ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ – ΛΑΡΝΑΚΑ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστή.
Ν. Αλεξάνδρου )
Γρ. Γρηγόρη ) Μελών.
Αρ. Αίτησης: 10/17
Μεταξύ:
ΜΑΡΚΟΣ ΚΕΦΑΛΑΣ
Αιτητή
και
NESTORAS HOTELS LIMITED Καθ΄ ων η αίτηση
Ημερομηνία: 16 Σεπτεμβρίου, 2025
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για τον Αιτητή - Καθ’ ου η αίτηση: κ. Μιντής
Για τους Καθ’ ων η αίτηση - Αιτητές: κ. Ζαχαρίου
ΑΠΟΦΑΣΗ
σε αίτηση για αναστολή εκτέλεσης απόφασης
Την 27/12/24 το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών εξέδωσε απόφαση υπέρ του Αιτητή – Καθ’ ου η αίτηση στην παρούσα (στο εξής «ο Αιτητής») και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση – Αιτητών στην παρούσα (στο εξής «οι Καθ’ ων η αίτηση»). Οι Καθ΄ ων η αίτηση εφεσίβαλαν την εν λόγω απόφαση.
Με την παρούσα αίτηση επιζητείται η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον των Καθ' ων η αίτηση μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Συγκεκριμένα, οι Καθ’ ων η αίτηση ζητούν τα ακόλουθα:
«Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η εκτέλεση της απόφασης ημερομηνίας 27.12.2024 που εκδόθηκε στα πλαίσια της ως άνω αίτησης μέχρι την τελική εκδίκαση της έφεσης που καταχωρήθηκε εναντίον της εν λόγω απόφασης και/ή μέχρι νεοτέρων οδηγιών του Δικαστηρίου.
Β. Οιανδήποτε περαιτέρω ή/και καλύτερη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει ορθή και δίκαια.
Γ. Έξοδα και Φ.Π.Α.».
Η αίτηση βασίζεται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.35 Θ.1-32, Θ.18 και 19, Δ.39 Θ.1-21, Δ.40 Θ. 1-19 και ειδικά Θ.7 και 19, Δ.41, Δ. 42, Δ.48 Θ. 1 – 13, Δ.55, Δ.57 Θ.1-4, Δ.59, Δ.63 και Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, άρθρα 1-73 και ειδικά στα άρθρα 29, 31, 32 και 47, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 4 και 9, στον περί Ερμηνείας Νόμο, στις αρχές της νομολογίας, στις αρχές της επιείκειας, στις συμφυείς και γενικές εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου, στον περί Δικαστηρίων Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999, Κ.2, Κ.10, Κ.11, Κ.12, Κ.16, και Κ.17, στον περί Ετησίων Μετ' Απολαβών Νόμο, άρθρο 12, στον περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο και στον περί Διατήρησης και Διασφάλισης των Δικαιωμάτων των Εργοδοτουμένων κατά την Μεταβίβαση Επιχειρήσεων, Εγκαταστάσεων ή Τμημάτων Επιχειρήσεων ή Εγκαταστάσεων.
Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση περιέχονται στην Ένορκη Δήλωση του κ.Φαρμακαλίδη, ο οποίος είναι υπάλληλος των Καθ’ ων η αίτηση, το περιεχόμενο της οποίας είναι το ακόλουθο:
«… Είναι η θέση των αιτητών ότι η έφεση έχει μεγάλες πιθανότητες να επιτύχει κάτι το οποίο μπορεί με βεβαιότητα να διαφανεί με μία απλή ανάγνωση της έφεσης. Είναι γεγονός ότι αν δεν ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης, η έφεση θα χάσει την αποτελεσματικότητα της καθότι με αυτή εφεσιβάλλεται η απόφαση του Δικαστηρίου να κρίνει τον τερματισμό εργοδότησης της αιτητής στην κυρίως / καθ' ου η αίτηση στην παρούσα (η «Καθ' ου η αίτηση») ως καταχρηστικός και ότι οι αιτητές δεν ενήργησαν ως ο μέσος λογικός εργοδότης και ότι δεν έιχαν ενώπιον τους όλα τα στοιχεία. Συγκεκριμένα, είναι η θέση των αιτητών ότι οι πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης είναι μεγάλες καθότι το Δικαστήριο αποφάσισε ως πιο πάνω παρά το ότι αποδέχθηκε πλήρως την μαρτυρία όλων των μαρτύρων και απέρριψε την μαρτυρία της εφεσίβλητης και παρά το ότι ο ισχυρισμός της κατάχρησης και των όσων έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο, όχι μόνο δεν δικογραφήθηκαν αλλά μάλιστα δεν τέθηκαν καν από την αιτητής είτε στην μαρτυρία της, είτε στους μάρτυρες των αιτητών.
4. Είναι η θέση των αιτητών ότι σε περίπτωση επιτυχίας της έφεση, δεδομένου και των σημείων της απόφασης που αυτή προσβάλει, η καθ' ου η αίτηση θα κληθεί να επιστρέψει στους αιτητές χρηματικά ποσά με αποτέλεσμα να είναι αβέβαιη η ικανοποίηση των αιτητών σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης. Δεν υπάρχει μαρτυρία για την φερεγγυότητα της ενώ σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης, είναι βέβαιο ότι η καθ' ου η αίτηση θα λάβει τα ποσά που επιδικάστηκαν υπέρ της. Πέραν τούτου, οι αιτητές είναι έτοιμοι να συμμορφωθούν με οποιοδήποτε όρο επιβάλει το Δικαστήριο για σκοπούς αναστολής της απόφασης είτε για καταβολή των δικηγορικών εξόδων, είτε ακόμα και για πληρωμή του ποσού στο Δικαστήριο, που επιδικάστηκε με την απόφαση.
5. Η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε ευθύς μόλις εκδόθηκε η απόφαση Τεκμήριο Α και χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση και είναι η θέση των αιτητών ότι καμία δυσμενή συνέπεια θα υποστεί η καθ' ου η αίτηση από την μη άμεση καταβολή σε αυτήν των ποσών που επιδικάστηκαν. ………….».
Η αίτηση αντίκρισε την ένσταση του Αιτητή, η οποία βασίζεται στον περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο του 1967, Ν.24/67, άρθρα 2, 3 και 31, στον περί Ετησίων Αδειών μετ’ Απολαβών Νόμο του 1967, Ν.8/67, άρθρο 12, στον περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικό Κανονισμό, Κ.2, 10, 11, 12, 15, 16 και 17, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, άρθρα 2, 32 και 47, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, άρθρα 2 και 9, στους νέους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες των Δικαστηρίων.
Οι λόγοι που προβάλλονται στην εν λόγω ένσταση είναι οι ακόλουθοι:
«1. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
2.Δεν έχουν αποκαλυφθεί στην υπό κρίση Αίτηση εκείνοι οι λόγοι, οι οποίοι θα οδηγούσαν στην αναστολή εκτέλεσης της Απόφασης.
3.Η αιτούμενη Αίτηση αναστολής εκτέλεσης δεν είναι καλόπιστη και σκοπό έχει να αποστερήσει χωρίς ουσιαστικό λόγο από τον Καθ'ου η Αίτηση/Αιτητή στην αρχική Αίτηση με αριθμό 10/2017 τους καρπούς της επιτυχίας του.
4.Η Αιτήτρια επιδιώκει την αναστολή εκτέλεσης της Απόφασης χωρίς να επεξηγεί και/ή να επεξηγεί επαρκώς την αναγκαιότητα αναστολής εκτέλεσης της καταβολής των αποζημιώσεων και των εξόδων τα οποία επιδικάστηκαν.
5.Η Αίτηση είναι καταχρηστική και σκοπεί στην καθυστέρηση και στην αποστέρηση της απόλαυσης των καρπών της επιτυχίας του Καθ'ου η Αίτηση/Αιτητή στην αρχική Αίτηση.
6.Η Έφεση που καταχώρησε η Αιτήτρια δε έχει οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας, τούτο δε καθ'ότι η Αιτήτρια στην παρούσα Αίτηση είχε το βάρος να ανατρέψει το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξει την υπόθεσή της, ότι δηλαδή, δικαιολογημένα τερμάτισε την απασχόληση του Καθ'ου η Αίτηση(Αιτητή στην αρχική Αίτηση 10/2017), κάτι το οποίο με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας στην οποία προέβη το Δικαστήριο, δεν πέτυχε.
7.Παρά το ότι, το Δικαστήριο στην Απόφασή του αποδέχθηκε την μαρτυρία των μαρτύρων της Αιτήτριας στην αρχική Αίτηση 10/2017, παρέμεινε αναντίλεκτο το γεγονός ότι, η Αιτήτρια δεν κάλεσε τον εργοδοτούμενο -Καθ'ου η Αίτηση (Αιτητή στην αρχική Αίτηση 10/2017) για να του γνωστοποιήσει τις πληροφορίες που τον αφορούσαν, έτσι ώστε να του δώσει την δυνατότητα να λάβει γνώση των όσων ήρθαν στην αντίληψη του εργοδότη-Αιτήτριας και να τα δικαιολογήσει ή να τα αντικρούσει, θέτοντας την δική του εκδοχή (σελίδα 23 και 24 της απόφασης ημερ.27/12/2024) και ακούοντας την δική του θέση και εν πάση περιπτώσει τα ευρήματα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν μπορούν να ανατραπούν από το Εφετείο, αφού υπάρχουν σωρεία αποφάσεων στο συγκεκριμένο θέμα, που επενεργούν υπέρ της θέσης του Πρωτόδικου Δικαστηρίου.
8.H Αιτήτρια με την παρούσα Αίτηση επιδιώκει την αναστολή εκτέλεσης της Απόφασης ημερ. 27/12/2024, χωρίς να επεξηγεί και/ή να επεξηγεί επαρκώς την αναγκαιότητα αναστολής εκτέλεσης την καταβολής των αποζημιώσεων και των εξόδων τα οποία επιδικάστηκαν.
9.Το μόνο που ισχυρίζεται η Αιτήτρια είναι ότι, «δεν υπάρχει μαρτυρία για την φερεγγυότητα του εργοδοτούμενου - Καθ'ου η Αίτηση (Αιτητή στην αρχική Αίτηση) και ότι, σε περίπτωση αποτυχίας της Έφεσης είναι βέβαιο ότι, αυτός θα λάβει τα ποσά που επιδικάστηκαν υπέρ του», χωρίς όμως να παραθέτει οποιαδήποτε λεπτομέρεια είτε για την μη φερεγγυότητα του εργοδοτούμενου - Καθ'ου η Αίτηση είτε για την φερεγγυότητα και οικονομική δυνατότητα της Αιτήτριας, κατά συνέπεια δε, ο ισχυρισμός της ότι, αν πετύχει στην Έφεση είναι αμφίβολο αν θα δύναται να διεκδικήσει πίσω το ποσό της απόφασης είναι έωλο και στηρίζεται σε εικασίες».
Η ακρόαση της παρούσας αίτησης προχώρησε με το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων χωρίς να αντεξεταστεί οποιοσδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών ανέπτυξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους με τις αγορεύσεις τους.
Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ρυθμίζεται από τον περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999, Κ.1/99 (στο εξής «Οι Κανονισμοί»). Με τον Κανονισμό 11 παρέχεται στο Δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια «να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης ή την ολοκλήρωση της». Σύμφωνα με τον Κ.12(1) των Κανονισμών «ενδιάμεση αίτηση υποβάλλεται εγγράφως, είναι σύμφωνη και περιέχει τις λεπτομέρειες που περιγράφονται στον Τύπο 6». Προς συμπλήρωση του θεσμικού πλαισίου που καθιερώνουν οι εν λόγω Κανονισμοί, στον Κ.17 προβλέπεται ότι «Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα Κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα Κανονισμό, θα εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού». Ο Κ.17 δηλαδή, ως είναι διατυπωμένος, επιτάσσει στο Δικαστήριο όπως εφαρμόζει κατ’ αναλογία τις διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας εκεί που δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στους Κανονισμούς.
Για το υπό εκδίκαση ζήτημα δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στους εν λόγω Κανονισμούς και συνεπώς εφαρμόζεται η Δ.35 Θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία έχει ως εξής:
«An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order; and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given».[1]
Οι αρχές που διέπουν την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει αναστολή έχουν αναφερθεί σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου (1991) 1 Α.Α.Δ. σελ. 1147, λέχθηκαν τα εξής:
«Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης. Η αναστολή μπορεί να εγκριθεί στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο Δικαστήριο από τη Δ.35 Θ.18. Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, αφενός, και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατεξοχή παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει τη στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής, όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου».
Στην υπόθεση Βογαζιανού ν. Γενικού Εισαγγελέα (1997) 1 Α.Α.Δ. 591 αναφέρθηκαν τα εξής στις σελ. 594 και 595:
«Δεν είναι πρόθεσή μας να σχολιάσουμε τους λόγους έφεσης για να συναγάγουμε συμπεράσματα που άπτονται του επίδικου θέματος. Δεν χρειάζεται. Όπως επαναβεβαιώθηκε πρόσφατα στην απόφαση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου (1991) 1 Α.Α.Δ. 1147, η πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης δεν είναι ο δεσπόζων και αποφασιστικός παράγων στην επίλυση ενός τέτοιου ζητήματος. Το ορθό κριτήριο για την παροχή δικαστικής αναστολής έγκειται στην εξισορρόπηση δύο παραγόντων. Πρώτον, της φυσιολογικής προσδοκίας του ενάγοντα να δρέψει άμεσα τους καρπούς της νίκης του στο δικαστικό αγώνα που διεξήγαγε. Και, δεύτερον, την ανάγκη η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης να μη χάσει τη σημασία της μένοντας χωρίς κανένα αντίκρυσμα …».
Στην υπόθεση Penderhil Holdings Limited κ.α. ν. Κλουκινά κ.α. (2011) 1 Α.Α.Δ. 1921 λέχθηκαν τ' ακόλουθα:
«Με βάση τη νομολογία που ερμήνευσε την πιο πάνω διάταξη (βλ. μεταξύ άλλων …) το όλο θέμα είναι στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται δικαστικά και με βάση τους εξής παράγοντες που θα πρέπει να εξισορροπηθούν με γνώμονα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης:
(α) Ο διάδικος ο οποίος επιτυγχάνει στην υπόθεση του δεν πρέπει να στερείται, χωρίς ουσιαστικό λόγο, του καρπού της επιτυχίας του.
(β) Το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο ασκείται δικαιωματικά, δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητας του.
Μεταξύ των κριτηρίων που λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο είναι οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης αλλά αυτές είναι μόνο οριακής σημασίας (Βλ. Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου πιο πάνω). Στην υπόθεση Ιωσηφάκη ν. Αριστοδήμου, πιο πάνω, σελ. 288, ο Δικαστής (όπως ήταν τότε) Πικής διατύπωσε τους πιο κάτω παράγοντες ως εξής:
«Δύο είναι οι παράγοντες που κατά κύριο λόγο διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για την αναστολή πρωτόδικης απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Πρώτο, η διασφάλιση της οριστικότητας (finality) των αποφάσεων του πρωτόδικου δικαστηρίου και την παράλληλη κατοχύρωση των δικαιωμάτων του διάδικου υπέρ του οποίου εκδόθηκε η απόφαση και δεύτερο, η εξασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι δυο αυτοί παράγοντες εξισορροπούνται με γνώμονα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης».
Όπως λέχθηκε στην υπόθεση The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. Του πλοίου S.S. Sapphire Seas (2001) 1 A.A.Δ. 955 η «αναζήτηση της χρυσής τομής μεταξύ της συγκομιδής των καρπών της δικαστικής νίκης και της ανάγκης να μη καταστεί μάταιη η κατ' έφεση δικαίωση γίνεται βήμα προς βήμα με οδηγό την παρατήρηση των φαινομένων της δικαστικής ζωής». Στην υπόθεση M.C. Michael Developments Ltd ν. Λούλη κ.α., Πολ. Εφ. 10/19, ημερ. 29/1/20 επαναλήφθηκαν οι πιο πάνω αρχές και αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
«Η παρούσα αίτηση βασίζεται στον Κ. 18 της Δ. 35 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Με αυτόν, τονίζεται, πρωτίστως, ότι η έφεση δεν επενεργεί προς αναστολή εκτέλεσης της απόφασης που αποτελεί το αντικείμενό της. Στη συνέχεια δε, προβλέπεται ότι το δικαστήριο δύναται να διατάξει την αναστολή εκτέλεσής της, δίνοντας, συγχρόνως, οδηγίες, προς διασφάλιση του λαβείν του επιτυχόντος, πρωτοδίκως, διαδίκου, σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης. Η πιο πάνω εξουσία, εμφανώς, είναι διακριτικής φύσεως. Κατά την άσκησή της, επιδιώκεται η στάθμιση του δικαιώματος του καθ’ ου η αίτηση, εφεσίβλητου, για άμεση απόλαυση του αποτελέσματος της υπέρ του απόφασης και του αντίστοιχου δικαιώματος του αιτητή, εφεσείοντος, για καταχώριση έφεσης, προς ανατροπή της. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει αναγνωρίσει δύο βασικούς παράγοντες, οι οποίοι, εφόσον συντρέχουν, είτε και οι δύο είτε οποιοσδήποτε από αυτούς, δυνατό να δικαιολογούν την άσκηση της εν λόγω εξουσίας υπέρ του αιτητή».
Στην προκειμένη περίπτωση, οι Καθ’ ων η αίτηση εκφράζουν την πεποίθησή τους για βάσιμες και καλές πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης. Όμως, όπως αναφέρουμε ανωτέρω, σε σχέση με τις προοπτικές επιτυχίας έφεσης, έχει πλειστάκις υποδειχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι ο παράγοντας αυτός είναι μεν σχετικός αλλά οριακής σημασίας. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των λόγων έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Η πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης δεν είναι ο δεσπόζον και αποφασιστικός παράγοντας για την επιτυχία αίτησης για αναστολή εκτέλεσης απόφασης (βλ. υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου (ανωτέρω)) και για να δικαιολογείται αναστολή απόφασης εκκρεμούσης της έφεσης θα πρέπει να υφίστανται ειδικές περιστάσεις (βλ. υπόθεση Aristidou v. Aristidou (1985) 1 C.L.R. 649[2]). Στην προκειμένη περίπτωση, η θέση των Καθ’ ων η αίτηση σε σχέση με τις καλές πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης που καταχώρησαν δεν καθιστούν δυνατή με βεβαιότητα την πρόγνωση της έκβασης της εν λόγω έφεσης και συνεπώς, στην παρούσα περίπτωση δεν μπορεί αυτός να είναι ο καθοριστικός παράγοντας που το Δικαστήριο θα μπορούσε να λάβει υπόψη για έκδοση διατάγματος αναστολής της απόφασης.
Πέραν από αυτό τον ισχυρισμό τους, οι Καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι θεωρούν ότι εάν οι Καθ’ ων η αίτηση κερδίσουν την έφεση ο Αιτητής θα κληθεί να επιστρέψει σε αυτούς χρηματικό ποσό με αποτέλεσμα να είναι αβέβαιη η ικανοποίηση τους σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης. Θεωρούν δε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία για την φερεγγυότητα του Αιτητή ενώ σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης, δηλώνουν ότι είναι βέβαιο ότι ο Αιτητής θα λάβει τα ποσά που επιδικάστηκαν υπέρ του. Ο εν λόγω ισχυρισμός των Καθ’ ων η αίτηση είναι γενικός και αόριστος και δεν παρατίθενται συγκεκριμένα στοιχεία που να τον τεκμηριώνουν. Οι Καθ’ ων η αίτηση δεν ανέφεραν, πέραν από τα όσα καταγράφουμε ανωτέρω, οποιοδήποτε λόγο για τον οποίο θεωρούν ότι ο Αιτητής ενδέχεται να μην τους επιστρέψει το ποσό που θα λάβει. Tο μόνο που ανέφεραν είναι ότι δεν υπάρχει μαρτυρία για την φερεγγυότητά του.
Εξισορροπώντας τα πιο πάνω, με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης, κρίνουμε ότι δεν δημιουργούνται συνθήκες οι οποίες να αφήνουν αυξημένο ενδεχόμενο για να χαθεί η σημασία της Έφεσης σε περίπτωση που αυτή κερδηθεί αφήνοντας τους Καθ’ ων η αίτηση χωρίς αντίκρισμα.
Επιπλέον, σημειώνουμε ότι η αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών καταχωρήθηκε την 16/1/17, δηλαδή εδώ και 8 ½ περίπου χρόνια. Στην υπόθεση Κόσμος Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ ν. Τυρίμος κ.α, Πολ. Εφ. 87/19, ημερ. 9/6/21, αναφέρθηκε ότι:
«Υπάρχουν τω όντι ειδικές περιστάσεις που λειτουργούν υπέρ του καθ΄ου η αίτηση κατ΄εφαρμογήν της αρχής, ότι ένας διάδικος πρέπει να καρπούται αμέσως το όφελος από τη δικαστική απόφαση υπέρ του. Αυτές οι περιστάσεις είναι φυσικά ο διαρρεύσας χρόνος εάν συνυπολογισθεί το σύνολο της δικαστικής διαδικασίας και το γεγονός ότι η απόφαση εξεδόθη το 2019 και παραμένει ανικανοποίητη. Η αρχή αυτή ενέχει μια δική της δυναμική συναρτώμενη με την ισχύ του δικαίου. Από την άλλη δεν μπορεί να αγνοηθεί ο παράγοντας της ανάγκης η έφεση να μην παραμείνει χωρίς αντικείμενο, εάν ο εφεσίβλητος, σε περίπτωση τελικής αποτυχίας του, εμφανώς δεν έχει τα μέσα επιστροφής ενός τέτοιου μεγάλου ποσού απόφασης. Κάτι που εν προκειμένω συμβαίνει, αφού όπως εξηγήσαμε, δεν επιχειρήθηκε καν ενόρκως να γίνει άλλη εισήγηση, οπότε δεν ισχύουν αυτά που λέχθηκαν στη Πολ.εφ.273/19 Χ΄Ιωάννου ν. Gordian Holdings Ltd, 8.9.2020».
Οι Καθ’ ων η αίτηση απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος που τους βαραίνει και να καταδείξουν «εξαιρετικές περιστάσεις ώστε να ανακοπεί η φυσιολογική εξέλιξη εκτέλεσης μιας απόφασης». (Βλ. υπόθεση Μάρκου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Εφ. Ε50/19 κ.α, ημερ. 21/12/20).
Για όλα τα πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται ομόφωνα.
Επιδικάζονται €350 έξοδα προς όφελος του Αιτητή και σε βάρος των Καθ΄ ων η αίτηση.
(Υπ.) …………………………………………
Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστής.
(Υπ.) ............................................... (Υπ.) .................................................
Ν. Αλεξάνδρου, Μέλος. Γρ. Γρηγόρη, Μέλος.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Σε μετάφραση: «Μια έφεση δεν θα ενεργεί σαν αναστολή εκτελέσεως ή διαδικασίας στην απόφαση που εφεσιβάλλεται εκτός κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου που εφεσιβάλλεται ή του Εφετείου ή ενός Δικαστού των ανωτέρω Δικαστηρίων και ουδεμία ενδιάμεση πράξη ή διαδικασία θα παύει να ισχύει εκτός κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου που εφεσιβάλλεται. Προτού εκδοθεί διάταγμα που να αναστέλλει την εκτέλεση το πρόσωπο που θα ζητήσει το διάταγμα θα πρέπει να παράσχει τέτοια εγγύηση (αν υπάρχει) που θα διαταχθεί. Αν η ασφάλεια θα δοθεί υπό τύπο γραμματίου, το γραμμάτιο θα γίνει προς όφελος του διαδίκου υπέρ του οποίου η υπό έφεση απόφαση εδόθη».
[2]Στην εν λόγω υπόθεση λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ.652: «It is well settled that special circumstances should exist justifying the stay of execution of a judgment and that such circumstances do not appear to include contentions that the judgment in respect of which an appeal has been made is against the weight of evidence or that there was no evidence to support it or that there has occurred a misdirection in law (see Monk v. Bartram, [1891] 1 Q.B.D. 346). It was, furthermore, stressed in Chester v. Powell, 1 T.L.R. 390, that stay of execution pending appeal will not be granted unless it can be shown that irreparable mischief may be done by refusing it».
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο