N.N.N. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργού Εσωτερικών, Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 323/2024, 2/11/2026
print
Τίτλος:
N.N.N. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργού Εσωτερικών, Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 323/2024, 2/11/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.:  323/2024

2 Νοεμβρίου, 2026

[Ε. ΡΗΓΑ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

N.N.N.

από Καμερούν

                                                                Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω

Υπουργού Εσωτερικών, Υπηρεσίας Ασύλου

                                                        Καθ' ων η Αίτηση

 

Δικηγόροι για Αιτητή: Ζ. Ποντίκη (κα) για Αλ Τάχερ Μπενέτης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: Κ. Ιμανίμης (κος) 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.:  Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 20.11.2023, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).

 

Ι. Πραγματικό και διαδικαστικό ιστορικό

 

Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την Ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου ο οποίος κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).

 

Ο Αιτητής είναι υπήκοος του Καμερούν,το οποίο εγκατέλειψε στις 26.09.2021 και  εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές υποβάλλοντας αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 01.11.2021. Στις 14.11.2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός») και στις 18.11.2023 ετοιμάστηκε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία προτεινόταν η απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε στις 20.11.2023 την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή. Η απόφαση αυτή αποτελεί το αντικείμενο της υπό εξέταση προσφυγής.

 

ΙΙ. Θέσεις των διαδίκων

 

Ο Αιτητής, μέσω των συνηγόρων του προέβαλε στα πλαίσια τόσο του εισαγωγικού δικογράφου της διαδικασίας όσο και της γραπτής του αγόρευσης πλείονες λόγους ακυρώσεως, τους οποίους ωστόσο απέσυρε κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων και περιορίστηκε μόνο στην προώθηση του λόγου ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας.

 

Από την πλευρά τους οι Καθ΄ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης υποβάλλοντας ότι αυτή λήφθηκε κατόπιν ενδελεχούς έρευνας όλων των σχετικών στοιχείων της υπόθεσης, εύλογα και εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας εφαρμόζοντας το Νόμο και ότι αυτή είναι δεόντως αιτιολογημένη.

 

 

 

 

ΙΙΙ. Αξιολόγηση Δικαστηρίου

 

Α.  Επί της ουσίας της υπόθεσης σε συνάρτηση με τον προβαλλόμενο λόγο ακύρωσης

 

Εξετάζοντας τον μοναδικό λόγο ακύρωσης που διατηρήθηκε κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, ήτοι την έλλειψη δέουσας έρευνας, διαπιστώνω ότι αυτός συνδέεται άμεσα με την ουσιαστική αξιολόγηση του αιτήματος του Αιτητή για διεθνή προστασία.

 

Αναφορικά με τον ισχυρισμό αυτό επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο, στο πλαίσιο ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο διοικητικό όργανο διερεύνησε και συνεκτίμησε όλα τα ουσιώδη στοιχεία που όφειλε να εξετάσει προκειμένου να καταλήξει στην απόφασή του. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία της υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της απαιτούμενης έρευνας προσδιορίζονται από τις ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε υπόθεσης. [1]

 

Εντούτοις, λαμβανομένης υπόψη της πλήρους και ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου επί αιτήσεων διεθνούς προστασίας, η εξέταση δεν περιορίζεται αποκλειστικά στη διαπίστωση τυχόν πλημμελειών της διοικητικής διαδικασίας, αλλά εκτείνεται και στην αυτοτελή αξιολόγηση της ουσιαστικής βασιμότητας του αιτήματος.

 

Ως εκ τούτου, προχωρώ στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, αξιολογώντας αυτοτελώς την αξιοπιστία των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή, το σύνολο των στοιχείων του διοικητικού φακέλου, περιλαμβανομένων των δηλώσεών του κατά την υποβολή της αίτησης και τη συνέντευξή του, καθώς και τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής που παρατίθενται κατωτέρω, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.

 

1. Οι δηλώσεις του Αιτητή

 

Ειδικότερα, παρατηρώ ότι κατά την υποβολή της αίτησής του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής κατέγραψε ότι προέρχεται από τη νοτιοδυτική περιοχή του Καμερούν, ισχυριζόμενος ότι αναζητεί διεθνή προστασία λόγω της συνεχιζόμενης κρίσης στην πατρίδα του (διαμάχη ανάμεσα στην Κυβέρνηση και τους αποσχιστές από την αγγλόφωνη μειονότητα).  Ο Αιτητής ανέφερε ότι στη χώρα καταγωγής του, τα περισσότερα σπίτια τους έχουν καεί και πολλοί άνθρωποι έχουν σκοτωθεί.  Δήλωσε ότι πολλοί συμπατριώτες του εγκατέλειψαν το Καμερούν αναζητώντας άσυλο σε γειτονικές χώρες όπως η Νιγηρία.

 

Ακολούθως, κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης, ο Αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε στο χωριό Mosongisele της Kumba, στο νοτιοδυτικό Καμερούν, και ότι το 2012 μετακινήθηκε στην Buea, όπου διέμενε πριν από την αναχώρησή του από τη χώρα, μαζί με τους δύο αδελφούς του. Ανέφερε ότι επέστρεφε κατά διαστήματα στο χωριό του και επισκεπτόταν τη μητέρα του στην Kumba, ενώ μετέβαινε και στη Limbe, όπου παρέμενε για διαστήματα δύο έως τριών μηνών, καθώς είχε φίλους εκεί. Ως προς το μορφωτικό του επίπεδο, δήλωσε ότι αποφοίτησε από το γυμνάσιο στην Buea και ότι ομιλεί τη μητρική του γλώσσα, Oroko, καθώς και Αγγλικά και Γαλλικά. Ανέφερε, επίσης, ότι είναι κάτοχος διαβατηρίου, το οποίο εξέδωσε στη Yaounde προκειμένου να ταξιδέψει στο εξωτερικό και έχει ήδη παραδώσει στην Υπηρεσία Ασύλου.

 

Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο πατέρας του απεβίωσε, κατά την εκτίμησή του, το 2001 και ότι έχει δύο αδελφούς και δύο αδελφές. Δήλωσε ότι πιστεύει πως ο ένας αδελφός του βρίσκεται στη Νιγηρία λόγω της κατάστασης στο Καμερούν, ενώ ο άλλος αδελφός και οι δύο αδελφές του διαμένουν στην Buea. Πρόσθεσε ότι οι αδελφές του εξακολουθούν να φοιτούν στο σχολείο, ενώ ο αδελφός του έχει ολοκληρώσει τη φοίτησή του. Η μητέρα του διαμένει στην Kumba και ασχολείται με τη γεωργία. Ανέφερε ότι ο ίδιος στηρίζει οικονομικά την οικογένειά του, με συνδρομή, κατά διαστήματα, και της μητέρας του. Ερωτηθείς για άλλους συγγενείς, αναφέρθηκε μόνο σε έναν εξάδελφό του που διαμένει στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Ως προς την επαγγελματική του δραστηριότητα, δήλωσε ότι δεν είχε εργαστεί στη χώρα καταγωγής του και ότι η μητέρα του κάλυπτε τις οικονομικές ανάγκες της οικογένειας, υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχουν θέσεις εργασίας στο Καμερούν και στη Νιγηρία. Κατά τον χρόνο της συνέντευξης εργαζόταν σε ξενοδοχείο στη Δημοκρατία.

 

Αναφορικά με την αναχώρησή του από το Καμερούν, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την έξοδό του από τη χώρα και ότι αφίχθηκε στις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές με άδεια φοιτητή, εισερχόμενος στη συνέχεια παράτυπα στις ελεγχόμενες περιοχές. Τα έξοδα του ταξιδιού του καλύφθηκαν με χρήματα που του απέστειλε ο εξάδελφός του από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Δήλωσε, επίσης, ότι ουδέποτε συνελήφθη ή κρατήθηκε στη χώρα καταγωγής του και ότι οι αρχές της θα του επέτρεπαν να επιστρέψει.

 

Ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής επικαλέστηκε την κρίση μεταξύ αγγλόφωνων και γαλλόφωνων και τη γενικότερη κατάσταση ανασφάλειας. Ειδικότερα, ανέφερε ότι, ενώ θεωρεί πως οι αδελφές του μπορούν να διαμένουν στην Buea, οι νεαροί άνδρες αντιμετωπίζουν προβλήματα, καθώς καλούνται να ενταχθούν στους Ambazonians. Υποστήριξε ότι οι επιθέσεις των τελευταίων κατά της Κυβέρνησης επηρεάζουν όλους και ενέχουν κίνδυνο απώλειας της ζωής. Ερωτηθείς επανειλημμένα εάν είχε συμβεί οτιδήποτε σε βάρος του προσωπικά, απάντησε αρνητικά, διευκρινίζοντας ότι αναχώρησε λόγω της γενικής κατάστασης και επειδή δεν αισθανόταν ασφαλής. Ανέφερε ότι αρχικά εξέταζε το ενδεχόμενο να μεταβεί στη Νιγηρία, αλλά, επειδή θεωρούσε ότι ούτε εκεί υπήρχε ασφάλεια, επέλεξε να έρθει στην Ευρώπη, όπου, κατά την αντίληψή του, υπάρχει μεγαλύτερη ασφάλεια και σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

 

Σε σχέση με το ενδεχόμενο επιστροφής του στο Καμερούν, ο Αιτητής δήλωσε ότι η κρίση εξακολουθεί να υφίσταται και ότι η γενική κατάσταση παραμένει δυσμενής, ιδιαίτερα στο εσωτερικό της χώρας. Ερωτηθείς εάν είχε συμβεί οτιδήποτε σε βάρος της μητέρας ή των αδελφών του, απάντησε αρνητικά. Ανέφερε ότι οι αδελφές του είναι ασφαλείς στην Buea, ενώ χαρακτήρισε την Kumba, όπου διαμένει η μητέρα του, ως ιδιαίτερα επικίνδυνη. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι η μητέρα του δεν είχε υποστεί οποιοδήποτε περιστατικό και εξακολουθούσε να μεταβαίνει στο αγρόκτημά της. Κατά την ολοκλήρωση της συνέντευξης, δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε να προσθέσει οτιδήποτε άλλο.

 

2. Η αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση

 

Κατά την αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή, ο Λειτουργός διέκρινε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από τις δηλώσεις του. Ο πρώτος αφορούσε την ταυτότητα, το προφίλ, τα προσωπικά στοιχεία και τη χώρα καταγωγής του Αιτητή και ο δεύτερος την αναχώρησή του από το Καμερούν λόγω της γενικής κατάστασης ασφαλείας. Αμφότεροι οι ισχυρισμοί έγιναν αποδεκτοί, καθώς κρίθηκε ότι τεκμηριώθηκε η εσωτερική και εξωτερική αξιοπιστία τους.

 

Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ο Λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή παρουσίαζαν την απαιτούμενη συνοχή, δεν εντοπίστηκαν αντιφάσεις και επεξηγήθηκαν επαρκώς οι λόγοι που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα του. Ειδικότερα, ο Αιτητής συνέδεσε την αναχώρησή του με την κρίση μεταξύ αγγλόφωνων και γαλλόφωνων και τον κίνδυνο που απορρέει από τις επιθέσεις των Ambazonians. Επισημάνθηκε, ωστόσο, ότι ούτε ο ίδιος ούτε η οικογένειά του είχαν στοχοποιηθεί προσωπικά από τον στρατό του Καμερούν ή τους Ambazonians και ότι τα περιστατικά στα οποία αναφέρθηκε αφορούσαν τη γενική κατάσταση ασφαλείας. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ο λειτουργός παρέθεσε πληροφορίες για τις συγκρούσεις μεταξύ κυβερνητικών δυνάμεων και ένοπλων αυτονομιστικών ομάδων στις αγγλόφωνες περιοχές, καθώς και για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε βάρος αμάχων από τις εμπλεκόμενες πλευρές. Στη βάση των ανωτέρω, ο εν λόγω ισχυρισμός έγινε αποδεκτός.

 

Ακολούθως, ο Λειτουργός προχώρησε σε αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή, στη βάση των δύο αποδεκτών ουσιωδών ισχυρισμών, εστιάζοντας στην περιοχή Kumba της νοτιοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν, την οποία προσδιόρισε ως περιοχή επιστροφής του. Αφού παρέθεσε πληροφορίες για τις ένοπλες συγκρούσεις, τα περιστατικά βίας κατά αμάχων, τον εκτοπισμό πληθυσμού και τις ανθρωπιστικές συνέπειες της κρίσης, κατέληξε ότι υπήρχαν εύλογοι λόγοι να θεωρείται ότι ο Αιτητής θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω της κατάστασης ανασφάλειας στην εν λόγω περιφέρεια.

 

Κατά τη νομική ανάλυση, ο Λειτουργός έκρινε ότι δεν στοιχειοθετείτο βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης για έναν από τους λόγους της Σύμβασης της Γενεύης, ώστε να αναγνωριστεί στον Αιτητή προσφυγικό καθεστώς. Ως προς τη συμπληρωματική προστασία, έκρινε ότι δεν προέκυπτε πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, κατά το άρθρο 19(2)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.

Σε σχέση με το άρθρο 19(2)(γ) του ίδιου Νόμου, ο Λειτουργός αναγνώρισε ότι στη νοτιοδυτική περιφέρεια επικρατούσε εσωτερική ένοπλη σύρραξη, η οποία συνεπαγόταν περιστατικά αδιακρίτως ασκούμενης βίας. Μολονότι αρχικά κατέγραψε ότι ο Αιτητής θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, στη συνέχεια, λαμβάνοντας υπόψη ότι πρόκειται για ενήλικο, υγιές άτομο, με στοιχειώδη μόρφωση, χωρίς διαπιστωμένα στοιχεία ευαλωτότητας και με γνώση Αγγλικών και Γαλλικών, κατέληξε ότι δεν προέκυπτε τέτοιος κίνδυνος λόγω της παρουσίας του και μόνον στην περιοχή επιστροφής. Ως εκ τούτου, εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος τόσο για αναγνώριση προσφυγικού καθεστώτος όσο και για παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας.

 

3. Η δικαστική αξιολόγηση της αξιοπιστίας

 

Αξιολογώντας τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως των εφαρμοστέων νομοθετικών προνοιών και έχοντας μελετήσει την Έκθεση/Εισήγηση του Λειτουργού και τις δηλώσεις του Αιτητή κατά τη διοικητική διαδικασία, κρίνω πρόσφορη τη διάκριση των ουσιωδών ισχυρισμών στην οποία προέβη η Υπηρεσία Ασύλου. Προχωρώ, ως εκ τούτου, στην αυτοτελή αξιολόγησή τους.

 

Αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ο οποίος αφορά την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα βασικά προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, δεν διαπιστώνω λόγο διαφοροποίησης από την αποδοχή του από την Υπηρεσία Ασύλου.  Ως προς τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, διαφωνώ με τον προσδιορισμό της Kumba από τον Λειτουργό ως περιοχής επιστροφής του, καθότι από τις δηλώσεις του προκύπτει ότι τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής του ήταν η Buea, όπου εγκαταστάθηκε το 2012 και διέμενε πριν από την αναχώρησή του από το Καμερούν. Οι επισκέψεις του στην Kumba, όπου διαμένει η μητέρα του, και οι κατά διαστήματα παραμονές του στη Limbe δεν αναιρούν τη συγκεκριμένη διαπίστωση. Ως εκ τούτου, η αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του θα διενεργηθεί με περιοχή αναφοράς την Buea.

 

Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ο Αιτητής απέδωσε την αναχώρησή του από το Καμερούν στη γενική κατάσταση ανασφάλειας που συνδέεται με την κρίση στις αγγλόφωνες περιοχές και τις συγκρούσεις μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και των Ambazonians. Οι δηλώσεις του ως προς τον λόγο αυτό παρέμειναν σταθερές και δεν εμφανίζουν ουσιώδεις αντιφάσεις. Εξήγησε ότι δεν αισθανόταν ασφαλής λόγω των επιθέσεων και του ενδεχομένου απώλειας της ζωής του, ενώ ανέφερε ότι επέλεξε να μεταβεί στην Ευρώπη αναζητώντας μεγαλύτερη ασφάλεια. Ο πυρήνας του ισχυρισμού του συνάδει με τις πληροφορίες που παρατέθηκαν στην Έκθεση/Εισήγηση για την ένοπλη σύγκρουση και τη βία στις αγγλόφωνες περιοχές. Αποδέχομαι, συνεπώς, ότι η γενική κατάσταση ανασφάλειας αποτέλεσε τον λόγο αναχώρησής του.

 

Παράλληλα, ο Αιτητής διευκρίνισε, κατόπιν επανειλημμένων ερωτήσεων, ότι δεν είχε συμβεί οποιοδήποτε περιστατικό σε βάρος του προσωπικά. Δήλωσε ότι ουδέποτε συνελήφθη ή κρατήθηκε και ότι δεν αντιμετώπισε πρόβλημα κατά την έξοδό του από το Καμερούν. Ομοίως, δεν ανέφερε περιστατικό σε βάρος της μητέρας ή των αδελφών του. Τα στοιχεία αυτά οριοθετούν το περιεχόμενο του αποδεκτού ισχυρισμού, ο οποίος αφορά την αναχώρησή του λόγω της γενικής κατάστασης ασφαλείας και δεν περιλαμβάνει προηγούμενη προσωπική στοχοποίηση ή συγκεκριμένη πράξη δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε βάρος του.

Η αναφορά του ότι οι νεαροί άνδρες καλούνται να ενταχθούν στους Ambazonians διατυπώθηκε επίσης γενικά, χωρίς περιγραφή προσωπικής προσέγγισης, απόπειρας στρατολόγησης, απειλής ή συνέπειας λόγω άρνησής του να ενταχθεί. Συνεπώς, από τις δηλώσεις του δεν προκύπτει ότι ο ίδιος αποτέλεσε στόχο στρατολόγησης. Η σημασία, ωστόσο, της ηλικίας και του φύλου του για τον μελλοντικό κίνδυνο εξετάζεται σε συνάρτηση με τις πληροφορίες για την περιοχή επιστροφής του.

 

Β.  Εξέταση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος

 

Έχοντας ολοκληρώσει την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση του κατά πόσον, στη βάση των πραγματικών περιστατικών που έγιναν αποδεκτά και υπό το φως των επικαιροποιημένων πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής, πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την αναγνώρισή του ως πρόσφυγα.

 

Ως προς το εφαρμοστέο νομοθετικό πλαίσιο, επισημαίνεται ότι, για τους λόγους που αναλύθηκαν εκτενώς στην απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου E.O.A. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 1003/2023, ημερ. 18.09.2026, και οι οποίοι υιοθετούνται mutatis mutandis και στην παρούσα υπόθεση, ως προς την εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων για την αναγνώριση του Αιτητή ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας εφαρμοστέος είναι ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347, ο οποίος εφαρμόζεται από τις 12.06.2026 και αντικατέστησε, ως προς τα ζητήματα που ρυθμίζει, την Οδηγία 2011/95/ΕΕ.

 

Χωρίς να κρίνεται αναγκαία η εκ νέου παράθεση της εκτενούς ανάλυσης που περιλαμβάνεται στην ανωτέρω απόφαση ως προς την εφαρμογή του νέου κανονιστικού πλαισίου, αρκεί για τους σκοπούς της παρούσας να επισημανθεί ότι η εξέταση από το Δικαστήριο, κατά τον χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης, του κατά πόσον ο Αιτητής πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα διενεργείται βάσει των σχετικών διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

 

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 3(5) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, ως «πρόσφυγας» νοείται, καθόσον αφορά υπήκοο τρίτης χώρας, πρόσωπο το οποίο, συνεπεία βάσιμου φόβου δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, ευρίσκεται εκτός της χώρας της ιθαγένειάς του και δεν μπορεί ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της χώρας αυτής και στο οποίο δεν εφαρμόζεται το άρθρο 12.

 

Υπό το ανωτέρω νομοθετικό πλαίσιο, και στη βάση των πραγματικών περιστατικών που έγιναν αποδεκτά, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση του κατά πόσον ο Αιτητής πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα.

 

Στην παρούσα υπόθεση έγιναν αποδεκτά τα προσωπικά στοιχεία και η καμερουνέζικη ιθαγένεια του Αιτητή, η διαμονή του στην Buea, ως τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του, καθώς και η αναχώρησή του λόγω της γενικής κατάστασης ανασφάλειας στις αγγλόφωνες περιοχές. Ο ίδιος διευκρίνισε ότι δεν υπέστη προσωπική επίθεση ή απειλή, ουδέποτε συνελήφθη ή κρατήθηκε και δεν αντιμετώπισε πρόβλημα κατά την έξοδό του από τη χώρα. Η απουσία προηγούμενης δίωξης δεν αποκλείει μελλοντικό κίνδυνο, επιβάλλεται όμως να εξεταστεί εάν τέτοιος κίνδυνος προκύπτει από το προσωπικό του προφίλ σε συνδυασμό με τις συνθήκες στην περιοχή επιστροφής του.

 

Από τις δηλώσεις του δεν προκύπτει πολιτική δραστηριότητα ή σύνδεσή του με τις αυτονομιστικές ομάδες, απόδοση σε αυτόν συγκεκριμένων πολιτικών πεποιθήσεων ή προσωπικό ενδιαφέρον κρατικών ή μη κρατικών δρώντων προς το πρόσωπό του. Η δε αναφορά του στην ένταξη νεαρών ανδρών στους Ambazonians παρέμεινε γενική, χωρίς να περιγράφεται προσωπική προσέγγιση, απόπειρα στρατολόγησης ή απειλή λόγω άρνησής του να ενταχθεί. Τα στοιχεία αυτά δεν θεμελιώνουν εύλογη πιθανότητα δίωξής του λόγω πραγματικής ή αποδιδόμενης πολιτικής πεποίθησης.

 

Οι πληροφορίες που παρατέθηκαν για τις συγκρούσεις και τις παραβιάσεις σε βάρος αμάχων στις αγγλόφωνες περιοχές συνεκτιμώνται με την ηλικία, το φύλο και το γλωσσικό προφίλ του Αιτητή. Δεν προκύπτει, ωστόσο, από τα εξετασθέντα στοιχεία ότι τα χαρακτηριστικά αυτά, αυτοτελώς ή συνδυαστικά, τον εκθέτουν σε βάσιμο φόβο δίωξης για κάποιον από τους προστατευόμενους λόγους. Ο φόβος που περιέγραψε αφορά πρωτίστως τον κίνδυνο από τη γενική κατάσταση ασφαλείας.

 

Κατά συνέπεια, δεν διαπιστώνεται βάσιμος φόβος δίωξης συνδεόμενος με έναν από τους λόγους του άρθρου 3(5) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 και, ως εκ τούτου, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αναγνώρισης του Αιτητή ως πρόσφυγα. Η κρίση αυτή δεν προδικάζει την αυτοτελή εξέταση του δικαιώματός του σε επικουρική προστασία.

 

Γ. Εξέταση των προϋποθέσεων χορήγησης επικουρικής προστασίας

 

Κατόπιν της διαπίστωσης ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως πρόσφυγα, απομένει να εξεταστεί κατά πόσον πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του ως προσώπου που δικαιούται επικουρική προστασία, κατά την έννοια του άρθρου 3(6) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

 

Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, ως «πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία» νοείται υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής ο οποίος δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηρισθεί πρόσφυγας, αλλά για τον οποίο έχουν καταδειχθεί ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του ή, στην περίπτωση ανιθαγενούς, στη χώρα της προηγούμενης συνήθους διαμονής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 15, και στον οποίο δεν εφαρμόζεται το άρθρο 17(1) και (2), ενώ δεν δύναται ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της χώρας αυτής.

 

Κατά δε το άρθρο 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, ως σοβαρή βλάβη νοείται:

 

(α) η θανατική ποινή ή εκτέλεση·

 

(β) τα βασανιστήρια ή η απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτητή στη χώρα καταγωγής· ή

 

(γ) η σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.

 

Στην παρούσα υπόθεση, ο Αιτητής δεν επικαλέστηκε καταδίκη, εκκρεμή κατηγορία ή άλλη περίσταση από την οποία να προκύπτει κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης. Περαιτέρω, δήλωσε ότι ουδέποτε συνελήφθη ή κρατήθηκε, ότι δεν υπέστη προσωπική επίθεση ή απειλή και ότι δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την έξοδό του από το Καμερούν. Μολονότι η απουσία προηγούμενης σοβαρής βλάβης δεν αποκλείει μελλοντικό κίνδυνο, από τα αποδεκτά περιστατικά δεν αναδεικνύεται συγκεκριμένος παράγοντας που να θεμελιώνει πραγματικό κίνδυνο υποβολής του σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Η δε γενική αναφορά του στην ένταξη νεαρών ανδρών στους Ambazonians, χωρίς προσωπική προσέγγιση, απειλή ή απόπειρα στρατολόγησής του, δεν αρκεί, υπό τα ενώπιόν μου στοιχεία, για τη θεμελίωση τέτοιου κινδύνου. Συνεπώς, δεν προκύπτουν ουσιώδεις λόγοι υπαγωγής του στις περιπτώσεις (α) και (β) του άρθρου 15. Εξέτασης χρήζει η περίπτωση (γ) της εν λόγω διάταξης.

 

Ως προς την ερμηνεία της τελευταίας αυτής διάταξης, επισημαίνεται ότι ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347 αποτυπώνει πλέον ρητώς στις αιτιολογικές του σκέψεις βασικές αρχές που είχαν διαμορφωθεί νομολογιακά υπό το προϊσχύσαν καθεστώς. Ειδικότερα, κατά την αιτιολογική σκέψη 50, η έννοια της αδιάκριτης βίας περιλαμβάνει βία η οποία δύναται να επεκταθεί σε πρόσωπα ανεξαρτήτως των προσωπικών τους περιστάσεων.

 

Περαιτέρω, κατά την αιτιολογική σκέψη 51, για τους σκοπούς της αξιολόγησης της σοβαρής βλάβης, ως εσωτερική ένοπλη σύγκρουση νοούνται καταστάσεις στις οποίες οι ένοπλες δυνάμεις τρίτης χώρας συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. Δεν απαιτείται η σύγκρουση να χαρακτηριστεί ως «ένοπλη σύγκρουση μη διεθνούς χαρακτήρα» κατά το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο ούτε απαιτείται, επιπλέον της αξιολόγησης του επιπέδου της βίας στην οικεία περιοχή, χωριστή εξέταση της έντασης των ένοπλων συγκρούσεων, του επιπέδου οργάνωσης των εμπλεκόμενων ενόπλων δυνάμεων ή της διάρκειας της σύγκρουσης.

 

Ιδιαίτερη σημασία έχει η αιτιολογική σκέψη 52, σύμφωνα με την οποία δεν απαιτείται από τον αιτητή να αποδείξει ότι αποτελεί ειδικό στόχο λόγω παραγόντων που αφορούν τις προσωπικές του περιστάσεις. Όσο, όμως, περισσότερο ο αιτητής αποδεικνύει ότι επηρεάζεται ειδικώς λόγω παραγόντων που συνδέονται με τις προσωπικές του περιστάσεις, τόσο χαμηλότερο είναι το απαιτούμενο επίπεδο αδιάκριτης βίας. Περαιτέρω, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η ύπαρξη σοβαρής και προσωπικής απειλής θεωρείται ότι στοιχειοθετείται όταν ο βαθμός αδιάκριτης βίας που χαρακτηρίζει την ένοπλη σύγκρουση είναι τόσο υψηλός ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι άμαχος ο οποίος επιστρέφει στη χώρα καταγωγής ή στο σχετικό τμήμα αυτής θα αντιμετωπίσει, λόγω και μόνο της παρουσίας του εκεί, πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

 

Οι ανωτέρω πρόνοιες αντανακλούν τη νομολογιακή προσέγγιση που είχε ήδη διαμορφώσει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως στις αποφάσεις Elgafaji, C-465/07, και CF και DN, C-901/19. Ειδικότερα, κατά την Elgafaji, όσο περισσότερο ο αιτητής δύναται να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω παραγόντων που αφορούν την προσωπική του κατάσταση, τόσο μικρότερος είναι ο βαθμός αδιάκριτης βίας που απαιτείται για τη θεμελίωση επικουρικής προστασίας. Αντιστρόφως, όταν δεν συντρέχουν τέτοιοι εξατομικευμένοι παράγοντες, απαιτείται η αδιάκριτη βία να έχει ανέλθει σε εξαιρετικά υψηλό επίπεδο, ώστε ο πραγματικός κίνδυνος να απορρέει από μόνη την παρουσία του αμάχου στην οικεία περιοχή.

 

Ως προς δε την αξιολόγηση του επιπέδου της αδιάκριτης βίας, εξακολουθούν να είναι συναφείς οι παράγοντες που προσδιορίστηκαν από το ΔΕΕ στην CF και DN, C-901/19, μεταξύ άλλων η ένταση των ένοπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκόμενων ενόπλων δυνάμεων, η διάρκεια της σύγκρουσης, η γεωγραφική έκταση της αδιάκριτης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής και οι εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων. Η αξιολόγηση δεν μπορεί, συνεπώς, να στηρίζεται αποκλειστικά στον αριθμό των καταγεγραμμένων θυμάτων, αλλά απαιτεί συνολική εκτίμηση όλων των περιστάσεων που χαρακτηρίζουν την κατάσταση στην οικεία περιοχή.

 

Περιοχή αναφοράς για την αξιολόγηση του κινδύνου αποτελεί η Buea της Νοτιοδυτικής Περιφέρειας του Καμερούν, η οποία, όπως ήδη διαπιστώθηκε, συνιστά τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή. Η αξιολόγηση θα επικεντρωθεί στις συνθήκες που επικρατούν στην Buea, συνεκτιμώντας την ευρύτερη κατάσταση στη Νοτιοδυτική Περιφέρεια, χωρίς να εξομοιώνεται αυτομάτως το επίπεδο βίας σε όλες τις επιμέρους περιοχές της.

 

Ως προς την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή επιστροφής του Αιτητή, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης από τις οποίες προέκυψαν τα ακόλουθα :

 

·                Η EUAA αναφέρει ότι η κατάσταση ασφαλείας στις αγγλόφωνες περιφέρειες παρέμεινε «εξαιρετικά ασταθής» καθ' όλη τη διάρκεια του 2024, με αυξημένη εγκληματικότητα, εισβολές NSAGs σε αστικά κέντρα, επιθέσεις κατά SSFs, απειλές κατά αμάχων και χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών (IEDs).[2] Βάσει δεδομένων από το ACLED, μεταξύ 13 Οκτωβρίου 2023 και 6 Δεκεμβρίου 2024 καταγράφηκαν 961 περιστατικά βίας στη Νοτιοδυτική Περιφέρεια και 930 θάνατοι, εκ των οποίων 300 από βία κατά αμάχων[3].

 

·                Μεταξύ Ιουλίου και Σεπτεμβρίου 2024, το Global Protection Cluster (GPC) κατέγραψε τον υψηλότερο αριθμό παραβιάσεων στις Buea (457 θύματα) και Muyuka (199 θύματα), αμφότερες στη διοίκηση Fako, με κύρια περιστατικά αυθαίρετες συλλήψεις, σωματικές επιθέσεις και δολοφονίες.[4]

 

·                Οι πλέον πρόσφατες πληροφορίες αναφέρουν ότι τον Ιούνιο του 2025, το UNOCHA σημείωσε ότι η κατάσταση στις αγγλόφωνες περιφέρειες παραμένει εύθραυστη και ασταθής, με συνεχείς επιθέσεις μεταξύ SSFs και NSAGs και διαρκείς αναφορές για απαγωγές με αντάλλαγμα λύτρα, στοχευμένες δολοφονίες, αυθαίρετες συλλήψεις και θανάτους αμάχων.[5]

 

·                Παράλληλα, οι πηγές επισημαίνουν ότι την ίδια περίοδο, η Βελγική Υπηρεσία Προσφύγων (CEDOCA) παρατηρούσε ότι η βία παραμένει περιορισμένη εντός των αγγλόφωνων περιφερειών και ότι οι αυτονομιστές δραστηριοποιούνται κυρίως σε αγροτικές, απομακρυσμένες περιοχές, με τη στρατιωτική παρουσία να έχει ενισχυθεί στις πόλεις αλλά να παραμένει ανεπαρκής για την πρόληψη περιστατικών[6].

 

·                Ως προς τη χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών (IEDs), οι πηγές αναφέρουν ότι το Global Centre for the Responsibility to Protect (GCR2P) αναφέρει ότι οι NSAGs, ιδίως αυτονομιστές, έχουν αυξήσει τη χρήση IEDs εναντίον κυβερνητικών δυνάμεων και αυτοκινητοπομπών στις αγγλόφωνες περιφέρειες, ιδιαίτερα στις διοικήσεις Bui και Momo, και ότι το 2025 το UNOCHA κατέγραψε τουλάχιστον 131 περιστατικά με IEDs, με τη χρήση σε πυκνοκατοικημένες περιοχές και κεντρικούς δρόμους να συνιστά σημαντικό κίνδυνο [7]

·                Τέλος, σημειώνεται συναφώς ότι σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση 07/10/26) στη Νοτιοδυτική Επαρχία, καταγράφηκαν 1.698 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political Violence" περιλαμβάνει βία κατά αμάχων, απομακρυσμένη βία, εκρήξεις, εξεγέρσεις, μάχες, διαμαρτυρίες) και 826 θάνατοι. Κατά το ίδιο διάστημα στην Buea καταγράφηκαν 43 περιστατικά ασφαλείας και προκλήθηκαν 5 θάνατοι. [8] Ο πληθυσμός της Νοτιοδυτικής περιφέρειας ανέρχεται περί το 1 ½ εκατομμύριο κατοίκων[9], της δε πόλης Buea περί τις 90.000. [10]

 

Εν προκειμένω, οι παρατεθείσες πληροφορίες αποτυπώνουν σοβαρή και συνεχιζόμενη ανασφάλεια στις αγγλόφωνες περιφέρειες του Καμερούν, με επιπτώσεις και στην Buea, η οποία αποτελεί τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή. Δεν παραγνωρίζω τις απαγωγές, τις αυθαίρετες συλλήψεις, τις σωματικές επιθέσεις, τις δολοφονίες και τη χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στην καταγραφή θυμάτων παραβιάσεων στην ίδια την Buea, η οποία καταδεικνύει ότι η αστική φυσιογνωμία της και η παρουσία κρατικών δυνάμεων δεν αποκλείουν την έκθεση αμάχων στη βία. Ούτε η στοχευμένη φύση ορισμένων επιθέσεων αποκλείει τις ευρύτερες συνέπειές τους για τον άμαχο πληθυσμό.

 

Συνεκτιμώντας, ωστόσο, τη φύση και τη γεωγραφική κατανομή των συμβάντων, τη δραστηριοποίηση των αυτονομιστικών ομάδων κυρίως σε αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές και τα παρατεθέντα δεδομένα για την Buea, δεν καταδεικνύεται ότι η αδιάκριτη βία στον συγκεκριμένο τόπο επιστροφής έχει ανέλθει σε τέτοιο επίπεδο ώστε κάθε άμαχος να αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής λόγω και μόνον της παρουσίας του εκεί.

 

Εξετάζοντας περαιτέρω τις ατομικές περιστάσεις του Αιτητή, παρατηρώ ότι πρόκειται για ενήλικο άνδρα, απόφοιτο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ο οποίος ομιλεί Oroko, Αγγλικά και Γαλλικά και διαθέτει εργασιακή εμπειρία σε ξενοδοχείο στη Δημοκρατία. Η εκπαίδευση, οι γλωσσικές γνώσεις και η εργασιακή του εμπειρία δεν αντιμετωπίζονται ως παράγοντες προστασίας έναντι της ένοπλης βίας. Δεν αναδείχθηκαν, πάντως, προβλήματα υγείας ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις που να περιορίζουν την ικανότητά του να αντιλαμβάνεται και να αποφεύγει κινδύνους ή να αυξάνουν ειδικώς την έκθεσή του στις συνέπειες της σύρραξης.

 

Συνεκτιμώνται επίσης το φύλο του και η αναφορά του στους κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι νεαροί άνδρες από τους Ambazonians. Η αναφορά αυτή δεν παραγνωρίζεται επειδή δεν είχε προηγηθεί προσωπική στοχοποίησή του. Ωστόσο, σε συνδυασμό με τις παρατεθείσες πληροφορίες, δεν αναδεικνύει συγκεκριμένη περίσταση εξαιτίας της οποίας ο ίδιος θα εκτίθετο περισσότερο στην αδιάκριτη βία στην Buea. Δεν περιέγραψε προηγούμενη προσέγγιση ή απόπειρα στρατολόγησής του, ούτε προκύπτει αποδεκτή δραστηριότητα ή άλλη ιδιότητα που να συνεπάγεται ιδιαίτερη έκθεσή του σε επικίνδυνες περιοχές ή μετακινήσεις.

 

Κατά τις δηλώσεις του, οι δύο αδελφές του και ο ένας αδελφός του διαμένουν στην Buea, ενώ η μητέρα του βρίσκεται στην Kumba. Η παραμονή συγγενικών του προσώπων στη χώρα, χωρίς να έχουν αναφερθεί περιστατικά σε βάρος τους, δεν αποδεικνύει αφ’ εαυτής την ασφάλεια της επιστροφής του ούτε εξομοιώνεται με διαθέσιμη προστασία. Ομοίως, το γεγονός ότι ο ίδιος δεν είχε υποστεί προσωπική επίθεση πριν από την αναχώρησή του δεν υποκαθιστά την εξέταση του μελλοντικού κινδύνου. Από τη συνολική, όμως, εκτίμηση των αποδεκτών προσωπικών του περιστάσεων δεν προκύπτει παράγοντας αυξημένης έκθεσης ο οποίος, σε συνδυασμό με το διαπιστωθέν επίπεδο βίας στην Buea, να θεμελιώνει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

 

Κατόπιν συνολικής στάθμισης των παρατεθέντων πληροφοριών για την κατάσταση ασφαλείας στην Buea και των αποδεκτών προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή, δεν διαπιστώνονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του εκεί, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης βίας στο πλαίσιο της εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Συνεπώς, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 15 στοιχείο γ΄ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

 

IV. ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των όσων αναπτύχθηκαν ανωτέρω και κατόπιν πλήρους και ex nunc εξέτασης των πραγματικών και νομικών ζητημάτων της υπόθεσης, καταλήγω ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για την αναγνώρισή του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.

 

Από τη συνεκτίμηση των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών και των πληροφοριών χώρας καταγωγής που εξετάστηκαν, δεν καταδείχθηκε βάσιμος φόβος δίωξης για οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους λόγους του άρθρου 3, σημείο 5, του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

 

Περαιτέρω, δεν καταδείχθηκαν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν και ειδικότερα στην Buea της Νοτιοδυτικής Περιφέρειας, η οποία αποτελεί τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 15 του ίδιου Κανονισμού.

 

Ως προς τον προβαλλόμενο λόγο περί έλλειψης δέουσας έρευνας, αυτός εξετάστηκε σε συνάρτηση με την ουσιαστική βασιμότητα του αιτήματος διεθνούς προστασίας. Παρά την εσφαλμένη επικέντρωση της διοικητικής έρευνας στην Kumba ως περιοχή επιστροφής του Αιτητή, το παρόν Δικαστήριο προέβη σε αυτοτελή, πλήρη και ex nunc εξέταση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης, με περιοχή αναφοράς την Buea, ως τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του, συνεκτιμώντας τις προσωπικές του περιστάσεις και τις πληροφορίες χώρας καταγωγής που παρατέθηκαν ανωτέρω. Από την εξέταση αυτή δεν προέκυψαν στοιχεία που να θεμελιώνουν δικαίωμά του σε διεθνή προστασία. Ως εκ τούτου, ο συγκεκριμένος λόγος δεν οδηγεί σε ανατροπή της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την απόρριψη του αιτήματος διεθνούς προστασίας.

Ως προς τα έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη τις ανωτέρω αδυναμίες της διοικητικής αξιολόγησης, κρίνω ορθό και δίκαιο, υπό τις περιστάσεις, να μην εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή.

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται ως προς την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή για διεθνή προστασία, χωρίς οποιαδήποτε διαταγή ως προς τα έξοδα.

  

 

 

 

Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] Απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU v Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 01.02.201

[2]  GPC, Protection Monitoring Update; July - September 2024, 30 October 2024, https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-10/pm_quarterly_update_jul-sept.pdf σελ. 2, όπως παρατίθεται σε EUAA, Cameroon; Security situation in the Northwest, Southwest and Far North regions [Q1-2025], 10/01/2025 https://www.ecoi.net/en/file/local/2120192/2025_01_EUAA_COI_Query_Response_Q1_Cameroon_Security_Situation.pdf σελ. 6

[3] EUAA analysis based on publicly available ACLED data. ACLED, Curated Data Files, Cameroon, Southwest

Region, 13 October 2023 to 6 December 2024 όπως παρατίθεται σε EUAA, Cameroon; Security situation in the Northwest, Southwest and Far North regions [Q1-2025], 10/01/2025 https://www.ecoi.net/en/file/local/2120192/2025_01_EUAA_COI_Query_Response_Q1_Cameroon_Security_Situation.pdf σελ. 9

[4] GPC, Protection Monitoring Update; July - September 2024, 30 October 2024, https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-10/pm_quarterly_update_jul-sept.pdf σελ 4, όπως παρατίθεται σε EUAA, Cameroon; Security situation in the Northwest, Southwest and Far North regions [Q1-2025], 10/01/2025 https://www.ecoi.net/en/file/local/2120192/2025_01_EUAA_COI_Query_Response_Q1_Cameroon_Security_Situation.pdf σελ. 6

[5] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (2 June 2025) Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.76, σελ.2, όπως παρατίθεται στο Refugee Documentation Centre of Ireland, Cameroon - Security Situation, 10/07/2025, https://www.ecoi.net/en/file/local/2131449/2025_07_Cameroon_Security_situation.pdf σελ. 2

[6] Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (11 June 2025) Cameroun: Regions anglophones: situation securitaire (Cameroon: English-speaking regions: security situation) [English summary], σελ. 3 όπως παρατίθεται στο Refugee Documentation Centre of Ireland, Cameroon - Security Situation, 10/07/2025, https://www.ecoi.net/en/file/local/2131449/2025_07_Cameroon_Security_situation.pdf σελ. 2

[7] Global Centre for the Responsibility to Protect,    Cameroon [country page], https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/

[8] ACLED, ACLED Explorer - Cameroon (All events, Past Year), Latest update: 07/10/2026, https://apps.acleddata.com/newexplorer/?time=year&type=events&disorder=all#/country/120


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο