J. K. Κ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.657/25, 30/10/2026
print
Τίτλος:
J. K. Κ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.657/25, 30/10/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.657/25

 

30 Οκτωβρίου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

J. K. Κ.

                                                                                                                        Αιτητής

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κος Τζ. Μπετίτο, Δικηγόρος για Αιτητή

Κα Κ. Μιχαηλίδου, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή o αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.18/02/25, η οποία κοινοποιήθηκε αυθημερόν, δια της οποίας απορρίφθηκε η επίδικη αίτησή διεθνούς προστασίας, ως άκυρης, παράνομης και στερούμενης νομικού.

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, ο αιτητής κατάγεται από τη Λ. Δ. του Κονγκό (στο εξής ΛΔΚ), εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 07/07/22 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 27/07/22 (ερ.1-3, 104).

Στις 11/10/24 διεξήχθη συνέντευξη με τον αιτητή προς εξέταση του αιτήματός του, όπου και του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.92-104). Μετά τη συνέντευξη ετοιμάστηκε Έκθεση, στις 24/01/25 η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε (ερ.148-167) και ακολούθως δε ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας, η οποία του δόθηκε διά χειρός στις 18/02/25 και του μεταφράστηκε στην μητρική του γλώσσα (ερ.168, 3).

Σημειώνεται ότι ο αιτητής έτυχε χειρισμού ως ασυνόδευτος ανήλικος, δεδομένου ότι έγινε αποδεκτή ως ημερομηνία γέννησης η 05/09/05, την οποία ο ίδιος είχε αναφέρει (χωρίς ταυτοποιητικά έγγραφα). Στα πλαίσια δε εξέτασης της παρούσης έγιναν συνεντεύξεις για τα βέλτιστα συμφέροντα του ως ανηλίκου, υποβλήθηκε αίτημα μεταφοράς του σε κράτος μέλος της Ε.Ε. (κανονισμός «Δουβλίνο»), το οποίο απορρίφθηκε, και έγινε και συνέντευξη ευαλωτότητας.

Στην επίδικη αίτηση ο αιτητής καταγράφει ότι έφυγε από τη ΛΔΚ γιατί «[έλαβε] απειλές θανάτου από την οικογένεια του πατέρα [του], εξαιτίας περιουσιακών διαφορών» (“land disputes”).

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης ο αιτητής ανέφερε ότι είναι υγιής, γεννήθηκε και διέμενε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Κινσάσα, είναι άγαμος και άτεκνος, έχει φοιτήσει μέχρι την 5η τάξη του δημοτικού σχολείου, δεν έχει εργαστεί στη ΛΔΚ (εργάζεται πλέον ως καθαριστής σε ξενοδοχείο στη Δημοκρατία), ο πατέρας του (ο οποίος – ως ανέφερε – ήταν στρατιώτης) σκοτώθηκε το 2009-2010 στον «πόλεμο στα ανατολικά (της ΛΔΚ)», η δε μητέρα του σκοτώθηκε από μέλη της οικογένειας του πατέρα του το 2022, «ίσως τον Σεπτέμβριο», έχει «θείους, θείες και από τις δύο πλευρές […] μικρές αδελφές, αδελφούς, μεγαλύτερο αδελφό και αδελφή», όμως δεν επικοινωνεί με κανένα (ερ.98). Καλούμενος να εξηγήσει γιατί στη συνέντευξη για τα βέλτιστα συμφέροντα του (ως ανήλικος) ανέφερε ότι έμενε στην Κινσάσα με την μητέρα και τα 5 αδέλφια του ο αιτητής ανέφερε ότι αυτά δεν ήταν βιολογικά του αδέλφια και είχαν μείνει για μικρό διάστημα μαζί μ’ αυτόν και την μητέρα του (ερ.98). Καλούμενος περαιτέρω να αναφέρει τον λόγο που στη συνέντευξη για τα βέλτιστα συμφέροντα του (ως ανήλικος) ανέφερε ότι ο πατέρας του σκοτώθηκε το 2013, ενώ στην επίδικη συνέντευξη ανέφερε πως σκοτώθηκε το 2009-2010 ο αιτητής ανέφερε ότι ο πατέρας του πηγαινοερχόταν στην Κινσάσα και, ερωτώμενος ξανά, είπε ότι λόγω έλλειψης παιδείας, δεν είναι καλός στους υπολογισμούς. Ερωτώμενος τι θα του συμβεί αν επιστρέψει στη ΛΔΚ ο αιτητής ανέφερε ότι δεν έχει κανένα να τον στηρίξει, θα έχει οικονομικά προβλήματα και δεν έχει τόπο να μείνει.

Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής ανέφερε ότι έφυγε από τη ΛΔΚ γιατί το 2020 μέλη της οικογένειας του πατέρα του ισχυρίστηκαν ότι το σπίτι στο οποίο έμενε με την μητέρα του είναι δικό τους. Μια μέρα υπήρξε μεγάλη διαμάχη και τους έδιωξαν από το σπίτι και τότε ένας πάστορας τους έδωσε μέρος να μείνουν (ο αιτητής και η μητέρα του), η μητέρα του δεν έδιδε στους συγγενείς του πατέρα του τα έγγραφα ιδιοκτησίας του σπιτιού (για να το πουλήσουν), την απειλούσαν και ο πάστορας αποφάσισε να στείλει τον αιτητή «κάπου αλλού», μετά δε επιτέθηκαν στην μητέρα του και τη σκότωσαν. Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής ανέφερε ότι δεν γνωρίζει πότε άρχισαν οι απειλές, ότι τους έδιωξαν από το σπίτι «πριν από πολύ καιρό», το 2020, ως ανέφερε κατόπιν επαναλαμβανόμενων ερωτήσεων προς τούτο (όπου αρχικά ανέφερε ότι δεν θυμάται), δεν μπορεί να μετρήσει τις φορές που τους απείλησαν και ανέφερε ότι ήταν λεκτικές και σωματικές απειλές. Ερωτώμενος σχετικά ανέφερε ότι η τελευταία φορά που μέλη της οικογένειας του πατέρα του κτύπησαν την μητέρα του ήταν το 2020, η δε πρώτη ήταν προηγουμένως, χωρίς να θυμάται πότε ακριβώς. Ερωτώμενος για το τελευταίο περιστατικό ο αιτητής ανέφερε ότι διέμεναν στο μέρους που τους έδωσε η εκκλησία όταν άρχισαν να χτυπούν την μητέρα του. Όταν δε ο αιτητής ρωτήθηκε πόσο καιρό μετά το περιστατικό (το 2020) έφυγε από τη ΛΔΚ απάντησε πως ήταν λίγους μήνες μετά και δεν γνωρίζει αν αυτό καταγγέλθηκε στις Αρχές.

Όταν του υποβλήθηκε η αντίφαση μεταξύ των δηλώσεων του αναφορικά με το ότι, ενώ αρχικά είπε ότι ο πατέρας του αγόρασε το σπίτι και έμεναν εκεί για 1 ½ έτος μέχρι να τους διώξουν, ενώ – σύμφωνα με τα λεγόμενα του, ο πατέρας του απεβίωσε προηγουμένως (είτε το 2009-2010, είτε το 2013, σύμφωνα με τα λεγόμενα του), ο αιτητής ανέφερε ότι δεν έχει σχόλιο (no comment). Όταν του υποβλήθηκε ότι, σύμφωνα με όσα είχε αναφέρει, αυτός έφυγε από τη ΛΔΚ λίγους μήνες μετά το τελευταίο περιστατικό απειλών, που ο ίδιος είχε τοποθετήσει το 2020, εντούτοις – σύμφωνα και πάλι με τα λεγόμενα του – έφυγε από τη ΛΔΚ στις 04/07/22, ο αιτητής απλά επανέλαβε ότι έφυγε στις 04/07/22.  Στον αιτητή υποβλήθηκε ότι στη συνέντευξη ευαλωτότητας ανέφερε ότι ο πατέρας του απεβίωσε, ενώ στη συνέντευξη για τα βέλτιστα συμφέροντα του ανέφερε ότι ο πατέρας του είναι εν ζωή και είναι η μητέρα του που απεβίωσε ο αιτητής δεν σχολίασε τίποτε. Καλούμενος δε να εξηγήσει γιατί στη συνέντευξη ευαλωτότητας ανέφερε ότι χτυπήθηκε και ο ίδιος αλλά στην επίδικη συνέντευξη ανέφερε ότι έλαβε φραστικές απειλές και κτυπήθηκε μόνο η μητέρα του ο αιτητής ανέφερε ότι ήταν πιο ακριβής στην επίδικη συνέντευξη. Ερωτώμενος τέλος για τον λόγο που στη συνέντευξη ευαλωτότητας ανέφερε ότι έμενε στο Masina Camp από το 2015, ενώ στην επίδικη συνέντευξη ανέφερε ότι τους έδιωξαν από το σπίτι το 2020 ο αιτητής ανέφερε ότι «μπορεί να [ξέχασε]». Κατά το κλείσιμο της συνέντευξης ο αιτητής κλήθηκε να επιβεβαιώσει αν αντιλήφθηκε όλα τα διαμειφθέντα κατά τη συνέντευξη και αποκρίθηκε θετικά.

Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα λεγόμενα του αιτητή στην αίτηση και τη συνέντευξη, κατέταξαν αυτούς στους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.

1.    Ταυτότητα, χώρα καταγωγής, προφίλ και τόπος διαμονής του αιτητή

2.    Ισχυριζόμενες απειλές θανάτου προς τον αιτητή και την μητέρα του εξαιτίας κληρονομικών διαφορών με τα οικογενειακά μέλη του πατέρα του, μετά τον θάνατο του πατέρα του

Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν μέρος του 1ο εκ των ως άνω ισχυρισμών, απέρριψαν δε το μεγαλύτερο μέρος του 1ου και (όλον) τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, καθώς, ως κρίθηκε, στερούνταν εσωτερικής συνοχής.

Επί του 1ου ουσιώδους ισχυρισμού, ως κρίθηκε, ο αιτητής υπήρξε ασαφής και δεν ήταν σε θέση να αναφέρει λεπτομέρειες και στοιχεία επί των πλείστων λεγομένων του σχετικά με τον θάνατο των γονέων του, το ότι δεν έχει αδέλφια, το μορφωτικό του επίπεδο αλλά και την ιδιότητα του πατέρα του ως στρατιώτη. Επί τούτων σημειώθηκε ότι ο αιτητής είχε αναφέρει ότι ο πατέρας του σκοτώθηκε στον πόλεμο κατά των ανταρτών (στα ανατολικά της χώρας), όταν ο ίδιος ήταν 10 χρονών, όμως, σύμφωνα με τα λεγόμενα το ιδίου, αυτός γεννήθηκε το 2005, δηλώσεις που κρίθηκαν αντιφατικές, ερωτώμενος δε σχετικά με τον θάνατο του πατέρα του υπήρξε γενικόλογος. Ακολούθως δήλωσε ότι ο πατέρας του είχε σκοτωθεί το 2009-2010, που είναι αντιφατικό με προηγούμενη δήλωση του. Περαιτέρω κρίθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να αναφέρει επαρκείς πληροφορίες και στοιχεία για τις κατ’ ισχυρισμό απειλές που δεχόταν ο ίδιος και η μητέρα του από συγγενείς του πατέρα του, ούτε τον χρόνο, τη συχνότητα και το ακριβές περιεχόμενο αυτών και παρέμεινε ασαφείς στις πολλές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν σχετικά. Ομοίως αντιφατικός (νοουμένης και της αντίφασης για τον χρόνο θανάτου του πατέρα του) υπήρξε και αναφορικά με τον χρόνο που άρχισαν και τελείωσαν οι απειλές που δέχονταν αλλά και το πότε κτυπήθηκε η μητέρα του. Αρνητικά αξιολογήθηκε και η άγνοια του σχετικά με το αν καταγγέλθηκαν στις Αρχές οι κατ’ ισχυρισμό επιθέσεις που δέχθηκε αυτός και η μητέρα του αλλά και το ότι επί όλων των αντιφάσεων που εντοπίσθηκαν ο αιτητής υπήρξε όλως ασαφής και κατά βάση αποκρινόταν με υπεκφυγές στις υποβολές που του έγιναν στην επίδικη συνέντευξη.

Συνεπεία των ως άνω, εκ του 1ου ουσιώδους ισχυρισμού έγιναν αποδεκτά μόνο η χώρα καταγωγής του αιτητή (ΛΔΚ), ο τόπος διαμονής του (Κινσάσα) και η ταυτότητα του αιτητή, έτυχαν δε απόρριψης (ως αναξιόπιστοι) οι ισχυρισμοί για τον θανάτο των γονέων του, το ότι δεν έχει αδέλφια, την ιδιότητα του πατέρα του ως στρατιώτη, αλλά και για το μορφωτικό του επίπεδο.

Αναφορικά με τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος – ως σημειώνεται στην επίδικη έκθεση – συμπλέκεται άρρηκτα με τον 1ο ουσιώδη ισχυρισμό, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του αιτητή στερούνταν της απαραίτητης λεπτομέρειας και συνέπειας και ήταν αόριστες, καθώς δεν ήταν σε θέση να παρέχει την παραμικρή λεπτομέρεια, βιωματικό στοιχείο, αλλά και σαφή χρονική αλληλουχία του θανάτου του πατέρα του, τον χρόνο, τόπο και τρόπο με τον οποίο δέχονταν επιθέσεις (από συγγενείς του πατέρα του) ο ίδιος και η μητέρα του, υπέπεσε σε πλήθος αντιφάσεων σχετικά με όλα όσα ανέφερε και παρέμεινε ασαφής και εν πολλοίς μονολεκτικός σε όλες τις διευκρινιστικές ερωτήσεις και υποβολές που του τέθηκαν σχετικά με τις αντιφάσεις και κενά που εντοπίστηκαν στο αφήγημα του. Σημειώνω εδώ ότι πλείστα από όσα καταγράφονται σχετικώς στην επίδικη έκθεση αλληλεπικαλύπτονται και από τα όσα πιο πάνω (στα πλαίσια της παρούσης) καταγράφονται σχετικά με τον 1ο ουσιώδη ισχυρισμό του αιτητή, με τον οποίο, ως και ανωτέρω αναφέρω, συμπλέκονται άρρηκτα.

Δεδομένης δε της προσωπικής φύσης των ισχυρισμών του αιτητή δεν κρίθηκε σκόπιμο να γίνει έρευνα σε διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ) και οι ισχυρισμοί (μεγάλο μέρος του 1ου - ολόκληρος ο 2ος ουσιώδης ισχυρισμός) απορρίφθηκαν ως στερούμενοι εσωτερικής συνοχής και συνολικής αξιοπιστίας.

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, κατόπιν ανασκόπησης της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του (Κινσάσα) και λαμβανομένου υπόψη του προφίλ του αιτητή (στο οποίο περιλαμβάνεται και η ύπαρξη υποστηρικτικού δικτύου, δεδομένου ότι οι σχετικοί περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του αιτητή απορρίφθηκαν ως αναξιόπιστοι), οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα να εκτεθεί σε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης κατά την επιστροφή του στη χώρα και γι’ αυτό η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του.

Ερχόμενος στην παρούσα διαδικασία παρατηρώ τα εξής.

Στη προσφυγή καταγράφονται πολλά νομικά σημεία, ορισμένα των οποίων προωθούνται στην αγόρευση που ακολούθησε.

Στη γραπτή του αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή, δια παραπομπών στην οικεία νομοθεσία και νομολογία, αναφέρει ότι δεν έγινε εν προκειμένω δέουσα έρευνα των ισχυρισμών του αιτητή και δεν έγιναν αρκετές ερωτήσεις και εξατομικευμένη έρευνα επί των όσων αυτός ανέφερε.

Δεδομένου ότι ο μόνος προωθούμενος από τον αιτητή ισχυρισμός συμπλέκεται άρρηκτα και με την ορθότητα της επίδικης απόφασης, προχωρώ με επί της ουσίας εξέταση της, εξ υπαρχής, η οποία τελείται σε κάθε περίπτωση (βλ. και Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.107/2023, Q. B. T. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημ.11/02/25).

Σημειώνω ότι, ως στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98, αναφέρεται, «απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».

Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα εξής:

«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305).  […] Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.» 

Διερχόμενος των ενώπιον μου στοιχείων παρατηρώ τα εξής.

Ως και οι καθ’ ων η αίτηση καταγράφουν λεπτομερώς στην επίδικη έκθεση (ερ.152-163), ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να αναφέρει την παραμικρή λεπτομέρεια για όσα εξιστόρησε και ούτε να εξηγήσει τελικά πως ακριβώς, πότε και που έγιναν τα όσα ανέφερε, τόσο επί των ισχυριζόμενων απειλών που δέχθηκε (ο ίδιος και η μητέρα του) για περιουσιακά ζητήματα από συγγενείς του πατέρα του όσο και για τον θάνατο του πατέρα του, υπήρξε δε επί παντός των λεγομένων του ασαφής και το αφήγημα του στερείται, σε όλη του την έκταση, βιωματικών στοιχείων και εύλογα αναμενόμενων λεπτομερειών. Περαιτέρω ο αιτητής παρέμεινε γενικόλογος και εν πολλοίς μονολεκτικός στις ερωτήσεις αλλά και στις υποβολές που του τέθηκαν, με πλήθος αντιφάσεων να εντοπίζονται στο αφήγημα.

Θα συμφωνήσω λοιπόν με τα ευρήματα και την κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση επί της αξιοπιστίας του 1ου (στο μέρος αυτού που απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος), αλλά και του 2ου  ουσιώδους ισχυρισμού του αιτητή, ως αυτά καταγράφονται και πιο πάνω στα πλαίσια της παρούσης, τα οποία και υιοθετώ ως έχουν, χωρίς να είναι σκόπιμο να τα επαναλάβω εκ νέου, πέραν του να σημειώσω ότι καθίσταται, από μια απλή ανάγνωση της επίδικης εδώ συνέντευξης (και αντιπαραβολής αυτής με τις προηγουμένως διενεργηθείσες με τον αιτητή συνεντεύξεις ευαλωτότητας και βέλτιστου συμφέροντος) ηλίου φαεινότερο θεωρώ ότι το σύνολο του αφηγήματος του αιτητή συνιστά επινόημα του, προκειμένου να στηρίξει, εδώ ανεπιτυχώς, την επίδικη αίτηση. Δεδομένης δε της καταφανούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής και λαμβανομένης υπόψη της αμιγώς προσωπικής φύσεως των λεγομένων του, καταλήγω ότι η αναζήτηση πληροφοριών (ΠΧΚ) δεν απαιτούνταν και ορθώς δεν έγινε εν προκειμένω. Ως άλλωστε στο εγχειρίδιο EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελ.132, αναφέρεται, η αναζήτηση τέτοιων πληροφοριών (ΠΧΚ) «ενδέχεται να μην είναι απαραίτητ[η] σε περίπτωση αρνητικής διαπίστωσης περί της αξιοπιστίας βάσει καταφανούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής».

Λεχθέντων των ως άνω θα πρέπει βεβαίως να σημειώσω ότι δεν παραγνωρίζω εδώ ότι ο αιτητή υπήρξε ανήλικος κατά τα γεγονότα που εξιστορεί (ενηλικιώθηκε, σύμφωνα με την αποδεκτή ημερομηνία γέννησης του, στις 05/09/23) και την υποβολή της επίδικης εδώ αίτησης, υπήρξε όμως ενήλικος (19 ετών) κατά την επίδικη συνέντευξη.

Σημειώνεται ότι στις Κατευθυντήριες Οδηγίες [1] για Εξέταση των Αιτημάτων Ασύλου των Παιδιών, της UNHCR, σελ.4-5, αναφέρονται σχετικώς τα εξής:

«4. Η υιοθέτηση ευαισθητοποιημένης στις ανάγκες των παιδιών ερμηνείας της Σύμβασης του 1951 δεν σημαίνει ότι τα παιδιά αιτούντες άσυλο δικαιούνται αυτομάτως να αναγνωριστούν πρόσφυγες. Το παιδί που αιτείται άσυλο οφείλει να αποδείξει ότι διατρέχει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή πολιτικών πεποιθήσεων. Η ηλικία, όπως και το φύλο, ασκούν καθοριστική επιρροή στον καθορισμό του καθεστώτος του πρόσφυγα4.

[…]

Για την προσήκουσα εφαρμογή των κριτηρίων υπαγωγής στο καθεστώς του πρόσφυγα, εκτός από την ηλικία, επιβάλλεται να συνεκτιμώνται το επίπεδο ανάπτυξης του παιδιού, οι γνώσεις και / ή οι αναμνήσεις του από τη χώρα καταγωγής του καθώς και το καθεστώς του ως ευάλωτου προσώπου6.»

Συνεπώς, ως εκ των ως άνω συνάγεται, παρότι πρέπει επιδεικνύεται σε κάθε περίπτωση ιδιαίτερη ευαισθησία κατά τον χειρισμό υποθέσεων που αφορούν ανήλικου αιτητές, αυτό δεν σημαίνει ότι «δικαιούνται αυτομάτως να αναγνωριστούν πρόσφυγες» και ούτε ότι δεν «οφείλει να αποδείξει ότι διατρέχει βάσιμο […] φόβο δίωξης», σε συνάρτηση και συνυπολογιζόμενων πάντοτε της ωριμότητας, της ηλικίας, στα πλαίσια της οποίας «επιβάλλεται να συνεκτιμώνται το επίπεδο ανάπτυξης του παιδιού, οι γνώσεις και / ή οι αναμνήσεις του από τη χώρα καταγωγής του». Στην ενώπιον μου περίπτωση, έχοντας διέλθει με προσοχή του συνόλου του διοικητικού φακέλου και, ιδίως, της επίδικης συνέντευξης, δεν διατηρώ καμία αμφιβολία ότι ο αιτητής διέθετε την απαιτούμενη ωριμότητα και πνευματική ανάπτυξη για να αντιληφθεί πλήρως τα όσα του είχαν τεθεί, περιλαμβανομένων των ερωτήσεων και υποβολών (αναφορικά με αντιφάσεις που εντοπίστηκαν μεταξύ των δηλώσεων του). Περαιτέρω, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ιδίου, αυτός υπήρξε κατά τον χρόνο που ο ίδιος τοποθετεί όσα ανέφερε περί απειλών και επιθέσεων που δέχθηκε από συγγενείς του πατέρα του (2020) 15 ετών, ηλικία που καθιστά αναμενόμενο να είναι σε θέση να αναφέρει με εύλογη επάρκεια τα όσα εξιστόρησε, να τοποθετήσει – έστω κατά προσέγγιση – τα κατ’ ισχυρισμό συμβάντα που ανέφερε, χωρίς αντιφάσεις και να παραθέσει – ορισμένα έστω – βιωματικά στοιχεία στους ισχυρισμούς του. Αντ’ αυτού ο αιτητής υπήρξε – επί παντός – όλως γενικός και ασαφής, αποκρίθηκε δε πολλάκις δι’ υπεκφυγής στις πολλές ερωτήσεις και υποβολές που του τέθηκαν, ως ανωτέρω αναφέρω. Συνεπώς η ανηλικότητα του αιτητή (κατά τον χρόνο υποβολής της επίδικης αίτησης και τον χρόνο που αφορά τα όσα εξιστόρησε) δεν μπορούν να διαφοροποιήσουν τα όσα επί της αξιοπιστίας του αφηγήματος του αναφέρω πιο πάνω. Άλλωστε ο ίδιος ο αιτητής (και ο συνήγορος του) ουδέν αναφέρουν επί τούτου στα πλαίσια της παρούσης.

Απομένει εν προκειμένω μια αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Κινσάσα).

Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση 08/05/26) στην Κινσάσα καταγράφηκαν συνολικά 42 περιστατικά πολιτικής βίας (όπου περιλαμβάνονται περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις, απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), με αποτέλεσμα 48 θανάτους. [2] Ο πληθυσμός της Κινσάσα ανέρχεται περί τα 17 εκατομμύρια. [3] 

Είναι κατάληξη μου εκ των ως άνω ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας και η ένταση στον τόπο διαμονής του δεν είναι του επιπέδου που απαιτείται προκειμένου να αποδοθεί συμπληρωματική προστασία, δεδομένου ότι δεν θεωρώ πως υφίστανται εν προκειμένω ιδιαίτερες περιστάσεις που θα μπορούσαν να επιτείνουν τον κίνδυνο για τον αιτητή, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» [4] (C-901/19, CF and DN, ημ.10/06/21, ΔΕΕ).

Λαμβάνω υπόψη εδώ ότι ο αιτητής είναι πλέον 21 ετών, υγιής, διέμενε στην Κινσάσα για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, διαθέτει (δεδομένου του ότι ένα μεγάλο μέρος του 1ου ουσιώδους ισχυρισμού απορρίφθηκε) επαρκές μορφωτικό επίπεδο, εργασιακή εμπειρία (εργάζεται πλέον στη Δημοκρατία) και διατηρεί οικογενειακό δίκτυο στον τόπο διαμονής του, στοιχεία που αρκούν για να συναχθεί ότι ο αιτητής θα λάβει – έστω προσωρινή – στήριξη και έχει την ικανότητα να βιοποριστεί και να εξασφαλίσει τα αναγκαία χρειώδη, παρά τις όποιες αντιξοότητες ήθελε αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του και ότι δεν αναμένεται να παραμείνει χωρίς πιθανότητες βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης του στο άμεσα προβλέψιμο μέλλον, ως και στη σχετική αυθεντία[5] του ΕΔΑΔ περιγράφονται.

Έπεται ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο «καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως οι έννοιες αυτές ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου [αντίστοιχα αρ.3 (5) και (6) του Κανονισμού 2024/1347/ΕΕ]. Δεδομένων δε και των ως άνω διαπιστώσεων μου δεν θεωρώ ότι τυχόν επιστροφή του συνιστά επαναπροώθηση.

Για τους πιο πάνω λόγους η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[2] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: DRC, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/05/2026)

[3] Macrotrends.net, Kinshasa population, 2024, διαθέσιμο σε https://www.macrotrends.net/global-metrics/cities/20853/kinshasa/population,

[4] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf

[5] M.S.S. v Belgium & Greece, app. No.30696/09, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΑΔ), ημ.21/01/11, παρ.263


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο