ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου
Μ. Τελεβάντου και Χ. Κυλίλη, Μελών.
Συνενωμένες Υποθέσεις: 102/2019, 103/2019
Αρ. Υπόθεσης:102/2019
Μεταξύ:
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
Αιτητής
-και-
DINOS MAPPOURIDES (IDEAL) OPTICAL CENTER LIMITED
Καθ’ ων η αίτηση
Αρ. Υπόθεσης: 103/2019
Μεταξύ:
ΚΟΥΛΛΑ ΣΙΑΚΟΥ
Αιτήτρια
-και-
DINOS MAPPOURIDES (IDEAL) OPTICAL CENTER LIMITED
Καθ’ ων η αίτηση
Ημερομηνία: 23η Δεκεμβρίου, 2025
Εμφανίσεις:
Για τον Αιτητή: κα. Γ. Τσόκκου για Στυλιανός Ν. Χριστοφόρου & Συνεργάτες
Για την Αιτήτρια: κα Ι. Χρίστου για Σκορδής & Παπαπέτρου & Σια ΔΕΠΕ
Για τους Καθ’ ων η αίτηση: κ. Ρ. Μαππουρίδης για Ρίκκος Μαππουρίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ
ΑΠΟΦΑΣΗ
Οι Καθ’ ων η αίτηση (στο εξής «η Εργοδότρια Εταιρεία») είναι εταιρεία περιορισμέ-νης ευθύνης, η οποία ασχολείται με τη λειτουργία οπτικού κέντρου και την πώληση οπτικών ειδών. Για την άσκηση των εργασιών της διατηρεί και διαχειρίζεται τρία καταστήματα, δύο στη Λευκωσία και ένα στη Λεμεσό.
Το κατάστημα στη Λεωφόρο Διγενή Ακρίτα, όπου εργάζονταν οι Αιτητές, δραστη-ριοποιείται στο τομέα οπτικών και οράσεως, γίνονται δηλαδή μετρήσεις όρασης (οπτομέτρηση), ετοιμασία και παράδοση οπτικών γυαλιών και φακών. Παράλληλα διατίθενται και γυαλιά ηλίου. Στο εν λόγω κατάστημα πέραν των Αιτητών εργαζόταν ο διευθυντής της Εργοδότριας Εταιρείας κ. Κωνσταντίνος Μαππουρίδης και η κα Θεοδώρα Θεοδωροπούλου ως πωλήτρια.
Ο Αιτητής στην Αίτηση 102/2019 (στο εξής «ο Αιτητής») προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Εργοδότρια Εταιρείας τον Ιανουάριο 2008 και εργάστηκε ως Τεχνικός Εργαστηρίων. Η Αιτήτρια στην Αίτηση 103/2019 (στο εξής «η Αιτήτρια») προσλήφθηκε στις 9.01.2009 και εργάστηκε ως Πωλήτρια. Η απασχόλησης τους τερματίστηκε με επιστολές πανομοιότυπου περιεχομένου ημερ. 30.01.2019 (Τεκ.8 και 9).
Παραθέτουμε αυτούσιο το περιεχόμενο της επιστολής απόλυσης της Αιτήτριας (Τεκ.8):
ΘΕΜΑ: Τερματισμός απασχόλησης στην εταιρεία DINOS MAPPOURIDES (IDEAL) OPTICAL CENTER LIMITED
Μετά που περιήλθαν εις γνώση μας τα γεγονότα που περιγράφονται πιο κάτω και μετά από σχετική γνωμάτευση των νομικών θεμάτων που απορρέουν από αυτά από τους δικηγόρους της εταιρείας μας, κ.κ. Ρίκκος Μαππουρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., επιθυμούμε να σας ενημερώσουμε τα ακόλουθα:
1. Στις 24.01.2019 κατά και/ή περί την 17:00, ο κ. Κωνσταντίνος Μαππουρίδης, διευθυντής της εταιρείας, πληροφορήθηκε ότι μεταξύ τους οι υπάλληλοι αντάλλαξαν μηνύματα από τα οποία συνάγεται ότι σε προηγούμενες ημέρες όταν ο ίδιος απουσίαζε στο εξωτερικό, εσείς, σε συνεργασία μαζί με τον κ. Χρυσόστομο Χαραλάμπους, επίσης υπάλληλος στην εταιρεία και επί σκοπώ μαζί να εντοπίσετε εμπιστευτικά και/ή απόρρητα έγγραφα σχετικά με άλλους υπαλλήλους της εταιρείας, ενεργήσατε είτε από κοινού είτε εν γνώσει ο ένας των ενεργειών του άλλου, ώστε να παραβιαστεί το συρτάρι του γραφείου του κ. Μαππουρίδη το οποίο είχε αφεθεί ξεκλείδωτο και χωρίς να υπάρχει λόγος, ερευνήσατε και εντοπίσατε τις καταστάσεις πληρωμής των υπαλλήλων και τις αποδείξεις πληρωμής Κοινωνικών Ασφαλίσεων και στη συνέχεια κοινοποιήσατε τα στοιχεία αυτά κατά τρόπο που όλοι οι υπάλληλοι των 3 καταστημάτων που συνδέονται μεταξύ τους να πληροφορηθούν το ύψος της αμοιβής ενός εκάστου υπαλλήλου που υπηρετεί στο σύνολο της επιχείρησης. Η ενέργεια αυτή παραβιάζει το δικαίωμα Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων των φυσικών προσώπων κατά παράβαση του Νόμου του περί Προστασίας των Φυσικών Προσώπων έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρα-κτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών 125(Ι)/2018.
2. Εφόσον η πιο πάνω συμπεριφορά διαπιστώθηκε, η κοινοποίηση έχει δημοσιευτεί σε εμάς και όπως διαφαίνεται ένα εκ των προσώπων που τη διενέργησαν είστε εσείς, σας ενημερώνουμε ότι η πράξη σας τούτη συνιστά διαγωγή που σας κατέστησε υποκείμενο απόλυσης με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 5(ε) του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967 (Ν.24/1967).
3. Η πιο πάνω διαγωγή σας, αποτελεί διάπραξη σοβαρού παραπτώματος από τον εργοδοτούμενο - υπάλληλο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, με βάση τις πρόνοιες του πιο πάνω νόμου, άρθρο 5 (στ)(ii). Επίσης η πιο πάνω πράξη συνεπάγεται τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από τον εργοδοτούμενο χωρίς τη συναίνεση του εργοδότη του με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 5 (στ)(iii) του ίδιου Νόμου. Επίσης η ενέργεια αυτή συνιστά σοβαρή παράβαση κανόνων εργασίας, νοουμένου ότι ο εργοδότης δεν έδωσε την άδεια για παραβίαση του συρταριού του γραφείου του εντός του οποίου βρίσκονταν τα πιο πάνω έγγραφα κατά παράβαση του άρθρου 5 (στ) (v) του ίδιου Νόμου.
4. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, εφόσον αποδείχθηκαν όλα τα πιο πάνω και συνδέθηκαν συγκεκριμένα με το πρόσωπό σας, λυπούμαστε να τερματίσουμε χωρίς περαιτέρω προειδοποίηση την εργοδότηση σας στην εταιρεία μας.
Με εκτίμηση
Κωνσταντίνος Μαππουρίδης
διευθυντής
Οι τελευταίες μηνιαίες ακαθάριστες απολαβές του Αιτητή ανέρχονταν στα €1.300 μηνιαίως και της Αιτήτριας στα €1.100 μηνιαίως. Επίδικο παραμένει ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι λάμβαναν και 13ο μισθό.
Είναι η θέση των Αιτητών, όπως προβάλλει μέσα από τους γενικούς λόγους των Αιτήσεων τους, ότι ο τερματισμός της απασχόλησής τους ήταν παράνομος, αυθαίρετος και αδικαιολόγητος, καθώς η Εργοδότρια Εταιρεία δεν ακολούθησε τις προβλεπόμενες από το Νόμο διαδικασίες και δεν έδωσε σ’ αυτούς το δικαίωμα να ακουστούν και να παραθέσουν τις δικές τους θέσεις επί των γεγονότων που οδήγησαν στη λήψη της επίδικης απόφασης. Ότι εκτελούσαν με σύνεση και υπακοή τα καθήκοντα τους καθ’ όλη τη διάρκεια της απασχόλησης τους, χωρίς να προκύψει οποιοδήποτε παράπονο ή να δεχθούν οποιαδήποτε παρατήρηση. Ο Αιτητής ισχυρί-ζεται επίσης ότι η απασχόληση του τερματίστηκε παράνομα και αδικαιολόγητα άνευ λόγου και αιτίας για πράξη την οποία άλλος υπάλληλος της Εταιρείας διέπραξε και ή για πράξεις που υπεύθυνη ήταν η ίδια η Εργοδότρια Εταιρεία. Στη βάση αυτή αι-τούνται αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης τους, αυξημένες αποζημιώσεις, πληρωμή αντί προειδοποίησης, νόμιμο τόκο και έξοδα. Η Αιτήτρια αιτείται επίσης και αναλογία αδείας για το 2019.
Η Εργοδότρια Εταιρεία, με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, αρνείται και απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις ισχυριζόμενη ότι δικαιολογημένα και ή νόμιμα τερμάτισε την απασχόληση των Αιτητών, επαναλαμβάνοντας τους λόγους που παρατίθενται στην επιστολή απόλυσης.
Το άρθρο 6(1) του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67, όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο Ν.6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου δυνάμει του οποίου: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης.
Συνεπώς, στην Εργοδότρια Εταιρεία απόκειται να ανατρέψει το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξει ότι δικαιολογημένα τερμάτισε την απασχό-ληση των Αιτητών για τους λόγους που επικαλείται. Προς ανατροπή του νόμιμου αυτού τεκμηρίου κατέθεσαν για την Εργοδότρια Εταιρεία τέσσερεις μάρτυρες, ενώ οι Αιτητές υποστήριξαν την υπόθεση τους με την προσωπική τους μαρτυρία. Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει επίσης η πραγματική μαρτυρία που αποτελείται από δεκαεννέα (19) συνολικά έγγραφα που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια και στα οποία θα αναφερθούμε, όπου κρίνεται σκόπιμο, κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας.
Μαρτυρία
Ο κ. Κωνσταντίνος Μαππουρίδης, διευθυντής της Εργοδότριας Εταιρείας, ισχυρί-στηκε με τη γραπτή δήλωση του ότι στις 23.01.2019, επιστρέφοντας από ταξίδι στο εξωτερικό, πληροφορήθηκε από τη σύζυγο του ότι υπήρξε ανταλλαγή μηνυμάτων μεταξύ των υπαλλήλων που οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι η Αιτήτρια σε συνεργασία με τον Αιτητή, εντόπισαν σε συρτάρι του γραφείου του το οποίο άνοιξαν επίτηδες, εμπιστευτικά και απόρρητα έγγραφα σχετικά με άλλους υπαλλήλους της Εταιρείας και ενήργησαν με τέτοιο τρόπο ώστε να αποσπαστεί περιεχόμενό τους από το συρτάρι του γραφείου του. Ειδικότερα ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια της απουσίας του από 16.01.2019 μέχρι 24.01.2019, οι εν λόγω υπάλληλοι είχαν ανοίξει το δεύτερο συρτάρι της συρταριέρας του γραφείου του το οποίο ήταν ξεκλείδωτο και χωρίς λόγο, μετακίνησαν τα έγγραφα που βρίσκονται στο συρτάρι, κάτω από τα οποία υπήρχε φάκελος με τις καταστάσεις πληρωμής όλων των υπαλλήλων που εργάζονται στα 3 καταστήματα της Εταιρείας μαζί με τις αποδείξεις πληρωμής των εισφορών τους στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ενώ στη συνέχεια κοινοποίη-σαν το γεγονός αυτό με μηνύματα που άρχισαν να αποστέλλονται στις 18.01.2019 προς την υπάλληλο κα. Μαρία Μίτσιγκα, ώστε οι υπάλληλοι των 3 καταστημάτων που συνδέονται μεταξύ τους να πληροφορηθούν για το ύψος της αμοιβής εκάστου υπαλλήλου που εργοδοτείτο στην επιχείρηση. Είναι η θέση του, ότι με τα συρτάρια του γραφείου δεν είχαν να κάνουν οι υπάλληλοι, επειδή δεν είχαν να εκτελέσουν οποιαδήποτε εργασία σε αυτά και ότι το έπιπλο του γραφείου του αποτελούσε το δικό του προσωπικό χώρο, από τον οποίον ασκούσε τη διεύθυνση της επιχείρησης και στον οποίο διατηρούσε όλα τα αναγκαία έγγραφα που θα διαβίβαζε στο λογιστή για σκοπούς ετοιμασίας των λογιστικών βιβλίων της Εταιρίας. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι στις 24.01.2019, επιστρέφοντας στην εργασία του, τον προσέγγισε η Αιτήτρια και του ανέφερε ότι περιήλθε εις γνώσιν της η διαφορά μισθοδοσίας των υπαλλήλων της Εργοδότριας Εταιρείας. Όταν τη ρώτησε πώς έμαθε αυτή την πληροφορία, του εξήγησε ότι μαζί με τον Αιτητή άνοιξαν και περιεργάστηκαν το συρτάρι του γραφείο του όπου ευρίσκονταν έγγραφα πληρωμής μισθών του προσωπικού μαζί με έγγραφα εισφορών στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Ο ίδιος μη θέλοντας να δημιουργήσει αναστάτωση στο κατάστημα, εν ώρα εργασίας παρουσία πελατών, της απάντησε ότι χρειαζόταν λίγο χρόνο να σκεφτεί τα όσα του είπε. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας ζήτησε γνωμάτευση από τους δικηγόρους, την οποία ετοίμασαν και διαβίβασαν την επόμενη μέρα. Ζήτησε την εν λόγω γνωμάτευση επειδή θεώρησε την αποκάλυψη και κυκλοφορία των συγκεκριμένων πληροφοριών πολύ σοβαρό ζήτημα το οποίο επηρέαζε τόσο τις σχέσεις μεταξύ των υπαλλήλων όσο και τη δική του αξιοπιστία. Ως θέμα αρχής ο κάθε υπάλληλος αξιολογείται με βάση την απόδοσή του και τυχόν προσαυξήσεις που συνήθως δίνονταν πριν το καλοκαίρι δεν ήταν οι ίδιες για όλους τους υπαλλήλους. Έτσι, η αποκάλυψη της μισθοδοσίας θα δημιουργούσε αχρείαστες προστριβές μεταξύ των υπαλλήλων, λόγω της διαφορο-ποίησης των μισθών τους, επηρεασμό της εύρυθμης λειτουργίας των καταστημάτων και αντικείμενο συζήτησης με άλλους υπαλλήλους άλλων παρόμοιων καταστημάτων πράγμα που θα προκαλούσε αναστάτωση. Ισχυρίστηκε ότι την εν λόγω γνωμάτευση παρέδωσε αυθημερόν στους Αιτητές για να τη μελετήσουν και να λάβουν νομική συμβουλή. Η Αιτήτρια υπέγραψε παραλαβή της επιστολής ενώ ο Αιτητής την παρέλαβε χωρίς να υπογράψει. Επίσης ο Αιτητής αποχώρησε αμέσως ενώ η Αιτήτρια ρώτησε αν πήγαινε δουλειά την επόμενη μέρα. Της απάντησε ότι ήταν καλύτερα να μην πάει μέχρι να ειδοποιηθεί. Γι’ αυτό της παραχωρήθηκε άδεια μέχρι 31.01.2019 και η σχετική βεβαίωση ημερ. 29.01.2019 (Τεκ.6). Ήταν περαιτέρω η θέση του, ότι το βράδυ στις 29.01.2019, θέλοντας να ακούσει εξηγήσεις από πλευράς των υπαλλήλων του, συγκάλεσε έκτακτη συνάντηση στην παρουσία και της υπαλλή-λου Δώρας Θεοδωροπούλου η οποία εργαζόταν στο κατάστημα και παρακολούθησε τα συμβάντα κατά την ώρα του περιστατικού. Στη συνάντηση κλήθηκαν επίσης ο λογιστής της Εταιρείας και η σύζυγος του Μελίνα Μαππουρίδη. Αφού υπέδειξε τα μηνύματα στους Αιτητές και ανέφερε τα όσα του μετέφερε η Αιτήτρια για το συμβάν, ο Αιτητής ισχυρίστηκε αρχικά ότι εκείνη την ώρα ήταν στο σπίτι του ενώ στη συνέχεια όταν η Αιτήτρια επέμενε ότι ήταν μαζί του, ισχυρίστηκε ότι βρισκόταν στη μηχανή στο τεχνικό τμήμα του καταστήματος και όταν ρωτήθηκε γιατί δεν έκανε κάτι, απάντησε επανειλημμένα «ναι ε και γιατί είμαι αστυνομικός»; Σημείωσε ότι μεταξύ 24 και 29.01.2019, ζήτησε από τους υπαλλήλους που συμμετείχαν στην ανταλλαγή μηνυμάτων, να τον εφοδιάσουν με αντίγραφα για να τα υποδείξει στους Αιτητές. Η υπάλληλος προς την οποία απευθύνθηκαν, η κα Μαρία Μίτσιγγα, τα διαβίβασε θεληματικά στη σύζυγο του. Επισήμανε ότι στο μήνυμα ημερ. 18.01.2019 και ώρα 12:53 που απηύθυνε η Αιτήτρια στην κα Μίτσιγγα, αναφέρεται στις κατά-στάσεις καθαρών απολαβών του προσωπικού. Μετά την παραδοχή της Αιτήτριας και την αντίδραση του Αιτητή ζήτησε νομική συμβουλή από τους δικηγόρους και αφού θεώρησε ότι υπήρχε τέτοια αντιεπαγγελματική διαγωγή εκ μέρους των, τερμάτισε την απασχόλησή τους χωρίς περαιτέρω προειδοποίηση με την παράδοση σχετικής επιστολής την οποίαν ο Αιτητής αρνήθηκε να παραλάβει ενώ η Αιτήτρια την παρέ-λαβε και την υπέγραψε αυθημερόν. Πέραν της γραπτής του δήλωσης ισχυρίστηκε ότι η κυκλοφορία των εγγράφων επηρέασε αμέσως την ψυχολογία των διαφόρων υπαλλήλων, άρχισαν να διερωτούνται για τον μισθό που λάμβαναν. Επίσης ότι θίχθηκε και η δική του αξιοπρέπεια καθώς ο κάθε υπάλληλος άρχισε να διερωτάται γιατί ο διευθυντής δίνει σε άλλους λιγότερα και σε άλλους περισσότερα. Για τις ακαθάριστες μισθολογικές απολαβές των Αιτητών ανέφερε ότι στο συμβόλαιο τους δεν προνοείτο 13ος μισθός ωστόσο η Εργοδότρια Εταιρεία τους κατέβαλλε ανάλογο φιλοδώρημα κάθε έτος.
Αντεξεταζόμενος από τη δικηγόρο του Αιτητή ισχυρίστηκε ότι για τη συμμετοχή του Αιτητή ενημερώθηκε από την ίδια την Αιτήτρια αμέσως μετά την επιστροφή του από τα εξωτερικό, λέγοντας του ότι ήταν μαζί με τον Χρυσόστομο. Βασίστηκε επίσης στη μαρτυρία της κα Θεοδωροπούλου, η οποία βγαίνοντας από την τουαλέτα τους είδε που ενεκάτωναν μες το συρτάρι του γραφείου του. Ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν προχώρησαν σε απολύσεις την επόμενη μέρα, καθώς ο Αιτητής είχε αποχωρήσει από μόνος του χωρίς να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση και ότι στην Αιτήτρια δόθηκε άδεια μέχρι να τους δοθεί η επιστολή απόλυσης. Ότι στην Αιτήτρια δόθηκε άδεια στις 29.01.2019 όταν τον ρώτησε τη μεθεπόμενη μέρα «τι να κάνω να ‘ρθω δουλειά το Σάββατο;» και της απάντησε «όχι μείνε να σου δώσω άδεια μέχρι το τέλος του μήνα». Ότι στις 25.01.2019 δεν τους δόθηκε η απόλυση αλλά το ερωτηματολόγιο, το οποίο ο Αιτητής δεν παρέλαβε. Αντεξεταζόμενος από τη δικηγόρο της Αιτήτριας παραδέχθηκε ότι τα μηνύματα κοινοποιήθηκαν μόνο στη Μαρία Μίτσιγγα και ότι η έρευνα αρκούσε στο ότι η Αιτήτρια το διέδωσε γραπτώς. Ισχυρίστηκε ότι τη μέρα της συνάντησης ο καθένας είπε τα δικά του σημεία και η Αιτήτρια είχε πει στον Αιτητή: «Τέλειωνε, πες το τι έγινε για να τελειώνουμε να μπορέσουμε να προχωρήσουμε». Επίσης η Αιτήτρια παραδέχθηκε και ζήτησε συγνώμη. Ο μάρτυρας επέμενε ότι η συνάντηση στην παρουσία όλων έγινε στις 29.01.2019 και ότι στις 25.01.2019 υπήρξε συνάντηση μεταξύ του ιδίου και των Αιτητών, όπου η Αιτήτρια παραδέχθηκε ενώ ο Αιτητής δεν ήθελε να συζητήσει και αποχώρησε. Διαφώνησε με την θέση των Αιτητών ότι στις 25.01.2019 μετά το μεσημέρι κάλεσε τους Αιτητές, τη Μελίνα και τον λογιστή για να τους ανακοινώσει την απόφαση του να τους απολύσει. Επέμεινε στη θέση του ότι στις 24.01.2019, η Αιτήτρια πήγε και του είπε ότι «μαζί με τον Αιτητή κάναμε αυτό το πράγμα και μου ήρθε η μισθοδοσία και κάπου νιώθω να αδικούμαι» και ότι αυτός της απάντησε ότι «ως συνήθως οι αυξήσεις που δίνω στους υπαλλήλους είναι κοντά στην άνοιξη γι’ αυτό περίμενε και αυτό θα αλλάξει στους επόμενους 2-3 μήνες».
Η κα Θεοδώρα Θεοδωροπούλου ανέφερε στη γραπτή δήλωση της (Έγγραφο Β) ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν ως πωλήτρια μαζί με τους Αιτητές στο κατάστη-μα της οδού Διγενή Ακρίτα 69, όπου είχε και το κέντρο δραστηριοτήτων του, ως Οπτικός, ο Διευθυντής Κ. Μαππουρίδης. Ισχυρίστηκε ότι στις 18.01.2019 γύρω στις 11:00 το πρωί, είδε τους Αιτητές να διαβάζουν ορισμένα έγγραφα στο γραφείο του διευθυντή με το συρτάρι του γραφείου του ανοικτό. Φαίνονταν και οι δύο αρκετά θυμωμένοι. Τους ρώτησε τί έκαναν εκεί και αφού δεν πήρε απάντησε επέστρεψε στο πόστο της μπροστά στο ταμείο. Λόγω της έντασης μιλούσαν και οι δύο δυνατά με αποτέλεσμα να ακούει καθαρά τί έλεγαν. Μετά το διάλειμμα του μεσημεριού, η Αιτήτρια της είπε ότι είχε τις μισθοδοσίες και τις κοινωνικές ασφαλίσεις όλων των υπαλλήλων και ότι ενημέρωσε τη Μαρία για όλα αυτά. Λέγοντας αυτά ο Αιτητής της είπε «μαλακία που έκανες», εννοώντας ότι δεν έπρεπε να μιλήσει στη Μαρία. Την επόμενη μέρα, η Μελίνα, γυναικά του διευθυντή, μιλώντας μαζί της, της είπε ότι ήξερε τι έγινε και τη ρώτησε αν ήταν και οι δύο στο γραφείο την ώρα που έγινε η παράβαση και αυτή της ανάφερε ακριβώς τί είχε γίνει. Ισχυρίστηκε επίσης ότι στις 29.01.2019 παρευρέθηκε σε έκτακτη συνάντηση στην παρουσία των Αιτητών, του λογιστή της Εταιρεία, του διευθυντή και της γυναίκας του. Ο διευθυντής, αφού τους έδειξε τα μηνύματα και τους ενημέρωσε με όσα η Αιτήτρια του ανέφερε, τι έκαναν μαζί με τον Αιτητή, ο τελευταίος ισχυρίστηκε ότι εκείνη την ώρα ήταν σπίτι του. Στη συνέχεια, αφού κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να προβάλλει τέτοιο ισχυρισμό, απαντούσε με ένα «ναι, ε, και;». Πέραν της γραπτής δήλωσης, ισχυρίστηκε ότι στις 18.01.2019, βγαίνοντας από την τουαλέτα είδε τους Αιτητές στο γραφείο του κ. Μαππουρίδη να έχουν ανοίξει το συρτάρι και να έχουν βγάλει έγγραφα έξω δικά του.
Αντεξεταζόμενη από τη δικηγόρο του Αιτητή ανέφερε ότι είδε και τους δύο Αιτητές να διαβάζουν τα έγγραφα. Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν την ώρα που η Αιτήτρια άνοιξε το συρτάρι και έβγαλε τα έγγραφα έξω ο Αιτητής ήταν στο εργαστήριο, το οποίο βρίσκεται δίπλα από το γραφείο. Ισχυρίστηκε ωστόσο ότι στη συνάντηση ο Αιτητής παραδέχθηκε ότι το έκαναν μαζί λέγοντας «ναι ήμουν εκεί, ε και;». Επέμενε ότι η συνάντηση με τους Αιτητές στην παρουσία της έγινε στις 29.01.2019 και όχι στις 25.01.2019 ως ισχυρίζονται οι Αιτητές. Παραδέχθηκε ότι κατά τη συνάντηση ο εργοδότης δε τη ρώτησε να πει τη θέση της, λέγοντας ότι τα ήξερε ήδη. Αντεξεταζόμενη από τη δικηγόρο της Αιτήτριας ανέφερε ότι η ίδια δεν είχε μιλήσει στον διευθυντή για το περιστατικό. Επίσης ότι στις 25.01.2019 δεν έγινε οποιαδήποτε συζήτηση στο γραφείο και ότι μόνη συζήτηση ήταν στις 29.01.2019.
Η κα Μαρία Μίτσιγγα ανέφερε στη γραπτή δήλωση της (Έγγραφο Γ) ότι είναι υπάλ-ληλος της Εταιρείας στο κατάστημα επί της Λεωφόρου Μακαρίου 28 στη Λευκωσία, όπου εργαζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο μαζί με την κα Μελίνα Μαππουρίδου. Ισχυρίστηκε ότι στις 18.01.2019 και τις επόμενες μέρες, αντάλλαξε διάφορα μηνύ-ματα με την Αιτήτρια η οποία της έλεγε ότι ήταν πυρ και μανία για κάτι που δεν ήθελε να το πει σε άλλους, ενημερώνοντας την για τους μισθούς που λάμβαναν ο κάθε υπάλληλος της Εταιρείας. Ισχυρίστηκε ότι μέχρι τις 24.01.2019 είχε μιλήσει τηλεφωνικώς με την Αιτήτρια και είχαν συζητήσει το θέμα. Στις 21.01.2019 ενημέρωσε προφορικά τη Μελίνα για αυτά που της είπε η Αιτήτρια, από τα οποία συμπέρανε ότι τα όσα της ανέφερε τα είχαν βρει σε συνεργασία με τον Αιτητή. Γι’ αυτό στις 24.01.2019 ώρα 17:39 απέστειλε μήνυμα στην Αιτήτρια και την ενημέρωσε ότι μίλησε με τη Μελίνα και της ανέφερε όσα γνώριζε για τις ενέργειες της ιδίας και του Αιτητή. Αφού αναφέρθηκε στο περιεχόμενο των μηνυμάτων που αντάλλαξε με την Αιτήτρια από τις 18.01.2019 μέχρι 24.01.2019 σημείωσε ότι την επόμενη μέρα η Μελίνα της ζήτησε και της διαβίβασε στο κινητό της όλα τα μηνύματα που αντάλ-λαξε με την Αιτήτρια. Πέραν της γραπτής δήλωσης ισχυρίστηκε ότι στην τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με την Αιτήτρια μετά το πρώτο μήνυμα, της είχε πει ότι ήταν και ο Αιτητής μαζί της. Μετά το μήνυμα άλλαξε εκδοχή κι αυτό το έκανε γιατί η ίδια είχε μιλήσει ήδη στη Μελίνα και με κάποιο τρόπο η Αιτήτρια προσπαθούσε να της πει ότι ο Αιτητής δεν ήταν εκεί. Όταν όμως της είπε «μα Αφού μου είπες ότι ήταν μαζί σου» της απάντησε «ναι αλλά εγώ το έκανα» και από ότι κατάλαβε ο Αιτητής ήταν δίπλα της, απλά η Αιτήτρια ίσως να άνοιξε η ίδια το συρτάρι. Για τη συνάντηση στην οποία η ίδια δεν ήταν παρούσα νομίζει ότι έγινε στις 24.01.2019. Επίσης ότι ποτέ δεν μίλησε με τον κ. Κ. Μαππουρίδη και ότι τα πιο πολλά τα μίλησε με τη Μελίνα.
Αντεξεταζόμενη από τη δικηγόρο του Αιτητή, επέμεινε στον ισχυρισμό της ότι η Αιτήτρια της ανέφερε ότι ήταν μαζί με τον Αιτητή, ποιος όμως έκανε το βήμα δεν γνωρίζει. Επίσης ότι το συμπέρασμα αυτό το έβγαλε από τη μεταξύ τους τηλεφωνική συνομιλία και όχι από τα μηνύματα. Ότι της έδωσε να καταλάβει ότι ήταν και ο Αιτητής μαζί της και της είπε «να μην κάνουμε κάτι και να περιμένουμε να ‘ρθει το Πάσχα για να δούμε τις αυξήσεις». Ομολόγησε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν την ώρα που άνοιξε η Αιτήτρια το συρτάρι του γραφείου ο Αιτητής ήταν εκεί κοντά. Αντεξεταζόμενη από τη δικηγόρο της Αιτήτριας ανέφερε ότι με την Αιτήτρια δεν ήταν φίλες αλλά συνάδελφοι και ότι για το περιστατικό και ειδικότερα τους μισθούς των υπαλλήλων, μίλησε μόνο στη Μελίνα τρεις μέρες μετά και συγκεκριμένα στις 21.01.2019 και σε κανένα άλλο.
Ο κ. Γιώργος Παναγή, ανέφερε στη γραπτή δήλωση του (Έγγραφο Δ), ότι ασκεί το επάγγελμα λογιστή και διατηρεί δικό του λογιστικό γραφείο από το 1976. Από το 1986 τηρεί και υποβάλλει σε έλεγχο τα λογιστικά βιβλία της Εργοδότριας Εταιρείας. Αφού αναφέρθηκε στους υπαλλήλους που απασχολούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο η Εταιρεία, ισχυρίστηκε ότι γύρω στις 25.01.2019 ενημερώθηκε από τον κ. Κ. Μαππουρίδη για ένα πρόβλημα αποκάλυψης της μισθοδοσίας των υπαλλήλων του και τον κάλεσε να παραστεί σε συνάντηση με τα πρόσωπα που ο ίδιος του ανέφερε ότι άνοιξαν το συρτάρι του γραφείου του και εντόπισαν τα σχετικά στοιχεία. Ισχυρί-στηκε ότι στη συνάντηση που έγινε στις 29.01.2019 παρευρέθηκαν εκτός από τον ίδιο και τους Αιτητές, η κα Θ. Θεοδωροπούλου, ο διευθυντής της Εταιρείας και η γυναίκα του Μελίνα. Αφού τους υπέδειξε ο διευθυντής τα μηνύματα που αντάλλαξε η Αιτήτρια με την κα Μίτσιγγα και τους ενημέρωσε με όσα του ανέφερε η Αιτήτρια, τί έκανε αυτή και ο Αιτητής, ότι άνοιξαν το συρτάρι του γραφείου του και είδαν τη μισθοδοσία των υπαλλήλων, την οποία η Αιτήτρια κοινοποίησε στην Μ. Μίτσιγγα, η Αιτήτρια συμφώνησε, ενώ ο Αιτητής αρχικά ισχυρίστηκε ότι εκείνη την ώρα ήταν στο σπίτι του, αλλά στη συνέχεια, καταλαβαίνοντας ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει να προβάλλει αυτό τον ισχυρισμό, αφού η Θ. Θεοδωροπούλου είπε ότι τους είδε μαζί να ψάχνουν στο συρτάρι, απάντησε με ένα «ναι! Έκαμα το! Ε, και;». Κατόπιν τούτου η συνάντηση έληξε. Πέραν της γραπτής δήλωσης, απέρριψε τον ισχυρισμό της άλλης πλευράς ότι παρευρέθηκε σε συνάντηση που έλαβε χώρα στις 25.01.2019 ισχυριζόμενος ότι στη μόνη συνάντηση που παρευρέθηκε ήταν στις 29.01.2019 η ώρα 6:00 στο κατάστημα της Εταιρείας και ότι δεν είχε καμία σχέση ή εμπλοκή με την παράδοση της επιστολής (Τεκ.5) στους Αιτητές.
Αντεξεταζόμενος από τη δικηγόρο του Αιτητή, ισχυρίστηκε ότι ετοίμαζε χειρόγραφα το κείμενο μισθοδοσίας και το έδινε στον κ. Μαππουρίδη. Για την επιστολή (Τεκ.5) ισχυρίστηκε ότι μετά έμαθε για το περιεχόμενο της και ότι είχε δοθεί προηγουμένως στους Αιτητές. Ότι στη συνάντηση που έγινε στις 29.01.2019 ήταν απλώς παρών και δεν μίλησε. Αντεξεταζόμενος από τη δικηγόρο της Αιτήτριας, συμφώνησε ότι ο ίδιος έδινε χειρόγραφα το ποσό και ότι ο κ. Μαππουρίδης έβαλε τον Αιτητή να δακτυλο-γραφήσει και ετοιμάσει τη βεβαίωση μισθοδοσίας της Αιτήτριας ημερ. 15.01.2018 (Τεκ.14). Για τη συνάντηση ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής δεν παραδεχόταν και μετά που αποχώρησε η Αιτήτρια παραδέχθηκε. Επίσης ότι στη συνάντηση δεν έγινε καμία γνωστοποίηση για απόλυση και ότι κατά τη συνάντηση η Αιτήτρια μίλησε αρκετά. Επανέλαβε ότι δεν είχε καμία εμπλοκή με την παράδοση της επιστολής (Τεκ.5) στους Αιτητές.
Ο Αιτητής με τη γραπτή δήλωσή του (Έγγραφο Ε) ισχυρίστηκε ότι ήταν από τους αρχαιότερους υπαλλήλους της Εργοδότριας Εταιρείας και με το διευθυντή κ. Μαππουρίδη είχα μια πιο στενή σχέση, του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη σε τέτοιο βαθμό που κρατούσε και κλειδιά του καταστήματος. Πέραν τούτου, επειδή ο κ. Μαππουρίδης δεν γνώριζε πολύ καλά να χειρίζεται τους Η/Υ, του ανάθετε την ετοιμασία των βεβαιώσεων απολαβών για τους υπαλλήλους, όταν χρειάζονταν να υποβάλλουν αίτηση για λήψη επιδόματος τέκνου κ.ο.κ. Αντίθετα με τη θέση των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας, ισχυρίστηκε ότι το μεσημέρι, στις 25.01.2019, ενώ βιαζόταν να πάει στο σχολείο για να παραλάβει τον γιο του, ο κ. Μαππουρίδης τον κάλεσε στο γραφείο του, στην παρουσία της Θεοδώρας Θεοδωροπούλου, της συζύγου του Μελίνας Μαππουρίδου, του λογιστή της Εταιρείας και της Αιτήτριας. Στη συνάντηση ο κ. Μαππουρίδης μιλώντας με έντονο και αυστηρό ύφος και αφού αναφέρθηκε στο περιστατικό που έλαβε χώρα στις 18.01.2019, όταν η Αιτήτρια άνοιξε το συρτάρι του γραφείου του, το οποίο ήταν ξεκλείδωτο και είχε τις καταστά-σεις μισθοδοσίας των υπαλλήλων, ρώτησε τον ίδιο, γιατί επέτρεψε να γίνει αυτό το πράγμα και αυτός του απάντησε «τι μπορούσα να κάνω για να το αποτρέψω;» Ακολούθως χωρίς να του δώσει το δικαίωμα να πει οτιδήποτε περαιτέρω σχετικά με το συμβάν, ανέφερε στον ίδιο και στην Αιτήτρια πως «δεν μπορεί να συνεχιστεί η συνεργασία μας». Ο ίδιος τον ρώτησε «Δεν δικαιούμαστε να μας ρωτήσεις και τη θέση μας πως έγινε η κουβέντα;» και αυτός του απάντησε: «Ε πε μας τώρα». Νιώθοντας αδικημένος για όσα του καταλόγισαν του απάντησε: «Τώρα δεν έχω να πω τίποτε, αφού με απέλυσες». Πριν φύγουν από το γραφείο του κ. Μαππουρίδη, ο λογιστής τους έδωσε από μία επιστολή (Τεκ.5) για να υπογράψουν και την οποία ο ίδιος αρνήθηκε να υπογράψει καθώς ήταν αναστατωμένος για αυτό που έγινε και ειδικότερα για το ότι δεν του δόθηκε η ευκαιρία να δώσει τις δικές του εξηγήσεις. Αφού πέρασε το Σαββατοκύριακο, τη Δευτέρα 28.01.2019, ζήτησε από τον διευθυντή να του παραδώσει επιστολή απόλυσης για να υποβάλει αίτηση για επίδομα ανεργίας και του υποσχέθηκε πως θα την ετοίμαζε και θα τον καλούσε να την παραλάβει. Έτσι την Τετάρτη 30.01.2019 πήγε στο κατάστημα για να παραλάβει την επιστολή (Τεκ.9). Ένοιωθε μεγάλη αδικία για όλα αυτά που έγιναν και για ένα περιστατικό που δεν είχε ανάμειξη και ούτε οποιαδήποτε ευθύνη. Το περιστατικό, καθώς ανέφερε, αφορούσε την Αιτήτρια, η οποία στις 18.01.2019 ενώ βρισκόταν στο γραφείο του κυρίου Μαππουρίδη άνοιξε το συρτάρι του γραφείου του το οποίο ήταν ξεκλείδωτο, για να συμπληρώσει, όπως του ανέφερε μετά το συμβάν, μια φόρμα για τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και είδε τις μισθοδοσίες των υπαλλήλων. Ότι την ώρα του συμβάντος ο ίδιος βρισκόταν στο τεχνικό εργαστήρι του, το οποίο βρίσκεται δίπλα από το γραφείο του κ. Μαππουρίδη. Η Αιτήτρια όταν είδε τους μισθούς, τον φώναξε: «Ττόμυ έλα να δεις», ενώ όταν πήγε εκεί η ίδια φαινόταν πολύ αναστατωμένη και συγχυσμένη και κρατούσε το έντυπο με τις μισθοδοσίες όλων των υπαλλήλων. Την ίδια στιγμή, ήρθε στο γραφείο και η Θεοδώρα Θεοδωροπούλου και τους ρώτησε τι έγινε. Όταν της εξήγησε η Αιτήτρια τι έγινε είδε και η ίδια το έντυπο με τις μισθο-δοσίες και εξέφρασε κι αυτή το παράπονό της για τον μισθό της τον οποίο θεώρησε χαμηλό. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος γνώριζε από πριν τους μισθούς όλων των υπαλλήλων και δεν είχε ανάγκη να δει το έντυπο για να τους μάθει. Αποτέλεσμα, ήταν να απολυθεί χωρίς να του δοθεί το δικαίωμα να εκφράσει τη θέση του επί των γεγονό-των και χωρίς τη διεξαγωγή οποιασδήποτε έρευνας αρκούμενοι οι εργοδότες του σε κουτσομπολιά υπαλλήλων που ακολούθησαν του περιστατικού. Για τις μισθολογικές απολαβές του ανέφερε ότι όλα τα χρόνια της απασχόλησης του η Εταιρεία του κατέβαλε 13ο μισθό, παρόλο που δεν αναφέρεται στην σύμβαση εργασίας του
Αντεξεταζόμενος επανέλαβε τη θέση του σε σχέση με την ετοιμασία των βεβαιώσεων μισθοδοσίας ισχυριζόμενος ότι γνώριζε τους μισθούς των εργοδοτουμένων από τις καταστάσεις που του δίνονταν για να ετοιμάσει τις βεβαιώσεις και ότι δεν χρειαζό-ταν να προβεί στις ενέργειες που του έχουν καταλογίσει. Επίσης ότι για έντεκα χρόνια κρατούσε κλειδί και τον κωδικό του καταστήματος που θα μπορούσε αν ήθελε να δει τους μισθούς χωρίς να ξέρει κανένας, κάτι που δεν έκανε γιατί δεν χρειαζόταν. Επέμενε στη θέση του ότι στη συνάντηση που έλαβε χώρα στις 25.01.2019 παρευρέθηκε και ο λογιστής της Εταιρείας. Ισχυρίστηκε επίσης ότι την επιστολή (Τεκ.5) ποτέ δεν την παρέλαβε και δεν ξέρει τι είναι. Επίσης ότι η εν λόγω επιστολή δόθηκε στο τέλος της συνάντηση για να υπογραφεί. Συμφώνησε ότι δεν είχε νόημα να τους δοθεί η επιστολή αφού ήδη τους είχε ανακοινωθεί η απόφαση της απόλυσης. Επανέλαβε ότι την Τρίτη 29.01.2019 δεν έγινε καμία συνάντηση και αν έγινε ο ίδιος δεν παρευρέθηκε. Επαναλαμβάνοντας τη θέση του σε σχέση με το συμβάν ισχυρίστηκε ότι ποτέ δεν του δόθηκε η ευκαιρία να πει πως πραγματικά έγινε και ότι οι Εργοδότες του στηρίχτηκαν σε φήμες που άκουαν ρωτώντας τον ένα και τον άλλο, χωρίς ποτέ να αποταθούν στον ίδιο.
Η Αιτήτρια με την γραπτή δήλωση της (Έγγραφο ΣΤ) ισχυρίστηκε ότι στις 18.01.2019 ψάχνοντας στο συρτάρι του γραφείου του κ. Μαππουρίδη, βεβαίωση μισθοδοσίας της για να υποβάλει αίτηση για φοιτητική χορηγία του γιου της, βρήκε τυχαία την κατάσταση μισθοδοσίας όλων των υπαλλήλων. Μόλις είδε τους μισθούς αναστατώθηκε, ένιωσε μεγάλη αδικία γιατί άτομο με λιγότερα χρόνια υπηρεσίας λάμβανε πιο ψηλό μισθό από την ίδια. Την ίδια αδικία ένοιωσε και για τη φίλη της Μαρία. Εκείνη την ώρα φώναξε τον Αιτητή, ο οποίος ήταν στο εργαστήριο του και για τον οποίο ήξερε ότι γνώριζε τους μισθούς όλων των υπαλλήλων και του είπε ότι νοιώθει αδικημένη γι’ αυτό που είδε. Στο χώρο κατέφθασε και η κ. Θεοδωροπούλου η οποία βλέποντας τι κρατούσε εξέφρασε κι αυτή τη δυσαρέσκεια της και έφυγε. Ακολούθως απέστειλε στη Μ. Μίτσιγγα μήνυμα και την ενημέρωσε γι’ αυτά που είδε. Επίσης ότι τους μισθούς που είδε δεν τους είπε σε κανένα άλλο. Ισχυρίστηκε ότι πολλές φορές ο κ. Μαππουρίδης τους έλεγε να πάρουν πράγματα από το γραφείο του, όπως και βεβαίωση μισθοδοσίας την οποία η ίδια ήξερε ότι βρισκόταν στο συρτάρι του γραφείου του και πάντα την έπαιρνε μόνη της για να τη συμπληρώσει με τη βοήθεια του Αιτητή. Επίσης από αυτό το συρτάρι έπαιρνε και χρήματα για το ταμείο όταν χρειαζόταν να αλλάξει. Στις 24.01.2019, όταν ο κ. Μαππουρίδης επέστρεψε από τις διακοπές του τον ενημέρωσε ότι ψάχνοντας το συρτάρι του γραφείου του είδε τους μισθούς όλων των υπαλλήλων και αυτός της απάντησε «ναι, ναι ξέρω, είχα σκοπό να το διορθώσω.» Ακολούθως τη πήρε τηλέφωνο η Μ. Μίτσιγγα και τη ρώτησε αν το είπε στο διευθυντή γιατί η ίδια δεν ήθελε να το κρατά μυστικό και θα το έλεγε στη γυναίκα του. Την επόμενη μέρα, πηγαίνοντας στο γραφείο, σε κάποια φάση την ενημέρωσε ο κ. Μαππουρίδης ότι στο διάλειμμα θα είχαν συνάντηση όλο το προσωπικό. Η συνάντηση έγινε το μεσημέρι παρουσία του διευθυντή κ. Μαππουρίδη, της συζύγου του, των Αιτητών, του λογιστή της Εταιρείας και της κ. Θεοδωροπούλου. Ο διευθυντής, με έντονο ύφος απευθυνόμενος στην ίδια και τον Αιτητή τους είπε «ύστερα από τα γεγονότα που έγιναν είμαι στη δυσάρεστη θέση να σας ανακοινώσω τη διακοπή της συνεργασίας μας από εδώ και τώρα». Επίσης ο λογιστής τους παρέδωσε από μια επιστολή και τους ζήτησε να την υπογράψουν. Η ίδια ήταν πολύ συγχυσμένη και η κα Μελίνα την παρότρυνε να την υπογράψει λέγοντας της ότι δεν ήταν τίποτα. Σημείωσε περαιτέρω ότι στη συνέχεια η Μελίνα την παρότρυνε να πείσει τον Αιτητή να πει ότι ήταν μαζί της όταν είδε τους μισθούς, την παρηγορούσε και της έλεγε ότι θα του περάσει του κου Ντίνου και θα την επαναπροσλάβει. Υπό αυτές τις συνθήκες την ίδια μέρα απέστειλε μήνυμα στη Μελίνα και την ρωτούσε αν θα πήγαινε την επομένη δουλειά και αυτή της απάντησε «Καλύτερα όχι, δώσ’ του λίγο χρόνο να ηρεμίσει και βλέπουμε. Τώρα εν πολλά απογοητευμένος». Η ίδια της απάντησε «εντάξει, το χαρτί που με έβαλε ο λογιστής να υπογράψω τι σημαίνει;» και της απάντησε «η γνωστοποίηση της νομοθεσίας, αντίγραφο τζείνου που κρατάς. Εν θα γίνει κάτι» (Τεκ.17). Μετά απ’ αυτό δεν πήγε δουλειά και στις 29.01.2019 πήγε και ζήτησε από τον διευθυντή άδεια μέχρι το τέλος του μήνα για να πληρωθεί κανονικά τον μισθό της και του επισήμανε ότι αν επιμένει στην απόφαση του να την απολύσει, όπως είπε στις 25.01.2019, να της δώσει επιστολή απόλυσης για να αιτηθεί επίδομα ανεργίας. Ο διευθυντής εκείνη τη μέρα της είπε προφορικά ότι όταν ησυχάσουν τα πράγματα με τον Αιτητή θα την επανα-προσλάμβανε. Ισχυρίστηκε ότι ο διευθυντής προχώρησε στη λήψη της απόφασης χωρίς να διεξάγει έρευνα και χωρίς να ακούσει τη δική της εκδοχή επί των γεγονότων. Θεώρησε επίσης εξόφθαλμο το γεγονός ότι δεν παραβίασε προσωπικά δεδομένα και δεν απέκτησε πρόσβαση σε οτιδήποτε απαγορευμένο. Πέραν της γραπτής δήλωσης ισχυρίστηκε ότι γράφοντας στο μήνυμα «εγώ το έκανα όχι ο Ττόμυς» εννοούσε ότι η ίδια κοίταξε στο συρτάρι για να βρει τη βεβαίωση μισθοδοσίας, με σκοπό να υποβάλει αίτηση για φοιτητική χορηγία του γιού της, οπόταν και περιέπεσε στην αντίληψη της το έγγραφο με τη μισθοδοσία του προσωπικού. Επίσης όταν είπε ήταν παρών και ο Ττόμυς, εννοούσε στο κατάστημα.
Αντεξεταζόμενη ενώ επέμενε ότι το έγγραφο μισθοδοσίας που θα υπέβαλλε για φοιτητική χορηγία του γιού της βρισκόταν στο συρτάρι του γραφείου του κ. Μαππουρίδη ομολόγησε ότι ήταν μια βεβαίωση χωρίς τα προσωπικά στοιχεία του υπαλλήλου, τα οποία συμπλήρωνε και εκτύπωνε ο Αιτητής από τον Η/Υ και ακολούθως υπέγραφε και σφράγιζε ο κ. Μαππουρίδης. Όταν της υπεβλήθη ότι από τη στιγμή που τυπώνεται το έγγραφο θα πρέπει να ήταν φυλαγμένο στο Η/Υ, η ίδια έδειξε άγνοια λέγοντας ότι αυτό γνώριζε ο Αιτητής. Σε υποβολή ότι οι βεβαιώσεις έρχονταν χειρόγραφες από τον λογιστή, η ίδια επέμενε ότι η βεβαίωση ετοιμαζόταν στο κατάστημα από τον Αιτητή και υπογραφόταν από τον κ. Μαππουρίδη. Ακολούθως αφού της υποδείχτηκε δημοσίευμα εφημερίδας και της υπεβλήθη ότι με βάση αυτή, η υποβολή των αιτήσεων για χορηγία ήταν μέχρι τις 29.03.2019 και ότι οι αιτήσεις θα ήταν διαθέσιμες από 12.02.2019, ισχυρίστηκε ότι της ζητήθηκε από τον σύζυγο της που αναλάμβανε αυτές τις δουλειές. Και ενώ η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι έψαχνε για τη βεβαίωση και ότι τυχαία έπεσε πάνω στους μισθούς, ωστόσο ομολόγησε ότι γνώριζε ότι τα στοιχεία των Κοινωνικών Ασφαλίσεων με τους μισθούς των υπαλλήλων βρίσκονταν στο ίδιο συρτάρι. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η ίδια θα έβρισκε τη βεβαίωση και ο Αιτητής που γνώριζε τους μισθούς του προσωπικού, θα έπαιρνε την κατάσταση των Κοινωνικών Ασφαλίσεων για να την συμπληρώσει. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι και προηγουμένως όταν ζήτησε τέτοια βεβαίωση ο κ. Μαππουρίδης της είπε ότι είναι στο συρτάρι και πες του Ττόμυ να την ετοιμάσετε. Επέμενε στη θέση της ότι η συνάντηση έγινε στις 25.01.2019 όπου τους ανακοινώθηκε από τον κ. Μαππουρίδη η διακοπή της συνεργασίας τους. Ότι το γεγονός αυτό της προκάλεσε σύγχυση οπότε μετά το τέλος της συνάντησης, ενώ η ίδια έκλεγε και ήταν πολύ λυπημένη η Μελίνα της είπε «Σε παρακαλώ πείσε τον Τόμυ να πει ότι ήταν μαζί σου και όλα θα αλλάξουν, εσένα θα σε κρατήσουμε στη δουλειά, ο Ντίνος σε θέλει». Επίσης ότι αυτός ήταν και ο λόγος που κοινοποίησε στην Μελίνα τα SMS (Τεκ.17). Ισχυρίστηκε ότι το πρωί στις 29.01.2019, ημέρα των γενεθλίων της, πήγε στο κατάστημα για να ζητήσει κατόπιν εισηγήσεως του δικηγόρου της άδεια μέχρι τις 30.01.2019 ώστε να πληρωθεί ολόκληρο τον μήνα και μαζί της δόθηκε η επιστολή απόλυσης, όπως και όλα όσα δικαιούταν, μισθούς, άδειες. Έφυγε και έκτοτε δεν ξαναπήγε στο κατάστημα. Επέμενε ότι το απόγευμα της 29.01.2019 δεν έγινε καμία συνάντηση.
Ανάλυση – Συμπεράσματα
Όπως έχει επισημανθεί, η απόφαση για τερματισμό της απασχόλησης των Αιτητών έχει στο επίκεντρο της τις κατ’ ισχυρισμό πληροφορίες που έλαβε ο κ. Μαππουρίδης, διευθυντής της Εταιρείας, ότι μεταξύ των υπαλλήλων ανταλλάχτηκαν μηνύματα, από τα οποία συνάγεται, ότι οι Αιτητές με σκοπό να εντοπίσουν εμπιστευτικά και/ή απόρρητα έγγραφα που σχετίζονταν με άλλους υπαλλήλους της Εταιρείας, κατά πρώτο λόγο, ενέργησαν από κοινού ή εν γνώσει ο ένας των ενεργειών του άλλου, ώστε να παραβιαστεί το συρτάρι του γραφείου του, το οποίο είχε αφεθεί ξεκλείδωτο και χωρίς να υπάρχει λόγος, ερεύνησαν και εντόπισαν τις καταστάσεις πληρωμής των υπαλλήλων και τις αποδείξεις πληρωμής Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Επίσης, κατά δεύτερο λόγο, ότι στη συνέχεια κοινοποίησαν τα στοιχεία αυτά με τρόπο ώστε όλοι οι υπάλληλοι των τριών καταστημάτων που συνδέονταν μεταξύ τους να πληρο-φορηθούν το ύψος της αμοιβής ενός εκάστου υπαλλήλου της Εταιρείας.
Είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τους μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας όσο και τους Αιτητές να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νουν τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων.
Τόσο η εικόνα που αποκομίσαμε, όσο και η σύγκριση της προφορικής μαρτυρίας με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων, μας οδηγούν στην, χωρίς κανένα δισταγμό, αποδοχή της μαρτυρίας των Αιτητών και στην κατάληξη ότι σε αυτή αποτυπώνεται η πραγματικότητα και μόνο.
Αιτιολογώντας την προσέγγιση αυτή του Δικαστηρίου καταγράφουμε τα ακόλουθα:
Είναι φανερό, από το περιεχόμενο της επιστολής (Τεκ.8), ότι η τελική απόφαση τερματισμού της απασχόλησης των Αιτητών στηρίχθηκε αποκλειστικά και μόνο στα μηνύματα που αντάλλαξε η Αιτήτρια με την κα Μ. Μίτσιγγα (Τεκ.7). Συγκεκριμένα στις 18.01.2019 η Αιτήτρια ενημέρωσε την κα Μίτσιγγα για τους μισθούς που λάμβανε ο κάθε υπάλληλος της Εταιρείας. Στις 24.01.2019 η κα Μίτσιγγα ενημέρωσε την Αιτήτρια ότι «Μίλησα στη Μελίνα … δεν ήθελα να περιμένω μέχρι αύριο και ούτε το θεωρούσα σωστό που τη στιγμή που με βάλατε ο Τόμυς και εσύ σε τούτην τη διαδικασία, ήθελα να ξεκαθαρίσω τα πράγματα για μένα». Η Αιτήτρια της απάντησε «Μαρία μου εγώ το έκαμα όχι ο Τόμυς» (Αιτητής).
Μελετώντας το περιεχόμενο του Τεκ.7, διαπιστώνουμε ότι συνάδει και υποστηρίζει τις αναφορές των Αιτητών όπως και αποτυπώθηκαν μέσα από τη μαρτυρία τους, πως ο Αιτητής δεν είχε καμία ανάμιξη στα όσα του καταλόγισαν τόσο για τον εντοπισμό εμπιστευτικών εγγράφων που βρίσκονταν στο συρτάρι του γραφείου του κ. Μαππουρίδη όσο και για την κοινοποίηση των εν λόγω εγγράφων σε τρίτους.
Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουμε και σε σχέση με τη συνάντηση που ακολούθησε παρουσία των Αιτητών, του λογιστή της Εταιρείας, του διευθυντή κ. Μαππουρίδη, της κας Μελίνας Μαππουρίδου και της υπαλλήλου κας Θεοδωροπούλου. Ενώ οι μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας που παρευρέθηκαν στη συνάντηση ισχυρί-στηκαν ότι η συνάντηση έλαβε χώρα το βράδυ στις 29.01.2019 και ότι προηγήθηκε άλλη συνάντηση μεταξύ Αιτητών και κ. Μαππουρίδη, όπου τους παρέδωσε τη γνωμάτευση του δικηγόρου ημερ. 25.01.2019 (Τεκ.5), ωστόσο οι Αιτητές επέμειναν στη θέση τους ότι υπήρξε μία μόνο συνάντηση στις 25.01.2019 στην παρουσία των πιο πάνω προσώπων, όπου ο λογιστής της Εταιρείας τους παρέδωσε την εν λόγω επιστολή. Η θέση αυτή των Αιτητών υποστηρίζεται από τα μηνύματα (SMS) που αντάλλαξε η Αιτήτρια με την κα Θεοδωροπούλου το πρωί στις 25.01.2019 όπου σε ερώτηση της Αιτήτριας αν έγινε κάτι χθες βράδυ που έφυγε, της απάντησε «Καλημέ-ρα! Μου είπε η Μελίνα ότι τα ξέρει όλα και θα τα πούμε όλα σήμερα, εννοώντας από ότι κατάλαβα κάποιο μίτινγκ. Και μου είπε ότι θα μου δώσει αύξηση» (Τεκ.16). Επιβεβαιώνεται επίσης από τα μηνύματα (SMS) που αντάλλαξε η Αιτήτρια με την κα Μελίνα Μαππουρίδου το βράδυ της ίδιας μέρας όπου σε ερώτηση της Αιτήτριας αν θα πήγαινε δουλειά την επομένη της απάντησε: «νομίζω καλύτερα όχι: Δώσ’ του χρόνο να ηρεμίσει και βλέπουμε! Τώρα εν πολλά απογοητευμένος». Σε ερώτηση επίσης της Αιτήτριας: «το χαρτί που με έβαλε ο λογιστής να υπογράψω τι σημαίνει;» της απάντησε: «η γνωστοποίηση της νομοθεσίας. Αντίγραφο τζείνου που κρατάς. Εν θα γίνει κάτι!» (Τεκ.17).
Προκύπτει συνεπώς από τα πιο πάνω, ότι κατά τη συνάντηση που έλαβε χώρα στις 25.01.2019 και όχι στις 29.01.2019, παρών ήταν και ο λογιστής της Εταιρείας ο οποίος παρέδωσε στους Αιτητές τη γνωμάτευση των δικηγόρων ιδίας ημερομηνίας (Τεκ.5). Συνεπώς η θέση του κ. Μαππουρίδη ότι ο ίδιος παρέδωσε στους Αιτητές την γνωμάτευση στις 25.01.2019 για να τη μελετήσουν και να λάβουν νομική συμβολή, αναιρείται από το περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων (SMS), όπως επίσης αναιρείται και η θέση του λογιστή ότι ο ίδιος δεν είχε καμία σχέση ή εμπλοκή με την παράδοση της γνωμάτευσης (Τεκ.5). Επιβεβαιώνονται ταυτόχρονα οι θέσεις των Αιτητών, ότι πριν φύγουν από το γραφείο του κ. Μαππουρίδη, ο λογιστής τους έδωσε από μία επιστολή (Τεκ.5) την οποία ο Αιτητής αρνήθηκε να υπογράψει και να παραλάβει, καθώς ήταν αναστατωμένος γι’ αυτό που έγινε και ειδικότερα που δεν του δόθηκε η ευκαιρία να δώσει τις δικές του εξηγήσεις. Πέραν του γεγονότος ότι τα όσα περί αντιθέτου επιχείρησαν να προβάλουν οι μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας, δεν γίνονται αποδεκτά, καθότι, αφενός καταρρίπτονται από το περιεχόμενο των μηνυμάτων (Τεκ.16 και 17), αφετέρου αντιστρατεύονται τις δικογραφημένες θέσεις της Εταιρείας, όπου ρητά αναφέρει στους πανομοιότυπους γενικούς λόγους εμφάνισης [5(γ) και 5(β)], ότι «κατά ή περί τις 25.01.2019 ο Διευθυντής της Εργοδότριας Εταιρείας κάλεσε τους Αιτητές, όπως ενημερώσουν την Εργοδότρια Εταιρεία για τις ενέργειες που έγιναν, αλλά οι ίδιοι, δεν προέβαλαν οποιαδήποτε αιτιολογία ή γεγονότα, που να διαφοροποιούν τη μέχρι τότε δοθείσα, μέσω των μηνυμάτων που αντηλλάγησαν εικόνα», χωρίς ωστόσο να γίνεται περαιτέρω αναφορά σε οποιαδήποτε συνάντηση ή διαδικασία που ακολούθησε, πλην του τερματισμού της απασχόλησης των Αιτητών.
Εξετάζοντας περαιτέρω τη μαρτυρία του κ. Μαππουρίδη διαπιστώνουμε ότι ο ίδιος ενημερώθηκε για το γεγονός από τη σύζυγο του, στην οποία η κα Μίτσιγγα είχε διαβιβάσει τα μηνύματα (SMS) (Τεκ.7) και από την Αιτήτρια, η οποία στις 24.01.2019 που επέστρεψε στην εργασία του από το ταξίδι, του ομολόγησε για την πράξη της, λέγοντας του ότι περιήλθε εις γνώσιν της η διαφορά μισθοδοσίας των υπαλλήλων της Εργοδότριας Εταιρείας. Η θέση του μάρτυρα, ότι η Αιτήτρια του εξήγησε, ότι άνοιξε και περιεργάστηκε το συρτάρι του γραφείου του μαζί με τον Αιτητή, δεν υποστηρίζεται από τη μαρτυρία της Αιτήτρια η οποία ανέφερε ότι τον ενημέρωσε πως ενώ έψαχνε το συρτάρι του γραφείου του, είδε τους μισθούς όλων των υπαλλήλων και αυτός της απάντησε «ναι, ξέρω, είχα σκοπό να το διορθώσω». Περαιτέρω δεν υποστηρίζεται ούτε από τα μηνύματα που αντάλλαξε η Αιτήτρια με την κα Μίτσιγγα. Η θέση του μάρτυρα ότι στηρίχθηκε επίσης στη μαρτυρία της κας Θεοδωροπούλου, η οποία βγαίνοντας από την τουαλέτα, τους είδε να ανακατώνουν το συρτάρι του γραφείου του, δεν συνάδει με τα όσα η τελευταία ομολόγησε κατά την αντεξέταση της, ότι κατά τη συνάντηση ο διευθυντής δεν τη ρώτησε να πει τη θέση της και ούτε μίλησε μαζί της για το περιστατικό. Και ενώ ανέφερε ότι την επομένη του περιστατικού η κα κ. Μελίνα τη ρώτησε αν ήταν και οι δυο στο γραφείο την ώρα που έγινε η παράβαση και αυτή της ανάφερε ακριβώς τι είχε γίνει, ωστόσο κατά την αντεξέταση της ομολόγησε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν την ώρα που η Αιτήτρια άνοιξε το συρτάρι και έβγαλε τα έγγραφα έξω, ο Αιτητής ήταν στο τεχνικό εργαστήρι, στο οποίο εργαζόταν και το οποίο βρίσκεται δίπλα από το γραφείο. Οι θέσεις της κας Θεοδωροπούλου αναιρούν επίσης και τα όσα ο λογιστής ισχυρίστηκε ότι η ίδια είπε ότι τους είδε μαζί να ψάχνουν στο συρτάρι και ότι βάσει αυτού ο Αιτητής παραδέχθηκε ρητά ότι το έκανε. Ως μη ανταποκρινόμενα στην πραγματικότητα κρίνονται επίσης και τα όσα ο λογιστής ανέφερε στην αντεξέταση του ότι στη συνάντηση ο Αιτητής δεν παραδεχόταν και ότι μετά την αποχώρηση της Αιτήτριας παραδέχθηκε, καθώς καταρρίπτονται από τη μαρτυρία των υπόλοιπων μαρτύρων και της Αιτήτριας, οι οποίοι κατέθεσαν ότι με την παράδοση της γνωμάτευσης (Τεκ.5) αποχώρησε πρώτος ο Αιτητής και μετά η Αιτήτρια. Τέλος οι ισχυρισμοί της κας Μίτσιγγα ότι πέραν των μηνυμάτων η Αιτήτρια της ανέφερε τηλεφωνικώς ότι ήταν μαζί με τον Αιτητή, αποτελούν γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς οι οποίοι ποτέ δεν μεταφέρθηκαν στην Αιτήτρια ή στον Αιτητή για να τους σχολιάσουν. Περαιτέρω τα όσα οι μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας ανέφεραν ότι ο Αιτητής παραδέχτηκε ότι ενέργησε μαζί με την Αιτήτρια στον εντοπισμό των εγγράφων μισθοδοσίας, αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις καθώς δεν συνάδουν με το περιεχόμενο της επιστολής απόλυσης (Τεκ.8) στην οποία δεν γίνεται καμία αναφορά περί παραδοχής του Αιτητή. Το αδιαμφισβήτητο που προκύπτει από τη μαρτυρία είναι ότι κατά τη συνάντηση ο Αιτητής ισχυρίστηκε πως τη συγκεκριμένη στιγμή βρισκόταν στη μηχανή στο τεχνικό τμήμα του καταστήμα-τος και ο κ. Μαππουρίδης τον ρώτησε γιατί δεν έκανε κάτι. Ακολούθως χωρίς να δοθεί η ευκαιρία στον Αιτητή να προβάλει τη θέση του επί του γεγονότος, ο κ. Μαππουρίδης τους ανακοίνωσε ότι δεν μπορεί να συνεχιστεί η συνεργασία τους. Δικαιολογούμε την προσέγγιση αυτή του Δικαστηρίου στηριζόμενοι στο εύρημα του ότι δεν ακολούθησε άλλη συνάντηση στις 29.01.2019 και ότι ο Αιτητής αποχώρησε από τη συνάντηση αρνούμενος να υπογράψει και παραλάβει την γνωμάτευση των δικηγόρων (Τεκ.5) και χωρίς να προσέλθει ξανά στην εργασία του. Πέραν τούτου τα όσα προέβαλε η πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας αποτελούν γενικούς και αόρι-στους ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν συνάδουν μεταξύ τους. Συνεπώς τα πιο πάνω στοιχεία επιβεβαιώνουν τη θέση των Αιτητών και εκθεμελιώνουν τα όσα περί αντιθέτου επιχείρησαν να προβάλουν οι μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας.
Ότι υπολείπεται να καταγράφει ως σημαντικό είναι η ομολογία της Αιτήτριας ότι η ίδια εντόπισε τις καταστάσεις μισθοδοσίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και ότι αυθημερόν αντάλλαξε μηνύματα με τη συνάδελφο της κ. Μ. Μίτσιγγα, με τα όποια την ενημέρωνε για τους μηνιαίους μισθούς του κάθε υπαλλήλου της Εταιρείας. Ο Αιτητής δεν φάνηκε να είχε οποιαδήποτε ανάμιξη στο εντοπισμό ή στην κοινοποίηση του περιεχομένου των εγγράφων. Πρόσθετα, δεν έχει υποστηριχθεί με οποιαδήποτε τρόπο η θέση της Εργοδότριας Εταιρείας, όπως εντοπίζεται στην επιστολή απόλυσης, ότι με την κοινοποίηση των εν λόγω στοιχείων όλοι οι υπάλληλοι των τριών καταστημάτων πληροφορήθηκαν το ύψος της αμοιβής ενός εκάστου υπαλλήλου που υπηρετεί στο σύνολο της επιχείρησης.
Για τις μισθολογικές απολαβές των Αιτητών δεν έχει αμφισβητηθεί η θέση τους πως λάμβαναν 13ο μισθό όλα τα χρόνια της απασχόλησης τους, παρόλο που δεν αναφέ-ρεται στη σύμβαση εργασίας. Περαιτέρω η αξίωση της Αιτήτριας για πληρωμή αναλογίας για ετήσια άδεια 2019, δεν έχει υποστηριχθεί με οποιανδήποτε μαρτυρία.
Για όλα τα πιο πάνω, η μαρτυρία των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας δεν γίνεται αποδεχτή και απορρίπτεται σε όσα σημεία είναι αντίθετη με την ανάλογη μαρτυρία των Αιτητών. Αποδεχόμαστε λοιπόν, ότι η μαρτυρία των Αιτητών αποδίδει πλήρως την αλήθεια και ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου.
Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτούμενου και κατ’ επέκταση απαλ-λάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (ε) και (στ) του άρθρου:
«5. Τερματισμός απασχολήσεως δι’ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσίν:
(α) ………………………………………………………………………………………………………..…………
(β).........................................................................................................................
(γ).........................................................................................................................
(δ).........................................................................................................................
(ε) Όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως.
Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκεί το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον.
(στ) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας τη αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ’ όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως:
(i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή
(ii) διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του
(iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του
(iv) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του
(v) σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.»
Στην υπόθεση Κακοφεγγίτου v. Κυπριακών Αερογραμμών, (2005) 1 Α.Α.Δ. 1478, εξετάστηκε το ζήτημα του εφαρμοστέου κριτηρίου σε σχέση με το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου, με αναφορά στην αγγλική υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd v. Swing (1981) 1RLR 91 (σ.93), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Lord Denning Μ.R.:
«Τhe correct test is this: Was it reasonable for the employers to dismiss him‽ If no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair. But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair. It must be remembered in all these cases there is a bank of reasonableness, within which one employer might reasonable take one view: another quite reasonably take a different view».
(Σε ελεύθερη μετάφραση):
«Το ορθό κριτήριο είναι αυτό: Ήταν λογικά αναμενόμενο από τον εργοδότη να τον απολύσει; Εάν κανένας λογικός εργοδότης δεν θα τον απέλυε τότε η απόλυση είναι αδικαιολόγητη. Αλλά εάν ένα λογικός εργοδότης μπορούσε να τον απολύσει τότε η απόλυση ήταν δικαιολογημένη. Θα πρέπει πάντα να έχουμε υπόψη μας ότι σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχει μια γραμμή λογικής, στα πλαίσια της οποίας ένας εργοδότης μπορεί δικαιολογημένα να πάρει μια θέση και ένας άλλος εντελώς διαφορετική.»
Όπως, δε, κατ’ επανάληψη έχει νομολογηθεί, η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν Δικαστήριο θα έκανε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Αντί αυτού, το Δικαστήριο θα πρέπει να ρωτήσει τον εαυτό του κατά πόσο, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, στοιχειοθετήθηκαν λογικές αιτίες σε σχέση με την πεποίθηση του ότι ο εργοδοτούμενος υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από τον εργοδότη ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη. Το σωστό επομένως κριτήριο που θα οδηγήσει το Δικαστήριο στην τελική του κρίση, είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη, να προβεί στον τερματισμό της απασχόλησης ενός εργοδοτούμε-νου υπό συγκεκριμένες περιστάσεις και για συγκεκριμένο λόγο, έχοντας υπόψη ότι το βάρος στον εργοδότη είναι να αποδείξει τούτο επί του ισοζυγίου των πιθανοτή-των. Συνεπώς η απόλυση θα πρέπει να μπορεί να βρίσκεται μέσα στα πλαίσια των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη - within the band of reasonable responses of a reasonable employer-. Διαφορετικά δεν θα είναι δικαιολογημένη (fair) αν προκύ-ψει ότι ο μέσος λογικός εργοδότης δεν θα προχωρούσε στην απόλυση κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης (Galatariotis Tele/ cations Ltd v. Σωτήρη Βασιλείου (2003) 1 Α.Α.Δ. 318, Post Office v. Folley & HSBC Bank plc (formerly Midland Bank pcl) v. Madden [2001] 1 All ER 550, Κακοφεγγίτου (ανωτέρω), L. Papaphilippou & Co Ltd v. Δήμητρας Λουκά, (2014) 1 Α.Α.Δ. 1193, Μ. Γεωργίου ν. Columbia World Wide Movers Ltd, Πολ. Έφ. 103/2012 ημερ. 7.7.2017).
Η νομολογία δεν αρκείται στην αντικειμενική ύπαρξη και βαρύτητα κάποιου λόγου που θα ήταν ικανός από μόνος του να δικαιολογήσει την απόλυση, αλλά απαιτεί και την ανεπίληπτη τήρηση μιας «δίκαιης διαδικασίας» (“a fair procedure”) από πλευράς εργοδότη να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να συγκεντρώσει και αξιολογήσει όσο το δυνατόν περισσότερες και ασφαλέστερες πληροφορίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που τον οδήγησαν στην απόφαση να θέσει τέρμα στην εργασιακή σχέση. Στην υπόθεση Sainsbury's Supermarkets Ltd v. Hitt (2003) 1 IRLR 23, τονίστηκε ότι το κριτήριο για το εύρος των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη εφαρμόζεται και στο ερώτημα κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος για ανάρμοστη συμπεριφορά (“misconduct’) ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη. Εκεί που διαφαίνεται ότι ο τρόπος με τον οποίο ο εργοδότης διερεύνησε την περίπτωση του απολυθέντος εργοδοτούμενου ήταν τέτοιος που τον εμπόδιζε να εξασφαλίσει πληροφορίες τις οποίες ένας λογικός εργοδότης όφειλε να γνωρίζει και οι οποίες εύλογα θα μπορούσαν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα, τότε δεν θεωρείται ότι ο εργοδότης ενήργησε εύλογα υπό τις περιστάσεις. Το είδος και η έκταση της έρευνας εξαρτάται από τις περιστάσεις της υπόθεσης, που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων τη φύση και τη σοβαρότητα της κάθε υπόθεσης, το μαρτυρικό υλικό που έχει στην κατοχή του ο εργοδότης και τις συνέπειες που θα έχει στον εργοδοτούμενο μια δυσμενής κατάληξη. Στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, η πρώτιστη υποχρέωση του εργοδότη είναι να καλέσει τον εργοδοτούμενο και να ακούσει τις απόψεις του. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 7 του περί της Συμβάσεως περί του Τερματισμού Απασχολήσεως (Κυρωτικού) Νόμου, Ν.45/85:
«Η απασχόληση εργαζομένου δεν μπορεί να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με την συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος του, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα.»
Από το περιεχόμενο της εν λόγω διάταξης καθίσταται φανερό ότι η παροχή του δικαιώματος ακρόασης αποτελεί τον κανόνα. Δεν είναι όμως απόλυτο. Όπως είναι νομολογημένο, η γνωστοποίηση των λόγων της απόλυσης μπορεί ακόμη και να παραλειφθεί, αν ο εργαζόμενος είναι εκ των πραγμάτων σε θέση να γνωρίζει απόλυτα την κατηγορία και, γενικότερα, τους λόγους της απόλυσης (Roberts and Ellison v. Short Bros and Harlon Ltd (1976) EAT 318/1976). Όπως τέθηκε από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην απόφαση West Midlands Cooperative Society Ltd v. Tipton (1986) W.C.R. 306, 316, η συζήτηση με τον εργοδοτούμενο μπορεί να παραλειφθεί μόνο εάν τα υπάρχοντα εναντίον του στοιχεία ομολογούνται από τον ίδιο ή είναι τόσο έκδηλα, ώστε να μη μπορούν αντικειμενικά να αμφισβητηθούν. Όπως, δε, εντοπίζεται στην Κακοφεγγίτου (ανωτέρω), στις σελίδες 1483-1484:
Στη διαπίστωση του εύλογου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7, καθ’ όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Η παροχή της δυνατότητας στον υπάλληλο να υπερασπίσει τον εαυτό του και να προβάλει τη θέση του όμως δεν συναρτάται προς την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας προνοούμενης σε κανονισμούς ή ταυτιζόμενης με πειθαρχικές διαδικασίες. Είναι, όπως ορθά αντελήφθη το Δικαστήριο, θέμα ουσίας.»
Ο Νόμος, ως νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου, αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας. Συνακόλουθα, και ως αποτέλεσμα της ανάγκης για πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων εργοδοτούμενου προτού ληφθεί απόφαση απόλυσης του, είναι επιτακτική η υποχρέωση τήρησης μιας σωστής διαδικασίας, στα πλαίσια της οποίας και θα πρέπει να παραχωρείται στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να ακουστεί και να αναπτύξει τις θέσεις του. [βλ. L. Papaphilippou & Co Ltd (ανωτέρω)].
Η διαδικασία που ακολούθησε ο εργοδότης για την απόλυση του εργοδοτούμενου δεν εξετάζεται ξεχωριστά και από μόνη της αλλά σε συνάρτηση με τους λόγους απόλυσης. Μολονότι η παραβίαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης δεν συνιστά ανεξάρτητο λόγο απόλυσης, αποτελεί ωστόσο ένα από τα σημαντικά γεγονότα που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όταν εξετάζει στο σύνολο της μια απόφαση απόλυσης καθώς σε περίπτωση ουσιαστικής παράβασης του δικαιώματος του εργοδοτούμενου να πληροφορηθεί την κύρια βάση της υπόθεσης του εργοδότη και της ευκαιρίας να την αντικρούσει, μια τέτοια απόφαση απόλυσης μπορεί να κριθεί παράνομη (Anderman, “The Law of Unfair Dismissal” 3rd Edition p. 173-174).
Όπως εντοπίζεται στην πρόσφατη απόφαση Κρις Ιακωβίδης ως εκκαθαριστής της Eurocypria Airlines Ltd ν. Σουρουλλά, Πολ. Εφ. 188/2012 ημερ. 20.11.2018:
«Με βάση τη νομολογία, λοιπόν, το εύλογο ή όχι της κατάληξης του εργοδότη, ο οποίος φέρει το βάρος να αποδείξει το δικαιολογημένο της απόλυσης επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, συναρτάται με τα στοιχεία που αυτός είχε ενώπιον του κατά το χρόνο της απόλυσης, στα οποία θα πρέπει να περιλαμβάνονται και οι όποιες θέσεις του αιτητή. Να αναφέρουμε εδώ, παρενθετικά, ότι για τον κανόνα αναφορικά με την αξιολόγηση του εύλογου της έρευνας του εργοδότη και της κατάληξης του περί ύπαρξης μεμπτής συμπεριφοράς, σχετική είναι η υπόθεση British Home Stores Ltd v Burchell [1978] IRLR 379, EAT.
Η εστίαση της νομολογίας στην απόφαση απόλυσης που λαμβάνει ο εργοδότης κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπό το φως των περιστάσεων που έχει υπόψη του, σημαίνει ότι στοιχεία που έρχονται στο φως μετά την απόλυση δεν μπορούν να επηρεάσουν το ζήτημα της νομιμότητας της. Έτσι, λοιπόν, απόλυση η οποία είναι δίκαια και δικαιολογημένη και, επομένως, νόμιμη επειδή ο εργοδότης εύλογα πίστευε στη βάση των ενώπιον του στοιχείων κατά τον ουσιώδη χρόνο ότι ο εργοδοτούμενος ήταν ένοχος μεμπτής συμπεριφοράς, θα εξακολουθήσει να θεωρείται δίκαιη και δικαιολογημένη ακόμα και αν μετά την απόλυση έρθουν στο φως στοιχεία που καταδεικνύουν ότι ο εργοδοτούμενος δεν ήταν ένοχος μεμπτής συμπεριφοράς, (Βλ. Devis & Sons Ltd v Atkins [1977] AC 931 και Polkey v AE Dayton Services Ltd [1988] AC 344). Επισημαίνε-ται δε στην Beedell v West Ferry Printers Ltd [2001] EWCA Civ 400, στην οποία εφαρμόστηκαν η Swift και Iceland Frozen Foods Ltd v Jones (1983) ICR 17, ότι δεν είναι για το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών να επανακδικάσει τα πραγματικά ζητήματα τα οποία ήταν ενώπιον του εργοδότη κατά το χρόνο της απόλυσης (".it is not for the employment tribunal to retry the factual issues before the employer at the dismissal (including appeal) stage"). Ούτε μπορεί το Δικαστήριο να υποκαταστήσει τη δική του αξιολόγηση ενός μάρτυρα με εκείνη του εργοδότη ("an ET. may not substitute its own evaluation of a witness for that of the employer at the time of its investigation and dismissal", Orr v Milton Keynes Council [2011] EWCA Civ 62). Δηλαδή, το Δικαστήριο επικεντρώνεται στο εύλογο της διαδικασίας της έρευνας που διεξήγαγε ο εργοδότης σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό μεμπτή συμπεριφορά του εργοδοτουμένου και στο εύλογο των πεποιθήσεων του (beliefs) κατά το χρόνο της απόλυσης και όχι στο κατά πόσο η συμπεριφορά του εργοδοτούμενου ήταν πράγματι μεμπτή.»
Εξετάζοντας το Δικαστήριο εάν και κατά πόσο ένας εργοδότης ενέργησε στα πλαίσια των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότης, οφείλει να εξετάζει την κάθε περίπτωση στα πλαίσια των δικών της γεγονότων. Οφείλει επίσης να λαμβάνει υπόψη και όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη περίπτωση (the surrounding circumstances), περιλαμβανομένων και αυτών που αφορούν το πρόσωπο του υπό απόλυση εργοδοτούμενου, όπως, η προηγούμενη συμπεριφορά του, το είδος των καθηκόντων που του εμπιστεύθηκε ο εργοδότης, η ευδόκιμη και μακρά υπηρε-σία του, η εξήγησε που έδωσε για την πράξη του, η πρόθεση του για την τέλεση της πράξης∙ κατά πόσο δηλαδή ήταν ηθελημένη και εσκεμμένη, η μεταμέλεια του κλπ. (Anderman, The Law of Unfair Dismissal 3rd Edition p. 198, Δ. Ζερδελή, Το Δίκαιο της Καταγγελίας 2η έκδοση σ.185).
Στην Pattikis v. Nicosia Municipal Committee (1988) 1 CLR 103, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η σχέση εργασίας θα πρέπει να βασίζεται στην ύπαρξη ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών. Οποιαδήποτε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδό εμπιστοσύνης δίνει το δικαίωμα στον εργοδότη να τερματίσει την εργασιακή σχέση. Με δεδομένο βέβαια ότι το μέτρο της άμεσης απόλυσης είναι δραστικό μέτρο, αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις. Ένα μεμονωμένο περιστατικό για να δικαιολογήσει απόλυση θα πρέπει να συνδέεται με σοβαρές συνέπειες και επιπτώσεις (βλ. Avghi Constantinidou v. F.W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd (1980) 1 CLR 302, Kanika Development Ltd v. Λουκά (2004) 1 ΑΑΔ 603, Κynigos Hotels Ltd v. Γ. Χρίστου (2004) 1ΑΑ.Α.Δ.665, Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γ. Κόγια (2006) 1 ΑΑΔ 1227). Νομολογιακά δεν τίθεται κανόνας που να καθορίζει τον βαθμό της επιλήψιμης συμπεριφοράς. Το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ποικίλει ανάλογα με τη φύση της επιχείρησης και τη θέση που κατέχει ο εργοδοτούμενος.
Υπαγωγή των δεδομένων της υπόθεσης στις πιο πάνω νομολογιακές αρχές καταδεικνύει το αβάσιμο των εισηγήσεων της πλευράς της Εργοδότριας Εταιρείας σε σχέση με το νόμιμο του τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή. Κανένα απτό ή συγκεκριμένο στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να υποστηρίζει τα όσα η Εργοδότρια Εταιρεία καταλόγισε στον Αιτητή σε σχέση με την έρευνα, τον εντοπισμό και την κοινοποίηση των εγγράφων σε τρίτα πρόσωπα. Κρίνουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης των λόγων που επικαλείται και δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει οποιεσδήποτε λογικές αιτίες, οι οποίες, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, θα οδηγούσαν ένα λογικό εργοδότη στην εύλογη κατάληξη ότι ο Αιτητής υπήρξε ένοχος σοβαρού παραπτώματος, ή υπέπεσε σε σοβαρή παράβαση ή παραγνώριση κανόνων της εργασίας του και/ή του καθήκοντος του σε σχέση με την απασχόληση του και/ή επέδειξε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδο εμπιστοσύνης που πρέπει να καλλιεργείται στις σχέσεις εργοδότη και εργοδοτούμενου, έτσι ώστε να δικαιολογείται η απόλυση του.
Περαιτέρω, για τη λήψη της επίδικης απόφασης, η Εργοδότρια Εταιρεία απέτυχε να αποδείξει την τήρηση μιας σωστής και δίκαιης διαδικασίας, καθώς ο τρόπος με τον οποίο ενήργησε, την εμπόδισε στο να εξασφαλίσει τις πρέπουσες και αναγκαίες πληροφορίες που ένας λογικός εργοδότης όφειλε να γνωρίζει για να καταλήξει σε μια στοιχειοθετημένη αντικειμενική απόφαση. Στα πλαίσια μάλιστα αυτής της διαδι-κασίας, στηριζόμενη η Εργοδότρια Εταιρεία επί στοιχείων τα οποία ο Αιτητής δεν είχε τη δίκαιη ευκαιρία να σχολιάσει και/ή να αμφισβητήσει, στέρησε από τον Αιτητή τη δυνατότητα να θέσει ενώπιον της τις δίκες του απόψεις και εξηγήσεις που τυχόν θα έδιδε για όσα του καταλόγισε, με επακόλουθο τα στοιχεία επί των οποίων στήριξε την απόφαση της να υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Σε τελική ανάλυση η Εργοδότρια Εταιρεία απέτυχε να στοιχειοθετήσει στον απαιτού-μενο βαθμό το εύλογο της επίδικης απόφασης για τους λόγους που επικαλείται και οι οποίοι σε καμία περίπτωση δεν έχουν αποδειχθεί.
Για όλα τα πιο πάνω ομόφωνα καταλήγουμε ότι στην περίπτωση του Αιτητή, η Εργοδότρια Εταιρεία δεν ενήργησε ως ένας λογικός εργοδότης με αποτέλεσμα η απόλυση του Αιτητή να κρίνεται παράνομη και αδικαιολόγητη κατά παράβαση των άρθρων 5(ε) και (στ) του Νόμου.
Όσον αφορά την περίπτωση της Αιτήτριας, τα γεγονότα της υπόθεσης δεν μπορούν να οδηγήσουν στο ίδιο αποτέλεσμα. Με δεδομένα τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως η ίδια τα ομολόγησε στον διευθυντή της Εταιρείας, ότι για δικούς της λόγους, χωρίς την άδεια του και εν τη απουσία του, παραβίασε το συρτάρι του γραφείου του το οποίο είχε αφεθεί ξεκλείδωτο, ερεύνησε και εντόπισε εντός αυτού τις καταστάσεις πληρωμής των υπαλλήλων και τις αποδείξεις πληρωμής των Κοινωνικών Ασφαλί-σεων, στοιχεία τα οποία παραδέχτηκε ότι γνώριζε ότι ήταν εκεί και τα οποία στη συνέχεια κοινοποίησε, μέσω μηνυμάτων (SMS), σε συνάδελφο της που εργαζόταν σε άλλο κατάστημα της Εταιρείας, γνωστοποιώντας τους μισθούς που λάμβανε ο κάθε υπάλληλος της Εταιρείας και δηλώνοντας μάλιστα ότι ένιωθε αδικημένη και απογοη-τευμένη με τον μισθό που λάμβανε η ίδια και η συνάδελφος της, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδο εμπιστοσύνης που πρέπει να καλλιεργείται στις σχέσεις εργοδότη – εργοδοτούμενου και αρκετή να εκθεμελιώσει κάθε πυλώνα εμπιστοσύνης και να πλήξει ανεπανόρθωτα την εργασιακή σχέση. Η ίδια η πράξη από μόνη της και όχι η φύση των εγγράφων ως απόρρητων ή εμπιστευτικών, όπως τα θεώρησαν οι εργοδότες, είναι που οδήγησε στον συθέμελο κλονισμό της εργασιακής σχέσης, της πίστης και εμπιστοσύνης που την περιβάλλει. Τα υπάρχοντα εναντίον της στοιχεία επί των οποίων η Εργοδότρια Εταιρεία στήριξε την απόφαση της ομολογήθηκαν και από τη ίδια την Αιτήτρια και ήταν τόσο έκδηλα και οφθαλμοφανή, σε βαθμό που δεν μπορούν αντικειμενικά να αμφισβητηθούν.
Ως επακόλουθο των πιο πάνω είναι η κατάληξη μας ότι στην περίπτωση της Αιτή-τριας η Εργοδότρια Εταιρεία ενήργησε ως ένας λογικός εργοδότης και δικαιολογη-μένα τερμάτισε άμεσα την απασχόληση της με βάση τα προβλεπόμενα στα άρθρα 5(ε) και (στ) του Νόμου.
Υπολογισμός Αποζημιώσεων σε σχέση με τον Αιτητή
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απα-σχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου.
Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνο-νται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι:
(α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου
(β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου
(γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου
(δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου
(ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου
Σημειώνουμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Όπως αναφέρθηκε στην Θ. Θεμιστοκλέους ν. Elysee Irrigation Ltd, Πολ. Έφεση 131/2012, ημερ. 22.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:A312:
«Η αποζημίωση του εργοδοτουμένου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, το οποίο πρέπει κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας να λάβει υπόψη τους παράγοντες που απαριθμούνται στο εν λόγω άρθρο, μεταξύ των οποίων και η απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας, στην τερματισθείσα εργασία.
Επίσης στην υπόθεση Louis Tourist Agency Λτδ v. Αντιγόνης Ηλία (1992) 1(Β) Α.Α.Δ. 98 σελ.104-105 σημειώθηκαν τ’ ακόλουθα:
«Το κριτήριο της αποζημίωσης βάσει του άρθρου 4 του Ν.24/67 δεν συναρτάται με το συμβατικό που καθορίζεται από το ΚΕΦ.149, και γενικά τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων, δηλαδή ζημιά η οποία έπεται κατά λογική πρόβλεψη της διάρρηξης της συμφωνίας. Το θέμα των αποζημιώσεων επαφίεται στην απόλυτη κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με μόνο περιορισμό εκείνο που τίθεται από το άρθρο 3 του Πίνακα, η αποζημίωση να μην υπερβαίνει τα ημερομίσθια των δύο ετών (Ν.92/79). Η υλική ζημιά την οποία υφίσταται από τον τερματισμό ο εργοδοτούμενος είναι αναμφίβολα παράγο-ντας σχετικός, αλλά όχι ο μόνος ο οποίος λαμβάνεται υπόψη.
Η διαγωγή των μερών είναι άλλος σχετικός παράγοντας, όπως συνάγεται από την παράγραφο 4(δ) του Πίνακα. Η απαρίθμηση των παραγόντων, που είναι σχετικοί με την αποζημίωση, θα ήταν αντινομική προς τον απόλυτο χαρακτήρα της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.»
Στη σχετικά πρόσφατη απόφαση Δ.Σ. ν. Argosy Trading Company Limited, Πολιτική Έφεση αρ. 310/2012, ημερ. 13.2.2019, ECLI:CY:AD:2019:A39, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την επιδίκαση αποζημιώ-σεων ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου:
«Το Δικαστήριο, εξετάζοντας τις συνθήκες τερματισμού της απασχόλησης της εφεσείουσας, με αναφορά, κυρίως, στο περιεχόμενο των δύο πιο πάνω επιστολών, διαπίστωσε, κατ' αρχάς, το άμεσο της εφαρμογής του, χωρίς να προηγηθεί οποιαδήποτε παρατήρηση ως προς το κατά πόσο η ίδια είχε επιδείξει μεμπτή διαγωγή κατά την εκτέλεση της εργασίας της ως ταμίας. Επιπρόσθετα, επεσήμανε το γενικό και αόριστο τρόπο της αποδιδόμενης σε αυτήν επιλήψιμης συμπεριφοράς, που, κατά τους εφεσίβλητους, αποτέλεσε την αιτία για την απόλυσή της. Λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω παρατηρήσεων, οδηγήθηκε στο εύρημα ότι οι εφεσίβλητοι αποστέρησαν από την εφεσείουσα το δικαίωμα της προτέρας ακρόασης, δυνάμει του άρθρου 7 του περί της Συμβάσεως περί του Τερματισμού της Απασχολήσεως (Κυρωτικός) Νόμου του 1985, (Ν. 45/1985). Ωστόσο, το Δικαστήριο διαπίστωσε, επίσης, ότι η εφεσείουσα δεν απέδειξε «απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας» και ότι δεν κατέβαλε εύλογες προσπάθειες εξεύρεσης άλλης κατάλληλης εργασίας. Στη βάση δε των ευρημάτων του, ανωτέρω, καθόρισε την καταβλητέα αποζημίωση στο ποσό των €2.750,00.
Δε φαίνεται, όμως, να απασχόλησε το Δικαστήριο το περιεχόμενο των ισχυρισμών των εφεσιβλήτων στις προαναφερθείσες δύο επιστολές τους και, ειδικά, η σημασία που μπορεί να είχαν οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί, τους οποίους οι εφεσίβλητοι, αστήριχτα, πρόβαλαν σε βάρος της εφεσείουσας, ως λόγο απόλυσής της. Με αυτούς, της αποδιδόταν αμέλεια και άρνηση εκτέλεσης καθήκοντος, καθώς, επίσης, μη τήρηση προβλεπομένων διαδικασιών στο πλαίσιο της εργασίας της ως ταμίας. Πρόκειται για σοβαρούς ισχυρισμούς, οι οποίοι μετέδιδαν το σαφές μήνυμα ότι αυτή μειονεκτούσε ως προς την ικανότητά της να λειτουργεί με επιμέλεια και να εφαρμόζει σωστά το σύστημα εργασίας των εργοδοτών της. Την στιγμάτισαν, έτσι, ως ανίκανη στην εκτέλεση της εργασίας της, με, αναμφίβολα, αρνητική επίδραση στην εργασιακή της φήμη και στη μελλοντική εργοδότησή της, ειδικά, ως ταμίας.
Η παράλειψη του Δικαστηρίου να λάβει υπόψη του τις πιο πάνω πραγματικές περιστάσεις επί των οποίων στηρίχτηκε ευθέως ο λόγος απόλυσης της εφεσείουσας και τις πιθανές αρνητικές επιπτώσεις από αυτές σε βάρος της αποτελεί σοβαρό σφάλμα, εκ μέρους του. Ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος έφεσης επιτυγχάνει. Υπό το φως της πιο πάνω κατάληξης, δικαιολογείται η επέμβαση του Δικαστηρίου τούτου, προς αύξηση της επιδικασθείσας αποζημίωσης. Κρίνεται δε ως δίκαιη αποζημίωση το ποσό των €4.125,00, στο οποίο και αυξάνεται η επιδικασθείσα, πρωτόδικα, αποζημίωση.»
Όπως ανέφερε ο Αιτητής, κατά τον χρόνο του τερματισμού της απασχόλησης του ήταν 46 ετών, παντρεμένος και πατέρας δύο τέκνων εκ των οποίων το ένα ήταν ανήλικο και το άλλο απολύθηκε από τον στρατό και πήγαινε για σπουδές. Παρέμεινε άνεργος για ένα χρόνο, εξασφαλίζοντας στο μεσοδιάστημα ένα μικρό εισόδημα €200 - €300 μηνιαίως από ερασιτεχνική απασχόληση με τη μουσική. Είναι η θέση του ότι λόγω του τρόπου με τον οποίο έγινε ο τερματισμός της απασχόλησης του αλλά και των πραγματικών επιπτώσεων στην καριέρα του, καθώς αναγκάστηκε να ξεκινήσει και πάλι απ’ το μηδέν σε μια ηλικία που ήταν δύσκολο να εξεύρει νέα εργασία με παραπλήσιες απολαβές, δικαιούται στην επιδίκαση αυξημένων αποζη-μιώσεων.
Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του Αιτητή ως περιγράφονται ανωτέρω, τη διάρκεια της απασχόλησης του (11 συναπτά έτη), τα ημερομίσθια του (€325 εβδομαδιαίως), τη φύση της απασχόλησής του, την ηλικία του, την απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας και την οικογενειακή του κατάσταση, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις εύλογο να του επιδικάσουμε υπό μορφή αποζημίωσης το ποσό των €10.400- που αντιστοιχεί με απολαβές 32 βδομάδων (32 Χ €325).
Περαιτέρω, με βάση το άρθρο 9(ζ) του Νόμου ο Αιτητής δικαιούται σε πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί σε απολαβές 8 βδομάδων, ήτοι ποσό €2.600.
Συνακόλουθα, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση για το συνολικό ποσό των €13.000- με νόμιμο τόκο από 5.4.2019 μέχρι τελι-κής εξόφλησης. Περαιτέρω οι Καθ’ ων η αίτηση διατάσσονται όπως καταβάλουν στον Αιτητή το ποσό των €1.500 ως έξοδα με νόμιμο τόκο από 5.4.2019 μέχρι τελι-κής εξόφλησης πλέον ΦΠΑ επί των εξόδων.
Η Αίτηση της Αιτήτριας απορρίπτεται με €1.500 έξοδα με νόμιμο τόκο από 5.4.2019 μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον ΦΠΑ επί των εξόδων.
(υπ)……………………………….……..…………
Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος
Μ. Τελεβάντου, Μέλος
Χ. Κυλίλης, Μέλος
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο