ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΑΣΥΛΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 188/2023, 11/4/2025
print
Τίτλος:
ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΑΣΥΛΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 188/2023, 11/4/2025

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου

                        Ι. Νεοφύτου & Κ. Κωνσταντίνου, Μελών

 

 

Αρ. Υπόθεσης: 188/2023

 

Μεταξύ:

ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΜΙΧΑΗΛ

Αιτήτρια

-και-

 

ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΑΣΥΛΟΥ

Καθ’ ων η αίτηση

 

 

Ημερομηνία: 11η Απριλίου, 2025

 

Εμφανίσεις:

Για Καθ’ ων η αίτηση – Αιτητές στην αίτηση: κα Ζ. Χαραλάμπους

Για Αιτητή - Καθ’ ου η αίτηση στην αίτηση: κ. Δ. Καλλής

 

Αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 15.10.2024

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Στις 1.7.2024 οι Καθ’ ων η αίτηση («Γενικός Εισαγγελέας») καταχώρησαν ενδιάμεση αίτηση με την οποία ζητούν την έκδοση διατάγματος με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται (set aside) η εκδοθείσα εν τη απουσία τους απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 12.12.2023.

 

Με ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, η κα. Γιούλη Ιωακείμ – Ησαΐα, Γραμματειακή Λειτουργός στη Νομική Υπηρεσία, αναφέρει, μεταξύ άλλων ότι για την εκδοθείσα απόφαση, οι Καθ’ ων η αίτηση ενημερώθηκαν με ηλεκτρο-νικό μήνυμα που έλαβαν από την Υπηρεσία Ασύλου στις 10.6.2024. Ενώ στο Αρχείο Αγωγών της Νομικής Υπηρεσίας δεν εντόπισαν την υπό αναφορά Αίτηση Εργατικών Διαφορών, ωστόσο μετά από έρευνα στον φάκελο του Δικαστηρίου εντοπίστηκε ότι αντίγραφο της ως άνω Αίτησης επιδόθηκε στις 26.7.2023 στην κα Άντρη Σωτηρίου, υπεύθυνη Αρχείου στην Υπηρεσία Ασύλου. Σύμφωνα με τη νομική συμβουλή που έλαβε από τη δικηγόρο της Δημοκρατίας, από τη στιγμή που η επίδοση της Αίτησης έγινε σε λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου και όχι στον Γενικό Εισαγγελέα, τίθεται θέμα κακής επίδοσης και το Δικαστήριο θα πρέπει να παραμερίσει την εκδοθείσα απόφαση. Άνευ βλάβης των ανωτέρω ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με τη εν λόγω νομική συμβουλή, οι Καθ’ ων η αίτηση έχουν καλή υπεράσπιση επί της ουσίας των γεγονότων, επειδή ο Αιτητής δεν προσήλθε με καθαρά χέρια και υφίστανται αντικειμενικοί λόγοι για τη μη μετατροπή της σύμβασης του σε αορίστου χρόνου.

 

Ο Αιτητής με τη δική του ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, ημερ. 12.9.2024, υποστηρίζει ότι αντίγραφο της Αίτησης επιδόθηκε δεόντως στο αρμόδιο Τμήμα και ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην ένορκο δήλωση της κας Ησαΐα δεν ανταποκρίνονται την πραγματικότητα, καθώς ο ίδιος διαπίστωσε μετά από έρευνα, ότι η επιδοθείσα Αίτηση βρίσκεται στον προσωπικού του φακέλου που τηρεί η Υπηρεσία. Ότι η ενόρκως δηλούσα εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση παραδέχεται ότι υπήρξε νομότυπη επίδοση, χωρίς όμως να αποκαλύπτει την πραγματική αιτία της μη εμφάνισης. Πέραν των ισχυρισμών της δεν υπάρχει υποστηρικτική δήλωση από την υπεύθυνη του Αρχείου στην οποία επιδόθηκε η Αίτηση.

 

Με την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση, οι Καθ’ ων η αίτηση εξαιτούνται:

 

Α.    Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να επιτρέπει την καταχώριση συμπλη-ρωματικής ένορκης δήλωσης ως το Παράρτημα Α που συνοδεύει την παρούσα Αίτηση σε σχέση με την ένορκο δήλωση του Αιτητή που υποστηρίζει την Ένσταση του Αιτητή, ημερομηνίας 12.09.2024.

Β.    Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη και ορθή υπό τις περιστάσεις.

Γ.    Έξοδα πλέον νόμιμο τόκο.

Η Αίτηση βασίζεται στους Κανονισμούς 9(3), 9(4), 11(1)(β),(2), 12(1),(3),(4), 13(1-6), 17 του περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικό Κανονι-σμό 1/1999 ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, στον περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμο του 8/1967 ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.39, Δ.48 Θ.Θ 1, 2, 3, 4(1 )(2), 8, 9 και 11, Δ.57, Δ.64, στο άρθρο 30(1) του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο Ν.24/67, στο άρθρο 57 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στο Άρθρο 30 και τις Αρχές της Διάκρισης Εξουσιών που απορρέουν από το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμά-των του Ανθρώπου ως αυτή έχει κυρωθεί με τον Κυρωτικό Νόμο 39/62, και επί της πρακτικής, νομολογίας και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου.

Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση περιέχονται στην συνημμένη ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Γεωργιάδη, Προϊστάμενου στην Υπηρεσία Ασύλου από τον Φεβρουαρίου 2024, ο οποίος δηλώνει γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης και εξουσιοδοτημένος από τους Καθ’ ων η αίτηση να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Υποστηρίζει ότι κατόπιν νομικής συμβουλής και μελέτης της ένστασης και ένορκης δήλωσης του Αιτητή ημερ. 12.09.2024, διαπιστώνει ότι εγείρονται ισχυρισμοί τόσο σε σχέση με τον εντοπισμό της επίδοσης στην Υπηρεσία Ασύλου όσο και για τον τρόπο λήψης των εγγράφων και τη διαδικασία που ακολουθείται στην εν λόγω Υπηρεσία τα οποία χρήζουν απάντησης. Ως εκ τούτου, κρίνει αναγκαίο, για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης, όπως τα γεγονότα τεθούν με συμπληρωματική ένορκη δήλωση ώστε να έχει το Δικαστήριο πλήρη και ολοκληρωμένη εικόνα των επίδικων θεμάτων. Ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με την νομική συμβουλή που έλαβε από τη δικηγόρο της Δημοκρατίας, υπάρχει καλός λόγος για την κατά-χώριση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, η οποία επισυνάπτεται ως «Παράρτημα Α» με σκοπό την αποκατάσταση των αληθινών και πραγματι-κών γεγονότων και την απόδοση ολοκληρωμένης ορθής και σφαιρικής εικό-νας όλων των γεγονότων της υπόθεσης.

 

Η αίτηση αντίκρισε την ένσταση του Αιτητή η οποία βασίζεται στους Κανονισμούς 9(3), 9(4), 11(Ι)(β), 11(2), 12(1), 12(3), 12(4), 13(1-6) και 17 του περί Δικαστηρίου Εργατικών Διάφορων Διαδικαστικό Κανόνισμα 1/1999 (ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα), στον περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμο 8/ 1967 (ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα), στους Περί 1 Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.Δ 36-38, Δ.39 ΘΘ. 1-5, Δ.48 ΘΘ 1, 2, 3, 4(1) και (2),8,9 & 11, Δ.57 Θ.2, Δ.59, Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν. 14/60 άρθρα 21, 31, 32, 44 και 47, στον περί Πολίτικης Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 6 και 9, στο άρθρο 30(1) του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο Ν. 24/1967, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, στις αρχές του κοινοδικαίου (common law) και της επιείκειας (equity) και στην ενυπάρχουσα πρακτική και σύμφυτη δικαιο-δοσία και εξουσία του Δικαστηρίου.

 

Οι λόγοι ένστασης όπως παρουσιάζονται στη σχετική ειδοποίηση είναι οι ακόλουθοι:

 

-         Η Αίτηση είναι παράτυπη και/η αντικανονική και/ή νομικά και/ή πραγματικά αστήρικτη.

 

-         Δεν εφαρμόζονται και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.48 Θ. 4(2) των Θεσμών Πολίτικης Δικονομίας για την καταχώρηση συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσής και/ή για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος.

 

-         Τα γεγονότα που επιθυμούν να παραθέσουν οι Καθ' ων η Αίτηση με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ήταν γνωστά σε αυτούς πριν την καταχώρηση της Αίτησης και της αρχικής δήλωσης τους. Δεν βασίζονται σε νεοδημιουργηθέντα γεγονότα (nova product) και/ή σε νεοαποκαλυφθέντα γεγονότα (nova reperta) και/ή εν πάση περίπτωση αφορούν γεγονότα που θα έπρεπε και/η θα μπορούσαν να ήταν με εύλογή επιμέλεια εντός του πεδίου γνώσης των Καθ' ων η Αίτηση. Επιπλέον, δεν αφορούν γεγονότα που προέκυψαν μετά την 01.07.2024, ημερομηνία καταχώρησης της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση των Καθ' ων η Αίτηση για ακύρωση και/η παραμερισμό (set aside) της εκδοθείσας απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 12.12.2023.

 

-         Η Αίτηση είναι κακόπιστη και/ή εκδικητική και/η σκοπεί στην πρόσκληση καθυστέρησης και/ή να περιπλέκει την εκδίκαση της κυρίως αίτησης και συνιστά καταφρόνηση του Δικαστηρίου και κατάχρησης της διαδικασίας.

 

-         Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης δεν έγινε καλόπιστα και προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the court) και/ή έχε ι εγερθεί κακόβουλα (ma la fide) και/ η δεν είναι προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης.

 

-         Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος για παροχή άδειας του Δικαστηρίου για καταχώρηση συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσής.

 

-         Οι Καθ' ων η Αίτηση δεν απέσεισαν το βάρος που φέρουν αναφορικά με την ύπαρξη καλού λόγου για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, αφού δεν παρουσιάζονται οποιαδήποτε στοιχεία η σχετική μαρτυρία που να το δικαιολογούν το αίτημα τους.

 

-         Οι Καθ' ων η Αίτηση επιδιώκουν με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή τους ουσιαστικά να περιγράφουν την διαδικασία που ακολουθείται από την υπηρεσία τους αναφορικά με τα έγγραφα που παραλαμβάνονται, με σκοπό να συμπληρώσουν ηθελημένα κενά της ένορκης δήλωσής τους ημερ. 01.07.2024 που συνοδεύει την αίτηση παραμερισμού. Η εν λόγω διαδικασία που περιλαμβάνεται στο Παράρτημα Α της επίδικης αίτησης, κατ' ισχυρισμό των Καθ' ων η Αίτηση, είναι η πρακτική που πάντα ακολουθείται, ως εκ τούτου τα γεγονότα ήταν γνωστά στους Καθ' ων η Αίτηση ευθύς εξαρχής και κατά την 01.07.2024, ημερομηνία καταχώρησης της ένορκης τους δήλωσης, οπού είχαν κάθε ευκαιρία να τα παρουσιάσουν στο Δικαστήριο όμως απέτυχαν να το πράξουν, η/και επέλεξαν να μην το πράξουν, και ως εκ τούτου δεν θα πρέπει να τους επιτραπεί να το πράξουν κατά το δοκούν και με αυθαίρετο τρόπο, αποκομίζοντας οιοδήποτε αθέμιτο, ή/και παράνομο πλεονέκτημα.

 

-         Η ένορκη δήλωσή που συνοδεύει την επίδικη αίτηση δεν αναφέρει και/ή δεν τεκμηριώνει καλό λόγο που να καταδεικνύει γιατί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσής είναι αναγκαία, πλην οι Καθ' ων η Αίτηση περιορίζονται στο να επισυνάψουν την συμπληρωματική ένορκη δήλωση της οποίας την καταχώρηση της επιδιώκουν, γεγονός το οποίο δεν είναι εύορκες γιο να επιτρέψει στο Δικαστήριο να εγκρίνει την επίδικη αίτηση.

 

-         Η αντίκρουση ισχυρισμών και/η λόγων ένστασης οι οποίοι προβλήθηκαν από τον Αιτητή ως φυσιολογική συνέπεια των ισχυρισμών που οι ίδιοι οι Καθ' ων η Αίτηση προέβαλαν, δεν συνιστά «καλό λόγο». 

 

-         Δεν αποκαλύπτονται όλα τα γεγονότα και / η έγγραφα που αναφέρονται στην αίτηση και στην ένορκο δήλωση που την συνοδεύει και / ή στο παράρτημα.

 

Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή με την οποία επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης, απορρίπτοντας τα όσα ο κ. Γεωργιάδης αναφέρει στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την αίτηση και στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του (Παράρτημα Α), πλην των όσων ρητά παραδέχεται.

Μέσα από τις αγορεύσεις των συνηγόρων αποτυπώνονται και οι εκατέρωθεν προσεγγίσεις τους ως προς την όλη διάσταση της αίτησης και της ένστασης, τις οποίες έχουμε εξετάσει. Έχουμε επίσης διεξέλθει του φακέλου της υπόθεσης.

 

Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ρυθμίζεται από τους περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1999 «Οι Κανονισμοί». Με το K.11 παρέχεται στο Δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια «να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης ή την ολοκλήρωση της». Σύμφωνα με τον Κ.12(1), «ενδιάμεση αίτηση υποβάλλεται εγγράφως, είναι σύμφωνη και περιέχει τις λεπτομέρειες που περιγράφονται στον Τύπο 6». Στη νομική βάση του Τύπου 6 αναφέρεται ότι θα πρέπει να προσδιορίζονται τα άρθρα του Νόμου ή και του Κανονισμού στα οποία βασίζεται η αίτηση.

                                                                                                                                                                                                                                                  

Για το υπό εξέταση θέμα, δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στους Κανονισμούς. Προς συμπλήρωση ωστόσο του θεσμικού πλαισίου που καθιερώνουν οι εν λόγω Κανονισμοί με τον Κ.17 προβλέπεται ότι,

 

«Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα Κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα Κανονισμό, θα εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού.»

 

Συνεπώς ελλείψει οποιασδήποτε ειδικής ρύθμισης στους Κανονισμούς το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα πρέπει να στηριχθεί κατ’ αναλογία στις σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονο-μίας Διαδικαστικού Κανονισμού.

 

Η Δ.48 θ.4(2) των περί Πολίτικης Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού, στην οποία βασίζεται η υπό κρίση αίτηση, προνοεί τα ακόλουθα:

 

«Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.»

 

Τα συμπεράσματα τα οποία εύκολα εξάγονται από την ανάγνωση του κειμένου της πιο πάνω δικονομικής πρόνοιας, συνοψίζονται στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των εταιρειών ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ WARNER TRUST Πολιτική Έφεση 45/2021 ημερ. 2.4.2021 ως ακολούθως:

 

(i)           Πέραν της αρχικής ή των αρχικών ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση δια κλήσεως ή την ειδοποίηση πρόθεσης ένστα-σης, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρω-ματικών ενόρκων δηλώσεων.

 

(ii)         Οι λέξεις «μπορεί να επιτρέψει» αφ' εαυτών υποδηλώνουν το ότι το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια κατά πόσο να επιτρέψει ή όχι την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.

 

(iii)        Για να επιτρέψει το Δικαστήριο την καταχώριση συμπληρωμα-τικής ένορκης δήλωσης, θα πρέπει αυτός που την ζητά να καταδείξει την ύπαρξη «καλού λόγου» για τον οποίο θα έπρεπε να του επιτραπεί.

 

Η εξουσία, επομένως, η οποία προβλέπεται από τη Δ.48, θ.4(2) είναι διακριτικής φύσεως και ασκείται στη βάση των γεγονότων που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου και τα οποία θα πρέπει να αποκαλύπτουν την αναγκαιότητα για την παροχή της αιτούμενης άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Σημαντικός παράγοντας που λαμβά-νεται υπόψη για τους σκοπούς διαμόρφωσης της κρίσης του Δικαστηρίου, είναι η φύση και οι ανάγκες της διαδικασίας την οποία η συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιδιώκει να εξυπηρετήσει.

 

Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.ά. (2008) 1(Α) Α.Α.Δ. 510, αναφέρεται ότι: «το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο θα πρέπει να ικανοποιηθεί και αποφανθεί ότι υπάρχει καλός λόγος ώστε να δοθεί άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης…».

 

Χρήσιμη καθοδήγηση επί τούτου προσφέρει η υπόθεση  AMessiosSons Ltd κ.ά. v. Λεωνίδα (2010) 1(Α) Α.Α.Δ. 195 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκειμένη περίπτωση υπέρ των εναγόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ΄ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.»

 

Ο όρος «καλός λόγος» δεν προσδιορίζεται στον υπό αναφορά Κανονισμό, και αυτό, για ευνόητους λόγους που σχετίζονται με την ποικιλία των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης. Επομένως, εναπόκειται στο Δικαστήριο να κρίνει αν σε δεδομένη περίπτωση ο Αιτητής έχει τεκμηριώσει «καλό λόγο» και, αν ναι, κατά πόσο ως αποτέλεσμα της τεκμηρίωσης, θα ικανοποιήσει αίτημα - γραπτό ή προφορικό - για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. 

 

Στην Δ.48 θ.4(2) δεν γίνεται καμία αναφορά σε καταχώρηση απαντητικής ένορκης δήλωσης, αλλά σε καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου». Κατά την κρίση του Δικαστηρίου η αμφισβήτηση γεγονότων δεν τεκμηριώνει από μόνη της «καλό λόγο» για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε μέσω αυτής να απαντώνται ισχυρισμοί της άλλης πλευράς ή να εισάγεται πρόσθετη μαρτυρία η οποία σε διαδικασίες προσωρινών διαταγμάτων δεν είναι επιθυμητή (βλ. Halsbury's Laws of England, 4rd edition vol. 24, p. 519, par. 972 υπό τον τίτλο “No fresh evidence after motion opened”).

 

Η δυνατότητα άσκησης της εξουσίας αυτής υπέρ του αιτήματος, όπου ο επιδιωκόμενος σκοπός της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς, απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χαράλαμπου Ανδρέα Κούπα ν. Πούλλας Τσαδιώτης Λτδ κ.ά., Π.Ε. 312/10, ημερ. 17.7.14, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

 «… Σε ότι δε αφορά τη δυνατότητα που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4(2) για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης καλού λόγου και δεν βλέπουμε πως η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς, θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο».

 

Διαφωτιστικό είναι επίσης το πιο κάτω απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Μαρίας Κόκκινου ν. Κυριάκου Κόκκινου, Π.Ε. 29/2014, ημερ. 3.11.16:

 

«Το ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, ανάγεται, ασφαλώς, στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου, η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα… Δεν υπάρχει, βέβαια, άκαμπτος κανόνας, σε διαδικασίες, όμως, για προσωρινά διατάγματα, σπάνια είναι που θα προκύψει ανάγκη η οποία να εκφράζεται σε καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Και αυτό γιατί στις διαδικασίες αυτές το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται ουσιαστικά σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά υπογράμμισε ότι η αίτηση του εφεσίβλητου για προσωρινό διάταγμα θα κρινόταν επί των γεγονότων που αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση του, εγκρίνοντας όμως το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης λησμόνησε αυτό που υπογράμμισε και, ουσιαστικά, κατέστησε την απάντηση των ισχυρισμών της εφεσείουσας αυτοσκοπό». 

 

Από την απόφαση στην υπόθεση AMessios & Sons Ltd κ.ά. ν. Λεωνίδα (ανωτέρω) προκύπτει ότι μπορεί να επιτραπεί η καταχώριση συμπληρω-ματικής ένορκης δήλωσης όταν μετά την καταχώριση της ένστασης προκύπτει ανάγκη για προβολή ισχυρισμών και διευκρινίσεων με σκοπό το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων, αλλά όχι όταν πρόκειται για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών του ενόρκως δηλούντος ή για ανεπίτρεπτη μαρτυρία. Επίσης στην υπόθεση Βερεγγάρια Παπακόκκινου κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Αρ.1) (2012) 1(Α) Α.Α.Δ.643, 646 επαναλήφθηκε ότι εκεί όπου αυτό που επιδιώκεται είναι η επανάληψη των ισχυρισμών που τέθηκαν στην αρχική ένορκη δήλωση ή η προσθήκη επιχειρηματολογίας, δεν δικαιολογείται η παροχή άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. 

 

Σχετική είναι επίσης η απόφαση του έντιμου κ. Σ. Ναθαναήλ, πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην Αγωγή αρ.8809/05 Επ. Δικαστ. Λευκωσίας Matthew Shaw κ.ά. ν Depfa Investment Bank Ltd, ημερ.28.2.07, στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής:

 

«Προσεκτική ανάγνωση και εξέταση του νέου θεσμού δείχνει, με αναφορά και στα όσα καταγράφονται στην παρ. 1 του θ.4, ότι στόχος της καταχώρισης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση της αίτησης ή της ένστασης αντίστοιχα ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση επί του πλήρους φάσματος της διαφοράς. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να αποτελέσει καλό λόγο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αν ο αιτητής εύλογα αισθάνεται μετά από την καταχώριση της ένστασης, ότι πρέπει να προσθέσει στα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση του, ώστε να έχει δυνατότητα επιτυχίας. Άλλη περίπτωση είναι όπου το Δικαστήριο επί μονομερούς αιτήσεως, συνήθως για απαγορευτικό διάταγμα, εγείρει ερωτηματικά ως προς ορισμένα προαπαιτούμενα της έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος, οπότε και ο αιτητής δυνατόν να ζητήσει από το Δικαστήριο πριν την τελειωτική εξέταση και απόφαση επί της αιτήσεως του, την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε να προσθέσει διάφορους ισχυρισμούς και γεγονότα που έχουν σχέση είτε με το επείγον του χρόνου είτε τη γνώση από πλευράς του αιτητή των γεγονότων που οδήγησαν στην διαφορά κ.τ.λ.».  

 

Όσον αφορά την παροχή ενδιάμεσης θεραπείας στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.α (1992) 1 Α.Α.Δ. 1453 λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας συναρτάται άμεσα και αποκλει-στικά από τα γεγονότα που τεκμηριώνουν την αίτηση. Κατά συνέπεια, πρέπει να υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.48 αναφορικά με το ζήτημα αυτό, πράγμα που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν είναι επιτρεπτή είτε η προσαγωγή πρόσθετης μαρτυρίας ή απαντητικής μαρτυρίας εκ μέρους του αιτητή, με τη μορφή επιπρόσθετων ενόρκων δηλώσεων …»

 

Προφανώς από τη δικονομική πρόνοια της Δ.48 θ.4(2) και τις νομικές αρχές που διέπουν τις απορρέουσες απ’ αυτή θεραπείες, η άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποσκοπεί στην προβολή θέσεων και ισχυρισμών που να αντικρούουν ή να απαντούν σε αντίστοιχες θέσεις και ισχυρισμούς της άλλης πλευράς, όπου αυτό φυσικά κρίνεται αναγκαίο, ούτως ώστε να τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου μια ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα επί των γεγονότων και των θέσεων των δύο πλευρών για σκοπούς εξέτασης του αιτήματος για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης.  

 

Θέτοντας τις πιο πάνω αρχές επί των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης παρατηρούμε ότι τα όσα οι Καθ’ ων η αίτηση επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου με την προτεινόμενη ένορκη δήλωση του κ. Γεωργιάδη, ουσιαστικά αφορούν απαντητική ένορκη δήλωση στους ισχυρισμούς τους οποίους ο Αιτητής προβάλλει στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ειδοποίηση ένστασης ημερ. 12.9.2024. Πρόκειται για σχολιασμούς επί γεγο-νότων τα οποία ήταν γνωστά στους Καθ’ ων η αίτηση όταν καταχωρούσαν την αίτηση τους και τη συνοδευτική ένορκη δήλωση της κας Ησαΐα, θέση που επιμαρτυρείται και από τα έγγραφα που επισυνάπτονται ως τεκμήρια στην σχετική ένορκη δήλωση. Επιδίωξη των Καθ’ ων η αίτηση δεν φαίνεται να είναι η απάντηση επί γεγονότων ή θεμάτων που προέκυψαν σε στάδιο κατοπινό της καταχωρήσεως της μονομερούς αίτησης. Μέσω αυτής της επιδίωξης δεν απαντώνται απλώς ισχυρισμοί της άλλης πλευράς, αλλά εισάγεται και πρόσθετη μαρτυρία η οποία, ως ήδη έχουμε τονίσει, δεν κρίνεται επιθυμητή και ούτε αναγκαία για σκοπούς επίλυσης των επιδίκων ζητημάτων. Εξάλλου, δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της σχετικής διαταγής η χορήγηση άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, προκειμένου να απαντά ο ένας διάδικος στον άλλο σε εκατέρωθεν ισχυρισμούς, οι οποίοι θεωρούνται από την μια ή την άλλη πλευρά ως μη ανταποκρινόμενοι στην αλήθεια. Αν και ό όρος «καλός λόγος» δεν προσδιορίζεται στην πιο πάνω διάταξη, η αμφισβήτηση γεγονότων δεν μπορεί να τεκμηριώνει άνευ ετέρου και καλό λόγο για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε μέσω της, να απαντώνται ισχυρισμοί της άλλης πλευράς ή να προσάγεται πρόσθετη μαρτυρία που σε διαδικασίες της εξεταζόμενης φύσεως δεν είναι επιθυμητή 

 

Για όλα τα πιο πάνω είναι φανερό ότι τα όσα ο κ. Γεωργιάδης επιδιώκει να εισαγάγει με την προτεινόμενη ένορκη δήλωση του αποτελούν γεγονότα που ήταν στο πεδίο γνώσης των Καθ’ ων η αίτηση όταν καταχωρούσαν τη αίτηση παραμερισμού της απόφασης ημερ. 1.7.2024. Πρόκειται για νομικούς και απαντητικούς ισχυρισμούς στην ένορκη δήλωση του Αιτητή, κάτι το οποίο σύμφωνα με τη νομολογία, ως παρατίθεται ανωτέρω, δεν επιτρέπεται. Οι Καθ’ ων η αίτηση έχουν ήδη θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τις θέσεις τους και αυτά που επικαλέστηκαν με την ένορκη δήλωση της κας Ησαΐα δεν μπορούν να μεταβληθούν στο παρόν στάδιο μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.

 

Για όλα όσα τα πιο πάνω οι Καθ’ ων η αίτηση δεν έχουν καταδείξει καλό λόγο που να δικαιολογεί την έγκριση του υπό κρίση αιτήματος.

 

Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτηση επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή (Καθ’ ου η αίτηση στην υπό κρίση αίτηση) και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση (Αιτητών στην υπό κρίση αίτηση), ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

 

(υπ)........................................................

    Ι. Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος

Ι. Νεοφύτου, Μέλος

                                                                            Κ. Κωνσταντίνου, Μέλος

 

 

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο