ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΑΡΝΑΚΑ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστή.
Θ. Ευθυμίου )
Κ. Γιασουμή ) Μελών
Αρ. Αίτησης: 318/19
Μεταξύ:
ΦΑΝΟΥΛΑ ΛΕΩΝΙΔΟΥ
Αιτήτριας
και
1. P. & M. SPARE PARTS LIMITED
2. ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ Καθ’ ων η αίτηση
Ημερομηνία: 27 Μαρτίου, 2025
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για την Αιτήτρια: κ.Σάββα
Για τους Καθ’ ων η αίτηση 1: κα. Μιχαήλ
Για τους Καθ’ ων η αίτηση 2: κα Ψάλτη
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Η Αιτήτρια αξιώνει από τους Καθ’ ων η αίτηση 1 (στο εξής «η Εργοδότρια Εταιρεία») αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησής της και διαζευκτικά από τους Καθ’ ων η αίτηση 2 (στο εξής «το Ταμείο») πληρωμή λόγω πλεονασμού καθώς και οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο, νόμιμο τόκο, έξοδα πλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης.
Οι Καθ’ ων η αίτηση 1 με τους γενικούς λόγους εμφάνισής τους ισχυρίζονται ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας οφειλόταν σε κατάργηση της θέσης λόγω αλλαγής στις μεθόδους οργανώσεως η οποία ελάττωσε τον αριθμό των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων, ότι αποφάσισαν για καλύτερη λειτουργία να κατανείμουν τα καθήκοντα των εργοδοτουμένων τους με τρόπο ώστε να υπάρχει εξειδίκευση, ότι η ανάγκη για τη θέση της Αιτήτριας εξέλειπε και ζητούν την απόρριψη της αίτησης με έξοδα υπέρ τους.
Το Ταμείο με τους γενικούς λόγους εμφάνισής του ισχυρίζεται ότι, με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν του, ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας δεν οφείλετο σε λόγους πλεονασμού και ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν προέβη σε οιανδήποτε μορφή σοβαρής αναδιοργάνωσης που να συνεπάγεται την κατάργηση ή την ουσιαστική μείωση ή την εξαφάνιση των καθηκόντων της Αιτήτριας. Θεωρεί επίσης ότι τα καθήκοντα της Αιτήτριας εξακολούθησαν να υφίστανται και μετά τον τερματισμό της απασχόλησής της, ότι εκτελούνται από άλλους εργοδοτουμένους και ζητά απόρριψη της εναντίον του αίτησης με έξοδα.
Το άρθρο 5 του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967, Ν.24/67 (στο εξής «ο Νόμος») προβλέπει τους λόγους που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και οι οποίοι δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Με το εδάφιο (β) του εν λόγω άρθρου καλύπτεται ο λόγος απόλυσης συνεπεία πλεονασμού. Το άρθρο 6(1) του Νόμου καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου σύμφωνα με το οποίο «… ο υπό του εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως του εργοδοτουμένου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Επομένως στην παρούσα περίπτωση οι Καθ’ ων η αίτηση 1, οι οποίοι εγείρουν ως λόγο απόλυσης της Αιτήτριας τον πλεονασμό, έχουν το βάρος να αποδείξουν ότι τερμάτισαν την απασχόληση της Αιτήτριας λόγω πλεονασμού.
Προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού των Καθ’ ων η αίτηση 1 κατέθεσε ο κ.Πατσαλίδης. Η Αιτήτρια και το Ταμείο δεν προσέφεραν οποιαδήποτε μαρτυρία και περιορίστηκαν στην αντεξέταση του εν λόγω μάρτυρα.
Από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών και το ενώπιόν μας μαρτυρικό υλικό, προκύπτουν ως παραδεκτά και ή ως μη αμφισβητούμενα και ή ως αναντίλεκτα γεγονότα τα ακόλουθα:
1. Οι Καθ’ ων η αίτηση 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και κατά τον ουσιώδη χρόνο ασχολούνταν με αγοραπωλησίες εξαρτημάτων αυτοκινήτων.
2. Η Αιτήτρια προσελήφθη στην υπηρεσία των Καθ’ ων η αίτηση 1 την 5/11/01 και εργάστηκε μέχρι την 13/6/18.
3. Την 13/4/18 οι Καθ’ ων η αίτηση 1 απέλυσαν την Αιτήτρια με επιστολή.
4. Ο τελευταίος εβδομαδιαίος μισθός της Αιτήτριας ανέρχετο σε €231,92.
Ο κ.Πατσαλίδης ο οποίος είναι ένας από τους δύο Διευθυντές των Καθ’ ων η αίτηση 1, μέτοχος και εγκεκριμένος λογιστής κατά τον ουσιώδη χρόνο, ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι η θέση που είχε δημιουργηθεί και κατείχε η Αιτήτρια αφορούσε στον υπολογισμό των προμηθειών που κατέβαλλαν σε πελάτες που αγόραζαν εξαρτήματα από κοντά τους, ότι η Αιτήτρια έπαιρνε τα τιμολόγια πωλήσεων από το λογιστήριο και καθόριζε την προμήθεια που δικαιούταν ο κάθε πελάτης, ότι «σε κάποιο χρόνο λίγο πριν το 2017 – 2018» οι ασφαλιστικές εταιρείες «έφεραν ένσταση» στο να λαμβάνουν προμήθειες «οι γκαρατζήδες» που επιδιόρθωναν τα αυτοκίνητα, ότι υπήρξε εισήγηση να έπαιρναν οι ασφαλιστικές εταιρείες τα εξαρτήματα στους «γκαρατζήδες», ότι η Αιτήτρια ήταν αξιόλογος άνθρωπος και υπάλληλος, ότι προσπάθησαν να δημιουργήσουν θέσεις με καθορισμένα τα καθήκοντα του κάθε υπαλλήλου τους, ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν μπορούσε να εργοδοτήσει την Αιτήτρια αλλού, ότι καταργήθηκε η θέση της και ότι έγινε αναδιοργάνωση «με βάση τα νέα δεδομένα». Περαιτέρω, ο κ.Πατσαλίδης ισχυρίστηκε ότι δεν είχαν άλλη επιλογή από το να απολύσουν την Αιτήτρια, ότι εξέτασαν διάφορα ενδεχόμενα πριν να την απολύσουν, ότι μετά την απόλυση της Αιτήτριας δεν υπήρχαν τα καθήκοντά της για να τα εκτελέσει άλλος υπάλληλος και ότι την 21/4/21 κάηκε η αποθήκη τους.
Αντεξεταζόμενος ο κ.Πατσαλίδης από τον δικηγόρο της Αιτήτριας ισχυρίστηκε ότι το όνομα «… & … Auto Parts» που αναγράφεται στο Τεκμήριο 2 αναφέρεται στους Καθ’ ων η αίτηση 1.
Αντεξεταζόμενος ο κ.Πατσαλίδης από την δικηγόρο του Ταμείου ανέφερε ότι η Αιτήτρια απολύθηκε με σχετική επιστολή, ότι κατά τον χρόνο απόλυσης της Αιτήτριας η Αιτήτρια βοηθούσε και με τα τιμολόγια πωλήσεων και αγορών στον ελεύθερό της χρόνο, ότι αυτή την εργασία έπειτα εκτελεί το λογιστήριο, ότι «οι γκαρατζήδες» έφεραν ένσταση «στη νέα τάξη πραγμάτων», ότι γι’ αυτό αποφάσισαν να τους δίνουν ένα μικρό ποσοστό έκπτωσης αντί για προμήθεια, ότι αυτό πιθανό να εννοούσαν οι Καθ’ ων η αίτηση 1 στο Ερωτηματολόγιο, Τεκμήριο 3, με την αναφορά ότι τα καθήκοντα της θέσης της Αιτήτριας θα διεκπεραιώνονταν από τους πωλητές και το λογιστήριο και ότι μετά την πυρκαγιά και συγκεκριμένα την 29/4/21 η Εργοδότρια Εταιρεία τερμάτισε τελείως τις δραστηριότητές της.
Παρακολουθήσαμε με προσοχή τον κ.Πατσαλίδη να καταθέτει ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε τη μαρτυρία του έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων.
Σύμφωνα με το άρθρο 18 του Νόμου, εργοδοτούμενος είναι πλεονάζον και κατά συνέπεια δικαιούται πληρωμή από το Ταμείο όταν η απασχόλησή του τερματισθή:
«(α) ……..
(β) ……..
(γ) ένεκα οιουδήποτε των ακολούθων άλλων λόγων σχετιζομένων προς την λειτουργίαν της επιχειρήσεως:
(i) εκσυγχρονισμού, μηχανοποιήσεως ή οιασδήποτε άλλης αλλαγής εις τας μεθόδους παραγωγής ή οργανώσεως η οποία ελαττώνει τον αριθμόν των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων.
(ii) αλλαγών εις τα προϊόντα ή εις τας μεθόδους παραγωγής ή εις τας αναγκαιούσας ειδικότητας των εργοδοτουμένων.
(iii) καταργήσεως τμημάτων.
(iv) δυσκολιών εις την τοποθέτησιν προϊόντων εις την αγοράν ή πιστωτικών δυσκολιών.
(v) ελλείψεως παραγγελιών ή πρώτων υλών.
(vi) σπάνεως μέσων παραγωγής. και
(vii) περιορισμού του όγκου της εργασίας ή της επιχειρήσεως»
Με βάση τη νομολογία το κατά πόσο υφίστανται πραγματικές συνθήκες πλεονασμού κρίνεται με αντικειμενικά κριτήρια και δεν εναπόκειται στην υποκειμενική κρίση του εργοδότη ή του εργοδοτούμενου. (Βλ. United Hotels (Lordos) Ltd v. Σταύρου κ.α. (2003) 1 Α.Α.Δ. 515). Ο κάθε εργοδότης έχει δικαίωμα, μέσα στα πλαίσια της επιχειρηματικής του δράσης, να διενεργεί οποιαδήποτε αλλαγή ή αναδιοργάνωση σχετιζόμενη με τη λειτουργία της επιχείρησής του, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι οποιαδήποτε αλλαγή ή μορφή αναδιοργάνωσης που γίνεται από τον εργοδότη συνιστά ταυτόχρονα και λόγο πλεονασμού σύμφωνα με τις προλεγόμενες πρόνοιες του Νόμου.
Η κατάργηση θέσης δεν αποτελεί από μόνη της λόγο απόλυσης συνεπεία συνθηκών πλεονασμού. Για να δικαιολογεί πλεονασμό θα πρέπει η απόλυση να στηρίζεται σε ένα από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 18 του Νόμου και συνεπώς, στην παρούσα περίπτωση θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η επικαλούμενη κατάργηση της θέσης της Αιτήτριας ήταν το αποτέλεσμα αλλαγής στις μεθόδους οργανώσεως, ως το δικόγραφο της Εργοδότριας Εταιρείας.
Όπως λέχθηκε στην Οικονόμου Αρχιτέκτονες & Μηχανικοί κ.α. v. Δημητρίου (2000) 1Β Α.Α.Δ. 853, 858: «Το δικαίωμα του εργοδότη να αποφασίζει περί του μεγέθους της εργατικής δύναμης της επιχείρησης του δεν είναι απόλυτο. Εξετάζεται σε συνάρτηση, μεταξύ άλλων, και με τις πρόνοιες του άρθρου 5(β) του Νόμου που αναφέρονται στις συνθήκες πλεονασμού, η απόδειξη των οποίων παρέχει στον εργοδότη την ευχέρεια τερματισμού της εργοδότησης προσωπικού». Καθώς έχει αναφερθεί στην υπόθεση Α/φοί Γαλαταριώτη Λτδ v. Γρηγορά κ.α. (2001) 1 Α.Α.Δ. 1985, στη σελ. 1990: «Σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, ο εκσυγχρονισμός ή αναδιοργάνωση ή οποιαδήποτε αλλαγή της επιχείρησης για να συνιστά βάσιμο λόγο πλεονασμού πρέπει να είναι τέτοιου βαθμού, σε έκταση και σοβαρότητα, ώστε να επιφέρει μεταβολή στη φύση των καθηκόντων του εργοδοτουμένου ή την κατάργησή τους ώστε το αποτέλεσμα να συνεπάγεται ″ελάττωση του αριθμού των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων″ κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 18(γ)(i) του Νόμου». Περαιτέρω, στην υπόθεση S. & G. Colocassides Ltd v. Λαζαρίδη κ.α (1999) 1 Α.Α.Δ. 2181 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι εφόσον τα καθήκοντα της θέσης που καταργήθηκε ή του εργοδοτουμένου που απολύθηκε για λόγους αναδιοργάνωσης παραμένουν και εκτελούνται από άλλο εργοδοτούμενο, τότε η απόλυση του εργοδοτούμενου δεν μπορεί να συνιστά απόλυση για λόγους πλεονασμού σύμφωνα με το Νόμο. Στην υπόθεση Κυριακίδη ν. Ταμείου για Πλεονάζον Προσωπικό κ.α., Πολ. Εφ. 215/11, ημερ. 21/12/17, ECLI:CY:AD:2017:A478, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Η τελική προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν ευθυγραμμισμένη με τη νομολογία μας επί του θέματος, σύμφωνα με την οποία η ελάττωση του αριθμού των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων, όπως προβλέπεται από την υπό αναφορά νομοθετική πρόνοια, συναρτάται με τη μεταβολή της φύσης των καθηκόντων του εργοδοτουμένου ή την μείωση τους σε βαθμό εξάλειψης τους. Η κάθε υπόθεση εξαρτάται, ασφαλώς, από τα δικά της δεδομένα. Η αναδιοργάνωση μιας επιχείρησης μπορεί να οδηγήσει ή να μην οδηγήσει σε πλεονασμό, ανάλογα με τη φύση και το αποτέλεσμα της αναδιοργάνωσης. Βέβαια, τόσο στην Α/φοί Γαλαταριώτη Λτδ ν Γρηγόρα κ.ά (ανωτέρω) όσο και στην S & G Colocassides Ltd ν Λαζαρίδη κ.ά (ανωτέρω) η συγκεκριμένη εργασία εκτελείτο μόνο από τον απολυθέντα υπάλληλο, με αποτέλεσμα η ανάθεση των καθηκόντων της θέσης του σε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα, τα οποία δεν ήταν προηγουμένως επιφορτισμένα με τα καθήκοντα αυτά, να μη συνεπαγόταν «ελάττωση του αριθμού των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων» για την εκτέλεση τους. ……………. Ο εφεσείων, ουσιαστικά αντικαταστάθηκε, με αποτέλεσμα να μην επέλθει ως αποτέλεσμα της αναδιοργάνωσης, ελάττωση στον αριθμό των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων για την εκτέλεση της εργασίας που μόνο αυτός εκτελούσε πριν από την απόλυση του. Ουσιαστικά δεν επήλθε κατάργηση της θέσης του (βλ. Α/φοί Γαλαταριώτη Λτδ ν Γρηγόρα κ.ά (ανωτέρω))». Στην υπόθεση Φώτος Φωτιάδης Ζυθοβιομηχανία Λτδ ν. Αντωνιάδη κ.α. (2002) 1Γ Α.Α.Δ. 1490 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η εφεσείουσα δεν απέσεισε το βάρος που είχε να αποδείξει ότι η απόλυση οφειλόταν σε πλεονασμό αφού τα στοιχεία που είχαν ληφθεί υπόψη υποδηλούσαν ότι η διαδικασία της μηχανοποίησης δεν είχε ακόμα αρχίσει στο τμήμα που απασχολείτο ο εφεσίβλητος και ότι η σχετική εκπαίδευση έλαβε χώρα αρκετούς μήνες μετά την απόλυση του εφεσίβλητου.
Στην Αγγλία, μια μέθοδος εξακρίβωσης του αν υπάρχει ή όχι πλεονασμός καθορίστηκε στην υπόθεση Hindle v. Percival Boats Ltd (1969) 1 All E.R. 836. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης αυτής, σε κάθε περίπτωση για να δικαιολογηθεί πλεονασμός πρέπει να διακριβωθούν οι πραγματικές απαιτήσεις της επιχείρησης και κατά πόσο αυτές μειώθηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Στη συνέχεια πρέπει να διακριβωθεί κατά πόσο οι συγκεκριμένες μειωμένες απαιτήσεις συνδέονται με τα καθήκοντα του εργοδοτούμενου που θα απολυθεί ως πλεονάζον. Αν στη διαδικασία αυτή, με αντικειμενικά κριτήρια επιβεβαιωθεί ο επηρεασμός της εργασίας του εργοδοτούμενου, αυτός θεωρείται πλεονάζον προσωπικό. Στην ίδια απόφαση κρίθηκε επίσης ότι η στοιχειοθέτηση πλεονασμού δεν εξαρτάται από το πως ο ίδιος ο εργοδότης χαρακτηρίζει την πράξη του. Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι το θέμα ήταν εντελώς αντικειμενικό υπό την έννοια ότι το εφαρμοζόμενο κριτήριο αναφέρεται στις πραγματικές ανάγκες της επιχείρησης και όχι στη γνώμη των εργοδοτών ή οποιουδήποτε άλλου.[1]
Στην προκειμένη περίπτωση το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο οι Καθ’ ων η αίτηση 1, με την προσκομισθείσα ενώπιόν μας μαρτυρία, κατάφεραν να αποδείξουν ότι η απόλυση της Αιτήτριας οφείλετο σε πραγματικές συνθήκες πλεονασμού. Επαναλαμβάνουμε ότι με βάση τη νομολογία το κατά πόσο υφίστανται πραγματικές συνθήκες πλεονασμού κρίνεται με αντικειμενικά κριτήρια και δεν εναπόκειται στην υποκειμενική κρίση του εργοδότη ή του εργοδοτούμενου.
Η μαρτυρία του κ.Πατσαλίδη δεν συνάδει με το δικόγραφο των Καθ’ ων η αίτηση 1 σε σχέση με τα καθήκοντα που είχε η Αιτήτρια όταν εργαζόταν στους Καθ’ ων η αίτηση 1. Στους Γενικούς Λόγους Εμφάνισης οι Καθ’ ων η αίτηση 1 αναφέρουν ότι η Αιτήτρια «ασχολείτο με διάφορα καθήκοντα όπως έκδοση τιμολογίων, εντολές αγορών και πώλησης εξαρτημάτων και άλλα». Κατά την ενώπιόν μας μαρτυρία του ο κ.Πατσαλίδης και ιδιαίτερα κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ουσιαστικά ότι το μοναδικό καθήκον της Αιτήτριας ήταν ο καθορισμός της έκπτωσης στα εκδοθέντα από το λογιστήριο τιμολόγια που αφορούσαν αγορά εξαρτημάτων και ανέρχονταν σε 20 με 40 ημερησίως. Αντεξεταζόμενος, μετά από υπόδειξη ότι στο Ερωτηματολόγιο που συμπλήρωσε η Εργοδότρια Εταιρεία, Τεκμήριο 3, αναφέρεται ότι διοχετεύτηκαν αλλού τα καθήκοντα της Αιτήτριας, ανέφερε ότι κατά τον χρόνο τερματισμού των υπηρεσιών της Αιτήτριας, αυτή βοηθούσε «στον ελεύθερο χρόνο της όταν υπήρχε» με τα τιμολόγια πωλήσεων και αγορών. Στη συνέχεια της αντεξέτασής του ισχυρίστηκε ότι αυτά τα καθήκοντα αποτελούσαν πολύ μικρό ποσοστό της εργασίας της Αιτήτριας. Ακολούθως, ισχυρίστηκε ότι αυτό που αναφέρεται στο Ερωτηματολόγιο για διοχέτευση αλλού των καθηκόντων της Αιτήτριας μπορεί να αφορά στο ότι τελικά έκαναν μικρή έκπτωση στους υπεύθυνους γκαράζ αντί να τους δίνουν προμήθεια. Θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε αυτούσιο το λεκτικό της επιστολής τερματισμού των υπηρεσιών της Αιτήτριας ημερ. 13/4/18, Τεκμήριο 4:
«Από σήμερα 13 Απριλίου 2018 τερματίζεται η απασχόληση σας στην εταιρία μας και σας δίδεται προειδοποίηση μέχρι 13 Ιουνίου 2018. Ο λόγος τερματισμού απασχόλησης σας είναι διότι η θέση την οποία κατέχεται μέχρι σήμερα έχει καταργήθη. Τα τιμολόγια θα εκδίδονται από το λογιστήριο, οι εντολές αγοράς και πώλησης εξαρτημάτων θα αναληφθεί από το τμήμα αγορών της εταιρίας και τους μεταφορείς/πωλητές.
Σας ευχαριστούμε για την προσφορά σας και τις υπηρεσίες σας για τα χρόνια που εργαστήκατε κοντά μας. Σας ευχόμαστε ότι το καλύτερο σε εσάς και στην οικογένεια σας».
Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω τόσο το δικόγραφο των Καθ’ ων η αίτηση 1 όσο και η επιστολή απόλυσης κάνουν λόγο για καθήκοντα της Αιτήτριας που αφορούσαν σε έκδοση τιμολογίων, εντολές αγορών και πώλησης εξαρτημάτων, θέση η οποία απέχει και είναι σε διάσταση με τα όσα ισχυρίστηκε κατά την ενώπιόν μας μαρτυρία του ο κ.Πατσαλίδης. Η μαρτυρία του κ.Πατσαλίδη δεν συνάδει ούτε με τον δικογραφημένο λόγο αλλαγής στις μεθόδους οργάνωσης. Στο δικόγραφό τους οι Καθ’ ων η αίτηση 1 αναφέρουν ότι για την καλύτερη λειτουργία της επιχείρησής τους αποφάσισαν να κατανείμουν τα καθήκοντα των εργοδοτουμένων τους με τρόπο ώστε να υπάρχει εξειδίκευση και κάθε εργοδοτούμενος να ασχολείται με συγκεκριμένα καθήκοντα ή κατηγορίες καθηκόντων και ότι αυτό είχε ως αποτέλεσμα να εκλείψει η ανάγκη για τη θέση της Αιτήτριας η οποία δεν είχε εξειδικευμένα καθήκοντα και επειδή τα καθήκοντά της αναλήφθηκαν εξολοκλήρου από άλλο προσωπικό λόγω αλλαγής στην οργάνωση της επιχείρησης. Με λίγα λόγια, η Εργοδότρια Εταιρεία στο δικόγραφό της κάνει λόγο για μη εξειδικευμένα καθήκοντα της Αιτήτριας ενώ ο κ.Πατσαλίδης διαφοροποιήθηκε από αυτό και έκανε ουσιαστικά λόγο για θέση η οποία ασχολείτο αποκλειστικά με τον καθορισμό προμήθειας. Περαιτέρω, ενώ στο δικόγραφο των Καθ’ ων η αίτηση 1 δεν γίνεται αναφορά σε κατάργηση των καθηκόντων της Αιτήτριας αλλά αναφέρεται ότι τα μη εξειδικευμένα καθήκοντα της Αιτήτριας αναλήφθηκαν εξολοκλήρου από άλλα άτομα, ο κ.Πατσαλίδης έκανε λόγο για πλήρη κατάργηση των εξειδικευμένων καθηκόντων της Αιτήτριας. Στην υπόθεση Premier Shukuroglou Cyprus Ltd v. Αδάμου, Πολ. Εφ. 210/13, ημερ. 29/11/21, ECLI:CY:AD:2021:A559 όπου η Εργοδότρια Εταιρεία «δεν προσέφερε οποιαδήποτε μαρτυρία, προς υποστήριξη του πραγματικού λόγου που είχε επικαλεστεί προς αιτιολόγηση της απόλυσης του εφεσίβλητου» τονίστηκε ότι «ο λόγος απόλυσης, … , πρέπει να είναι δυνατό να προσδιοριστεί από τα γεγονότα τα οποία ο εργοδότης επικαλείται στην εν λόγω επιστολή του. Αν δε η περίπτωση προχωρήσει δικαστικά, τα ίδια γεγονότα πρέπει να τα επικαλεστεί και στο δικόγραφό του και, στη συνέχεια, να τα αποδείξει κατά τη δίκη. Τούτο, προκειμένου να αποδείξει, προς ικανοποίηση του δικαστηρίου, ότι η απόλυση του εργοδοτουμένου οφείλεται σε πλεονασμό, (βλ. Φ. Φωτιάδης Ζυθοβιομ. Λτδ ν. Αντωνιάδη κ.ά. (2002) 1 Α.Α.Δ. 1490, στη σελίδα 1495)».
Περαιτέρω, σε σχέση με την μαρτυρία του κ.Πατσαλίδη παρατηρούμε ότι αρχικά αντεξεταζόμενος από την δικηγόρο του Ταμείου αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι το Τεκμήριο 4 είναι η επιστολή απόλυσης της Αιτήτριας, αλλά μετά που αυτή κατατέθηκε από κοινού ισχυρίστηκε ότι αναγράφεται σε αυτήν εν συντομία «η μακροσκελής ανάλυση» που έκανε ενώπιόν μας. Ο κ.Πατσαλίδης δεν ήταν συγκεκριμένος στα όσα ανέφερε ότι έγιναν και αποτέλεσαν το λόγο για κατάργηση των καθηκόντων της Αιτήτριας. Ο κ.Πατσαλίδης ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι οι ασφαλιστικές εταιρίες έφεραν ένσταση στην καταβολή προμήθειας στους ιδιοκτήτες γκαράζ «σε κάποιο χρόνο λίγο πριν το 2017 – 2018» τον οποίο όμως δεν καθόρισε συγκεκριμένα όπως και δεν ανέφερε συγκεκριμένα πότε ακριβώς η Εργοδότρια Εταιρεία κατάργησε την ισχυριζόμενη καταβολή προμήθειας.
Όπως έχει διαφανεί από τα πιο πάνω, η μαρτυρία του κ.Πατσαλίδη αναφορικά με τα αμφισβητούμενα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα εργατική διαφορά δεν ήταν σαφής, ξεκάθαρη και σταθερή. Ο κ.Πατσαλίδης κατά την αντεξέτασή του υπέπεσε σε αντιφάσεις. Επίσης πολλά από τα όσα ισχυρίστηκε ο κ.Πατσαλίδης δεν συνάδουν με τα όσα καταγράφονται στο δικόγραφο των Καθ’ ων η αίτηση 1, στην επιστολή απόλυσης της Αιτήτριας και στο Ερωτηματολόγιο που συμπλήρωσαν οι Καθ’ ων η αίτηση 1 προς το Ταμείο.
Συνακόλουθα, η μαρτυρία του κ.Πατσαλίδη δεν κρίνεται αξιόπιστη και δεν μπορούμε να βασιστούμε σε αυτή για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων.
Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, θεωρούμε ότι από την προσκομισθείσα ενώπιόν μας μαρτυρία δεν προκύπτει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της απόλυσης της Αιτήτριας υπήρχε οποιαδήποτε αλλαγή στις μεθόδους εργασίας ή οποιοσδήποτε εκσυγχρονισμός, μηχανοποίηση ή οποιαδήποτε άλλη σημαντική αλλαγή στις μεθόδους παραγωγής ή οργάνωσης και δεν παρουσιάστηκε αξιόπιστη και πειστική μαρτυρία που να αποδεικνύει οποιαδήποτε τέτοια αλλαγή. Η επικαλούμενη από την Εργοδότρια Εταιρεία κατάργηση της θέσης της Αιτήτριας δεν μπορεί από μόνη της να θεωρηθεί ως εκσυγχρονισμός, μηχανοποίηση ή αλλαγή στις μεθόδους παραγωγής ή οργάνωσης, χωρίς την ύπαρξη οποιασδήποτε αλλαγής ή αναδιοργάνωσης η οποία να δικαιολογείται από τον Νόμο. Επίσης, παρατηρούμε ότι ο κ.Πατσαλίδης δεν ανέφερε ότι υπήρξε οποιαδήποτε αλλαγή σε σχέση με τα καθήκοντα της Αιτήτριας ως αυτά αναφέρονται στο δικόγραφο των Καθ’ ων η αίτηση 1 και στην επιστολή απόλυσης της Αιτήτριας, ήτοι δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά για αλλαγή σε σχέση με έκδοση τιμολογίων, εντολές αγορών και πώλησης εξαρτημάτων και δεν υπήρξε σχετικός ισχυρισμός για μείωση αυτών σε βαθμό εξαλείψεως ή έστω σε οποιοδήποτε βαθμό. Η φραστική κατάργηση θέσης δεν αποτελεί από μόνη της λόγο πλεονασμού εντός των πλαισίων του Νόμου. Στην παρούσα περίπτωση δεν έχουμε αξιόπιστη μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι τα καθήκοντα της Αιτήτριας επηρεάστηκαν συνεπεία αλλαγής στις μεθόδους οργανώσεως αλλά όπως προκύπτει τόσο από την επιστολή τερματισμού των υπηρεσιών της Αιτήτριας, Τεκμήριο 4, όσο και από το Ερωτηματολόγιο, Τεκμήριο 3, τα καθήκοντα της Αιτήτριας παρέμειναν και μετά την απόλυσή της εκτελούνταν από άλλους και συνεπώς υπήρξε, με βάση την υπόθεση S. & G. Colocassides Ltd v. Λαζαρίδη κ.α (ανωτέρω), μόνο φραστική κατάργηση της θέσης της Αιτήτριας, η οποία, επαναλαμβάνουμε, δεν οδηγεί, σύμφωνα με τον Νόμο, σε απόλυση λόγω πλεονασμού.
Οι Καθ’ ων η αίτηση 1 αναφέρθηκαν κατά την αγόρευσή τους σε απόλυση συνεπεία μείωσης του κύκλου εργασιών τους, σχετική όμως μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε. Ο κ.Πατσαλίδης δεν προέβαλε ισχυρισμό για απόλυση της Αιτήτριας συνεπεία μείωσης του όγκου εργασιών κατά τον ουσιώδη χρόνο της απόλυσης της Αιτήτριας και δεν παρουσίασε τον συνήθη κύκλο εργασιών της Εργοδότριας Εταιρείας αλλά ούτε μειωμένο. Ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αναφέρεται στο δικόγραφο των Καθ’ ων η αίτηση 1 αλλά ούτε και στην επιστολή απόλυσης, Τεκμήριο 4 και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Το γεγονός ότι η Εργοδότρια Εταιρεία έπαυσε να διεξάγει εργασίες περί τα τρία χρόνια μετά την απόλυση της Αιτήτριας από μόνο του δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει συνθήκες πλεονασμού κατά τον ουσιώδη χρόνο.
Συνεπώς, με βάση τον Νόμο και τη νομολογία που παραθέσαμε ανωτέρω, δεν διαπιστώνουμε να προκύπτει οποιαδήποτε αλλαγή στις μεθόδους οργάνωσης ή οποιαδήποτε μορφή αναδιοργάνωσης ή οποιαδήποτε αλλαγή που να σχετίζεται με τη λειτουργία της επιχείρησης όπως προβλέπεται στο άρθρο 18(γ) του Νόμου και δεν διαπιστώνουμε από το ενώπιόν μας μαρτυρικό υλικό να έγιναν οποιεσδήποτε ουσιαστικές αλλαγές στην επιχείρηση των Καθ’ ων η αίτηση 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο της απόλυσης της Αιτήτριας που να επηρέασαν τα καθήκοντα της Αιτήτριας σε βαθμό που να δικαιολογείται η απόλυσή της λόγω πλεονασμού.
Υπό το φως επομένως όλων των ανωτέρω ευρημάτων και συμπερασμάτων μας και έχοντας κατά νου τις σχετικές πρόνοιες του Νόμου, κρίνουμε και αποφασίζουμε ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας δεν έγινε κάτω από πραγματικές συνθήκες πλεονασμού. Αναπόφευκτα καταλήγουμε ότι η απόλυσή της Αιτήτριας είναι παράνομη και συνεπώς δικαιούται σε σχετική αποζημίωση από τους Καθ’ ων η αίτηση 1.
Η αποζημίωση εργοδοτουμένου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι:
«(α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτουμένου
(β) τη διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου
(γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου
(δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου
(ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου».
Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιόν του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογα συμπεράσματα.
Σημειώνουμε ότι η αποζημίωση δεν μπορεί ούτε να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών (παράγραφος 3 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε) και ούτε να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων (παράγραφος 2 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε).
Από τα γεγονότα της υπόθεσης προκύπτει ότι η Αιτήτρια εργάστηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας για 17 συναπτά έτη. Λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση της Αιτήτριας, σε συνάρτηση με όλους τους παράγοντες που απαριθμούνται στην παράγραφο 4 του Πρώτου Πίνακα και για τους οποίους έχουμε αξιόπιστη μαρτυρία, ήτοι το μισθό και την υπηρεσία της Αιτήτριας καθώς και τις πραγματικές συνθήκες απόλυσής της κρίνουμε υπό τις περιστάσεις εύλογο να της επιδικάσουμε υπό μορφή αποζημίωσης το ποσό των €10.436,40 που αντιστοιχεί με απολαβές 45 εβδομάδων.
Κατά συνέπεια, εκδίδεται ομόφωνα απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση 1 για το ποσό των €10.436,40 πλέον νόμιμο τόκο.
Περαιτέρω, εκδίδεται ομόφωνα απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση 1 για €2.500 έξοδα, πλέον Φ.Π.Α.
Η αίτηση εναντίον του Καθ’ ου η αίτηση 2 απορρίπτεται, χωρίς καμία διαταγή για έξοδα.
(Υπ.) …………………………………………
Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστής.
(Υπ.) ............................................... (Υπ.) ...............................................
Θ. Ευθυμίου, Μέλος Κ. Γιασουμής, Μέλος.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Η Βουλή των Λόρδων στην υπόθεση Murray v Foyles Meats Ltd [1999] IRLR 562 ανέφερε ότι σε περιπτώσεις πλεονασμού το Δικαστήριο πρέπει να απαντήσει σε δύο ερωτήματα πραγματικών γεγονότων. Όπως ανέφερε ο Lord Irvine LC στη σελ. 771: «...the language of [section 139(1)(b)] is in my view simplicity itself. It asks two questions of fact. The first is whether one or other of various states of economic affairs exists. In this case the relevant one is whether the requirements of the business for employees to carry out work of a particular kind have diminished. The second question is whether the dismissal is attributable, wholly or mainly to that state of affairs. This is a question of causation. In the present case, the Tribunal found as a fact that the requirements of the business for employees to work in the slaughter house has diminished. Secondly, they found that the state of affairs has led to the appellants being dismissed. That, in my opinion, is the end of the matter. This conclusion is in accordance with the analysis provisions by Judge Peter Clark in Safeways Stores plc v Burell and I need to say no more than I entirely agree with his admirably clear reasoning and conclusions».
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο