ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.Τ627/25
20 Οκτωβρίου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Μ. Κ.
Αιτητής
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κκ Νικολέττα Χαραλαμπίδου Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι για Αιτητή
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή ο αιτητής, αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.20/11/25, η οποία κοινοποιήθηκε σ’ αυτόν στις 28/11/25, δια της οποίας απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε (Αιτητικό Α) και απόφαση «με την οποία ακυρώνεται η απόφαση επιστροφής» (Αιτητικό Β) .
Ως εκτίθεται στο Υπόμνημα που καταχωρήθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του Διοικητικού Φάκελου (ΔΦ), ο αιτητής κατάγεται από το Ιράν, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 03/07/03 και υπέβαλε την 1η αίτηση διεθνούς προστασίας στις 02/09/03, η οποία και απορρίφθηκε ως σιωπηρώς αποσυρθείσα 17/02/04, κατόπιν μη ανταπόκρισης του αιτητής σε κλήση για συνέντευξη στα πλαίσια της εν λόγω αιτήσεως, κατά δε της απόφασης αυτής ο αιτητής υπέβαλε ιεραρχική προσφυγή στις 23/08/04, η οποία απορρίφθηκε, αφού η απόφαση της Υπηρεσίας να απορρίψει την 1η του αίτηση ως σιωπηρώς αποσυρθείσα κρίθηκε ως ορθή (ερ.14-21, 24-27).
Στις 29/09/11 ο αιτητής απέστειλε δια δικηγόρου επιστολή προς την Υπηρεσία Ασύλου, ευρισκόμενος τότε υπό κράτηση (μετά που εξέτισε την ποινή που επιβλήθηκε σ’ αυτόν για το αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία), δια της οποίας και ζητούσε «παραχώρηση προσωρινής άδειας διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους» αλλά και την επανεξέταση της αιτήσεως ασύλου για «θρησκευτικούς λόγους και ιδιαίτερα στο γεγονός του εκχριστιανισμού του», επισυνάπτοντας πιστοποιητικό βάπτισης ημ.27/11/07 (ερ.30-32). Δόθηκαν οδηγίες για το επανάνοιγμα του φακέλου του αιτητή στις 19/10/11 (ερ.33-34) και κλήθηκε σε συνέντευξη στις 09/12/11 επί της ουσίας της αιτήσεως του (ερ.37-42). Στις 28/08/12 η αίτηση ασύλου του αιτητή απορρίφθηκε (επί της ουσίας) ως αβάσιμη (ερ.60-66) και στις 02/10/12 επιδόθηκε στον αιτητή δια χειρός επιστολή με την οποία ενημερώθηκε για την απόρριψη της αιτήσεως του και του δόθηκε αντίγραφο στην μητρική του γλώσσα (ερ.68-70). Κατά της εν λόγω απορριπτικής απόφασης ο αιτητής υπέβαλε ιεραρχική προσφυγή, η οποία και απορρίφθηκε στις 21/02/13 (ερ.71-85).
Στις 27/08/25 ο αιτητής υπέβαλε την επίδικη μεταγενέστερη αίτηση, η οποία απορρίφθηκε στις 14/11/25 ως απαράδεκτη και ενημερωτική προς τούτο επιστολή επιδόθηκε σ’ αυτόν δια χειρός στις 28/11/25 και του μεταφράστηκε στην μητρική του γλώσσα (ερ.90-93, 98-103, 104).
Το ιστορικό των ισχυρισμών του αιτητή έχει ως ακολούθως.
Στα πλαίσια της συνέντευξης ημ.09/12/11 ο αιτητής ανέφερε ότι έφυγε νομίμως από το Ιράν και έφτασε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων, όταν δε ρωτήθηκε σχετικώς ανέφερε ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής του «κυρίως λόγω της κοινωνικής πίεσης, η οποία έκανε τη ζωή [του] δύσκολη και αβάσταχτη, αν και [ο ίδιος] δεν [ασχολείτο] με την πολιτική», καθώς, ως εξήγησε, στο Ιράν «δεν υπάρχει ελευθερία, δεν αισθάνεσαι ελεύθερος, ανεξαρτήτως του αν είσαι σε γραφείο, έξω στον δρόμο ή σε ιδιωτικό χώρο […] [τα] ανθρώπινα δικαιώματα παραβιάζονται συνεχώς, δεν υπάρχουν […] [δεν] υπάρχει θρησκευτική ελευθερία υπό την έννοια του ότι δεν μπορείς να επιλέξεις για παράδειγμα άλλη θρησκεία, όπως ο χριστιανισμός ή ακόμα και να διαβάσεις γι’ αυτό».
Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής ανέφερε ότι έχει πτυχίο μηχανικής, και δίδασκε καράτε, έμενε με την οικογένεια του, δούλευε «σε πολλά μέρη», έχει 3 αδελφούς και 1 αδελφή. Σε επόμενες ερωτήσεις ο αιτητής ανέφερε ότι «δεν [είχε] τη ζωή που [ήθελε] να [έχει]», αφού, ως εξήγησε, ήθελε να μάθει για μια νέα θρησκεία και δεν μπορεί να επιστρέψει (τότε, κατά τη συνέντευξη) στο Ιράν, επειδή «[διένεμε] ορισμένα CDs (σ.σ. ψηφιακούς δίσκους) για τον Χριστιανισμό […] και [ο ίδιος] είναι μέσα σ’ αυτά τα CD, τα οποία δείχνουν [τον ίδιο] να τραγουδά». Ερωτώμενος περαιτέρω ανέφερε ότι δεν θα είχε πρόβλημα να επιστρέψει, όμως, λόγω του ότι έστειλε περίπου 10.000 (δέκα χιλιάδες) CD σε διάφορες πόλεις στο Ιράν (ενόσω βρισκόταν στη Δημοκρατία), το 1ο το 2010, το δε 2ο (CD) δεν ολοκληρώθηκε γιατί ο αιτητής πήγε φυλακή. Τα CD αυτά, ως ανέφερε, αντιγράφηκαν και διανεμήθηκαν σε μυστικές εκκλησίες (σε σπίτια) γιατί είχαν νέο ρυθμό, χωρίς να γνωρίζει πως έγινε αυτό ο ίδιος και – ερωτώμενος σχετικά – αποκρίθηκε ότι δεν έχει στην κατοχή του (ούτε ένα αντίγραφο από) τα CD αυτά και ούτε θυμάται τον τίτλο των τραγουδιών που περιέχονταν στα CD.
Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής ανέφερε ότι επιθυμούσε να αλλάξει θρησκεία γιατί δεν του άρεσε τι «έκαναν ο Mohhamed και ο Ali», αφού – ως ανέφερε – ο Μωάμεθ καλούσε τον κόσμο στο Ισλάμ «με το σπαθί και το αίμα», ενώ ο Χριστός, ως ανέφερε, «είπε αγαπάτε αλλήλους, αγάπα τον γείτονα σου, να φέρεστε με αγάπη μεταξύ σας, μην σκοτώνεται και μην κάνετε πράξεις πολέμου». Ερωτώμενος γιατί βαπτίστηκε τον Νοέμβριο 2007 και όχι προηγουμένως ο αιτητής ανέφερε ότι μάθαινε ήδη από το 2003, όταν πήγαινε σε καθολική εκκλησία, για τον χριστιανισμό και επίσης περίμενε τον Reza Safaa να επιστρέψει από την Αμερική και είπε ότι η θεία κοινωνία προέρχεται από αυτά που είπε ο Ιησούς στο μυστικό δείπνο. Σχετικά με το ποιος έγγραψε την Βίβλο ο αιτητής ανέφερε πως είναι πολλά γράμματα, μερικά από τον Παύλο και ένα από τον Ισκαριώτη, ο οποίος πήρε νομίσματα και πρόδωσε τον Ιησού και ανέφερε ότι ο Πέτρος έγγραψε επίσης ορισμένα γράμματα.
Μετά τη συνέντευξη ο αιτητής προσκόμισε ένα έγγραφο στο οποίο βεβαιώνεται ότι αυτός παρίσταται στην εκκλησία Navid Persian Church, στη Λεμεσό, από τον Ιούλιο 2009, είναι πιστός χριστιανός, τραγουδά και μετέχει ως εθελοντής και σε τηλεοπτικές παραγωγές, οι οποίες μεταδίδονται από το κανάλι Christian Satellite TV. Προσκόμισε περαιτέρω δέσμη εγγράφων που περιλαμβάνουν υπογραφές ατόμων τα οποία πιστοποιούν ότι ο αιτητής είναι χριστιανός και «υπηρετεί τον Ιησού Χριστό» (ερ.43-49).
Στην έκθεση που ετοιμάστηκε (ερ.60-66) καταγράφεται ότι «η απόφαση του [αιτητή] να μεταβάλει τη θρησκεία του δεν στηρίζεται σε ειλικρινή και γνήσια κίνητρα […] είναι επιφανειακή» και «σε καμία περίπτωση δεν τεκμηριώνεται ότι ο [αιτητής] σε περίπτωση επιστροφής του [στο Ιράν] θα επιδείξει ένθερμα την οποιαδήποτε συνέχιση εξάσκησης των θρησκευτικών του καθηκόντων», οι δε ισχυρισμοί του ότι εμπλέκεται στην παραγωγή και διανομή CD χριστιανικού περιεχομένου κρίθηκαν αναξιόπιστοι. Συνεπεία των ως άνω η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη καθώς, ως κρίθηκε, δεν υφίστατο βάσιμος φόβος δίωξης ή σοβαρής βλάβης.
Η ως άνω απόφαση της Υπηρεσίας επικυρώθηκε στα πλαίσια της ιεραρχικής προσφυγής, όπου αναφέρθηκε πως, δεδομένου του ότι «ορθά κρίθηκε αναξιόπιστος [ο αιτητής] ως προς τους ισχυρισμούς που προέβαλε […] καθώς δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσει γνήσια και αληθινή μεταστροφή προς τη χριστιανική πίστη», το πιστοποιητικό βάπτισης που είχε προσκομίσει ο αιτητής (βλ. πιο πάνω) «δεν γίνεται αποδεκτό για να υποστηρίξει το αίτημα του» (ερ.74-75).
Στην επίδικη στα πλαίσια της παρούσης μεταγενέστερη αίτηση ο αιτητής αναφέρει ότι προέρχεται από μουσουλμανική οικογένεια, ο παππούς του ήταν Ιμάμης, ο θείος του είναι επικεφαλής της «μυστικής αστυνομίας πληροφοριών», με παιδιά «σε όλα τα τμήματα της κυβερνητικής υπηρεσίας που ονομάζεται Sepah», από τη δε μητρική πλευρά όλα τα ξαδέλφια του είναι «επίσης στην μυστική θρησκευτική αστυνομία», ο ίδιος δε, πριν να έρθει στη Δημοκρατία (το 2003) συμμετείχε σε διαμαρτυρία ενάντια στο καθεστώς. Ως περαιτέρω αναφέρει, «μετά από λίγα χρόνια [ήρθε] στην Κύπρο», έγινε χριστιανός το 2007, βαπτίστηκε «και [άρχισε] να [μοιράζεται] τον λόγο της Βίβλου με τον αδελφό [του] Mahdi και μετά με τον πατέρα [του] και [έστειλε] γράμματα σε φίλους και οικογένεια … ο αδελφός [του] αποδέχθηκε τον Χριστό και μοιράστηκε την Βίβλο στο Ιράν για 7 χρόνια και αργότερα, μια μέρα το 2015 (ο αδελφός του) είχε ένα κανονισμένο ατύχημα στον δρόμο, πέθανε και η κυβέρνηση δεν επέτρεψε στον μεγαλύτερο αδελφό [του] να μάθει ποιος και γιατί», αναφέροντας ότι για περισσότερες πληροφορίες θα επανέλθει αργότερα.
Οι καθ’ ων η αίτηση, κατά την εξέταση της επίδικης αίτησης, κατέληξαν ότι όσα αναφέρει ο αιτητής περί της μεταστροφής του στον Χριστιανισμό, περιλαμβανομένων, ως ρητώς αναφέρεται στο ερ.100, στο σημείο υπό τον τίτλο «ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΔΕΝ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΝΕΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ», των όσων ανέφερε σχετικά με το ότι «ο παππούς του ήταν ιμάμης» και το ότι «άρχισε να κηρύττει τη Βίβλο μαζί με τον αδελφό του Mahdi τον πατέρα του και κάποιους φίλους», δεν αποτελούν νέα στοιχεία. Τα όσα δε ανέφερε περί εμπλοκής της οικογένειας του θείου του στην μυστική αστυνομία Sepah και τη συμμετοχή του (προ του 2003) σε αντικαθεστωτική διαμαρτυρία, παρότι αποτελούν νέα στοιχεία, εντούτοις, ως κρίθηκε, είναι εξ υπαιτιότητας του αιτητή που δεν αναφέρθηκαν προηγουμένως, λαμβανομένου υπόψη και του ότι στην συνέντευξη του (στις 09/12/11, στα πλαίσια τότε επανανοίγματος του φακέλου του) «ισχυρίστηκε ότι δεν είχε κάποια ανάμιξη με την πολιτική […] και […] δεν ανέφερε κάτι παρόμοιο για την οικογένεια του» (ερ.99). Σε σχέση τέλος με τα όσα ο αιτητής ανέφερε περί θανάτου του αδελφού του σε «κανονισμένο ατύχημα» και το ότι δεν επετράπη στον αδελφό του να μάθει περισσότερες πληροφορίες, κρίθηκε ότι «δεν είναι σαφές με ποιο τρόπο ο εν λόγω ισχυρισμό συνδέεται με το αίτημα του αλλοδαπού για διεθνή προστασία και ως εκ τούτου δεν αυξάνει σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας» (ερ.99).
Συνεπεία των ως άνω οι καθ’ ων η αίτηση αναφέρουν ότι «οι ισχυρισμοί του [αιτητή] στη μεταγενέστερη αίτηση του μετατοπίζουν τον πυρήνα του αιτήματος [του] δηλαδή την μεταστροφή του προς τον Χριστιανισμό, προς ισχυρισμούς που αναφέρονται περισσότερο στην πολιτική μπλέκοντας και την ευρύτερη οικογένεια του», παρόλο που, ως αναφέρεται και πάλι, «ο ίδιος ανέφερε ότι δεν είχε ανάμιξη με την πολιτική και ούτε ανέφερε κάτι σχετικό για την οικογένεια του», παραπέμποντας προς τούτο στο ερ.75.
Τα ως άνω συνοψίζουν το ιστορικό του αιτητή στη Δημοκρατία, το περιεχόμενο των μέχρι σήμερα αιτήσεων του, των αποφάσεων επ’ αυτών και τους ισχυρισμούς που προέβαλε.
Στα πλαίσια της προσφυγής καταγράφονται πλήθος νομικών σημείων, που εξειδικεύονται εκτεταμένα, τα πλείστα εκ των οποίων προωθούνται και αναπτύσσονται στην αγόρευση που ακολούθησε. Σημειώνω εδώ ότι, κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου, καταχωρήθηκαν και 2 υπομνήματα, αφενός σε σχέση με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στο Ιράν και αφετέρου σχετικά με το κατά πόσο στα πλαίσια της παρούσης το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη τα επικαιροποιημένα αυτά δεδομένα.
Στην δεόντως εμπεριστατωμένη αγόρευση της η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή, μετά από παράθεση του ιστορικού του αιτητή, του οικείου νομικού πλαισίου και νομολογίας, αλλά και παραπομπές στα όσα ο αιτητής ανέφερε τόσο στα πλαίσια της συνέντευξης του ημ.09/12/11 όσο και στην επίδικη μεταγενέστερη αίτηση, εισηγείται ότι το Δικαστήριο θα πρέπει εν προκειμένω να λάβει «υπόψη το σύνολο των στοιχείων που του παρέχουν τη δυνατότητα να προβεί σε επικαιροποιημένη εκτίμηση της συγκεκριμένης περιπτώσεως» (παρ.12 αγόρευσης), στα πλαίσια της οποίας θα πρέπει να εξεταστεί το κατά πόσο «ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις παραχώρησης διεθνούς προστασίας» (παρ.14 αγόρευσης) και να παρέχει τέτοια προστασία, αν τούτο προκύπτει από τα ενώπιον του στοιχεία, ενόψει, ως εισηγείται, της απόφασης του ΔΕΕ στη C-216/22, A. A., ημ.08/02/24, της οποίας παραθέτει εκτεταμένα αποσπάσματα.
Επί της ουσίας, παραπέμποντας εκ νέου στην ως άνω νομολογία του ΔΕΕ, σημειώνει ότι η λεγόμενη μετατόπιση του πυρήνα του αιτήματος του αιτητή από τη θρησκεία σε λόγους που άπτονται της ισχυριζόμενης στα πλαίσια της επίδικης αίτησης πολιτικής δράσης του, ως αναφέρεται στην επίδικη έκθεση, «δεν δύναται νομίμως να δικαιολογήσει την άρνηση ουσιαστικής εξέτασης του μεταγενέστερου αιτήματος» (παρ.29 αγόρευσης), αλλά ούτε και η μη προηγούμενη αναφορά τους μπορεί να αναχθεί σε υπαιτιότητα του. Περαιτέρω, ως αναφέρεται, δεν εξετάστηκε η μακρόχρονη απουσία του αιτητή (20 και πλέον έτη) από το Ιράν, η οποία και «συνιστά ουσιώδη παράμετρο για την εκτίμηση κινδύνου» (παρ.47 αγόρευσης), θα έπρεπε δε να εξεταστούν επί της ουσίας και όσα ανέφερε περί μεταστροφής του στον Χριστιανισμό, δεδομένου και του ότι δεν εξετάστηκαν «ουσιαστικά τα προσκομισθέντα στοιχεία» στα πλαίσια της προηγούμενης αίτησης και της ιεραρχικής προσφυγής, «γεγονός που συνιστά παράβαση του δικαίου της Ένωσης» (παρ.45 αγόρευσης), ούτε και οι αναφορές του στην προηγούμενη αίτηση περί πολιτικής δράσης του, υπό το φως του ότι – ως αναφέρει – «η συμμετοχή σε διαδηλώσεις ενέχει αυξημένο κίνδυνο δίωξης» (παρ.49 αγόρευσης).
Επιπροσθέτως των ως άνω παρατίθεται πλήθος διαθέσιμων πληροφοριών που αφορούν τη δίωξη μεταστραφέντων στον Χριστιανισμό, δίωξη ατόμων για πολιτικούς λόγους και τις εντεινόμενες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Ιράν κατά την καταστολή των μαζικών διαδηλώσεων που ξέσπασαν από τον Δεκέμβριο 2025, στα πλαίσια δε του 1ου υπομνήματος παραθέτει πληροφορίες για την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας ενόψει της στρατιωτικής σύγκρουσης με τις Η.Π.Α., στο δε 2ο υπόμνημα, και πάλι δια παραπομπών στη C-216/22, A. A., εμμένει στη θέση ότι θα πρέπει στα πλαίσια της παρούσης να ληφθεί υπόψη η τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας, σημειώνοντας δε ότι «η εξέταση μεταγενέστερης αίτησης δεν περιορίζεται σε τυπικό έλεγχο περί του αν τα προβαλλόμενα στοιχεία είχαν ήδη αναφερθεί, αλλά προϋποθέτει ουσιαστική αξιολόγηση ως προς το κατά πόσο αυτά, υπό το φως τυχόν νεότερων εξελίξεων, δύνανται να επηρεάσουν την εκτίμηση του κινδύνου» (Υπόμνημα ημ.03/04/26).
Προχωρώ σε εξέταση των ενώπιον μου στοιχείων.
Σημειώνεται ότι στα πλαίσια μεταγενέστερης αίτησης αυτό που ερευνάται είναι το κατά πόσο «[…] υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του […]» [αρ.16Δ (3) (α) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (6(I)/2000)] και, εφόσον διαπιστωθεί τούτο, προχωρά σε εξέταση του κατά πόσο «[τ]α εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον/στην αιτητής διεθνούς προστασίας […]» [αρ.16Δ (3) (β) (i)] και του κατά πόσο «ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία» [αρ.16Δ (3) (β) (i)], [βλ. και αρ.40 (2),(3) και (4) Οδηγία 2013/32/ΕΕ].
Συνεπώς ο σκοπός της προκαταρτικής εξέτασης, η οποία κατέληξε στην προσβαλλόμενη δια της παρούσης απόφαση, είναι ο έλεγχος του κατά πόσο πληρούνται οι ως άνω εκ της νομοθεσίας τιθέμενες προϋποθέσεις, οι οποίες θα δικαιολογούσαν περαιτέρω εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης και όχι επί της ουσίας έρευνα, ωσάν να επρόκειτο για πρώτη αίτηση ασύλου.
Στην απόφαση του ΔΕΕ στην C-921/19, LH, ημ.10/06/21 λέχθηκαν τα εξής:
«34. Επομένως, το άρθρο 40, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2013/32 προβλέπει την εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων.
35. Το πρώτο αυτό στάδιο πραγματοποιείται επίσης σε δύο στάδια, καθένα από τα οποία οδηγεί στην εξακρίβωση των διαφορετικών προϋποθέσεων παραδεκτού που θέτουν οι ίδιες αυτές διατάξεις.
36. Επομένως, πρώτον, το άρθρο 40, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32 ορίζει ότι, προκειμένου να ληφθεί απόφαση σχετικά με το παραδεκτό αίτησης για διεθνή προστασία δυνάμει του άρθρου 33, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής, η μεταγενέστερη αίτηση για διεθνή προστασία υποβάλλεται κατ' αρχάς σε προκαταρκτική εξέταση, προκειμένου να καθοριστεί εάν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να χαρακτηρισθεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95.
37. Η εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης συνεχίζεται, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 40, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, μόνον όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την πρώτη αίτηση για διεθνή προστασία, προκειμένου να εξακριβωθεί αν τα νέα αυτά στοιχεία και πορίσματα αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα να πληροί ο αιτών τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να του αναγνωρισθεί το καθεστώς αυτό.»
Στο αρ.16Δ (2) & (3) (α) αναφέρεται ρητώς ότι «[ο] Προϊστάμενος λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη» και, περαιτέρω, ότι, «[…] σε περίπτωση που […] ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.».
Επί της έκτασης και φύσης ελέγχου που ασκεί το παρόν Δικαστήριο επί αποφάσεων περί απόρριψης μεταγενέστερης αιτήσεως ως απαράδεκτης (βλ. αρ.16Δ του Νόμου και αρ.40 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ), ως εν προκειμένω, στην απόφαση του ΔΕΕ στη C-216/22, Α. Α., ημ.08/02/24, διευκρινίζονται τα εξής:
«57. Δυνάμει του άρθρου 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32, η προσφυγή είναι πραγματική εάν περιλαμβάνει πλήρη και ex nunc εξέταση από το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων και, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας σύμφωνα με την οδηγία 2011/95.
58. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται, βάσει του άρθρου 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32, να διαμορφώνουν το εθνικό δίκαιο κατά τρόπο ώστε η εξέταση των σχετικών προσφυγών να περιλαμβάνει δικαστικό έλεγχο του συνόλου των πραγματικών και νομικών ζητημάτων που επιτρέπουν στον δικαστή να προβεί σε επικαιροποιημένη εκτίμηση της συγκεκριμένης υπόθεσης, ούτως ώστε να μπορεί η αίτηση διεθνούς προστασίας να τύχει πλήρους εξέτασης, χωρίς να χρειάζεται να αναπεμφθεί ο φάκελος στην αποφαινόμενη αρχή. Η ως άνω ερμηνεία εξυπηρετεί τον επιδιωκόμενο από την οδηγία 2013/32 σκοπό της εξασφάλισης της κατά το δυνατόν ταχείας εξέτασης τέτοιων αιτήσεων, με την επιφύλαξη της διεξαγωγής κατάλληλης και πλήρους εξέτασης (απόφαση της 29ης Ιουλίου 2019, Torubarov, C‑556/17, EU:C:2019:626, σκέψη 53).
59. Εντούτοις, το άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32 αφορά μόνον την εξέταση της προσφυγής και συνεπώς δεν αφορά το ζήτημα της συνέχειας που δίνεται σε περίπτωση ακύρωσης της απόφασης που αποτελεί το αντικείμενο της εν λόγω προσφυγής (αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 2018, Alheto, C‑585/16, EU:C:2018:584, σκέψη 145, και της 29ης Ιουλίου 2019, Torubarov, C‑556/17, EU:C:2019:626, σκέψη 54).
60. Επισημαίνεται ότι, εκδίδοντας την οδηγία 2013/32, ο νομοθέτης της Ένωσης δεν σκόπευε να θεσπίσει κοινό κανόνα βάσει του οποίου η αποφαινόμενη αρχή θα έπαυε να είναι αρμόδια μετά την ακύρωση της απόφασης επί αιτήσεως διεθνούς προστασίας, συνεπώς δε τα κράτη μέλη διατηρούν τη δυνατότητα να προβλέπουν ότι, κατόπιν της ακύρωσης αυτής, ο φάκελος της υπόθεσης πρέπει αναπεμφθεί στην εν λόγω αρχή, προκειμένου αυτή να λάβει νέα απόφαση (αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 2018, Alheto, C‑585/16, EU:C:2018:584, σκέψεις 146 και 146, και της 29ης Ιουλίου 2019, Torubarov, C‑556/17, EU:C:2019:626, σκέψη 54).
61. Καίτοι η οδηγία 2013/32 αναγνωρίζει, συνεπώς, στα κράτη μέλη ορισμένο περιθώριο ευελιξίας, μεταξύ άλλων, για τον καθορισμό των κανόνων σχετικά με την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας όταν προηγούμενη απόφαση επί της αιτήσεως αυτής έχει ακυρωθεί από δικαστήριο, εντούτοις, πρέπει να επισημανθεί ότι, παρά το περιθώριο αυτό ευελιξίας, τα κράτη μέλη οφείλουν, κατά την εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας, να τηρούν το άρθρο 47 του Χάρτη το οποίο κατοχυρώνει, υπέρ κάθε προσώπου του οποίου προσεβλήθησαν τα δικαιώματα και παραβιάσθηκαν οι ελευθερίες που διασφαλίζονται από το δίκαιο της Ένωσης, το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου. Τα χαρακτηριστικά της προσφυγής του άρθρου 46 της οδηγίας 2013/32 πρέπει, επομένως, να καθορίζονται τηρουμένου του άρθρου 47 του Χάρτη. Επομένως, κάθε κράτος μέλος που δεσμεύεται από την οδηγία αυτή οφείλει να διαμορφώσει το εθνικό δίκαιο κατά τρόπον ώστε, κατόπιν ακυρώσεως της προηγούμενης αυτής απόφασης και σε περίπτωση αναπομπής του φακέλου στην αποφαινόμενη αρχή, να εκδίδεται νέα απόφαση εντός σύντομου χρόνου και η απόφαση αυτή να είναι σύμφωνη με την εκτίμηση που περιλαμβάνεται στην ακυρωτική δικαστική απόφαση (πρβλ. απόφαση της 29ης Ιουλίου 2019, Torubarov, C‑556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 55 και 59).»
Στην ως άνω απόφαση το ΔΕΕ, καλούμενο να αποφανθεί επί του κατά πόσο απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου (ΔΕΕ), η οποία ερμηνεύει ενωσιακό δίκαιο, που δεν είχε προβληθεί στα πλαίσια προηγούμενης αίτησης ασύλου, δύναται να θεωρηθεί «νέο στοιχείο», με την έννοια που αποδίδεται στον εν λόγω ορισμό στην οικεία νομοθεσία (αρ.33 (2) (δ) Οδηγίας 2013/32/ΕΕ), αλλά και κατά πόσο η μη προηγούμενη αναφορά του (στα πλαίσια της 1ης αίτησης ασύλου) δύναται να θεωρηθεί ως αποδιδόμενη σε υπαιτιότητα του αιτητή, ως στο αρ.40 (4) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ προνοείται. Επί τούτου δε ανέφερε τα εξής:
«42. Επιπλέον, μολονότι είναι αληθές ότι, στις σκέψεις 194 και 203 της απόφασης της 14ης Μαΐου 2020, Országos Idegenrendészeti Főigazgatóság Dél-alföldi Regionális Igazgatóság (C‑924/19 PPU και C‑925/19 PPU, EU:C:2020:367), το Δικαστήριο έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι η ύπαρξη απόφασης με την οποία διαπιστώνεται η ασυμβατότητα προς το δίκαιο της Ένωσης εθνικής ρύθμισης βάσει της οποίας απερρίφθη προηγούμενη αίτηση διεθνούς προστασίας ως απαράδεκτη συνιστά νέο στοιχείο σχετικά με την εξέταση μεταγενέστερης αίτησης, κατά την έννοια του άρθρου 33, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, εντούτοις, επισημαίνεται ότι, με την ως άνω κρίση του, το Δικαστήριο επ’ ουδενί αποφάνθηκε ότι μόνον οι αποφάσεις που περιέχουν τέτοια διαπίστωση μπορούν να συνιστούν τέτοιο νέο στοιχείο.
43. Πράγματι, τυχόν ερμηνεία κατά την οποία απόφαση του Δικαστηρίου μπορεί να συνιστά νέο στοιχείο, κατά την έννοια του άρθρου 33, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, και του άρθρου 40, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2013/32, μόνον όταν διαπιστώνει την ασυμβατότητα προς το δίκαιο της Ένωσης διάταξης του εθνικού δικαίου βάσει της οποίας εκδόθηκε η διοικητική απόφαση επί της προηγούμενης αίτησης όχι μόνο θα υπονόμευε την πρακτική αποτελεσματικότητα του δικαιώματος που αναγνωρίζεται στον αιτούντα διεθνή προστασία, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 18 του Χάρτη και μνημονεύεται στη σκέψη 39 της παρούσας απόφασης, αλλά και θα παρέβλεπε τόσο το erga omnes αποτέλεσμα των προδικαστικών αποφάσεων όσο και τη φύση της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 267 ΣΛΕΕ και τον σκοπό της διαδικασίας αυτής, ο οποίος συνίσταται στη διασφάλιση της ομοιόμορφης ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης.
44. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι κάθε απόφαση του Δικαστηρίου μπορεί να συνιστά νέο στοιχείο, κατά την έννοια του άρθρου 33, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, και του άρθρου 40, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2013/32.
[…]
47. Στο πλαίσιο αυτό, σημειώνεται περαιτέρω ότι το ότι, κατά την εξέταση της προηγούμενης αίτησης, ο αιτών δεν είχε επικαλεστεί ήδη εκδοθείσα από το Δικαστήριο απόφαση δεν μπορεί να ισοδυναμεί με υπαιτιότητα του αιτούντος κατά την έννοια του άρθρου 40, παράγραφος 4, της οδηγίας 2013/32. Πέραν του ότι, όπως αναφέρεται στις σκέψεις 34 και 35 της παρούσας απόφασης, η έννοια της υπαιτιότητας πρέπει να ερμηνεύεται στενά, η υιοθέτηση μιας ευρύτερης ερμηνείας της εν λόγω έννοιας θα είχε ως συνέπεια η εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης να μπορεί να επαναλαμβάνεται κατά παράβαση της υποχρέωσης που υπέχουν η αποφαινόμενη αρχή και τα αρμόδια δικαστήρια να λαμβάνουν υπόψη τα πραγματικά στοιχεία που έχουν στη διάθεσή τους κατά τρόπο σύμφωνο με το δίκαιο της Ένωσης, εφαρμόζοντας τις σχετικές αποφάσεις του Δικαστηρίου.»
Παρεμβάλλω ότι η έκταση του πλήρους και ex nunc ελέγχου που επιβάλλει το αρ.46 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ έχει διευκρινιστεί (εκ νέου) και στην πολύ πρόσφατη απόφαση του ΔΕΕ στη C-198/25, S., ημ.04/06/26, όπου λέχθηκαν τα εξής σχετικά:
«30. Πράγματι, το άρθρο 46, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32 αναγνωρίζει στους αιτούντες διεθνή προστασία δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου κατά των αποφάσεων που αφορούν την αίτησή τους. Το άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας καθορίζει το περιεχόμενο του δικαιώματος αυτού, διευκρινίζοντας ότι τα κράτη μέλη που δεσμεύονται από την οδηγία πρέπει να μεριμνούν ώστε το δικαστήριο ενώπιον του οποίου προσβάλλεται απόφαση επί αιτήσεως διεθνούς προστασίας να πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας, σύμφωνα με την οδηγία [2011/95]» (βλ. αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 2018, Alheto, C-585/16, EU:C:2018:584, σκέψη 106, και της 1ης Αυγούστου 2025, Alace και Canpelli, C-758/24 και C-759/24, EU:C:2025:591, σκέψη 76).
[…]
32. Στο πλαίσιο αυτό, αφενός, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι ο όρος «ex nunc» αναδεικνύει την υποχρέωση του δικαστή, κατά την εκτίμηση που πραγματοποιεί, να λαμβάνει υπόψη τυχόν νέα στοιχεία τα οποία έχουν προκύψει μετά την έκδοση της απόφασης κατά της οποίας βάλλει η προσφυγή (αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 2018, Alheto, C-585/16, EU:C:2018:584, σκέψη 111, και της 1ης Αυγούστου 2025, Alace και Canpelli, C-758/24 και C-759/24, EU:C:2025:591, σκέψη 82).
[…]
34. Αφετέρου, το Δικαστήριο έχει επισημάνει ότι ο επιθετικός προσδιορισμός «πλήρης» που παρατίθεται στο άρθρο 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32 επιβεβαιώνει ότι ο δικαστής οφείλει να εξετάζει τόσο τα στοιχεία που έλαβε ή θα έπρεπε να είχε λάβει υπόψη η αποφαινόμενη αρχή όσο και τα στοιχεία που ανέκυψαν μετά την έκδοση της απόφασης της εν λόγω αρχής (αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 2018, Alheto, C-585/16, EU:C:2018:584, σκέψη 113, και της 1ης Αυγούστου 2025, Alace και Canpelli, C-758/24 και C-759/24, EU:C:2025:591, σκέψη 83).
[…]
38. Τούτο σημαίνει ότι το δικαστήριο αυτό μπορεί να λάβει υπόψη στοιχεία τα οποία προσκομίστηκαν κατά τη διαδικασία της προσφυγής, αλλά δεν ήταν ακόμη διαθέσιμα κατά το διοικητικό στάδιο.»
Στην απόφαση του ΔΕΕ στη C-563/22, S.N., L.N., ημ.13/06/24, λέχθηκαν και τα εξής, τα οποία έχουν τη σημασία τους εν προκειμένω:
«54. Το γεγονός ότι στοιχείο προβαλλόμενο προς στήριξη μεταγενέστερης αιτήσεως αξιολογήθηκε ήδη στο πλαίσιο της εξετάσεως προηγούμενης αιτήσεως διεθνούς προστασίας επί της οποίας εκδόθηκε απορριπτική απόφαση που κατέστη απρόσβλητη δεν αποκλείει την εκ μέρους της αποφαινομένης επί μεταγενέστερης αιτήσεως αρχής επανεξέταση ενός τέτοιου στοιχείου, υπό το πρίσμα των περιστάσεων που καταδεικνύουν τα νέα στοιχεία ή πορίσματα βάσει των οποίων η συγκεκριμένη αίτηση κρίθηκε παραδεκτή, προκειμένου να κρίνει επί της ουσίας τη μεταγενέστερη αίτηση.
55. Πράγματι, η αρμόδια αποφαινόμενη αρχή πρέπει να περιορίζεται να ελέγχει, αφενός, αν υφίστανται, προς στήριξη της ως άνω αιτήσεως, στοιχεία ή πορίσματα που δεν εξετάσθηκαν στο πλαίσιο της απρόσβλητης πλέον αποφάσεως επί της προηγούμενης αιτήσεως και, αφετέρου, αν τα νέα αυτά στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν αφ’ εαυτών ουσιωδώς την πιθανότητα υπαγωγής του αιτούντος σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, μόνον κατά το στάδιο εξετάσεως του παραδεκτού της μεταγενέστερης αιτήσεως [πρβλ. απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Νέα στοιχεία ή πορίσματα), C‑921/19, EU:C:2021:478, σκέψη 50]. Κατά τα λοιπά, ακόμη και κατά το στάδιο εξετάσεως του παραδεκτού μεταγενέστερης αιτήσεως, τα νέα στοιχεία ή πορίσματα δεν πρέπει να εκτιμώνται κατά τρόπο εντελώς ανεξάρτητο από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται, περιλαμβανομένης και της περιπτώσεως κατά την οποία το εν λόγω πλαίσιο δεν μεταβλήθηκε κατόπιν της απορρίψεως της προηγούμενης αιτήσεως με απόφαση που έχει καταστεί απρόσβλητη.
[…]
58. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 40 της οδηγίας 2013/32, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2011/95, έχει την έννοια ότι η αρχή που αποφαίνεται επί του βασίμου μεταγενέστερης αιτήσεως διεθνούς προστασίας οφείλει να εξετάζει τα πραγματικά στοιχεία τα οποία προβάλλονται προς στήριξη της αιτήσεως, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία τα στοιχεία αυτά έχουν ήδη αξιολογηθεί από την αρχή που απέρριψε την αρχική αίτηση διεθνούς προστασίας με απόφαση που έχει καταστεί απρόσβλητη.»
Σχετική με τα ως άνω είναι και η απόφαση του Εφετείου (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία) στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.66/22, Deepak Kumar ν. Δημοκρατίας, ημ.30/10/24, η οποία παραμένει πλήρως συμβατή με την ως άνω νομολογία του ΔΕΕ, όπου αναφέρθηκαν τα εξής:
«-Αντικείμενο της πρωτόδικης διαδικασίας ήταν, ως προαναφέρθηκε ανωτέρω, απόφαση της Εφεσίβλητης ημερομηνίας 29.1.2022, με την οποία απορρίφθηκε μεταγενέστερη αίτηση του Εφεσείοντα για επανάνοιγμα του φακέλου του για παροχή διεθνούς προστασίας. Προσθέτουμε, στο σημείο αυτό, το ουσιώδες ότι, αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.
-Σημειώνοντας-ορθά- στην απόφαση του το πρωτόδικο Δικαστήριο το πιο πάνω γεγονός, όφειλε να εξετάσει τη νομιμότητα και ορθότητα των προϋποθέσεων παραδεκτού (και μόνο) τέτοιας μεταγενέστερης αίτησης σε συνάρτηση με τους σχετικούς, περί τούτου, ισχυρισμούς του Εφεσείοντα.
[…]
- Πλην όμως, προδήλως, εσφαλμένα και αναρμόδια το πρωτόδικο Δικαστήριο επέκτεινε στη συνέχεια την κρίση του, ασχολήθηκε και αποφάσισε […] κατά πόσο ο Εφεσείων πληροί τις προϋποθέσεις για απόκτηση καθεστώτος πρόσφυγα ή υπάγεται η περίπτωση του σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, καθώς και επεκτάθηκε σε σχετικούς της διαδικασίας εξέτασης (και απόρριψης) της αρχικής αίτησης του Εφεσείοντα για χορήγηση ασύλου ισχυρισμούς. Αυτή, όμως, η απόφαση δεν ήταν αντικείμενο της εδώ υπό εξέταση πρωτόδικης προσφυγής και, ως εκ τούτου, δεν ήταν και επίδικο ζήτημα προς κρίση. Συνεπώς, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε και οποιαδήποτε δικαιοδοσία να ασχοληθεί με αυτό το ζήτημα, πόσο μάλλον να το κρίνει, αφού κάτι τέτοιο συνιστά νομολογιακά και δικονομικά ανεπίτρεπτο (στην κυπριακή έννομη τάξη) παρεμπίπτοντα έλεγχο άλλης από την επίδικη πράξης.»
Ανατρέχοντας δε στην οικεία νομοθεσία αξίζει να σημειωθούν τα εξής σχετικά.
Στο αρ.11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος του 2018 (73(I)/2018) αναφέρεται ότι το παρόν Δικαστήριο «[π]ροβαίνει σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής […] τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν, και […] την ανάγκη χορήγησης διεθνούς προστασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου, σε περίπτωση που προσβάλλεται απόφαση η οποία συνεπάγεται τη μη χορήγηση τέτοιας προστασίας ή την ανάκληση ή παύση τέτοιας προστασίας ή τη χορήγηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας αντί του καθεστώτος πρόσφυγα». Στο δε αρ.46 (3) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ προνοείται ότι «η πραγματική προσφυγή […] εξασφαλίζει πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας σύμφωνα με την οδηγία 2011/95/ΕΕ» (αγγλικά: «an effective remedy provides for a full and ex nunc examination of both facts and points of law, including, where applicable, an examination of the international protection needs pursuant to Directive 2011/95/EU».
Εκ του απαυγάσματος της ως άνω νομολογίας προκύπτει ότι το παρόν Δικαστήριο, στα πλαίσια προσφυγής κατά απόφασης δια της οποίας απορρίπτεται μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας ως απαράδεκτη, ως εν προκειμένω, θα πρέπει να προβεί σε πλήρη και ex nunc εξέταση των ενώπιον του στοιχείων, στα πλαίσια της οποίας «οφείλει να εξετάζει τόσο τα στοιχεία που έλαβε ή θα έπρεπε να είχε λάβει υπόψη η αποφαινόμενη αρχή όσο και τα στοιχεία που ανέκυψαν μετά την έκδοση της απόφασης της εν λόγω αρχής» (βλ. C-198/25, ανωτέρω), έχοντας δε κατά νου ότι, «ακόμη και κατά το στάδιο εξετάσεως του παραδεκτού μεταγενέστερης αιτήσεως, τα νέα στοιχεία ή πορίσματα δεν πρέπει να εκτιμώνται κατά τρόπο εντελώς ανεξάρτητο από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται, περιλαμβανομένης και της περιπτώσεως κατά την οποία το εν λόγω πλαίσιο δεν μεταβλήθηκε κατόπιν της απορρίψεως της προηγούμενης αιτήσεως με απόφαση που έχει καταστεί απρόσβλητη» » (βλ. C-563/22, ανωτέρω).
Αφετέρου θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι «εκδίδοντας την οδηγία 2013/32, ο νομοθέτης της Ένωσης δεν σκόπευε να θεσπίσει κοινό κανόνα βάσει του οποίου η αποφαινόμενη αρχή θα έπαυε να είναι αρμόδια μετά την ακύρωση της απόφασης επί αιτήσεως διεθνούς προστασίας, συνεπώς δε τα κράτη μέλη διατηρούν τη δυνατότητα να προβλέπουν ότι, κατόπιν της ακύρωσης αυτής, ο φάκελος […] πρέπει αναπεμφθεί στην εν λόγω αρχή, προκειμένου αυτή να λάβει νέα απόφαση» και ότι θα πρέπει, «κατόπιν ακυρώσεως της προηγούμενης αυτής απόφασης και σε περίπτωση αναπομπής του φακέλου στην αποφαινόμενη αρχή, να εκδίδεται νέα απόφαση εντός σύντομου χρόνου και η απόφαση αυτή να είναι σύμφωνη με την εκτίμηση που περιλαμβάνεται στην ακυρωτική δικαστική απόφαση» (βλ. C-216/22, ανωτέρω). Επί του σημείου τούτου στον Νόμο αναφέρεται ότι εξέταση επί των αναγκών διεθνούς προστασίας τελείται από το Δικαστήριο οσάκις «προσβάλλεται απόφαση η οποία συνεπάγεται τη μη χορήγηση τέτοιας προστασίας ή την ανάκληση ή παύση τέτοιας προστασίας ή τη χορήγηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας αντί του καθεστώτος πρόσφυγα» [αρ.11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος του 2018 (73(I)/2018)] και όχι σε κάθε περίπτωση όπου, ως η παρούσα, η δια της προσφυγής προσβαλλόμενη απόφαση δεν συνεπάγεται τέτοια συνέπεια (ήτοι την μη χορήγηση ή ανάκληση ή παύση διεθνούς προστασίας), αλλά αφορά απόφαση επί του παραδεκτού μεταγενέστερης αιτήσεως, στα πλαίσια του οποίου εξετάζονται, υπό το πρίσμα που εξηγείται και πιο πάνω, η «νομιμότητα και ορθότητα των προϋποθέσεων παραδεκτού (και μόνο) τέτοιας μεταγενέστερης αίτησης» (βλ. Deepak Kumar, ανωτέρω). Η προσέγγιση δε αυτή είναι επιτρεπτή και από το αρ.46 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, το οποίο προνοεί ότι η εξέταση αναγκών διεθνούς προστασίας γίνεται «κατά περίπτωση» (αγγλικά: «where applicable»).
Είναι λοιπόν εκ των ως άνω κατάληξη μου ότι εν προκειμένω θα πρέπει να γίνει πλήρης και ex nunc εξέταση (ως περιγράφεται αμέσως πιο πάνω) επί του παραδεκτού και μόνο και δεν κέκτηται δικαιοδοσίας του παρόν Δικαστήριο, επί περιπτώσεων ως η παρούσα, να εξετάσει το ίδιο τυχόν προκύπτουσες εκ των ενώπιον του στοιχείων ανάγκες διεθνούς προστασίας, παρά μόνο, σε περίπτωση που – υπό το φως όσων τέθηκαν ενώπιον του – καταλήγει ότι η απόφαση επί του παραδεκτού είναι παράνομη ή και λανθασμένη, να την ακυρώσει (ή να τροποποιήσει την επίδικη απόφαση, κρίνοντας την μεταγενέστερη αίτηση ως παραδεκτή) και να αναπέμψει την υπόθεση για τη συνέχιση της εξέτασης της αιτήσεως (επί της ουσίας/βασιμότητας αυτής) από τους καθ’ ων η αίτηση.
Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι τα ως άνω είναι – θεωρώ - συμβατά και με την πρόσφατη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.12/2025, B. A. ν. Δημοκρατίας, δεδομένου ότι η επίδικη εκεί απόφαση αφορούσε (1η) αίτηση διεθνούς προστασίας που εξετάστηκε επί της ουσίας, όπου και κρίθηκε ότι υφίστανται ανάγκες παροχής διεθνούς προστασίας, όμως ο αιτητής αποκλείστηκε από την προστασία αυτή [βλ. αρ.11 (3) (α) (ii) περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος του 2018 (73(I)/2018)], και είναι υπό το πρίσμα αυτό που λέχθηκε ότι το Δικαστήριο κωλύεται να ακυρώσει και να αναπέμψει την επίδικη αίτηση, υπό τις προϋποθέσεις που στην εν λόγω νομολογία εξηγούνται. Θεωρώ λοιπόν ότι η ως άνω νομολογία τυγχάνει εφαρμογής όπου η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επί του βάσιμου μιας αιτήσεως και αφορά την παροχή ή όχι διεθνούς προστασίας, και όχι επί του παραδεκτού αυτής, ως εν προκειμένω.
Επανερχόμενος τώρα στα ενώπιον μου στοιχεία, τα οποία καταγράφονται λεπτομερώς ανωτέρω και τα οποία δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω εδώ, παρατηρώ τα εξής.
Ο αιτητής στα πλαίσια της επίδικης αίτησης αναφέρει ότι ορισμένα μέλη της οικογένειας του έχουν μεταστραφεί στον Χριστιανισμό και ο αδελφός του απεβίωσε σε «κανονισμένο ατύχημα» το 2015 (αφήνοντας υπόνοιες ότι εμπλέκονται σ’ αυτό οι Αρχές του Ιράν και ότι αυτό σχετίζεται με την μεταστροφή του αδελφού του), στα πλαίσια δε της παρούσης έχει επισυναφθεί στην προσφυγή βεβαίωση βάπτισης του αιτητή ημ.27/11/25 (Παράρτημα 12 Προσφυγής), το οποίο δεν προσκομίστηκε στα πλαίσια της επίδικης αίτησης, αφού είναι μεταγενέστερο αυτής (η επίδικη απόφαση λήφθηκε στις 14/11/25, ερ.103), κοινοποιήθηκε δε στον αιτητή μια ημέρα μετά τη σύνταξη της εν λόγω βεβαίωσης, στις 28/11/25 (ερ.104).
Επί των ως άνω δεν παραγνωρίζω ότι τα όσα αναφέρει ο αιτητής (περί μεταστροφής του ιδίου αλλά και μελών της οικογενείας του στον Χριστιανισμό) είναι – κατά βάση – γενικά και εν πολλοίς αόριστα, είτε ιδωμένα ξεχωριστά είτε εντάσσοντας τα στο ευρύτερο πλαίσιο των ισχυρισμών του, τόσο επί της επίδικης όσο και επί των προηγούμενων διαδικασιών στις οποίες ανέφερε ισχυρισμούς περί αυτού. Παραμένει όμως εδώ το ότι τα όσα ο αιτητής αναφέρει περί μεταστροφής (συνεπεία των πράξεων του ιδίου) μελών της οικογένειας του στον Χριστιανισμό (περιλαμβανομένου του - όλως αόριστου - ισχυρισμού περί σύνδεσης της μεταστροφής με τον θάνατο του αδελφού του το 2015) και η βεβαίωση βάπτισης (η οποία πρέπει να ληφθεί υπόψη, ως και στην ως άνω νομολογία αναφέρεται), συνιστούν νέα στοιχεία που αφορούν μεν (μερικώς) ισχυρισμό που εξετάστηκε και απορρίφθηκε στα πλαίσια της 1ης αίτησης ασύλου (η δε απόφαση κατέστη απρόσβλητη), περιλαμβάνουν όμως και νέες εξελίξεις και εμπλοκή μελών της οικογενείας του. Θα πρέπει βεβαίως να τονιστεί ότι δεν είναι κάθε αόριστος ισχυρισμός που θα πρέπει να οδηγεί στο να κριθεί παραδεκτή μια μεταγενέστερη αίτηση (ως η εδώ επίδικη). Άλλωστε, ως και στη C-216/22 (ανωτέρω) σημειώνεται, «θα ήταν δυσανάλογο να [εξετάζεται] επί της ουσίας κάθε μεταγενέστερη αίτηση. Κάτι τέτοιο θα συνέβαινε εάν ο αιτών μπορούσε απλώς να επικαλεστεί οποιοδήποτε νέο στοιχείο ή πόρισμα, ανεξαρτήτως της λυσιτέλειάς του υπό το πρίσμα των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την αναγνώριση του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας, προκειμένου να αποτραπεί η απόρριψη από την αρμόδια αρχή της μεταγενέστερης αίτησής του ως απαράδεκτης βάσει του άρθρου 33, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2013/32.».
Λεχθέντων των ως άνω θα πρέπει εδώ να συνυπολογιστεί όμως το ότι έχουν παρέλθει πέραν των 12 ½ ετών από την εξέταση του προηγούμενου διαβήματος του αιτητή, ήτοι της απόφασης επί της ιεραρχικής προσφυγής ημ.21/02/13, μέχρι την απόφαση επί της επίδικης μεταγενέστερης αιτήσεως (ημ.14/11/25). Παραμένει παντελώς άγνωστο, καθώς ουδέν περί τούτου προκύπτει από τον ΔΦ, κατά πόσο ο αιτητής κατά το ως άνω διάστημα διέμενε στη Δημοκρατία ή το καθεστώς της διαμονής του. Το δε πιο πρόσφατο στοιχείο επ’ αυτού εντοπίζεται στο Παράρτημα 6 της Προσφυγής, όπου φαίνεται να είχαν τεθεί στον αιτητή όροι για την εξασφάλιση άδειας διαμονής στη Δημοκρατία για 12 μήνες, χωρίς δε να διευκρινίζεται αν έλαβε τελικά τέτοια άδεια. Σημειώνεται ότι στο ως άνω διάστημα έχει επέλθει πλήθος εξελίξεων στο Ιράν, μεταξύ των οποίων η εμπλοκή του σε διεθνή ένοπλη σύρραξη (με σημαντικές απώλειες αμάχων), αρχικά με το Ισραήλ (2025) και μετά με τη συμμετοχή και των Η.Π.Α. (2026), εκ των οποίων έχουν επέλθει σημαντικές αλλαγές στην ιεραρχία του καθεστώτος και έλαβαν επίσης χώρα μεγάλης έκτασης διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις στη χώρα, που έτυχαν βίαιης και σκληρής καταστολής από τις δυνάμεις ασφαλείας, η δε κατάσταση παραμένει ρευστή μέχρι και σήμερα.[1], [2], [3], [4], [5], [6], [7], [8], [9]
Ενόψει των ως άνω παραμένει λοιπόν το εξής σημαντικό, το οποίο και, ως θα εξηγήσω αμέσως, είναι καθοριστικό για την κατάληξη μου εν προκειμένω. Ο υπέρμετρος χρόνος που διέρρευσε μεταξύ της απόρριψης του προηγούμενου διαβήματος του αιτητή μέχρι την υποβολή (και απόρριψη) της επίδικης μεταγενέστερης αιτήσεως, δεδομένων δε και των (έστω γενικόλογων) καινοφανών ισχυρισμών του (ως καταγράφονται αμέσως πιο πάνω), λαμβανομένης υπόψη και της βεβαίωσης βάπτισης (που είναι διαφορετική από την προσκομισθείσα στα πλαίσια των προηγούμενων διαβημάτων, βλ. ερ.29), αλλά και των διεθνών και εγχώριων εξελίξεων που αφορούν το Ιράν, καθιστούσε επιβεβλημένο να κριθεί παραδεκτή η επίδικη αίτηση και να εξεταστούν (στα πλαίσια συνέντευξης) οι νέοι αυτοί ισχυρισμοί, δεδομένα (και έγγραφα) που αφορούν την υπό κρίση αίτηση. Κάθε άλλη προσέγγιση εδώ – δεδομένου του χρόνου που διέρρευσε και λαμβανομένου υπόψη του ότι, υπό το πρίσμα αυτό, έχουν τεθεί νέα στοιχεία (και έγγραφα) – καθιστά επισφαλή την απόρριψη της επίδικης αίτησης ως απαράδεκτης.
Αξίζει να λεχθεί ότι τα ως άνω είναι αποτέλεσμα εδώ της ολιγωρίας των καθ’ ων η αίτηση να προβούν στα κατάλληλα διαβήματα προκειμένου να απομακρυνθεί ο αιτητής από τη Δημοκρατία (στη χώρα καταγωγής) μετά την απόρριψη της ιεραρχικής του προσφυγής (ημ.21/02/13) ή ίσως και προηγουμένως.
Δεδομένης λοιπόν της ως άνω κατάληξης μου περί του ότι θα πρέπει να κριθεί παραδεκτή η επίδικη αίτηση και να εξεταστούν επί της ουσίας οι καινοφανείς ισχυρισμοί του αιτητή περί μεταστροφής (του ιδίου και της οικογένειας του) στον Χριστιανισμό (εντασσόμενοι στο πλαίσιο και των προηγούμενων επί τούτου ισχυρισμών του) και η τρέχουσα (πλέον) κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του, θεωρώ ότι θα πρέπει κατά την εξέταση αυτή να διερευνηθούν και οι λοιποί ισχυρισμοί του αιτητή (στα πλαίσια της επίδικης εδώ μεταγενέστερης αίτησης) που αφορούν την εμπλοκή της οικογένειας του στο καθεστώς, παρότι, ομολογουμένως, ουδόλως φαίνεται να συνδέονται με τον ίδιο – τουλάχιστον όχι κατά τρόπο που να αποκαλύπτεται ευθέως από τα όσα αυτός καταγράφει στην επίδικη αίτηση.
Καταλήγω λοιπόν εκ των ως άνω ότι η κρίση επί του παραδεκτού της επίδικης αίτησης είναι επί της ουσίας λανθασμένη και γι’ αυτό ακυρώνεται. Δεδομένης δε της ακύρωσης της και εφόσον η απόφαση επιστροφής του αιτητή ίδιας ημερομηνίας (ερ.103) συνδέεται άρρηκτα με την (ακυρωθείσα) απόρριψη της επίδικης αίτησης ως απαράδεκτης, μοιραία, θα πρέπει να ακυρωθεί κι’ αυτή, δεδομένων και των όσων αναφέρω πιο πάνω περί του ότι ουδεμία εξέταση έγινε αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής.
Νοείται ότι κατά την επανεξέταση της υπό κρίση αιτήσεως οι καθ’ ων η αίτηση θα πρέπει να προχωρήσουν σε «νέα απόφαση εντός σύντομου χρόνου και η απόφαση αυτή να είναι σύμφωνη με την εκτίμηση που περιλαμβάνεται στην ακυρωτική δικαστική απόφαση» [C-216/22, ανωτέρω, βλ. και αρ.59 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (158(I)/1999) και αρ.146 (5) του Συντάγματος].
Τα ως άνω σφραγίζουν και την τύχη της προσφυγής.
Η προσφυγή γίνεται δεκτή ως προς τα Αιτητικά Α και Β και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται με έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον ΦΠΑ, αν υπάρχει, υπέρ του αιτητή και εναντίον των καθ’ ων η αίτηση.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Guardian, How the US-Israeli war on Iran created a massive hole in global airspace, 04/03/2026, https://www.theguardian.com/world/2026/mar/04/how-the-us-israeli-war-on-iran-created-a-massive-hole-in-global-airspace
[2] Al Jazeera, Airspace closed, airlines halt flights as US, Israel attack, Iran responds, 28/02/2026, https://www.aljazeera.com/news/2026/2/28/airspace-closed-airlines-halt-flights-as-us-israel-attack-iran-responds
[3] Iran-Israel War Day 31 Updates: Trump claims ‘regime change’ in Iran; Israel strikes Tehran as war crosses a month - The Economic Times διαθέσιμο σε https://economictimes.indiatimes.com/news/defence/iran-war-news-day-31-strait-of-hormuz-us-israel-tehran-middle-east-war-latest-news/articleshow/129891754.cms)
[4] Iranian attacks across Gulf continue as major industrial sites hit - https://www.bbc.com/news/articles/cp86yrq5jy7o, Is Trump's pause on attacking Iranian energy for diplomacy or an escalation? - https://www.bbc.com/news/articles/c2evg2m3ye2o και How Pakistan won over Trump to become an unlikely mediator in the Iran war - https://www.bbc.com/news/articles/cy91vrzxn34o
[5] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Iran, Events / Fatalities, All Events, Past Year, διαθέσιμη σε Explorer | ACLED
[6] US and Israel launch "pre-emptive" attack against Iran | Reuters διαθέσιμο σε https://www.reuters.com/world/middle-east/israel-says-it-launched-pre-emptive-attack-against-iran-2026-02-28/
[7] BBC, In maps: two weeks of attacks across Iran and the Middle East, 13/03/2026, https://www.bbc.com/news/articles/c4g0pnnj8xyo
[8] Aljazeera, Updates: Iran hits Israel with air strikes after nuclear site attacks, 14 June 2025, available at: https://www.aljazeera.com/news/liveblog/2025/6/13/live-explosions-reported-in-iran-amid-israel-tensions,; BBC, What we know about the Iran-Israel ceasefire, available at: https://www.bbc.com/news/articles/czjk3kxr3zno, Hudson Institute, How Israel’s Operation Rising Lion Dismantled Iran from Within: A Case Study in the Art of Deception, 10 Sep. 2025, available at: https://www.hudson.org/defense-strategy/how-israels-operation-rising-lion-dismantled-iran-within-case-study-art-deception
[9] Iran’s precision strikes picked apart Gulf infrastructure, blunting US war plans - https://www.reuters.com/world/iran/
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο