Όλγας Πιπερίδου ν. Κυπριακής Ολυμπιακής Επιτροπής, Αρ. Αίτησης: 208/22, 25/5/2026
print
Τίτλος:
Όλγας Πιπερίδου ν. Κυπριακής Ολυμπιακής Επιτροπής, Αρ. Αίτησης: 208/22, 25/5/2026

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ – ΛΕΥΚΩΣΙΑ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστή.

                   Ι. Νεοφύτου            )

                   Κ. Κωνσταντίνου    )  Μελών

                                                                                       Αρ. Αίτησης: 208/22

Μεταξύ:

                                          Όλγας Πιπερίδου

                                                                                             Αιτήτριας

                                                    και

 

        Κυπριακής Ολυμπιακής Επιτροπής                                                                                                     Καθ΄ ης η αίτηση

Ημερομηνία: 25 Μαΐου, 2026

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για την Αιτήτρια:  κ. Τριανταφυλλιδης Κρ.

Για την Καθ΄ ης η αίτηση: κ. Σπανός 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

            Με την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση η Αιτήτρια ζητά διάταγμα διατάττον όπως δικαστούν προδικαστικά τα ακόλουθα:

 

«(α)Το κατά πόσο το γεγονός ότι η απόφαση αναφορικά με τη προδικαστική Ένσταση σχετικά με την έλλειψη αντικειμενικής αμεροληψίας του Προέδρου της Πειθαρχικής Επιτροπής αποφασίστηκε από την Επιτροπή χωρίς να δοθεί η ευκαιρία εις τον Δικηγόρο της Αιτήτριας να αγορεύσει προς υποστήριξη αυτής, και

(β)Το κατά πόσο το γεγονός ότι η απόφαση της Πειθαρχικής Επιτροπής επί της ουσίας της καταγγελίας κατά της Αιτήτριας επιφυλάχθηκε χωρίς εις τα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας να παρουσιαστεί μαρτυρία από πλευράς της Καθ’ ης η Αίτηση κατά της Αιτήτριας ενώ αντιθέτως κάλεσαν την Αιτήτρια να παρουσιάσει τη δική της μαρτυρία ανατρέποντας τοιουτοτρόπως το βάρος απόδειξης, και

(γ)Το κατά πόσο το γεγονός ότι η απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης επιφυλάχθηκε χωρίς να κληθεί να αγορεύσει ο Δικηγόρος της Αιτήτριας άμα το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας κατά την οποία εδόβη μαρτυρία μόνο από την Αιτήτρια όπως πρααναφέρεται, και

(δ)Το κατά πόσο το γεγονός ότι μετά την έκδοση της απόφασης από τους Καθ’ ων η Αίτηση επί της ουσίας της υπόθεσης, επεβλήθηκε ποινή εις την Ατήτρια από τους Καθ’ ων η Αίτηση χωρίς να κληθεί να αγορεύσει ο Δικηγόρος της Αιτήτριας για μετριασμό της ποινής, δυνατόν να οδηγήσουν και/η οδηγούν στις εξής θεραπείες από το Δικαστήριο:

(i)Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η διαδικασία η οποία ακολουθήθηκε από την Πειθαρχική Επιτροπή των Καθ’ ων η Αίτηση και η οποία κατέληξε με το τερματισμό την 7/6/2022 της απασχόλησης της Αιτήτριας ως Γενική Διευθύντρια των Καθ’ ων η Αίτηση με σχετική απόφαση των τελευταίων είναι εμποτισμένη με παρανομία καθ’ ότι παραβιάστηκαν κατά την διάρκεια της ρηθείσης διαδικασίας βασικά συνταγματικά δικαιώματα της Αιτήτριας και/ή νομικά δικαιώματα αυτής και/ή οι Κανόνες της Φυσικής Δικαιοσύνης και/η της Δικονομίας, ΚΑΙ/Η

(ίί)Διάταγμα και/η απόφαση του Δικαστηρίου ακυρώνων εξ’ υπαρχής και/η παραμερίζων εξ’ υπαρχής την απόφαση της Πειθαρχικής Επιτροπής των Καθ’ ων η Αίτηση ημερομηνίας 7/6/2022 δια της οποίας τερματίστηκε η απασχόληση της Αιτήτριας μετά των Καθ’ ων η Αίτηση υπό την ιδιότητα της ως Γενική Διευθύντρια των τελευταίων, ΚΑΙΙΗ

(Β)Οιανδήποτε ετέρα θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογη και/η δίκαιη υπό τας περιστάσεις, ΚΑΙ

(Γ)Έξοδα πλέον ΦΠΑ».

 

Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.19, Δ.26, Δ.27, Θ.1-3, Δ.29, Θ.2, Δ.39 και Δ.48, Θ.1 έως 7, 9, Δ.51, Δ.64, στα άρθρα 2, 29 και 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/1960, στον περί Ετησίων Αδειών Μετ’ Απολαβών Νόμο, Ν.8/1967, στους περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1999 (Κ.1/99), στον περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο, Ν.24/67, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στις αρχές του κοινοδικαίου και της επιείκειας, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου και στις γενικές αρχές του Νόμου και της Νομολογίας.

 

            Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση αναφέρονται σε ένορκη δήλωση και είναι τα ακόλουθα:

 

«(Α)(ί) Την 1/6/2022, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ανεφέρθει από πλευράς του Δικηγόρου της Αιτήτριας ότι θα εγείροντο κάποιες προδικαστικές ενστάσεις η πρώτη εκ των οποίων αφορούσε την αντικειμενική αμεροληψία του Προέδρου της Πειθαρχικής Επιτροπής.  Αναφέρθηκε ρητά ότι η ειδική αναφορά αυτή εγίνετο δια να ενημερωθεί ο Δικηγόρος των Καθ’ ων η Αίτηση ο οποίος δεν ήτο γνώστης συγκεκριμένου e-mail επί του οποίου βασίζετο κυρίως η εν λόγω ένσταση.  Αναφέρθηκε ρητά ότι η ανάπτυξη της θα λάμβανε χώρα την επόμενη, δικάσιμο ήτοι την 6/6/2022 μαζί με τις υπόλοιπες προδικαστικές ενστάσεις καθ’ ότι θα ζητήτο από την Πειθαρχική Επιτροπή να ορίσει την συνέχιση της ακρόασης δια την 6/6/2022 προς το σκοπό αυτό, και

(ii) Την 6/6/2022 και χωρίς να υπάρξει αγόρευση από το Δικηγόρο της Αιτήτριας προς υποστήριξη της συγκεκριμένης Ένστασης αυτή αποφασίστηκε από τα υπόλοιπα μέλη της Πειθαρχικής Επιτροπής και όχι από τον Πρόεδρο της Πειθαρχικής Επιτροπής τον οποίο αφορούσε και κατ’ επέκταση όφειλε να της επιληφθεί και να αποφασίσει ο ίδιος για τον εαυτό του και όχι τα υπόλοιπα μέλη δια αυτόν και απορρίφθηκε, και

(iii) H απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης εδόθη από τους Καθ’ ων η Αίτηση και/ή την Πειθαρχική Επιτροπή των την 7/6/2022, αφού την επεφύλαξαν την 6/6/2022 χωρίς να παρουσιαστεί μαρτυρία από πλευράς της Καθ’ ης η Αίτηση κατά της Αιτήτριας. Παρουσιάστηκε, αφού κλήθηκε προς τούτο η Αιτήτρια, και παρουσίασε τη δική της μαρτυρία επιφυλάσσοντας τα νομικά της δικαιώματα λόγω της διαδικασίας που ακολουθήθηκε που προαναφέρεται, και

(iv) Την 7/6/2022 εκδόθηκε η απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση η οποία επιφυλάχθηκε την 6/6/2022 χωρίς να αγορεύσει ο Δικηγόρος της Αιτήτριας μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας η οποία διεξήχθη με τον τρόπο που προαναφέρεται, και

(ν) Μετά την έκδοση της καταδικαστικής απόφασης την 7/6/2022, μέσα εις το ίδιο κείμενο που εδόθη εις την Αιτήτρια χωρίς να συνέλθει προς τούτο η Πειθαρχική Επιτροπή, της γνωστοποιήθηκε και η ποινή του τερματισμού της απασχόλησης της χωρίς να κληθεί να αγορεύσει ο Δικηγόρος της Αιτήτριας για μετριασμό της ποινής που θα της επιβάλλετο προηγουμένως.

Β. Τα ανωτέρω καταγράφονται εις τα πρακτικά της διαδικασίας εκδίκασης της υπόθεσης ημερομηνίας 1/6/2022 και 6/6/2022 αναφέρονται ρητά στην Αίτηση και ως γεγονότα - όχι η νομική τους επίδραση αλλά ως γεγονότα – δεν αμφισβητούνται εις το Έγγραφον Εμφάνισης - Ένσταση - των Καθ’ ων η Αίτηση. Αντίθετα είναι ως γεγονότα, ρητώς παραδεκτά».

 

Η αίτηση αντίκρισε την ένσταση της Καθ’ ης η αίτηση, η οποία βασίζεται στους Κανονισμούς 11 (1)(β), 11(2), 12(4) και 17 του περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικού Κανονισμού 1999, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.Θ. 1, 2, 3, 4, 8 και 9, Δ.19, Δ.26, Δ.27 Θ.Θ. 1 - 3, στον Ν.8/67 και στον Ν.24/67, στα Άρθρα 12, 25, 28, 30 και 35 του Συντάγματος, στους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης, στη νομολογία, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στις γενικές αρχές.

 

Οι λόγοι που προβάλλονται στην ένσταση είναι οι ακόλουθοι:

 

«((ί) H Ενδιάμεση Αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και/ή υπεβλήθη με υπέρμετρη καθυστέρηση και/ή ενώ η υπόθεση είναι ορισμένη για ακρόαση στις 31.3.26.

(ii) Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από την νομολογία για προδικαστική εκδίκαση των αναφερόμενων στην Αίτηση Θεμάτων.

(iii) Για να αποφασιστούν τα συγκεκριμένα θέματα και/ή κάποια εξ’ αυτών, θα πρέπει να προσφερθεί και/ή να αξιολογηθεί μαρτυρία αφού οι θέσεις των διαδίκων επί των θεμάτων αυτών διίστανται.

(ϊν) Η εκδίκαση των συγκεκριμένων θεμάτων προδικαστικά ουδόλως εξυπηρετεί το συμφέρον της δικαιοσύνης, αλλά αντίθετα, θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης αφού ακόμα και σε περίπτωση επιτυχίας της ενδιάμεσης αίτησης, η υπόθεση θα πρέπει και πάλι να προχωρήσει σε ακρόαση για να διαφανούν τα πραγματικά γεγονότα επί των οποίων το Δικαστήριο θα μπορεί να αποφασίσει (α) ως προς το κατά πόσο οι κατ’ ισχυρισμό παρατυπίες στην πειθαρχική διαδικασία είναι ικανές να καταστήσουν την απόλυση της Αιτήτριας παράνομη και αν κριθεί η απόλυση παράνομη, (β) το ύψος του ποσού της αποζημίωσης που δικαιολογείται να επιδικαστεί προς όφελος της Αιτήτριας υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης.

(ν) Η πειθαρχική διαδικασία στο εργατικό δίκαιο δεν εξομοιώνεται με την πειθαρχική ή την ποινική δίκη και, ως εκ τούτου, οι ισχυρισμοί της Αίτησης είναι αβάσιμοι και, ακόμα και σε περίπτωση που ήταν βάσιμοι, δεν οδηγούν αυτόματα σε εύρημα για παράνομη απόλυση.

(vi) Κανένα συνταγματικό και/ή άλλο δικαίωμα της Αιτήτριας δεν παραβιάσθηκε.

(vii) Δεν υπήρξε οιοδήποτε παραβίαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης.

() Ακολουθήθηκαν κατά γράμμα οι πρόνοιες τω Πειθαρχικών Κανονισμών των Καθ’ ων η Αίτηση».

 

Οι συνήγοροι των δύο πλευρών ανέπτυξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους με τις αγορεύσεις τους. 

 

Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ρυθμίζεται από τον περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999, Κ.1/99 (στο εξής «Οι Κανονισμοί»).  Με τον Κανονισμό 11 παρέχεται στο Δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια «να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης ή την ολοκλήρωση της».  Σύμφωνα με τον Κ.12(1) των Κανονισμών «ενδιάμεση αίτηση υποβάλλεται εγγράφως, είναι σύμφωνη και περιέχει τις λεπτομέρειες που περιγράφονται στον Τύπο 6».  Προς συμπλήρωση του θεσμικού πλαισίου που καθιερώνουν οι εν λόγω Κανονισμοί, στον Κ.17 προβλέπεται ότι «Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα Κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα Κανονισμό, θα εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού».  Ο Κ.17 δηλαδή, ως είναι διατυπωμένος, επιτάσσει στο Δικαστήριο όπως εφαρμόζει κατ’ αναλογία τις διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας εκεί που δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στους Κανονισμούς. 

 

Για το αίτημα όπως προδικαστούν τα όσα αναφέρει η Αιτήτρια, δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στους Κανονισμούς και συνεπώς εφαρμόζεται η Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία έχει ως εξής:

 

«1. Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.

2. If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just.

3. The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.

4. No action or proceeding shall be open to objection on the ground that a merely declaratory judgment or order is sought thereby, and the Court may make binding declarations of right whether any consequential relief is or could be claimed, or not».

 

 Οι αρχές που διέπουν την προκαταρκτική εκδίκαση νομικών σημείων συνοψίζονται σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου.  Όπως αναφέρθηκε στην Χ’’Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (1992) 1Β Α.Α.Δ. 949, διαταγή δυνάμει της Δ.27, θ.1 για εκδίκαση προδικαστικού νομικού σημείου εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις.  Συγκεκριμένα, στη σελ. 956 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Sammons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα».

 

Στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α. (1991) Α.Α.Δ. 225, τονίστηκε, στη σελ. 229, πως «… η επίλυση θέματος προδικαστικά και, γενικότερα, η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης - το φυσιολογικό πεδίο για τη διαπίστωση των γεγονότων και τον καθορισμό των δικαιϊκών τους συνεπειών - αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσο τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά».  Αναφέρθηκαν επίσης τα ακόλουθα στη σελ. 228:

 

«Ο καθορισμός του θέματος προς επίλυση βάσει των προνοιών της Δ.27 εδικαιολογείτο ενόψει-

(α) του νομικού χαρακτήρα του θέματος, και

(β) των επιπτώσεων από την επίλυσή του στην έκβαση την αγωγής.

Η φύση του νομικού θέματος, μάλιστα, καθιστούσε την επίλυση του, βάσει της Δ.27, επιβεβλημένη επειδή έθιγε την καθ’ ύλη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το ενωρίτερο δυνατό. Είναι αντινομικό το δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητας του».

 

Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Πιερίδης ν. Keshishian κ.α. (1996) 1Α A.Α.Δ. 224, 227:  «Τίθεται ζήτημα νομικού σημείου το οποίο μπορεί να εκδικαστεί προκαταρτικά μόνο πάνω στην βάση παραδεκτού πραγματικού υπόβαθρου.  Κάθε δε τέτοιο σημείο υποχρεωτικά κρίνεται με γνώμονα τη δοσμένη πραγματική θεμελίωση του».  Σχετική είναι και η υπόθεση Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α. ν. Alpha Bank Ltd πρώην Lombard Natwest Bank Ltd (2003) 1Β Α.Α.Δ. 990.  Επίσης, στην υπόθεση Karic Banka D.D. (Cyprus Offshore Banking Unit) v. Χαρίλαος Αποστολίδης Σία Λτδ (2001) 1Α Α.Α.Δ. 530, το Δικαστήριο ανέφερε τα εξής σχετικά στη σελ.532:  «Συμφωνούμε με τη πρωτόδικη απόφαση ότι, εν προκειμένω, νομικό ζήτημα σε σχέση με αυτή θα μπορούσε να εξεταστεί μόνο κατόπιν πλήρους διακρίβωσης του συνόλου των δεδομένων τα οποία συνέθεταν την περίπτωση και τα οποία δεν υπήρχαν στην ολότητά τους ως σταθερό σημείο αναφοράς σε εκείνο το στάδιο».[1] 

 

Όπως προκύπτει μέσα από το λεκτικό της Δ.27 και τις προαναφερόμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, βασικό κριτήριο για την προδικαστική εκδίκαση νομικού σημείου είναι η ύπαρξη αδιαμφισβήτητων ή παραδεκτών γεγονότων, η έγκαιρη καταχώρηση του αιτήματος και με το κρινόμενο νομικό σημείο να εγείρεται σοβαρό νομικό θέμα με την εκδίκαση του οποίου να αποφασίζεται όλη η υπόθεση ή ένα ουσιαστικό θέμα.    

 

Η Αιτήτρια, με την αίτηση εργατικής διαφοράς, αιτείται αποζημίωση για παράνομο τερματισμό της εργοδότησής της, διάταγμα επαναπρόσληψης, πληρωμή αντί προειδοποίηση, αυξημένες αποζημιώσεις, δεδουλευμένα ημερομίσθια, αναλογία 13ου μισθού, δεδουλευμένη άδεια, οποιαδήποτε άλλη θεραπεία, νόμιμο τόκο και έξοδα.  Η Αιτήτρια στο δικόγραφό της ισχυρίζεται ότι από την 5/3/09 ήταν η Γενική Διευθύντρια της Καθ’ ης η αίτηση, ότι την 24/3/21 το Εκτελεστικό Συμβούλιο της Καθ’ ης η αίτηση αποφάσισε με πλειοψηφία τον διορισμό ερευνώντα λειτουργού για να ερευνήσει γεγονότα που σχετίζονταν με τη διαγραφή της από το μητρώο του Εφόρου Σωματείων, ότι την 24/8/21 συντάχθηκε η εν λόγω έκθεση και ότι παραπέμφθηκε η Αιτήτρια για εκδίκαση ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής με την κατηγορία ότι επέδειξε αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της.  Περαιτέρω, η Αιτήτρια στο δικόγραφό της ισχυρίζεται ότι ήγειρε προδικαστικές ενστάσεις σε σχέση με τη διαδικασία ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής σε σχέση με τη σύνθεση, τη διαδικασία και την έλλειψη αντικειμενικής αμεροληψίας των Μελών και του Προέδρου, ότι τα πιο πάνω καθιστούν την διαδικασία ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής παράνομη, ότι ακολούθως η Αιτήτρια κλήθηκε να δώσει μαρτυρία χωρίς να αποφασιστούν οι προδικαστικές της ενστάσεις, ότι έδωσε μαρτυρία επιφυλάσσοντας τα δικαιώματά της, ότι απάντησε σε ερωτήσεις των Μελών της Πειθαρχικής Επιτροπής, ότι δεν επέδειξε αμέλεια, ότι ακολούθως η Πειθαρχική Επιτροπή χωρίς να αγορεύσει ο δικηγόρος της επιφύλαξε την απόφασή της, ότι την 7/6/22 τερματίστηκε η υπηρεσία της χωρίς προειδοποίηση και ότι και πάλι δεν κλήθηκε ο δικηγόρος της να αγορεύσει για μετριασμό της ποινής.  Τέλος, η Αιτήτρια ισχυρίζεται στο δικόγραφό της ότι η όλη διαδικασία είναι εμποτισμένη με παρανομία και ότι η απόφαση για απόλυσή της είναι λανθασμένη και άκυρη.   

 

Η Καθ’ ης η αίτηση στο δικόγραφό της ισχυρίζεται ότι την 1/6/22 η Αιτήτρια προσήλθε με τον δικηγόρο της ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής, ότι της ζητήθηκε να εκφράσει τις θέσεις της, ότι ο δικηγόρος της ανέφερε ότι είχε διάφορες προδικαστικές ενστάσεις, ότι τέθηκε ζήτημα σε σχέση με την αμεροληψία του Προέδρου Πειθαρχικής Επιτροπής, ότι την 6/6/22 ενημερώθηκε ότι η Αιτήτρια προέβη σε καταγγελία στην Επίτροπο Διοίκησης, ότι η Πειθαρχική Επιτροπή απέρριψε την εισήγηση να διακοπεί η διαδικασία μέχρι την ολοκλήρωση της έρευνας από την Επίτροπο Διοίκησης, ότι ο δικηγόρος της Αιτήτριας ανέπτυξε τις θέσεις του και για τις υπόλοιπες προδικαστικές ενστάσεις, ότι επιφυλάχθηκε απόφαση, ότι την 7/6/22 η Πειθαρχική Επιτροπή εξέδωσε απόφαση με την οποία απέρριψε τις προδικαστικές ενστάσεις της Αιτήτριας, ότι αποφάσισε ότι η Αιτήτρια υπέπεσε στο σοβαρό παράπτωμα της σοβαρής αμέλειας και αποφάσισε τον τερματισμό των υπηρεσιών της.  Περαιτέρω, η Καθ’ ης η αίτηση ισχυρίζεται στο δικόγραφό της ότι η απόλυση της Αιτήτριας ήταν απόλυτα δικαιολογημένη, ότι η Αιτήτρια είχε δικαίωμα άσκησης έφεσης το οποίο δεν άσκησε, ότι η απόφαση της Πειθαρχικής Επιτροπής εξεδόθη από τα μέλη της εν τη απουσία του Προέδρου της, ότι ο τελευταίος απλά ανέγνωσε την απόφαση, ότι ακόμη και να υπήρχε παρατυπία στη διαδικασία που ακολουθήθηκε αυτή δεν επηρέασε το δικαίωμα της Αιτήτριας να υπερασπιστεί τον εαυτό της, ότι για το υπό εκδίκαση θέμα δεν ακολουθούνται οι διαδικασίες των ποινικών υποθέσεων, ότι τα ποσά που  δικαιούτο η Αιτήτρια της καταβλήθηκαν και ότι η απόλυσή της ήταν σύμφωνη με τον περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο. 

 

Η Αιτήτρια αξιώνει, όπως αναφέρεται ανωτέρω, αποζημίωση για παράνομο τερματισμό της εργοδότησής της, διάταγμα επαναπρόσληψης, πληρωμή αντί προειδοποίηση, αυξημένες αποζημιώσεις, δεδουλευμένα ημερομίσθια, αναλογία 13ου μισθού καθώς και άδεια.  Με την προδικαστική εκδίκαση των όσων εισηγείται η Αιτήτρια δεν θα μπορούσε να επιλυθεί ούτε μία από τις αξιώσεις της.  Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη τις επιπτώσεις από την προδικαστική εκδίκαση των όσων αιτείται η Αιτήτρια στην έκβαση της εργατικής διαφοράς κρίνουμε ότι η υπό εκδίκαση αίτηση δεν εξυπηρετεί την απονομή της δικαιοσύνης και δεν μπορεί να επιτύχει.  Δεν διαφεύγει της προσοχής μας η μεγάλη καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση της υπό εκδίκαση αίτησης.  Όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεση η αίτηση εργατικής διαφοράς καταχωρήθηκε την 10/6/22 ενώ οι γενικοί λόγοι εμφάνισης της Καθ’ ης η αίτηση την 10/8/22.  Η υπό εκδίκαση αίτηση καταχωρήθηκε την 3/10/25, δηλαδή περί τους 38 μήνες μετά το κλείσιμο των έγγραφων προτάσεων. 

 

Για όλα τα πιο πάνω κρίνουμε ότι η αξίωση της Αιτήτριας για προδικαστική εξέταση των όσων αναφέρει δεν μπορεί να επιτύχει. 

 

Συνακόλουθα, η αίτηση απορρίπτεται ομόφωνα. 

 

Επιδικάζονται έξοδα, τα οποία να είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας, υπέρ της Καθ’ ης η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.  

 

 

                                      (Υπ.) .....................................................

                 Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστής.

 

 (Υπ.)  ............................................      (Υπ.) ............................................

                Ι. Νεοφύτου, Μέλος.                        Κ. Κωνσταντίνου, Μέλος.

 

 

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ

 

 

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

 

 

 

 

 

 



[1] Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση BIBBS v. P.P. Dolphin Boat Safari Ltd κ.α., Πολ. Εφ. 111/14, ημερ. 2/6/21, ECLI:CY:AD:2021:A210.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο