Δημήτρη Κωνσταντίνου ν. Α.Θ. Λοΐζου & Υιός Λτδ, Αρ. Αίτηση: 392/20, 22/10/2025
print
Τίτλος:
Δημήτρη Κωνσταντίνου ν. Α.Θ. Λοΐζου & Υιός Λτδ, Αρ. Αίτηση: 392/20, 22/10/2025

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ – ΛΕΥΚΩΣΙΑ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστή.

        Ν. Νικολάου           )

                    Α. Αγγελοδήμου     ) Μελών.

Αρ. Αίτηση: 392/20

Μεταξύ:

Δημήτρη Κωνσταντίνου

                                                                                                                        Αιτητή

και

 

                                            Α.Θ. Λοΐζου & Υιός Λτδ  

Καθ΄ ων η αίτηση

Ημερομηνία: 22 Οκτωβρίου, 2025.

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για τον Αιτητή:  κα. Κωμοδρόμου   

Για τους Καθ΄ ων η αίτηση: κ. Χριστοφόρου με κα. Γεωργίου  

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

            Με τους γενικούς λόγους της αίτησης εργατικών διαφορών, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι οι υπηρεσίες του τερματίστηκαν μονομερώς, παράνομα και αδικαιολόγητα και αξιώνει αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό, οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο, νόμιμο τόκο, έξοδα και Φ.Π.Α.

 

            Οι Καθ’ ων η αίτηση (στο εξής «η Εργοδότρια Εταιρεία») με τους γενικούς λόγους εμφάνισής τους, ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής αρνείτο να εκτελέσει οποιαδήποτε εργασία του ανατίθετο επικαλούμενος την κατάσταση της υγείας του, ότι ζήτησε «πιο ελαφριά» δουλειά, ότι τηρούσε αρνητική στάση, ότι οι ίδιοι έλαβαν υπόψη τις συστάσεις του γιατρού αλλά ότι ο Αιτητής εξακολουθούσε να επιδεικνύει απροθυμία και δεν εκτελούσε τα καθήκοντα που του ανατίθονταν και ζητούν απόρριψη της αίτησης με έξοδα εναντίον του Αιτητή.

 

  Σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967, Ν.24/67, (στο εξής «ο Νόμος»): «3.-(1)  Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι΄ οινοδήποτε λόγον άλλον ή των εν των άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ΄ αυτού επί είκοσι εξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζομένην συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα:     ……….».  Σύμφωνα με το άρθρο 6(1) του Νόμου: «… ο υπό του εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρι αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση του εργοδοτουμένου και δεν παρέχουν στον εργαζόμενο δικαίωμα αποζημίωσης. 

 

Συνεπώς, στην παρούσα περίπτωση, η Εργοδότρια Εταιρεία είναι αυτή που φέρει το βάρος να ανατρέψει το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξει ότι δικαιολογημένα τερμάτισε την απασχόληση του Αιτητή.  Ειδικά, η Εργοδότρια Εταιρεία θα πρέπει να αποδείξει ότι με βάση τους λόγους που προβάλλει στο δικόγραφό της, ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή ήταν νόμιμος και δικαιολογημένος, με συνέπεια να μην παρέχεται σε αυτόν δικαίωμα για αποζημίωση.

 

Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, ακούσαμε μαρτυρία και από τις δύο πλευρές.  Η Εργοδότρια Εταιρεία προσκόμισε τη μαρτυρία του κ.Κασιουρή  και του κ.Δημητρίου.  Ο Αιτητής, για να υποστηρίξει το αίτημά του, προσέφερε τη δική του μαρτυρία.  Εκτός από την προφορική μαρτυρία, ενώπιόν μας υπάρχει η πραγματική μαρτυρία που είναι τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια, στα οποία θα αναφερθούμε, όπου κρίνουμε σκόπιμο, κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας.

 

Από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών, τα παραδεκτά γεγονότα και το ενώπιόν μας υλικό, προκύπτουν ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα:

 

  1. Η Εργοδότρια Εταιρεία είναι δεόντως εγγεγραμμένη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και διεξάγει εργασίες πώλησης, διανομής και επιδιόρθωσης ηλεκτρικών υπολογιστών (στο εξής «Η/Υ»).  

 

  1. Ο Αιτητής εργαζόταν στην υπηρεσία των Καθ’ ων η αίτηση από την 1/10/00.   

 

  1. Την 9/7/20 οι Καθ’ ων η αίτηση έδωσαν στον Αιτητή προειδοποιητική επιστολή, Τεκμήριο 15, με το ακόλουθο περιεχόμενο:

 

«Μετά λύπης μου έχω πληροφορηθεί από τους συναδέλφους σου στο τεχνικό τμήμα για την άρνηση σου χθες 8 Ιουλίου 2020, μεταξύ άλλων καθημερινών δουλειών της εταιρείας, την παράδοση ενός λογισμικού βάρους λιγότερο του ενός κιλού και εντός Λευκωσίας για μια διαδρομή των 15 λεπτών με την δικαιολογία ότι το αυτοκίνητο δεν είναι αναπαυτικό.

Υπενθυμίζω ότι η εταιρεία σε προσέλαβε με συγκεκριμένα καθήκοντα για την παράδοση, εγκατάσταση και υποστήριξη ηλεκτρονικών υπολογιστών και λογισμικού.

Καλείσαι λοιπόν να εκτελείς τα καθήκοντα λαμβάνοντας φυσικά υπόψη το τελευταίο πιστοποιητικό του Δρ. Ελευθέριου.

Ευελπιστώ άμεσα στην συνεργασία σου».

 

  1. Η υπηρεσία του Αιτητή στην Εργοδότρια Εταιρεία τερματίστηκε την 14/7/20 με επιστολή της ίδιας ημερομηνίας, Τεκμήριο 16, το περιεχόμενο της οποίας κρίνουμε σκόπιμο όπως παραθέσουμε αυτούσιο:

 

«Κατόπιν την λήψεως της Ιατρικής Έκθεσης των Ιατρών Ελευθερίου και Κουγιάλη φαίνεται πως δυστυχώς, λόγω τον προβλήματος υγείας το οποίο σας ταλαιπωρεί κωλύεστε από τον να εκτελείτε τα καθήκοντα τα οποία εκ της θέσεως σας εκτελείτε στην Εταιρεία.

Οι Ιατροί κρίνουν την κατάσταση σας ως μόνιμη και μη ανατρέψιμη. Ως εκ τούτου η Εταιρεία επικαλούμενη τον Περί Τερματισμού της Απασχόλησης Νόμου αναγκάζεται να τερματίσει την απασχόληση σας αφού η μονιμότητα της κατάστασης σας όπως πιστοποιείται από τους Ιατρούς σας καθιστά ανίκανο να εκτελείτε τα καθήκοντα σας.

Ένεκα των πιο πάνω η σημερινή θα είναι και η τελευταία ημέρα απασχόλησης σας. Στο τέλος αυτής θα σας καταβληθούν τα ακόλουθα μεικτά ποσά:

i.Ευρώ 3675.00 ως δυο μηνών προειδοποίηση πριν τον τερματισμό της απασχόλησης σου,

ίί.Ευρώ 806.54 ως αναλογία μισθού Ιουλίου,

iii. Ευρώ 1183.01 ως αναλογία κανονικής άδειας που δεν έλαβες για το έτος 2020,

iv. Ευρώ 922.55 ως αναλογία του 13ου μισθού για το έτος 2020.

ν.Ευρώ -689.00 ως οφειλές στην εταιρεία (Κοινωνικές Ασφαλίσεις -Επίδομα Ασθένειας).

Οι καθαρές απολαβές μετά τις αποκοπές στα διάφορα κυβερνητικά ταμεία αντιστοιχούν στο ποσό των Ευρώ 5580.03 και η πληρωμή έχει γίνει με τις επιταγές της τράπεζας Κύπρου αρ. 30833291 & 30833292.

Επ’ ευκαιρίας σ’ ευχαριστούμε για την προσφορά σου στην Εταιρεία και ευχόμαστε καλή δύναμη με το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζεις».

 

  1. Ο τελευταίος μηνιαίος μισθός του Αιτητή ήταν €1.835 και ο Αιτητής λάμβανε και13ο μισθό.

 

Ο πρώτος μάρτυρας των Καθ’ ων η αίτηση ήταν ο κ.Κασιουρής, ο οποίος είναι ο Γενικός Διευθυντής τους.  Ο κ.Κασιουρής κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής όταν προσλήφθηκε στην Εργοδότρια Εταιρεία είχε καθήκοντα παράδοσης και εγκατάστασης Η/Υ και ότι με την πάροδο των χρόνων και έπειτα από σεμινάρια που παρακολούθησε έλαβε επιπλέον καθήκοντα Τεχνικού Η/Υ.  Ο κ.Κασιουρής ισχυρίστηκε επίσης ότι τα καθήκοντα του Αιτητή περιλάμβαναν τη μεταφορά – παράδοση και εγκατάσταση Η/Υ, εκτυπωτών, φορητών υπολογιστών και συστημάτων δικτύου σε υποστατικά πελατών και ότι οι αρμοδιότητες του Αιτητή περιορίζονταν κυρίως σε εκτελεστικές εργασίες χωρίς να απαιτούνταν εξειδικευμένες γνώσεις.  Ήταν περαιτέρω η θέση του κ.Κασιουρή ότι ο Αιτητής δεν παραπονέθηκε για 18 χρόνια για πόνους στη σπονδυλική στήλη, ότι την 9/11/18 απουσίασε για πέντε ημέρες λόγω ιατρικού προβλήματος ως το Τεκμήριο 1, ότι έκτοτε παραπονιόταν τακτικά, ότι το αποτέλεσμα ήταν να αναλαμβάνουν άλλοι τα καθήκοντά του και ότι τον Μάιο του 2020 απουσίασε 17 ημέρες.  Ο κ.Κασιουρής ισχυρίστηκε επιπλέον ότι την 18/5/20 ο Αιτητής τους ενημέρωσε ότι η μέση του ήταν «χάλια μαύρα», ότι την 25/5/20 τους ανέφερε ότι η σύσταση του γιατρού ήταν να αποφεύγει την άρση βαρών εφόσον σε διαφορετική περίπτωση θα έπρεπε να υποβληθεί σε εγχείρηση και ότι ο Δρ.Κουγιάλης, Τεκμήριο 9, του συνέστησε την αποφυγή άρσης βαρών, την παρατεταμένη ορθοστασία και δραστηριότητες που προκαλούν καταπόνηση της οσφυϊκής μοίρας.  Περαιτέρω, ο κ.Κασιουρής ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι από εκείνο το σημείο και μετά όποτε ανατίθετο δουλειά στον Αιτητή ο τελευταίος ενημέρωνε τον προϊστάμενό του ότι λόγω της κατάστασης της υγείας του και των συστάσεων του γιατρού δεν μπορούσε να τη διεκπεραιώσει, ότι η Εργοδότρια Εταιρεία λαμβάνοντας υπόψη τη θέση του Αιτητή και τις συστάσεις των γιατρών κάλεσε τον Αιτητή σε συνάντηση την 22/6/20 με σκοπό τη συζήτηση και αξιολόγηση της κατάστασης ώστε να βρεθεί μια κοινώς αποδεκτή και επωφελής διευθέτηση μεταξύ των μερών, ότι κατά την εν λόγω συνάντηση επισημάνθηκε στον Αιτητή η ανάγκη συμμόρφωσής του με τα καθήκοντά του και ότι ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να εκτελεί τα καθήκοντά του λόγω των προβλημάτων υγείας του.  Ο κ.Κασιουρής ισχυρίστηκε επιπλέον ότι ένεκα της συνεχιζόμενης κατάστασης και της αδιάλλακτης συμπεριφοράς του Αιτητή η Εργοδότρια Εταιρεία κάλεσε εκ νέου τον Αιτητή την 27/6/20, ότι δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτό το αίτημα του Αιτητή για να περιοριστεί η εργασία του εντός της εταιρείας, ότι η συνεχιζόμενη αδυναμία εκτέλεσης των καθηκόντων του Αιτητή άρχισε να προκαλεί προβλήματα στην Εργοδότρια Εταιρεία, ότι τον παρότρυναν να λάβει δεύτερη ιατρική γνώμη από γιατρό που του υπέδειξαν, ότι την 7/7/20 ο Αιτητής μετέβη στον Δρ. Ελευθερίου, ότι μετά την προσκόμιση ιατρικού πιστοποιητικού του εν λόγω  γιατρού, Τεκμήριο 13, κατέβαλαν προσπάθειες να εφαρμόσουν ειδικό πρόγραμμα για τον Αιτητή προσαρμόζοντας το πλαίσιο εργασίας του σύμφωνα με τις ιατρικές οδηγίες και ότι ο Αιτητής δεν εκτελούσε καθήκοντα που ενέπιπταν στο πλαίσιο της εργασιακής του θέσης παρόλο που ήταν στο εύρος των συστάσεων του γιατρού.  Συγκεκριμένα ο κ.Κασιουρής ισχυρίστηκε ότι όταν ζητήθηκε από τον Αιτητή να ολοκληρώσει μια συγκεκριμένη εργασία αυτός αυθαίρετα αποφάσισε ότι θα παρέμενε εντός της εταιρείας, ότι αρνήθηκε να την εκτελέσει επικαλούμενος την κατάσταση της υγείας του, ότι η εν λόγω εργασία αφορούσε μεταφορά αντικειμένου κάτω των 3 κιλών σε πελάτη σε απόσταση 10 – 15 λεπτών, ότι προέβαλε τη δικαιολογία ότι το όχημα δεν διέθετε αναπαυτικό κάθισμα, ότι αυτή η στάση είχε ως αποτέλεσμα να μένουν εκτεθειμένοι στους πελάτες και να μεταφέρεται φόρτος εργασίας στους άλλους υπαλλήλους και ότι την 9/7/20 του απέστειλαν προειδοποιητική επιστολή, Τεκμήριο 15.  Τέλος, ο  κ.Κασιουρής ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι λαμβάνοντας υπόψη την ιατρική γνωμάτευση του Δρ. Ελευθερίου και αναγνωρίζοντας ότι η κατάσταση του Αιτητή ήταν μόνιμη και δεν παρουσίαζε βελτίωση σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν υπήρχε δυνατότητα προσφοράς άλλης εργασίας απέστειλε την 14/7/20 επιστολή απόλυσης στον Αιτητή, Τεκμήριο 16 και ότι παρατηρήθηκε ότι τα σαββατοκυρίακα ο Αιτητής συμμετείχε κανονικά ως διαιτητής σε αγώνες ποδοσφαίρου.   

 

Αντεξεταζόμενος ο κ.Κασιουρής ισχυρίστηκε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν επιθυμούσε να «χωρίσουν οι δρόμοι» τους με τον Αιτητή επειδή υπήρχε «μεγάλο πρόβλημα έξω στο χώρο της πληροφορικής», ότι του έγιναν προφορικές και 2 – 3 γραπτές παρατηρήσεις, ότι δεν γνωρίζει τι έκανε κάθε ημέρα που εργαζόταν ο Αιτητής, ότι μπορούσε να διεκπεραιώσει απλές επιδιορθώσεις, ότι δεν είχαν άλλη θέση να του προσφέρουν, ότι ουσιαστικά τα καθήκοντα του ήταν η παράδοση και εγκατάσταση Η/Υ παγκύπρια, ότι το 2019 έμενε μέσα στα γραφεία, ότι δεν γνωρίζει τι έκανε μέσα στο γραφείο, ότι μπορεί να μην έκανε κάτι και ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο ο Αιτητής εκτελούσε μετά τις 3/6/20 τις εργασίες που του ανατίθονταν. 

 

            Ο δεύτερος μάρτυρας για τους Καθ’ ων η αίτηση ήταν ο κ.Δημητρίου ο οποίος είναι ο Διευθυντής του Τεχνικού Τμήματος των Καθ’ ων η αίτηση.  Ο κ.Δημητρίου ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι ο Αιτητής ήταν τεχνικός, ότι ήταν επιφορτισμένος με τη διαδικασία προετοιμασίας – παράδοσης – και εγκατάστασης Η/Υ, ότι από το 2018 ξεκίνησε να διαμαρτύρεται για πόνους στη σπονδυλική στήλη, ότι τον Νοέμβριο του 2018 απουσίασε για 5 ημέρες, ότι έκτοτε παραπονιόταν τακτικά με αποτέλεσμα τα καθήκοντά του να μεταφέρονται είτε μερικώς είτε ολικώς σε συνάδελφούς του, ότι την 28/4/20 του δόθηκαν οδηγίες να παραδώσει ένα Η/Υ στο Τμήμα Αεροπορίας, ότι δεν το έκαμε επικαλούμενος ότι δεν απάντησε ο πελάτης και ότι ανέλαβε την εν λόγω παράδοση άλλο άτομο.  Περαιτέρω, ο κ.Δημητρίου ισχυρίστηκε ότι τον Μάιο του 2020 ο Αιτητής απουσίασε από την εργασία του 17 ημέρες λόγω προβλήματος υγείας, ότι την 3/6/20 του δόθηκαν οδηγίες να μεταβεί την επομένη στην Υπηρεσία Ασύλου, ότι παρέλειψε να το κάνει, ότι έκτοτε κάθε φορά που του δίνονταν οδηγίες ενημέρωνε ότι λόγω της κατάστασης της υγείας του και των οδηγιών των γιατρών δεν μπορούσε να τις διεκπεραιώσει, ότι την 8/7/20 σε συνάντηση με τον κ.Λοΐζου συμφωνήθηκε όπως ακολουθούνταν οι συστάσεις των γιατρών, ότι η Εργοδότρια Εταιρεία περιόρισε τα καθήκοντα του Αιτητή και ότι οι συστάσεις ήταν να μην σηκώνει βάρη πέραν των 3 κιλών, να μην παραμένει σε παρατεταμένη ορθοστασία και να μην οδηγεί πέραν των 30 – 40 λεπτών.  Ο κ.Δημητρίου ισχυρίστηκε επιπλέον ότι ο Αιτητής αρνήθηκε να εκτελέσει συγκεκριμένη εργασία που αφορούσε παράδοση εντός των ιατρικών συστάσεων επικαλούμενος ότι το όχημα δεν διέθετε αναπαυτικό κάθισμα και ότι η Εργοδότρια Εταιρεία ενήργησε εντός του νόμου.

 

            Αντεξεταζόμενος ο κ.Δημητρίου ισχυρίστηκε ότι το τεχνικό τους τμήμα αποτελείτο από τους μηχανικούς συστημάτων και τους τεχνικούς συστημάτων, ότι ο Αιτητής συμπεριλαμβανόταν στους τεχνικούς, ότι οι τεχνικοί εκτελούν απλές εργασίες στις εγκαταστάσεις της Εργοδότριας Εταιρείας, ότι ο Αιτητής αναλάμβανε απλές επιδιορθώσεις Η/Υ, ότι δεν «έψαξε» κατά πόσο ο Αιτητής δεν εκτέλεσε ανατεθείσες εργασίες κατά την περίοδο που ακολούθησε την αποστολή προειδοποιητικής επιστολής μέχρι και την απόλυσή του, ότι ερωτήθηκε για την απόλυση, ότι η δική του θέση ήταν ότι δεν υπήρχε δουλειά για τον Αιτητή στα γραφεία και ότι για την εργασία του χρειαζόταν «να κουβαλά».

  

            Ο Αιτητής κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι κατείχε τη θέση του Τεχνικού Η/Υ, ότι δεν έτυχε προηγουμένως επίπληξης για τη δουλειά του αλλά αντιθέτως τύγχανε επιβράβευσης, ότι λόγω του ότι κουβαλούσε καθημερινά πολλούς Η/Υ καταπονήθηκε η σπονδυλική του στήλη, ότι λόγω φορτίου που κουβάλησε με συνάδελφό του την 5/5/20 ένιωσε έντονο πόνο στη μέση και στην πλάτη του, ότι την επόμενη ημέρα επισκέφθηκε γιατρό, ότι του χορηγήθηκε άδεια ασθενείας, ότι του συστήθηκε η αποφυγή άρσης βάρους και η παρατεταμένη ορθοστασία μέχρι να νιώσει καλύτερα, ότι για όλα αυτά ενημέρωνε τους εργοδότες του, ότι επέστρεψε στην εργασία του την 25/5/20, ότι έλαβε οδηγίες για παράδοση την επόμενη ημέρα 300 Η/Υ με συνάδελφό του, ότι αρνήθηκε να εκτελέσει την εργασία αυτή λαμβάνοντας υπόψη τις εισηγήσεις του γιατρού του, ότι πρότεινε στην Εργοδότρια Εταιρεία να σταματήσει τις φορτοεκφορτώσεις βαρέων αντικειμένων και όπως περιοριστεί η εργασία του στο «τεχνικό κομμάτι» και ότι τον ενημέρωσαν ότι δεν θα άλλαζε κάτι.  Ο Αιτητής ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι του ζητήθηκε να επισκεφθεί συγκεκριμένο γιατρό, ότι συμφώνησε και επισκέφθηκε τον εν λόγω γιατρό την 7/7/20, ότι η σύσταση του γιατρού ήταν η αποφυγή άρσης βάρους πέραν των 3 κιλών, η αποφυγή παρατεταμένης ορθοστασίας και οδήγησης πέραν 30 – 40 λεπτών και ότι ο γιατρός έκρινε την κατάστασή του μόνιμη.  Περαιτέρω, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι την 7/7/20 του ανατέθηκαν 4 δουλειές για την 8/7/20, ότι για την μία δουλειά ζήτησε να του δοθεί άλλο αυτοκίνητο γιατί αυτό που χρησιμοποιούσε ήταν παλιό και του προκαλούσε «περαιτέρω κραδασμούς στην μέση», ότι οι εργοδότες του αρνήθηκαν, ότι την 8/7/20 συναντήθηκε με τον ιδιοκτήτη της Εργοδότριας Εταιρείας ήτοι τον κ.Λοΐζου για να του δώσει το ιατρικό πιστοποιητικό, ότι ο κ.Λοΐζου του είπε να παραμείνει στην εταιρεία και να μην αναλάβει άλλο κουβάλημα μέχρι να βελτιωνόταν η κατάστασή του, ότι παρά την εν λόγω συνεννόηση ο Γενικός Διευθυντής της Εργοδότριας Εταιρείας του απέστειλε προειδοποιητική επιστολή, Τεκμήριο 15  και ότι από την ημέρα που έλαβε την προειδοποιητική επιστολή μέχρι την 14/7/20 που απολύθηκε δεν του ανατέθηκε οποιαδήποτε εργασία την οποία να αρνήθηκε να εκτελέσει.  Τέλος, ο Αιτητής κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι η κατάσταση κατά το χρόνο που απολύθηκε ήταν αβέβαιη λόγω της πανδημίας, ότι παρέμεινε χωρίς εργασία μέχρι τον Ιούλιο του 2021 που ξεκίνησε να εργάζεται στο αεροδρόμιο Λάρνακας, ότι έλαβε μηνιαίο μισθό περί τα €900 - €1.000, ότι τον Οκτώβριο του 2021 εργοδοτήθηκε σε άλλη εταιρεία με μηνιαίο μισθό €1.700 και ότι η Εργοδότρια Εταιρεία μετά από 20 χρόνια που προσέφερε καθημερινά με αφοσίωση τον απέλυσε σε μια «δύσκολη στιγμή» του.     

 

            Αντεξεταζόμενος ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι την 5/5/20 αποχώρησε από την εργασία του γύρω στις 16:00 – 16:30 λόγω πόνου στη μέση του, ότι εκείνη την ημέρα κουβάλησε μεγάλο αριθμό Η/Υ και οθονών, ότι δεν προσπάθησε να παραπλανήσει τους εργοδότες του σε σχέση με την κατάσταση της υγείας του, ότι υπήρχε διαθέσιμο πιο καλό αυτοκίνητο για να χρησιμοποιεί ενόψει αφυπηρέτησης του προηγούμενου κατόχου του, ότι «δεν ήταν καλή η μαξιλάρα» του αυτοκινήτου που χρησιμοποιούσε, ότι δεν σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει το δικό του αυτοκίνητο, ότι στα 20 χρόνια υπηρεσίας του δεν αρνήθηκε προηγουμένως να πάει σε πελάτη και ότι εκείνη την περίοδο δεν ήταν καλά.   

 

            Παρακολουθήσαμε με προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε τη μαρτυρία τους έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων.  

 

Αρχικά, παρατηρούμε ότι o δικογραφημένος λόγος απόλυσης διαφέρει από αυτόν που αναγράφεται στην επιστολή απόλυσης, Τεκμήριο 16.  Στο δικόγραφό τους οι Καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής «εξακολουθούσε να επιδεικνύει απροθυμία και να μην εκτελεί και/ή να αρνείται να εκτελέσει τα καθήκοντα που του ανατίθοντο» όμως στην επιστολή τερματισμού κάνουν αναφορά σε κώλυμα του Αιτητή να εκτελέσει την εργασία του λόγω μόνιμου προβλήματος υγείας και επικαλούνται σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά.  Στο Ερωτηματολόγιο που συμπλήρωσαν οι Καθ’ ων η αίτηση στο Επαρχιακό Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων μετά την απόλυση του Αιτητή, Τεκμήριο 17, δεν αναφέρθηκε ότι ο Αιτητής επεδείκνυε αδιαφορία και αρνείτο να εκτελέσει την εργασία του αλλά αντίθετα δηλώθηκε ότι τερματίστηκε η υπηρεσία του Αιτητή λόγω προβλήματος υγείας του που δεν του επέτρεπε να εκτελεί τα καθήκοντά του.  Όπως αναφέρει ο Κ.5(1) του περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικού Κανονισμού «στην εμφάνιση προσδιορίζονται λεπτομερώς οι λόγοι για τους οποίους αμφισβητείται το αίτημα και η παροχή θεραπείας … ».   

 

Ο κ.Κασιουρής δεν μας έκανε καλή εντύπωση και δεν μας έπεισε ότι μας είπε την αλήθεια σε σχέση με τους λόγους απόλυσης του Αιτητή.  Η επιστολή απόλυσης του Αιτητή, Τεκμήριο 16, υπογράφεται από τον ίδιο και αναφέρει ότι λόγω του προβλήματος υγείας του Αιτητή αυτός αδυνατούσε να εκτελεί τα καθήκοντά του.  Λίγες ημέρες προηγουμένως όμως, ήτοι την 9/7/20, ο ίδιος θεωρούσε ότι ο Αιτητής μπορούσε να εκτελεί τα καθήκοντά του και τον κάλεσε γραπτώς να το κάμει λαμβάνοντας υπόψη το ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Ελευθερίου, Τεκμήριο 15.  Ο κ.Κασιουρής ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι η Εργοδότρια Εταιρεία απέλυσε τον Αιτητή την 14/7/20 «λαμβάνοντας υπόψη την ιατρική γνωμάτευση του Δρ. Ελευθερίου και αναγνωρίζοντας ότι η κατάσταση του αιτητή ήταν μόνιμη και δεν θα παρουσίαζε βελτίωση, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν υπήρχε δυνατότητα προσφοράς άλλης εργασίας και την αδυναμία του Αιτητή να εκτελεί τα καθήκοντά του».  Σε αντίθεση με αυτό αλλά και με τα όσα αναγράφονται στην επιστολή τερματισμού περί αδυναμίας του Αιτητή να εκτελέσει τα καθήκοντά του, ο κ.Κασιουρής αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι οι ίδιοι δεν ήθελαν να απολύσουν τον Αιτητή αλλά ο Αιτητής δεν ήθελε να εκτελεί τα καθήκοντά του.  Παρατηρούμε ότι οι Καθ’ ων η αίτηση μετά που ο Αιτητής επέδειξε «απαράδεκτη συμπεριφορά» ενώ ήταν αποσπασμένος στην Αρχή Λιμένων, ως η θέση του κ.Κασιουρή, του έκαναν «φιλικό» τηλεφώνημα αλλά όταν ο Αιτητής αρνήθηκε να εκτελέσει ανατεθείσα εργασία εντός των συστάσεων του ιατρικού πιστοποιητικού του έδωσαν γραπτή προειδοποίηση.  Δεν διαφεύγει της προσοχής μας ότι, σε ερώτηση γιατί στάληκε η εν λόγω επιστολή, ο κ.Κασιουρής απάντησε ότι αυτό έγινε «για να φανεί» ότι ακόμη και οδηγίες που ενέπιπταν εντός των οδηγιών του γιατρού δεν εκτελούνταν από τον Αιτητή, δηλαδή ανέφερε ότι η εν λόγω επιστολή δεν στάληκε γνήσια προς συμμόρφωση και για να προειδοποιηθεί ο Αιτητής αλλά «για να φανεί» κάτι.    

 

Ο κ.Κασιουρής δεν παρέμεινε σταθερός κατά την ενώπιον μας μαρτυρία του και υπέπεσε σε αντιφάσεις.  Από τη μια, κατά την κυρίως εξέτασή του ο κ.Κασιουρής ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής από την 3/6/20 επικαλείτο ανικανότητα και αρνείτο να εκτελέσει εργασίες που του ανέθεταν.  Από την άλλη, αντεξεταζόμενος σε ερώτηση κατά πόσο γνώριζε εάν ο Αιτητής εκτελούσε τις εργασίες του μετά την 3/6/20 απάντησε «δεν γνωρίζω».  Παρόλο που αντεξεταζόμενος ο κ.Κασιουρής ισχυρίστηκε ότι από την 9/7/20 που δόθηκε στον Αιτητή προειδοποιητική επιστολή μέχρι την 14/7/20 που απολύθηκε αυτός αρνείτο να εκτελέσει την εργασία του, στη συνέχεια της αντεξέτασής του δεν παρέμεινε σταθερός στην εν λόγω θέση και σε υποβολή ότι κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα ο Αιτητής εκτελούσε ότι του ανατίθετο απάντησε «δεν μπορώ να απαντήσω».  Ο κ.Κασιουρής αρχικά αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής ενημερωνόταν από τον προϊστάμενο για τα παράπονα που είχαν οι πελάτες.  Στη συνέχεια, σε υποβολή ότι ο Αιτητής δεν ενημερώθηκε σχετικά απάντησε ότι δεν το γνωρίζει.  Ενώ ο κ.Κασιουρής εξέφρασε έντονα και επανειλημμένως τη θέση ότι ουσιαστικά η δουλειά του Αιτητή ήταν να μεταφέρει Η/Υ στη συνέχεια, σε ανύποπτο χρόνο, ανέφερε ότι ο Αιτητής στο παρελθόν «ήταν αποσπασμένος για technical support και για να βοηθά» στην Αρχή Λιμένων Κύπρου όπου «έκανε συνδέσεις του δικτύου για τους Η/Υ και μπορεί να αντιμετώπιζαν προβλήματα στην εγκατάσταση»

 

Περαιτέρω, σε σχέση με τη μαρτυρία του κ.Κασιουρή παρατηρούμε ότι αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι κάλεσε τον Αιτητή στο γραφείο του την 22/6/20 για να συζητήσουν εναλλακτικές λύσεις λαμβάνοντας υπόψη το ιατρικό πιστοποιητικού του Δρ. Ελευθερίου, Τεκμήριο 13.  Το εν λόγω ιατρικό πιστοποιητικό όμως φέρει ημερομηνία μεταγενέστερη της συνάντησης, ήτοι η συνάντηση έγινε την 22/6/20 και ως η θέση όλων ο Αιτητής εξετάστηκε από τον Δρ. Ελευθερίου την 7/7/20 ημερομηνία που φέρει και η σχετική ιατρική βεβαίωση.  Σε σχετική υπόδειξη, ο κ.Κασιουρής ανέφερε «δεν ξέρω, μπορεί από εσωτερική πληροφόρηση» ή από τον Αιτητή.          

 

Ο κ.Κασιούρης σε πολλές από τις ερωτήσεις που του έγιναν κατά την αντεξέτασή του έλεγε ότι δεν ήξερε να απαντήσει.  Συγκεκριμένα, όταν ερωτήθηκε εάν ο Αιτητής μπορούσε να «καθαρίσει» έναν Η/Υ από υιούς απάντησε «δεν ξέρω να απαντήσω».  Στη συνέχεια όταν ερωτήθηκε τι έκανε όταν ο Αιτητής έμενε στο γραφείο του απάντησε «δεν ξέρω;».  Ακολούθως σε ερώτηση κατά πόσο υπάρχουν «laptop» στα οποία χρειάζονται εξειδίκευση και χρόνος για να γίνει εγκατάσταση «memory card» απάντησε «δεν ξέρω να απαντήσω σε τούτο τωρά».  Ενώ ο κ.Κασιουρής κατά την κυρίως εξέτασή του έκανε αναφορά σε συνάντηση του Αιτητή με τον κ.Λοΐζου ημερ. 8/7/20, σε ερώτηση κατά την αντεξέτασή του κατά πόσο η εν λόγω συνάντηση έλαβε χώρα την 8/7/20 ανέφερε ότι δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει την ημερομηνία.  

 

Δεν μπορούμε να δεχθούμε τη θέση του κ.Κασιουρή ότι η κάρτα του υπαλλήλου δεν έχει καμία σχέση με τα πραγματικά του καθήκοντα και τη θέση του κ.Δημητρίου ότι ο Αιτητής δεν ήταν «System Engineer» εφόσον στον Αιτητή εκδόθηκαν επαγγελματικές κάρτες με τον εν λόγω τίτλο, Τεκμήριο 21.  Δεν μπορούμε να δεχθούμε επίσης τη θέση τόσο του κ.Κασιουρή όσο και του κ.Δημητρίου ότι ο Αιτητής κάθε φορά που του ανατίθετο εργασία από την 3/6/20 και μετά αυτός ενημέρωνε τον προϊστάμενό του ότι λόγω της κατάστασης της υγείας του δεν μπορούσε να την εκτελέσει.  Οι Καθ’ ων η αίτηση στην προειδοποιητική επιστολή που απέστειλαν προς τον Αιτητή την 9/7/20 έκαμαν αναφορά σε μία μόνο περίπτωση ανυπακοής του Αιτητή να εκτελέσει εργασία που αφορούσε την 8/7/20.  Άλλωστε, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 12 ο Αιτητής σε ηλεκτρονικό του μήνυμα έκανε λόγο για εκτελεσθείσα από τον ίδιο εργασία την 16/6/20.

 

Ούτε ο κ.Δημητρίου μας έκανε καλή εντύπωση.  Ο κ.Δημητρίου ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι την 28/4/20 δόθηκαν οδηγίες στον Αιτητή για να διεκπεραιώσει συγκεκριμένη εργασία την 29/4/20 και ότι συνεπεία της άρνησης του Αιτητή αναγκάστηκε να την διεκπεραιώσει ο κ.Γεωργίου που ήταν συνάδελφός του.  Από το σχετικό δελτίο παράδοσης, Τεκμήριο 25, προκύπτει ότι όντως την εν λόγω παράδοση έκαμε ο κ.Γεωργίου αλλά όχι μετά την 29/4/20 που ως η θέση των Καθ’ ων η αίτηση δόθηκαν οδηγίες στον Αιτητή και αρνήθηκε αλλά την 28/4/20.  Σε σχετική υπόδειξη ο κ.Δημητρίου δεν έδωσε πειστική εξήγηση και ανέφερε μόνο ότι το «delivery note» γίνεται από πριν και μπορεί ο Αιτητής να έπρεπε να το έπαιρνε μαζί του, δεν το έκανε και την επόμενη ημέρα το πήρε ο κ.Γεωργίου.

 

Ο κ.Δημητρίου δεν παρέμεινε σταθερός σε αρχικές του θέσεις και υπέπεσε και αυτός σε αντιφάσεις.  Παρόλο που ήταν η θέση του κ.Δημητρίου κατά την κυρίως εξέτασή του ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δε συμφώνησε ποτέ στο να παραμένει ο Αιτητής εντός των γραφείων της, αντεξεταζόμενος σε ερώτηση κατά πόσο ο Αιτητής συμφώνησε με τον κ.Λοΐζου να παραμένει εντός των εγκαταστάσεων της Εργοδότριας Εταιρείας δεν το αρνήθηκε και απάντησε ότι δεν θυμόταν «τόσο παλιά».  Ακολούθως, σε σχετική υποβολή διαφώνησε και ισχυρίστηκε μάλιστα ότι θυμόταν «την περίπτωση».  Στη συνέχεια όταν του υποδείχθηκε αλληλογραφία στην οποία ο Αιτητής αναφέρει τη σχετική διευθέτηση, Τεκμήριο 14, απάντησε ότι δεν μπορούσε να απαντήσει.  Ο κ.Δημητρίου παρόλο που αρχικά αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής από το 2018 δεν διεκπεραίωνε τις ανατεθείσες σε αυτόν εργασίες, στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι αυτό δεν ίσχυε «πάντα».  Διερωτόμαστε, γιατί η Εργοδότρια Εταιρεία δεν απέστειλε από το 2018 που ως η θέση του κ.Δημητρίου ο Αιτητής «παραπονιόταν τακτικά, με αποτέλεσμα τα καθήκοντα του να μεταφέρονται για ολοκλήρωση, είτε μερικώς είτε στην ολότητα τους, σε συναδέλφους του», σχετική προειδοποιητική επιστολή και περίμεναν μέχρι την 9/7/20 για να αποστείλουν το Τεκμήριο 15.        

           

      Όπως έχει διαφανεί από τα πιο πάνω, η μαρτυρία τόσο του κ.Κασιουρή όσο και του κ.Δημητρίου αναφορικά με τα αμφισβητούμενα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα εργατική διαφορά δεν ήταν σαφής, ξεκάθαρη και σταθερή και σε αρκετά σημεία ήταν αντιφατική και χωρίς λογική συνοχή και γι’ αυτό δεν κρίνονται αξιόπιστες.  Από την άλλη, η μαρτυρία του Αιτητή μας φάνηκε θετική, φυσική και ειλικρινής, συνάδει με τα τεκμήρια και την αποδεχόμαστε.  Θεωρούμε ότι ο Αιτητής ήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να περιγράψει τα γεγονότα όπως ο ίδιος τα βίωσε και το έκανε με σταθερότητα και σαφήνεια και συνεπώς κρίνουμε την εν λόγω μαρτυρία του αξιόπιστη.  Πέραν της θετικής εικόνας που άφησε, δεν έχουμε εντοπίσει ουσιαστικές αντιφάσεις στη μαρτυρία του.  Αποδεχόμαστε συνεπώς τη μαρτυρία του η οποία θεωρούμε αποδίδει την αλήθεια και ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου.

 

            Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτουμένου και κατά συνέπεια απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου.  Σύμφωνα με το άρθρο 5 (α), (ε) και (στ) του Νόμου:

 

«5.  Τερματισμός απασχολήσεως δι΄ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν:

(α) όταν ο εργοδοτούμενος παραλείπη να εκτελέση την εργασίαν του κατ΄ ευλόγως οικανοποιητικόν τρόπον:

………………………………

(ε)  όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως:

Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκή το δικαίωμά του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμά του να απολύση τον εργοδοτούμενον· 

(στ) άνευ επηρεασμού της γενικότητος της αμέσως προηγουμένης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ΄ όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως:

(i)  διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένεται όπως συνεχισθή·

(ii)  διάπραξις σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του·

(iii)  διάπραξις ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντός του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότου του·

(iv)  απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του·

(v)  σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν».

 

            Για να κριθεί η νομιμότητα της απόλυσης του Αιτητή, θα πρέπει να ικανοποιούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις του Νόμου.  Το κριτήριο για το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη, να προβεί στον τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτούμενου υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για το συγκεκριμένο λόγο βάσει των ενώπιόν του στοιχείων.  Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη, ως λέχθηκε σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Κακοφεγγίτου v. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ (2005) 1Β Α.Α.Δ. 1478, Kynigos Hotels Ltd v. Χρίστου (2004) 1Α Α.Α.Δ. 665, Galatariotis Telecommunications Ltd v. Βασιλείου (2003) 1 Α.Α.Δ. 318 και Γεωργίου ν. Columbia World Wide Movers Ltd, Πολ. Εφ. 103/12, ημερ. 7/7/17). 

 

      Η εργασιακή σχέση είναι σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης και ο τερματισμός της δικαιολογείται όταν η συμπεριφορά του εργοδοτούμενου ήταν τέτοια που κλόνισε τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου ώστε να καθίσταται για τον εργοδότη αδύνατη η συνέχισή της.  Για τη διατήρηση του κλίματος αμοιβαίας εμπιστοσύνης ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργοδοτούμενο, ο δεύτερος έχει την υποχρέωση να τηρεί καλόπιστη συμπεριφορά και οφείλει να επιδεικνύει την πρέπουσα διαγωγή και σεβασμό προς τη διεύθυνση και την προσωπικότητα του εργοδότη και των προϊσταμένων του και οφείλει να αποφεύγει οποιαδήποτε συμπεριφορά που θα μπορούσε να επηρεάσει το κύρος και να προσβάλει την προσωπικότητα του εργοδότη του.[1] 

 

      Διαγωγή ή συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδοτούμενου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησής του από τον εργοδότη του κατ’ εφαρμογή και του άρθρου 5 του Νόμου.  (Βλ. Κασάπη ν. Technoplastics Ltd 1 A.A.Δ. (1992) 919).  Όπως λέχθηκε στην Kynigos Hotels Ltd (ανωτέρω) ένα μεμονωμένο περιστατικό δε δικαιολογεί άμεσο τερματισμό, αφού συνεπεία αυτού ο εργοδοτούμενος χάνει τη δουλειά του, ίσως και τη σταδιοδρομία του.  Όπως προκύπτει και από την υπόθεση Constantinidou v. F. W. Woolworth & Co. (Cyprus) Ltd. (1980) 1 C.L.R. 302 ένα μεμονωμένο επεισόδιο για να δικαιολογήσει απόλυση θα πρέπει να συνδέεται με σοβαρές συνέπειες και επιπτώσεις.  Από την απόφαση Kanika Developments Ltd v. Λουκά (2004) 1Α Α.Α.Δ. 603, αναδύεται το γεγονός ότι η απόλυση πρέπει να είναι το έσχατο μέτρο στο οποίο μπορεί να καταλήξει ο εργοδότης, το οποίο πρέπει να ασκείται με φειδώ.  Το ερώτημα που πρέπει να τίθεται είναι κατά πόσον ήταν λογικό ο εργοδοτούμενος να έχανε τη δουλειά του, ίσως και τη σταδιοδρομία του.  Για την απάντηση του εν λόγω ερωτήματος θα πρέπει να σταθμίζονται από τη μία η επιλήψιμη συμπεριφορά του εργαζομένου, το εργασιακό περιβάλλον, η σταδιοδρομία, τα προτερήματα και οι αδυναμίες του εργαζομένου και από την άλλη οι ανάγκες του εργοδότη.  Στην υπόθεση Pattikis a.a. v. The Municipal Committee of Nicosia (1988) 1 C.L.R. 103 λέχθηκε ότι η σημασία της εργασίας στη ζωή του ανθρώπου έχει αναγνωριστεί ως πολύ σημαντική για την ευημερία του ίδιου του ανθρώπου.

 

            Όπως αναφέρεται σε σωρεία αποφάσεων, δεν υπάρχει κανόνας ο οποίος να καθορίζει το βαθμό της επιλήψιμης συμπεριφοράς.  Το Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει την κάθε περίπτωση στα πλαίσια των δικών της γεγονότων ώστε να αποφασίζει κατά πόσο η συγκεκριμένη συμπεριφορά ήταν τόσο σοβαρή και στο βαθμό που θα δικαιολογείτο η απόλυση.  Το Δικαστήριο οφείλει επίσης να λάβει υπόψη του όλες τις συνθήκες που περιβάλλουν την εργατική διαφορά καθώς επίσης κα την προηγούμενη υπηρεσία και συμπεριφορά των μερών.  Προτού ο εργοδότης καταλήξει στην τελική του απόφαση θα πρέπει να λάβει υπόψη του όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριλαμβανομένων και αυτών που αφορούν το πρόσωπο του υπό απόλυση εργοδοτούμενου.  Τέτοιες περιστάσεις, μεταξύ άλλων, είναι για παράδειγμα η προηγούμενη συμπεριφορά του εργοδοτούμενου, η ευδόκιμη υπηρεσία του, τυχόν εξήγηση που έδωσε για τη συμπεριφορά, τις πράξεις ή παραλείψεις του, τυχόν πρόθεσή του για τέλεση συγκεκριμένης πράξης ή παράλειψη και το είδος των καθηκόντων που του εμπιστεύθηκε ο εργοδότης. 

 

Περαιτέρω, σημειώνουμε ότι με βάση την επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου ένας εργοδότης οφείλει να ασκήσει τυχόν δικαίωμά του να απολύσει ένα εργοδοτούμενο εντός λογικού χρόνου από του γεγονότος που του παρέσχε το δικαίωμα.  Νομολογιακά, η παράλειψη του εργοδότη να ασκήσει τυχόν δικαίωμά του να απολύσει εργοδοτούμενο για ένα σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα θεωρείται ως εγκατάλειψη του εν λόγω δικαιώματος.[2] 

 

Η απόλυση δεν μπορεί να κριθεί δικαιολογημένη για παρελθόντες λόγους, έστω και σοβαρούς, εκτός εάν ο λόγος που επέφερε τη ρήξη της εργασιακής σχέσης είναι από μόνος του τόσο σοβαρός που να μπορεί να δικαιολογήσει απόλυση, πλην της περίπτωσης που νέο παράπτωμα επιβεβαιώνει συγκεκριμένη συστηματική συμπεριφορά του εργοδοτουμένου μετά που δόθηκαν σοβαρές προειδοποιήσεις.  Σε αντίθετη περίπτωση, εργαζόμενοι οι οποίοι υπέπεσαν σε παραπτώματα στο παρελθόν, θα κινδύνευαν εις αεί να απολυθούν για παρελθόντες λόγους με αποτέλεσμα να παρατείνεται επ’ αόριστο η αβεβαιότητα σε σχέση με την παραμονή τους στην εργασία τους.

 

Στις περιπτώσεις απολύσεων συνεπεία παράλειψης του εργοδοτούμενου να εκτελέσει ικανοποιητικά τα καθήκοντά του, ο εργοδότης οφείλει να αποδείξει την εν λόγω παράλειψη εντός των πλαισίων της «λογικής αποτελεσματικότητας» που απαιτείται υπό τις περιστάσεις και όχι της «μέγιστης».   Η λογική (και όχι η μέγιστη) αποτελεσματικότητα που απαιτείται εξαρτάται επίσης από τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης.  Το κριτήριο επομένως είναι αντικειμενικό.  Τερματίζοντας δε την απασχόληση με βάση το άρθρο 5(α) ο εργοδότης οφείλει να δώσει στον εργοδοτούμενο την υπό του Νόμου προβλεπόμενη προειδοποίηση.   

 

Περιπλέον, στην Αγγλία, όπως αναφέρουν οι Upex, Benny και Hardy στο σύγγραμμά τους, σε περίπτωση που η απόλυση αφορά μη ικανοποιητική εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζομένου, ο εργοδότης οφείλει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι βασιζόμενος σε λογικά στοιχεία (reasonable grounds) πραγματικά πίστευε ότι ο υπάλληλος ήταν ανίκανος (incapable), αλλά πρέπει πρώτα να διεξάγει πλήρη και προσεκτική έρευνα για τα σχετικά γεγονότα.  Εν συνεχεία, αναφέρουν ότι από την εν λόγω έρευνα πρέπει να προκύψει ικανοποιητικό υλικό για την κατάληξη στο συγκεκριμένο συμπέρασμα.[3]  Ο Duggan[4] αναφέρει στο δικό του σύγγραμμα ότι όταν η υπηρεσία του εργοδουτούμενου είναι μακρά, σε περιπτώσεις ανικανότητας στην εκτέλεση των καθηκόντων, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει κατά πόσο ο εργοδότης κατά τη λήψη της απόφασης για απόλυση, έλαβε υπόψη του και την μακρόχρονη υπηρεσία του υπαλλήλου του.[5]  Ο εργοδότης λοιπόν, θα πρέπει αρχικά να αποδείξει ότι ο εργοδοτούμενος του δεν εκτελούσε ικανοποιητικά τα καθήκοντά του, εντός των πλαισίων της λογικής αποτελεσματικότητας που απαιτείται υπό τις περιστάσεις.  Ακολούθως, θα πρέπει να αποδείξει ότι προέβη σε λογική έρευνα πριν αποφασίσει ότι o εργαζόμενος δεν εκτελεί κατ’ ευλόγως ικανοποιητικό τρόπο την εργασία του και ότι ο εργοδοτούμενος ενημερώθηκε σχετικά με τα παράπονα του εργοδότη του σε σχέση με την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του αλλά και ότι δόθηκε σχετική προειδοποίηση στον εργοδοτούμενο για τυχόν συνέπειες σε περίπτωση που δεν βελτιωθεί, με σκοπό να δοθεί στον εν λόγω εργοδοτούμενο η ευκαιρία να βελτιωθεί.  Η Βουλή των Λόρδων στην υπόθεση Polkey v. AE Dayton Services Ltd [1987] IRLR 503 [1988] AC 344, HL ανέφερε ότι τις περισσότερες φορές οι εργοδότες δεν μπορεί να θεωρηθούν ότι ενήργησαν εύλογα απολύοντας εργοδοτούμενό τους για ανεπαρκή απόδοση εκτός εάν του έχουν δώσει προηγουμένως δίκαιες προειδοποιήσεις καθώς και την ευκαιρία να βελτιωθεί.[6] 

  

      Η νομολογία, δεν παραλείπει να επισημαίνει ότι οι κυριότερες υποχρεώσεις του συνετού εργοδότη κατά την άσκηση του δικαιώματος της απόλυσης, συνδέονται με την τήρηση μιας σωστής διαδικασίας, όπου υπάρχει πλήρης σεβασμός των δικαιωμάτων του εργαζομένου προτού ληφθεί η απόφαση για απόλυσή του.  Το δικαίωμα ακρόασης στον εργοδοτούμενο παρέχεται κυρίως για να δοθεί σε αυτόν η δυνατότητα να ανατρέψει τα όσα του καταλογίζονται.  Περαιτέρω, η άμεση επαφή εργοδότη-εργοδοτούμενου μπορεί να συμβάλει στην αποκατάσταση του κλίματος εμπιστοσύνης που για κάποιο λόγο διαταράχθηκε και έτσι να αποφευχθεί η λήψη του μέτρου της απόλυσης.  Το εν λόγω δικαίωμα του εργοδοτούμενου δεν είναι απόλυτο, αφού στις περιπτώσεις όπου τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή ομολογούνται από τον εργοδοτούμενο η εν λόγω συζήτηση μπορεί να παραλειφθεί εφόσον δεν θα μπορούσε να επηρεάσει το αποτέλεσμα.  Το άρθρο 7 του Κυρωτικού Νόμου της Σύμβασης περί του Τερματισμού Απασχόλησης του 1985 Νόμου, Ν.45/85, έχει ως εξής: «Η απασχόληση εργαζομένου δεν πρέπει να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με τη συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος του, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα».  Καθώς αναφέρεται στην υπόθεση Κακοφεγγίτου (ανωτέρω) «στη διαπίστωση του ευλόγου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7 καθ’ όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία».  Η τήρηση της σωστής διαδικασίας αποβλέπει και στην προστασία του δικαιώματος εργασίας του εργαζομένου.  Τούτο συμβαδίζει και με τα ακόλουθα που λέχθηκαν στη σελ. 607 στην υπόθεση Kanika Developments Ltd (ανωτέρω), ήτοι ότι «πρέπει πάντως να λαμβάνει κανείς πάντοτε υπόψη και το ότι ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος, με τον οποίο ρυθμίζονται αυτές οι σχέσεις, είναι νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου που αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας, δικαίωμα που αποτελεί σημαντική σύγχρονη κατάκτηση».

 

            Προκύπτει λοιπόν το ερώτημα κατά πόσο η ενέργεια της Εργοδότριας Εταιρείας να προβεί στον τερματισμό των υπηρεσιών του Αιτητή για τους λόγους που αναφέρονται στο δικόγραφό της είναι νόμιμη και δικαιολογημένη. 

     

Όπως έχει διαφανεί από τα πιο πάνω, σε πολύ μεγάλο βαθμό, τα πλείστα ουσιώδη γεγονότα είναι παραδεκτά.  Ο Αιτητής από το 2018 παρουσίασε προβλήματα υγείας και απουσίασε σε διάφορα χρονικά διαστήματα.  Οι Καθ’ ων η αίτηση δεν απέστειλαν οποιαδήποτε επιστολή στον Αιτητή με την οποία να τον παρατηρούν για απροθυμία μέχρι την Πέμπτη 9/7/20 που του απέστειλαν το Τεκμήριο 15 στο οποίο κάνουν λόγο για άρνηση μίας φοράς του Αιτητή να διεκπεραιώσει ανατεθείσα σε αυτόν εργασία την 8/7/20 και τον κάλεσαν να εκτελεί τα καθήκοντά του λαμβάνοντας υπόψη του ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Ελευθερίου.  Ο Αιτητής απολύθηκε την επόμενη Τρίτη 14/7/20, χωρίς οι Καθ’ ων η αίτηση να αναφερθούν σε οποιαδήποτε άλλη συγκεκριμένη απροθυμία του Αιτητή να εκτελέσει ανατεθείσα εργασία μετά την 9/7/25 ή άλλη μεμπτή συμπεριφορά.  Στην επιστολή τερματισμού οι Καθ’ ων η αίτηση δεν έκαναν αναφορά σε απροθυμία του Αιτητή να εκτελέσει ανατεθείσα σε αυτόν εργασία αλλά αντ’ αυτού έκαναν αναφορά σε κώλυμα του Αιτητή να εκτελέσει την εργασία του λόγω μόνιμου προβλήματος υγείας, όπως αναφέρουμε ανωτέρω.   

 

Λόγω της απόρριψης της μαρτυρίας που προσκόμισαν οι Καθ’ ων η αίτηση σε σχέση με τους λόγους απόλυσης που επικαλούνται στο δικόγραφό τους, η Εργοδότρια Εταιρεία απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που την βάρυνε και να αποδείξει ότι υπό τις περιστάσεις ενήργησε εύλογα ως ένας λογικός εργοδότης και ότι νόμιμα και δικαιολογημένα απέλυσε τον Αιτητή εντός των πλαισίων του Νόμου και των αρχών που καθιέρωσε η νομολογία, εφόσον δεν αποδείχθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου πραγματικά γεγονότα που να δικαιολογούν την απόλυση του Αιτητή.  Όπως αναφέρουμε ανωτέρω, η Εργοδότρια Εταιρεία απέστειλε την 9/7/20 προειδοποιητική επιστολή στον Αιτητή με την οποία τον παρατηρούσε για ανυπακοή εκτέλεσης ανατεθείσας εργασίας και τον καλούσε να εκτελεί την εργασία του και περί τις 3 - 4 εργάσιμες ημέρες μετά τον απέλυσε όχι εξ αιτίας σχετικής ανυπακοής αλλά λόγω κωλύματός του να εκτελεί την εργασία του συνεπεία προβλήματος υγείας.   Οι Καθ’ ων η αίτηση παρόλο που στο δικόγραφό τους, όπως αναφέρουμε ανωτέρω, ισχυρίστηκαν απροθυμία και άρνηση του Αιτητή να εκτελέσει ανατεθείσα σε αυτόν εργασία δεν παρέθεσαν λεπτομέρειες για οποιοδήποτε περιστατικό άρνησης του Αιτητή να εκτελέσει ανατεθείσα σε αυτόν εργασία από την 9/7/20 μέχρι την απόλυσή του.  Με λίγα λόγια, παρόλο που οι μάρτυρες των Καθ’ ων η αίτηση έκαναν συγκεκριμένη αναφορά σε ισχυριζόμενη απροθυμία του Αιτητή να εκτελέσει τα καθήκοντά του συγκεκριμένες ημερομηνίες όπως την 29/4/20, 4/6/20 και 8/7/20 δεν έκαναν οποιαδήποτε αναφορά για σχετική απροθυμία και δεν παρέθεσαν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες για απροθυμία μετά την 9/7/20 που απέστειλαν στον Αιτητή προειδοποιητική επιστολή.  Μάλιστα, ο κ.Δημητρίου αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν «έψαξε» καν κατά πόσο ο Αιτητής επέδειξε απροθυμία και αρνήθηκε να εκτελέσει ανατεθείσες εργασίες μετά την αποστολή της προειδοποιητικής επιστολής μέχρι και την απόλυσή του και ο κ.Κασιουρής δεν αρνήθηκε υποβολή ότι εντός του εν λόγω χρονικού διαστήματος ο Αιτητής δεν αρνήθηκε να εκτελέσει ανατεθείσα εργασία και ανέφερε μόνο ότι δεν μπορούσε να απαντήσει.  Είναι συνεπώς κατάληξή μας ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν τερμάτισε νόμιμα την απασχόληση του Αιτητή εντός των πλαισίων του Νόμου. 

    

       Συνεπώς, ακόμη και εάν αποδεχόμασταν τη θέση των μαρτύρων των Καθ’ ων η αίτηση ότι ο Αιτητής αρνείτο να εκτελέσει την ανατεθείσα σε αυτόν εργασία, από τη στιγμή που απέστειλαν την 9/7/20 σχετική προειδοποιητική επιστολή και δεν παρουσιάστηκαν συγκεκριμένα στοιχεία και συγκεκριμένες λεπτομέρειες άρνησης του Αιτητή να εκτελέσει ανατεθείσα σε αυτόν εργασία μετά την 9/7/20, δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί ο τερματισμός της απασχόλησής του την 14/7/20.  Όπως αναφέρθηκε στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Εφετείου Clappas Trading House Limited v. Κάντα, Πολ. Εφ. 461/19, ημερ. 30/6/25, για να μπορεί να δικαιολογηθεί απόλυση λόγω προηγούμενης συστηματικής συμπεριφοράς πρέπει να υφίσταται και «τελευταίο γεγονός».  Συγκεκριμένα αναφέρθηκε ότι με «τα όσα αποδίδονται στον εφεσίβλητο, όντως προβάλλει να ελλείπει αυτό το τελευταίο γεγονός που να καθιστούσε δικαιολογημένη την απόλυση του»

 

      Ομόφωνα λοιπόν καταλήγουμε ότι ο εργοδότης δεν απέδειξε ότι  ενήργησε ως λογικός εργοδότης και συνεπώς η απόλυση του Αιτητή κρίνεται παράνομη.  Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτουμένου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου.  Σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει απόλυτη διακριτική εξουσία για το επιδικασθησόμενο ποσό.  Κατά τον υπολογισμό όμως του επιδικασθησομένου τούτου ποσού το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δέον να λάβει υπόψη του, μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

 

«(α)      Τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτουμένου˙

 (β)       την διάρκειαν της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου˙

 (γ)       την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του  εργοδοτουμένου˙

 (δ)       τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου˙

 (ε)       την ηλικίαν του εργοδοτουμένου.»

 

Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικάσει κρίνεται με βάση τα ενώπιόν του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα.  Σε καμία περίπτωση, το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογα συμπεράσματα.  Σημειώνουμε ότι η αποζημίωση δεν μπορεί ούτε να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών (παράγραφος 3 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου) και ούτε να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων (παράγραφος 2 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου).  Στην υπόθεση Εκδοτικός Οίκος Δίας Δημόσια Λτδ ν. Παπαχριστοδούλου (2006) 1 Α.Α.Δ. 625, στη σελ. 630, τονίστηκε ότι: «Σύμφωνα με τον πρώτο πίνακα του Ν.24/67 …. το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει απόλυτη διακριτική εξουσία να επιδικάσει οποιοδήποτε ποσό κρίνει πρέπον».  Περαιτέρω, στην υπόθεση Louis Tourist Agency Ltd ν. Ηλία (1992) 1 Α.Α.Δ. 98, 105 λέχθηκε ότι: «Η υλική ζημιά την οποία υφίσταται από τον τερματισμό ο εργοδοτούμενος είναι αναμφίβολα παράγοντας σχετικός, αλλά όχι ο μόνος ο οποίος λαμβάνεται υπόψη.  Η διαγωγή των μερών είναι άλλος σχετικός παράγοντας, όπως συνάγεται από την παράγραφο 4 (δ) του Πίνακα».

 

Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη όλους τους παράγοντες που απαριθμούνται στην παράγραφο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου και στο άρθρο 3 του Νόμου, για τους οποίους ακούσαμε και αξιολογήσαμε μαρτυρία, όπως τις απολαβές του Αιτητή τις οποίες αναφέρουμε ανωτέρω, τη διάρκεια της υπηρεσίας του η οποία είναι παραδεκτή, τις πραγματικές συνθήκες τερματισμού, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις εύλογο να επιδικάσουμε ως αποζημίωση το ποσό των €25,460.63 που αντιστοιχεί με απολαβές 55 ½  εβδομάδων.  Σύμφωνα με το άρθρο 3(2) του Νόμου οι Καθ’ ων η αίτηση θα καταβάλουν στον Αιτητή ποσό €23.855 που είναι οι απολαβές 52 εβδομάδων με νόμιμο τόκο και το υπόλοιπο ποσό, ήτοι €1.605,63 με νόμιμο τόκο, θα καταβληθεί στον Αιτητή από το Ταμείο Πλεονασμού.   

 

Εκδίδεται λοιπόν ομόφωνα απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ΄ ων η αίτηση για €25,460.63, με νόμιμο τόκο.  Επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εις βάρος των Καθ’ ων η αίτηση έξοδα ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.      

 

 

                        (Υπ.) …………………………………………

                                               Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστής

 

(Υπ.)..............................................                 (Υπ.) ................................................

                 Ν. Νικολάου,  Μέλος                                   Α. Αγγελοδήμου, Μέλος

 

 

ΠΙΣΤΟΝ  ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Ιωάννης Δ. Κουκιάδης , Εργατικό Δίκαιο, Γ’ έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2005, σελ. 562-563.

[2] Βλ. υπόθ. Thanos Hotels Ltd v. Ανδρέου (2002) 1(Β) Α.Α.Δ. 1000 και L´UNION NATIONALE (Tourism & Sea Resorts) Ltd v. Αγαθοκλέους (2000) 1 Α.Α.Δ. 2117.

[3] Robert Upex, Richard Benny & Stephen Hardy, Labour Law, 2006, 2η έκδοση, σελ. 287-288.

[4] Michael Duggan, Unfair Dismissal, Law, Practice & Guidance, 1999, σελ. 117.

[5] Βλ. αγγλική υπόθεση British Home Stores v. Butchell [1980] ICR 303, [1978], EAT.

[6]Στην αγγλική υπόθεση James v. Waltham Holy Cross UDC [1973] ICR 398 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «An employer should be very slow to dismiss upon the grounds that the employee is incapable of performing the work which he is employed to do, without first telling the employee of the respects in which he is failing to do the job adequately, warning him of the possibilities or likelihood of dismissal on this ground and giving him an opportunity of improving his performance».  Στην επίσης αγγλική υπόθεση Laylock v. Jones Buckie Shpyard Limited [EAT 395/81] δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στη γνώση από την πλευρά του εργαζόμενου για τη δυσφορία του εργοδότη του σε σχέση με την εκτέλεση των καθηκόντων του και τονίστηκε η σημασία της χορήγησης γραπτής (formal) προειδοποίησης.  Συγκεκριμένα, ο Δικαστής Browne-Wilkinson ανέφερε ότι: «… a tribunal will take into account, amongst other factors, whether or not the employee was aware that a continuation of his course of conduct might lead to his dismissal.  In the ordinary case, such awareness will no doubt be brought home to him by formal warnings having been given».    


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο