ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου
Ν. Νικολάου & Κ. Κυριάκου, Μελών
Αρ. Υπόθεσης: 375/2019
Μεταξύ:
ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΜΟΥΖΟΥΡΟΣ
Αιτητής
-και-
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Καθ’ ων η αίτηση
Ημερομηνία: 11η Απριλίου, 2025
Εμφανίσεις:
Για Αιτητή: κ. Ρ. Μαππουρίδης με κ. Χρ. Καρυπίδη
Για Καθ’ ων η αίτηση: κα Ζ. Χαραλάμπους
ΑΠΟΦΑΣΗ
Η απασχόληση του Αιτητή ως έκτακτου δεσμοφύλακα στις Κεντρικές Φυλακές τερματίστηκε στις 12.11.2018 με τη δικαιολογία ότι επέδειξε κακή διαγωγή. Με την Αίτηση του, ο Αιτητής, προσβάλλει τόσο τη διαδικασία που οδήγησε στον τερματισμό της απασχόλησης του όσο και την ίδια την απόφαση. Είναι η θέση του, πως η Διαδικασία που ακολούθησαν οι Καθ’ ων η αίτηση ήταν παράνομη και αντίθετη με τον Κανονισμό 4(2) των περί Υπηρεσίας Φυλακών Κανονισμών και ότι η απόφαση τερματισμού της απασχόλησης του λήφθηκε κατά παράβαση του Νόμου, των Κανονισμών και των Κανόνων Φυσικής Δικαιοσύνης και, επομένως, είναι παράνομη και/ή καταχρηστική και/ή κακόπιστη. Ότι στερείται δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, είναι προϊόν πλάνης και παραβιάζει τα συνταγματικά δικαιώματα του, καθώς καμία δίωξη δεν ασκήθηκε εναντίον του και/ή δεν αποδείχθηκε η οποιαδήποτε ανάμειξη του στο υπό έρευνα αδίκημα. Στη βάση αυτή αιτείται τις πιο κάτω θεραπείες:
(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο η απόλυση του να κηρύσσεται παράνομη και/ή κακόπιστη,
(Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η επαναπρόσληψη του,
(Γ) Νόμιμες αποζημιώσεις για παράνομη και/ή κακόπιστη απόλυση, για απώλεια συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και για απώλεια σταδιοδρομίας,
(Δ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη και/ή εύλογη υπό τις περιστάσεις,
(Ε) Έξοδα πλέον ΦΠΑ,
(ΣΤ) Νόμιμο Τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας Αίτησης.
Οι Καθ’ ων η αίτηση, με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, ισχυρίζονται ότι η διαδικασία που ακολούθησαν ήταν καθ’ όλα νόμιμη και ορθή, σύμφωνη με το Νόμο και τις προβλεπόμενες στους σχετικούς Κανονισμούς εσωτερικές διαδι-κασίες. Αρνούνται ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή ήταν παρά-νομος και/ή αδικαιολόγητος και, επομένως, ότι δικαιούται στις αιτούμενες θεραπείες. Διατείνονται ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του ήταν καθόλα νόμιμος και δικαιολογημένος για τους λόγους που επικαλούνται και περιέχονται στην απόφαση της Διευθύντριας Φυλακών. Σε κάθε περίπτωση, διατείνονται ότι η επίδικη απόφαση είναι πλήρως αιτιολογημένη και προϊόν ενδελεχούς έρευνας και νόμιμης διαδικασίας.
Να σημειωθεί ότι κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων ο Αιτητής δεν προώθησε την αξίωση του για επαναπρόσληψη, περιοριζόμενος με τον τρόπο αυτό στις υπόλοιπες αξιώσεις του.
Το άρθρο 6(1) του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο Ν.6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου δυνάμει του οποίου: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης.
Συνεπώς, στους Καθ’ ων η αίτηση απόκειται να ανατρέψουν το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξουν ότι δικαιολογημένα τερμά-τισαν την απασχόληση του Αιτητή για τους λόγους που επικαλούνται. Προς ανατροπή του νόμιμου αυτού τεκμηρίου κατέθεσε για τους Καθ’ ων η αίτηση η κα Νίκη Ορθοδόξου, η οποία από τον Νοέμβριο 2016 μέχρι τον Νοέμβριο 2023 εργαζόταν στο Τμήμα Φυλακών ως Δεσμοφύλακας, ενώ ο Αιτητής υποστήριξε την υπόθεση του με την προσωπική του μαρτυρία. Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει επίσης η πραγματική μαρτυρία που αποτελείται από 10 συνολικά Τεκμήρια, εκ των οποίων τα 7 κατατέθηκαν από την κα Ορθοδόξου και τα υπόλοιπα από τον Αιτητή.
Προτού όμως συνοψίσουμε την προσαχθείσα μαρτυρία, θα ήταν χρήσιμο, για σκοπούς πλαισίωσης της υπόθεσης, να παραθέσουμε τα παραδεκτά και/ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα, όπως αυτά προκύπτουν από τις έγγραφες προτά-σεις, τις δηλώσεις των μερών και το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό, που είναι τα ακόλουθα:
Ο Αιτητής προσελήφθη στο Τμήμα Κεντρικών Φυλακών ως έκτακτος δεσμοφύ-λακας στις 24.11.2008. Με τη συμπλήρωση 30 μηνών απασχόλησης, η σύμβαση του κατέστη αορίστου διαρκείας.
Στο πλαίσιο έρευνας που διεξήχθη από ποινικούς ανακριτές, οι οποίοι διορίστη-καν από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, αναφορικά με το ενδεχόμενο διάπραξης από μέλη της Αστυνομίας ποινικών αδικημάτων διαπλοκής ή διαφθοράς, στις 31.10.2016 λήφθηκε κατάθεση από τον Αιτητή, με την οποία παραδέχθηκε ότι στις 21.3.2016 είχε αποστείλει από την Κύπρο μέσω της εταιρείας Western Union σε τραπεζικό λογαριασμό που ανήκε στον Σέρβο Dragan Vucovic, με εντολή του Μάριου Χριστοδούλου άλλως Μπένυ, το ποσό των 1000 ευρώ.
Στις 7.8.2018 η Διευθύντρια του Τμήματος Κεντρικών Φυλακών, με ειδοποίηση που κοινοποίησε στον Αιτητή (Τεκ.1), τον καλούσε όπως προσέλθει στο γραφείο της στις 13.8.2018, για να εκθέσει τις δικές του απόψεις επί των όσων είχε καταθέσει στους Ποινικούς ανακριτές, καθότι η όλη συμπεριφορά και οι πράξεις του, όπως περιγράφονται στην κατάθεση του, δημιουργούν προβλημα-τισμό κατά πόσο επιδεικνύεται κακή διαγωγή με βάση τις πρόνοιες του Κανονισμού 4(2) των περί Υπηρεσίας Φυλακών Κανονισμών (Κ.Δ.Π. 19/2000), όπως έχουν τροποποιηθεί.
Στις 8.8.2018 οι δικηγόροι του Αιτητή κοινοποίησαν επιστολή προς την Διευθύντρια Φυλακών (Τεκ.2) με την οποία ζητούσαν αναβολή της ακρόασης σε μια νέα ημερομηνία. Με την ίδια επιστολή ζητούσαν επίσης αντίγραφο της κατάθεσης που έδωσε ο Αιτητής στους Ποινικούς ανακριτές με σκοπό την μελέτη και παρουσίαση γραπτώς των θέσεων του. Εν όψει τούτου η ακρόαση ορίστηκε εκ νέου για τις 27.8.2018 (Τεκ.3).
Κατά την εν λόγω ημερομηνία, ο Αιτητής παρουσιάστηκε μαζί με τον δικηγόρο του ενώπιον της Διευθύντριας Φυλακών και παρέδωσε γραπτώς τις απόψεις του (Τεκ.4), μαζί με δημοσίευμα της ιστοσελίδας REPORTED ημερ. 8.9.2016, από το οποίο φαίνεται ότι το γεγονός της αποστολής των χρημάτων μέσω της Western Union, είχε ήδη δημοσιοποιηθεί πριν την ημερομηνία κατάθεση του στους Ποινικούς ανακριτές. Τις απόψεις του, ο Αιτητής, συμπλήρωσε με την κοινοποίηση νέας επιστολής των δικηγόρων του ημερ. 26.9.2018 (Τεκ.5).
Στις 8.11.2018 η Διευθύντρια Φυλακών, με επιστολή που απέστειλε στον δικηγόρο του Αιτητή (Τεκ.6), τον πληροφορούσε πως η υπόθεση οριζόταν για απόφαση στις 12.11.2018 και τον παρακαλούσε όπως ενημερωθεί σχετικά και ο πελάτης του.
Στις 12.11.2018, η Διευθύντρια Φυλακών εξέδωσε την απόφαση της με την οποία απέρριπτε τις θέσεις του Αιτητή καταλήγοντας ως ακολούθως:
«….
Στην αγόρευση του, ο Ελευθέριος Μούζουρος επαναλαμβάνει ότι απέστειλε το ποσό των 1000 ευρώ σε τραπεζικό λογαριασμό μέσω της εταιρείας Western Union που ανήκε σε Σέρβο άγνωστο του πρόσωπο μετά από προτροπή ή εντολή του Μάριου Χριστοδούλου άλλως Μπένυ. Ο ισχυρισμός ότι αρχικά αρνείτο να αποστεί-λει το ποσό αλλά μετά ενέδωσε λόγω των πιέσεων του Μάριου Χριστοδούλου άλλως Μπένυ, δεν διαφοροποιεί την υποχρέωση του να μην αποδεχθεί την αποστολή των χρημάτων σε πρόσωπο που ήταν άγνωστο για τον ίδιο και χωρίς να λάβει επαρκείς επεξηγήσεις για τους λόγους για τους οποίους του ζητήθηκε να σταλεί το συγκεκριμένο ποσό ως όφειλε να πράξει σύμφωνα με τα καθήκοντα του δεσμοφύλακα. Περαιτέρω και παρά τους ισχυρισμούς του, που αναφέρονται στην αγόρευση του, παραμένει χωρίς οποιαδήποτε εξήγηση η αναφορά στην κατάθεση του ότι «έχει πολλά χρόνια να μπω στην Western Union» αφού είχε προβεί στην αποστολή των χρημάτων πολύ πρόσφατα, μόλις επτά μήνες πριν την κατάθεση του. Είναι φανερό ότι η συμπεριφορά του αποσκοπούσε στο να αποκρύψει από τους ανακριτές την πραγματική αλήθεια και συγκεκριμένα ότι απέστειλε το πιο πάνω ποσό, γεγονός το οποίο παραδέχθηκε όταν πληροφορήθηκε ότι υπήρχε ακλόνητη μαρτυρία για την αποστολή των χρημάτων σε λογαριασμό του Dragan Vucovic. Το γεγονός ότι ο Μάριος Χριστοδούλου κατά καιρούς απασχόλησε την Αστυνομία και διετέλεσε κατάδικος στις Φυλακές για σοβαρά αδικήματα (κακουργήματα) συνιστούσε λόγους για τους οποίους επέβαλλαν να επιδείξει υψηλό ενδιαφέρον και επιμονή ώστε να είχε πλήρη και σωστή ενημέρωση αναφορικά με την αποστολή των χρημάτων και να επιδείξει πλήρη συνεργασία με τους ποινικούς ανακριτές.
Περαιτέρω στην αγόρευση του και σε απάντηση στα όσα αναφέρονται στην κατά-θεση του αναφορικά με την αποστολή των χρημάτων και τους λόγους που του απο-κάλυψε ο Μάριος Χριστοδούλου, ισχυρίζεται ότι δεν ανέφερε σε κανένα οτιδήποτε γιατί θεώρησε πιο φυσιολογική την εξήγηση που του έδωσε αρχικά, απορρίπτοντας ότι γνώριζε ότι η αποστολή των χρημάτων δυνατό να συνδεόταν με παράνομη πράξη και ή με την εξυπηρέτηση σκοπών αμφιβόλου νομιμότητας. Τόσο στην αγόρευση του όσο και στην κατάθεση του παραδέχεται ότι ο Μάριος Χριστοδούλου του ανέφερε ότι τα χρήματα χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά δειγμάτων τσιγάρων από το εξωτερικό τα οποία μάλιστα θεωρούσε ως παράνομη πράξη. Ενδεικτική είναι η αναφορά στην κατάθεση του ότι «είναι για να του φέρουν δείγματα τσιγάρων το οποίο και θεώρησα παράνομη πράξη», ενώ στην αγόρευση του επισημαίνει ότι «δεν μου είχε δηλαδή αναφέρει αν τα δείγματα τσιγάρων θα εισάγονταν στην Κύπρο». Ανεξαρτήτως του ισχυρισμού του ποια εκδοχή θεωρούσε περισσότερο αληθοφανή, το γεγονός ότι ενημερώθηκε για πιθανή παράνομη πράξη, όπως παραδέχεται και ο ίδιος, ότι τα χρήματα αποστάληκαν σε πρόσωπο το οποίο ο ίδιος δεν γνώριζε και δεν υπήρχαν οποιαδήποτε στοιχεία που να συνηγορούσαν ότι τα χρήματα αποστάληκαν για να παίξει ποδοσφαιρικό στοίχημα, συνιστούσαν επαρκείς λόγους από τους οποίους προέκυπταν εύλογες υποψίες αναφορικά με τη νομιμότητα της πράξης και τους σκοπούς αποστολής των χρημάτων, πληροφορίες τις οποίες θα έπρεπε να θέσει υπόψη στους ανώτερους του σύμφωνα με τον Κανονισμό 14(ε).
Ο έκτακτος δεσμοφύλακας Ε. Μούζουρος με την αγόρευση του, αν και παραδέ-χεται ότι από το 2015 μέχρι τον Μάρτη του 2016 είχε επισκεφθεί τον Μάριο Χριστοδούλου αρκετές φορές το σπίτι του στην Μακεδονίτισσα, ότι 2 - 3 φορές βγήκαν μαζί για καφέ, ότι πήγαν μαζί στα κατεχόμενα, προσπαθεί να υποβαθμίσει τη σχέση που διατηρούσε με τον πρώην κατάδικο, ισχυριζόμενος ότι δεν βρισκό-ντουσαν καθημερινά και ότι οι συναντήσεις ήταν ολιγόλεπτες. Το γεγονός ότι αποδέχθηκε να αποστείλει το ποσό των 1000 ευρώ σε πρόσωπο άγνωστο του και παρά τις αμφιβολίες που είχε για τους λόγους για τους οποίους απέστειλε τα χρήματα, επιβεβαιώνει ότι οι σχέσεις και η οικειότητα την οποία είχε αναπτύξει με τον πρώην κατάδικο ξεπερνούσε αυτή που επέτρεπε το καθήκον, η αξιοπρέπεια και το λειτούργημα του ως δεσμοφύλακα, κατά παράβαση των υποχρεώσεων του που καθορίζονται στον Κανονισμό 14(θ). Γνώριζε όπως παραδέχεται στην αγό-ρευση του ότι επρόκειτο για άτομο που απασχόλησε κατά καιρούς την Αστυνομία και όφειλε να συμπεριφερθεί κατά τρόπο που να προστατεύσει τον εαυτό του και να διαφυλάξει την εμπιστοσύνη του κοινωνικού συνόλου στο έργο που επιτελεί κατά παράβαση των υποχρεώσεων του που καθορίζονται στον Κανονισμό 14(ιγ).
Από τα πιο πάνω είναι φανερό ότι ο έκτακτος δεσμοφύλακας Ε. Μούζουρος παρέλειψε να επιδείξει την απαιτούμενη επιμέλεια και σεβασμό στις αρχές συμπε-ριφοράς του προσωπικού των Φυλακών όπως αυτές καθορίζονται στον Κανονισμό 14 της Κ.Δ.Π. 19/2000 και οι οποίες συνιστούν επίδειξη κακής διαγωγής από μέρους του ως προς τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις του ως δεσμοφύλακα.
Σε ένα πειθαρχημένο και συγκροτημένο σώμα όπως είναι οι δεσμοφύλακες, «η κακή διαγωγή» που μπορεί να επιδείξει κάποιος, είναι αναμενόμενο ότι πρέπει να κρίνεται και να καθορίζεται με αυστηρά κριτήρια. Η όλη συμπεριφορά του εν λόγω δεσμοφύλακα δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι αποτελεί κακή διαγωγή εντός της έννοιας του πιο πάνω Κανονισμού.
Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, θεωρώ ότι η σοβαρότητα των γεγονότων και η κακή διαγωγή που επέδειξε οδηγούν αναπόφευκτα στην άσκηση των εξουσιών που μου παρέχει ο Κανονισμός 4(2) των περί Υπηρεσίας Φυλακών Κανονισμών (Κ.Δ.Π. 19/2000) και γι’ αυτό διατάσσω την άμεση απόλυση του έκτακτου δεσμοφύλακα αορίστου χρόνου Ελευθέριου Μούζουρου με ισχύ από σήμερα 12 Νοεμβρίου, 2018.»
Οι τελευταίες ακαθάριστες απολαβές του Αιτητή ανέρχονταν στο ποσό των €1.286 μηνιαίως, που υπολογίζεται για σκοπούς του Νόμου στα €321,50 εβδο-μαδιαίως, συμπεριλαμβανομένου 13ου μισθού.
Μαρτυρία
Πλείστα σημεία της μαρτυρίας της κας Νίκης Ορθοδόξου έχουν περιληφθεί στα παραδεκτά ή μη επιδεχόμενα αμφισβήτησης γεγονότα και, επομένως, η προσοχή του Δικαστηρίου θα στραφεί σε εκείνα τα σημεία της μαρτυρίας της που έτυχαν αμφισβήτησης.
Η κα Νίκη Ορθοδόξου με τη γραπτή δήλωση της (Τεκ.Α), επανέλαβε ουσιαστικά τα όσα οι Καθ’ ων η αίτηση διατυπώνουν στους γενικούς λόγους εμφάνισης. Ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων ότι κατά την ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης δεν τηρήθηκαν πρακτικά καθώς πλην της παράδοσης των γραπτών απόψεων του Αιτητή μέσω της επιστολής (Τεκ.4), τόσο ο ίδιος όσο και ο δικηγόρος του δεν προέβηκαν σε περαιτέρω προφορικές παραστάσεις. Σημείωσε ότι η τεθείσα διαδικασία ήταν η προβλεπομένη στον Κανονισμό 4(2) των περί Υπηρεσίας Φυλακών Κανονισμών Κ.Δ.Π.19/2000, ότι δεν επρόκειτο για πειθαρχική διαδικασία αλλά ούτε και προσομοίαζε με διαδικασία πειθαρχικής δίκης. Ισχυρίστηκε ότι η απόφαση για απόλυση του Αιτητή είναι σύμφωνη με τον Κανονισμό 4(2) και λήφθηκε κατόπιν νόμιμης και ορθής διαδικασίας κατά την οποία ο Αιτητής είχε το δικαίωμα να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο, να ακουστεί και να παραθέσει τις απόψεις του. Ότι είναι καθόλα νόμιμη και δικαιολογημένη ένεκα της πράξης και διαγωγής του Αιτητή, η οποία ήταν ασυμβίβαστη με τη θέση και τα καθήκοντα δεσμοφύλακα.
Αντεξεταζόμενη δεν αμφισβήτησε ότι στις 31.10.2016, ο Αιτητής υπηρετούσε στις Κεντρικές Φυλακές ως έκτακτος δεσμοφύλακας αορίστου χρόνου. Επέμενε ωστόσο ότι το καθεστώς εργοδότησης του Αιτητή δεν τον έθετε στην ίδια θέση με τον μόνιμο δεσμοφύλακα, που είναι μόνιμος υπάλληλος διορισθείς από την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας. Συμφώνησε ότι μετά τη λήψη της πιο πάνω κατάθεσης, ο Αιτητής ουδέποτε κατηγορήθηκε για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα και ότι η κρινόμενη απόφαση λήφθηκε από τη Διευθύντρια Φυλακών, μέσα στα πλαίσια των εξουσιών που παρέχονται στον εκάστοτε Διευθυντή από τον Καν. 4(2) των περί Υπηρεσίας Φυλακών Κανονισμών, λόγω της κρινόμενης κακής διαγωγής που επέδειξε ο Αιτητής στις 21.3.2016.
Ο Αιτητής με την γραπτή δήλωση του (Έγγραφο Β), αφού παραδέχτηκε ότι στις 21.3.2016 απέστελλε χρηματικό ποσό εκτός Κύπρου, με εντολή του Μάριου Χριστοδούλου, άλλως Μπένυ, ισχυρίστηκε ωστόσο, ότι κατά την εν λόγω ημερο-μηνία το εν λόγω πρόσωπο δεν ήταν κατάδικος και ότι αποφυλακίστηκε πολύ πιο πριν για αδίκημα που διέπραξε στο παρελθόν. Ότι ο ίδιος δεν ενεπλάκη σε ποινικό αδίκημα και ούτε διώχθηκε ποινικά για τη συγκεκριμένη πράξη του, αλλά ούτε και διώχθηκε ή καταδικάστηκε ποτέ για τη διαγωγή του. Θέτοντας ως αντικανονική την τεθείσα από τους Καθ’ ων η αίτηση διαδικασία, ισχυρίστηκε ότι κατά την ακρόαση της υπόθεσης ενώπιον της Διευθύντριας Φυλακών, δεν κλήθηκε κανένας μάρτυρας για να υποστηρίξει την εναντίον του κατηγορία. Και τούτο, όπως προκύπτει από το κείμενο της απόφασης, η Διευθύντρια Φυλακών θεώρησε δεδομένα τα όσα αναφέρονται στην ειδοποίηση ημερ. 7.8.2018 (Τεκ.1), βασιζόμενη αποκλειστικά στο περιεχόμενο της κατάθεσης που ο ίδιος έδωσε στους Ποινικούς ανακριτές, για να καταλήξει λανθασμένα και ή παρά-νομα στο συμπέρασμα ότι η συμπεριφορά του αποτελεί κακή διαγωγή εντός της έννοιας του Νόμου. Είναι η θέση του, πως η άμεση απόλυση του είναι παράνομη δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε η οποιαδήποτε διαπλοκή του στα υπό διερεύ-νηση αδικήματα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι από της απολύσεως του παρέμεινε χωρίς εργασία μέχρι τον Ιούλιο 2023 που ανέλαβε ως διευθυντής σε διαγνω-στικό κέντρο τομογράφου στο Παραλίμνι.
Αντεξεταζόμενος επέμενε ότι από την κατάθεση του δεν προέκυψε η οποιαδή-ποτε εμπλοκή του σε ποινικό αδίκημα και ότι ως δεσμοφύλακας είχε πάρει αρκετούς επαίνους για τον ζήλο που έδειχνε για την εργασία του. Επίσης ότι τα τελευταία χρόνια της απασχόλησης του υπηρετούσε στην πτέρυγα 10 που είχε να κάνει με άτομα με ψυχικές διαταραχές, αλκοολισμό και ναρκωτικά.
Ανάλυση
Είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τον κα Ορθοδόξου όσο και τον Αιτητή να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφι-σβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση, όπως επίσης και τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων.
Πέραν των παραδεκτών και αδιαμφισβήτητων γεγονότων που παραθέτουμε ανωτέρω από τη μαρτυρία της κας Ορθοδόξου και του Αιτητή, προκύπτουν ως αδιαμφισβήτητα τα πιο κάτω γεγονότα:
- Ότι στις 21.3.2016 που ο Αιτητής απέστειλε εκτός Κύπρου το ποσό των €1000, με εντολή του Μάριου Χριστοδούλου άλλως Μπένυ, ο τελευταίος δεν ήταν κατάδικος και αποφυλακίστηκε πολύ πιο πριν για αδίκημα που διέπραξε στο παρελθόν.
- Ότι στις 31.10.2016 που ο Αιτητής έδωσε κατάθεση στους ποινικούς ανακριτές υπηρετούσε στις φυλακές ως έκτατος δεσμοφύλακας αορίστου χρόνου. Επίσης μετά τη λήψη της ως άνω κατάθεσης, ο Αιτητής δεν διε-φάνη να ενεπλάκη σε ποινικό αδίκημα και δεν διώχθηκε ποινικά για τη συγκεκριμένη πράξη του.
- Ότι η Διευθύντρια Φυλακών έλαβε την τελική της απόφαση στηριζόμενη στην κατάθεση που έδωσε ο Αιτητής στους ποινικούς ανακριτές και στα όσα ο ίδιος έθεσε ενώπιον της, χωρίς την κλήτευση άλλων μαρτύρων.
- Ότι η κρινόμενη απόφαση λήφθηκε από τη Διευθύντρια Φυλακών, μέσα στα πλαίσια των εξουσιών που παρέχονται στον εκάστοτε Διευθυντή από τον Καν. 4(2) των περί Υπηρεσίας Φυλακών Κανονισμών, λόγω της κατ’ ισχυρισμό «κακής διαγωγής» που επέδειξε ο Αιτητής στις 21.3.2016.
Ο κ. Μαππουρίδης, με τη γραπτή αγόρευση του, εισηγήθηκε ότι ο Καν. 4(2) των περί Υπηρεσίας Φυλακών Κανονισμών του 2000 (Κ.Δ.Π. 19/2000), τον οποίον εφάρμοσαν οι Καθ’ ων η αίτηση στην περίπτωση του Αιτητή, δεν αποτελεί την ορθή διαδικασία, καθώς η διαδικασία αυτή μπορεί να αφορά τον έκτακτο υπάλληλο ορισμένου χρόνου, στον οποίο δεν προσδόθηκε το καθεστώς του επ’ αορίστου υπάλληλου. Ότι στην περίπτωση του Αιτητή, ο Καν. 4(2) δεν εφαρμό-ζεται και, επομένως, η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση δεν μπορεί να ισχυρίζεται πως η ενέργεια της Διευθύντριας Φυλακών δεν αποτελεί πειθαρχική διαδικασία αλλά ούτε και διαδικασία που προσομοιάζει με πειθαρχική δίκη, σε βαθμό που να παρέχει στην ίδια την εξουσία να αποφασίσει αναιτιολόγητα την άμεση απόλυση του Αιτητή. Αναφερόμενος στην έννοια της «κακής διαγωγής», εισηγήθηκε ότι τυχόν παράβαση των αρχών συμπεριφοράς ως απαριθμούνται στον Καν. 14, αποτελεί παράπτωμα για το οποίο μέλος του προσωπικού Φυλα-κών μπορεί να διωχθεί ποινικά σύμφωνα με τον Καν. 15. Παράβαση λοιπόν, οποιασδήποτε αρχής συμπεριφοράς που περιλαμβάνεται στους παρόντες Κανονισμούς, αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα και μπορεί να εκδικαστεί συνοπτικά από τον Διευθυντή Φυλακών (Καν. 58).
Η κα Χαραλάμπους αντέτεινε ότι ο Αιτητής ως έκτακτος υπάλληλος αορίστου χρόνου δεν μπορεί να συγκριθεί με τους μόνιμους δεσμοφύλακες οι οποίοι ανήκουν στην κατηγορία των μόνιμων υπαλλήλων. Καταλήγει ότι υπό το καθεστώς εργοδότησης του Αιτητή ο Καν. 4(2) τυγχάνει πλήρους εφαρμογής και υπό τα δεδομένα της υπόθεσης οι Καθ’ ων η αίτηση τήρησαν τη σωστή διαδικασία.
Σύμφωνα με τον Καν.3 των περί Υπηρεσίας Φυλακών Κανονισμών του 2000 (Κ.Δ.Π.19/2000), στις Φυλακές υπηρετούν: (α) Δημόσιοι υπάλληλοι οι οποίοι κατέχουν δημόσια θέση και σε αυτούς περιλαμβάνονται, εκτός από τον Διευ-θυντή, οι κατέχοντες θέση Λειτουργού Φυλακών, Αρχιεπιθεωρητή, Επιθεωρητή, Αρχιδεσμοφύλακα, Δεσμοφύλακα περιλαμβανομένου του Υποδεκανέα Εκπαι-δευτή ή οιασδήποτε άλλης δημόσιας θέσης που αντικαθιστά ή τροποποιεί τις εν λόγω θέσεις, (β) Έκτακτοι Δεσμοφύλακες οι οποίοι έχουν προσληφθεί δυνάμει του περί Φυλακών Νόμου.
Σύμφωνα με τον Καν.4 (2) των εν λόγω Κανονισμών:
«Έκτακτος δεσμοφύλακας ο οποίος παραμελεί ή αρνείται ή για οποιαδήποτε άλλη αιτία δεν μπορεί να εκτελεί οποιαδήποτε από τα καθήκοντά του ή παραλείπει να συμμορφωθεί προς οποιαδήποτε νόμιμη διαταγή ανωτέρου του ή δεν τηρεί την αναγκαία εχεμύθεια ή με οποιοδήποτε τρόπο επιδεικνύει κακή διαγωγή απολύεται αμέσως και χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση από το Διευθυντή, αφού προηγουμένως του δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί.»
Σύμφωνα με τον Καν. 6(1), οι Δημόσιοι Υπάλληλοι που αποτελούν μέλη του προσωπικού των Φυλακών, απολαμβάνουν όλα τα ωφελήματα και έχουν όλα τα θεμελιώδη καθήκοντα, υποχρεώσεις και δικαιώματα των δημοσίων υπαλλήλων που καθορίζονται στους περί Δημοσίας Υπηρεσίας και Φυλακών Νόμους και των εκδιδομένων δυνάμει αυτών Κανονισμών. Σύμφωνα με τον Καν.6(2), τα υπόλοιπα μέλη του προσωπικού μεταξύ των οποίων και οι Έκτακτοι Δεσμο-φύλακες, βρίσκονται κάτω από τη διεύθυνση, τον έλεγχο και την εποπτεία του Διευθυντή και έχουν καθήκον, μεταξύ άλλων, να συμμορφώνονται προς τις οδηγίες και διαταγές του Διευθυντή που αφορούν την υπηρεσία και τη συμπεριφορά των μελών του προσωπικού, την ομαλή λειτουργία των Φυλακών και τη διατήρηση συνθηκών ασφαλείας, πειθαρχίας και τάξης μέσα στις Φυλακές.
Στους εν λόγω Κανονισμούς προβλέπεται επίσης η άσκηση πειθαρχικού ελέγχου των μελών του προσωπικού Φυλακών που ασκείται κατά κανόνα από τον Διευ-θυντή. Στον Καν.58 παρατίθενται τα πειθαρχικά παραπτώματα που μπορούν να εκδικαστούν συνοπτικά από τον Διευθυντή και στον Καν.59 οι ποινές που δύναται να επιβάλει. Σε αντίθεση με τα προβλεπόμενα στον Καν.4(2) όπου ρητά παρέχεται στο Διευθυντή Φυλακών το δικαίωμα να απολύει αμέσως Έκτακτο Δεσμοφύλακα που επιδεικνύει κακή διαγωγή, για τα μέλη του προσω-πικού που κατέχουν δημόσια θέση, δεν του παρέχεται τέτοιο δικαίωμα.
Μέσα από το γράμμα του πιο πάνω νομοθετήματος προκύπτει καθαρά η διάκριση μεταξύ των μελών του προσωπικού που κατέχουν δημόσια θέση και των εκτάκτων δεσμοφυλάκων ανεξαρτήτως εάν χαρακτηρίζονται αορίστου ή ορισμένου χρόνου. Σχετική, άλλωστε, είναι η απόφαση στην υπόθεση Χρίστος Παναγίδης ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, (2012) 1 ΑΑΔ 1641, όπου το Δικαστήριο κλήθηκε να αποφασίσει κατά πόσο ο εφεσείων στην υπόθεση εκείνη, ως έκτακτος υπάλληλος ορισμένου χρόνου που στη συνέχεια είχε καταστεί αορίστου χρόνου, εξομοιωνόταν αναφορικά με τα συνταξιοδοτικά και άλλα ωφελήματα με αυτά των μόνιμων δημοσίων υπαλλήλων, που κατείχαν αντίστοιχη θέση.
Χρήσιμο, πιστεύουμε, είναι να παραθέσουμε μέρος του σκεπτικού της εν λόγω απόφασης.
«……
Με γνώμονα τις πρόνοιες της Συμφωνίας Πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που είχε συναφθεί στις 18 Μαρτίου 1999, η βελτίωση της ποιότητας εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της μη διάκρισης, όπως επίσης και η καθιέρωση ενός πλαισίου αποτροπής της κατάχρη-σης που προκαλείτο από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου, ήταν στο επίκεντρο της Συμφωνίας.
Η Συμφωνία αυτή ενσωματώθηκε στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ της 28ης Ιουνίου 1999, και συγκεκριμένα στο άρθρο 1 τονίστηκε ότι η Οδηγία αυτή αποσκοπούσε στην υλοποίηση της πιο πάνω Συμφωνίας Πλαισίου, ημερ. 18 Μαρτίου, 1999.
Πέραν από το σκοπό της Συμφωνίας που περιγράψαμε πιο πάνω, το πεδίο εφαρμογής της, όπως ορίζεται από την ρήτρα 2, είναι «όλοι οι εργαζόμενοι ορισμέ-νου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας». Στη ρήτρα 2 γίνεται αναφορά στον ορισμό του «εργαζόμενου ορισμένου χρόνου» και επίσης «αντίστοιχου εργα-ζόμενου αορίστου χρόνου». Με τη ρήτρα 4 επιδιώκεται η αποφυγή οποιασδήποτε διάκρισης και στην παράγραφο 1 αναφέρεται:
«1. Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζόμενους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.»
Η κυπριακή πολιτεία με σκοπό την εναρμόνιση με την Οδηγία 1999/70ΕΚ, προχώρησε στη θέσπιση του Νόμου 98(Ι)/2003. Ουσιαστικώς, επαναλαμβάνονται οι πρόνοιες της Συμφωνίας Πλαισίου και με το άρθρο 3 του Νόμου, προσδιορίζεται με σαφήνεια ότι:
3. Σκοπός του παρόντος νόμου είναι –
(α) Η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της αρχής της μη διάκρισης. και
(β) Η αποτροπή της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου.»
Στο άρθρο 4 προσδιορίζεται το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω νομοθεσίας που αφο-ρά: «όλους τους εργαζόμενους με εργασία ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ....» και περαιτέρω, με το άρθρο 5, καθιερώνεται η αρχή της μη διάκρισης μεταξύ εργαζομένου ορισμένου χρόνου, με αντίστοιχο εργοδοτούμενο με εργασία αορίστου χρόνου. Σημειώνουμε επί του προκειμένου ότι στην παράγραφο 1 του άρθρου 5, παρέχεται η δυνατότητα διαφοροποίησης των όρων και συνθηκών απασχόλησης των δύο κατηγοριών εργαζομένων, όπως αναφέρθηκαν πιο πάνω, «εάν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους». Όπως έχουμε αναφέρει, ο εφεσείων καταχώρισε την αίτηση του ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, ισχυριζόμενος ότι είχε υποστεί δυσμενή διάκριση, κατά παράβαση του άρθρου 5 του Νόμου 98(Ι)/2003 και επίσης ότι ο εργοδότης του, στην προκείμενη περί-πτωση η Κυπριακή Δημοκρατία, είχε επίσης παραβεί το άρθρο 8 του Νόμου, αναφορικά με την κατ’ ισχυρισμό παράλειψη ενημέρωσης του εφεσείοντα για την προκήρυξη μονίμων θέσεων Λειτουργού Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών.
………………………………..
Το ζητούμενο, είναι, κατά πόσο ο Νόμος 98(Ι)/2003 έχει εφαρμογή στην προκείμε-νη περίπτωση, πάντοτε με το δεδομένο ότι ο εφεσείων κατά την περίοδο της καταχώρησης της αρχικής του αίτησης, ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, ήταν έκτακτος υπάλληλος αορίστου χρόνου και όχι ορισμένου χρόνου. Η διαφοροποίηση έγινε με βάση εγκύκλιο του Τμήματος Προσωπικού στις 5 Φεβρουαρίου 2006.
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι αρνητική. Συμφωνούμε με την πρωτόδικη απόφαση ότι ο Νόμος 98(1)/2003 δεν έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση.
Στην όλη δομή της υπόθεσης αυτής, υπάρχει, μια κατά τη γνώμη μας, θεμελιακή διαφορά. Η έννοια του δημοσίου υπαλλήλου και ο τρόπος διορισμού του, όπως επίσης και η ανέλιξη του, ρυθμίζονται, κατά αποκλειστικότητα, από τον περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμου του 1990, (Ν.1/90).
Η έννοια του δημοσίου υπαλλήλου, όπως αναφέραμε πιο πάνω, δεν μπορεί με κανένα τρόπο να εξισωθεί με τον έκτακτο δημόσιο υπάλληλο ορισμένου χρόνου ή και ακόμη τον έκτακτο δημόσιο υπάλληλο αορίστου χρόνου, όπως προσδιορίστηκε με το Νόμο 98(Ι)/2003. Ο σκοπός της θέσπισης του εν λόγω νόμου, ήταν η προστασία των συμβασιούχων ορισμένου χρόνου. Επιδιώχθηκε η άρση της δυσμε-νούς διάκρισης που, ενδεχομένως, θα υφίστατο ο υπάλληλος ορισμένου χρόνου με την κατάργηση των διαδοχικών συμβάσεων έναντι των υπαλλήλων αορίστου χρόνου.
…..»
Τα όσα ειπώθηκαν στην υπόθεση Παναγίδης (ανωτέρω) συνάδουν πλήρως με τις θέσεις που έθεσε το ΔΕΕ στο ερώτημα αν συνιστά δυσμενή διάκριση, βάσει της ρήτρας 4 σημείο 1 της συμφωνίας-πλαισίου, ρύθμιση του δημοσιοϋπαλληλικού κώδικα κράτους μέλους, κατά την οποία η απόλυση για πειθαρχικούς λόγους μόνιμου εργαζομένου που απασχολείται στη δημόσια διοίκηση συνεπάγεται πάντα την επαναπρόσληψη του, εφόσον αυτή κριθεί παράνομη, ενώ αν πρόκειται για εργαζόμενο ορισμένου χρόνου που ασκεί τα ίδια καθήκοντα με τον μόνιμο εργαζόμενο παρέχεται η δυνατότητα, αντί της επαναπρόσληψης του, να του καταβληθεί αποζημίωση. Κατά το Δικαστήριο (ΔΕΕ 25.7.2018, C-96/17, Vernaza Ayovi) η διαφορετική μεταχείριση δικαιολογείται λόγω του τρόπου πρόσληψης του μόνιμου προσωπικού και του ιδιαίτερου πλαισίου εντός του οποίου πραγματοποιείται η πρόσληψη της ως άνω κατηγορίας εργαζομέ-νων, στοιχεία τα οποία ανάγονται στην αμεροληψία, στην αποτελεσματικότητα και την ανεξαρτησία της διοίκησης και προϋποθέτουν κάποια εργασιακή μονιμότητα και σταθερότητα. Επομένως, η αυτοδίκαιη επαναπρόσληψη των μονίμων εργαζομένων εντάσσεται σε πλαίσιο διαφορετικό, από πραγματική και νομική άποψη, από εκείνο στο οποίο τελούν οι μη μόνιμοι εργαζόμενοι, γεγονός που δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση.
Το Δικαστήριο για να καταλήξει στην πιο πάνω απόφαση του, αποδέχθηκε τις εισηγήσεις της Ισπανικής Κυβέρνησης, η οποία, μεταξύ άλλων, υποστήριξε ότι η παραμονή στα οικεία καθήκοντα συνιστά επιταγή απορρέουσα από την επιτυ-χία σε διαγωνισμό για πρόσβαση σε θέσεις της δημόσιας διοίκησης και ότι η επιτυχία σε ένα τέτοιο διαγωνισμό δικαιολογεί την παροχή περισσοτέρων εγγυήσεων στους μόνιμους εργαζόμενους, όπως το δικαίωμα παραμονής στη θέση εργασίας, από ότι στους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου ή στους μη μόνιμους εργαζόμενους αόριστου χρόνου (σκ.43 της πιο πάνω απόφασης).
Από τα πιο πάνω είναι φανερή η θεμελιακή διαφοροποίηση και η μη εξίσωση του μόνιμου δημόσιου υπαλλήλου με τον έκτακτο δημόσιο υπάλληλο ορισμένου ή ακόμη τον έκτακτο δημόσιο υπάλληλο αορίστου χρόνου, όπως προσδιορίζεται στον Ν.98(Ι)/2003. Το ζητούμενο, ωστόσο είναι, εάν και κατά πόσο υπάρχει διαφοροποίηση μεταξύ υπαλλήλου ορισμένου χρόνου σε σχέση με τον αντί-στοιχο υπάλληλο αορίστου χρόνου. Με το άρθρο 5(1) του εναρμονιστικού αυτού Νόμου, καθιερώνεται η αρχή της μη διάκρισης όσον αφορά τις συνθήκες απα-σχόλησης του εργοδοτούμενου με εργασία ορισμένου χρόνου, ο οποίος δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται δυσμενώς σε σχέση με τον αντίστοιχο εργοδοτού-μενο με εργασία αορίστου χρόνου, μόνο επειδή έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου. Συνεπώς, η έμφαση δέον να δοθεί στη λέξη «συμβασιούχος» παρά στο «έκτακτος» διότι είναι η σύμβαση και ο τρόπος που συντελείται που τους διαφοροποιεί από τους μόνιμους δημοσίους υπαλλήλους και προσδίδει ομοιότητα στις συνθήκες απασχόλησης των συμβασιούχων υπαλλήλων ορισμέ-νου και αορίστου χρόνου. Η νομολογία, άλλωστε, κατατάσσει τις δύο αυτές κατηγορίες συμβασιούχων υπαλλήλων, στην έννοια των «εκτάκτων υπαλλή-λων» σε αντιδιαστολή με τους μόνιμους δημόσιους υπάλληλους, είτε συνεχίζουν να εργάζονται με σύμβαση ορισμένου χρόνου, είτε έχουν καταστεί αορίστου χρόνου. Στην προκείμενη περίπτωση, η διαφοροποίηση, με βάση τον Καν. 6(1)(2) της Κ.Δ.Π. 19/2000, σε μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους που αποτε-λούν μέλη του προσωπικού των Φυλακών και σε έκτακτους δεσμοφύλακες, που περιλαμβάνει τόσο τους ορισμένου όσο και τους αορίστου χρόνου, θέτει τους τελευταίους κάτω από τη διεύθυνση, τον έλεγχο και την εποπτεία του Διευθυντή Φυλακών, στον οποίο παρέχεται και η εξουσία απόλυσης τους με βάση τις πρόνοιες του Καν.4(2).
Η κρινόμενη περίπτωση, εξάλλου, δεν εμπίπτει στον τομέα του δημοσίου αλλά του ιδιωτικού δικαίου και συνεπώς, το ζητούμενο δεν ήταν να ακολουθηθεί η προβλεπόμενη στο νόμο και στους κανονισμούς πειθαρχική διαδικασία, που ισχύει στην περίπτωση μονίμων υπαλλήλων του δημοσίου, για τεκμηρίωση ή όχι πειθαρχικού παραπτώματος, το οποίο ενδεχομένως θα αποτελούσε το υπόβα-θρο και προϋπόθεση για απόλυση του Αιτητή, αλλά αποκλειστικά και μόνο για να δώσει τη δική του εκδοχή στο τι προέκυψε εναντίον του ως αποτέλεσμα της προηγηθείσης έρευνας. Η μόνη υποχρέωση που είχαν οι Καθ’ ων η αίτηση έναντι του Αιτητή ήταν να διερευνήσουν τις εναντίον του καταγγελίες μέσα σε εύλογο χρόνο ακολουθώντας μια λογική διαδικασία και, πριν καταλήξουν στην απόφαση απόλυσης του, να του δώσουν την ευκαιρία να προβάλει τη δική του θέση.
Όπως εντοπίζεται στην απόφαση Κακοφεγγίτου ν. Κυπριακών Αερογραμμών, (2005) 1 Α.Α.Δ. 1478, στις σελίδες 1483-1484:
«Στη διαπίστωση του εύλογου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7, καθ’ όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Η παροχή της δυνατότητας στον υπάλληλο να υπερασπίσει τον εαυτό του και να προβάλει τη θέση του όμως δεν συναρτάται προς την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας προνοούμενης σε κανονισμούς ή ταυτιζόμενης με πειθαρχικές διαδι-κασίες. Είναι, όπως ορθά αντελήφθη το Δικαστήριο, θέμα ουσίας.»
Την υποχρέωση αυτή οι Καθ’ ων η αίτηση την εκπλήρωσαν στο ακέραιο και συνεπώς η προσοχή του Δικαστηρίου θα πρέπει να στραφεί στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, δηλαδή εάν η απόφαση για απόλυση του Αιτητή ήταν ή όχι δικαιολογημένη.
Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτούμενου και κατ’ επέκταση απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (ε) και (στ) του άρθρου:
«5. Τερματισμός απασχολήσεως δι’ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν:
(α) …………………………………………………………………………………………………………
(β).........................................................................................................................
(γ).........................................................................................................................
(δ).........................................................................................................................
(ε) Όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως.
Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκεί το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον.
(στ) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας τη αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ’ όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως:
(i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή
(ii) διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του
(iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του
(iv) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του
(v) σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.»
Είναι προφανές ότι η πρόνοια του Καν. 4(2) της Κ.Δ.Π.19/2000 παρέχει τη δυνατότητα άμεσης απόλυσης έκτακτου δεσμοφύλακα από τον Διευθυντή Φυλακών, χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση, αν με οποιοδήποτε τρόπο επιδει-κνύει κακή διαγωγή. Τι συνιστά κατά περίπτωση κακή διαγωγή αποτελεί ζήτημα πραγματικό και επαφίεται στο Διευθυντή να αποφασίσει. Χρήσιμη προς τούτο καθοδήγηση παρέχει ο Καν. 14 που καθορίζει τις αρχές συμπεριφοράς του προσωπικού φυλακών. Στον Καν. 58 προβλέπονται τα πειθαρχικά παρα-πτώματα που μπορούν να εκδικαστούν με συνοπτική διαδικασία από τον ίδιο τον Διευθυντή. Οφείλουμε ωστόσο να παρατηρήσουμε ότι η οποιαδήποτε λεκτι-κή διαφορά στο κείμενο του άρθρου 5 του Νόμου και της Κ.Δ.Π. 19/2000 δεν καθιερώνει διαφορετικά κριτήρια ως προς τους λόγους απόλυσης ενός εργοδοτούμενου. Αντίθετα, σε κάθε περίπτωση, η οποιαδήποτε αμφιβολία θα έθετε σε υπέρτερο βαθμό τις προστατευτικές διατάξεις του Νόμου. Συνεπώς και στις δύο περιπτώσεις το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο η διαγωγή του εργοδοτούμενου είναι τέτοια ώστε κρινόμενη αντικειμενικά, να δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησης του από τον εργοδότη (βλ. Κυπριακή Δημοκρατία ν. Ψαρά (ανωτέρω).
Στην υπόθεση Κακοφεγγίτου, εξετάστηκε το ζήτημα του εφαρμοστέου κριτηρί-ου σε σχέση με το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου, με αναφορά στην αγγλική υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd v. Swing (1981) 1RLR 91 (σ.93), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Lord Denning Μ.R.:
«Τhe correct test is this: Was it reasonable for the employers to dismiss him‽ If no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair. But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair. It must be remembered in all these cases there is a bank of reasonableness, within which one employer might reasonable take one view: another quite reasonably take a different view».
(Σε ελεύθερη μετάφραση):
«Το ορθό κριτήριο είναι αυτό: Ήταν λογικά αναμενόμενο από τον εργοδότη να τον απολύσει; Εάν κανένας λογικός εργοδότης δεν θα τον απέλυε τότε η απόλυση είναι αδικαιολόγητη. Αλλά εάν ένα λογικός εργοδότης μπορούσε να τον απολύσει τότε η απόλυση ήταν δικαιολογημένη. Θα πρέπει πάντα να έχουμε υπόψη μας ότι σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχει μια γραμμή λογικής, στα πλαίσια της οποίας ένας εργοδότης μπορεί δικαιολογημένα να πάρει μια θέση και ένας άλλος εντελώς διαφορετική.»
Όπως, δε, κατ’ επανάληψη έχει νομολογηθεί, η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν Δικαστήριο θα έκανε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Αντί αυτού, το Δικαστήριο θα πρέπει να ρωτήσει τον εαυτό του κατά πόσο, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, ο εργοδότης στοιχειοθέτησε λογικές αιτίες για την πεποίθηση του ότι ο εργοδοτούμενος υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από τον εργοδότη ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη. Το σωστό επομένως κριτήριο που θα οδηγήσει το Δικαστήριο στην τελική του κρίση, είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη, να προβεί στον τερματισμό της απασχόλησης ενός εργοδοτούμενου υπό συγκεκριμένες περιστάσεις και για συγκεκριμένο λόγο, έχοντας υπόψη ότι το βάρος στον εργοδότη είναι να αποδείξει τούτο επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Συνεπώς η απόλυση θα πρέπει να μπορεί να βρίσκεται μέσα στα πλαίσια των λογικών αντιδράσεων ενός λoγικού εργοδότη - within the band of reasonable responses of a reasonable employer-. Διαφορετικά δεν θα είναι δικαιολογημένη (fair) αν προκύψει ότι ο μέσος λογικός εργοδότης δεν θα προχωρούσε στην απόλυση κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης (Galatariotis Tele/cations Ltd v. Σωτήρη Βασιλείου (2003) 1 Α.Α.Δ. 318, Post Office v. Folley & HSBC Bank plc (formerly Midland Bank pcl) v. Madden [2001] 1 All ER 550, Κακοφεγγίτου (ανωτέρω), L. Papaphilippou & Co Ltd v. Δήμητρας Λουκά, (2014) 1 Α.Α.Δ. 1193, Μ. Γεωργίου ν. Columbia World Wide Movers Ltd, Πολ. Έφ. 103/2012 ημερ. 7.7.2017).
Εξετάζοντας το Δικαστήριο εάν και κατά πόσο ένας εργοδότης ενέργησε στα πλαίσια των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότης, οφείλει να εξετάζει την κάθε περίπτωση στα πλαίσια των δικών της γεγονότων. Οφείλει επίσης να λαμβάνει υπόψη και όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη περίπτωση (the surrounding circumstances), περιλαμβανομένων και αυτών που αφορούν το πρόσωπο του υπό απόλυση εργοδοτούμενου, όπως, η προηγούμενη συμπεριφορά του, το είδος των καθηκόντων που του εμπιστεύθηκε ο εργοδότης, η ευδόκιμη και μακρά υπηρεσία του, η εξήγησε που έδωσε για την πράξη του, η πρόθεση του για την τέλεση της πράξης∙ κατά πόσο δηλαδή ήταν ηθελημένη και εσκεμμένη, η μεταμέλεια του κλπ. (Anderman, The Law of Unfair Dismissal 3rd Edition p. 198, Δ. Ζερδελή, Το Δίκαιο της Καταγγελίας 2η έκδοση σ.185).
Στην Pattikis v. Nicosia Municipal Committee (1988) 1 CLR 103, το Δικαστή-ριο επισήμανε ότι η σχέση εργασίας θα πρέπει να βασίζεται στην ύπαρξη ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών. Οποιαδήποτε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδό εμπιστοσύνης δίνει το δικαίωμα στον εργοδότη να τερματίσει την εργασιακή σχέση. Με δεδομένο βέβαια ότι το μέτρο της άμεσης απόλυσης είναι δραστικό μέτρο, αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις. Ένα μεμονωμένο περιστατικό για να δικαιολογήσει απόλυση θα πρέπει να συνδέεται με σοβαρές συνέπειες και επιπτώσεις (βλ. Avghi Constantinidou v. F.W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd (1980) 1 CLR 302, Kanika Development Ltd v. Λουκά (2004) 1 ΑΑΔ 603, Κynigos Hotels Ltd v. Γ. Χρίστου (2004) 1ΑΑ.Α.Δ.665, Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γ. Κόγια (2006) 1 ΑΑΔ 1227). Νομολογιακά δεν τίθεται κανόνας που να καθορίζει τον βαθμό της επιλήψιμης συμπεριφοράς. Το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ποικίλει ανάλογα με τη φύση της επιχείρησης και τη θέση που κατέχει ο εργοδοτούμενος.
Όσον άφορα τη συμπεριφορά εκτός εργασίας, στο σύγγραμμα “Selwyn’ s Law of Employment”, 20th Edition, υπό τον τίτλο “Conduct Outside the Employment” εντοπίζουμε τα ακόλουθα: (Ελεύθερη Μετάφραση)
«Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο οι πράξεις του εργοδοτούμενου που λαμβάνουν χώρα εκτός υπηρεσίας σχετίζονται με τον εργοδότη. Η απάντηση εξαρτάται από σειρά παραγόντων, περιλαμβανομένης της φύσης της εργασίας, της θέσης που κατέχει ο εργοδοτούμενος, της φύσης του περιστατικού και των επιπτώσεων που μπορεί να επιφέρει στον εργοδότη, στους πελάτες, στους συναδέλφους του κτλ. Εάν μπορεί να λεχθεί ότι η συμπεριφορά θα έχει αρνητικό αντίκτυπο στην επιχείρηση του εργοδότη, τότε η απόλυση μπορεί να θεωρηθεί δίκαιη. Για παράδειγμα, η συμπεριφορά μπορεί να αφορά ποινικό αδίκημα άσχετο με την εργοδότηση. Στην Pay v. Lancashire Probation Service [2004] ICR 187, ο εργοδοτούμενος απολύθηκε από την εργασία του ως δικαστικός επιμελητής (probation officer) όταν ανακαλύφθηκε ότι στον ελεύθερο του χρόνο εκτελούσε παραστάσεις σε διάφορα κλάμπς και ότι ενεργούσε ως διευθυντής εταιρείας που ασχολείτο με την πώληση βοτάνων και σαδομαζοχιστικών προϊόντων. Θεωρήθηκε ότι η απόλυση ήταν δίκαια, γιατί οι ενέργειες του ήταν ασυμβίβαστες με τη θέση που κατείχε και ότι υπήρχε πιθανός κίνδυνος να πληγεί η φήμη του εργοδότη εάν οι συγκεκριμένες ενέργειες γίνονταν δημοσίως γνωστές.»
«Συμπεριφορά σημαίνει πράξεις τέτοιας φύσεως, είτε αυτές έγιναν εντός ή εκτός υπηρεσίας και επηρεάζουν κατά κάποιο τρόπο τη σχέση εργοδότη – εργοδοτούμενου» (Thomson v. Alloa Motor Co [1983] IRLR 403).
Καθοδηγούμενο λοιπόν το Δικαστήριο από τον Νόμο και τη νομολογία, στην προκείμενη περίπτωση θα πρέπει να ερωτήσει τον εαυτό του, κατά πόσο, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, οι Καθ’ ων η αίτηση στοιχειοθέτησαν λογικές αιτίες για την πεποίθηση τους ότι ο Αιτητής υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και/ή σοβαρού παραπτώματος και/ή αδικήματος, ικανού να επηρεάσει δυσμενώς τη λειτουργία της εργασιακής σχέσης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου και/ή το επίπεδο εμπιστοσύνης που πρέπει να καλλιεργείται στη μεταξύ τους σχέση και/ή να δημιουργήσει βάσιμες επιφυλάξεις ως προς την αξιοπιστία του Αιτητή ή την καταλληλότητα του να παρέχει τη συμφωνη-μένη εργασία ή να εκτελεί δεόντως τα καθήκοντα του από τη θέση που κατείχε ως δεσμοφύλακας. Τονίζουμε ότι το κριτήριο είναι αντικειμενικό και σε καμία περίπτωση δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη.
Επανερχόμενοι στα γεγονότα της υπόθεσης, επαναλαμβάνουμε ότι έρεισμα για την απόλυση του Αιτητή αποτέλεσε η ενυπόγραφη κατάθεση που έδωσε στους ποινικούς ανακριτές στις 31.10.2016, με την οποία παραδέχθηκε ότι στις 21.3.2016 απέστειλε από την Κύπρο μέσω της εταιρείας Western Union σε τραπεζικό λογαριασμό που ανήκε στον Σέρβο Dragan Vucovic, με εντολή του Μάριου Χριστοδούλου άλλως Μπένυ, το πόσο των €1000. Κρίθηκε ότι ο Αιτητής επέδειξε «κακή διαγωγή» εντός της έννοιας Καν.4(2) της Κ.Δ.Π. 19/2000 καθώς σε ένα πειθαρχημένο και συγκροτημένο σώμα όπως οι δεσμοφύλακες, η «κακή διαγωγή» που μπορεί να επιδείξει κάποιος, είναι αναμενόμενο να κρίνεται και να καθορίζεται με αυστηρά κριτήρια.
Αναμφίβολα ο Αιτητής ως δεσμοφύλακας υπηρετούσε σε ένα νευραλγικό τομέα που έχει να κάνει με την ασφάλεια, την πειθαρχία και την τάξη εντός των Φυλακών. Απαιτείται, επομένως, η από μέρους των εκεί εργοδοτουμένων πρέπουσα συμπεριφορά και πειθαρχία, καλή συνεργασία και αποφυγή πράξεων ή παραλείψεων ασυμβίβαστων με το λειτούργημα που επιτελούν. Όμως, όσο λεπτοί και ευαίσθητοι ενδέχεται να είναι οι παράγοντες που πραγματώνουν τις ανάγκες της Υπηρεσίας των Καθ’ ων η αίτηση, από την άλλη εξίσου σημαντικά και προστατευόμενα είναι και τα συμφέροντα των εκεί εργοδοτουμένων.
Ο Αιτητής, όπως προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης έλαβε εντολή από ένα πρώην κατάδικο των φυλακών να αποστείλει το ποσό των €1.000 σε τραπεζικό λογαριασμό προσώπου το οποίο ούτε καν γνώριζε. Επρόκειτο εν ολίγοις για μία απερίσκεπτη και παρακινδυνευμένη ενέργεια από μέρους του, ασυμβίβαστη με τη θέση που κατείχε, και η οποία θα μπορούσε να κλονίσει την πίστη και εμπιστοσύνη που απαιτείται να υπάρχει σε ένα νευραλγικό τομέα όπως οι φυλακές όπου η πειθαρχία, η τάξη και η καλή συνεργασία είναι αναγκαίες για την πραγμάτωση των αναγκών της Υπηρεσίας. Από την άλλη όμως είναι φανερό ότι η συγκεκριμένη ενέργεια του Αιτητή δεν κρίθηκε κολάσιμη από τους ποινικούς ανακριτές και ούτε διεφάνη έστω και αμυδρά, να ήταν προϊόν ή αφετηρία συγκεκριμένου αδικήματος ή εγκληματικής πράξης. Πρόσθετα η εν λόγω ενέργεια του Αιτητή είχε ήδη δημοσιοποιηθεί μέσω της ιστοσελίδας REPORTER στις 8.9.2016 και η κατάθεση του στους ποινικούς ανακριτές έλαβε χώρα δύο σχεδόν μήνες μετά και δη στις 31.10.2016.
Πέραν τούτου, ενώπιον του Δικαστηρίου δεν δόθηκε η παραμικρή μαρτυρία που έτεινε να καταδείξει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν είχαν ενημερωθεί άμεσα για την εν λόγω ενέργεια του Αιτητή. Είναι επομένως φανερό ότι το εν λόγω περιστατικό περιήλθε σε γνώση των Καθ’ ων η αίτηση από της δημοσιοποι-ήσεως του ή αν μη τι άλλο από την ημερομηνία κατάθεσης του Αιτητή στους ποινικούς ανακριτές.
Παρόλα αυτά όμως, οι Καθ’ ων η αίτηση συνέχισαν να απασχολούν τον Αιτητή και ο Αιτητής να ασκεί κανονικά τα καθήκοντα δεσμοφύλακα μέχρι τις 7.8.2018 που έλαβε γραπτή ειδοποίηση από τη Διευθύντρια Φυλακών με την οποία τον καλούσε να εκθέσει τις δικές του απόψεις για τη συγκεκριμένη πράξη του.
Επισημαίνουμε, ότι με βάση την επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου, ο εργοδότης οφείλει να ασκεί το δικαίωμα για απόλυση του εργοδοτούμενου εντός λογικού χρονικό διαστήματος από του γεγονότος που του παρείχε αυτό το δικαίωμα. Στην υπόθεση L’ Union National (Tourism & Sea Resorts) Ltd v. Ανδρέα Αγαθοκλέους (2000) 1 Α.Α.Δ. 2117 αποφασίστηκε ότι η πάροδος σχεδόν ενός μηνός από την επίδειξη εκ μέρους του Αιτητή της απρεπούς συμπεριφοράς (10.10.1997) μέχρι την απόλυση του (6.11.1997) είναι πέραν του λογικού χρόνου εντός του οποίου θα έπρεπε να ασκηθεί από τον εργοδότη το δικαίωμα απόλυσης. Στην Thanos Hotels Ltd v. Ανδρέα Ανδρέου (2000) 1 Α.Α.Δ. 1000, ο χρόνος που παρήλθε από το τελευταίο κατ’ ισχυρισμό παράπτωμα του εργοδοτούμενου (19.5.1998) κρίθηκε πως δεν μπορούσε να θεμελιώσεις λόγο απόλυσης του στις 5.10.1998, εφόσον το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως λογικό χρονικό διάστημα για την άσκηση του δικαιώματος κατά τα προβλεπόμενα στην επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου (βλ επίσης Ηλίας Πατσαλίδης ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (2012) 1 Α.Α.Δ. 194, Κυπριανού & Σια ν. Πετρίδη (2007) 1 Α.Α.Δ. 607).
Η νομολογία δεν παραλείπει επίσης να σημειώσει, ότι την παράλειψη του εργο-δότη να ασκήσει το δικαίωμα απόλυσης του εργοδοτούμενου για ένα σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα, θα πρέπει να συνοδεύουν ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, εν όψει των οποίων και σε συνδυασμό με την πάροδο του χρόνου, η άσκηση του δικαιώματος να έρχεται σε προφανή αντίθεση με τον Νόμο και τις επιταγές της καλής πίστης. Από την άλλη ο εργοδοτούμενος έχει έντονο συμφέρον να γνωρίζει το ταχύτερο δυνατό εάν ο εργοδότης έχοντας ως αφορμή συγκεκριμένο περιστατικό θα προχωρήσει ή όχι στο τερματισμό της απασχό-λησης του. Δεν μπορεί να αξιωθεί απ’ αυτόν η παράταση της αβεβαιότητας ως προς τη συνέχιση της εργασιακής σχέσης για μεγάλο χρονικό διάστημα και μάλιστα κατά παράβαση του άρθρου 5(ε) του Νόμου. Διαφορετικά ο εργοδότης για μεγάλο χρονικό διάστημα και ίσως για όλη τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης θα μπορεί να διατηρεί τους λόγους και να τους χρησιμοποιεί ανά πάσα στιγμή ως μέσο πίεσης του εργοδοτούμενου εντείνοντας έτσι ακόμη περισ-σότερο την προσωπική και οικονομική του εξάρτηση και την αβεβαιότητα διατήρησης της εργασιακής σχέσης. Η προστασία επίσης της εμπιστοσύνης του εργοδοτούμενου, την οποία προκάλεσε με τη συμπεριφορά του ο εργοδότης, αποτελεί ακόμη ένα δικαιολογητικό λόγο παραίτησης ή αποδυνάμωσης του δικαιώματος του να τερματίσει την απασχόληση του εργοδοτούμενο για παρελθούσα συμπεριφορά.
Και στην προκείμενη περίπτωση οι Καθ’ ων η αίτηση δεν άσκησαν το δικαίωμα για απόλυση του Αιτητή εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος που επικαλούνται ότι τους παρείχε αυτό το δικαίωμα. Ενώ το κρινόμενο γεγονός της αποστολής των λεφτών σε λογαριασμό τρίτου προσώπου έλαβε χώρα στις 21.3.2016, οι Καθ’ ων η αίτηση απεφάσισαν να καλέσουν τον Αιτητή σε ακρόαση στις 7.8.2018 και να τερματίσουν την απασχόληση του στις 12.11.2018, χωρίς να δώσουν την παραμικρή εξήγηση γι’ αυτή τους την καθυ-στέρηση ή να δώσουν οποιονδήποτε λόγο ή να επικαλεστούν οποιονδήποτε γεγονός το οποίο ανέκυψε κατά τον ουσιώδη χρόνο και σχετιζόταν με την επίδικη συμπεριφορά του, με επακόλουθο οι Καθ’ ων η αίτηση να μην μπορούν να θεμελιώσουν λόγο απόλυσης για γεγονός που έλαβε χώρα δυόμιση και πλέον χρόνια πριν τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή.
Θέτοντας, λοιπόν, τα γεγονότα της υπόθεσης υπό το φως των πιο πάνω αρχών και λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό κρίση περίπτωση, κρίνουμε ότι η απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση να τερματίσουν την απασχόληση του Αιτητή για τους λόγους που επικαλούνται, ξεφεύγει του πλαισίου των λογικών αντιδράσεων ενός μέσου λογικού εργοδότη.
Για όλα τα πιο πάνω ομόφωνα καταλήγουμε ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν ενήργησαν ως λογικοί εργοδότες με αποτέλεσμα η απόλυση του Αιτητή να κρίνεται παράνομη και αδικαιολόγητη.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτού-μενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου.
Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι:
(α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου
(β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου
(γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου
(δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου
(ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου
Σημειώνουμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Όπως αναφέρθηκε στην Θ. Θεμιστοκλέους ν. Elysee Irrigation Ltd, Πολ. Έφεση 131/2012, ημερ. 22.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:A312:
«Η αποζημίωση του εργοδοτουμένου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, το οποίο πρέπει κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας να λάβει υπόψη τους παράγοντες που απαριθμούνται στο εν λόγω άρθρο, μεταξύ των οποίων και η απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας, στην τερματισθείσα εργασία.
Επίσης στην υπόθεση Louis Tourist Agency Λτδ v. Αντιγόνης Ηλία (1992) 1(Β) Α.Α.Δ. 98 σελ.104-105 σημειώθηκαν τ’ ακόλουθα:
«Το κριτήριο της αποζημίωσης βάσει του άρθρου 4 του Ν.24/67 δεν συναρτάται με το συμβατικό που καθορίζεται από το ΚΕΦ.149, και γενικά τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων, δηλαδή ζημιά η οποία έπεται κατά λογική πρόβλεψη της διάρρηξης της συμφωνίας. Το θέμα των αποζημιώσεων επαφίεται στην απόλυτη κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με μόνο περιορισμό εκείνο που τίθεται από το άρθρο 3 του Πίνακα, η αποζημίωση να μην υπερβαίνει τα ημερομίσθια των δύο ετών (Ν.92/79). Η υλική ζημιά την οποία υφίσταται από τον τερματισμό ο εργοδοτούμενος είναι αναμφίβολα παράγοντας σχετικός, αλλά όχι ο μόνος ο οποίος λαμβάνεται υπόψη.
Η διαγωγή των μερών είναι άλλος σχετικός παράγοντας, όπως συνάγεται από την παράγραφο 4(δ) του Πίνακα. Η απαρίθμηση των παραγόντων, που είναι σχετικοί με την αποζημίωση, θα ήταν αντινομική προς τον απόλυτο χαρακτήρα της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.»
Στην προκείμενη περίπτωση πέραν των μισθολογικών απολαβών του Αιτητή και της περίοδο απασχόλησης του που δεν αμφισβητούνται, ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι από του τερματισμού της απασχόλησης του παρέμεινε άνεργος μέχρι τον Ιούνιο 2022. Η θέση αυτή του Αιτητή δεν επιβεβαιώνεται από τη τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου πραγματική μαρτυρία και δη τη βεβαίωση λήψης παροχής (Τεκ.10), από την οποία προκύπτει ότι επίδομα ανεργίας έλαβε μόνο για την περίοδο από 30.1.2019 μέχρι 14.8.2019.
Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη (α) τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του Αιτητή (β) τη διάρκεια της απασχόλησης του (10 έτη συνεχούς απασχόλησης), (γ) τα ημερομίσθια του (€321,50 εβδομαδιαίως), (δ) την ηλικία του, για την οποία δεν φαίνεται να έγινε οποιαδήποτε αναφορά (ε) (στ) την απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας και τον χρόνο κατά τον οποίο παρέμεινε άνεργος, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις εύλογο να του επιδικάσουμε υπό μορφή αποζημίωσης το ποσό των €8.359,00 που αντιστοιχεί με απολαβές 26 βδομάδων (26 Χ €321,50).
Περαιτέρω, με βάση το άρθρο 9(ζ) του Νόμου ο Αιτητής δικαιούται σε πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί σε απολαβές 8 βδομάδων, ήτοι ποσό €2.572,00.
Για όλα τα πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση για το συνολικό ποσό των €10.931,00 πλέον νόμιμο τόκο από 11.11.2019 μέχρι τελικής εξόφλησης.
Τέλος επιδικάζεται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση το ποσό των €2.500 ως δικηγορικά έξοδα με νόμιμο τόκο από 11.11.2019 μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον ΦΠΑ επί των εξόδων.
(υπ)………….………………………….……………
Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος
Ν. Νικολάου, Μέλος
Κ. Κυριάκου, Μέλος
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο