτώμενη για τη σχέση της με τον σύντροφο της (πατέρα των παιδιών της) ανέφερε ότι τον γνώρισε το 2007, είχε ένα αδελφό, ο οποίος είναι στις Η.Π.Α. σήμερα, η δε μητέρα του της προκάλεσε πολλά προβλήματα και δεν γνωρίζει που βρίσκεται αυτή σήμερα, μαζί με τα 2 της παιδιά. Ερωτώμενη σχετικά ανέφερε ότι τον Απρίλιο 2022 πήγε μαζί με τη θεία της στην μητέρα του συντρόφου της για να πάρουν πίσω τα παιδιά, δεν έχει όμως μαζί της πιστοποιητικά γέννησης των παιδιών της, σημειώνοντας ότι μπορεί να πάρει τη θεία της για να της τα στείλει. Ερωτώμενη για τον ανώτερο του συζύγο της (ο οποίος και τη φρόντισε μετά τον θάνατο του) η αιτήτρια ανέφερε ότι διέμενε σε σπίτι σε στρατιωτική βάση στην Κινσάσα, μαζί με τη σύζυγο του και τα 6 του παιδιά, ήταν καλός άνθρωπος και τον γνώρισε τον Ιούνιο 2022, σημειώνοντας ότι διατηρεί επικοινωνία με την κόρη του. Σε ακόλουθη ερώτηση η αιτήτρια ανέφερε ότι ο σύντροφος της πήγε στον πόλεμο περί τα τέλη 2018.
Ερωτώμενη γιατί η μητέρα του συντρόφου της νόμιζε ότι η αιτήτρια 2 δεν είναι βιολογικό τέκνο του γιού της η αιτήτρια ανέφερε ότι ήταν επειδή η ίδια πήγε στη θεία της στο Lubumbashi (όταν ο σύντροφος της πήγε στον πόλεμο) και αυτή δεν μιλούσε με την μητέρα του. Ερωτώμενη σχετικά με την μητέρα του συντρόφου της η αιτήτρια ανέφερε ότι μια μέρα (μεταξύ Μαρτίου - Ιουνίου 2022) της έκανε ένα ξόρκι (“mbasu”) στο αριστερό της πόδι, το οποίο δεν θεραπεύεται στο νοσοκομείο (μόνο με παραδοσιακό τρόπο) και τον Απρίλιο 2022 της πήρε τα παιδιά της, ως πληροφορήθηκε από μια γείτονα, αφού η ίδια δεν ήταν σπίτι εκείνη την ώρα. Ερωτώμενη σχετικά ανέφερε ότι της πήρε και τα πράγματα της μια εβδομάδα μετά και ότι την κατάγγειλαν στην αστυνομία, έλαβε κλήση δικαστηρίου, δεν παρουσιάστηκε, όμως τίποτε δεν συνέβη μετά απ’ αυτό. Ερωτώμενη πως αφέθηκαν τα παιδιά στην μητέρα του συντρόφου της, η οποία μαχαίρωσε και τη θεία της αιτήτριας και γιατί χρειαζόταν να πάει δικαστήριο για να πάρει τα παιδιά της, εφόσον – ως μητέρα – ήταν η νόμιμη κηδεμόνας τους, η αιτήτρια δεν αποκρίθηκε. Ερωτώμενη αν η σύζυγος του ανώτερου του συντρόφου της την έβλαψε καθ’ οιονδήποτε τρόπο η αιτήτρια είπε πως όχι, η δε μητέρα του συντρόφου της την έβλαψε μόνο με το ξόρκι που της έκανε.
Σε ερώτηση τι θα της συμβεί αν επιστρέψει στη ΛΔΚ η αιτήτρια ανέφερε ότι δεν γνωρίζει, σημειώνοντας ότι στην Κινσάσα έχει «άσχημες αναμνήσεις» και θα προτιμούσε να πάει να μείνει σε άλλο μέρος, εκτός Κινσάσα. Ερωτώμενη γιατί προηγουμένως ανέφερε ότι το πρόβλημα ήταν με τη σύζυγο του ανώτερου του συντρόφου της, όμως στη συνέντευξη ανέφερε ότι το πρόβλημα ήταν με την μητέρα του συντρόφου της η αιτήτρια αποκρίθηκε ότι κατά την καταγραφή της αίτησης της είχαν πει να αναφέρει μια περίληψη μόνο. Τέλος, όταν ρωτήθηκε γιατί κατά τη συνέντευξη ευαλωτότητας ανέφερε ότι ο σύντροφος της είχε αποβιώσει στις 03/03/22, ενώ στη συνέντευξη ανέφερε ότι ήταν στις 06/02/22, η αιτήτρια ανέφερε ότι απεβίωσε στις 06/02, όμως το πληροφορήθηκαν στις 03/03.
Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα όσα ανέφερε η αιτήτρια εντόπισαν και αξιολόγησαν τους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.
1. Ταυτότητα, προφίλ, χώρα καταγωγής και τόπο διαμονής της αιτήτριας
- Η αιτήτρια εγκατέλειψε την ΛΔΚ λόγω των απειλών και της αρπαγής δύο ανήλικων τέκνων της από την μητέρα του τέως συντρόφου της
Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον 1ο εκ των ως άνω ισχυρισμών, απέρριψαν όμως τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό ως αναξιόπιστο.
Αναφορικά με τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, κρίθηκε ότι όσα ανέφερε η αιτήτρια στερούνται εσωτερικής συνοχής ενόψει της αοριστίας, ασάφειας, έλλειψης συνέπειας, ευλογοφάνειας και αντιφατικότητας των δηλώσεων της. Ως αναφέρεται στην επίδικη έκθεση, η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να αναφέρει εύλογα αναμενόμενες και επαρκείς λεπτομέρειες για την μητέρα της συντρόφου της, δεδομένου και του ότι ήταν σε σχέση μαζί του περί τα 15 έτη, ως η ίδια ανέφερε, και ήταν και ο λόγος που, σύμφωνα με τα λεγόμενα της, έφυγε από τη ΛΔΚ. Περαιτέρω, ως κρίθηκε, δεν ήταν σε θέση να παρέχει επαρκείς εξηγήσεις αναφορικά με τον λόγο που, ενώ η αιτήτρια διέμενε ήδη τότε με τη θεία της στο Lubumbashi και ούτε να εξηγήσει γιατί η μητέρα του συντρόφου της θεωρούσε ότι η αιτήτρια 2 δεν είναι τέκνο του συντρόφου της, δεν μπορούσε να εξηγήσει ικανοποιητικά γιατί δεν είχε πιστοποιητικά γέννησης των άλλων 2 παιδιών της και ούτε να παρουσιάσει φωτογραφία τους. Επίσης, πέραν των ως άνω, αξιολογήθηκε αρνητικά το ότι η αιτήτρια δεν αποκρίθηκε σε ερωτήσεις αναφορικά με τον λόγο που απευθύνθηκε στο δικαστήριο για τα παιδιά της (που άρπαξε η μητέρα του συντρόφου της), δεδομένου ότι – ως κρίθηκε – η ίδια ήταν κηδεμόνας τους και δεν εξήγησε το γιατί ενώ αρχικά (στην επίδικη αίτηση) ανέφερε ότι το πρόβλημα της ήταν με τη σύζυγο του ανώτερου του συντρόφου της (ο οποίος τη φιλοξένησε μετά τον θάνατο του τελευταίου), στη συνέντευξη ουδέν σχετικό ανέφερε. Τέλος αξιολογήθηκε αρνητικά η αντίφαση αναφορικά με τον χρόνο του θανάτου του συντρόφου της μεταξύ της συνέντευξης ευαλωτότητας και της κυρίως συνέντευξης, η δε εξήγηση που έδωσε η αιτήτρια δεν έγινε αποδεκτή, καθώς και το ότι – ερωτώμενη σχετικά – ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τι θα συμβεί σε περίπτωση που επιστρέψει, όμως προτιμά να πάει κάπου μακριά από την Κινσάσα.
Ενόψει των ως άνω, δεδομένου ότι, ως κρίθηκε, δεν ήταν σκόπιμη η έρευνα σε διαθέσιμες πληροφορίες στα πλαίσια αξιολόγησης της εξωτερικής συνοχής του ως άνω ισχυρισμού, «λόγω της υποκειμενικής φύσεως» των ισχυρισμών της αιτήτριας, ο άνω 2ος ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.
Στη βάση των ως άνω ευρημάτων, δεδομένου και αξιολογούμενου και του προφίλ της αιτήτριας 1, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται εύλογος βαθμός πιθανότητας να υποστούν δίωξη ή και σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής τους, αξιολογώντας σχετικές πληροφορίες (ΠΧΚ) για άτομα με προφίλ υψηλού κινδύνου (στα οποία κρίθηκε ότι δεν ανήκουν οι αιτήτριες). Περαιτέρω, λαμβανομένης υπόψη της γενικής κατάστασης ασφαλείας στην Κινσάσα (ΠΧΚ), κρίθηκε ότι δεν υφίσταται κίνδυνος κατά της ζωής ή της σωματικής τους ακεραιότητας στην επιστροφή τους, καθώς δεν παρατηρείται αδιάκριτη βία εκεί, με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες.
Συνεπεία των ανωτέρω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε κατά των αιτητριών απόφασης επιστροφής τους στη ΛΔΚ.
Ερχόμενος στην υπό κρίση προσφυγή καταγράφω τα εξής.
Στην προσφυγή η ευπαίδευτη συνήγορος των αιτητριών θέτει πλήθος νομικών σημείων, τα πλείστα εκ των οποίων προωθούνται και αναπτύσσονται στις γραπτές αγορεύσεις που ακολούθησαν.
Στην πλούσια και ιδιαιτέρως εμπεριστατωμένη αγόρευση της η συνήγορος των αιτητριών αναφέρει κατ’ αρχήν ότι – δεδομένου ότι εν προκειμένω, στα πλαίσια του 1ου ουσιώδους ισχυρισμού - έγινε ήδη αποδεκτό από τους καθ’ ων η αίτηση ότι η «Αιτήτρια αρ.1 είναι άγαμη μονογονίος [...] το ότι ο σύντροφος και πατέρας του παιδιού της ήταν στρατιώτης και έπεσε μαχόμενος στην πόλη Goma […] και το γεγονός ότι η Αιτήτρια αρ.1 έχει χάσει τους γονείς της», τα ως άνω «δεν μπορούν από τούδε και στο εξής να αμφισβητηθούν με οποιονδήποτε τρόπο καθότι, ως έχει νομολογηθεί, το Δικαστήριο δεν δύναται να προβεί σε περαιτέρω αξιολόγηση τους, εφόσον τίθεται σε ισχύ η αρχή της απαγόρευσης της χειροτερεύσεως (reformatio in peius)» (σελ.2 αγόρευσης). Εκ των ως άνω δεδομένων που αφορούν τις αιτήτριες δεικνύεται ότι στα πλαίσια της επίδικης αίτησης οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν – λανθασμένα, ως εισηγείται - στο συμπέρασμα εδώ ότι δεν υφίσταται κίνδυνος δίωξης ή σοβαρής βλάβης «συνεπεία έλλειψης δέουσας έρευνας ή/και συνεπεία του ότι δεν έλαβαν υπόψη ακριβείς εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σε σχέση με την μεταχείριση άγαμων γυναικών και οι οποίες ηγούνται μονογονεϊκές οικογένειες στη [ΛΔΛ] χωρίς ανδρικό υποστηρικτικό δίκτυο ή/και παρερμηνεύοντας τον ορισμό της “δίωξης”» (σελ.2 αγόρευσης). Προς επίρρωση των ως άνω παρατίθεται πλήθος παραπομπών και αποσπασμάτων σε διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ) και αποφάσεις του ΔΔΔΠ επί τούτου, εκ των οποίων – ως καταλήγει η συνήγορος τους – δεικνύεται επαρκώς εν προκειμένω «στο μέγιστο δυνατό βαθμό ότι η Αιτήτρια αρ.1 ως ανύπαντρη μονογονιός χωρίς ανδρικό υποστηρικτικό […] ενδέχεται να εκτεθεί σε κίνδυνο να υποστεί δίωξη ή/και απάνθρωπη ή/και εξευτελιστική μεταχείριση ή άλλως πως […] και η χώρα καταγωγής της δεν μπορεί […] να την προστατέψει», δεδομένου ότι, ως εξηγεί, γυναίκες με το προφίλ της αιτήτριας 1 κινδυνεύουν «να εκτεθούν σε πράξης σωματικής ή ψυχικής βίας, […] σεξουαλικής βίας ή/και πράξεις που στοχεύουν το φύλο» και για τον λόγο αυτό «σαφέστατα και ο ορισμός της “δίωξης” ικανοποιείται» (σελ.7 αγόρευσης). Αποτέλεσμα των ως άνω είναι το ότι εδώ θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι στις αιτήτριες θα πρέπει να αποδοθεί προσφυγικό καθεστώς, ή «[ε]ναλλακτικά, εάν το […] Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πληρούνται» οι προϋποθέσεις προς τούτο, «θα πρέπει να παραχωρηθεί στις Αιτήτριες συμπληρωματική προστασία», ή, εάν ήθελε κριθεί εδώ «ότι δεν μπορεί υπό τις περιστάσεις να αναγνωριστεί διεθνής προστασία στις Αιτήτριες, […] η απόφαση επιστροφής […] στη [ΛΔΚ] θα πρέπει να ακυρωθεί, καθότι λήφθηκε κατά παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης», στην περίπτωση δε αυτή (που ακυρωθεί μόνο η απόφαση επιστροφής) θα πρέπει αυτό να «συμπαρασύρει […] σε ακυρότητα την προσβαλλόμενη απόφαση στην ολότητα της», αφού, ως επί τούτου εξηγεί, «η απόφαση επιστροφής αποτελεί “αναπόσπαστο τμήμα” της απόφασης απόρριψης του αιτήματος ασύλου», παραπέμποντας στο αρ.13 (2) (δ) του Νόμου (σελ.8 αγόρευσης).
Περαιτέρω οι αιτήτριες εισηγούνται ότι δεν εξετάστηκε στα πλαίσια της επίδικης πράξης το βέλτιστο συμφέρον της αιτήτριας 2 (ανήλικου τέκνου της αιτήτριας 1), το οποίο και εν προκειμένω επιβάλλει «να μην επαναπροωθηθεί στη [ΛΔΚ]» (σελ.11 αγόρευσης). Επί δε τούτου αναφέρει ότι η παράλειψη εξέτασης του βέλτιστου συμφέροντος της αιτήτριας 2 «συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου», η οποία οδηγεί αναπόφευκτα σε ακυρότητα της προσβαλλόμενης πράξης, δεδομένου εδώ του ότι, ως εισηγείται παραπέμποντας και σε πρωτόδικες αποφάσεις, «το Δικαστήριο δεν δύναται να υποκαταστήσει τη διοίκηση και να εκφέρει πρωτογενή κρίση» επί τούτου, αλλά ούτε και «δύναται να υποκαταστήσει την κρίση της διοίκησης αναφορικά με το ποια νομική βάση […] θα ήταν ενδεδειγμένη υπό τις περιστάσεις» αναφορικά με την επίδικη απόφαση επιστροφής, η οποία και, ως εξηγεί, στερείται αιτιολογίας και νομικού ερείσματος στο Κεφ.105 (σελ.10-11, 16 αγόρευσης).
Προς περαιτέρω ενίσχυση των ως άνω σημειώνεται ότι στην προσφυγή έχει επισυναφθεί ένορκη δήλωση της αιτήτριας 1 (εφεξής ΕΔ), όπου και αιτιολογούνται οι όποιες, κατά τους καθ’ ων η αίτηση, αντιφάσεις και κενά έχουν εντοπιστεί στο αφήγημα της στα πλαίσια της επίδικης αίτησης. Επί τούτου θα επανέλθω πιο κάτω. Καταλήγει δε η συνήγορος ότι, υπό το φως και της ΕΔ και λαμβανομένου υπόψη εδώ του ότι η συνέντευξη έγινε «16 μήνες μετά την καταχώριση της αίτησης ασύλου», αλλά και του ότι «το αφήγημα της Αιτήτριας αρ.1 περιείχε επαρκείς λεπτομέρειες υπό τις περιστάσεις», είναι λοιπόν «λανθασμένα και κατά παράβαση του αρ.18 (5) του […] Νόμου [που] η Αιτήτρια αρ.1 κρίθηκε αναξιόπιστη ή/και εν πάση περιπτώσει θα πρέπει να δοθεί […] το ευεργέτημα της αμφιβολίας», έχοντας υπόψη και το ότι σχετικές ΠΧΚ (που παραθέτει) δεικνύουν ότι στη ΛΔΚ δεν παρέχεται προστασία ή πρόσβαση στη δικαιοσύνη σε όσους υφίστανται παραβιάσεις ανθρωπίνων και θύματα εγκλημάτων (σελ.20 αγόρευσης).
Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι ουδείς των ισχυρισμών των αιτητριών έχει δεόντως δικογραφηθεί και ουδείς αναπτύσσεται επαρκώς και γι’ αυτό θα πρέπει να απορριφθούν άπαντες ως ανεπίδεκτοι δικαστικής κρίσης, στη βάση σχετικής νομολογίας. Περαιτέρω δε αναφέρουν, δια παραπομπών στους επιμέρους ισχυρισμούς των αιτητριών στην επίδικη αίτηση, τα κενά, ελλείψεις και αντιφάσεις που εντόπισαν, ότι η επίδικη εδώ απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, λήφθηκαν υπόψη όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν την επίδικη αίτηση, περιλαμβανομένης της ευαλωτότητας των αιτητριών ως μονογονεϊκή οικογένεια, αλλά και του βέλτιστου συμφέροντος του ανήλικου τέκνου (αιτήτρια 2), είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και ορθή επί της ουσίας, όπως και τα ευρήματα επί της αναξιοπιστίας των ισχυρισμών των αιτητριών και εισηγούνται ότι ουδέν ετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου που να ανατρέπει τα ως άνω. Περαιτέρω αναφέρουν ότι – σε κάθε περίπτωση που ήθελε εδώ κριθεί ότι υφίσταται οιαδήποτε παρατυπία ή και πλημμέλεια κατά την εξέταση της επίδικης αίτησης – τότε το Δικαστήριο μπορεί (το ίδιο) να εξετάσει όλα τα ενώπιον του στοιχεία και, σε κάθε περίπτωση, δεν εντοπίζεται παράβαση ουσιώδους τύπου. Για την δε απόφαση επιστροφής αναφέρουν ότι τυχόν ακυρότητα αυτής δεν θα πρέπει να συμπαρασύρει σε ακυρότητα την απόφαση απόρριψης της επίδικης αιτήσεως. Προς επίρρωση των ως άνω γίνονται αναφορές και παρατίθεται πλήθος αποσπασμάτων από την οικεία νομοθεσία και νομολογία, αλλά και πρωτόδικες αποφάσεις.
Τα ως άνω αντικρούονται στην απαντητική αγόρευση των αιτητριών, όπου σημειώνεται ότι «η μόρφωση και εργασιακή εμπειρία [της αιτήτριας 1] δεν αναιρεί την ευαλωτότητα της ως άγαμη μονογονιός» (σελ.4 απαντητικής), ότι δεν έγινε παρά επιφανειακή αναφορά στο βέλτιστο συμφέρον του ανήλικου τέκνου στην επίδικη έκθεση, η οποία δεν αρκεί, και ότι εμμένουν στη θέση τους ότι τυχόν ακυρότητα της απόφασης επιστροφής συμπαρασύρει σε ακυρότητα και την απόφαση επί των αναγκών διεθνούς προστασίας, σημειώνοντας δε τέλος ότι η αρχή της μη επαναπροώθησης τυγχάνει απόλυτης εφαρμογής.
Στο σημείο αυτό, προτού προχωρήσω σε αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων, κρίνω σκόπιμο να σημειώσω τα εξής, τα οποία θεωρώ πολύ σημαντικά.
Πρώτον πρέπει να σημειωθεί, σε σχέση με την εφαρμογή της αρχής της μη χειροτέρευσης ότι στην πρόσφατη Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.22/2026, I. D. v Δημοκρατίας, ημ.30/06/26, έχουν επί τούτου λεχθεί τα εξής, τα οποία ξεκαθαρίζουν δια παντός το ζήτημα:
«Κρίση επί της ουσίας […] ως εκ της φύσης της δεν περιορίζεται από την αρχή της µη χειροτέρευσης της θέσεως του προσφεύγοντος, αφού αυτή η αρχή, ως γενική αρχή διοικητικού δικονομικού δικαίου, ισχύει στο βαθμό και µόνο που νόµος δεν προβλέπει διαφορετικά (βλ. απόφαση ηµεροµηνίας 13.2.2004 στην Προσφυγή Αρ. 11/2003 Ανδρέας Δημοσθένους ν. Δημοκρατίας). Στην παρούσα περίπτωση αυτό ακριβώς προβλέπεται στο Άρθρο 11 (3) (α),(β) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόµου του 2018, Ν. 73(I)/2018, σύμφωνα µε το οποίο το Δικαστήριο εξετάζει την επίδικη ενώπιον του απόφαση και «προβαίνει σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής [.]» και «επικυρώνει εν όλω ή εν µέρει την απόφαση ή πράξη, ή ακυρώνει και τροποποιεί εν όλω ή εν µέρει αυτήν:[.]» (οι υπογραµµίσεις δικές µας). Η δικαιοδοσία εξέτασης επί της ουσίας, εξυπακούει ότι δυνητικά η δικαστική απόφαση µπορεί να θέσει τον προσφεύγοντα σε ευνοϊκότερη ή χειρότερη µοίρα. Είναι, δηλαδή, διαπλαστικής φύσεως (βλ. απόφαση του Διοικητικού Εφετείου ημερομηνίας 18.12.2025 στην Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 12/2025 ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ v. Β. Α.).»
Αναφορικά με τη φύση και έκταση ελέγχου που ασκεί το Δικαστήριο, παραθέτω το πιο κάτω απόσπασμα από Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.43/2021, Mondeke v. Δημοκρατίας, ημ.20/01/22, λέχθηκαν τα εξής:
«Θεωρούμε σκόπιμο ωστόσο να θέσουμε τις ορθές παραμέτρους που αφορούν τον έλεγχο νομιμότητας και ορθότητας και πώς αυτός ασκείται. Χρήσιμο είναι το τι ο ίδιος ο Νόμος ορίζει. Πρόκειται για τον περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018, (Ν. 73(I)/2018).
[…]
(Βλ. Janelidze ν. Δημοκρατίας, E.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.17/21, 21.9.2021).
Στο Σύγγραμμα Γενικό Διοικητικό Δίκαιο Π. Δ. Δαγτόγλου, 7η Αναθεωρημένη ΄Εκδοση, σελ.168 αποδίδεται πολύ γλαφυρά το πώς διενεργείται ο έλεγχος ορθότητας ως εξής:
«Βέβαια, ο ουσιαστικός δικαστικός έλεγχος, όπου προβλέπεται από το Νόμο, δεν περιορίζεται στη διακρίβωση της νομιμότητας, όπως βασικά ο ακυρωτικός δικαστικός έλεγχος, που αφορά πάντως και την έρευνα τηρήσεως των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειας, καθώς και την έρευνα ενδεχόμενης πλάνης περί τα πράγματα. Ο ουσιαστικός έλεγχος προχωρεί και στην εξέταση της «ουσίας» της υποθέσεως .. Ερευνά δηλαδή, αν έγινε ορθή ουσιαστική εκτίμηση της συνδρομής ή μη των πραγματικών περιστατικών, στα οποία στηρίχθηκε η διοικητική πράξη. και αν έγινε «καλή χρήση» της διακριτικής ευχέρειας της διοικήσεως.»
Επίσης στο Σύγγραμμα Η Συνταγματική και Διοικητική Νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας του Ιωάννη Σαρμά, Β΄ έκδοση σελ. 737 αποδίδονται ανάγλυφα οι διαφορές μεταξύ ακυρωτικού και ουσιαστικού δικαστή, ως ακολούθως:
«Η διαφορά των εξουσιών ακυρωτικού και ουσιαστικού δικαστή έγκειται στον χαρακτήρα της διαπλάσεως που μπορεί να πραγματοποιήσει έκαστος. Ο ακυρωτικός περιορίζεται μόνο σε ακύρωση της διαπιστωθείσης ως παρανόμου διοικητικής πράξεως. Η διαπλαστική δύναμη των αποφάσεων του είναι μόνον αρνητική, δηλαδή εξαντλείται στην εξαφάνιση εκ του νομικού κόσμου της μη νομίμου πράξεως. Αντιθέτως, η απόφαση του ουσιαστικού δικαστή μπορεί να αναπτύξη και θετική διαπλαστική δύναμη. Ο ουσιαστικός δικαστής έχει τη δυνατότητα να διαπλάση ο ίδιος την πράξη που η Διοίκηση, κατά παραβίαση του νόμου, εξέδωσε».»
Τα ως άνω επιβεβαιώθηκαν έπειτα στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.41/2024, Μ. Α. ν. Δημοκρατίας, ημ.29/05/25, «ο έλεγχος ουσίας στην οποία το [ΔΔΔΠ] προβαίνει […] είναι θετικά διαπλαστικός, υπό την έννοια ότι δύναται να διαπλάσει το ίδιο το Δικαστήριο την πράξη που η Διοίκηση παράνομα εξέδωσε», στα πλαίσια της οποίας μπορεί να συμπληρώσει «νομικό κενό με τη δική του κρίση, ασκώντας θετική δικαιοπλαστική εξουσία», αλλά και στην πολύ πιο πρόσφατη Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.12/2025, B. A. ν. Δημοκρατίας, ημ.18/12/25.
Επί των όσων δε εισηγείται η συνήγορος της αιτήτριας αναφορικά με το ότι σε περίπτωση ακυρωθεί η επίδικη απόφαση επιστροφής θα πρέπει να ακυρωθεί αυτό θα συμπαρασύρει σε ακυρότητα και την απόφαση απόρριψης της επίδικης αιτήσεως διεθνούς προστασίας, ενόψει του ότι, ως εισηγείται, αυτή αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της, ας σημειωθεί ότι το ζήτημα έχει πλέον ξεκαθαριστεί στη βάση πρόσφατης τροποποίησης του αρ.13 (2) (δ) του Νόμου, που αναφέρει ότι όπου «το […] δικαστήριο ακυρώσει την απόφαση επιστροφής […], η απόφαση για απόρριψη του αιτήματος για διεθνή προστασία δεν συμπαρασύρεται σε ακύρωση, εκτός εάν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά».
Λεχθέντων των ως άνω, δεδομένου ότι όλοι οι προωθούμενοι από τις αιτήτριες ισχυρισμοί άπτονται της ουσίας της υπόθεσης, προχωρώ με την επί της ουσίας εξέταση των ενώπιον μου στοιχείων, εξ υπαρχής και επί των αναγκών διεθνούς προστασίας, η οποία τελείται σε κάθε περίπτωση (βλ. Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.107/2023, Q. B. T. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημ.11/02/25 και Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.12/2025, B. A. ν. Δημοκρατίας, ημ.18/12/25).
Προχωρώ λοιπόν σε αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων.
Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98 του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».
Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα εξής:
«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305). […]
Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»
Στη βάση των ως άνω και δεδομένου ότι το Δικαστήριο δεν περιορίζεται από την αρχή reformatio en peius (βλ. Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.22/2026, ανωτέρω) θα συμφωνήσω με το σύνολο των ευρημάτων και την κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση επί του 1ου ουσιώδους ισχυρισμού της αιτήτριας, δεδομένου ότι επί των όσων έχουν περιληφθεί υπό τον εν λόγω ισχυρισμό η αιτήτρια 1 (εφεξής η αιτήτρια) υπήρξε σαφής, δίδοντας (επί το πλείστο) επαρκή στοιχεία επί των όσων ανέφερε σχετικώς, παρότι, αξίζει να σημειωθεί, ότι κατά τόπους (αναφορικά με τον θάνατο των γονιών της) εντοπίζω κενά. Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι στον ως άνω ισχυρισμό περιλαμβάνονται το ότι η αιτήτρια έχασε τους γονείς της σε μικρή ηλικία, ανατράφηκε έκτοτε από τη θεία της, δεν έχει αδέλφια, έχει 1 ανήλικη κόρη (αιτήτρια 2) με πατέρα τον επί σειρά ετών σύντροφο της, ο οποίος ήταν στρατιώτης και σκοτώθηκε το 2022, διέμενε στην Κινσάσα μέχρι το 2019 και έκτοτε μετοίκησε στο Lubumbashi, όπου διαμένει και μια θεία της (με σύζυγο και 5 παιδιά), με την οποία και διατηρεί επαφή μέχρι σήμερα. Η αιτήτρια έχει πανεπιστημιακή μόρφωση και τίτλο master και εργαζόταν ως κομμώτρια, τόσο στην Κινσάσα όσο και στο Lubumbashi.
Περαιτέρω θα συμφωνήσω με το σύνολο των ευρημάτων και της κατάληξης των καθ’ ων η αίτηση και επί της εσωτερικής συνοχής του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού ως επαρκώς και ενδελεχώς τεκμηριωμένα καταγράφονται στα ερ.105-109 της επίδικης έκθεσης, καθώς, ως και οι καθ’ ων η αίτηση αναφέρουν, τα λεγόμενα της αιτήτριας παρουσιάζουν ουσιώδη κενά, σημαντικές ελλείψεις, πλήθος αντιφάσεων, επί πολλών και ιδιαίτερα σημαντικών πτυχών του αφηγήματος της, και στερούνται - παντελώς και σε όλη τους την έκταση - χρονικής συνέχειας και ευλογοφάνειας, εκ των οποίων διαβρώνεται αναπόφευκτα και η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων της.
Διερχόμενος των λεγομένων της αιτήτριας παρατηρώ ότι, πέραν των όσων αναφέρουν οι καθ’ ων η αίτηση, η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει πότε ακριβώς έγινε δέκτης απειλών από την μητέρα του (θανούντος) συντρόφου της, δεν ήταν σε θέση να παραθέσει λεπτομέρειες και βιωματικά στοιχεία από τις κατ’ ισχυρισμό προσπάθειες της να πάρει πίσω τα 2 της παιδιά (τα οποία κατ’ ισχυρισμό άρπαξε η μητέρα του συντρόφου της), που διέμενε η μητέρα του συντρόφου της, δεν έδωσε καμία απολύτως περιγραφή αυτής, ούτε έδωσε περαιτέρω ευλόγως αναμενόμενες (δεδομένου και του μορφωτικού της επιπέδου) λεπτομέρειες για την κατ’ ισχυρισμό δικαστική διαμάχη για την επιμέλεια των τέκνων της και δεν ήταν σε θέση τελικά να τοποθετήσει με ακρίβεια χρονικά το πότε άρπαξε τα τέκνα της αιτήτριας και πότε (και πως) της πήρε όλα τα υπάρχοντα, σε ερωτήσεις δε που της έγιναν σχετικώς υπήρξε αρχικά ασαφής και ακολούθως αντιφατική (βλ. ερ.51). Επιπλέον καμία ευλόγως αναμενόμενη πληροφορία ή και στοιχείο ήταν σε θέση να δώσει σχετικά με την μητέρα του συντρόφου της ή μια συζήτηση που είχαν, κατ’ ελάχιστο κατά τις όποιες συναντήσεις είχαν (στην παρουσία της θείας της αιτήτριας, αλλά και του ανώτερου του συντρόφου της, ως ισχυρίστηκε) προκειμένου να ασκηθούν πιέσεις για επιστροφή των τέκνων της αιτήτριας. Επιπροσθέτως των ως άνω, παρότι – ως η ίδια ανέφερε κατά τη συνέντευξη (ερ.55-56) – είχε τα μέσα να εξασφαλίσει και να προσκομίσει πιστοποιητικά γέννησης (ή άλλο έγγραφο) για τα τέκνα της (τα οποία κατ’ ισχυρισμό είχε πάρει απ’ αυτήν η μητέρα του συντρόφου της), εντούτοις ουδέν έπραξε, ούτε στα πλαίσια της επίδικης αίτησης, αλλά ούτε στα πλαίσια της παρούσης, αφού το μόνο που αναφέρεται σχετικά με τούτο στην ΕΔ (Παράρτημα Γ της Προσφυγής) συνιστά επανάληψη (με την ίδια αοριστία και χωρίς καμία περαιτέρω λεπτομέρεια) του ισχυρισμού περί αρπαγής 2 τέκνων της από την μητέρα του συντρόφου της, χωρίς εντούτοις να προσκομίζεται τελικά κάποιο έγγραφο σχετικά με τα τέκνα αυτά, τα οποία – επαναλαμβάνω – η ίδια είχε δηλώσει ότι μπορούσε να εξασφαλίσει. Στα ως άνω θα πρέπει τέλος να προστεθεί το ότι τα όσα ανέφερε σχετικά με ξόρκι που της έκανε η μητέρα του συντρόφου της, επί του οποίου τελικά λίγα ανέφερε και ούτε ήταν σε θέση να περιγράψει τη θεραπεία έλαβε από «τυχαία γυναίκα από το Κονγκό» (ερ.51), η δε σύζυγος του ανώτερου του συντρόφου της ουδόλως την έβλαψε.
Σημειώνεται ότι στην ΕΔ (Παράρτημα Γ της Προσφυγής) ουδεμία περαιτέρω μαρτυρία προς κάλυψη των κενών και αντιφάσεων που διαπιστώθηκαν από τους καθ’ ων η αίτηση (με τις διαπιστώσεις των οποίων συμφωνώ, ως ανωτέρω εξηγώ) καταγράφεται, πλην του ότι – ως αναφέρει η αιτήτρια – αφενός, σχετικά με τις απειλές που δέχθηκε από την μητέρα του συντρόφου της, δεν ανέφερε κάτι επειδή στα αρχικά στάδια της διαδικασίας «[είχε] την ανήλικη θυγατέρα [της] μαζί [της] και δεν [ήθελε] να έρθουν στην αντίληψη της κακά πράγματα για τη γιαγιά της» (παρ.5 ΕΔ) και αφετέρου, σχετικά με την κατ’ ισχυρισμό δίωξη της από τη σύζυγο του ανώτερου του συντρόφου της, δεν ανέφερε κάτι περαιτέρω καθότι ο ίδιος της είχε ζητήσει να μην αναφέρει περαιτέρω ισχυρισμούς περί τούτου, «καθότι ενδέχεται να του [δημιουργήσει] πρόβλημα στη ζωή και στην εργασία του» (παρ.6 ΕΔ), χωρίς τελικά όμως να παρατίθεται κάτι περαιτέρω επ’ αμφότερων των ως άνω πτυχών του αφηγήματος της. Ουδεμία από τις ως άνω δηλώσεις της τελικά αιτιολογεί το γιατί δεν ανέφερε (στα πλαίσια της παρούσης) περισσότερες λεπτομέρειες επί των ισχυρισμών της που είχαν κριθεί ανεπαρκείς και στερούμενοι συνοχής, δεδομένου και του ότι, ως η ίδια αναφέρει, έχει αντιληφθεί πλέον «τη σημασία του να [θέσει] όλες τις πτυχές του αιτήματος [της] ενώπιον του Δικαστηρίου» (παρ.6 ΕΔ).
Δεδομένης δε της παντελούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής των λεγομένων της αιτήτριας αλλά και λαμβανομένης υπόψη της αμιγώς προσωπικής φύσεως των ισχυρισμών της δεν θεωρώ ότι ήταν απαραίτητη εδώ η αναζήτηση πληροφορίων αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού και ορθώς θεωρώ δεν έγινε εν προκειμένω. Ως σχετικά στο εγχειρίδιο «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», EASO σελ. 132, αναφέρεται, η αναζήτηση ΠΧΚ «ενδέχεται να μην είναι απαραίτητ[η] σε περίπτωση αρνητικής διαπίστωσης περί της αξιοπιστίας βάσει καταφανούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής ή μη ικανοποιητικής επεξήγησης αποκλίσεων ή παραλλαγών σε ό,τι αφορά τα ουσιώδη στοιχεία μιας αίτησης». Αξίζει δε να σημειωθεί πως, παρότι δεν παραγνωρίζω εδώ ότι ορισμένα εκ των λεγομένων της αιτήτριας συνάδουν μερικώς με ΠΧΚ που και παρατίθενται πιο κάτω. Εντούτοις, η καταφανής έλλειψη εσωτερικής συνοχής των λεγομένων της, ως ανωτέρω εξηγείται, δεν μπορεί να υπερκερασθεί από το ότι – ως γενικές πληροφορίες - επιβεβαιώνεται ότι συμβάντα όμοια με όσα η αιτήτρια εδώ περιγράφει λαμβάνουν χώρα στη ΛΔΚ. Σημειώνω ότι αν το ότι συνάδει μια πληροφορία που δίδει ένας αιτητής με ΠΧΚ θεωρείτο αρκετό από μόνο του ώστε να ανατραπεί ένα εύρημα περί παντελούς ελλείψεως εσωτερικής συνοχής, θα οδηγούσε σε αποδοχή ισχυρισμών οι οποίοι στερούνται κάθε ψήγματος βιωματικού στοιχείου αλλά και εύλογα αναμενόμενων λεπτομερειών και θα απέληγε τελικώς, θεωρώ, σε «αφελή και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης» (βλ. και ανωτέρω απόσπασμα από εγχειρίδιο EASO).
Ενόψει λοιπόν των ως άνω, στην απουσία – ως ανωτέρω εξηγώ - περαιτέρω μαρτυρίας που θα συμπλήρωνε τα κενά και ελλείψεις που ανωτέρω καταγράφονται, είναι η κατάληξη μου ότι τα τρωτά σημεία του αφηγήματος της αιτήτριας παραμένουν και συνεπώς ουδείς εκ των ισχυρισμών της μπορεί να γίνει δεκτός, δεδομένου του ότι οι ελλείψεις εσωτερικής συνοχής, με κυριότερη την παντελή απουσία βιωματικών στοιχείων και λεπτομερειών επί των όσων αναφέρθηκε, δεν αφήνουν περιθώριο αποδοχής του.
Δεδομένης της ως άνω κατάληξης μου παραθέτω στο σημείο αυτό μια επικαιροποιημένη αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής των αιτητριών. Σημειώνω εδώ ότι – ως καθίσταται σαφές από τις δηλώσεις της αιτήτριας 1 στην επίδικη συνέντευξη (βλ. ερ.43, 1Χ – 44, 1Χ) - τελευταίος τόπος διαμονής των αιτητριών είναι η πόλη Lubumbashi, όπου και διέμεναν (και όπου διαμένει και η θεία της με τον σύζυγο και τα παιδιά της) από το 2019, πλην ολίγων ημερών προτού φύγουν από τη ΛΔΚ, όταν διέμεναν στο σπίτι του ανώτερου του συντρόφου της, ενόσω ετοιμάζονταν τα απαραίτητα έγγραφα για το ταξίδι τους στην Κύπρο (ερ.36 – 1Χ, “I was going to stay for a couple of days… took my flight”).
Έκθεση του 2021 του portal RULAC σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Κινσάσα, αναφέρει ότι «[η] Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) εμπλέκεται σε πολλές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις (NIAC) εντός των εδαφών της εναντίον ένοπλων ομάδων στις περιοχές Ituri, Kasai και Kivu».[1]
Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση την 01/11/25) στην επαρχία Haut-Katanga (όπου υπάγεται και η πόλη Lubumbashi), 73 περιστατικά [2] με 29 θανάτους [3], ενώ ο πληθυσμός της εν λόγω περιφέρειας εκτιμάται περί τα 6 εκατομμύρια κατοίκων [4]. Στην πόλη Lubumbashi, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, καταγράφηκαν 38 περιστατικά [5] και 2 θάνατοι [6], ενώ ο πληθυσμός της πόλης εκτιμάται περί τα 3.2 εκατομμύρια κατοίκων [7].
Είναι κατάληξη μου, αποτιμώντας τις ως άνω πληροφορίες, ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα οι αιτήτριες να αντιμετωπίσουν κατά την επιστροφή τους κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμεναν, και όπου εύλογα αναμένεται να επιστρέψουν, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας τους στην περιοχή. Δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις στη βάση του αρ.19 (2) (γ) του Νόμου [βλ. και αντίστοιχο αρ.15 (γ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347] που να επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς γι’ αυτές (σε συνάρτηση πάντοτε με την ένταση της αδιακρίτως ασκούμενης βίας, που είναι χαμηλή), ενόψει της απόρριψης του αφηγήματος τους, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[8] (βλ. ΔΕΕ, C-901/19, CF and DN, ημ.10/06/21).
Ενόψει των ως άνω και υπό το φως των αποδεκτών ισχυρισμών που αφορούν το προφίλ της αιτήτριας 1 (και συνεπακόλουθα και της αιτήτριας 2, ως ανήλικης) ακολουθεί εξέταση του κατά πόσο εκ τούτων προκύπτει εδώ ανάγκη παροχής διεθνούς προστασίας (πλην της πτυχής που αφορά την αδιάκριτη βία – αρ.15 (γ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, επί του οποίου καταλήγω αμέσως πιο πάνω) ή προστασίας από την επαναπροώθηση, λαμβανομένου υπόψη βεβαίως και του βέλτιστου συμφέροντος της αιτήτριας 2, στη βάση πάντοτε των διαθέσιμων πληροφοριών (ΠΧΚ) και εξασκώντας το εύρος της δικαιοδοσίας την οποία κέκτηται το παρόν Δικαστήριο, ως και στην ως άνω παρατιθέμενη νομολογία περιγράφεται.
Προέχει εδώ η παράθεση σχετικών ΠΧΚ.
Έκθεση της Αυστριακής ACCORD (Νοέμβριος 2020) αναφέρει ότι στη ΛΔΚ, μια από τις χώρες με τη χαμηλότερη κατάταξη στον δείκτη ανθρώπινης ανάπτυξης, οι γυναίκες είναι επίσης σαφώς αντικείμενο διακρίσεων. Ήδη ευάλωτη ως γυναίκα, μια μόνη γυναίκα χωρίς οικογένεια ή κοινωνικό δίκτυο, χωρίς οικονομικά μέσα, είναι ακόμη πιο ευάλωτη.[9]
Σε έκθεση της Υπηρεσίας Ασύλου της Δανίας αναφέρεται ότι «[η] Ελβετική Κρατική Γραμματεία για τη Μετανάστευση ορίζει μια ανύπαντρη γυναίκα στο πλαίσιο της Κινσάσα ως ενήλικη γυναίκα με ή χωρίς παιδιά, που συντηρείται χωρίς άνδρα σύντροφο.[10] […] Οι ανύπαντρες γυναίκες χωρίς το υποστηρικτικό δίκτυο που προσφέρει ένας άνδρας συχνά αντιμετωπίζονται αρνητικά (σ.σ. από την κοινωνία), βρίσκονται σε πιο ευάλωτη θέση και πολλές αποφασίζουν να κάνουν συναλλακτικό σεξ για να αποκτήσουν πρόσβαση σε καταφύγιο και εργασία.,[11]
[…]
[Οι] ανύπαντρες γυναίκες συχνά θεωρείται ότι είναι ιερόδουλες στην Κινσάσα και συνεπώς, η σεξουαλική συναλλαγή αναμένεται από αυτές. Καθώς οι ανύπαντρες γυναίκες βρίσκονται σε μια πιο ευάλωτη θέση, υπόκεινται σε άτυπη φορολογία από την αστυνομία ή άλλους επιθεωρητές προκειμένου να έχουν πρόσβαση στην τοπική αγορά. Στις χήρες και γυναίκες που ηγούνται νοικοκυριών παρουσιάζονται λιγότερες ευκαιρίες, καθώς είναι γενικά πιο ευάλωτες και χαρακτηρίζονται από υψηλότερα ποσοστά φτώχειας και ακραίας φτώχειας […]». [12]
Αναφορικά με την πρόσβαση στην εργασία συλλογή πληροφοριών του Συμβουλίου για τη Μετανάστευση και τους Πρόσφυγες του Καναδά δημοσιευμένη το 2019, παραπέμπει σε πηγές οι οποίες αναφέρουν ότι οι γυναίκες στην Κινσάσα στρέφονται προς το άτυπο εμπόριο[13] για να διασφαλίσουν την επιβίωσή τους. Ένα άρθρο στη L' Avenir,[14] μιας καθημερινής εφημερίδας της Κινσάσα, σχετικά με τις ανάγκες των ανύπαντρων γυναικών στο νοικοκυριό, αναφέρει ότι «[α]υτές οι γυναίκες χρησιμοποιούν διάφορες τακτικές για να επιβιώσουν. Μερικές ασχολούνται με μικρές επιχειρήσεις, όπως η πώληση ψωμιού, το πλέξιμο των μαλλιών, το ράψιμο και ακόμη και η πορνεία» και «αδράχνουν κάθε ευκαιρία που προκύπτει στο δρόμο τους, δηλαδή ως ‘nounou’ (υπηρέτρια ή οικονόμος) προκειμένου να φροντίσουν το σπίτι τους».[15] Πολλές γυναίκες από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό ανέλαβαν το ρόλο του κύριου παρόχου για τις οικογένειές τους, εργάζονται συχνά σε χαμηλά αμειβόμενες και σωματικά απαιτητικές θέσεις εργασίας και πλήττονται δυσανάλογα από τη φτώχεια. Σύμφωνα με το UNDP (2017), η συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας είναι 61.2% σε σύγκριση με 69.1% για τους άνδρες.[16]
Σε έρευνα του DIS αναφέρεται ότι «[…] ένα πρόσωπο χωρίς κοινωνικό δίκτυο στην Κινσάσα θα έχει σοβαρές δυσκολίες στην προσαρμογή και ενσωμάτωση, καθώς χωρίς οικογένεια και χωρίς διασυνδέσεις με την Εκκλησία θα είναι κάπως σαν εγκαταλελειμμένος, αφού στη ΛΔΚ, η κρατική κοινωνική συνδρομή δε λειτουργεί δεόντως.».[17]
Οι ανύπαντρες γυναίκες που έχουν υποστεί σεξουαλική εμπορία ή εκμετάλλευση θα είναι επιρρεπείς στην πορνεία, όταν προσπαθούν να βρουν στέγη στην Κινσάσα ή αν απλά δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά το ενοίκιο.[18] Ανύπαντρες γυναίκες χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο στην Κινσάσα συχνά καταφεύγουν στη συναλλακτική σεξουαλική επαφή ως μέσο πρόσβασης στη στέγαση καθώς και για την απόκτηση εισοδήματος. Η συμμετοχή στη σεξουαλική εργασία ή στη συναλλακτική σεξουαλική επαφή συχνά στιγματίζει περαιτέρω τις γυναίκες.[19]
Σε έκθεση του Danish Immigration Service (DIS), μετά από συνέντευξη με καθηγητή του Πανεπιστημίου της Κινσάσα, αναφέρεται ότι «ένα άτομο χωρίς κοινωνικό δίκτυο στην Κινσάσα θα έχει σοβαρές δυσκολίες προσαρμογής και ενσωμάτωσης, γιατί χωρίς την οικογένεια και χωρίς διασυνδέσεις με την Εκκλησία, το άτομο θα νιώθει εγκαταλελειμμένο επειδή στη ΛΔΚ η κοινωνική βοήθεια που παρέχεται από το κράτος δεν λειτουργεί σωστά. Υπάρχει σχεδόν ένα κενό εδώ, και αυτό ισχύει και για τους ανθρώπους που έρχονται από μακριά για να εγκατασταθούν στην πρωτεύουσα, καθώς και για τους ανθρώπους εκεί. Οι υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας υπάρχουν αλλά δεν είναι στο ύψος των καθηκόντων τους. Ένα τέτοιο άτομο αντιμετωπίζει πρώτα τα προβλήματα της στέγασης, πρόσβασης σε εργασία και μετά (σ.σ. αντιμετωπίζει) το πρόβλημα των πόρων. Επιπλέον, το άτομο θα έχει προβλήματα με την διασφάλιση των απαραίτητων ως προς το ζην και την πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη σε περίπτωση ασθένειας. Στη ΛΔΚ, η οικογένεια και η εκκλησία αποτελούν ή πρακτικά παίζουν τον ρόλο της άτυπης κοινωνικής ασφάλισης.».[20]
Σε έκθεση του BTI του 2026 [21] αναφέρεται ότι «[γ]ια τους περισσότερους Κονγκολέζους, η επιβίωση εξαρτάται από την άτυπη οικονομία και τη γεωργία επιβίωσης. Σε αυτό το πλαίσιο, η αλληλεγγύη διατηρείται λιγότερο από επίσημες οργανώσεις παρά από κοινότητες χωριών, εκτεταμένες οικογένειες και γυναικείες ενώσεις, όπου η διαπροσωπική εμπιστοσύνη παραμένει σχετικά ισχυρή.». Αναφέρεται επίσης ότι «[η] πρωτοβουλία Spotlight του ΟΗΕ διέθεσε 50 εκατομμύρια δολάρια (2022–2025) για την αντιμετώπιση της έμφυλης βίας, αν και μόλις το 12% των κεφαλαίων έφτασε σε τοπικές ΜΚΟ. Το Πρόγραμμα Ενδυνάμωσης των Γυναικών της ΛΔΚ της Παγκόσμιας Τράπεζας στοχεύει να παράσχει σε 500.000 γυναίκες μικροδάνεια και νομική βοήθεια έως το 2026.». Καταγράφεται δε ότι η συντριπτική πλειονότητα σεξουαλικής βίας αφορά γυναίκες χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο και επικεντρώνεται σε περιοχές όπου σημειώνεται αδιάκριτη βία (Ituri, Kasai και Kivu) και αγροτικές περιοχές.
Αναφορικά με τη διαθέσιμη κρατική προστασία κατά των ως άνω μορφών διακρίσεων, βίας και κακομεταχείρισης που είναι εκτεθειμένες γυναίκες χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής εντοπίζονται τα ακόλουθα.
Αναφορά της UNFPA σημειώνει ότι η έμφυλη βία (GBV) εξακολουθεί να καθιστά ευάλωτες τις γυναίκες και τα κορίτσια που διαβιούν στη χώρα.[22] Μορφές βίας που καταγράφονται περιλαμβάνουν βιασμό, σεξουαλική δουλεία, εμπορία ανθρώπων, αναγκαστικό γάμο, τον γάμο ανηλίκων, ενδοοικογενειακή βία και σεξουαλική εκμετάλλευση.[23] Όπως σημειώνεται, η κατάχρηση εξουσίας και ανισότητες επιτείνουν την ευαλωτότητα γυναικών και κοριτσιών σε μορφές έμφυλης βίας.[24] Οι υπηρεσίες για την πρόληψη αλλά και για την αποκατάσταση θυμάτων είναι ανεπαρκείς και υποχρηματοδοτούμενες.[25]
Σε έκθεση του OECD του 2019 αναφέρεται ότι η ΛΔΚ επικύρωσε το 2018 το Πρωτόκολλο Maputo για τα Δικαιώματα των Γυναικών στην Αφρική ενώ το Σύνταγμα εγγυάται ότι όλοι έχουν δικαίωμα στη ζωή και σωματική ακεραιότητα. Ωστόσο, ως περαιτέρω αναφέρεται, «δεν υπάρχει πλήρης νομοθεσία για τη βία κατά των γυναικών», οι οποίες έχουν να αντιμετωπίσουν το αποδυναμωμένο δικαστικό σύστημα καθώς και τη γενικότερη κουλτούρα σιωπής των θυμάτων και ατιμωρησίας. Επιπροσθέτως οι γυναίκες αυτές αντιμετωπίζουν δυσκολίες πρόσβασης στη δικαιοσύνη λόγω «υψηλού κόστους των δικαστικών διαδικασιών, του ανεπαρκούς αριθμού δικαστηρίων, της αντιληπτής αναποτελεσματικότητας και της διαφθοράς στο δικαστικό σύστημα».[26]
Προέχει εν προκειμένω η εξέταση αναφορικά με το προσφυγικό καθεστώς σε συνάρτηση με τις ως άνω παρατιθέμενες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής (ΠΧΚ).
Επί του νομικού πλαισίου παρεμβάλλω τα εξής.
Σύμφωνα με τα αρ.3 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 («ο Νόμος») και αρ.3 (5) του Κανονισμού 2024/1347/ΕΕ, ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται «[…] πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής […]».
Σύμφωνα δε με το αρ.3Γ του Νόμου και αντίστοιχα αρ.9 του Κανονισμού 2024/1347/ΕΕ, η πράξη δίωξης η οποία προκαλεί βάσιμο φόβο καταδίωξης θα πρέπει να «είναι αρκούντως σοβαρή λόγω της φύσης ή της επανάληψής της ώστε να συνιστά σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειδικά των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση βάσει του άρθρου 15 παράγραφος 2 της ευρωπαϊκής σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών· ή να αποτελεί σώρευση διαφόρων μέτρων συμπεριλαμβανομένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία να είναι αρκούντως σοβαρή ούτως ώστε να θίγεται ένα άτομο κατά τρόπο αντίστοιχο με τον αναφερόμενο στο στοιχείο».
Στην απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) στην υπ. αρ.C‑621/21, WS, ECLI:EU:C:2024:47, ημ.16/01/24, αναφέρονται τα εξής.
«48. Συναφώς, επισημαίνεται ότι, αφενός, το άρθρο 60, παράγραφος 1, της Συμβάσεως της Κωνσταντινούπολης ορίζει ότι η βασιζόμενη στο φύλο βία κατά των γυναικών πρέπει να αναγνωρισθεί ως μορφή δίωξης υπό την έννοια του άρθρου 1, τμήμα Α, παράγραφος 2, της Συμβάσεως της Γενεύης. Αφετέρου, το εν λόγω άρθρο 60, παράγραφος 2, επιβάλλει στα μέρη να διασφαλίζουν ότι καθένας από τους λόγους δίωξης που προβλέπονται στη Σύμβαση της Γενεύης πρέπει να ερμηνεύεται λαμβανομένου υπόψη του φύλου και ότι, οσάκις στοιχειοθετείται ότι ο φόβος δίωξης οφείλεται σε έναν ή περισσότερους από τους παραπάνω λόγους, πρέπει να χορηγείται στους αιτούντες άσυλο καθεστώς πρόσφυγα.
49. Δεύτερον, όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό μιας ομάδας ως «ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας», η οποία προβλέπεται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2011/95 και υπομνήσθηκε στη σκέψη 40 της παρούσας αποφάσεως, ήτοι το να έχουν τα μέλη της τουλάχιστον ένα από τα τρία αναγνωριστικά στοιχεία που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, επισημαίνεται ότι το ανήκειν στο γυναικείο φύλο συνιστά ένα εγγενές χαρακτηριστικό και, ως εκ τούτου, αρκεί για να μπορεί να γίνει δεκτό ότι πληρούται η εν λόγω προϋπόθεση.
50. Τούτο δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να μπορούν επίσης να θεωρηθούν ως μέλη «ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας», κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2011/95, γυναίκες οι οποίες έχουν ένα πρόσθετο κοινό χαρακτηριστικό όπως, επί παραδείγματι, ένα άλλο εγγενές χαρακτηριστικό ή κοινό ιστορικό παρελθόν το οποίο δεν μπορεί να μεταβληθεί, φερ’ ειπείν μια ιδιάζουσα οικογενειακή κατάσταση, ή ακόμη από κοινού χαρακτηριστικά ή πεποιθήσεις τόσο θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα ή τη συνείδηση ώστε να μην πρέπει οι γυναίκες αυτές να αναγκάζονται να τις αποκηρύξουν.
[…]
52. Τρίτον, όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό μιας ομάδας ως «ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας», η οποία σχετίζεται με την «ιδιαίτερη ταυτότητα» της ομάδας στη χώρα καταγωγής, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι είναι δυνατόν οι γυναίκες να γίνονται αντιληπτές με διαφορετικό τρόπο από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο και να αναγνωρισθεί, εξ αυτού του λόγου, ότι έχουν ιδιαίτερη ταυτότητα στον εν λόγω κοινωνικό χώρο, ιδίως λόγω των κοινωνικών, ηθικών ή νομικών κανόνων που επικρατούν στη χώρα καταγωγής τους.
53. Η δεύτερη αυτή προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό μιας ομάδας ως «ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας» πληρούται και στην περίπτωση γυναικών οι οποίες έχουν ένα πρόσθετο κοινό χαρακτηριστικό, όπως, παραδείγματος χάριν, ένα εξ αυτών που μνημονεύονται στις σκέψεις 50 και 51 της παρούσας αποφάσεως, όταν οι κοινωνικοί, ηθικοί ή νομικοί κανόνες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής τους έχουν ως συνέπεια να γίνονται οι γυναίκες αυτές αντιληπτές με διαφορετικό τρόπο από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο λόγω αυτού του κοινού τους χαρακτηριστικού.
54. Στο πλαίσιο αυτό, διευκρινίζεται ότι εναπόκειται στο οικείο κράτος μέλος να καθορίσει ποιος περιβάλλων κοινωνικός χώρος είναι κρίσιμος προκειμένου να εκτιμηθεί εάν υφίσταται ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα. Ο κοινωνικός χώρος δύναται να συμπίπτει με το σύνολο του εδάφους της τρίτης χώρας καταγωγής του αιτούντος διεθνή προστασία ή να μην είναι τόσο ευρύς, παραδείγματος χάριν μπορεί να περιορίζεται σε τμήμα του εδάφους της ή σε μέρος μόνον του πληθυσμού της.
[…]
56. Γεγονός παραμένει ότι το να υφίστανται κάποιου είδους διάκριση ή δίωξη πρόσωπα που έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό μπορεί να αποτελεί κρίσιμο στοιχείο όταν, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν πληρούται η δεύτερη προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό μιας ομάδας ως «ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας» που προβλέπεται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2011/95, πρέπει να διερευνηθεί εάν η επίμαχη ομάδα εμφανίζεται ως διακριτή ομάδα υπό το πρίσμα των κοινωνικών, ηθικών ή νομικών κανόνων που επικρατούν στην χώρα καταγωγής. Η ανωτέρω ερμηνεία επιρρωννύεται και από το σημείο 14 των κατευθυντήριων οδηγιών της HCR για τη διεθνή προστασία αριθ. 2, σχετικά με τη «συμμετοχή σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα» στα πλαίσια του άρθρου 1, τμήμα Α, παράγραφος 2, της Συμβάσεως της Γενεύης.
57. Ως εκ τούτου, μπορεί να θεωρηθεί ότι οι γυναίκες, στο σύνολό τους, έχουν την ιδιότητα μέλους «ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας», κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2011/95, οσάκις διαπιστώνεται ότι, λόγω του φύλου τους, εκτίθενται στη χώρα καταγωγής τους, σε σωματική ή ψυχική βία, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής και της ενδοοικογενειακής βίας.
[…]
60. Συναφώς, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 3, της οδηγίας, η εκτίμηση της βασιμότητας του φόβου του αιτούντος ότι θα υποστεί δίωξη πρέπει να γίνεται σε εξατομικευμένη βάση και κατά περίπτωση, με προσοχή και σύνεση, και να στηρίζεται μόνο σε συγκεκριμένη αξιολόγηση των γεγονότων και των περιστάσεων σύμφωνα με τους κανόνες όχι μόνον της παραγράφου 3 του εν λόγω άρθρου, αλλά και της παραγράφου 4 αυτού, προκειμένου να διερευνηθεί εάν οι στοιχειοθετημένες περιστάσεις συνιστούν ή όχι τέτοια απειλή, ώστε ο ενδιαφερόμενος να έχει βάσιμο φόβο, λαμβανομένων υπόψη των ατομικών περιστάσεών του, ότι θα υποστεί πράγματι πράξεις δίωξης εάν υποχρεωθεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του [πρβλ. απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2023, Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie (Πολιτικές πεποιθήσεις στο κράτος μέλος υποδοχής), C‑151/22, EU:C:2023:688, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
61. Προς τούτο, όπως επισημαίνεται στο σημείο 36, στοιχείο x, των κατευθυντήριων οδηγιών της HCR για τη διεθνή προστασία αριθ. 1, σχετικά με τα αιτήματα για την αναγνώριση του καθεστώτος πρόσφυγα που υποβάλλονται από γυναίκες θα πρέπει επίσης να συλλέγονται οι πληροφορίες που αφορούν τη χώρα καταγωγής τους και ειδικότερα τη θέση της γυναίκας ενώπιον του νόμου, τα πολιτικά δικαιώματα των γυναικών, τα οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματά τους, τα πολιτισμικά και κοινωνικά ήθη της χώρας και τις συνέπειες της παραβίασής τους, την επικράτηση παρόμοιων επιζήμιων παραδοσιακών πρακτικών, τη συχνότητα και τους τύπους της βίας που ασκείται σε βάρος των γυναικών, την προστασία που τους παρέχεται, την τιμωρία που προβλέπεται για τους αυτουργούς της βίας και τους κινδύνους που μπορεί να αντιμετωπίσει μια γυναίκα όταν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της μετά την υποβολή του αιτήματος.
62. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στα πρώτα τρία προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2011/95 έχει την έννοια ότι, ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής τους, μπορεί να θεωρηθεί ότι τόσο οι γυναίκες της χώρας αυτής στο σύνολό τους όσο και μικρότερες ομάδες γυναικών οι οποίες έχουν ένα πρόσθετο κοινό χαρακτηριστικό έχουν την ιδιότητα μέλους «ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας» αποτελούσα «λόγο δίωξης» ικανό να οδηγήσει στην αναγνώριση του καθεστώτος πρόσφυγα σε αυτές.
[…]
70. Με βάση τα ανωτέρω, στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2011/95 έχει την έννοια ότι, οσάκις ο αιτών ισχυρίζεται ότι έχει φόβο ότι θα υποστεί δίωξη από μη κρατικούς υπευθύνους στη χώρα καταγωγής του, δεν είναι απαραίτητο να διαπιστώνεται συσχετισμός μεταξύ ενός εκ των λόγων δίωξης που μνημονεύονται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας και των πράξεων δίωξης, εφόσον μπορεί να διαπιστωθεί τέτοιος συσχετισμός μεταξύ ενός εκ των λόγων δίωξης και της έλλειψης προστασίας κατά των πράξεων αυτών από μη κρατικούς υπευθύνους προστασίας κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας.»
Στην ανωτέρω απόφαση συνοψίζονται με ιδιαίτερη θεωρώ σαφήνεια οι παράμετροι που διέπουν την αναγνώριση του συνόλου ή και μιας κατηγορίας γυναικών, στο σύνολο μιας χώρας ή και μέρος αυτής, ως ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, κατά τα οριζόμενα στην οικεία νομοθεσία, που υφίστανται εύλογη πιθανότητα να υποστούν κατά την επιστροφή τους στη χώρα καταγωγής, είτε από συγκεκριμένη ομάδα, είτε από το σύνολο της κοινωνίας, πράξεις διώξεως, συμπεριλαμβανομένης της έμφυλης βίας, σεξουαλικής ή άλλης μορφής κακοποίησης, διακρίσεων και στερήσεων βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Σχετικά με τις πράξεις οι οποίες περιέχουν τον απαιτούμενο βαθμό σοβαρότητας ώστε να ισοδυναμούν με πράξεις διώξεως, στο εγχειρίδιο EASO «Προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας (οδηγία 2011/95/ΕΕ)», σελ.36 επ., αναφέρονται τα εξής:
«Από τη συλλογιστική του ΔΕΕ συνάγεται ότι παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τα οποία χωρεί παρέκκλιση, όπως τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στο άρθρο 7 του Χάρτη της ΕΕ/στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, πρέπει να υπερβαίνουν ένα υψηλότερο κατώτατο όριο σοβαρότητας, ενώ η παραβίαση δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση, μπορεί να συνιστά δίωξη λόγω της ίδιας της φύσης της πράξης.
[…]
Το κατά πόσον οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα τα οποία κατοχυρώνονται στον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη του 1961 (146) ή στο Διεθνές Σύμφωνο για τα οικονομικά, κοινωνικά και μορφωτικά δικαιώματα του 1966 (147) μπορούν να θεωρηθούν «βασικά» ανθρώπινα δικαιώματα εξαρτάται από τη δυνητική σοβαρότητα της επέμβασης στις βασικές συνθήκες διαβίωσης ενός προσώπου. Γενικά, τα οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα δεν πληρούν το κριτήριο δυνητικής σοβαρότητας συγκρίσιμης με παράβαση δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση.
[…]
Η έννοια της προσωπικής ακεραιότητας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, καθώς και ο τρόπος και ο βαθμός οποιασδήποτε βλάβης ή απειλής βλάβης που θίγει την ατομική κατάσταση του αιτούντος, συμπεριλαμβανομένων παραγόντων όπως το προσωπικό ιστορικό, το φύλο και η ηλικία, είναι στοιχεία λυσιτελή για την εκτίμηση αυτή (154). Η παραβίαση βασικού ανθρώπινου δικαιώματος μπορεί να χαρακτηρισθεί σοβαρή λόγω του ιδιαίτερου αντικτύπου της σε συγκεκριμένο αιτούντα.»
Κρίνω σκόπιμο να παρεμβάλω εδώ το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση μου στην προσφυγή αρ.929/22, B. D. M. ν Δημοκρατίας, ημ.26/01/24, επί όμοιων (όχι όμως και ταυτόσημων, ως θα εξηγήσω πιο κάτω) με τα εδώ δεδομένων:
«Στη βάση των ως άνω πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής, της σχετικής νομολογίας και βιβλιογραφίας και σε συνάρτηση με τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα και τις προσωπικές περιστάσεις της αιτήτριας είναι κατάληξη μου ότι οι ανύπαντρες γυναίκες με παιδί, χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο, πληρούν τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστούν ως ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα στη Κινσάσα, καθότι αυτά συνιστούν εγγενή χαρακτηριστικά, γίνεται αντιληπτή ως διαφορετική ομάδα από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο, ήτοι από τη τοπική κοινωνία, και υπόκεινται σε διακριτική μεταχείριση απ’ αυτή.
Τα χαρακτηριστικά τους αυτά τις εκθέτουν σε αυξημένο κίνδυνο και αποτελούν την αιτία σοβαρών παραβάσεων βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους όπως, μεταξύ άλλων, σεξουαλική βία και εκμετάλλευση, στέρηση από τη πρόσβαση σε κοινωνικές παροχές και στέγαση, σοβαρά προσκόμματα στη πρόσβαση τους στη δικαιοσύνη και βιοπορισμό, διακρίσεις με βάση το φύλο και τη κατάσταση τους, σωματική και ψυχολογική βία. Η δε ζωή τους βρίσκεται σε κίνδυνο εξαιτίας της ευαλωτότητας τους σε κοινούς εγκληματίες που φαίνεται να δρουν ανενόχλητοι και δεν παρέχεται έναντι των ως άνω ουσιαστική και αποτελεσματική προστασία από το κράτος. Σε ορισμένες δε περιπτώσεις δράστες των ως άνω είναι οι ίδιες οι αρχές, ενεργώντας υπό την επίσημη ιδιότητα τους.
Οι πράξεις αυτές ενέχουν αναμφισβήτητα το επίπεδο σοβαρότητας που απαιτείται ώστε να θεωρούνται πράξεις διώξεως καθώς πρόκειται για πράξεις κατά παράβαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση αλλά και παραβιάσεις που μπορούν να χαρακτηριστούν σοβαρής ένεκα του ιδιαίτερου αντίκτυπου που έχουν σε γυναίκα ανήκουσα στη συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα, εν προκειμένω η αιτήτρια.
Επιπροσθέτως των ως άνω, στη βάση και των όσων αναφέρονται στο απόσπασμα από το εγχειρίδιο του EASO που παραθέτω αμέσως πιο πάνω, εντοπίζω ότι στην περίπτωση της αιτήτριας συντρέχουν πρόσθετοι παράγοντες που αυξάνουν την ευαλωτότητα της και την εκθέτουν σε αυξημένο κίνδυνο από τη συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα που αναφέρω πιο πάνω, δεδομένου ότι πρόκειται για άτομο χωρίς εργασιακή εμπειρία, με σχετικά χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, η οποία μεγάλωσε με τη θεία της στην απουσία των γονέων της, έχει υποστεί σεξουαλική βία στο παρελθόν και έφυγε σε νεαρή ηλικία από τη χώρα καταγωγής (21 ετών).
Κατά δε των επαπειλούμενων πράξεων διώξεως δε φαίνεται να παρέχεται ουσιαστική, μη προσωρινή και αποτελεσματική προστασία από τις αρχές, δεδομένης της περιορισμένης ύπαρξης ή και ανυπαρξίας υποδομών κοινωνικής στήριξης, στέγασης και επανένταξης, κοινωνικών παροχών και προστασίας κατά της εγκληματικότητας, είτε δια της πρόληψης είτε καταστολής.
[…]
Τονίζω ότι η ως άνω κατάληξη μου δεν απολήγει στην άνευ ετέρου αποδοχή ότι κάθε ανύπαντρη μητέρα που επιστρέφει στη Κινσάσα δικαιούται διεθνούς προστασίας, καθότι, ως και στην ως άνω απόφαση του ΔΕΕ αναφέρεται, «[…] η εκτίμηση της βασιμότητας του φόβου του αιτούντος ότι θα υποστεί δίωξη πρέπει να γίνεται σε εξατομικευμένη βάση και κατά περίπτωση, με προσοχή και σύνεση, και να στηρίζεται μόνο σε συγκεκριμένη αξιολόγηση των γεγονότων και των περιστάσεων σύμφωνα με τους κανόνες όχι μόνον της παραγράφου 3 του εν λόγω άρθρου, αλλά και της παραγράφου 4 αυτού, προκειμένου να διερευνηθεί εάν οι στοιχειοθετημένες περιστάσεις συνιστούν ή όχι τέτοια απειλή, ώστε ο ενδιαφερόμενος να έχει βάσιμο φόβο, λαμβανομένων υπόψη των ατομικών περιστάσεών του, ότι θα υποστεί πράγματι πράξεις δίωξης εάν υποχρεωθεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του.»»
Επανερχόμενος στα ενώπιον μου στοιχεία που αφορούν την παρούσα εντοπίζω τις εξής, σημαντικές θεωρώ, διαφορές από την ως άνω περίπτωση. Εν προκειμένω η αιτήτρια 1 έχει πανεπιστημιακή μόρφωση (και τίτλο master), πλούσια εργασιακή εμπειρία τόσο στην Κινσάσα όσο και στο Lubumbashi (τελευταίος τόπος διαμονής της), είναι ώριμης σήμερα ηλικίας (περί των 37 ετών) και δεν έχει δεχθεί στο παρελθόν πράξεις βίας ή διακρίσεις ή και άλλης μορφής (ψυχολογική ή και σωματική) βία, δεδομένου του ότι το αφήγημα της έχει απορριφθεί (άλλωστε ουδείς ισχυρισμός υπάρχει από την ίδια που να αφορά ή και να συνδέεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο με την ιδιότητα της ως γυναίκα ή και συμπεριφορά που να σχετίζεται μ’ αυτό, παρά μόνο σχετίζονται τα όσα ανέφερε με κατ’ ισχυρισμό πράξεις της μητέρας του συντρόφου της - η οποία είναι γυναίκα - και τα οποία έχουν απορριφθεί ως αναξιόπιστα). Περαιτέρω, ως προκύπτει από τα λεγόμενα της αιτήτριας, ήταν σε θέση να αυτοσυντηρείται και να εξασφαλίζει τα αναγκαία χρειώδη (για την ίδια και για το τέκνο αυτής και ουδέν ανέφερε περί του αντιθέτου). Στο Lubumbashi διαθέτει δε οικογενειακό δίκτυο, τη θεία της, με την οποία διατηρεί επικοινωνία μέχρι σήμερα, η οποία μένει εκεί με τον σύζυγο και τα 5 παιδιά της (ερ.43 – 3Χ, 7Χ). Θα πρέπει δε άλλωστε να υπομνησθεί ότι ουδεμία αναφορά γίνεται από την ίδια, όταν ρωτήθηκε προς τούτο, που να σχετίζεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο με τις συνθήκες επιστροφής της ή την μεταχείριση της (ιδίας και του τέκνου αυτής) από το κοινωνικό σύνολο ή τις Αρχές, ανέφερε δε ότι δεν γνωρίζει τι θα της συμβεί και ότι προτιμά, λόγω κακών αναμνήσεων από την Κινσάσα, να μείνει σε άλλο μέρος της ΛΔΚ, χωρίς εντούτοις να εκφράζει κάποιο φόβο (δίωξης ή και σοβαρής βλάβης) σε περίπτωση επιστροφής της (πέραν όσων συνδέονται με την μητέρα του συντρόφου της, τα οποία απορρίφθηκαν ως αναξιόπιστα).
Όλα τα ως άνω συνηγορούν υπέρ του ότι, αφενός, δεδομένου του προφίλ της, δεν μπορεί η αιτήτρια να υπαχθεί στην ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα των γυναικών χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο, καθώς αφενός δεν στερούνται οι αιτήτριες υποστηρικτικού δικτύου (θείος/θεία) και αφετέρου δεν εντοπίζονται εδώ πρόσθετα στοιχεία ευαλωτότητας. Σημειώνω ότι, ως στην WS (ΔΕΕ, ανωτέρω) εξηγείται, η εξέταση προς τούτο «γίνεται σε εξατομικευμένη βάση και κατά περίπτωση, με προσοχή και σύνεση, […] προκειμένου να διερευνηθεί εάν οι στοιχειοθετημένες περιστάσεις συνιστούν ή όχι τέτοια απειλή, ώστε ο ενδιαφερόμενος να έχει βάσιμο φόβο, λαμβανομένων υπόψη των ατομικών περιστάσεών του, ότι θα υποστεί πράγματι πράξεις δίωξης εάν υποχρεωθεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του». Είναι δε εκ τούτου σαφές – θεωρώ – ότι εκάστη περίπτωση εξετάζεται υπό το φως των δικών της περιστάσεων και, περαιτέρω, ότι οι ανάγκες παροχής διεθνούς προστασίας δεν εξετάζονται κατ’ αφηρημένο τρόπο (in abstracto), αλλά σε συνάρτηση με τους (αποδεκτούς) ισχυρισμούς τους οποίους ένας αιτητής (εδώ αιτήτριες) παραθέτουν, λαμβανομένων υπόψη βεβαίως και των σχετικών ΠΧΚ.
Είναι λοιπόν εκ των ως άνω κατάληξη μου ότι, παρότι – αναμφισβήτητα – σε γενικότερο πλαίσιο, οι γυναίκες (χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο) στη ΛΔΚ υφίστανται κίνδυνο δίωξης ή και σοβαρής βλάβης (έχω δε άλλωστε δεχθεί, στα πλαίσια της πιο πάνω απόφασης μου ότι γυναίκες με ή χωρίς παιδί, χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο και έχουσες πρόσθετα στοιχεία ευαλωτότητας δύναται να συνιστούν μέλη ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας με υψηλό κίνδυνο δίωξης), εν προκειμένω, εκ των ενώπιον μου στοιχείων, δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα οι αιτήτρια 1 να υποστεί τέτοιο κίνδυνο στην επιστροφή της (μαζί με το ανήλικο τέκνο της, αιτήτρια 2), είτε που να συνδέεται με την ιδιότητα μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας (προσφυγικό) είτε άλλως πως (συμπληρωματική προστασία).
Σε συνέχεια των όσων πιο πάνω εξηγώ και αποτιμώντας τα στοιχεία που αφορούν την αιτήτρια 1 (και, κατ’ επέκταση, την αιτήτρια 2) καταλήγω ότι εν προκειμένω τα δεδομένα συνηγορούν υπέρ του ότι η αιτήτρια 1 (μαζί με το ανήλικο τέκνο της, αιτήτρια 2) διατηρούν εύλογες πιθανότητες να εξασφαλίσουν προσωρινή - έστω - στέγαση και στήριξη και η δε αιτήτρια 1 διατηρεί τη δυνατότητα να εξασφαλίσει επαρκή βιοπορισμό στο Lubumbashi, τα οποία με τη σειρά τους δεικνύουν ότι οι όποιες δυσκολίες ήθελε αντιμετωπίσουν δεν θα καθιστούσαν τη ζωή τους ανυπόφορη και δεν θα τις εξέθεταν, σε κάθε περίπτωση, σε κινδύνους που υπερβαίνουν τον κίνδυνο που αντιμετωπίζει ο τοπικός πληθυσμός στην καθημερινότητα του. Σημειώνω ότι, ως και στην αιτιολογική σκέψη 35 της Οδ.2011/95/ΕΕ αναφέρεται, «[οι] κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη.».
Παρεμβάλλω εδώ και τα εξής αναφορικά με τις συνθήκες επιστροφής στη ΛΔΚ, σε σχέση με το αρ.3 της ΕΣΔΑ.
Η έκταση και εύρος προστασίας που παρέχεται από την αρχή της μη επαναπροώθησης, ως κατοχυρώνεται στο αρ.3 της ΕΣΔΑ, έχει πολλάκις απασχολήσει τη νομολογία του ΕΔΑΔ, που στην M.S.S. v Belgium & Greece, app. No.30696/09, ημ.21/01/11, παρ.263, συνδέει την παράβαση του αρ.3 με την εκεί διαπιστούμενη παντελή απουσία προοπτικών βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης του αιτητή, καταλήγοντας στα εξής:
«In the light of the above and in view of the obligations incumbent on the Greek authorities under the Reception Directive (see paragraph 84 above), the Court considers that the Greek authorities have not had due regard to the applicant’s vulnerability as an asylum-seeker and must be held responsible, because of their inaction, for the situation in which he has found himself for several months, living on the street, with no resources or access to sanitary facilities, and without any means of providing for his essential needs. The Court considers that the applicant has been the victim of humiliating treatment showing a lack of respect for his dignity and that this situation has, without doubt, aroused in him feelings of fear, anguish or inferiority capable of inducing desperation. It considers that such living conditions, combined with the prolonged uncertainty in which he has remained and the total lack of any prospects of his situation improving, have attained the level of severity required to fall within the scope of Article 3 of the Convention. »
Λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων των αιτητριών (ως πιο πάνω καταγράφονται) είναι κατάληξη μου περαιτέρω ότι δεν αναμένεται αυτές, σε περίπτωση επιστροφής του στον τόπο διαμονής τους (Lubumbashi) να παραμείνουν χωρίς πιθανότητες βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης τους στο άμεσα προβλέψιμο μέλλον, ως στην ως άνω αυθεντία του ΕΔΑΔ περιγράφονται και συνεπώς δεν θεωρώ ότι τίθεται ζήτημα επαναπροώθησης.
Αναφορικά τώρα με τους ισχυρισμούς οι οποίοι άπτονται του βέλτιστου συμφέροντος της ανήλικής κόρης της αιτήτριας 1 (αιτήτριας 2) παρατηρώ πως, παρότι γίνεται ακροθιγώς αναφορά στην έκθεση περί του ότι η αιτήτρια 1 είναι «νεαρή μονογονίος και ανύπαντρη μητέρα» (ερ.103) και το ότι έγινε εξέταση του στοιχείου αυτού στα πλαίσια του προφίλ της αιτήτριας 1, ουδεμία κατ’ ουσία εξέταση έγινε από τους καθ’ ων η αίτηση στα πλαίσια της επίδικης αίτησης αναφορικά με το ίδιο το ανήλικο τέκνο αυτής (αιτήτρια 2). Λεχθέντος τούτου θα πρέπει βεβαίως να τονισθεί ότι η εξέταση του βέλτιστου συμφέροντος ενός ανηλίκου, ιδίως δε σε περιπτώσεις όπου ουδείς συγκεκριμένος ισχυρισμός αναφέρεται που σχετίζεται με τούτο, δεν αφορά συγκριτική επισκόπηση των συνθηκών διαβίωσης στη χώρα όπου θα απομακρυνθεί και της Δημοκρατίας (in abstracto), σύγκριση εκ της οποίας, πιθανόν – στις πλείστες των περιπτώσεων - θα προκύπτει ότι οι συνθήκες στη Δημοκρατία είναι, κατά λίγο ή και πολύ, ουσιωδώς καλύτερες. Ούτε μπορεί επίσης να αφορά την εξέταση επί πάσης πτυχής του επιπέδου διαβίωσης, αλλά μόνο σε συνάρτηση με τους προβαλλόμενους από τον εκάστοτε αιτητή ισχυρισμούς και προς διαπίστωση του αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις μιας των εκ του Νόμου πτυχών διεθνούς προστασίας, ήτοι προσφυγικού καθεστώτος, συμπληρωματικής προστασίας και προστασίας από την επαναπροώθηση, που δεν υφίσταται εν προκειμένω.
Σε συνέχεια των ως άνω, ανατρέχοντας στην αγόρευση των αιτητριών παρατηρώ ότι επί του ζητήματος του βέλτιστου συμφέροντος της αιτήτριας 2 παρατίθενται ΠΧΚ οι οποίες αφορούν κυρίως τις περιοχές της ΛΔΚ όπου υφίσταται ένοπλη σύγκρουση (Ituri, Kasai, Kivu – βλ. σελ.11-13 αγόρευσης). Τα δε παρατιθέμενα εκεί αποσπάσματα από τις Κατευθυντήριες Οδηγίες [27] για Εξέταση των Αιτημάτων Ασύλου των Παιδιών (UNHCR) δεν ανατρέπουν τις ως άνω διαπιστώσεις ότι, δεδομένου του ότι εν προκειμένω ουδείς συγκεκριμένος που άπτεται του βέλτιστου συμφέροντος της αιτήτριας 2 προωθείται, εκ του οποίου να αποκαλύπτεται ότι έχει υποστεί ή ότι υφίσταται εύλογη πιθανότητα να υποστεί κατά την επιστροφή της πράξη δίωξης ή και σοβαρής βλάβης, στη βάση και των όσων στις ως άνω Κατευθυντήριες Οδηγίες αναφέρονται ως τέτοιες. Άλλωστε η ίδια η μητέρα της αιτήτριας 2 (η αιτήτρια 1) ουδέν φόβο ή ανησυχία εκφράζει ως προς την κόρη της. Ουδέν μπορεί λοιπόν εδώ να λεχθεί σε γενικότερο επίπεδο και ουδεμία πληροφορία ή και ισχυρισμός έχει τεθεί ενώπιον μου που να επιτρέπει συμπέρασμα ότι υφίσταται, σε εύλογο βαθμό πιθανότητας, συγκεκριμένο κίνδυνο η αιτήτρια 2 κατά την επιστροφή της, ή ότι θα στερηθεί των δικαιωμάτων της ως παιδί.
Ας σημειωθεί δε ότι στο εγχειρίδιο «Προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας (οδηγία 2011/95/ΕΕ)» (EASO), αναφέρονται τα εξής σχετικά με το απαιτούμενο επίπεδο απόδειξης προκειμένου ο φόβος δίωξης (ή σοβαρής βλάβης) να θεωρείται βάσιμος:
«Ο φόβος θεωρείται βάσιμος, εάν διαπιστώνεται ότι υπάρχει «εύλογη» πιθανότητα να υλοποιηθεί στο μέλλον (493). Για τη διαπίστωση αυτή, είναι απαραίτητο να αξιολογούνται οι δηλώσεις του αιτούντος υπό το πρίσμα όλων των σχετικών περιστάσεων της υπόθεσης [άρθρο 4 παράγραφος 3 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση)] και να ελέγχονται οι περιστάσεις που επικρατούν στη χώρα καταγωγής του, καθώς και η συμπεριφορά των υπευθύνων δίωξης (494). Επομένως, η διαπίστωση του βάσιμου φόβου συνδέεται στενά με το καθήκον της αξιολόγησης των αποδεικτικών στοιχείων και της αξιοπιστίας που διέπεται πρωτίστως από το άρθρο 4 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση). […]
[Παρ.1.9.1.2., σελ.93]
Επομένως, το κριτήριο του «βάσιμου φόβου» σημαίνει ότι, παρότι η απλή ή απομακρυσμένη πιθανότητα δίωξης αποτελεί ανεπαρκή κίνδυνο για να αποδειχθεί βάσιμος φόβος, ο αιτών δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι η πιθανότητα να υποστεί δίωξη υπερβαίνει το 50 % (516).»
Στο ίδιο εγχειρίδιο, σελ.94, παρ.1.9.2., αναφέρεται ότι «δεν υπάρχει προϋπόθεση προγενέστερης δίωξης, αλλά οι αποδείξεις προγενέστερης δίωξης αποτελούν σοβαρή ένδειξη του βάσιμου φόβου δίωξης του αιτούντος, εκτός εάν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για να θεωρηθεί ότι η εν λόγω δίωξη δεν θα επαναληφθεί.»
Το ως άνω επίπεδο απόδειξης δεν πληρούται εν προκειμένω, δεδομένου του ότι, ως στο πιο πάνω απόσπασμα εξηγείται, «η απλή ή απομακρυσμένη πιθανότητα δίωξης αποτελεί ανεπαρκή κίνδυνο για να αποδειχθεί βάσιμος φόβος» και εφόσον οι ίδιες οι αιτήτριες ουδέν συγκεκριμένο (αποδεκτό) ισχυρισμό αναφέρουν που να δεικνύει προηγούμενη ή επαπειλούμενη δίωξη ή και σοβαρή βλάβη στο μέλλον σε σχέση μ’ αυτές. Ας σημειωθεί εδώ και το ότι η αιτήτρια 1, ως ορφανή από μικρή ηλικία, κατάφερε να σπουδάσει και να βιοποριστεί και ουδεμία αμφιβολία εξέφρασε για το μέλλον του παιδιού της, παρότι της δόθηκε δεόντως η ευκαιρία και καταχώρησε στα πλαίσια της παρούσης περαιτέρω μαρτυρία (ΕΔ - Παράρτημα Γ της Προσφυγής), το περιεχόμενο της οποίας εξετάστηκε ανωτέρω.
Λεχθέντων των ως άνω, δεδομένου του ότι – στη βάση της δικαιοπλαστικής εξουσίας του Δικαστηρίου – έχει προηγηθεί ανωτέρω η εξέταση επί πάσης πτυχής της επίδικης αίτησης καθίσταται αλυσιτελής η ενασχόληση με την όποια πλημμέλεια της επίδικης διαδικασίας.
Έπεται ότι οι αιτήτριες δεν κατάφεραν να τεκμηριώσουν βάσιμο φόβο «καταδίωξης [τους] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν [επιστρέψουν] στη χώρα ιθαγένειάς [τους], θα [αντιμετωπίσουν] πραγματικό κίνδυνο να [υποστούν] σοβαρή βλάβη», ως οι έννοιες αυτές ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου [αντίστοιχα αρ.3 (5) και (6) του Κανονισμού 2024/1347/ΕΕ]. Δεδομένων δε των ως άνω διαπιστώσεων μου δεν θεωρώ ότι τυχόν επιστροφή τους συνιστά επαναπροώθηση ή ότι πλήττει τα βέλτιστα συμφέροντα της αιτήτριας 2.
Ουδέν προσκομίστηκε στα πλαίσια της παρούσης που να ανατρέπει τα ως άνω.
Η προσφυγή απορρίπτεται.
Δεδομένων των πλημμελειών οι οποίες εντοπίστηκαν στην επίδικη έκθεση, ήτοι της μη πλήρους αξιολόγησης των ενώπιον των καθ’ ων στοιχείων που αφορούν την αιτήτρια 2 και του ότι ορίστηκε λανθασμένα ως τόπος διαμονής των αιτητριών η Κινσάσα αντί του Lubumbashi, οι οποίες, παρότι δεν είναι ικανές - δεδομένης της εξ υπαρχής εξέτασης που διενεργήθηκε στα πλαίσια της παρούσης - να ανατρέψουν το τελικό αποτέλεσμα ότι δεν υφίστανται εδώ ανάγκες διεθνούς προστασίας, καταδεικνύουν πλημμελή έρευνα και μη επαρκή αιτιολόγηση της επίδικης απόφασης, δεν επιδικάζονται έξοδα.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, 13 April 2021, διαθέσιμο σε www.rulac.org/news/drc-a-new-conflict-in-ituri-involving-the-cooperative-for-development-of-th, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/07/2024)
[2] ACLED, ACLED Explorer – Democratic Republic of Congo (All events, Past Year), Latest update: 16/10/2026, https://apps.acleddata.com/newexplorer/?time=year&type=events&disorder=all#/country/180 [ημερ. πρόσβασης 21/10/2026]
[3] ACLED, ACLED Explorer – Democratic Republic of Congo (All fatalities, Past Year), Latest update: 16/10/2026, https://apps.acleddata.com/newexplorer/?time=year&type=fatalities&disorder=all#/country/180 [ημερ. πρόσβασης 21/10/2026]
[4] City Population, Democratic Republic of the Congo: Provinces - Haut-Katanga province, 19/10/2020, https://www.citypopulation.de/en/drcongo/cities/ [ημερ. πρόσβασης 21/10/2026]
[5] ACLED, ACLED Explorer – Democratic Republic of Congo (All events, Past Year), Latest update: 16/10/2026, https://apps.acleddata.com/newexplorer/?time=year&type=events&disorder=all#/country/180 (map with events) [πρόσβαση 21/10/2026]
[6] ACLED, ACLED Explorer – Democratic Republic of Congo (All fatalities, Past Year), Latest update: 16/10/2026, https://apps.acleddata.com/newexplorer/?time=year&type=fatalities&disorder=all#/country/180 (map with fatalities) [πρόσβαση 21/10/2026]
[7] World Population Review, Cities in DR Congo: Lubumbashi, [2026], https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/lubumbashi [ημερ. πρόσβασης 21/10/2026]
[8] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
[9] ACCORD – Austrian Centre for Country of Origin & Asylum Research and Documentation: Anfragebeantwortung zu DR Kongo: Situation alleinstehender Frauen mit Kindern, insbesondere im Hinblick auf Arbeitsmarkt, Wohnversorgung und Sozialhilfe [a-11424], 25 November 2020
https://www.ecoi.net/en/document/2043986.html (ημ. πρόσβασης 19/07/23)
[10] Swiss State Secretatiat (SEM), Focus RD Congo; Situation des femmes seules à Kinshasa, 15 January 2016, σελ. 16, https://www.ecoi.net/en/document/1102702.html (ημ. πρόσβασης 22/03/23)
[11] The Danish Immigration Service, ‘Democratic Republic of the Congo: Socioeconomic conditions in Kinshasa’, October 2022, https://coi.euaa.europa.eu/administration/denmark/PLib/notat-drc-kinshasa.pdf σελ. 29 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19/07/2023)
[12] The Danish Immigration Service, ‘Democratic Republic of the Congo: Socioeconomic conditions in Kinshasa’, October 2022, Annex 2: Interview notes, An international humanitarian organisation in the Democratic Republic of Congo (DRC) Skype-interview, 29 July 2022, https://coi.euaa.europa.eu/administration/denmark/PLib/notat-drc-kinshasa.pdf παρα. 11, σελ. 41 (ημ. πρόσβασης 19/07/2023)
[13] Switzerland, State Secretariat for Migration (SEM) Focus RD Congo : Situation des femmes seules à Kinshasa, 15 January 2016 available at : https://www.sem.admin.ch/dam/data/sem/internationales/herkunftslaender/afrika/cod/COD-alleinst-frauen-f.pdf σελ. 17-18
[14] L’Avenir, Suzy Kibira Omari “Se muer en association partagée pour pallier aux besoins du ménage : une solution pour les femmes sans époux.”,
[15] IRB – Immigration and Refugee Board of Canada (Author): Democratic Republic of Congo: Ability to resettle in Kinshasa, particularly for women without male support, including access to housing, jobs and public services (2016-August 2019) [COD106311.FE], 3 September 2019 https://www.ecoi.net/en/document/2028574.html
[16] FIDH (2019), ‘Five priorities for a State that respects human rights’, σελ.13, διαθέσιμο στο: fidh_drc_five_priorities_for_a_state_that_respects_human_rights_march2019.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22/03/2023); UNDP, ‘Human Development Indices and Indicators: 2021 Statistical Update, Briefing note for countries on the 2021 Statistical Update, Congo (Democratic Republic of the)΄, διαθέσιμο στο Gender Inequality Index | Human Development Reports (undp.org) (πρόσβαση 19/07/2023)
[17] DIS, 'Democratic Republic of the Congo- Socioeconomic Conditions in Kinshasa' (2022), 48 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf (ημ. πρόσβασης 19/07/2023)
[18] DIS, 'Democratic Republic of the Congo- Socioeconomic Conditions in Kinshasa' (2022), 48 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf σελ. 17 (ημ. πρόσβασης 19/07/2023)
[19] The World Bank, Democratic Republic of Congo Systematic Country Diagnostic, Policy Priorities for Poverty Reduction and Shared Prosperity in a Post-Conflict Country and Fragile State, March 2018, https://openknowledge.worldbank.org/bitstream/handle/10986/30057/DRC-SCD-FINAL-ENGLISH-06132018.pdf?sequence=1&isAllowed=y σελ. 1 (ημ. πρόσβασης 19/07/2023)
[20] DIS – Danish Immigration Service (Author): Democratic Republic of the Congo; Socioeconomic conditions in Kinshasa , October 2022 https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf σελ. 48-49 (ημ. πρόσβασης 21/07/23)
[21] BTI 2026 Country Report, Bertelsmann Stiftung’s Transformation Index (BTI) 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_COD.pdf
[22] UNFPA DRC, Gender Based Violence in the Democratic Republic of the Congo : Key Facts and Priorities of humanitarian actors, 2019: https://www.humanitarianresponse.info/sites/www.humanitarianresponse.info/files/documents/files/endsgbvoslo_advocacy_note_may2019.pdf (ημ. πρόσβασης 19/07/23)
[23] Ό.π..
[24] Ό.π..
[25] Ό.π..
[26] OECD, SIGI - Social Institutions & Gender Index 2019 - Democratic Republic of the Congo, December 2018, διαθέσιμο σε https://www.genderindex.org/wp-content/uploads/files/datasheets/2019/CD.pdf, p. 3, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19/07/2023)
[27] Guidelines on International Protection No. 8: Child Asylum Claims under Articles 1(A)2 and 1(F) of the 1951 Convention and/or 1967 Protocol relating to the Status of Refugees - https://www.refworld.org/policy/legalguidance/unhcr/2009/en/71246?lang=el
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο