ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ – ΛΑΡΝΑΚΑ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστή.
Ι. Κούννα )
Α. Σιαθά ) Μελών
Αρ. Αίτησης: 88/2023
Μεταξύ:
Μάρω Γιασεμίδου Τοχνίτου
Αιτήτρια
και
1. AIR MASTER TRAVEL AGENCY LIMITED
2. Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού
Καθ’ ων η αίτηση
Ημερομηνία: 25 Ιουνίου, 2025
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για την Αιτήτρια: κα. Καΐλη διά Δημητρίου & Δημητρίου
Για τους Καθ’ ων η αίτηση 1: κα. Σιήκκη διά Δρ. Α. Ποιητής & Σία ΔΕΠΕ
(ως διορθώθηκε με σχετικό διάταγμα Δικαστηρίου ημρ. 9/7/25)
Για τους Καθ’ ων η αίτηση 2: κα Ψάλτη
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Την 17/1/25 οι Καθ’ ων η αίτηση 1 (Αιτητές στην υπό εκδίκαση αίτηση, στο εξής: «οι Καθ’ ων η αίτηση 1») καταχώρησαν την υπό εκδίκαση αίτηση και ζητούν:
«Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου καθορίζον για χωριστή εκδίκαση πριν την εκδίκαση της Εναρκτήριας Αίτησης την προδικαστική ένσταση της Καθ’ ης η αίτηση 1 στην παράγραφο 14(α) των Γενικών Λόγων της.
Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου απορρίπτον την Εναρκτήρια Αίτηση λόγω παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος της Αιτήτριας.
Γ. Όλα τα δικαστικά έξοδα, πλέον Φ.Π.Α. 19%».
Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 2, 12(1) και 12(10Α) του περί Ετησίων Αδειών Μετ’ Απολαβών Νόμου του 1967, στα άρθρα 2 και 30 του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967, Ν.24/67, στη Δ.27, ΘΘ. 1 - 3, στη Δ.48, ΘΘ. 1 – 4, 8 και 9 και στη Δ.64, ΘΘ. 1 – 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στους Κανονισμούς 2, 11, 12, 13 και 17 του περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικού Κανονισμού 1/99 και στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου.
Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση αναφέρονται σε ένορκη δήλωση της κ.Κονναρή, η οποία είναι υπάλληλος στη δικηγορική εταιρεία Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία Δ.Ε.Π.Ε., που είναι οι δικηγόροι των Καθ’ ων η αίτηση 1 και είναι τα ακόλουθα:
«……………………………………….
Εξ όσων πληροφορούμαι από την δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση η Εναρκτήρια Αίτηση καταχωρήθηκε στις 13.03.2023, ενώ ο χρόνος που η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι δημιουργήθηκε το κατ’ ισχυρισμόν δικαίωμα της σε αποζημίωση είναι η 01.03.2022, ήτοι η μέρα που αυτή ισχυρίζεται ότι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση, υπογράφοντας σχετική επιστολή παραίτησης της ίδιας ημερομηνίας.
Το γεγονός της υπογραφής της επιστολής παραίτησης από την Αιτήτρια την 01.03.2022 είναι παραδεκτό από την Καθ’ ης η αίτηση 1, όπως φαίνεται, μεταξύ άλλων, στις παραγράφους 6 και 9 των Γενικών Λόγων της.
Εξ όσων περαιτέρω πληροφορούμαι, σύμφωνα με το άρθρο 12(10Α) του Νόμου 8/1967, αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών πρέπει να καταχωρείται εντός 12 μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολή της αίτησης δικαίωμα.
Ως εκ των ανωτέρω, η σχετική αξίωση της Αιτήτριας εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση 1, παραγράφηκε στις 2.03.2023 και έτσι απαγορεύεται να εγερθεί μετά την πάροδο της δωδεκάμηνης προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 12(10Α) του Νόμου 8/1967.
Το ζήτημα της παραγραφής που εγείρει η Καθ’ ης η αίτηση 1 είναι ένα πολύ σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο θα καθορίσει την πορεία όλης της υπόθεσης.
Η προεκδίκαση του νομικού ζητήματος της παραγραφής θα περισώσει έξοδα και πολύτιμο χρόνο του Δικαστηρίου.
Το θέμα της παραγραφής εγείρεται στην παράγραφο 14(α) των Γενικών Λόγων της Καθ' ης η αίτηση 1».
Η αίτηση αντίκρισε την ένσταση της Αιτήτριας - Καθ’ ης η αίτηση στην υπό εκδίκαση ενδιάμεση αίτηση (στο εξής «η Αιτήτρια»), η οποία βασίζεται στα άρθρα 2, 12(1) και 12(10Α) του περί Ετησίων Αδειών Μετ’ Απολαβών Νόμου του 1967, Ν.8/67, στα άρθρα 2 και 30 του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967, Ν.24/67, στην Δ.27, ΘΘ. 1 - 3, 8 και 9 και στην Δ.64, ΘΘ. 1 - 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στους Κανονισμούς 2, 11, 12, 13 και 17 του περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικού Κανονισμού 1/99 και στις αρχές τις επιείκειας, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου.
Οι λόγοι που προβάλλονται στην ένσταση είναι οι ακόλουθοι:
«1. Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και/ή η νομική της βάση είναι ελλιπής και/ή πάσχει και/ή είναι λανθασμένη.
2.Η αίτηση δέον όπως απορριφθεί ως καταχρηστική και/ή κακόπιστη.
3.Η αίτηση δέον όπως απορριφθεί καθότι δεν συνοδεύεται με την απαραίτητη υποστηρικτική και/ή ικανοποιητική μαρτυρία.
4.Η αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και/ή άκυρη και/ή κατά παράβαση των σχετικών Θεσμών καθότι στηρίζεται επί των λανθασμένων διατάξεων του Νόμου και/ή Κανονισμών και/ή δεν αναφέρει τα ορθά του Νόμου και/ή Κανονισμών και/ή παραλείπει τα απαιτούμενα από το Νόμο στοιχεία.
5.Στην ένορκο δήλωση της κας … ημερομηνίας 17/01/2025 περιέχονται νομικές εισηγήσεις και συζήτηση νομικών θεμάτων, απόρροια συμβουλών και πληροφοριών από τους συνηγόρους της Καθ’ης η Αίτηση 1, γεγονός που εκπίπτει από τα θεσμικώς προκαθορισμένα πλαίσια αποδεικτικής δεκτότητας του περιεχομένου της ως μαρτυρίας και γι’ αυτό θα πρέπει να αγνοηθούν.
6.Η Ενόρκως Δηλούσα … δεν προέβη στην ένορκη δήλωση της που υποστηρίζει την αίτηση ημερομηνίας 17/01/2025 σε πλήρη αποκάλυψη των ουσιαστικών γεγονότων όπως απαιτείται από την Νομολογία και/ή παραπλάνησε το Δικαστήριο με τα γεγονότα.
7.Η αίτηση της Καθ’ ης η Αίτηση 1 έχει ως μοναδικό σκοπό να πλήξει τα συμφέροντα και τα δικαιώματα της Αιτήτριας.
8.Το αγώγιμο δικαίωμα της Αιτήτριας δεν έχει παραγραφεί και/ή καταχωρήθηκε εγκαίρως ως προβλέπει σχετική Νομοθεσία και/ή κανονισμοί».
Οι συνήγοροι των δύο πλευρών ανέπτυξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους με τις αγορεύσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Ταμείο δήλωσε στο Δικαστήριο ότι δεν προτίθετο να καταχωρήσει ένσταση στην υπό εκδίκαση αίτηση.
Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ρυθμίζεται από τον περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999, Κ.1/99 (στο εξής «Οι Κανονισμοί»). Με τον Κανονισμό 11 παρέχεται στο Δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια «να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης ή την ολοκλήρωση της». Σύμφωνα με τον Κ.12(1) των Κανονισμών «ενδιάμεση αίτηση υποβάλλεται εγγράφως, είναι σύμφωνη και περιέχει τις λεπτομέρειες που περιγράφονται στον Τύπο 6». Προς συμπλήρωση του θεσμικού πλαισίου που καθιερώνουν οι εν λόγω Κανονισμοί, στον Κ.17 προβλέπεται ότι «Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα Κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα Κανονισμό, θα εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού». Ο Κ.17 δηλαδή, ως είναι διατυπωμένος, επιτάσσει στο Δικαστήριο όπως εφαρμόζει κατ’ αναλογία τις διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας εκεί που δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στους Κανονισμούς.
Επισημαίνουμε ότι με την παρούσα αίτηση το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει μόνο το κατά πόσο η προδικαστική ένσταση των Καθ’ ων η Αίτηση 1 θα πρέπει να αποφασιστεί πριν την ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης και όχι το βάσιμο ή μη της εν λόγω ένστασης. Κατά συνέπεια οποιεσδήποτε αναφορές σχετικές με την ουσία δεν θα απασχολήσουν το Δικαστήριο.
Η Αιτήτρια, με την αίτηση εργατικής διαφοράς που καταχωρήθηκε την 13/3/23 αιτείται από τους Καθ’ ων η αίτηση 1 μεταξύ άλλων αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση, αναλογία 13ου μισθού, αναλογία άδειας και πληρωμή προειδοποίησης. Αιτείται διαζευκτική πληρωμή από τους Καθ’ ων η αίτηση 2 για απόλυση συνεπεία συνθηκών πλεονασμού. Η Αιτήτρια στο δικόγραφό της ισχυρίζεται ότι την 1/3/22 οι Καθ’ ων η αίτηση 1 παράνομα και με δόλιο τρόπο την εξανάγκασαν να υπογράψει επιστολή παραίτησης ενώ την 28/2/22 την είχαν ενημερώσει προφορικά ότι οι υπηρεσίες της τερματίζονταν λόγω μείωσης εργασιών εξαιτίας της πανδημίας. Περαιτέρω, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η ίδια ζήτησε επιστολή τερματισμού των υπηρεσιών της, ότι οι Καθ’ ων η αίτηση 1 της είπαν ότι δεν δικαιούται «σε καμία περίπτωση πλεονασμό», ότι απολύθηκε χωρίς προειδοποίηση, ότι την παρακίνησαν να υπογράψει επιστολή παραίτησης για να λάβει ανεργιακό και ότι την 30/3/22 καταχώρησε αίτηση στους Καθ’ ων η αίτηση 2 για πληρωμή πλεονασμού.
Οι Καθ’ ων η αίτηση 1 στο δικόγραφό τους ισχυρίζονται ότι η Αιτήτρια τους πίεζε «να την βγάλουν σε πλεονάζον», ότι την 11/3/22 τους έστειλε γραπτό μήνυμα και τους δήλωνε ότι δεν ήθελε τους 2 μισθούς του Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου του 2022 που της κατέβαλαν και τους καθοδηγούσε ως προς το τι έπρεπε να κάμουν για να λάβει επίδομα από τους Καθ’ ων η αίτηση 2, ότι την 1/3/22 τους απέστειλε επιστολή με την οποία δήλωνε ότι παραιτείται οικειοθελώς από την θέση της από εκείνη την ημέρα, ότι οι Καθ’ ων η αίτηση 1 αποδέχθηκαν την παραίτησή της, ότι η Αιτήτρια προσπάθησε να εκμεταλλευτεί καταστάσεις, ότι η αίτηση είναι εκπρόθεσμη και παραγραμμένη και ότι η Αιτήτρια κωλύεται να προχωρήσει λόγω της συμπεριφοράς της.
Οι Καθ’ ων η αίτηση 2 στο δικόγραφό τους ισχυρίζονται ότι η περίοδος απασχόλησης της Αιτήτριας ήταν από 16/6/81 - 28/2/22, ότι η Αιτήτρια την 30/3/22 υπέβαλε αίτηση για πληρωμή λόγω πλεονασμού, ότι αυτή απορρίφθηκε την 14/12/22 γιατί σύμφωνα με τα στοιχεία που είχαν ο τερματισμός της απασχόλησής της δεν οφείλετο σε λόγους πλεονασμού και ότι σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν κοντά τους οι Καθ’ ων η αίτηση 1 δεν τερμάτισαν την απασχόληση της Αιτήτριας αλλά ότι η τελευταία παραιτήθηκε με δική της πρωτοβουλία.
Το άρθρο 12(10Α) του περί Ετησίων Αδειών Μετ’ Απολαβών Νόμου, Ν.8/67, (στο εξής ο «Νόμος») έχει ως εξής:
«Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολήν αιτήσεως δικαίωμα ή εντός εννέα μηνών από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό:
Νοείται ότι στις περιπτώσεις όπου το προς υποβολήν αιτήσεως στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δικαίωμα ανέκυψε μετά την 21η Μαΐου 1999, η δυνάμει του εδαφίου (11) του παρόντος άρθρου καθοριζόμενη προθεσμία για την καταχώρηση αίτησης, αρχίζει από την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος Νόμου στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας».
Με τον τροποποιητικό Νόμο 169(Ι)/2002 λοιπόν, ο νομοθέτης έθεσε ρητή προθεσμία ως προς το δικαίωμα υποβολής αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Από την 9/8/2002 που δημοσιεύθηκε ο Νόμος, οποιαδήποτε αίτηση στο εν λόγω Δικαστήριο υποβάλλεται μέσα σε 12 μήνες από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα ή μέσα σε 9 μήνες από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό. Η πάροδος της προθεσμίας των 12 και 9 μηνών αντίστοιχα επιφέρει παραγραφή του δικαιώματος προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών.
Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση 1 ισχυρίζονται ότι οι αξιώσεις της Αιτήτριας έχουν παραγραφεί εφόσον αυτή τερμάτισε την απασχόλησή της την 1/3/22 και καταχώρησε την αίτηση εργατικής διαφοράς την 13/3/23 ήτοι μετά την πάροδο της δωδεκάμηνης προθεσμίας. Η Αιτήτρια από την άλλη ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι οι Καθ’ ων η αίτηση 1 την 28/2/22 την ενημέρωσαν προφορικά ότι απολύεται για λόγους πλεονασμού, ότι ακολούθως αποτάθηκε στους Καθ’ ων η αίτηση 2 για σχετική πληρωμή, ότι η εν λόγω αίτησή της για πληρωμή πλεονασμού απορρίφθηκε και ότι ακολούθως και εντός της εννιάμηνης προθεσμίας από την απάντηση του Ταμείου προσέφυγε έγκαιρα στο Δικαστήριο.
Συνεπώς, το κατά πόσο η Αιτήτρια απολύθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση 1 για λόγους πλεονασμού την 28/2/22 ή το κατά πόσο παραιτήθηκε από μόνη της την 1/3/22 δεν αποτελεί παραδεκτό γεγονός. Εν όψει αυτού, η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση 1, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας.
(Υπ.) .....................................................
Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστής.
(Υπ.) ............................................ (Υπ.) ............................................
Ι. Κούννας, Μέλος. Α. Σιαθάς, Μέλος.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο