ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ – ΛΑΡΝΑΚΑ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστή.
Ι. Κούννα )
Α. Σιαθά ) Μελών
Συν. Αιτ.: 258/18 και 220/20
Μεταξύ:
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΝΑΓΗ
Αιτητή
και
ΔΗΜΟΣ ΔΡΟΜΟΛΑΞΙΑΣ - ΜΕΝΕΟΥ
Καθ΄ ων η αίτηση
Ημερομηνία: 22 Δεκεμβρίου, 2025.
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για τον Αιτητή: κ. Χριστοφίδης Γ.
Για τον Καθ΄ ου η αίτηση: κ. Σάββα Μ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Ο Αιτητής με τα δικόγραφά του ισχυρίζεται ότι παραπέμφθηκε σε ιατροσυμβούλιο την 22/12/17, ότι την 28/2/18 το ιατροσυμβούλιο αποφάνθηκε ότι εξαιτίας βεβαρημένης πάθησης ήταν ικανός για εργασία αλλά ότι έπρεπε να του προτείνετο «ελαφρά εργασία για αποφυγή πολύωρης ορθοστασίας και βάδισης», ότι από την 13/4/18 - 31/5/18 ο Καθ’ ου η αίτηση δεν του κατέβαλε μισθό, ότι εξ αφορμής των νομικών μέτρων που έλαβε ο Καθ’ ου η αίτηση προχώρησε την 12/12/18 στο διορισμό ερευνώντα λειτουργού, ότι την 12/6/19 άρχισε η ακροαματική διαδικασία και ότι την 2/6/20 επιβλήθηκε στον Αιτητή η ποινή της απόλυσης. Ο Αιτητής ζητά μεταξύ άλλων οφειλόμενους μισθούς, δήλωση ότι η αποκοπή μισθών έγινε παράνομα, αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό, αναλογία 13ου μισθού, διάταγμα επαναπρόσληψης, οιανδήποτε άλλη θεραπεία κριθεί εύλογη, νόμιμο τόκο και έξοδα πλέον Φ.Π.Α.
Ο Καθ’ ου η αίτηση (στο εξής «ο Δήμος») με τους γενικούς λόγους εμφάνισής του ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής δεν εκτελούσε ικανοποιητικά τα καθήκοντά του με αποτέλεσμα να του σταλούν επιστολές, ότι αποφάσισε την αφαίρεση καθηκόντων από τον Αιτητή και την επαναφορά του στα προηγούμενά του καθήκοντα, ότι αυτό ήταν νόμιμο, ότι αποτάθηκε σε ιατροσυμβούλιο την 30/3/18, ότι έλαβε υπόψιν τις συστάσεις του ιατροσυμβουλίου, τις εισηγήσεις του Αιτητή και τις ανάγκες του Δήμου και ότι πρόσφερε προς τον Αιτητή την 8/6/18 αριθμό εργασιών πληροφορώντας τον για το ύψος του μισθού του. Περαιτέρω, ο Καθ΄ ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής συνέχισε να μην αποδίδει ικανοποιητικά και έδειχνε απροθυμία για εργασία, ότι διόρισαν ερευνώντα λειτουργό, ότι η πειθαρχική διαδικασία ξεκίνησε την 12/6/19, ότι η απόφασή του Δήμου ημερ. 22/1/20 ήταν πλήρως δικαιολογημένη, ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή έγινε νόμιμα και αιτείται την απόρριψη των αιτήσεων με έξοδα σε βάρος του Αιτητή.
Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, ακούσαμε μαρτυρία και από τις δύο πλευρές. Από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών, τα παραδεκτά γεγονότα και το ενώπιόν μας υλικό, προκύπτουν ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα:
- Η υπηρεσία του Αιτητή στον Καθ’ ου η αίτηση άρχισε το 1992 και τερματίστηκε την 2/6/20.
- Ο Αιτητής προσκόμισε προς τον Καθ’ ου η αίτηση ιατρική βεβαίωση ημερ. 23/10/17, Τεκμήριο 7 στην οποία γίνεται σύσταση για «ελαφρά εργασία».
- Την 8/12/17 ο Καθ’ ου η αίτηση απέστειλε στον Αιτητή την ακόλουθη επιστολή, Τεκμήριο 9:
«Το Δημοτικό Συμβούλιο σε συνεδρία του στις 07 Δεκεμβρίου 017 αφού εξέτασε το πόρισμα του Ιατρικού Συμβουλίου του Δήμου Λάρνακας στο οποίο έχετε παραπεμφθεί αποφάσισε:
(α)όπως υιοθετήσει την εισήγηση του Ιατρικού Συμβουλίου για παραπομπή σας με πλήρη και εμπεριστατωμένη έκθεση από το θεράποντα ιατρό σας στο Κυβερνητικό Ιατρικό Συμβούλιο.
(β)σύμφωνα με τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργατικού Προσωπικού των Δήμων και έχοντας ως κύριο γνώμονα την προστασία της υγείας σας, κάνετε χρήση των αδειών σας ή άδειας άνευ απολαβών αν έχετε εξαντλήσει όλες τις άδειες σας άμεσα από την ώρα παραλαβής της επιστολής αυτής».
- Την 1/3/18 οι ιατρικές υπηρεσίες του Νοσοκομείου Λάρνακας ετοίμασαν «Εμπιστευτική Έκθεση Ιατροσυμβουλίου» στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα, Τεκμήριο 10:
«Εξετάσαμε τον ανωτέρω στις 28 Φεβρουαρίου 2018 και αποφασίσαμε ότι:
Ο ασθενής πάσχει από σοβαράς μορφής οστεαθρίτιδα αριστερής ποδοκνημικής λόγω κατάγματος το 1997.
Κρίνουμε ότι στον ασθενή πρέπει να προταθεί ελαφρά εργασία δηλαδή αποφυγή πολύωρης ορθοστασίας και βάδισης».
- Την 30/3/18 ο Αιτητής απέστειλε στον Καθ’ ου η αίτηση επιστολή, Τεκμήριο 11, με το ακόλουθο περιεχόμενο:
«Θέμα: Σύσταση Ιατροσυμβουλίου για ελαφριά εργασία του υποφαινόμενου.
Αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, έχω πληροφορηθεί από το Δήμο ότι το Ιατρικό Συμβούλιο που με εξέτασε στις 28/2/18 στο Κρατικό Νοσοκομείο της Λάρνακας, επιβεβαιώνει τα προβλήματα υγείας μου και συστήνει να εργάζομαι σε καθήκοντα ελαφριάς εργασίας:
Ως εκ τούτου σας υποδεικνύω γραπτώς με βάση την πολύχρονη εμπειρία μου στο Δήμο και ως πρώην επιστάτης τα εξής καθήκοντα τα οποία μπορώ να εκτελώ:
1.Καθήκοντα αποθηκάριου και χρέωση, συντήρηση και παραλαβή μηχανημάτων, εργαλείων, εξοπλισμού, κλπ.
2.Πότισμα πάρκων, νησίδων κλπ, εκεί και όπου δεν υπάρχει σύστημα άρδευσης.
3.Μεταφορές κλαδεμάτων στο χώρο του πράσινου σημείου.
4.Μεταφορές υλικών, μηχανημάτων, προσωπικού στους χώρους εργασίας.
5.Κόψιμο γρασιδιών γηπέδου, ψεκάσματα, λιπάνσεις και γενικά συντήρηση γηπέδου.
6.Συντήρηση πάρκων (μπογιαντίσματα σε παγκάκια παιχνίδια κλπ)».
- Την 8/6/18 ο Καθ’ ου η αίτηση απευθύνθηκε προς τον Αιτητή και ανέφερε τα ακόλουθα με σχετική επιστολή, Τεκμήριο 12:
«Το Δημοτικό Συμβούλιο σε συνεδρία του ημερομηνίας 07 Ιουνίου 2018 αποφάσισε όπως σας προσφέρει απασχόληση στις πιο κάτω εργασίες, λαμβάνοντας υπόψη την σύσταση το Ιατροσυμβουλίου, τις δικές σας εισηγήσεις και τις ανάγκες του Δήμου Δρομολαξιάς - Μενεού:
(α) Γέμισμα ντεπόζιτου νερού, δύο (2) φορές την εβδομάδα.
(β) Πότισμα δέντρων/φυτών ανάλογα των κλιματικών συνθηκών
(γ) Κόψιμο γρασιδιού γηπέδου
(δ) Μικροεπιδιορθώσεις
(ε) Καθαριότητες
(στ) Οποιαδήποτε άλλη εργασία προκύψει και είναι εντός των πλαισίων σύστασης του Ιατροσυμβουλίου.
Οι πιο πάνω εργασίες θα σας ανατίθενται κατόπιν συνεννόησης σας με τον Υπεύθυνο Εξωτερικών Συνεργείων του Δήμου.
Ο μισθός σας θα είναι ανάλογος του χρόνου που θα μπορείτε να απασχολείστε και του είδους της προσφερόμενης από εσάς υπηρεσίας στο Δήμο.
Υπόψη ότε η κλίμακα σας θα διαφοροποιηθεί σύμφωνα με τις Συλλογικές Συμβάσεις.
Για αυτό καλείστε όπως στις 11 Ιουνίου 2018, ημέρα Δευτέρα και ώρα 7:00 π μ. παρουσιαστείτε στο εργοτάξιο του Δήμου, για ανάληψη εργασίας».
- Την 17/7/18 ο Αιτητής μέσω της Συντεχνίας του απευθύνθηκε προς τον Καθ’ ου η αίτηση και ανέφερε ότι με την ανάληψη των νέων καθηκόντων του θα έπρεπε να τοποθετηθεί στην Κλίμακα Ε6 – Ε7 και όχι στην Κλίμακα Ε5 που δεν υπήρχε ποτέ στον Δήμο.
- Την 27/8/18 ο Καθ’ ου η αίτηση επανήλθε με άλλη επιστολή με τίτλο «Εργασιακά Παραπτώματα», Τεκμήριο 14, με το ακόλουθο περιεχόμενο:
«Σε συνεδρία του το Δημοτικό Συμβούλιο ημ. 23 Αυγούστου 2018 κατέγραψε τα πιο κάτω παραπτώματα που διαπράχθηκαν από εσάς:
(α) Στις 18 Ιουλίου 2018 και 16 Αυγούστου 2018 απουσιάζεται από το χώρο εργασίας σας αδικαιολόγητα και χωρίς να είχατε ενημερώσει τον υπεύθυνο ή και την υπηρεσία του Δήμου.
(β) Στις 23 Αυγούστου 2018 δεν παρουσιασθήκατε στην εργασία σας και αντί να ενημερώσετε είτε τον υπεύθυνο εξωτερικών συνεργείων είτε το γραφείο πήρατε τηλέφωνο άλλο εργάτη.
(γ) Την 01 Αυγούστου 2018 αρνηθήκατε να παραλάβετε επιστολή από τον κλητήρα του Δήμου. Η επιστολή αφορούσε απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου για επιστροφή του ποσού των €2,325 που παράνομα κατακρατείτε.
(δ) Επιτεθήκατε φραστικά στον υπεύθυνο των εξωτερικών συνεργείων αναφέροντας του ότι δεν έπρεπε να ενημερώσει το γραφείο για την απουσία σας από το χώρο εργασία στις 18 Ιουλίου 2018.
(ε) Η υπηρεσία του Δήμου λαμβάνει συνεχώς πληροφορίες για μειωμένη παραγωγικότητα από μέρους σας».
- Ο Αιτητής καταχώρησε την 31/10/18 την αίτηση εργατικής διαφοράς με αρ. 258/18 με την οποία ζητούσε μεταξύ άλλων αποκοπές μισθών για την περίοδο από τον Ιούνιο του 2018 – Σεπτέμβριο του 2018 και οφειλόμενους μισθούς για την περίοδο από 13/4/18 – 31/5/18.
- Την ίδια ημέρα, ήτοι την 31/10/18 καταχώρησε την ιδιωτική υπόθεση με αρ. 10190/18 στο Ε.Δ. Λάρνακας εναντίον του Καθ’ ου η αίτηση, του Δημάρχου και των μελών του Δημοτικού Συμβουλίου για μη καταβολή μισθών, Τεκμήριο 28, η οποία ορίστηκε την 13/12/18. Για τους κατηγορούμενους 1 – 3 και 5 – 8 ανεστάλη η ποινική δίωξη, ως η σχετική επιστολή, Τεκμήριο 29.
- Την 12/12/18 διορίστηκε η κ.Χρίστου από το Δ.Σ. ως ερευνώντας λειτουργός και την 18/1/19 απέστειλε το ακόλουθο «Πόρισμα προς Δημοτικό Συμβούλιο για ενδεχόμενα Παραπτώματα» από τον Αιτητή, Τεκμήριο 16:
«Εγώ η … Χρίστου έχω διοριστεί από το Δημοτικό Συμβούλιο στις 12 Δεκεμβρίου 2018 ως ερευνών λειτουργός σε σχέση με ενδεχόμενα παραπτώματα από το εργάτη του Δήμου κον … Παναγή.
Θεωρώ αναγκαίο να αναφέρω ότι ο κος Παναγή μετά από απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου το 2012 εκτελούσε καθήκοντα υπευθύνου εξωτερικών συνεργείων.
Τα καθήκοντα αυτά του αφαιρέθηκαν από το Δημοτικό Συμβούλιο σε συνεδρία ημ. 08 Αυγούστου 2017 μετά από επανειλημμένες επιστολές στον κο Παναγή ότι δεν εκτελούσε ως έπρεπε τα καθήκοντα αυτά. Το Δημοτικό Συμβούλιο τον επανέφερε στα προηγούμενα του καθήκοντα, δηλαδή ως τεχνίτη όπως προσλήφθηκε το 1992.
Μετά την εξέλιξη αυτή ο κος Παναγή προσκόμισε ιατρικά πιστοποιητικά ασθενείας μέχρι και την εξάντληση της άδειας ασθενείας του και της άδειας ανάπαυσης του.
Στην συνέχεια, μετά από τα ιατρικά πιστοποιητικά που παρουσίασε και την παραπομπή του στο Ιατρικό Συμβούλιο ο κ. Παναγή προσκόμισε πιστοποιητικό από το ιατρικό Συμβούλιο για εκτέλεση ελαφριάς εργασίας. Το Δημοτικό Συμβούλιο, αποδεχόμενο την σύσταση τον Ιατρικού Συμβουλίου του παραχώρησε εκτέλεση ελαφριάς εργασίας μέσα στα πλαίσια της δικής του πρότασης με επιστολή του ημ. 30 Μαρτίου 2018 και των αναγκών του Δήμου, την οποία ο ίδιος απεδέχθη και προσήλθε για εργασία.
Με την επάνοδο του στην εργασία και τα νέα του καθήκοντα έχει σημειωθεί αρκετές φορές στα έντυπα εργασίας από τον επιστάτη ότι δεν εργάζεται ικανοποιητικά. Συγκεκριμένα στο Ημερήσιο Δελτίο Εργασίας που συμπληρώνεται από τον επιστάτη η παραγωγικότητα του σε πενήντα τέσσερις εργάσιμες μέρες χαρακτηρίστηκε ως μη ικανοποιητική.(επισυνάπτεται κατάλογος) Ενώ είχε καθορισμένο ωράριο, δεν το τηρούσε κανονικά και κάθε φορά προέβαλε διάφορους ισχυρισμούς. Τούτο δε αποτυπώνεται και στο μισθολόγιο.
Έχω λάβει μαρτυρία από τον κον … Πέτρου, υπεύθυνο εξωτερικών συνεργείων του Δήμου και μου ανάφερε ότι ο κος Παναγή είναι αδιόρθωτος καθότι σε παρατηρήσεις του για μη ικανοποιητική εργασία επικαλείται το ιατρικό του πιστοποιητικό παρόλο ότι εκτελεί ελαφριά εργασία. Ο υπεύθυνος εξωτερικών συνεργείων μου ανάφερε χαρακτηριστικά ότι εργασία δύο, τριών ημερών αυτός χρειάζεται διπλάσιο ή και τριπλάσιο χρόνο για να την τελειώσει. Μου ανάφερε ότι κουράστηκε να του κάνει παρατηρήσεις για το λόγο ότι δεν λαμβάνει τίποτα υπόψη.(επισυνάπτεται γραπτή μαρτυρία)
Στις 19 Ιούνίου 2018 o κος Παναγή εγκατέλειψε την εργασία του χωρίς να αναφέρει τίποτα σε κανένα. O κος Πέτρου το εντόπισε και ενημέρωσε το γραφείο του Δήμου για το συμβάν. Την επομένη ο κος Πέτρου δέχτηκε φραστική επίθεση από τον κον Παναγή για το γεγονός ότι ανέφερε το περιστατικό εγκατάλειψης της εργασίας του στο Γραφείο του Δήμου.
Στις 12 Ιουλίου 2018 δεν παρουσιάστηκε στην εργασία του και αντί να ενημερώσει τον υπεύθυνο ή το Γραφείο του Δήμου πήρε τηλέφωνο τον εργάτη κ. … Χριστοδούλου ο οποίος επιβεβαιώνει το γεγονός. (επισυνάπτεται γραπτή μαρτυρία)
Από τον Απρίλιο του 2018 μέχρι και το Αύγουστο του 2018 παράνομα κατακρατούσε λεφτά που ουσιαστικά ανήκουν στο Δήμο.
Την 1 n Αυγούστου 2018 αρνήθηκε να παραλάβει επιστολή από το κλητήρα του Δήμου κον …. Η επιστολή αφορούσε απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου για επιστροφή του ποσού των €2,325 που παράνομα κατακρατούσε και αφορούσαν λεφτά που είσπραξε από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις από τον Απρίλιο 2018. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από τον κλητήρα του Δήμου κον … .(επισυνάπτεται γραπτή μαρτυρία)
Στις 16 Αυγούστου 2018 απουσίαζε από το χώρο εργασίας του χωρίς να ενημερώσει κανένα. Το γεγονός εντοπίστηκε τυχαία από το Δήμαρχο και επιβεβαιώνεται από το εργάτη του Δήμου κ. … .(επισυνάπτεται γραπτή μαρτυρία)
O Δήμος έχει λάβει επιστολή ημ. 16 Ιουνίου 2017 ότι ο κος Παναγή παράνομα κατακρατεί Τ/Κ τεμάχιο εντός του οποίου ανήγειρε παράνομα υποστατικό και παρά την επιστολή του Δήμου προς το κον Παναγή για άρση ή νομιμοποίηση της πιο πάνω κατάστασης, αυτός εξακολουθεί να παρανομεί.
Ο κος Παναγή καταχώρησε ιδιωτική ποινική υπόθεση εναντίον του Δήμου, Δημάρχου και Μελών του Δημοτικού Συμβουλίου.
Αναφέρω επίσης ότι σε πρακτικό συνεδρίας του Κοινοτικού Συμβουλίου Δρομολαξιάς ημ. 19/10/2010 στο σημείο 10 αναφέρονται παραπτώματα του κον Παναγή. (επισυνάπτεται απόσπασμα πρακτικού)
Σε σχέση με την υπόθεση του κ. Παναγή το Δημοτικό Συμβούλιο ζήτησε την νομική γνωμάτευση δύο Νομικών. Από τον κ. … για ενδεχόμενα πειθαρχικά παραπτώματα. Από το κον … σε σχέση με τις πράξεις και ενέργειες του εργοδοτούμενου από το Δήμο κ. … Παναγή, το κατά πόσον αυτές συνάδουν με τη φύση της εργασίας του, το κατά πόσο έχει προβεί σε ενέργειες οι οποίες έρχονται σε αντίθεση με τη σύμβαση εργασίας του αλλά και για το ποιες θα πρέπει, κατά την άποψη μας, να είναι οι ενέργειες του Δήμου σε σχέση με τον πιο πάνω εργοδοτούμενο.
Εχω μελετήσει και τις δύο γνωματεύσεις τις οποίες επισυνάπτω στο πόρισμα αυτό.
Στην γνωμάτευση από τον κον … επιθυμώ να κάνω ιδιαίτερη αναφορά στα σημεία 3,4,5,6, 9.1,9.4,9.5.
Στην γνωμάτευση του κου … κάνω ιδιαίτερη αναφορά στα σημεία Α,Β,Γ,Δ,Ε,ΣΤ,Ζ,Ν και στην αναφορά του για ενεργοποίηση του πειθαρχικού κώδικα.
Να σημειωθεί ότι με την έναρξη του νέου έτους 2019 ο κ. … Παναγή προσκόμισε ιατρικό πιστοποιητικό για 15 εργάσιμες ημέρες άδειας ασθενείας.
Έχω μελετήσει την κατάθεση του κ. … Πέτρου και τις καταθέσεις από τους κ.κ … Χριστοδούλου και … Χ’Αντώνη, έχω μελετήσει όλα τα έγγραφα που έχω στην κατοχή μου καθώς επίσης και τις γραπτές αναφορές από τα έντυπα εργασίας και τις γνωματεύσεις των νομικών συμβούλων.
Από την εξέταση των πιο πάνω καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ο κύριος … Παναγή, συνέχισε να μην αποδίδει ικανοποιητικά στην εργασία του παρά το ότι ο Δήμος του ανέθεσε ελαφριά εργασία, να δημιουργεί προβλήματα στους εργοδότες του με την απροθυμία του να εργαστεί, να απουσιάζει αδικαιολόγητα και χωρίς άδεια, να εγκαταλείπει την εργασία του, να επιδεικνύει απρεπή συμπεριφορά και να επαναλαμβάνει παραβάσεις καθήκοντος και παραγνώριση κανόνων εργασίας, καθώς και οικειοποίηση χρημάτων που θα έπρεπε να επιστρέψει στον Δήμο.
H απροθυμία του να εργαστεί επιβεβαιώνεται και με το νέο Πιστοποιητικό ασθενείας.
Επιπρόσθετα, η καταχώρηση Ποινικής Υπόθεσης εναντίον του Δήμου, του Δημάρχου και όλων των Μελών του Δημοτικού Συμβουλίου έχει κλονίσει την σχέση Εργοδότη και Εργοδοτούμενου ανεπανόρθωτα.
Με την πιο πάνω συμπεριφορά του θεωρώ ότι ο … Παναγή, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται να έχει διαπράξει τα πιο κάτω πειθαρχικά παραπτώματα:
1. Παράλειψη εκτέλεσης της εργασίας του, κατ’ ευλόγως ικανοποιητικό τρόπο.
2. Απρεπή διαγωγή και ανάρμοστη συμπεριφορά
3. Σοβαρή ή επαναλαμβανόμενη παράβαση ή παραγνώριση κανόνων
εργασίας.
4. Αδικαιολόγητες απουσίες από την εργασία χωρίς άδεια
5. Κωλυσιεργία, άρνηση εκτέλεσης οδηγιών
6. Οικειοποίηση χρημάτων, που έπρεπε να επιστρέψει στον Δήμο.
Ως εκ τούτου παραπέμπω την παρούσα έρευνα μαζί με όλα τα έγγραφα που ήρθαν στην κατοχή μου προς το Δημοτικό Συμβούλιο για να αποφασίσει αρμόδια.
H παρούσα έρευνα ολοκληρώθηκε σήμερα στις 18 Ιανουαρίου 2019».
- Την 31/1/19 ο Καθ΄ ου η αίτηση με επιστολή του πληροφόρησε τον Αιτητή ότι αποφασίστηκε να διενεργηθεί έρευνα για ενδεχόμενα παραπτώματά του και τον ενημέρωσε ότι είχε την δυνατότητα να παραλάβει όλο το μαρτυρικό υλικό και τα σχετικά έγγραφα και ότι έχει το δικαίωμα να ακουστεί, Τεκμήριο 30.
- Ο Αιτητής παρέλαβε κατηγορητήριο με 14 κατηγορίες την 26/2/19 με το οποίο καλείτο να παρουσιαστεί ενώπιον τριμελούς επιτροπής του Καθ’ ου η αίτηση την 1/3/19 «για την ακρόαση των κατηγοριών», Τεκμήριο 17.
- Την 12/6/19 άρχισε η ακρόαση της πειθαρχικής διαδικασίας εναντίον του Αιτητή.
- Την 22/1/20 εκδόθηκε απόφαση, Τεκμήριο 34, με την οποία κρίθηκε ότι ο Αιτητής ήταν «ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας των πειθαρχικών παραπτωμάτων που αναφέρονται στις Κατηγορίες 1, 2, 3, 4, 6, 8, 9, 10, 11, 12, 13 και 14».
- Η υπηρεσία του Αιτητή τερματίστηκε την 2/6/20 με επιστολή της ίδιας ημέρας, Τεκμήριο 35. Το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής έχει ως εξής:
«Αναφορικά με το πιο πάνω θέμα από σήμερα 02/06/2020 τίθεται σε ισχύ ο τερματισμός της απασχόλησης σας όπως αυτό αποφασίστηκε από το Πειθαρχικό Συμβούλιο του Δήμου στις 02/06/2020».
- Με την επιστολή απόλυσης, επισυνάφθηκε και η απόφαση της Πειθαρχικής Επιτροπής, μέρος του Τεκμηρίου 35, η οποία έχει ως εξής:
«Ο πειθαρχικά διωκόμενος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας βρέθηκε ένοχος σε συνολικά δώδεκα (12) Κατηγορίες διάπραξης πειθαρχικών παραπτωμάτων. Συγκεκριμένα, στην πρώτη Κατηγορία για παράλειψη εκτέλεσης εργασίας κατ’ ευλόγως ικανοποιητικό τρόπο, στις Κατηγορίες δύο, τρία και τέσσερα, για σοβαρή και επαναλαμβανόμενη παραγνώριση Κανόνων εργασίας, στις Κατηγορίες έξι, οκτώ, εννέα, δέκα και έντεκα για απρεπή διαγωγή και ανάρμοστη συμπεριφορά, στις Κατηγορίες δώδεκα και δεκατρία για απρεπή συμπεριφορά και απροθυμία να εργαστεί και στην Κατηγορία δεκατέσσερα για κωλυσιεργία και άρνηση εκτέλεσης οδηγιών.
Ο πειθαρχικά διωκόμενος είναι Εργάτης του Δήμου Δρομολαξιάς - Μενεού. Από το 2012 ο Δήμος του ανέθεσε την οργάνωση και συντονισμό των εξωτερικών συνεργείων του Δήμου, πλην όμως μετά από επανειλημμένες καταγγελίες ότι δεν εκτελούσε ως έπρεπε τα καθήκοντα του, με Απόφαση του Δήμου τον Αύγουστο τον 2017, επανήλθε στα προηγούμενα καθήκοντά του.
Με την επιστροφή του στα προηγούμενά του καθήκοντα, ο εγκαλούμενος προσκόμιζε συνεχώς Πιστοποιητικά Ασθενείας με αποτέλεσμα να γίνει παραπομπή του σε Ιατροσυμβούλιο το οποίο και συνέστησε όπως του προταθεί ελαφριά εργασία, πράγμα που ο Δήμος έπραξε και ο ίδιος απεδέχθη, αφού η εργασία πού του δόθηκε ήταν μέσα και από τις δικές του εισηγήσεις.
Ο πειθαρχικά διωκόμενος δεν εκτίμησε την πιο πάνω συμπεριφορά του Δήμου και προέβαινε συστηματικά στην διάπραξη πειθαρχικών αδικημάτων, τα οποία ήταν συνεχόμενα, επαναλαμβανόμενα και για μεγάλο χρονικό διάστημα, αγνοώντας τους πάντες και τα πάντα. Είναι χαρακτηριστική η φράση του Μάρτυρα κυρίου Πέτρου ότι «τις δουλειές που του βάζουμε, μπορεί να τις κάμει και ένα μωρό. Ο άνθρωπος αυτός αρνείται να δουλέψει, δεν παράγει εργασία».
Παρά του ότι του δόθηκε ελαφριά εργασία, συνέχισε να προσκομίζει Ιατρικά Πιστοποιητικά Ασθενείας, δείχνοντας την απροθυμία του να εργαστεί.
H Επιτροπή θεωρεί ότι τα πειθαρχικά παραπτώματα της φύσης που βρέθηκε ένοχος ο εγκαλούμενος, θα πρέπει να τιμωρούνται παραδειγματικά.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εγκαλούμενου, στην γραπτή του αγόρευση για μετριασμό της ποινής, ανεφέρθη στις προσωπικές του περιστάσεις ότι διαμένει σε σπίτι με την σύζυγο και τα δύο (2) παιδιά του και ότι το τρίτο (30) παιδί του απεβίωσε προ μερικών ετών ότι αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας, γεγονός που προφανώς επηρεάζει την δυνατότητα τον να εργαστεί ότι για είκοσι-πέντε (25) χρόνια εργαζόταν υποδειγματικά χωρίς να υπάρξουν οποιαδήποτε παράπονα και τα οποία πιο πάνω ζήτησε όπως ληφθούν υπόψη.
Όπως έχουμε αναφέρει, τα παραπτώματα του εγκαλούμενου είναι σοβαρά, συνεχή και πολλά εξ αυτών επαναλαμβανόμενα. H ανάγκη για αποτροπή είναι δεδομένη και η Επιτροπή έχει καθήκον να πατάξει παρόμοιες συμπεριφορές αλλά και να καταδείξει ότι η συνέχεια διάπραξης τέτοιων ή παρόμοιων παραπτωμάτων δεν μπορεί να γίνεται ανεκτή στο Δήμο. H αποδοχή ή η ανοχή τέτοιων συμπεριφορών θα απέφερε αναρχία και ανυπακοή στο Εργατικό Δυναμικό του Δήμου και κατ’ επέκταση ανεπανόρθωτη ζημιά.
O εγκαλούμενος είναι πρόσωπο που δεν έχει διάθεση για να εργαστεί. Ακόμη και μετά που του εδόθη ελαφριά εργασία, συνέχισε να μην εκτελεί καθόλου ή να μην εκτελεί κατά τρόπο ικανοποιητικό τα καθήκοντά του, να υποπίπτει σε συνεχή Παραπτώματα αλλά και να προσκομίζει συνεχώς Ιατρικά Πιστοποιητικά Ασθενείας, δείχνοντας την απροθυμία του να εργαστεί.
Θεωρούμε ότι είναι άδικο για τον Δήμο να πληρώνει ένα Εργάτη ο οποίος δεν θέλει να εργάζεται, αλλά και άδικο τα καθήκοντα που έπρεπε να εκτελεί ο εγκαλούμενος, να τα επωμίζονται οι άλλοι συνάδελφοι του.
Αφού σταθμίσαμε τα γεγονότα της Υπόθεσης που αποτέλεσαν και το αντικείμενο της ακροαματικής διαδικασίας και αφού λάβαμε υπόψιν τα όσα ο ευπαίδευτος Δικηγόρος του Πειθαρχικά διωκόμενου ανέφερε για μετριασμό της ποινής, ιδιαίτερα δε τις προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες, την δεινή οικονομική του κατάσταση και τα προβλήματα υγείας του, δεν εντοπίσαμε οτιδήποτε που να μας οδηγεί σε επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής, πλην της ποινής της απόλυσης.
H Επιτροπή ομόφωνα αποφασίζει ότι η αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι η ποινή της απόλυσης, την οποία και επιβάλλει. Η ποινή είναι άμεση με ισχύ από σήμερα».
- Κατά το χρόνο τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή οι εβδομαδιαίες απολαβές με βάση την Κλίμακα Α5 ανέρχονταν σε €458,72, με βάση την Κλίμακα Ε7 σε €542,70 και με βάση την Ε10 σε €638,16.
Η μοναδική μάρτυρας του Καθ’ ου η αίτηση ήταν η κ.Χρίστου, η οποία είναι γραμματειακός λειτουργός του Δήμου. Η κ.Χρίστου κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής προσελήφθη ως κτίστης, ότι περί το 2012 του ανατέθηκε ο έλεγχος των εξωτερικών συνεργείων του Δήμου και ότι περί τον Ιούλιο του 2017 ο Καθ’ ου η αίτηση αποφάσισε την αφαίρεση των εν λόγω καθηκόντων εφόσον προηγήθηκαν επιστολές για μη ικανοποιητική εκτέλεση των καθηκόντων του Αιτητή. Συγκεκριμένα η κ.Χρίστου ισχυρίστηκε ότι ο Καθ’ ου η αίτηση κοινοποίησε επιστολή στον Αιτητή με την οποία τον ενημέρωνε ότι το Δημοτικό Συμβούλιο (στο εξής «το Δ.Σ.») αφού εξέτασε την κατάσταση εξωτερικών εργασιών διαφάνηκε μεταξύ άλλων ότι δεν υπήρχε ορθός συντονισμός, ότι η παραγωγικότητα των συνεργείων ήταν πολύ «χαμηλή» και επειδή αποκλειστική ευθύνη είχε ο Αιτητής του επιβλήθηκε η «ποινή της Αυστηρής Επίπληξης», Τεκμήριο 3. Η κ.Χρίστου ισχυρίστηκε ότι απεστάλη δεύτερη προειδοποιητική επιστολή ημερ. 9/2/17, Τεκμήριο 4, η οποία καλούσε τον Αιτητή σε συγκεκριμένες ενέργειες προκειμένου να βελτιωθεί η κατάσταση, ότι παρά τις εν λόγω συστάσεις ο Αιτητής συνέχισε να μην εκτελεί τα καθήκοντά του με εύλογα ικανοποιητικό τρόπο, ότι αναγκάστηκε ο Δήμος να του αφαιρέσει καθήκοντα και να τον επαναφέρει στα προηγούμενά του καθήκοντα, ότι ενημερώθηκε ο Αιτητής με επιστολή ημερ. 19/7/17, Τεκμήριο 5, ότι ο Αιτητής μετά τη σχετική ενημέρωση προσκόμισε ιατρικά πιστοποιητικά για άδεια ασθενείας, Τεκμήριο 6 και ότι την 23/10/17 προσκόμισε ιατρική βεβαίωση με αναφορά σε πρόβλημα υγείας και εισηγείτο «ελαφριά εργασία», Τεκμήριο 7. Η κ.Χρίστου ισχυρίστηκε ότι ως αποτέλεσμα των πιο πάνω ο Αιτητής παραπέμφθηκε στο Ιατροσυμβούλιο του Δήμου Λάρνακας, ότι την 1/11/17 το Ιατροσυμβούλιο αποφάνθηκε ότι δεν ήταν δυνατό να επιστρέψει ο Αιτητής στην εργασία του και ότι εάν δεν είχε ο Δήμος δυνατότητα να του προσφέρει εργασία που να ανταποκρίνεται στις υποδείξεις των ιατρών τότε θα έπρεπε να παραπεμφθεί στο Κυβερνητικό Ιατροσυμβούλιο για να εξετασθεί το ενδεχόμενο να συνταξιοδοτηθεί λόγω ανικανότητας και ότι παραπέμφθηκε στο Κυβερνητικό Ιατροσυμβούλιο. Περαιτέρω, η κ.Χρίστου ισχυρίστηκε ότι το Ιατροσυμβούλιο με έκθεση ημερ. 1/3/18 σύστησε όπως προταθεί στον Αιτητή «ελαφριά εργασία» δηλαδή αποφυγή πολύωρης ορθοστασίας και βάδισης, ότι την 7/6/18 αποφασίστηκε από το Δ.Σ. να προταθεί στον Αιτητή «απασχόλησης στις αναφερόμενες εν τη επιστολή εργασίες», ότι ο Αιτητής ενημερώθηκε ότι ο μισθός του θα ήταν ανάλογος του χρόνου που θα μπορούσε να απασχολείτο και του είδους των προσφερόμενων εργασιών και ότι η κλίμακά του θα διαφοροποιείτο σύμφωνα με τις συλλογικές συμβάσεις. Ήταν η θέση της κ.Χρίστου ότι ο Αιτητής αποδεχόμενος τα πιο πάνω προσήλθε στην εργασία του την 11/6/18, ότι για την περίοδο από 13/4/18 – 31/5/18 ήταν με άδεια ασθενείας ή ετήσια άδεια και ότι συνεπώς δεν δικαιούται σε πληρωμή. Περαιτέρω, η κ.Χρίστου ισχυρίστηκε ότι μετά την 11/6/18 που επανήλθε ο Αιτητής στην εργασία του συνέχισε να μην αποδίδει ικανοποιητικά, ότι έδειχνε απροθυμία για εργασία, ότι δεν τηρούσε το ωράριο, ότι εγκατέλειπε το χώρο εργασίας αδικαιολόγητα, ότι επιτέθηκε φραστικά στον επιστάτη, ότι κατακρατούσε από τον Απρίλιο του 2018 μέχρι τον Αύγουστο του 2018 €2.325 που εισέπραξε από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και όφειλε να επιστρέψει, ότι προέβη σε παράνομες ενέργειες σε κτηνοτροφικό κλήρο και ότι συστηματικά κωλυσιεργούσε και αρνείτο να εκτελέσει τις οδηγίες του επιστάτη. Η κ.Χρίστου ισχυρίστηκε επίσης ότι ο Αιτητής παρά την ανάθεση «ελαφριάς εργασίας» συνέχισε να προσκομίζει ιατρικά πιστοποιητικά ασθενείας, ότι την 12/12/18 ο Καθ’ ου η αίτηση την διόρισε ως ερευνώντα λειτουργό για να διερευνήσει ενδεχόμενα πειθαρχικά παραπτώματα, ότι την 18/1/19 εξέδωσε πόρισμα, ότι κατέληξε ότι εκ πρώτης όψεως ο Αιτητής διέπραξε πειθαρχικά αδικήματα, ότι παρέδωσε το πόρισμά της στο Δ.Σ., ότι το Δ.Σ. αποφάσισε να διώξει πειθαρχικά τον Αιτητή, ότι έλαβε οδηγίες να καταρτήσει πειθαρχικό κατηγορητήριο, ότι αυτό επιδόθηκε στον Αιτητή την 29/2/19, ότι η τριμελής επιτροπή εξέδωσε εκ πρώτης όψεως απόφαση, ότι δόθηκε το δικαίωμα στον Αιτητή να καταθέσει τις θέσεις του, ότι ακολούθως εκδόθηκε απόφαση, ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή ήταν νόμιμος και δικαιολογημένος και ότι δεν δικαιούται σε πληρωμή οποιουδήποτε ποσού για αυτοτελείς αξιώσεις.
Αντεξεταζόμενη η κ.Χρίστου ισχυρίστηκε ότι υπάρχουν δύο κλίμακες για τους τεχνίτες, ότι οι ανειδίκευτοι τοποθετούνται στην κλίμακα Ε5 και οι τεχνίτες στην Κλίμακα Ε7, ότι ο Αιτητής κατά το χρόνο πρόσληψής του στη θέση του γενικού τεχνίτη τοποθετήθηκε στην Κλίμακα Ε7, ότι προσελήφθηκε ως «κτίστης τεχνίτης», ότι τοποθετήθηκε στην Κλίμακα Ε10 περί το 1994 παρόλο που παρέμεινε στην ίδια θέση, ότι για την αλλαγή κλίμακας αποφάσισε ο Καθ’ ου η αίτηση, ότι αυτό γίνεται συνήθως λόγω αυξημένων καθηκόντων ή για να είναι επικεφαλής άλλων που προσλήφθηκαν μετά, ότι στη συλλογική σύμβαση αναφέρονται τα κριτήρια για αναβάθμιση από την Κλίμακα Ε7 σε Ε10, ότι το 2017 του αφαιρέθηκαν καθήκοντα κατόπιν σχετικής απόφασης του Δ.Σ., ότι δεν γνωρίζει με βάση ποια κριτήρια έγινε αυτό και κατά πόσο ακολουθήθηκαν οι πρόνοιες της συλλογικής σύμβασης, ότι πιθανό το Δ.Σ. να έλαβε υπόψη τις επιστολές Τεκμήρια 3 και 4, ότι δεν υποβαθμίστηκε οποιοσδήποτε άλλος υπάλληλος από την κλίμακα Ε10 στην Ε5 και ότι όλοι οι υπόλοιποι εργάτες του Δήμου είναι τοποθετημένοι στην Κλίμακα Ε6. Η κ.Χρίστου ισχυρίστηκε επίσης ότι ο Αιτητής παραπέμφθηκε σε δεύτερο ιατροσυμβούλιο ήτοι στο Κυβερνητικό Ιατροσυμβούλιο επειδή εξαντλήθηκε η εξάμηνη άδεια ασθενείας, ότι την 30/3/18 ο Καθ’ ου η αίτηση αποτάθηκε στις Ιατρικές Υπηρεσίες Δημόσιας Υγείας και ζήτησε όπως καθοριστεί «το πλαίσιο εργασιών του Αιτητή», ότι αυτό έγινε για να μπορέσει το Δ.Σ. να λάβει τη σωστή απόφαση για τα καθήκοντα που μπορούσε να αναλάβει ο Αιτητής, ότι ο Αιτητής δεν πληρωνόταν εφόσον εξάντλησε την άδεια ασθενείας που δικαιούτο, ότι κατά τη διάρκεια που έκανε την έρευνα για την πειθαρχική υπόθεση δεν κάλεσε τον Αιτητή, ότι κάλεσε τον επιστάτη του Καθ’ ου η αίτηση καθώς και δύο άλλους υπαλλήλους και τον Δήμαρχο, ότι ο Αιτητής δεν έλαβε γνώση των όσων ανέφεραν τα πιο πάνω άτομα, ότι αυτό έγινε επειδή δεν το θεώρησε σωστό, ότι έδωσε το πόρισμα στο Δ.Σ. την 18/1/19, ότι την 29/2/19 επιδόθηκε στον Αιτητή το Κατηγορητήριο, ότι ο Αιτητής κλήθηκε να εμφανιστεί την 1/3/19, ότι τον Καθ’ ου η αίτηση εκπροσωπούσε στη διαδικασία ο Δήμαρχος που ήταν και ο Πρόεδρος της Τριμελούς Επιτροπής και ότι η ίδια είναι και η ιδιαιτέρα του Δημάρχου.
Ο Αιτητής κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι την 8/8/17 το Δ.Σ. αποφάσισε να προχωρήσει σε αναδιοργάνωση των εξωτερικών συνεργείων, Τεκμήριο 21, ότι δεν παρέλαβε το Τεκμήριο 5, ότι υποβαθμίστηκε σε Κλίμακα «που δεν υπήρχε στο Δήμο», ότι από την 30/3/18 δεν του είχε ανατεθεί εργασία, ότι αναγκάστηκε να στείλει επιστολές με δικηγόρο, ότι για την περίοδο από 13/4/18 – 31/5/18 δεν του καταβλήθηκε μισθός, ότι επειδή έλαβε νομικά μέτρα ο Δήμος προχώρησε σε διορισμό ερευνώντα λειτουργού, ότι η μείωση του μισθού του αλλά και η υποβάθμιση και η δίωξή του έγιναν εκδικητικά και παράνομα εξ αιτίας των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε, ότι λόγω της απόλυσής του έχασε πλήρως την όποια προοπτική είχε να ολοκληρώσει την υπηρεσία του στο Δήμο, ότι κατά το χρόνο της απόλυσής του ήταν 56 ετών και ότι δεν έχει βρει μέχρι σήμερα άλλη εργασία.
Αντεξεταζόμενος ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι τα καθήκοντά του ως επιστάτης εξωτερικών συνεργείων ήταν να αναθέτει στους υπαλλήλους κάθε πρωί καθήκοντα και να επιβλέπει τις εργασίες τους. Ήταν η θέση του Αιτητή ότι μετά που έγινε η αλλαγή στα καθήκοντά του, του ζητήθηκε να βάζει «πλάκες πεζόδρομου», να μπογιατίζει «λίνιες» «γονατιστός» παρόλο που το γόνατό του ήταν «ατροφικό 12 πόντους» και να κλαδεύει και ότι δεν του ζητήθηκε να κάνει όσα αναγράφονται στο Τεκμήριο 12. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε επιπλέον ότι παραπονέθηκε σχετικά στον Δήμαρχο, στη γραμματεία και στον επιστάτη, ότι ο επιστάτης κάποιες ημέρες έγραφε ότι η δουλειά του δεν ήταν ικανοποιητική στο Τεκμήριο 13 κατόπιν σχετικής εντολής του Δημάρχου, ότι ήθελαν να τον αναγκάσουν να εγκαταλείψει την εργασία του και ότι δεν μπορούσε να κάνει τη δουλειά του κτίστη.
Ο Αιτητής κατά την επανεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι δεν λάμβανε γνώση των όσων αναγράφονταν στο Τεκμήριο 13.
Δεύτερος έδωσε μαρτυρία για την πλευρά του Αιτητή ο κ.Μάμας ο οποίος είναι ο Γραμματέας του Σωματείου Τοπικής Αυτοδιοίκησης της ΣΕΚ Λάρνακας. Ο κ.Μάμας ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι είναι ο συνδικαλιστικός εκπρόσωπος του Αιτητή από το 2018, ότι ο Αιτητής ήταν επιστάτης, ότι ήταν τοποθετημένος στην Κλίμακα Ε10, ότι το Δ.Σ. μείωσε την Κλίμακά του σε Ε5, ότι η απόφαση αυτή λήφθηκε μονομερώς, ότι εισηγήθηκε την τοποθέτηση του Αιτητή στην Κλίμακα Ε6 - 7 για να σωθεί η θέση του Αιτητή, ότι δεν έγινε αποδεχτή η εισήγησή του και ότι το πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε ο Αιτητής δεν θα του δημιουργούσε πρόβλημα στη διεκπεραίωση των καθηκόντων του επιστάτη.
Αντεξεταζόμενος ο κ.Μάμας ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής «στοχοποιήθηκε», ότι η πάθηση του Αιτητή ήταν μόνιμη, ότι φαίνεται ότι δεν υπήρχε καλή θέληση από τον Καθ’ ου η αίτηση εφόσον άφησαν τον Αιτητή απλήρωτο για δύο μήνες, ότι εισηγήθηκε στον Δήμαρχο το δρόμο της διαμεσολάβησης και ότι ο τελευταίος ήταν αντίθετος με αυτή την προσέγγιση.
Παρακολουθήσαμε με προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε τη μαρτυρία τους έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων.
Η κ.Χρίστου δεν μας έκανε καλή εντύπωση. Αξιολογώντας τη μαρτυρία της παρατηρούμε ότι ενώ εξέφρασε με βεβαιότητα διάφορες θέσεις ακολούθως δεν τις επιβεβαίωνε και ισχυριζόταν ότι δεν μπορεί να γνωρίζει. Ακόμη παρατηρούμε ότι η κ.Χρίστου ενώ κατέθεσε κάποια από τα Τεκμήρια όταν κλήθηκε να απαντήσει για τα όσα αναφέρονται σε αυτά σε αρκετές περιπτώσεις ανέφερε ότι δεν γνωρίζει εφόσον δεν τα συνέταξε η ίδια και ακόμη ότι δεν θυμόταν τι αναγράφουν όπως σε σχέση με τις Εκθέσεις Ιατροσυμβουλίων, Τεκμήρια 8 και 10. Συγκεκριμένα, σε σχέση με τη μαρτυρία της κ.Χρίστου παρατηρούμε ότι ενώ αρχικά ισχυρίστηκε αντεξεταζόμενη ότι ο Αιτητής προήχθη στην Κλίμακα Ε10 από την Ε7 που τοποθετήθηκε όταν προσλήφθηκε κατόπιν απόφασης του Δ.Σ. και χωρίς να τηρηθεί η συλλογική σύμβαση, ακολούθως ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει το κατά πόσο εκείνη την εποχή ήταν σε ισχύ η εν λόγω σύμβαση. Ενώ η κ.Χρίστου τόσο κατά την κυρίως εξέτασή της όσο και κατά την αντεξέτασή της ισχυρίστηκε ότι τον Ιούλιο του 2017 ο Καθ’ ου η αίτηση με απόφαση του Δ.Σ. επανέφερε τον Αιτητή στα προηγούμενά του καθήκοντα λόγω μη ικανοποιητικής εκτέλεσης των καθηκόντων του ακολούθως ανέφερε ότι δεν γνωρίζει την συγκεκριμένη απόφαση του Δ.Σ. Η κ.Χρίστου αρχικά ανέφερε ότι το Δ.Σ. αφαίρεσε το 2017 καθήκοντα από τον Αιτητή λόγω μη ικανοποιητικής εκτέλεσης της εργασίας του αφού προηγήθηκαν σχετικές προειδοποιητικές επιστολές προς τον Αιτητή όπως τα Τεκμήρια 3 και 4, στη συνέχεια ανέφερε ότι το Δ.Σ. «πιθανόν να … έλαβε υπόψη του και πήρε τέτοια απόφαση» τις συγκεκριμένες επιστολές και ακολούθως ισχυρίστηκε ότι δεν ξέρει «πως σκέφτηκε και πήρε την απόφασή του το Δ.Σ.». Παρατηρούμε ότι ενώ το Τεκμήριο 4 φέρει ημερομηνία 9/2/17 σε αυτό γίνεται αναφορά σε επαναφορά του Αιτητή στην υπηρεσία την 11/6/18 και σε επιστολή ημερ. 23/7/17. Η κ.Χρίστου ισχυρίστηκε ότι οι κλίμακες Ε5, Ε7 και Ε10 «προωθούνται» από τη συλλογική σύμβαση που κατέθεσε, Τεκμήριο 18, αλλά στη συνέχεια ανέφερε ότι δεν υπάρχει «σε αυτήν τη συλλογική σύμβαση. Υπάρχει άλλο έντυπο, το οποίο … στέλνουν οι συντεχνίες».
Παρατηρούμε ότι υπάρχει διάσταση στα δύο δικόγραφα του Καθ’ ου η αίτηση σε σχέση με το πότε αφαιρέθηκαν καθήκοντα από τον Αιτητή. Στο δικόγραφο της αιτ. 258/18 ο Καθ’ ου η αίτηση αναφέρει ότι αυτό έγινε τον Ιούλιο του 2017, θέση που συνάδει με το Τεκμήριο 5, αλλά στο δικόγραφο της αιτ. 220/20 καταγράφεται ότι αυτό έγινε την 8/8/17, θέση που συνάδει με το Τεκμήριο 21. Η μαρτυρία της κ.Χρίστου δεν συνάδει με τον δικογραφημένο ισχυρισμό του Καθ’ ου η αίτηση στην αιτ. 220/20, ήτοι με τον ισχυρισμό ότι αφαιρέθηκαν τα καθήκοντα του επιστάτη από τον Αιτητή την 8/8/17 αλλά συνάδει με το δικόγραφο της αιτ. 258/18. Σημειώνουμε ότι το Τεκμήριο 5 δεν είναι υπογεγραμμένο. Δεν μπορούμε να δεχθούμε τη θέση της κ.Χρίστου ότι δόθηκε το Τεκμήριο 5 στον Αιτητή και ότι με αυτό, που φέρει ημερομηνία 19/7/17, γνωστοποιήθηκε η απόφαση του Δ.Σ. να απαλλάξει τον Αιτητή από τα καθήκοντά του. Από το Τεκμήριο 21 προκύπτει ότι το Δ.Σ. αποφάσισε περί τις 3 εβδομάδες μετά την ημερομηνία που φέρει το Τεκμήριο 5, ήτοι την 8/8/17, «να προχωρήσει σε αναδιοργάνωση της λειτουργίας των εξωτερικών συνεργείων» και να απαλλάξει τον Αιτητή από τα καθήκοντα οργάνωσης και συντονισμού των εξωτερικών συνεργείων. Το ότι αφαιρέθηκαν καθήκοντα από τον Αιτητή την 8/8/17 αναφέρεται και στο πόρισμα που συνέταξε η ίδια η κ.Χρίστου, Τεκμήριο 16 αλλά και στην απόφαση της Πειθαρχικής Επιτροπής, μέρος του Τεκμηρίου 35. Δεν διαφεύγει της προσοχής μας ότι ενώ από τη μια η κ.Χρίστου κατέθεσε κατά την κυρίως εξέτασή της την επιστολή ημερ. 19/7/17, Τεκμήριο 5 και ισχυρίστηκε ότι ο Καθ’ ου η αίτηση απέστειλε προς τον Αιτητή την εν λόγω επιστολή για να του αφαιρέσει καθήκοντα όπως αναφέρουμε ανωτέρω, αντεξεταζόμενη δεν παρέμεινε σταθερή και ισχυρίστηκε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει κατά πόσο δόθηκε η εν λόγω επιστολή στον Αιτητή. Δεν διαφεύγει της προσοχής μας ούτε το ότι η κ.Χρίστου αντεξεταζόμενη και κατόπιν υποβολής ότι δεν δόθηκε η εν λόγω επιστολή στον Αιτητή και γι’ αυτό δεν φέρει την υπογραφή του σε αντίθεση με όλες τις άλλες επιστολές που του δόθηκαν προσπάθησε να υποβαθμίσει τη σοβαρότητα της επιστολής και ισχυρίστηκε ότι αυτή στάληκε «πληροφοριακά» και ότι σε άλλο στάδιο ανέφερε ότι δεν είναι η ίδια που συνέταξε το Τεκμήριο 5 για να γνωρίζει το περιεχόμενό του.
Αρχικά η κ.Χρίστου ισχυρίστηκε ότι μετά την 19/7/17 που αναγκάστηκε ο Δήμος να αφαιρέσει καθήκοντα από τον Αιτητή και να τον επαναφέρει στα προηγούμενά του καθήκοντα, ο Αιτητής ξεκίνησε να προσκομίζει ιατρικά πιστοποιητικά για άδεια ασθενείας τα οποία και κατέθεσε, Τεκμήριο 6. Η εν λόγω θέση δεν μπορεί να ισχύει εφόσον, ως ο δικογραφημένος ισχυρισμός του Καθ’ ου η αίτηση στην αιτ. 220/20 αλλά και όπως προκύπτει από τα Τεκμήρια 21, 16 και 35 ο Αιτητής ενημερώθηκε για την αλλαγή των καθηκόντων του την 8/8/17 και τα εν λόγω ιατρικά πιστοποιητικά προηγήθηκαν, ήτοι ξεκίνησαν την 24/7/17. Η κ.Χρίστου αρχικά αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο ο Αιτητής καταχώρησε αίτηση εργατικής διαφοράς εναντίον του Δήμου αλλά όταν στη συνέχεια της υποβλήθηκε ότι πρόκειται για την υπό εκδίκαση αίτηση συμφώνησε ότι ισχύει. Ενώ η κ.Χρίστου ισχυρίστηκε ότι ακόμη εκκρεμεί η ποινική υπόθεση που καταχώρησε ο Αιτητής ακολούθως συμφώνησε με υποβολή ότι αναστάληκε η ποινική δίωξη. Η κ.Χρίστου ισχυρίστηκε ότι «διαφοροποιείται ο βασικός μισθός σύμφωνα με τις ώρες που εργάζεται … κάποιος», θέση η οποία δεν συνάδει με το Τεκμήριο 2 και δεν μπορεί να γίνει πιστευτή. Σημειώνουμε ότι και η ίδια στη συνέχεια ανασκεύασε και ανέφερε ότι δεν διαφοροποιείται ο μισθός ανάλογα με τις ώρες εργασίας. Περαιτέρω, η κ.Χρίστου αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε ότι δεν καταγράφεται η καταχώρηση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης από τον Αιτητή εναντίον του Δημάρχου και των μελών του Δ.Σ. στην «αναφορά» της, αλλά από το Τεκμήριο 16 προκύπτει ότι αυτό δεν ισχύει εφόσον στην τρίτη σελίδα του εν λόγω Τεκμηρίου αναφέρεται ότι «η καταχώρηση Ποινικής Υπόθεσης εναντίον του Δήμου, του Δημάρχου και όλων των Μελών του Δημοτικού Συμβουλίου έχει κλονίσει την σχέση Εργοδότη και Εργοδοτούμενου». Παρατηρούμε ότι η κ.Χρίστου κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι για την περίοδο από 13/4/18 – 31/5/18 ο Αιτητής ήταν με άδεια ασθενείας ή ετήσια άδεια και συνεπώς δεν δικαιούται σε καταβολή μισθού. Αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής δεν πληρωνόταν την εν λόγω χρονική περίοδο εφόσον εξάντλησε την άδεια ασθενείας που δικαιούτο. Παρατηρούμε επίσης ότι ενώ στο «Πόρισμα προς Δημοτικό Συμβούλιο για ενδεχόμενα Παραπτώματα» του Αιτητή που ετοιμάστηκε από την κ.Χρίστου, Τεκμήριο 16 αναφέρεται ότι η εργασία του Αιτητή για «πενήντα τέσσερις εργάσιμες μέρες χαρακτηρίστηκε ως μη ικανοποιητική», από τα ημερήσια δελτία εργασίας που κατατέθηκαν, Τεκμήριο 13, προκύπτει ότι η εργασία του Αιτητή χαρακτηρίστηκε ως μη ικανοποιητική εφτά φορές και μάλιστα οι δύο έχουν ημερομηνία μεταγενέστερη του πορίσματος.
Όπως έχει διαφανεί από τα πιο πάνω, η κ.Χρίστου δεν μας έπεισε ότι ήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια σε σχέση με το τι έλαβε χώρα κατά τον επίδικο χρόνο. Η κ.Χρίστου υπέπεσε σε αρκετές αντιφάσεις, διαφοροποίησε αρκετές φορές προηγούμενή της θέση και σε κάποιες περιπτώσεις η μαρτυρία της δεν συνάδει με κάποια από τα κατατεθέντα τεκμήρια και με δικογραφημένους ισχυρισμούς. Ήταν εμφανής η προσπάθειά της κ.Χρίστου να παρουσιάσει τα γεγονότα όπως η ίδια θεωρούσε ότι συνέφεραν του Καθ’ ου η αίτηση. Για όλα αυτά δεν μπορούμε να βασιστούμε στη μαρτυρία της κ.Χρίστου για εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων.
Αξιολογώντας τη μαρτυρία του Αιτητή παρατηρούμε ότι ο Αιτητής κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε αρχικά ότι από την τροποποίηση των όρων απασχόλησής του με την απόφαση του Δήμου ημερ. 8/8/17 μειώθηκε ο μισθός του και υποβαθμίστηκε στην Κλίμακα 5 ενώ αργότερα ανέφερε ότι την 8/6/18 το Δ.Σ. παράνομα τροποποίησε την σύμβαση απασχόλησης του και τον υποβάθμισε στην Κλίμακα Ε5. Ο Αιτητής πλην της πιο πάνω αντίφασης δεν υπέπεσε σε άλλες ουσιαστικές αντιφάσεις και παρέμεινε σταθερός κατά την αντεξέτασή του. Γενικά, η μαρτυρία του Αιτητή μας φάνηκε θετική, φυσική και ειλικρινής και την αποδεχόμαστε. Θεωρούμε ότι ο Αιτητής ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να περιγράψει τα γεγονότα όπως ο ίδιος τα βίωσε και το έκανε με σταθερότητα, απλότητα και σαφήνεια και συνεπώς κρίνουμε τη μαρτυρία του αξιόπιστη.
Το ίδιο ισχύει και για τη μαρτυρία του κ.Μάμα, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά. Ο κ.Μάμας παρέμεινε σταθερός και δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις. Γενικά η μαρτυρία του μας φάνηκε ειλικρινής, συνάδει με τα κατατεθέντα τεκμήρια και την αποδεχόμαστε. Κρίνουμε συνεπώς αξιόπιστη την εν λόγω μαρτυρία.
Σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Νόμου: «Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι΄ οινοδήποτε λόγον άλλον ή των εν των άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ΄ αυτού επί είκοσι εξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζομένην συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα: ……….». Σύμφωνα με το άρθρο 6(1) του Νόμου: «… ο υπό του εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρι αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση του εργοδοτουμένου και δεν παρέχουν στον εργαζόμενο δικαίωμα αποζημίωσης.
Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτουμένου και κατά συνέπεια απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 5(α), (ε) και (στ) του Νόμου:
«5. Τερματισμός απασχολήσεως δι΄ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν:
(α) όταν ο εργοδοτούμενος παραλείπη να εκτελέση την εργασίαν του κατ΄ ευλόγως οικανοποιητικόν τρόπον:
………………………………
(ε) όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως:
Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκή το δικαίωμά του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμά του να απολύση τον εργοδοτούμενον·
(στ) άνευ επηρεασμού της γενικότητος της αμέσως προηγουμένης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ΄ όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως:
(i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένεται όπως συνεχισθή·
(ii) διάπραξις σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του·
(iii) διάπραξις ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντός του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότου του·
(iv) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του·
(v) σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν».
Για να κριθεί η νομιμότητα της απόλυσης του Αιτητή, θα πρέπει να ικανοποιούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις του Νόμου. Το κριτήριο για το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη, να προβεί στον τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτούμενου υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για το συγκεκριμένο λόγο βάσει των ενώπιόν του στοιχείων. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη, ως λέχθηκε σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Κακοφεγγίτου v. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ (2005) 1Β Α.Α.Δ. 1478, Kynigos Hotels Ltd v. Χρίστου (2004) 1Α Α.Α.Δ. 665, Galatariotis Telecommunications Ltd v. Βασιλείου (2003) 1 Α.Α.Δ. 318), Γεωργίου ν. Columbia World Wide Movers Ltd, Πολ. Εφ. 103/12, ημερ. 7/7/17 και L. Papaphilippou & Co v. Λουκά (2014) 1Β Α.Α.Δ. 1193[1]).
Η εργασιακή σχέση είναι σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης και ο τερματισμός της δικαιολογείται όταν η συμπεριφορά του εργοδοτούμενου ήταν τέτοια που κλόνισε τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου ώστε να καθίσταται για τον εργοδότη αδύνατη η συνέχισή της. Για τη διατήρηση του κλίματος αμοιβαίας εμπιστοσύνης ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργοδοτούμενο, ο δεύτερος έχει την υποχρέωση να τηρεί καλόπιστη συμπεριφορά και οφείλει να επιδεικνύει την πρέπουσα διαγωγή και σεβασμό προς τη διεύθυνση και την προσωπικότητα του εργοδότη και των προϊσταμένων του και οφείλει να αποφεύγει οποιαδήποτε συμπεριφορά που θα μπορούσε να επηρεάσει το κύρος και να προσβάλει την προσωπικότητα του εργοδότη του.[2] Στην υπόθεση Pattikis a.a. v. The Municipal Committee of Nicosia (1988) 1 C.L.R. 103 το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι η σχέση εργασίας θα πρέπει να βασίζεται στην ύπαρξη ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών.[3]
Διαγωγή ή συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδοτούμενου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος δεν δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησής του από τον εργοδότη του κατ’ εφαρμογή και του άρθρου 5 του Νόμου. (Βλ. Κασάπη ν. Technoplastics Ltd 1 A.A.Δ. (1992) 919). Από την απόφαση Kanika Developments Ltd v. Λουκά (2004) 1Α Α.Α.Δ. 603, αναδύεται το γεγονός ότι η απόλυση πρέπει να είναι το έσχατο μέτρο στο οποίο μπορεί να καταλήξει ο εργοδότης, το οποίο πρέπει να ασκείται με φειδώ. Το ερώτημα που πρέπει να τίθεται είναι κατά πόσον ήταν λογικό ο εργοδοτούμενος να έχανε τη δουλειά του, ίσως και τη σταδιοδρομία του. Για την απάντηση του εν λόγω ερωτήματος θα πρέπει να σταθμίζονται από τη μία η επιλήψιμη συμπεριφορά του εργαζομένου, το εργασιακό περιβάλλον, η σταδιοδρομία, τα προτερήματα και οι αδυναμίες του εργαζομένου και από την άλλη οι ανάγκες του εργοδότη. Στη σελ. 607 αναφέρεται ότι: «Πρέπει πάντως να λαμβάνει κανείς πάντοτε υπόψη και το ότι ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος, με τον οποίο ρυθμίζονται αυτές οι σχέσεις, είναι νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου που αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας, δικαίωμα που αποτελεί σημαντική σύγχρονη κατάκτηση».
Όπως αναφέρεται σε σωρεία αποφάσεων δεν υπάρχει κανόνας ο οποίος να καθορίζει το βαθμό της επιλήψιμης συμπεριφοράς. Το Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει την κάθε περίπτωση στα πλαίσια των δικών της γεγονότων ώστε να αποφασίζει κατά πόσο η συγκεκριμένη συμπεριφορά ήταν τόσο σοβαρή και στο βαθμό που θα δικαιολογείτο η απόλυση και να λάβει υπόψη του όλες τις συνθήκες που περιβάλλουν την εργατική διαφορά καθώς επίσης την προηγούμενη υπηρεσία και συμπεριφορά των μερών. Προτού ο εργοδότης καταλήξει στην τελική του απόφαση θα πρέπει να συνεκτιμήσει όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριλαμβανομένων και αυτών που αφορούν το πρόσωπο του υπό απόλυση εργοδοτούμενου. Τέτοιες περιστάσεις, μεταξύ άλλων, είναι για παράδειγμα η προηγούμενη συμπεριφορά του εργοδοτούμενου, η ευδόκιμη υπηρεσία του, τυχόν εξήγηση που έδωσε για τη συμπεριφορά, τις πράξεις ή παραλείψεις του, τυχόν πρόθεσή του για τέλεση συγκεκριμένης πράξης ή παράλειψη και το είδος των καθηκόντων που του εμπιστεύθηκε ο εργοδότης.
Η κρίση του Δικαστηρίου θα πρέπει να βασίζεται στα στοιχεία που είχε ο εργοδότης κατά το χρόνο λήψης της απόφασης για απόλυση. Με βάση την επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου ένας εργοδότης οφείλει να ασκήσει τυχόν δικαίωμά του να απολύσει ένα εργοδοτούμενο εντός λογικού χρόνου από του γεγονότος που του παρέσχε το δικαίωμα. Νομολογιακά, η παράλειψη του εργοδότη να ασκήσει τυχόν δικαίωμά του να απολύσει εργοδοτούμενο για ένα σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα θεωρείται ως εγκατάλειψη του εν λόγω δικαιώματος. Στην υπόθεση Thanos Hotels Ltd v. Ανδρέου (2002) 1(Β) Α.Α.Δ. 1000, αποφασίστηκε ότι ο χρόνος που παρήλθε από το τελευταίο κατ’ ισχυρισμό παράπτωμα του εργοδοτούμενου (19/5/98) ορθά κρίθηκε πως δεν μπορούσε να θεμελιώσει λόγο απόλυσης του στις 5/10/98 εφόσον το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως λογικό χρονικό διάστημα για την άσκηση του δικαιώματος απόλυσης κατά τα προβλεπόμενα στην επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου.[4] Επιπλέον στην υπόθεση L´UNION NATIONALΕ (Tourism & Sea Resorts) Ltd v. Αγαθοκλέους (2000) 1 Α.Α.Δ. 2117, κρίθηκε ότι η πάροδος σχεδόν ενός μηνός από την επίδειξη απρεπούς συμπεριφοράς από τον εργοδοτούμενο μέχρι την απόλυσή του ήταν πέραν του λογικού χρόνου εντός του οποίου θα έπρεπε να ασκηθεί από τους εργοδότες το δικαίωμα απόλυσης.
Καμία απόλυση δεν μπορεί να κριθεί δικαιολογημένη για παρελθόντες λόγους, έστω και σοβαρούς, εκτός εάν ο λόγος που επέφερε τη ρήξη της εργασιακής σχέσης είναι από μόνος του τόσο σοβαρός που να μπορεί να δικαιολογήσει απόλυση, πλην της περίπτωσης που νέο παράπτωμα επιβεβαιώνει συγκεκριμένη συστηματική συμπεριφορά του εργοδοτουμένου μετά που δόθηκαν σοβαρές προειδοποιήσεις. Σε αντίθετη περίπτωση, εργαζόμενοι οι οποίοι υπέπεσαν σε παραπτώματα στο παρελθόν, θα κινδύνευαν εις αεί να απολυθούν για παρελθόντες λόγους με αποτέλεσμα να παρατείνεται επ’ αόριστο η αβεβαιότητα σε σχέση με την παραμονή τους στην εργασία τους.
Στις περιπτώσεις απολύσεων συνεπεία παράλειψης του εργοδοτούμενου να εκτελέσει ικανοποιητικά τα καθήκοντά του, ο εργοδότης οφείλει να αποδείξει την εν λόγω παράλειψη εντός των πλαισίων της «λογικής αποτελεσματικότητας» που απαιτείται υπό τις περιστάσεις και όχι της «μέγιστης». Η λογική (και όχι η μέγιστη) αποτελεσματικότητα που απαιτείται εξαρτάται επίσης από τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Το κριτήριο επομένως είναι αντικειμενικό. Τερματίζοντας δε την απασχόληση με βάση το άρθρο 5(α) ο εργοδότης οφείλει να δώσει στον εργοδοτούμενο την υπό του Νόμου προβλεπόμενη προειδοποίηση.
Περιπλέον, στην Αγγλία, όπως αναφέρουν οι Upex, Benny και Hardy στο σύγγραμμά τους, σε περίπτωση που η απόλυση αφορά μη ικανοποιητική εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζομένου, ο εργοδότης οφείλει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι βασιζόμενος σε λογικά στοιχεία (reasonable grounds) πραγματικά πίστευε ότι ο υπάλληλος ήταν ανίκανος (incapable), αλλά πρέπει πρώτα να διεξάγει πλήρη και προσεκτική έρευνα για τα σχετικά γεγονότα. Εν συνεχεία, αναφέρουν ότι από την εν λόγω έρευνα πρέπει να προκύψει ικανοποιητικό υλικό για την κατάληξη στο συγκεκριμένο συμπέρασμα.[5] Ο Duggan[6] αναφέρει στο δικό του σύγγραμμα ότι όταν η υπηρεσία του εργοδουτούμενου είναι μακρά, σε περιπτώσεις ανικανότητας στην εκτέλεση των καθηκόντων, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει κατά πόσο ο εργοδότης κατά τη λήψη της απόφασης για απόλυση, έλαβε υπόψη του και την μακρόχρονη υπηρεσία του υπαλλήλου του.[7] Ο εργοδότης λοιπόν, θα πρέπει αρχικά να αποδείξει ότι ο εργοδοτούμενος δεν εκτελούσε ικανοποιητικά τα καθήκοντά του, εντός των πλαισίων της λογικής αποτελεσματικότητας που απαιτείται υπό τις περιστάσεις. Ακολούθως, θα πρέπει να αποδείξει ότι προέβη σε λογική έρευνα πριν αποφασίσει ότι o εργαζόμενος δεν εκτελεί κατ’ ευλόγως ικανοποιητικό τρόπο την εργασία του και ότι ο εργοδοτούμενος ενημερώθηκε σχετικά με τα παράπονα του εργοδότη του σε σχέση με την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του αλλά και ότι δόθηκε σχετική προειδοποίηση στον εργοδοτούμενο για τυχόν συνέπειες σε περίπτωση που δεν βελτιωθεί, με σκοπό να δοθεί στον εν λόγω εργοδοτούμενο η ευκαιρία να βελτιωθεί. Η Βουλή των Λόρδων στην υπόθεση Polkey v. AE Dayton Services Ltd [1987] IRLR 503 [1988] AC 344, HL ανέφερε ότι τις περισσότερες φορές οι εργοδότες δεν μπορεί να θεωρηθούν ότι ενήργησαν εύλογα απολύοντας εργοδοτούμενό τους για ανεπαρκή απόδοση εκτός εάν του έχουν δώσει προηγουμένως δίκαιες προειδοποιήσεις καθώς και την ευκαιρία να βελτιωθεί. Στην επίσης αγγλική υπόθεση Laylock v. Jones Buckie Shpyard Limited [EAT 395/81] δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στη γνώση από την πλευρά του εργαζόμενου για τη δυσφορία του εργοδότη του σε σχέση με την εκτέλεση των καθηκόντων του αλλά και για ενδεχόμενη απόλυση και τονίστηκε η σημασία της χορήγησης γραπτής (formal) προειδοποίησης.[8]
Η νομολογία, δεν παραλείπει να επισημαίνει ότι οι κυριότερες υποχρεώσεις του συνετού εργοδότη κατά την άσκηση του δικαιώματος της απόλυσης συνδέονται με την τήρηση μιας σωστής διαδικασίας, όπου υπάρχει πλήρης σεβασμός των δικαιωμάτων του εργαζομένου προτού ληφθεί η απόφαση για απόλυσή του. Το δικαίωμα ακρόασης στον εργοδοτούμενο παρέχεται κυρίως για να δοθεί σε αυτόν η δυνατότητα να ανατρέψει τους λόγους για τους οποίους ο εργοδότης βασίστηκε για να λάβει την απόφαση για απόλυση. Περαιτέρω, η άμεση επαφή εργοδότη-εργοδοτούμενου μπορεί να συμβάλει στην αποκατάσταση του κλίματος εμπιστοσύνης που για κάποιο λόγο διαταράχθηκε και έτσι να αποφευχθεί η λήψη του μέτρου της απόλυσης. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του περί της Συμβάσεως περί του Τερματισμού Απασχολήσεως (Κυρωτικός) Νόμου του 1985, Ν.45/85: «Η απασχόληση εργαζομένου δεν πρέπει να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με τη συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος του, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα».[9]
Στο αγγλικό σύγγραμμα του Whincup[10] αναφέρεται ότι: «When detailed inquiries are necessary they will usually involve taking statements from all relevant witnesses and, in particular, from the employee under suspicion. Witnesses need not always be in the suspect’s presence, though it is preferable that at some stage he has the opportunity to question them». Στην αγγλική υπόθεση Louies v. Coventry Hood and Seating Co Ltd [1990] ICR 54 λέχθηκε ότι είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που μπορεί να θεωρηθούν δίκαιες οι διαδικασίες όταν ο εργοδότης βασίζεται πάνω σε μαρτυρίες ατόμων αλλά αποτυγχάνει να τις δώσει στον εργοδοτούμενο ή στο να μεταφέρει στον εργοδοτούμενο το περιεχόμενό τους με επάρκεια. Στην υπόθεση Fuller v. Lloyds Bank plc [1991] IRLR 36 αναφέρθηκε ότι παρόλο που είναι επιθυμητό να δοθεί στον εργοδοτούμενο το υλικό στο οποίο στηρίζεται η πειθαρχική διαδικασία εναντίον του, σε περίπτωση που αυτό δεν γίνει, η απόλυση δεν θεωρείται αυτόματα παράνομη. Οποιοδήποτε ελάττωμα στην πειθαρχική διαδικασία θα πρέπει να εξεταστεί μέσα στο πλαίσιο στο οποίο έλαβε χώρα και το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι το κατά πόσον η διαδικασία που ακολούθησε ο εργοδότης συνολικά ήταν δίκαιη. Επίσης, στην αγγλική υπόθεση Bentley Engineering Co Ltd v. Mistry [1979] ICR 47 επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, ότι δηλαδή η απόλυση του εργοδοτουμένου ήταν παράνομη επειδή δεν είχε δώσει ο εργοδότης στον εργοδοτούμενο τις καταθέσεις των μαρτύρων που τον κατηγορούσαν για επίθεση σε συνάδελφό του. Όπως αναφέρθηκε, η φυσική δικαιοσύνη απαιτεί όπως δοθεί η ευκαιρία στον εργοδοτούμενο να θέσει τη δική του εκδοχή και να γνωρίζει με επάρκεια το τι έχει λεχθεί εναντίον του ώστε να μπορέσει να θέσει τις δικές του θέσεις.[11]
Τίθεται λοιπόν το ερώτημα κατά πόσο η ενέργεια του Δήμου να προβεί στον άμεσο τερματισμό των υπηρεσιών του Αιτητή την 2/6/20 είναι νόμιμη και δικαιολογημένη. Καθοδηγούμενο λοιπόν το Δικαστήριο από το Νόμο και τη νομολογία στην προκειμένη περίπτωση θα πρέπει να διαπιστώσει κατά πόσο ο Αιτητής επέδειξε τέτοια διαγωγή ώστε να καθιστά τον εαυτό του υποκείμενο σε απόλυση και ότι η σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου δεν μπορούσε να συνεχιστεί και σε περίπτωση απόδειξης τέτοιας διαγωγής το κατά πόσο η διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν εύλογη.
Τα πραγματικά γεγονότα της επίδικης διαφοράς είναι ότι ο Αιτητής προσλήφθηκε ως εργάτης και πληρωνόταν στην Κλίμακα Ε7, ότι ακολούθως προήχθη σε υπεύθυνο εξωτερικών συνεργείων και τοποθετήθηκε στην Κλίμακα Ε10, ότι την 8/8/17 το Δ.Σ. αποφάσισε ομόφωνα να προχωρήσει σε αναδιοργάνωση της λειτουργίας των εξωτερικών συνεργείων και στα πλαίσια αυτά απάλλαξε τον Αιτητή από τα καθήκοντα της οργάνωσης και συντονισμού των εξωτερικών συνεργείων, Τεκμήριο 21 και ότι ο Αιτητής απουσίασε με άδεια ασθενείας από την 24/7/17 - 28/7/17, 21/8/17 – 13/10/17 και 11/12/17 - 13/4/18, Τεκμήριο 6. Ο Αιτητής προσκόμισε ιατρική βεβαίωση ημερ. 23/10/17, Τεκμήριο 7 στην οποία γίνεται σύσταση για «ελαφρά εργασία». Ο Αιτητής παραπέμφθηκε σε Ιατρικό Συμβούλιο το οποίο την 1/11/17 έκαμε λόγο για σοβαρότητα «των προβλημάτων υγείας, τα οποία ο συγκεκριμένος εργάτης αντιμετωπίζει – δεν είναι δυνατό να επιστρέψει στην εργασία του, δεδομένων όλων όσα σημειώνονται ανωτέρω, κρίνουμε όπως – εάν ο Δήμος … δεν έχει την δυνατότητα να αναθέσει, στον εν λόγω εργάτη, εργασία η οποία να ανταποκρίνεται τόσο στα προσόντα του όσο και στις υποδείξεις του θεράποντα ιατρού του – είναι ορθό η περίπτωση του … να παραπεμφθεί, με πλήρη και εμπεριστατωμένη έκθεση από τον θεράποντα ιατρό του, στο Κυβερνητικό Ιατρικό Συμβούλιο, ώστε, να εξεταστεί το ενδεχόμενο … να συνταξιοδοτηθεί, λόγω ανικανότητας», Τεκμήριο 8. Ο Αιτητής παραπέμφθηκε στις Ιατρικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Υγείας και στην Εμπιστευτική Έκθεση του Ιατροσυμβουλίου ημερ. 1/3/18 αναφέρθηκε ότι ο Αιτητής «πάσχει από σοβαράς μορφής οστεαθρίτιδα αριστερής ποδοκνημικής λόγω κατάγματος το 1997» και κρίθηκε ότι έπρεπε «να προταθεί ελαφρά εργασία δηλαδή αποφυγή πολύωρης ορθοστασίας και βάδισης», Τεκμήριο 10. Ο Καθ’ ου η αίτηση δεν επικοινώνησε για μεγάλο χρονικό διάστημα με τον Αιτητή παρόλο που ο τελευταίος του απέστειλε αρκετές επιστολές. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής την 30/3/18 απέστηλε επιστολή με την οποία απαρίθμησε καθήκοντα που μπορούσε να εκτελέσει και ανέφερε ότι ανέμενε «την έναρξη της εργασίας» του «το συντομότερο δυνατών», Τεκμήριο 11. Ο Αιτητής μέσω των δικηγόρων του απευθύνθηκε στον Δήμο εκ νέου με σχετική επιστολή ημερ. 2/5/18 με την οποία μεταξύ άλλων ζητούσε να του ανατεθεί εργασία. Την 9/5/18 ο Αιτητής με άλλη επιστολή των δικηγόρων του απευθύνθηκε ξανά στον Δήμο και αναφέρθηκε σε άρνηση του τελευταίου να του προτείνουν «ελαφριά» εργασία καλώντας τον Δήμο μεταξύ άλλων να του καταβάλει τις απολαβές για την περίοδο από 13/4/18 που παρέμενε απλήρωτος. Ο Αιτητής την 23/5/18 με τρίτη επιστολή προς τον Δήμο μέσω των δικηγόρων του αναφέρθηκε εκ νέου στην άρνηση να του προταθεί «ελαφριά εργασία» και στο ότι δεν του είχε καταβληθεί πληρωμή μισθού από την 13/4/18, Τεκμήριο 26. Ο Δήμος ανταποκρίθηκε εν τέλη την 8/6/18 και κάλεσε τον Αιτητή να αναλάβει καθήκοντα την 11/6/18 αναφέροντάς του ότι ο μισθός του θα ήταν ανάλογος του χρόνου που θα μπορούσε να απασχολείτο και του είδους της προσφερόμενης εργασίας αλλά και ότι η Κλίμακά του θα διαφοροποιείτο σύμφωνα με τις συλλογικές συμβάσεις, Τεκμήριο 12. Την 17/7/18 ο κ.Μάμας απευθύνθηκε προς τον Καθ’ ου η αίτηση και ζήτησε όπως ο Αιτητής τοποθετηθεί στην Κλίμακα Γενικού Εργάτη Ε6-7 και όχι στην Κλίμακα Ε5 που τοποθετήθηκε και που δεν υφίστατο προηγουμένως στον Δήμο, Τεκμήριο 27. Ο Καθ’ ου η αίτηση την 27/8/18 απευθύνθηκε προς τον Αιτητή με επιστολή που τον πληροφορούσε για «εργασιακά παραπτώματά» του αναφέροντας του ότι το Δ.Σ. την 23/8/18 κατέγραψε παραπτώματά του και τον ενημέρωσε ότι η υπηρεσία «λαμβάνει συνεχώς πληροφορίες για μειωμένη παραγωγικότητα» χωρίς όμως να τον προειδοποιεί για τυχόν συνέπειες, Τεκμήριο 14. Ο Αιτητής την 31/10/18 καταχώρησε τόσο την υπό εκδίκαση αίτηση εργατικών διαφορών με αρ. 258/18 με την οποία ζητούσε καταβολή δεδουλευμένων όσο και την ιδιωτική ποινική υπόθεση με αρ. 10190/18 η οποία στρεφόταν εναντίον του Καθ’ ου η αίτηση, του Δημάρχου και των Μελών του Δ.Σ. σε σχέση, μεταξύ άλλων, με μη καταβολή μισθών για την περίοδο από 13/4/18 – 31/5/18. Οι εν λόγω κατηγορούμενοι κλήθηκαν για να απαντήσουν την 13/12/18, Τεκμήριο 28. Την προηγούμενη ημέρα που κλήθηκε ο Δήμος, ο Δήμαρχος και τα μέλη του Δ.Σ. να απαντήσουν στις κατηγορίες, ήτοι την 12/12/18 ο Καθ’ ου η αίτηση διόρισε την κ.Χρίστου ως ερευνώντα λειτουργό και την 18/1/19 ολοκληρώθηκε η διεξαχθείσα από την κ.Χρίστου έρευνα χωρίς να κληθεί να δώσει τη δική του θέση ο Αιτητής. Στο εν λόγω πόρισμα αναφέρεται ότι ο Αιτητής «εκ πρώτης όψεως, φαίνεται να έχει διαπράξει … πειθαρχικά παραπτώματα» τα οποία παραθέτει και καταγράφονται ανωτέρω, Τεκμήριο 16 αλλά και ότι με την καταχώρηση από τον Αιτητή της ποινικής υπόθεσης κλονίστηκε ανεπανόρθωτα η σχέση εργοδότη και εργοδοτουμένου. Στον Αιτητή στάληκε επιστολή ημερ. 31/1/19 με θέμα «πόρισμα για ενδεχόμενα παραπτώματα» με την οποία πληροφορείτο για απόφαση για διεξαγωγή έρευνας, Τεκμήριο 30 και ακολούθως την 4/2/19 ενημερώθηκε ο Αιτητής για εκδίκαση πειθαρχικής έρευνας εναντίον του στις 8/2/19, Τεκμήριο 31. Την 7/2/19 ο Αιτητής απέστειλε στον Καθ’ ου η αίτηση μέσω δικηγόρου επιστολή με την οποία γνωστοποιούσε ότι θα εκπροσωπείτο από δικηγόρο αναφέροντας τα έγγραφα που παρέλαβε και καταγράφοντας όσα έλειπαν τα οποία και ζητούσε να λάβει, Τεκμήριο 32. Στον Αιτητή επιδόθηκε Κατηγορητήριο την 26/2/19, Τεκμήριο 17, με το οποίο καλείτο να παρουσιαστεί ενώπιον της Τριμελούς Επιτροπής την 1/3/19. Η Τριμελής Επιτροπή αποφάσισε περί τους 11 μήνες μετά, ήτοι την 22/1/20 ότι ο Αιτητής ήταν ένοχος στις πλείστες κατηγορίες Τεκμήρια 19 και 34 και του επέβαλε «την ποινή της απόλυσης» περί τους τεσσερισήμισι μήνες μετά, ήτοι την 2/6/20, Τεκμήριο 20.
Με βάση τα όσα αναφέραμε ανωτέρω ο Καθ’ ου η αίτηση απέτυχε να προσκομίσει αξιόπιστη μαρτυρία με την οποία να αποδεικνύεται ότι νόμιμα τερμάτισε τις υπηρεσίες του Αιτητή. Δεν διαφεύγει της προσοχής μας το ότι ο Καθ’ ου η αίτηση παρόλο που είχε στα χέρια του από τις αρχές Μαρτίου την Έκθεση του Ιατροσυμβουλίου ημερ. 1/3/18 δεν επικοινώνησε με τον Αιτητή για τρεις και πλέον μήνες παρόλο που ο Αιτητής απευθύνθηκε περί τις τέσσερις φορές στον Δήμο και ζήτησε να επιστρέψει αλλά και το ότι διορίστηκε ερευνώντας λειτουργός μετά την καταχώρηση από τον Αιτητή αίτησης εργατικής διαφοράς σε σχέση με την μη καταβολή μισθού και διαφοροποίησης των απολαβών του και μάλιστα την προηγούμενη ημέρα που ήταν ορισμένη για πρώτη φορά η ποινική υπόθεση που καταχώρησε ο Αιτητής. Επισημαίνουμε ότι ο Δήμος την 27/8/18 παρόλο που απέστειλε προς τον Αιτητή επιστολή με την οποία τον ενημέρωνε για παραπτώματά του που κατέγραψε το Δ.Σ., Τεκμήριο 14, τα οποία και απαρίθμησε δεν τον καλούσε σε συμμόρφωση και δεν τον προειδοποίησε για τυχόν συνέπειες[12] αλλά και το ότι χωρίς να επισυμβεί οτιδήποτε καινούργιο, την προηγούμενη ημέρα που κλήθηκαν ως κατηγορούμενοι ο Δήμος αλλά και ο Δήμαρχος και τα μέλη του Δ.Σ. να εμφανιστούν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας για την ποινική υπόθεση που καταχώρησε ο Αιτητής διορίστηκε ερευνώντας λειτουργός για να εξετάσει ουσιαστικά τα όσα ανέφεραν στην επιστολή τους ημερ. 27/8/18. Όπως αναφέρθηκε στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου Clappas Trading House Limited v. Κάντα, Πολ. Εφ. 461/19, ημερ. 30/6/25, για να μπορεί να δικαιολογηθεί απόλυση λόγω προηγούμενης συστηματικής συμπεριφοράς πρέπει να υφίσταται και «τελευταίο γεγονός».[13] Τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι ο Καθ’ ου η αίτηση ενήργησε καταχρηστικά, εκδικητικά, αυθαίρετα και για άλλους σκοπούς και δεν απέδειξε ότι η απόλυση του Αιτητή έγινε για εύλογη αιτία που να υποστηρίζεται από στοιχεία και δεν ενήργησε σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης ως όφειλε. Η κ.Χρίστου άλλωστε δεν δίστασε να δηλώσει ότι η καταχώρηση ποινικής υπόθεσης από τον Αιτητή από μόνη της είχε «κλονίσει την σχέση Εργοδότη και Εργοδοτούμενου ανεπανόρθωτα» από την 18/1/19 που ετοίμασε το Πόρισμά της, Τεκμήριο 16.
Πέραν των πιο πάνω, βρίσκουμε ότι το χρονικό διάστημα από την διαπίστωση πιθανών πειθαρχικών παραπτωμάτων του Αιτητή αλλά και από τον χρόνο που ολοκληρώθηκε το πόρισμα της κ.Χρίστου ήτοι την 18/1/19 μέχρι την 2/6/20 που απολύθηκε ο Αιτητής δεν είναι δικαιολογημένο και συνεπώς θεωρούμε ότι ο Καθ’ ου η αίτηση δεν ενήργησε εντός ευλόγου χρόνου. Δεν διαφεύγει της προσοχής μας ότι από το διορισμό ερευνώντα λειτουργού μέχρι την απόλυση πέρασαν περί τους 17 ½ μήνες χωρίς να αναφερθεί οποιοσδήποτε λόγος για την τόσο μεγάλη καθυστέρηση. Με λίγα λόγια, ο Καθ’ ου η αίτηση δεν απέλυσε τον Αιτητή ούτε εντός λογικού χρονικού διαστήματος από των γεγονότων που ο ίδιος επικαλείται ότι του παρείχε αυτό το δικαίωμα και συνεπώς βρίσκουμε ότι ο χρόνος που μεσολάβησε από την διαπίστωση πιθανόν παραπτωμάτων μέχρι την απόλυση δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί από τα ενώπιόν μας στοιχεία.
Ομόφωνα λοιπόν καταλήγουμε ότι ο εργοδότης δεν ενήργησε ως λογικός εργοδότης και ότι ο Καθ’ ου η αίτηση δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που τον βαρύνει και κατ’ επέκταση ότι δεν κατάφερε να αποδείξει οποιοδήποτε λόγο που με βάση το άρθρο 5 του Νόμου θα δικαιολογούσε τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή. Συνεπώς, η απόλυση του Αιτητή κρίνεται παράνομη.
Ο Αιτητής με την αίτηση εργατικών διαφορών 220/20 αξιώνει μεταξύ άλλων καταβολή αποζημιώσεων και θεωρεί ότι η εν λόγω αποζημίωση θα πρέπει να υπολογιστεί με βάση απολαβές στην Κλίμακα Ε10.
To άρθρο 17(2) της Συλλογικής Σύμβασης που έχει κατατεθεί, Τεκμήριο 18, αναφέρει ότι «Σε περίπτωση αλλαγής καθηκόντων ή μετακίνησης εργάτη η οποία πρέπει να γίνεται με συναίνεση της Συντεχνίας του επηρεαζόμενου και η οποία συνεπάγεται τοποθέτηση σε χαμηλότερη μισθολογική κλίμακα, τότε ο εργάτης τοποθετείται στον πλησιέστερο προς τα κάτω μισθό της νέας κλίμακας …». To άρθρο 32 της Συλλογικής Σύμβασης αναφέρει σε σχέση με τα «πιστοποιητικά ελαφριάς εργασίας» ότι ισχύουν οι πρόνοιες του Παραρτήματος 10. Το εν λόγω Παράρτημα έχει ως εξής:
«ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΑ ΕΛΑΦΡΙΑΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
1. Ο κάθε Δήμος να καθορίσει άμεσα ως ελαφριά εργασία τα καθήκοντα, κατά προτεραιότητα, στα οποία θα μετακινούνται τα άτομα τα οποία προσκομίζουν ιατρικά πιστοποιητικά με σύσταση για ελαφριά εργασία (με σχετική κοινοποίηση προς το προσωπικό). Σε περίπτωση που ο Δήμος δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις ανάγκες του, τότε σε συνεννόηση με τις Συντεχνίες (εφαρμογή Κώδικα Βιομηχανικών Σχέσεων), ως πρώτο βήμα θα τον αποστέλλει στο Ιατροσυμβούλιο και ανάλογα με την απόφαση θα προχωρά με διαδικασία αποδέσμευσης του ατόμου με πιστοποιητικό ελαφριάς εργασίας..
2. Η Υπηρεσία θα εξετάζει την κάθε περίπτωση πιστοποιητικού με ελαφριά εργασία (μόνιμη πάθηση) και θα τοποθετεί τον πάσχοντα σε ένα από τα πιο πάνω καθήκοντα ανάλογα με τις ανάγκες του Δήμου.
3. Ο εργάτης υποχρεούται να μετακινηθεί όπως η Υπηρεσία του υποδείξει και με την μετακίνηση του στα νέα καθήκοντα θα εφαρμόζεται η συλλογική σύμβαση σ' ότι αφορά τη μισθοδοσία (ένταξη του εργαζόμενου στη αντίστοιχη κλίμακα των νέων καθηκόντων). Τυχόν άρνηση του συγκεκριμένου εργάτη να αναλάβει τα νέα του καθήκοντα θα δίδει το δικαίωμα στην Υπηρεσία να εφαρμόσει διαδικασία αποδέσμευσης του εργαζόμενου με τον ενδεδειγμένο νόμιμο τρόπο.
4. Ειδική πρόνοια για την Υπηρεσία Σκυβάλων: ….
5. Η μείωση 10% του μισθού θα εφαρμόζεται αυστηρώς και θα ισχύει για περιπτώσεις που συστήνεται ελαφριά εργασία από μία (1) μέρα.
6. Επιπρόσθετα όλα τα πιστοποιητικά ελαφριάς εργασίας θα παραπέμπονται στο Κυβερνητικό Ιατροσυμβούλιο έτσι ώστε να πιστοποιείται η ασθένεια και να συστήνεται το είδος της εργασίας που μπορεί να εκτελείται από το κάθε άτομο.
7. Νοείται ότι σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος που προήλθε λόγω ευθύνης του Δήμου, δεν ισχύουν τα πιο πάνω.
Στους Δήμους Λάρνακας ισχύουν τα πιο κάτω:
1. Κάθε εργάτης που αντιμετωπίει πρόβλημα υγείας μετά από οποιοδήποτε περιστατικό και νοουμένου ότι εξαντλήσει όλη την άδεια ασθενείας που δικαιούται κατά το τρέχον έτος (45 εργάσιμες μέρες), τότε εάν προσκομίσει ιατρική βεβαίωση από τον θεράποντα ιατρό του για τοποθέτηση σε ελαφριά εργασία, αυτή παραπέμπεται στο Ιατρικό Συμβούλιο του Δήμου για μελέτη και εισήγηση προς την Επιτροπή Εργοδότησης Εργατών.
2. Το Ιατρικό Συμβούλιο μπορεί να συστήσει την ελαφριά εργασία για χρονικό διάστημα μέχρι ένα μήνα και να επανεξετάσει το θέμα μετά από δεύτερη γνωμάτευση του θεράποντα ιατρού.. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις το Ιατρικό Συμβούλιο μπορεί να συστήσει παράταση για ακόμα ένα μήνα ή μέρος αυτού.
3. Στο Ιατροσυμβούλιο θα αποστέλλεται κατάλογος με όλες τις εργατικές θέσεις που υπάρχουν στο Δήμο. Στις περιπτώσεις που κρίνεται ότι αυτός δεν είναι ικανός να εκτελεί καθήκοντα της θέσης του, να εξειδικεύσει το ιατροσυμβούλιο το είδος της εργασίας που είναι ικανός να εκτελεί και το χρονικό διάστημα που επιβάλλεται κάτι τέτοιο.
4. Για τη χρονική περίοδο που εργάτης με ελαφριά εργασία τοποθετηθεί σε θέση με χαμηλότερη κλίμακα από τη θέση που κατέχει, τότε το ημερομίσθιο θα προσαρμόζεται ανάλογα.
5. Από την υποβολή της Ιατρικής Βεβαίωσης μέχρι την απόφαση της Επιτροπής Εργοδότησης ο εν λόγω εργάτης θα κάνει χρήση της ετήσιας του άδειας ή άδειας άνευ απολαβών αν έχει εξαντληθεί η ετήσια του άδεια.
6. Νοείται ότι το Ιατρικό Συμβούλιο θα συστήνει και η Επιτροπή Εργοδότησης θα αποφασίζει σχετικά με κάθε αίτηση σε περίοδο που δεν θα υπερβαίνει τις 15 ημέρες από την ημερομηνία υποβολής της Ιατρικής Βεβαίωσης από την εργασία.
7. Αν ο Δήμος δεν είναι σε θέση να απασχολήσει τον εν λόγω εργάτη σε άλλη εργασία και νοουμένου ότι ο εργάτης εξακολουθεί να μην είναι ικανός να εκτελεί τα καθήκοντα της θέσης του, τότε η περίπτωση του θα εξετάζεται στα πλαίσια του περί Τερματισμού της Απασχόλησης Νόμου με τις Συντεχνίες, στην παρουσία του ιδίου.
8. Ο Δήμος θα εφαρμόζει την πιο πάνω διαδικασία ενεργώντας με καλή πίστη και διάθεση, με γνώμονα όμως τα καλώς νοούμενα συμφέροντα του Δήμου..
9. Ο Δήμος θα επιδεικνύει την ανάλογη ευαισθησία στις περιπτώσεις εργατικών ατυχημάτων και ιδιαίτερα όταν κρίνεται ότι δεν ευθύνεται ο εργαζόμενος για το ατύχημα»..
Στην προκειμένη περίπτωση ο Καθ’ ου η αίτηση δεν προχώρησε σε αλλαγή καθηκόντων με συναίνεση της Συντεχνίας όπως προνοείται στο άρθρο 17.2 της Συλλογικής Σύμβασης, Τεκμήριο 18, ούτε και σε τοποθέτηση στην πλησιέστερη κλίμακα. Θεωρούμε ότι ο Καθ’ ου η αίτηση δεν είχε το δικαίωμα να μειώσει μονομερώς την Κλίμακα του Αιτητή και να τον τοποθετήσει μισθολογικά στην Κλίμακα Ε5 εφόσον δεν παρουσιάστηκε αξιόπιστη μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι τα καθήκοντα που δόθηκαν στον Αιτητή ενέπιπταν στην εν λόγω Κλίμακα. Δεχόμαστε τη θέση του κ.Μάμα όπως προκύπτει από την επιστολή που απέστειλε στον Καθ’ ου η αίτηση την 17/7/18 με την οποία ζητούσε όπως μελετηθεί το αίτημά για μισθολογική τοποθέτηση του Αιτητή στην Κλίμακα Ε6 - Ε7, Τεκμήριο 27, στην οποία αναφέρεται ότι τα καθήκοντα που εκτελούσε ο Αιτητής «συνάδουν με τα καθήκοντα Γενικού Εργάτη». Συνακόλουθα, θεωρούμε ότι ο Καθ’ ου η αίτηση δεν νομιμοποιείτο να τοποθετήσει μισθολογικά τον Αιτητή στην Κλίμα Ε5 από την Ε10 που ήταν, σε Κλίμακα δηλαδή που δεν συμβάδιζε με τα καθήκοντα που του ανέθεσε και συνεπώς ο Αιτητής δικαιούται σε αποζημιώσεις στην Κλίμακα Ε7.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτουμένου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Σύμφωνα με τον εν λόγω Πίνακα, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει απόλυτη διακριτική εξουσία για το επιδικασθησόμενο ποσό. Κατά τον υπολογισμό όμως του ποσού το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δέον να λάβει υπόψη του, μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:
«(α)Τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτουμένου˙
(β)την διάρκειαν της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου˙
(γ)την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου˙
(δ)τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου˙
(ε)την ηλικίαν του εργοδοτουμένου».
Ευθύς εξαρχής θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικάσει κρίνεται με βάση τα ενώπιόν του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογα συμπεράσματα. Η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών ή να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων. Στην υπόθεση Εκδοτικός Οίκος Δίας Δημόσια Λτδ ν. Παπαχριστοδούλου (2006) 1 Α.Α.Δ. 625, στη σελ. 630, τονίστηκε ότι: «Σύμφωνα με τον πρώτο πίνακα του Ν.24/67, όπως έχει τροποποιηθεί, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει απόλυτη διακριτική εξουσία να επιδικάσει οποιοδήποτε ποσό κρίνει πρέπον (βλέπε επίσης Demades Auto Supplies (Limassol) Ltd v. Ιωαννίδου (1996) 1 Α.Α.Δ. 228) όπου επιβεβαιώθηκε ότι η εξουσία του πρωτόδικου δικαστηρίου να καθορίζει το ύψος της καταβλητέας αποζημίωσης είναι απόλυτη». Περαιτέρω, στην υπόθεση Louis Tourist Agency Ltd ν. Ηλία (1992) 1 Α.Α.Δ. 98, 105 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η υλική ζημιά την οποία υφίσταται από τον τερματισμό ο εργοδοτούμενος είναι αναμφίβολα παράγοντας σχετικός, αλλά όχι ο μόνος ο οποίος λαμβάνεται υπόψη. Η διαγωγή των μερών είναι άλλος σχετικός παράγοντας, όπως συνάγεται από την παράγραφο 4 (δ) του Πίνακα».
Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη όλους τους παράγοντες που απαριθμούνται στην παράγραφο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου και στο άρθρο 3 του Νόμου, για τους οποίους ακούσαμε και αξιολογήσαμε μαρτυρία, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις εύλογο να επιδικάσουμε ως αποζημίωση το ποσό των €40,973.85 που αντιστοιχεί με απολαβές 75 ½ εβδομάδων.
Δεν προσκομίστηκε μαρτυρία σε σχέση με πόσα άτομα απασχολεί ο Δήμος και συνεπώς το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να διατάξει επαναπρόσληψη του Αιτητή εφόσον δεν μπορεί να ελεχθεί κατά πόσο η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 3(1) του Νόμου πληροίτε.[14]
Οι αξιώσεις του Αιτητή στην αίτηση 220/20 για πληρωμή αναλογίας 13ου μισθού και αδειών δεν μπορούν να επιτύχουν εφόσον δεν προωθήθηκαν και συνεπώς απορρίπτονται.
Ο Αιτητή με την αίτηση 258/18 ζητά €3.465,36 που αντιστοιχεί σε αποκοπές μισθού για την περίοδο από τον Ιούνιο του 2018 – Σεπτέμβριο του 2018 και την εν λόγω διαφορά σε σχέση με την περίοδο από τον Οκτώβριο του 2018 και έπειτα. Είναι παραδεκτό γεγονός ότι ο Αιτητής από την 11/6/18 μέχρι και την απόλυσή του την 2/6/20 πληρωνόταν στην Κλίμακα Ε5. Συνεπώς η μισθολογική διαφορά της Κλίμακας Ε7 που θα έπρεπε να πληρώνεται για την εν λόγω περίοδο ανέρχεται σε €8.649,94, ποσό για το οποίο εκδίδεται απόφαση, πλέον νόμιμο τόκο.
Ο Αιτητής με την αίτηση 258/18 ζητά καταβολή μισθού για την περίοδο από 13/4/18 – 31/5/18. Για την εν λόγω περίοδο ο Αιτητής ήταν πρόθυμος και έτοιμος να εργαστεί, κάτι που γνωστοποίησε επανειλημμένως στον Δήμο, αλλά ο τελευταίος δεν ανταποκρίθηκε μέχρι την 8/6/18 που απέστειλε επιστολή και τον καλούσε να προσέλθει για εργασία την 11/6/18, Τεκμήριο 12. Από το Παράρτημα 10 της συλλογικής σύμβασης, Τεκμήριο 18, το οποίο παραθέσαμε ανωτέρω αυτούσιο, προκύπτει ότι ο Δήμος όφειλε να αποφασίσει σε περίοδο που δεν υπερβαίνει τις 15 ημέρες από την υποβολή της Ιατρικής Έκθεσης και ότι για την εν λόγω περίοδο μόνο ο εργοδοτούμενος όφειλε να κάνει χρήση της ετήσιας άδειας κτλ. Η εν λόγω Έκθεση φέρει ημερομηνία 1/3/18. Συνακόλουθα, ο Αιτητής δικαιούται σε καταβολή του αιτούμενου ποσού, ήτοι ποσού €2.916 πλέον νόμιμο τόκο. Η θέση του Καθ’ ου η αίτηση που εξέφρασε κατά την αγόρευσή του ότι δεν μπορεί ο Αιτητής να αιτείται πληρωμή με βάση την Κλίμακα Ε10 επειδή κατά την εν λόγω χρονική περίοδο αιτήθηκε «ελαφριά εργασία» δεν μπορεί να ισχύει εφόσον όπως αναφέρουμε ανωτέρω ο Δήμος ενημέρωσε τον Αιτητή για αλλαγή μισθού μεταγενέστερα, ήτοι την 8/6/18.
Ο Αιτητής κατά την αγόρευσή του ζητά καταβολή πληρωμής αντί προειδοποίησης. Η εν λόγω αξίωση δεν είναι δικογραφημένη και συνεπώς απορρίπτεται.
Εκδίδεται ομόφωνα διάταγμα με το οποίο οι αιτήσεις αποσυνδέονται.
Σε σχέση με την αίτηση 258/18 εκδίδεται ομόφωνα απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Καθ’ ου η αίτηση για το ποσό των €11.565,94 πλέον νόμιμο τόκο.
Σε σχέση με την αίτηση 220/20 εκδίδεται ομόφωνα απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Καθ’ ου η αίτηση για το ποσό των €40,973.85 πλέον νόμιμο τόκο. Σύμφωνα με το άρθρο 3 (2) του Νόμου ο Καθ’ ου η αίτηση θα καταβάλει στον Αιτητή το ποσό των €28,220.40 που είναι οι απολαβές 52 εβδομάδων, με νόμιμο τόκο και το υπόλοιπο ποσό, ήτοι €12,753.45, με νόμιμο τόκο, θα καταβληθεί στον Αιτητή από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού.
Επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εις βάρος του Καθ’ ου η αίτηση έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.) …………………………………………
Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστής.
(Υπ.).............................................. (Υπ.) ..............................................
Ι. Κούννας, Μέλος Α. Σιαθάς, Μέλος.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Στην εν λόγω υπόθεση αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως, δε, έχει κατ’ επανάληψη νομολογηθεί, η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν Δικαστήριο θα έκανε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Αντί αυτού, το Δικαστήριο θα πρέπει να ρωτήσει τον εαυτό του κατά πόσον, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, στοιχειοθετήθηκαν λογικές αιτίες σε σχέση με την πεποίθησή του ότι ο εργοδοτούμενος υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από τον εργοδότη ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη … ».
[2] Ιωάννης Δ. Κουκιάδης, Εργατικό Δίκαιο, Γ’ έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2005, σελ. 562-563.
[3] Στην εν λόγω υπόθεση αναφέρθηκε ότι η σημασία της εργασίας στη ζωή του ανθρώπου έχει αναγνωριστεί ως πολύ σημαντική για την ευημερία του ίδιου του ανθρώπου.
[4] Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Κυπριανού & Σία ν. Πετρίδη (2007) 1(Α) Α.Α.Δ. 607.
[5] Robert Upex, Richard Benny & Stephen Hardy, Labour Law, 2006, 2η έκδοση, σελ. 287-288.
[6] Michael Duggan, Unfair Dismissal, Law, Practice & Guidance, 1999, σελ. 117.
[7] Όπως αναφέρθηκε στην αγγλική υπόθεση British Home Stores v. Butchell [1980] ICR 303, [1978], EAT: «That is really stating shortly and somewhat compendiously … more than one element. First of all, there must be established by the employer the fact of that belief; that the employer did believe it. Secondly, that the employer had in mind reasonable grounds upon which to sustain that belief. And thirdly, we think, that the employer, at the stage which he formed that belief on those grounds, at any rate at the final stage at which he formed that belief on those grounds, had carried out as much investigation into the matter as was reasonable in all circumstances of the case».
[8] Συγκεκριμένα, ο Δικαστής Browne-Wilkinson ανέφερε ότι: «… a tribunal will take into account, amongst other factors, whether or not the employee was aware that a continuation of his course of conduct might lead to his dismissal. In the ordinary case, such awareness will no doubt be brought home to him by formal warnings having been given».
[9] Καθώς αναφέρθηκε στην υπόθεση Κακοφεγγίτου v. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ (ανωτέρω): «Στη διαπίστωση του ευλόγου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7 καθ’ όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία». Η τήρηση της σωστής διαδικασίας αποβλέπει ταυτόχρονα και στην προστασία του δικαιώματος εργασίας του εργαζομένου. Στην υπόθεση L´UNION NATIONAL (Tourist & Sea Resorts) Limited v. Χουλιώτη (2015) 1Β Α.Α.Δ. 1874 αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι ο εργοδότης πρέπει να δώσει στον εργδοδοτούμενο την «ευκαιρία να παρουσιάσει τη δική του εκδοχή». Στην υπόθεση L. Papaphilippou & Co v. Λουκά (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στις σελ. 1204-1205: «Όπως είναι νομολογημένο, η γνωστοποίηση των λόγων της απόλυσης μπορεί ακόμη και να παραληφθεί, αν ο εργαζόμενος είναι εκ των πραγμάτων σε θέση να γνωρίζει απόλυτα την κατηγορία και, γενικότερα, τους λόγους της απόλυσης (Roberts and Ellison v. Short Bros and Harlon Ltd (1976) EAT 318/1976). Όπως τέθηκε από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην απόφαση West Midlands Cooperative Society Ltd v. Tipton (1986) W.C.R. 306,316, η συζήτηση με τον εργοδοτούμενο μπορεί να παραληφθεί μόνο εάν τα υπάρχοντα εναντίον του στοιχεία ομολογούνται από τον ίδιο ή είναι τόσο έκδηλα, ώστε να μην μπορούν αντικειμενικά να αμφισβητηθούν». Περαιτέρω, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Σιέλη ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (2012) 1Α Α.Α.Δ. 302, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε στη σελ. 313 ότι η υποχρέωση του εργοδότη σε περιπτώσεις που η σχέση των μερών διέπετε από σύμβαση ιδιωτικού δικαίου είναι η διερεύνηση του εγερθέντος ζητήματος «σε εύλογο χρόνο….».
[10] Michael Whincup, The Right to Dismiss, 1986, σελ. 97.
[11] Συγκεκριμένα αναφέρθηκαν τα εξής: «We do not say that in every case any particular form of procedure has to be followed... there may be cases in which cross - examination is wholly unnecessary ... On the other hand it is clear that in a matter of this kind, natural justice does require not merely that man shall have a chance to state his own case in detail; he must know in one way or another sufficiently what was being said against him. If he does not know sufficiently what is being said against him, he cannot properly put forward his own case. It may be, according to the facts, that what is said against him can be communicated to him in writing, or it may be that it is sufficient if he hears what the other protagonist is saying, or it may be that, in an appropriate case, for matters which have been said by others to be put orally in sufficient detail is an adequate satisfaction of the requirements of natural justice .... it is all a question of degree».
[12] Στην αγγλική υπόθεση James v. Waltham Holy Cross UDC [1973] ICR 398 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «An employer should be very slow to dismiss upon the grounds that the employee is incapable of performing the work which he is employed to do, without first telling the employee of the respects in which he is failing to do the job adequately, warning him of the possibilities or likelihood of dismissal on this ground and giving him an opportunity of improving his performance».
[13]Συγκεκριμένα αναφέρθηκε ότι με «τα όσα αποδίδονται στον εφεσίβλητο, όντως προβάλλει να ελλείπει αυτό το τελευταίο γεγονός που να καθιστούσε δικαιολογημένη την απόλυση του».
[14] Το άρθρο 3(1) του Νόμου έχει ως εξής: «…. Νοείται περαιτέρω ότι, προκειμένου περί εργοδοτών οι οποίοι απασχολούν πέραν των δεκαεννέα εργοδοτουμένων, σε περίπτωση κατά την οποία κριθεί ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτουμένου ήταν έκδηλα παράνομος ή παράνομος και κακόπιστος, τότε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δύναται, αν κατά τη γνώμη του οι περιστάσεις το δικαιολογούν και ο εργοδοτούμενος το έχει ζητήσει ως θεραπεία, να διατάξει την επαναπρόσληψη του εργοδοτουμένου και ταυτόχρονα την καταβολή αποζημίωσης για τη ζημιά την οποία πράγματι ο εργοδοτούμενος υπέστη ως συνέπεια της απόλυσης του, νοουμένου ότι το ποσό αυτό δε θα υπερβαίνει τα ημερομίσθια δώδεκα μηνών».
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο