ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.4847/23
27 Οκτωβρίου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
S. Μ. Ι. Α.
Αιτητής
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κα Νατ. Χαραλαμπίδου, Δικηγόρος για τον αιτητή
Κα Κ. Σάββα, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.21/12/23, η οποία του κοινοποιήθηκε αυθημερόν και δια της οποίας απορρίφθηκε η ιεραρχική προσφυγή, ως άκυρης, παράνομης, και στερούμενης νομικού αποτελέσματος.
Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, ο αιτητής κατάγεται από την Αίγυπτο, εισήλθε στη Δημοκρατία νομίμως, με άδεια εργασίας, στις 03/01/10 και, μετά που έληξε η άδεια διαμονής του, εντοπίστηκε, τέθηκε υπό κράτηση και εκδόθηκαν εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης στις 28/03/15, υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στις 08/07/15 (ερ.1-3, 11-13, 22, 29).
Στις 20/07/15, 22/07/15 και 16/08/18 διεξήχθησαν συνεντεύξεις με τον αιτητή από την Υπηρεσία Ασύλου προς εξέταση του αιτήματός για διεθνή προστασία όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.14-22, 23-28, 38-56). Ακολούθως ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση (ερ.63-69) και στις 14/11/18 απορρίφθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας. Μετά ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, που επιδόθηκε διά χειρός στις 19/11/18, κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου της (ερ.70-71).
Στις 20/11/18 ο αιτητής υπέβαλε κατά της ως άνω απόφασης της Υπηρεσίας ιεραρχική προσφυγή, στα πλαίσια της οποίας ο αιτητής κλήθηκε να υποβάλει περαιτέρω στοιχεία, αν υπήρχαν, και ακολούθως κλήθηκε σε συνέντευξη στις 22/09/23, όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει (εκ νέου) τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.89-90, 91-100). Ακολούθως ετοιμάστηκε έκθεση επί της ιεραρχικής του προσφυγής (ερ.135-149), η ιεραρχική του προσφυγή απορρίφθηκε στις 29/09/23 και προς του επεδόθη στον αιτητή ενημερωτική επιστολή ημ.21/12/23, που του μεταφράστηκε στην μητρική του γλώσσα κατά τη λήψη (ερ.151).
Επιγραμματικά οι ισχυρισμοί του αιτητή είναι οι ακόλουθοι.
Στην αρχική του αίτηση ασύλου ο αιτητής καταγράφει ότι «[έχει] πρόβλημα εκδίκησης μεταξύ της οικογένειας [του] και άλλης οικογένειας […] δεν [έχει] ασφάλεια καθημερινά» και ότι «αν [πάει] πίσω στη χώρα [του] η ζωή [του] θα βρίσκεται σε κίνδυνο».
Σημειώνω ότι δεδομένου ότι η εδώ προσβαλλόμενη απόφαση επί της επίδικης ιεραρχικής προσφυγής συνίσταται σε επανεξέταση απόφασης επί της αρχικής αιτήσεως ασύλου των καθ’ ων η αίτηση, στα πλαίσια της οποίας διαπιστώθηκε ότι η συνέντευξη και απόφαση επί της αρχικής αιτήσεως «πάσχει λόγω λανθασμένης διερεύνησης και ανάλυσης των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών» και γι’ αυτό «κρίθηκε σκόπιμη η διεξαγωγή νέας προσωπικής συνέντευξης», η οποία – ορθώς – αναφέρεται ως «νέα συμπληρωματικώς διενεργηθείσα» (ερ.144-146). Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι, ως θα εξηγήσω και πιο κάτω, η συνέντευξη που έγινε στα πλαίσια της επίδικης ιεραρχικής προσφυγής είναι, ως και οι καθ’ ων η αίτηση την χαρακτηρίζουν, συμπληρωματική και θα πρέπει δε να αξιολογηθεί υπό το φως όλων των προηγουμένως λεχθέντων του αιτητή (στις προηγηθείσες συνεντεύξεις).
Παραθέτω τους ισχυρισμούς του αιτητή.
Ως σημειωθεί κατ’ αρχή ότι ο αιτητής είναι άγαμος και άτεκνος, έχει αποφοιτήσει από βιομηχανική σχολή, γεννήθηκε και έμενε μέχρι 12 ετών στο κυβερνείο Faiyum, στην πόλη Sinnuris (και χωριό Ιbhit), μετά έμενε και εργαζόταν σε διάφορα μέρη, κυρίως στο Κάιρο, όπου διέμενε για 20 έτη και ήταν και ο τελευταίος τόπος διαμονής του προτού φύγει από την Αίγυπτο (επί τούτου θα επανέλθω πιο κάτω), ο πατέρας του απεβίωσε, η δε μητέρα, οι δύο αδελφοί και οι 4 αδελφές του διαμένουν σε χωριό στο κυβερνείο Faiyum (βλ. ερ.19, 44, 45, 50, 51, 52, 54).
Πέραν των ως άνω κοινός παρονομαστής όλων των ισχυρισμών του αιτητή είναι το ότι ο ίδιος είχε δεσμό με μια κοπέλα, με την οποία χώρισε. Μετά τον χωρισμό ξέσπασε βεντέτα μεταξύ των οικογενειών (του αιτητή και της κοπέλας) για λόγους τιμής, με αποτέλεσμα τις συχνές διαμάχες μεταξύ των δύο οικογενειών, σε μια εκ των οποίων ο αιτητής δέχθηκε κτυπήματα στο πρόσωπο και νοσηλεύτηκε για 5-6 μέρες το 2007 και λίγο αργότερα, περί το 2008, σε ένα καυγά μεταξύ των δύο οικογενειών, σκοτώθηκε μέλος της οικογένειας της κοπέλας του αιτητή και έκτοτε ο αιτητής αναζητείται από την οικογένεια της κοπέλας για λόγους εκδίκησης για τον θάνατο αυτό.
Δεδομένου ότι η επίδικη αφορά απόφαση επί ιεραρχικής προσφυγής, η οποία, ως τέτοια, υποκαθιστά την αρχική απόφαση επί της αιτήσεως ασύλου που προηγήθηκε, στα πλαίσια δε της οποίας έγινε εκ νέου εξέταση των ισχυρισμών του αιτητή και νέα συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης, δεν κρίνω σκόπιμο να επεκταθώ στους ισχυρισμούς του αιτητή κατά τις 3 προηγηθείσες συνεντεύξεις (που έγιναν στα πλαίσια εξέτασης της αρχικής αιτήσεως του).
Στα πλαίσια της επίδικης απόφασης (επί της ιεραρχικής προσφυγής), οι καθ’ ων η αίτηση σχημάτισαν 3 ουσιώδεις ισχυρισμούς, ήτοι το προφίλ και τόπο διαμονής του αιτητή, το ότι αυτός ενεπλάκη σε οικογενειακή βεντέτα μετά που χώρισε το 2007 με την κοπέλα του και το ότι σε μια διαμάχη μεταξύ των δύο οικογενειών τραυματίστηκε θανάσιμα μέλος της οικογένειας της κοπέλας, τους οποίους αποδέχθηκαν ως αξιόπιστους, αφού, ως κρίθηκε, διατηρούσαν εσωτερική και εξωτερική συνοχή. Στα πλαίσια δε της αξιολόγησης κινδύνου, κατέληξαν ότι υφίσταται κίνδυνος σοβαρής βλάβης (δεδομένου του ότι, ως είχε κριθεί, ο αιτητής υπέστη στο παρελθόν βλάβη της υγείας του, σε επίθεση που δέχθηκε στα πλαίσια της βεντέτας), όμως – δεδομένου και ότι ο αιτητής διέμενε περί τα 20 χρόνια στο Κάιρο – κρίθηκε ότι υπάρχει δυνατότητα (και είναι ευλόγως αναμενόμενο) να μετεγκατασταθεί εκεί, όπου δεν υφίσταται κίνδυνος γι’ αυτόν, εφόσον – ως κρίθηκε - το φαινόμενο της λεγόμενης βεντέτας αίματος (blood feud) περιορίζεται στις αγροτικές περιοχές της Άνω Αιγύπτου και περαιτέρω, ως κρίθηκε, αναμένεται να έχει προστασία από τις Αρχές στην πόλη αυτή (ή και σε άλλα μεγάλα αστικά κέντρα). Σημειώθηκε δε ότι οι αιτιάσεις του αιτητή περί του ότι δεν θα μπορεί να επισκεφτεί την μητέρα του δεν θα μπορούσαν να διαφοροποιήσουν την κατάληξη τους, αφού, σε κάθε περίπτωση, ως αναφέρεται στην επίδικη έκθεση, ο αιτητής – ακόμα και αν του χορηγείτο προστασία – δεν θα είχε αυτή τη δυνατότητα. Σημειώθηκε τέλος ότι η Αίγυπτος έχει καθοριστεί ως ασφαλής χώρα ιθαγενείας.
Ερχόμενος τώρα στην παρούσα διαδικασία σημειώνω τα εξής.
Στην προσφυγή η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή καταγράφει αρκετά νομικά σημεία, εκ των οποίων αναπτύσσονται στην αγόρευση που ακολούθησε.
Στη γραπτή της αγόρευση, κατόπιν παραπομπών στην οικεία νομοθεσία και νομολογία και ιδιαίτερα εκτεταμένων αποσπασμάτων από τα λεγόμενα του αιτητή στην επίδικη εδώ διαδικασία, η συνήγορος του εισηγείται ότι δεν έγινε εν προκειμένω δέουσα έρευνα επί των όσων ανέφερε, που – ως αναφέρει – διατηρούν συνοχή και συνάδουν με διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ) και καταδεικνύουν, ως περαιτέρω αναφέρει, ότι διατρέχει κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής του και δια τούτο ο αιτητής «έχει αποδείξει δικαιολογημένο φόβο δίωξης» (σελ.11 αγόρευσης). Αναφέρει δε ότι η επίδικη απόφαση στερείται αιτιολογίας και περαιτέρω εισηγείται ότι τίθεται ζήτημα αναρμοδιότητας, καθώς «το πρόσωπο που έλαβε την αρχική απόφαση παραμένει άγνωστο» (σελ.16 αγόρευσης), ισχυρισμός που αφορά την απόφαση επί της αρχικής αιτήσεως ασύλου, ημ.14/11/18 (ερ.69), και γι’ αυτό – δεδομένου, ως εισηγείται, του ότι απόφαση ημ.14/11/18 «έχει απορροφηθεί και/ή ενσωματωθεί στην προσβαλλόμενη πράξη» (σελ.16 αγόρευσης), επιμολύνει την επίδικη απόφαση (επί της ιεραρχικής προσφυγής) και την οδηγεί σε ακυρότητα.
Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι ουδείς εκ των ισχυρισμών του αιτητή έχει δεόντως δικογραφηθεί και ουδείς αναπτύσσεται επαρκώς και γι’ αυτό θα πρέπει να απορριφθούν άπαντες ως ανεπίδεκτοι δικαστικής κρίσης, στη βάση σχετικής νομολογίας. Περαιτέρω δε αναφέρουν, δια παραπομπών στην επίδικη έκθεση την οικεία νομολογία και νομοθεσία, ότι η επίδικη εδώ απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, λήφθηκαν υπόψη όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν την επίδικη αίτηση, είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και ορθή επί της ουσίας. Επί του ισχυρισμού περί αναρμοδιότητας, παραθέτοντας αποσπάσματα από αποφάσεις του ΔΔΔΠ, ισχυρίζονται ότι εν προκειμένω η επίδικη απόφαση (ερ.69) έχει ληφθεί αρμοδίως αφού, ως αναφέρουν, το πρόσωπο που υπογράφει αυτό δύναται να ταυτοποιηθεί επαρκώς από τα περιεχόμενα του φακέλου (βλ. αρχικές σελίδες του ΔΦ).
Κατά τις διευκρινήσεις η συνήγορος του αιτητή εισηγήθηκε ότι η επίδικη απόφαση έρχεται σε αντίθεση με τα ευρήματα του εξεταστή της ιεραρχικής προσφυγής, δεδομένου του ότι έχουν γίνει δεκτοί οι ισχυρισμοί του αιτητή περί εμπλοκής του σε βεντέτα, καθώς και το ότι υπέστη προηγούμενη βλάβη, εκ των οποίων καταδεικνύεται κίνδυνος για τον αιτητή, ο οποίος δεν εκλείπει με την μετεγκατάσταση του στο Κάιρο. Ο ίδιος ο αιτητής ανέφερε ότι υπάρχουν σύγχρονα συστήματα παρακολούθησης τα οποία και καθιστούν δυνατό τον εντοπισμό ατόμου οπουδήποτε και συνεπώς πουθενά δεν είναι ασφαλής. Οι καθ’ ων η αίτηση ενέμειναν στις θέσεις τους ότι δεν υφίσταται κίνδυνος για τον αιτητή.
Προέχει φυσικά η ενασχόληση με τον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας (που αφορά την αρχική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.14/11/18) αφού, ως ζήτημα δημόσιας τάξης, εξετάζεται, σε κάθε περίπτωση, αυτεπαγγέλτως και κατά προτεραιότητα.
Σχετικά με την δυνατότητα προβολής ενώπιον Δικαστηρίου – για πρώτη φορά – νομικού ισχυρισμού που στρέφεται κατά της απόφασης εναντίον της οποίας ασκήθηκε σχετική ιεραρχική προσφυγή (ως εν προκειμένω) είναι τα όσα λέχθηκαν στην Έπαυλις Κομήτης Λτδ ν. Δημοκρατίας (2009) 3 ΑΑΔ 342, Ολομέλεια, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Όταν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο επιλέξει να ασκήσει προσφυγή ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών, μεταξύ άλλων, έχει νομική υποχρέωση, να προσδιορίσει ειδικά τους νομικούς και πραγματικούς λόγους επί των οποίων βασίζεται η προσφυγή του, που πρέπει να συνοδεύεται από πλήρη αποδεικτικά στοιχεία. Μετά την εξέταση της ιεραρχικής προσφυγής, η Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών, με βάση τα υποβληθέντα σ΄ αυτή στοιχεία, δύναται να αποφασίσει, όπως ο νόμος κατά τα ανωτέρω ορίζει. Αν ο ενδιαφερόμενος θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση, δικαιούται να ασκήσει προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο με βάση το Άρθρο 146 του Συντάγματος. Η απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών φέρει το τεκμήριο της νομιμότητας και τυγχάνει εφαρμογής εκτός αν ακυρωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο.
Κατόπιν των ανωτέρω, θεωρούμε ότι ορθά δεν εξετάστηκαν πρωτοδίκως οι λόγοι ακύρωσης που οι εφεσείοντες δεν έθεσαν προς εξέταση ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών. Η νομιμότητα της απόφασης κρίνεται με αναφορά στα στοιχεία που η Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών είχε ενώπιόν της, σε συνάρτηση προς τους λόγους ακύρωσης και τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία που ο παραπονούμενος (ενδιαφερόμενο πρόσωπο) έθεσε ενώπιόν της. Λόγοι ακύρωσης οι οποίοι δεν τέθηκαν ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών και εγείρονται για πρώτη φορά με την προσφυγή δεν εξετάζονται από το Δικαστήριο. Αν συνέβαινε το αντίθετο, ο σκοπός του νόμου θα καταστρατηγείτο ενώ εμμέσως θα παραβιαζόταν η προθεσμία των 75 ημερών του Άρθρου 146 του Συντάγματος.»
Υπογράμμιση από τον γράφοντα
Ο λόγος δε της ως άνω απόφασης βρίσκει βεβαίως εφαρμογή και επί προσφυγών κατά αποφάσεων της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων. Σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία) υπ. αρ.1458/2009 Postolachi Konstantin ν. Δημοκρατίας, ημ.25/02/11, όπου, προς επιβεβαίωση της κατ’ αναλογία εφαρμογής της ως άνω απόφασης της Ολομέλειας, αναφέρθηκε ότι:
«Ζητήματα που δεν τέθηκαν ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής και που αφορούσαν τη διαδικασία ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου δεν μπορούν βέβαια να τίθενται για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου εφόσον εκείνο το οποίο στην ουσία εξετάζεται με την προσφυγή είναι η νομιμότητα της απόφασης των καθ΄ ων η αίτηση, που εδώ είναι η Αναθεωρητική Αρχή. (δέστε κατ΄ αναλογίαν την απόφαση της Ολομέλειας στην Έπαυλις Κομήτης Λτδ ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 342, σε σχέση με ζητήματα που δεν τίθενται κατά την ιεραρχική προσφυγή ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών).»
Εκ των ως άνω λοιπόν προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή που αφορούν την απόφαση επί της αρχικής αιτήσεως ασύλου, οι οποίοι και προωθούνται για 1η φορά ενώπιον του Δικαστηρίου, εκ των οποίων ουδείς προβλήθηκε στα πλαίσια της ιεραρχικής προσφυγής, η απόφαση στην οποία είναι η επίδικη εδώ απόφαση, δεν μπορούν να εξεταστούν και γι’ αυτό απορρίπτονται στην ολότητα τους. Άλλωστε θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην υπό κρίση περίπτωση η ιεραρχική προσφυγή παραμέρισε στην ολότητα της την απόφαση επί της αρχικής αίτησης ασύλου και προέβη – κατόπιν νέας συνέντευξης – σε εφ’ όλης της ύλης νέα απόφαση επί της ουσίας του αρχικού αιτήματος ασύλου. Ας σημειωθεί τέλος ότι, ως και οι καθ’ ων η αίτηση αναφέρουν, η ταυτότητα του υπογράφοντος στο ερ.69 και δια τούτο εγκρίνοντος την απόφαση ημ.14/11/18 (η οποία έχει καταστεί – σε κάθε περίπτωση - απρόσβλητη) αποκαλύπτεται από μια αναδρομή στα περιεχόμενα του ΔΦ (τις πρώτες σελίδες, όπου καταγράφονται οι ενέργειες που έγιναν), όπου καταγράφεται δεόντως το άτομο που ενέκρινε την έκθεση και έλαβε την απόφαση ημ.14/11/18, αρμοδίως.
Δεδομένου ότι οι λοιποί προωθούμενοι από τον αιτητή ισχυρισμοί άπτονται της ουσίας της υπόθεσης, προχωρώ εδώ «σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής […] τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν» και «την ανάγκη χορήγησης διεθνούς προστασίας» [αρ.146 (4) (α) Συντάγματος, αρ.11 (3) (α) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.107/2023, Q. B. T. ν. Δημοκρατίας, ημ.11/02/25, Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.12/2025, B. A. ν. Δημοκρατίας, ημ.18/12/25].
Σημειώνω κατ’ αρχή ότι, σε σχέση με την εφαρμογή της αρχής της μη χειροτέρευσης ότι στην πολύ πρόσφατη Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.22/2026, I. D. v Δημοκρατίας, ημ.30/06/26, έχουν επί τούτου λεχθεί τα εξής:
«Κρίση επί της ουσίας […] ως εκ της φύσης της δεν περιορίζεται από την αρχή της µη χειροτέρευσης της θέσεως του προσφεύγοντος, αφού αυτή η αρχή, ως γενική αρχή διοικητικού δικονομικού δικαίου, ισχύει στο βαθμό και µόνο που νόµος δεν προβλέπει διαφορετικά (βλ. απόφαση ηµεροµηνίας 13.2.2004 στην Προσφυγή Αρ. 11/2003 Ανδρέας Δημοσθένους ν. Δημοκρατίας). Στην παρούσα περίπτωση αυτό ακριβώς προβλέπεται στο Άρθρο 11 (3) (α),(β) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόµου του 2018, Ν. 73(I)/2018, σύμφωνα µε το οποίο το Δικαστήριο εξετάζει την επίδικη ενώπιον του απόφαση και «προβαίνει σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής [...]» και «επικυρώνει εν όλω ή εν µέρει την απόφαση ή πράξη, ή ακυρώνει και τροποποιεί εν όλω ή εν µέρει αυτήν:[…]» (οι υπογραµµίσεις δικές µας). Η δικαιοδοσία εξέτασης επί της ουσίας, εξυπακούει ότι δυνητικά η δικαστική απόφαση µπορεί να θέσει τον προσφεύγοντα σε ευνοϊκότερη ή χειρότερη µοίρα. Είναι, δηλαδή, διαπλαστικής φύσεως (βλ. απόφαση του Διοικητικού Εφετείου ημερομηνίας 18.12.2025 στην Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 12/2025 ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ v. Β. Α.).»
Διερχόμενος των ενώπιον μου στοιχείων θα συμφωνήσω με τα ευρήματα των καθ’ ων η αίτηση επί της αξιοπιστίας του 1ου, 2ου και 3ου ουσιώδους ισχυρισμού του αιτητή, καθώς τα λεγόμενα του διατηρούσαν εσωτερική και εξωτερική συνοχή. Αρκεί να σημειωθεί ότι, επί της εσωτερικής, τα λεγόμενα του αιτητή περί της βεντέτας αίματος που άρχισε επειδή χώρισε με την κοπέλα του και εντάθηκε περαιτέρω με τον θανάσιμο τραυματισμό ενός εκ των μελών της οικογένειας της περιέχουν ικανοποιητικές λεπτομέρειες και στοιχεία, τόσο αναφορικά με τις συνεχιζόμενες διαμάχες, το προηγούμενο τραυματισμό του ιδίου, όσο και τον τόπο, χρόνο και το τι έλαβε χώρα το βράδυ που τραυματίστηκε θανάσιμα το μέλος της οικογένειας της κοπέλας την οποία είχε χωρίσει. Αναφορικά δε με την εξωτερική τους συνοχή αρκεί να παραπέμψω στις πληροφορίες (ΠΧΚ) τις οποίες παραθέτουν και οι καθ’ ων η αίτηση στην επίδικη έκθεση (ερ.101-103, 142-143), οι οποίες επιβεβαιώνονται και από άλλη πηγή που εντοπίζεται.[1]
Δεδομένων των ως άνω προχωρώ αξιολόγηση κινδύνου και κατ’ επέκταση των αναγκών διεθνούς προστασίας, αν προκύπτουν, στα πλαίσια μελλοντοστραφούς εκτίμησης των πιο πάνω αποδεκτών ισχυρισμών.
Επί της πτυχής του προσφυγικού καθεστώτος σημειώνω τα εξής.
Σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία [αρ.3 του Νόμου περί Προσφύγων Νόμου (6(I)/2000) και αντίστοιχα αρ.3 (5) του Κανονισμού 2024/1347/ΕΕ], ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται «[…] πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής […]». Σύμφωνα δε με το αρ.3Γ του Νόμου και αντίστοιχα αρ.9 του Κανονισμού 2024/1347/ΕΕ, μια πράξη δίωξης θα πρέπει να «είναι αρκούντως σοβαρή λόγω της φύσης ή της επανάληψής της ώστε να συνιστά σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειδικά των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση […] ή να αποτελεί σώρευση διαφόρων μέτρων συμπεριλαμβανομένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία να είναι αρκούντως σοβαρή ούτως ώστε να θίγεται ένα άτομο κατά τρόπο αντίστοιχο».
Ειδικώς δε επί του ζητήματος του κινδύνου λόγω οικογενειακής βεντέτας, στο εγχειρίδιο του EASO «Προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας (οδηγία 2011/95/ΕΕ)», 2018, σημειώνονται τα εξής:
«Όσον αφορά την οικογένεια, η αίτηση χορήγησης καθεστώτος πρόσφυγα πρέπει να βασίζεται στο γεγονός ότι οι αιτούντες στοχοποιούνται λόγω της ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης οικογένειας. Οι «οικογενειακές βεντέτες» μπορούν να αποτελούν παράδειγμα δίωξης βασισμένης στην ιδιότητα μέλους μιας οικογένειας. Αυτό μπορεί να συμβαίνει ανεξάρτητα από το κατά πόσον η αρχική αιτία του ανταγωνισμού ανακύπτει από έναν εκ των λόγων δίωξης.
Συναφώς, η Βουλή των Λόρδων του Ηνωμένου Βασιλείου εξήγησε τα εξής:
Οι δεσμοί που ενώνουν τα μέλη μιας οικογένειας, είτε εξ αίματος είτε εξ αγχιστείας, ορίζουν την ομάδα. Οι δεσμοί αυτοί τη διαχωρίζουν από την υπόλοιπη κοινωνία. Η δίωξη ενός προσώπου απλώς και μόνο επειδή είναι μέλος της ίδιας οικογένειας με ένα άλλο πρόσωπο είναι τόσο αυθαίρετη και παρορμητική, και τόσο κακόβουλη, όσο και η δίωξη λόγω φυλής ή θρησκείας. Ως κοινωνική ομάδα η οικογένεια εμπίπτει αυτονόητα στην κατηγορία των περιπτώσεων στις οποίες επεκτείνεται η προστασία της σύμβασης για τους πρόσφυγες (283).»
Εν προκειμένω όμως ο αιτητής – σύμφωνα με τις δηλώσεις του ίδιου - δεν διώκεται για τον λόγο ότι είναι μέλος οικογενείας (της δικής του οικογένειας) αλλά ο φόβος που ο ίδιος εκφράζει στρέφεται κατά του ιδίου (και μόνον), δεδομένου ότι – ως ανέφερε – δεν έχουν βλάψει ούτε την μητέρα του αλλά ούτε και κάποιο άλλο μέλος της οικογένειας του στον χρόνο που διέρρευσε έκτοτε (περί τα 20 χρόνια), και πηγάζει από τις πράξεις του ιδίου, ήτοι του ότι, σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα του ιδίου, τραυμάτισε θανάσιμα τον αδελφό της πρώην κοπέλας του. Συνεπώς δεν μπορεί εδώ να γίνει λόγος για ιδιότητα του αιτητή ως μέλους της οικογένειας του ως λόγο δίωξης [βλ. αρ.3-3Δ του Νόμου, αντίστοιχα αρ.3 (5) και 10 του Κανονισμού 2024/1347/ΕΕ] και κατ’ επέκταση δεν δύναται να λεχθεί εν προκειμένω ότι οι πράξεις εκδίκησης με τις οποίες απειλείται ο αιτητής συνδέονται (nexus) με κάποιον εκ των προνοούμενων από την οικεία νομοθεσία λόγο. Ορθώς λοιπόν οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι η υπό κρίση περίπτωση, ακόμα και αν ήθελε κριθεί κατωτέρω ότι υφίσταται εν προκειμένω κίνδυνος σε μελλοντοστραφή βάση, δεν μπορεί να υπαχθεί στις περιπτώσεις που χρήζουν χορήγησης προσφυγικού καθεστώτος.
Αναφορικά δε με την επικουρική (συμπληρωματική) προστασία, σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία [αρ.19 του Νόμου περί Προσφύγων Νόμου (6(I)/2000) και αντίστοιχα αρ.3 (6) και αρ.15 του Κανονισμού 2024/1347/ΕΕ], ο ορισμός της σοβαρής βλάβης περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και τη «θανατική ποινή ή εκτέλεση» και «βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία».
Παρεμβάλλω προτού προχωρήσω τα εξής επί του απαιτούμενου επιπέδου απόδειξης σε σχέση με την αποδοχή ύπαρξης κινδύνου δίωξης ή και σοβαρής βλάβης.
Επί τυχόν προηγούμενης δίωξης (ή και σοβαρής βλάβης) ενός αιτητή, στο εγχειρίδιο του EASO «Προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας (οδηγία 2011/95/ΕΕ)», στη σελ.94, αναφέρονται τα εξής:
«Είναι σημαντικό ότι η προγενέστερη δίωξη, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 4 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση), δεν περιλαμβάνει μόνο πράξεις δίωξης, αλλά και απειλές δίωξης (524). Επομένως, τόσο προγενέστερες πράξεις όσο και απειλές δίωξης είναι «ενδείξεις του βάσιμου φόβου [του αιτούντος] ότι η επίμαχη δίωξη θα επαναληφθεί σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής» (525). Εάν ο αιτών υποβλήθηκε ήδη σε δίωξη ή άμεση απειλή δίωξης, τότε, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 4 της ΟΕΑΑ, το γεγονός αυτό αποτελεί αφ’ εαυτού «σοβαρή ένδειξη ότι είναι βάσιμος ο φόβος» (526).
Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει προϋπόθεση προγενέστερης δίωξης, αλλά οι αποδείξεις προγενέστερης δίωξης αποτελούν σοβαρή ένδειξη του βάσιμου φόβου δίωξης του αιτούντος, εκτός εάν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για να θεωρηθεί ότι η εν λόγω δίωξη δεν θα επαναληφθεί.»
Στο σημείωμα της Υπάτης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγές «Note on Burden and Standard of Proof in Refugee Claims, 16 December 1998» αναφέρονται τα εξής, σε σχέση με το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται:
«In common law countries, the law of evidence relating to criminal prosecutions requires cases to be proved “beyond reasonable doubt”. In civil claims, the law does not require this high standard; rather the adjudicator has to decide the case on a “balance of probabilities”. Similarly in refugee claims, there is no necessity for the adjudicator to have to be fully convinced of the truth of each and every factual assertion made by the applicant. The adjudicator needs to decide if, based on the evidence provided as well as the veracity of the applicant’s statements, it is likely that the claim of that applicant is credible.
[…]
In the case of R. v Secretary of State for the Home Department ex parte Sivakumaran, etc. the House of Lords took into consideration the gravity of the consequences of an erroneous judgement and called for a test less stringent than the “more likely than not” standard. It ruled that the fear is well-founded if there is reasonable degree of likelihood that the person will be persecuted for one of the reasons mentioned in the Convention if returned to his country. »
Στο εγχειρίδιο του EASO «Προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας (οδηγία 2011/95/ΕΕ) – Δικαστική Ανάλυση» αναφέρονται, στις σελ.90-93 τα εξής:
«Ο όρος «βάσιμος φόβος» σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει έγκυρη αντικειμενική βάση για τον φόβο δίωξης του αιτούντος. Το συγκεκριμένο στοιχείο του ορισμού του πρόσφυγα αφορά τον κίνδυνο ή την πιθανότητα να υποστεί δίωξη. Ο φόβος θεωρείται βάσιμος, εάν διαπιστώνεται ότι υπάρχει «εύλογη» πιθανότητα να υλοποιηθεί στο μέλλον (493). Για τη διαπίστωση αυτή, είναι απαραίτητο να αξιολογούνται οι δηλώσεις του αιτούντος υπό το πρίσμα όλων των σχετικών περιστάσεων της υπόθεσης [άρθρο 4 παράγραφος 3 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση)] και να ελέγχονται οι περιστάσεις που επικρατούν στη χώρα καταγωγής του, καθώς και η συμπεριφορά των υπευθύνων δίωξης (494). Επομένως, η διαπίστωση του βάσιμου φόβου συνδέεται στενά με το καθήκον της αξιολόγησης των αποδεικτικών στοιχείων και της αξιοπιστίας που διέπεται πρωτίστως από το άρθρο 4 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση). Η αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης της αξιοπιστίας, είναι το πρώτο στάδιο. Εάν τα αποδεικτικά στοιχεία που υπέβαλε ο αιτών γίνουν δεκτά ως αξιόπιστα, ο υπεύθυνος για τη λήψη της απόφασης προχωρά στο δεύτερο στάδιο και εξετάζει κατά πόσον τα γεγονότα και οι περιστάσεις που έγιναν δεκτά ισοδυναμούν με βάσιμο φόβο.
[…]
Για το Supreme Court (Ανώτατο Δικαστήριο) του Ηνωμένου Βασιλείου, ο φόβος είναι βάσιμος εάν υπάρχει «πραγματικός και σημαντικός κίνδυνος» ή εύλογος βαθμός πιθανότητας δίωξης για λόγο που προβλέπεται στη Σύμβαση (514).
Το σημαντικότερο είναι ότι και τα τρία αυτά κριτήρια θεωρούν ότι ο φόβος είναι βάσιμος, ανεξάρτητα από το κατά πόσον η πιθανότητα δίωξης είναι κατώτερη του 50 %. Ομοίως, στην απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση Saadi κατά Ιταλίας στο πλαίσιο του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, το ΕΔΔΑ αποφάνθηκε ότι ο αιτών δεν υποχρεούται «[να αποδείξει] ότι είναι περισσότερο πιθανό να υποβληθεί παρά να μην υποβληθεί σε κακομεταχείριση» (515). Επομένως, το κριτήριο του «βάσιμου φόβου» σημαίνει ότι, παρότι η απλή ή απομακρυσμένη πιθανότητα δίωξης αποτελεί ανεπαρκή κίνδυνο για να αποδειχθεί βάσιμος φόβος, ο αιτών δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι η πιθανότητα να υποστεί δίωξη υπερβαίνει το 50 % (516).»
Λεχθέντων των ως άνω θα πρέπει εδώ να σημειωθούν τα εξής σημαντικά.
Ο αιτητής κατά τη συνέντευξη ανέφερε ότι επικοινωνεί με την οικογένεια του, η οποία και διαμένει στο Ibhit, Al Fayium, Upper Egypt (ερ.52) και δεν έχει συμβεί κάτι σχετικό με την βεντέτα εδώ και περίπου 20 χρόνια (από το 2008, όταν και είχε τραυματιστεί θανάσιμα ο αδελφός της κοπέλας του αιτητή), ο δε αιτητής μετά το συμβάν διέμενε στο Κάιρο περί το 1 ½ έτος μέχρις ότου φύγει από τη χώρα, διάστημα κατά το οποίο ουδέν του συνέβη (ερ.42), το μόνο δε που αναφέρει ως εξέλιξη σχετικά με τα όσα ανέφερε τα τελευταία 18 χρόνια είναι ότι εξακολουθούν να παρακολουθούν την μητέρα και την αδελφή του και τον αναζητούν (χωρίς όμως να παραθέτει την παραμικρή λεπτομέρεια επί τούτου), ανέφερε δε ότι ουδέν συνέβη στον ίδιο από τότε (ερ.41-42). Ερωτώμενος δε σχετικά με τον κίνδυνο να εντοπιστεί στο Κάιρο ο αιτητής ανέφερε ότι ορισμένοι που ζουν εκεί «μπορεί να είναι από το Fayium», το οποίο είναι σε κοντινή απόσταση από το Κάιρο και «η οικογένεια (σ.σ. που τον διώκει) έχει άτομα που εργάζονται σε διάφορους τομείς ή επαγγέλματα» και γι’ αυτό μπορεί να τον εντοπίσουν (ερ.92).
Εκ των ως άνω προκύπτουν δύο ιδιαιτέρως σημαντικά συμπεράσματα.
Αφενός, σύμφωνα με τις δηλώσεις του ιδίου του αιτητή, ο τελευταίος τόπος διαμονής του δεν ήταν το χωριό Ibhit (Al Fayium) αλλά το Κάιρο, αφού εκεί διέμενε περί το 1 ½ έτος πριν φύγει από την Αίγυπτο. Συνεπώς είναι στη βάση αυτή που θα πρέπει να γίνει εδώ η αξιολόγηση κινδύνου σε μελλοντοστραφή βάση, που ακολουθεί πιο κάτω. Σημειώνεται λοιπόν ότι ο ορισμός εδώ από τους καθ’ ων η αίτηση ως τόπου διαμονής του αιτητή του χωριού Ibhit είναι λανθασμένος και διορθώνεται στα πλαίσια της παρούσης, ενόψει και της διαπλαστικής εξουσίας του Δικαστηρίου.
Αφετέρου, και πάλι σύμφωνα με τις δηλώσεις του ιδίου του αιτητή, κατά τον χρόνο που διέμενε (περί το 1 ½ έτος) στο Κάιρο, μάλιστα αμέσως μετά τον θανάσιμο τραυματισμό του αδελφού της κοπέλας, ουδέν του συνέβη. Περαιτέρω ουδέν συνέβη στον ίδιο ή την οικογένεια του που να σχετίζεται με το συμβάν κατά τα τελευταία 18 έτη. Εκ των ως άνω θεωρώ ότι θα πρέπει να γίνει δεκτό εδώ ότι ήδη από το γεγονός και μόνο ότι ουδέν συνέβη για 1 ½ χρόνο που ζούσε στο Κάιρο και ουδεμία εξέλιξη αναφέρθηκε που να σχετίζεται με τους ισχυρισμούς του αιτητή τα τελευταία 18 και πλέον έτη (πέραν της παντελώς αόριστης αναφοράς του αιτητή περί του ότι παρακολουθούν την μητέρα και αδελφή του), μειώνεται – και μάλιστα ουσιωδώς εν προκειμένω – η πιθανότητα κινδύνου για τον αιτητή σε μελλοντοστραφή βάση.
Παρεμβάλλω εδώ και το ότι στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.3/2024, Kasumilambu Henry Mulenda v. Δημοκρατίας, ημ.17/07/25, αναφέρθηκε ότι «[η] ανάγκη παροχής διεθνούς προστασίας οφείλει να είναι επίκαιρη και δεν αποδίδεται απλά και μόνο για παρελθοντικά γεγονότα, όταν δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα μελλοντικού, επικείμενου άμα τη επιστροφή στη χώρα καταγωγής, κινδύνου δίωξης».
Επανερχόμενος στα ενώπιον μου στοιχεία σημειώνω ότι το Κάιρο, το οποίο, ως ανωτέρω εξηγώ, είναι ο τόπος τελευταίας διαμονής του αιτητή, είναι η πρωτεύουσα της Αιγύπτου, με πληθυσμό (της ευρύτερης μητροπολιτικής περιοχής) περί τα 20 εκατομμύρια κατοίκων και αποτελεί μακράν την μεγαλύτερη πόλη της χώρας. [2]
Αποτιμώντας τα πιο πάνω δεδομένα, ως προκύπτουν από τα ενώπιον μου στοιχεία, είναι κατάληξη μου πως, παρόλο που έχει γίνει δεκτό ότι ο αιτητής υπέστη κατά το παρελθόν (2007) σοβαρή βλάβη, είναι απίθανο η βλάβη αυτή να επαναληφθεί σήμερα, δεδομένου του ότι, ως πιο πάνω καταγράφω, ουδέν έχει συμβεί περί έκτοτε και ουδεμία εξέλιξη αναφέρεται σε σχέση μ’ αυτό από τον αιτητή. Είναι δε θεωρώ έτι μικρότερη η πιθανότητα – αμελητέα ίσως – να εντοπιστεί ο αιτητής στο Κάιρο, λαμβανομένου υπόψη τόσο του διαστήματος (18 και πλέον έτη) από το τελευταίο συμβάν όσο και του πληθυσμού της πόλης, επιπροσθέτως του ότι ουδέν συνέβη στον ίδιο τότε (κατά το 1 ½ έτος που διέμενε εκεί) και ουδέν συνέβη στον ίδιο και την οικογένεια του έκτοτε που να σχετίζεται με τα όσα ο ίδιος ανέφερε, τα οποία έγιναν το 2007-2008. Σημειώνω και τονίζω και πάλι ότι, ως και στο ως άνω απόσπασμα από το εγχειρίδιο του EASO αναφέρεται «η απλή ή απομακρυσμένη πιθανότητα δίωξης αποτελεί ανεπαρκή κίνδυνο για να αποδειχθεί βάσιμος φόβος». Ας προστεθεί εδώ ότι δεν μπορώ να δεχθώ βεβαίως της αιτιάσεις του αιτητή (κατά τις διευκρινήσεις) ότι οι διώκτες του μπορεί να αξιοποιήσουν τη σύγχρονη τεχνολογία (γεωεντοπισμού, εξ όσων αντιλαμβάνομαι) προκειμένου να τον εντοπίσουν και να τον βλάψουν αν επιστρέψει στην Αίγυπτο, λαμβανομένων υπόψη και των όσων πιο πάνω αναφέρω.
Ας σημειωθεί ότι, παρόλο που δεν αποφαίνομαι ότι υφίσταται κίνδυνος σοβαρής βλάβης για τον αιτητή σήμερα στο χωριό όπου διαμένει η οικογένεια του, καθώς τούτο δεν είναι απαραίτητο για τους σκοπούς της παρούσης (αφού, ως ανωτέρω εξηγώ, εδώ σημασία έχει ο κίνδυνος στον τόπο διαμονής του, που είναι το Κάιρο, και όχι ο εν δυνάμει κίνδυνος σε τόπο άλλο απ’ αυτόν, το οποίο καθίσταται ακαδημαϊκό ζήτημα), δεν μπορώ να δεχθώ ότι θα μπορούσε να συνυπολογιστεί ως παράμετρος σχετικά με την εξέταση αναγκών διεθνούς προστασίας το κατά πόσο δεν θα μπορούσε να επισκεφτεί την οικογένεια του, λαμβανομένου υπόψη και του ότι, ως και οι καθ’ ων η αίτηση αναφέρουν στην επίδικη έκθεση, ακόμα και αν του διδόταν προστασία, θα στερείτο και πάλι αυτή η δυνατότητα, σε κάθε περίπτωση.
Δεδομένων των ως άνω, για σκοπούς πληρότητας, αξίζει να σημειωθεί ότι ορθώς εδώ οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι οι πράξεις με τις οποίες απειλείται ο αιτητής, δεδομένης της απουσίας σύνδεσης αυτών με κάποιον λόγο δίωξης, υπάγονται στις περιπτώσεις που αφορούν επικουρική (συμπληρωματική) προστασία. Τούτο γιατί η απειλή κατά της ζωής ή και σωματικής του ακεραιότητας ως εκφράζεται στην επίδικη συνέντευξη από τον αιτητή πληροί της προϋποθέσεις να θεωρηθεί σοβαρή βλάβη. Όμως, ως και πιο πάνω εξηγώ, συνεπεία του ότι ορίστηκε (λανθασμένα) ως τόπος διαμονής του αιτητή το χωριό όπου συνέβησαν τα όσα εξιστόρησε, οι καθ’ ων η αίτηση οδηγήθηκαν σε λάθος ευρήματα που αφορούσαν τη συνδρομή των προϋποθέσεων επικουρικής προστασίας και ακολούθως προέβησαν σε εξέταση της μετεγκατάστασης του στο Κάιρο, που δεν είναι η περίπτωση εν προκειμένω, ως και πιο πάνω εξηγείται. Τούτο γιατί εφόσον στον τόπο που ο αιτητής διέμενε προτού φύγει από τη χώρα καταγωγής του (Κάιρο), που είναι εδώ και ο τόπος όπου και αναμένεται να επιστρέψει, δεν εντοπίζεται εύλογη πιθανότητα επανάληψης της βλάβης στο μέλλον, το ζήτημα σταματά εκεί, χωρίς να είναι εν προκειμένω αναγκαία η μετεγκατάσταση του και για τον λόγο αυτό δεν συντρέχουν (εξ αρχής) οι προϋποθέσεις παροχής επικουρικής (συμπληρωματικής) προστασίας.
Δεδομένων των ως άνω απομένει μια αξιολόγηση της κατάστασης ασφαλείας στο Κάιρο.
Σύμφωνα με στοιχεία από τη βάση δεδομένων της πλατφόρμας ACLED (Armed Conflict Location & Event Data), κατά τους τελευταίους 12 μήνες καταγράφηκαν (συνολικά) στην (ευρύτερη) περιοχή του Cairo Governorate, 65 περιστατικά [3] με 8 θανάτους[4]. Στην πόλη Cairo (που γεωγραφικά εντοπίζεται εντός του Cairo Governorate της Αιγύπτου) κατά το ίδιο διάστημα καταγράφηκαν από το ACLED, 4 περιστατικά[5] χωρίς θανάτους[6],
Είναι κατάληξη μου, αποτιμώντας τις ως άνω πληροφορίες, ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε, και εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας τους. Δεν μπορώ δε εδώ να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις στη βάση του αρ.19 (2) (γ) του Νόμου [βλ. και αντίστοιχο αρ.15 (γ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347] που να επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς γι’ αυτόν, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[7] (βλ. ΔΕΕ, C-901/19, CF and DN, ημ.10/06/21).
Σε σχέση τέλος με το αρ.3 της ΕΣΔΑ, σημειώνω τα εξής.
Η έκταση και εύρος προστασίας που παρέχεται από την αρχή της μη επαναπροώθησης, ως κατοχυρώνεται στο αρ.3 της ΕΣΔΑ, έχει πολλάκις απασχολήσει τη νομολογία του ΕΔΑΔ, που στην M.S.S. v Belgium & Greece, app. No.30696/09, ημ.21/01/11, παρ.263, συνδέει την παράβαση του αρ.3 με την εκεί διαπιστούμενη παντελή απουσία προοπτικών βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης του αιτητή, καταλήγοντας στα εξής:
«In the light of the above and in view of the obligations incumbent on the Greek authorities under the Reception Directive (see paragraph 84 above), the Court considers that the Greek authorities have not had due regard to the applicant’s vulnerability as an asylum-seeker and must be held responsible, because of their inaction, for the situation in which he has found himself for several months, living on the street, with no resources or access to sanitary facilities, and without any means of providing for his essential needs. The Court considers that the applicant has been the victim of humiliating treatment showing a lack of respect for his dignity and that this situation has, without doubt, aroused in him feelings of fear, anguish or inferiority capable of inducing desperation. It considers that such living conditions, combined with the prolonged uncertainty in which he has remained and the total lack of any prospects of his situation improving, have attained the level of severity required to fall within the scope of Article 3 of the Convention. »
Επανερχόμενος στα ενώπιον μου στοιχεία που αφορούν το προφίλ του αιτητή παρατηρώ ότι πρόκειται για ενήλικα, υγιή άνδρα, ηλικίας σήμερα περί των 51 ετών, έχει ζήσει χωρίς πρόβλημα περί τα 20 έτη (από μικρή μάλιστα ηλικία) στο Κάιρο, όπου και εργαζόταν, και έχει ολοκληρώσει βιομηχανική (τεχνική) σχολή. Είναι κατάληξη μου ότι σε περίπτωση επιστροφής του στον τόπο διαμονής του δεν αναμένεται να παραμείνει χωρίς πιθανότητες βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης του στο άμεσα προβλέψιμο μέλλον, ως στην ως άνω αυθεντία του ΕΔΑΔ περιγράφονται, και συνεπώς δεν θεωρώ ότι τίθεται εδώ ζήτημα επαναπροώθησης. Τουναντίον, τα ως άνω στοιχεία δεικνύουν ότι, παρά ομολογουμένως του μακρού χρόνου διαμονής του στη Δημοκρατία, ότι ο αιτητής αναμένεται, ευλόγως, ότι θα εξεύρει τους πόρους για να ανεπεξέλθει στις όποιες αντιξοότητες ήθελε αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του και την επανένταξη του στην τοπική κοινωνία και αγορά εργασίας και συνεπώς διατηρεί εύλογες πιθανότητες να εξασφαλίσει μέσα βιοπορισμού, στέγαση και τα αναγκαία χρειώδη.
Έπεται ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο «καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως οι έννοιες αυτές ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου [αντίστοιχα αρ.3 (5) και (6) του Κανονισμού 2024/1347/ΕΕ]. Δεδομένων δε και των ως άνω διαπιστώσεων μου δεν θεωρώ ότι τυχόν επιστροφή του συνιστά επαναπροώθηση.
Αξίζει να σημειωθεί τέλος (παρότι – δεδομένης της κατάληξης μου πιο πάνω ότι εδώ δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις παροχής διεθνούς προστασίας – η εξέταση του ζητήματος καθίσταται μη αναγκαία εν προκειμένω) ότι σε περίπτωση που γινόταν δεκτό ότι υπάρχει ανάγκη εδώ παροχής συμπληρωματικής προστασίας (που δεν έγινε), θα έπρεπε τότε να εξεταστεί το κατά πόσο, εφόσον ο αιτητής, ως ο ίδιος είχε αναφέρει και έχει γίνει πιο πάνω δεκτό, τραυμάτισε θανάσιμα τον αδελφό της κοπέλας, δύναται αυτό να αποτελέσει βάση για τον αποκλεισμό του αιτητή από τέτοια προστασία (βλ. αρ.5 του Νόμου και αντίστοιχα αρ.17 του Κανονισμού 2024/1347/ΕΕ).
Για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω η προσφυγή απορρίπτεται.
Δεδομένων των πλημμελειών οι οποίες εντοπίστηκαν στην επίδικη έκθεση, ήτοι της μη ορθής αξιολόγησης των ενώπιον των καθ’ ων η αίτηση στοιχείων, περιλαμβανομένου του ότι ορίστηκε λανθασμένα ως τόπος διαμονής του αιτητή το χωριό Ibhit και όχι το Κάιρο, οι οποίες, παρότι δεν είναι ικανές - δεδομένης της εξ υπαρχής εξέτασης που διενεργήθηκε στα πλαίσια της παρούσης - να ανατρέψουν το τελικό αποτέλεσμα ότι δεν υφίστανται εδώ ανάγκες διεθνούς προστασίας, δεικνύουν πλημμελή έρευνα και λανθασμένη αιτιολογία της επίδικης απόφασης, δεν επιδικάζονται έξοδα.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Al Majalla, Politics, Code of Honor – 19/04/14: https://en.majalla.com/2014/04/article55249618/code-of-honor
[3] ACLED, ACLED Explorer – Egypt (All events, Past Year), Latest update: 12/10/2026, https://apps.acleddata.com/newexplorer/?time=year&type=events&disorder=all#/country/818 [ημερ. πρόσβασης 23/10/2026]
[4] ACLED, ACLED Explorer – Egypt (All fatalities, Past Year), Latest update: 12/10/2026, https://apps.acleddata.com/newexplorer/?time=year&type=fatalities&disorder=all#/country/818 [ημερ. πρόσβασης 23/10/2026]
[5] ACLED, ACLED Explorer – Egypt (All events, Past Year), Latest update: 12/10/2026, https://apps.acleddata.com/newexplorer/?time=year&type=events&disorder=all#/country/818 (map) [ημερ. πρόσβασης 23/10/2026]
[6] ACLED, ACLED Explorer – Egypt (All fatalities, Past Year), Latest update: 12/10/2026, https://apps.acleddata.com/newexplorer/?time=year&type=fatalities&disorder=all#/country/818 (map) [ημερ. πρόσβασης 23/10/2026]
[7] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο