ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ ν. TSIRCON COMPANY LIMITED, Αρ. Υπόθεσης: 293/2019, 30/6/2026
print
Τίτλος:
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ ν. TSIRCON COMPANY LIMITED, Αρ. Υπόθεσης: 293/2019, 30/6/2026

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου

                        Α. Λάμπρου και Μ. Παντελή, Μελών.

 

 

Αρ. Υπόθεσης: 293/2019

 

Μεταξύ:

 

ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ

Αιτητής

-και-

 

TSIRCON COMPANY LIMITED

Καθ’ ων η αίτηση

 

 

Ημερομηνία: 30η Ιουνίου, 2026

 

Εμφανίσεις:

Για τον Αιτητή: κα Ε. Νικολάου μαζί με κ. Χρ. Νικολάου

Για τους Καθ’ ων η αίτηση: κ. Ε. Χατζηνέστωρος μαζί με κ. Γ. Αντωνιάδη

                                                 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Είναι η θέση του Αιτητή όπως προβάλλει μέσα από τους γενικούς λόγους της Αίτησης, ότι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση λόγω διαγωγής των Καθ’ ων η αίτηση που συνίστατο στα ακόλουθα:

 

(α)       Κατά ή περί τον Δεκέμβριο 2018, επιστρέφοντας από άδεια ασθενείας, οι Καθ’ ων η αίτηση μονομερώς και χωρίς τη συγκατάθεση του, αποφάσισαν να τροποποιήσουν ριζικά και ουσιαστικά τους όρους απασχόλησης του, αφαιρώντας πλήρως τα καθήκοντα του ως αποθηκάριος και ζητώντας από αυτόν να παραδώσει ότι είχε χρεωμένο πάνω του.

 

(β)       Από το Δεκέμβριο 2018 και μέχρι τον Ιούλιο 2019 οι Καθ’ ων η αίτηση του ανέθεταν οποιαδήποτε καθήκοντα αποφάσιζαν και αρκετές φορές δεν του ανάθεταν καθόλου καθήκοντα με εντολή να κάθεται και να μην κάνει τίποτα.

(γ)        Καθ’ όλη τη χρονική περίοδο από τον Δεκέμβριο 2018 μέχρι τον Ιούλιο 2019 οι Καθ’ ων η αίτηση του ανάθεταν συνεχώς αντιφατικά και πιεστικά καθήκοντα και πάντοτε «επειγούσης» φύσεως με συνεπακόλουθο να δέχεται συνεχώς έντονες παρατηρήσεις και συνεχείς απειλές για τερματισμό της απασχόλησής του.

 

(δ)       Για οτιδήποτε συνέβαινε που δεν ήταν αρεστό στους Καθ’ ων η αίτηση το φταίξιμο πάντα επιρρίπτετο στον ίδιο χωρίς περαιτέρω έρευνα και χωρίς να ζητηθεί η θέση του.

 

(ε)        Καθ’ όλη τη χρονική περίοδο από τον Δεκέμβριο 2018 μέχρι τον Ιούλιο 2019 η συμπεριφορά των Καθ’ ων η αίτηση έναντι του ήταν συνεχώς καταπιεστική, απαξιωτική και προσβλητική σε σημείο που έφτανε στα όρια της παρενόχλησης (bullying) με αποτέλεσμα να υπόκειται καθημερινά σε αφόρητη ψυχολογική πίεση και πόλεμο των νεύρων.

 

(στ)      Αποκορύφωμα της απαράδεκτης και παράλογης διαγωγής και συμπεριφοράς των Καθ’ ων η αίτηση ήταν τα γεγονότα που συνέβησαν κατά ή περί το τέλος Ιουλίου 2019 όπου οι Καθ’ ων η αίτηση του ζήτησαν με έντονο τρόπο και θυμό να επιστρέψει τα κλειδιά του γραφείου που χρησιμοποιούσε για χρόνια, απαγορεύοντας σε αυτόν την πρόσβαση στο εν λόγω γραφείο και οι εντολές που έδωσαν ενώπιον του Αιτητή στους συναδέλφους του να τον απομονώσουν και να μην συνεργάζονται πλέον μαζί του.  

 

Στη βάση αυτή αξιώνει εναντίους τους τις πιο κάτω θεραπείες:

 

(Α)       Αποζημιώσεις για εξαναγκασμό σε παραίτηση

(Β)       Πληρωμή αντί προειδοποίησης

(Γ)       Αυξημένες αποζημιώσεις

(Δ)       Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο

(Ε)       Νόμιμο τόκο

(ΣΤ)     Έξοδα και ΦΠΑ

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση με τους γενικούς λόγους Εμφάνισης αρνούνται και απορρίπτουν τις εναντίον τους αξιώσεις ισχυριζόμενοι ότι στις 20.11.2018 ο Αιτητής δεν παρουσιάστηκε στην εργασία του και στις 27.11.2018 παρέδωσε σ’ αυτούς γραπτή σύσταση γιατρού για αποχή από την εργασία του μέχρι 22.12.2018, επιστρέφοντας τελικά στην εργασίας του στις 27.12.2018. Κατά την διάρκεια της απουσίας του, υπάλληλος του λογιστηρίου αντικατέστησε τον Αιτητή στην αποθήκη. Με την επιστροφή του Αιτητή συμφωνήθηκε όπως ο υπάλληλος του λογιστηρίου συνεχίσει να εργάζεται στην αποθήκη της Εταιρείας και ο Αιτητής να εκτελεί καθήκοντα στο λογιστήριο της Εταιρείας περιλαμβανομένου του να εργάζεται στην αποθήκη σε περίπτωση ανάγκης ή αυξημένου φόρτου εργασίας ή όπου απουσίαζε ο αποθηκάριος για οποιοδήποτε λόγο. Ο Αιτητής κλήθηκε να επιστρέψει στους Καθ’ ων η αίτηση τα κλειδιά του γραφείου παραπλεύρως του γραφείου της αποθήκης, πράγμα το οποίο έπραξε χωρίς να προβάλει οποιαδήποτε ζήτημα. Το εν λόγω γραφείο ποτέ δεν χρησιμοποιήθηκε για τους σκοπούς των εργασιών της αποθήκης. Ο μισθός, το ωράριο και οι συνολικές εργάσιμες ώρες του Αιτητή έμειναν οι ίδιες. Στις 22.7.2019 ενημέρωσαν προφορικά τον Αιτητή ότι για να καλυφθούν οι προσωρινά αυξημένες ανάγκες της Εταιρείας τη συγκεκριμένη περίοδο, σε σχέση με τις εργασίες της αποθήκης, θα έπρεπε να αυξηθεί κατά μία (1) ώρα ημερησίως ο χρόνος εργασίας του στην αποθήκη και να μειωθεί αντίστοιχα κατά μία (1) ώρα ο χρόνος εργασίας του στο λογιστήριο. Ο Αιτητής αρνήθηκε με τη δικαιολογία ότι δεν ενέπιπταν στα καθήκοντα του οι εργασίες της αποθήκης, με αποτέλεσμα να κληθεί με επιστολή ημερ. 24.7.2019 να συμμορφωθεί με τις οδηγίες. Αντί αυτού στις 29.7.2019 0 Αιτητής παρέδωσε δια χειρός επιστολή άμεσης παραίτησης επικαλούμενος εξαναγκασμό σε παραίτηση για διάφορους λόγους τους οποίους ουδέποτε προέβαλε στο παρελθόν. Οι Καθ’ ων η αίτηση με επιστολή ημερ. 1.8.2019 αποδέχθηκαν την παραίτηση του ως εκούσια χωρίς να αποδέχονται ότι ήταν αποτέλεσμα εξαναγκασμού.  

 

Σύμφωνα με το άρθρο 7 του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73, (ο «Νόμος»):

 

(1)   Όταν ο εργοδοτούμενος νομίμως τερματίζη την απασχόλησιν του παρ’ εργοδότη λόγω της διαγωγής του εργοδότη, τότε ο τερματισμός ούτος θεωρείται ως τερματισμός υπό του εργοδότου υπό την έννοια του άρθρου 3.

 

(2)   Καθ’ οιανδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν δυνάμει του παρόντος άρθρου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ότι ο εργοδοτούμενος δεν ετερμάτισε την απασχόλησιν του νομίμως.

 

Με το εν λόγω άρθρο, καθιερώνεται νόμιμο μαχητό τεκμήριο δυνάμει του οποίου ο Αιτητής θα πρέπει να αποδείξει ότι νόμιμα τερμάτισε την απασχόληση του, για λόγους που ανάγονται στη διαγωγή των Καθ’ ων η αίτηση. Προς ανατροπή του νόμιμου αυτού τεκμηρίου κατέθεσε ο Αιτητής ενώ για τους Καθ’ ων η αίτηση ο Γενικός Διευθυντής της Εταιρείας κ. Ευάγγελος Τσιρίδης. Παράλληλα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 14 συνολικά έγγραφα, στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας.

 

Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι εκείνο που απαιτείται από το Δικαστήριο είναι ο ορθός προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, η σύνοψη του ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας, ο συσχετισμός της με τα ευρήματα και συμπεράσματα καθώς και η συνάρτηση της ετυμηγορίας με τα επίδικα θέματα και τα ευρήματα του Δικαστηρίου.  (Καννάουρου κ.ά. ν. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 35, 39). Είναι αχρείαστη η επανάληψη του συνόλου της μαρτυρίας και η αναφορά σε κάθε πτυχή της. Είναι αυτονόητο ότι κάθε αποδεχτή αναφορά των μαρτύρων, ως και το περιεχόμενο της ενώπιον μας πραγματικής μαρτυρίας αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό έστω κι αν δεν γίνεται ρητή αναφορά στην απόφαση.

 

Προτού όμως γίνει αναφορά στην προσαχθείσα μαρτυρία, θα ήταν χρήσιμο να καταγραφούν τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών και το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό που είναι τα ακόλουθα:

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία ασχολείται με οικοδομικές εργασίες.

Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία των Καθ’ ων η αίτηση στις 2.4.2004 ως αποθηκάριος.

 

Ο Αιτητής απουσίασε από την εργασία του με άδεια ασθενείας από τις 21.11.2018 μέχρι τις 21.12.2018. Κατά την περίοδο της απουσίας του, ο Αντώνης Γεωργίου, υπάλληλος του λογιστηρίου, αντικατέστησε τον Αιτητή στα καθήκοντα του στην αποθήκη. Επιστρέφοντας ο Αιτητής στην εργασία του, οι Καθ’ ων η αίτηση τον ενημέρωσαν ότι ο κ. Γεωργίου θα συνέχιζε να εκτελεί καθήκοντα αποθηκάριου και στον ίδιο θα ανατίθεντο καθήκοντα στο λογιστήριο της Εταιρείας.

 

Στις 23.7.2019, η υπεύθυνη του λογιστηρίου των Καθ’ ων η αίτηση κοινοποίησε στον Αιτητή χειρόγραφη σημείωση (Τεκ.3) με την οποία τον ενημέρωνε ότι θα εργαζόταν στην αποθήκη, μία ώρα το πρωί για φόρτωμα, μισή ώρα το μεσημέρι για έλεγχο των παραγγελιών και μία ώρα το απόγευμα για έλεγχο. Ο Αιτητής αρνήθηκε να αποδεχτεί τη συγκεκριμένη πρόταση και την επομένη 24.7.2019 οι Καθ’ ων η αίτηση του κοινοποίησαν επιστολή ιδίας ημερομηνίας  (Τεκ.12) το περιεχόμενο της οποίας παραθέτουμε αυτούσια:

 

«ΘΕΜΑ: ΑΡΝΗΣΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ ΑΠΟΘΗΚΗΣ

 

Σας αποστέλλουμε την παρούσα επιστολή σε συνέχεια των συναντήσεων μας ημερομηνίες 22.07.2019 και 24.07.2019. Για σκοπούς πλήρους σαφήνειας, παραθέτουμε πρώτα σύντομο ιστορικό γεγονότων από τα τέλη του 2018 μέχρι σήμερα.

 

Όπως πολύ καλά γνωρίζετε, από τις 20.11.2018 απουσιάζετε από την εργασία σας χωρίς εκ των προτέρων ενημέρωση της εταιρείας και παρά τα συνεχή τηλεφωνήματα μας προς εσάς, μέχρι και τις 26.11.2019 δεν απαντούσατε. Ως αποτέλεσμα η εταιρεία σας απέστειλε σχετική επιστολή στις 26.11.2018. Εντέλει επιστρέψετε στην εργασία σας στις 21.12.2018.

 

Κατά τη διάρκεια της περιόδου απουσίας σας, η εταιρεία αναγκάστηκε να αναθέσει στον συνάδελφό σας κ. Αντώνη Γεωργίου τα καθήκοντά σας στην αποθήκη της εταιρείας. Με την επιστροφή σας στις 21.12.2018 και με τη σύμφωνη σας γνώμη, η εταιρεία σας ανέθεσε καθήκοντα στο λογιστήριο της εταιρείας, καθώς και καθήκοντα στην αποθήκη χωρίς να αυξηθούν οι συνολικές εργάσιμες ώρες σας αλλά ούτε να διαφοροποιηθεί το εργάσιμο ωράριο. Για τούτα τα καθήκοντά σας ουδέποτε παραπονεθήκατε μέχρι σήμερα.

 

Περί τις 22.07.2019 η εταιρεία σας έδωσε προφορικές οδηγίες ότι για να καλυφθούν οι αυξημένες ανάγκες της εταιρείας στην αποθήκη, θα έπρεπε να αυξηθούν οι ώρες εργασίες σας στην αποθήκη χωρίς να αυξηθούν οι συνολικές εργάσιμες ώρες ούτε να διαφοροποιηθεί το εργάσιμο ωράριο.

 

Ως εκ τούτου σας αποστέλλουμε την παρούσα επιστολή με την οποία επαναλαμβάνουμε και γραπτώς τις πιο πάνω οδηγίες της εταιρείας, και σας καλούμε όπως συμμορφωθείτε άμεσα.

 

Επιφυλάσσουμε όλα τα νόμιμα δικαιώματα της εταιρείας σε περίπτωση που αρνηθείτε να συμμορφωθείτε με τις πιο πάνω οδηγίες.

……»

 

Στις 29.7.2019 ο Αιτητής υπέβαλε γραπτώς την παραίτηση του, παραδίδοντας σχετική επιστολή (Τεκ.4), το περιεχόμενο της οποίας επίσης παραθέτουμε:

 

«ΘΕΜΑ: Εξαναγκασμός σε παραίτηση

 

Κύριε,

 

Καθ’ ότι αντιλαμβάνομαι δεν πρόκειται να σταματήσετε να με πολεμάτε δίνοντας μου μέχρι και ψεύτικες επιστολές.

 

Ενώπιον μου δώσατε οδηγίες προς τους συναδέλφους να με απομονώσουν.

 

Ζητήσατε να επιστρέψω τα κλειδιά του γραφείου που είχα για χρόνια, στο γραφείο αυτό είχα κλειδωμένα λεφτά στο συρτάρι για να δίνω ρέστα σε πελάτες διότι όταν επέστρεψα πίσω από το νοσοκομείο το Δεκέμβριο μου είπατε να παραδώσω ότι είχα χρεωμένα πάνω μου (λεφτά, κλειδιά κ.τ.λ.) και αφορούσαν την αποθήκη διότι δεν θα ξανακατέβαινα κάτω.

 

Η στάση σας αυτή δεν μου αφήνει άλλα περιθώρια να συνεχίσω στην εταιρεία σας (όσο και να το θέλω) και με εξαναγκάζεται να τερματίσω άμεσα την εργασία μου.

 

Η επίσκεψη στο χώρο της εταιρίας του δικηγόρου σας, δείχνει τις προθέσεις σας.

 

Λυπάμαι πολύ που φτάσαμε σε αυτό το σημείο, για οποιαδήποτε δικαιώματα μου επιφυλάσσομαι.»

           

Οι Καθ’ ων η αίτηση με απαντητική επιστολή ημερ. 1.8.2019 (Τεκ.13), απέρριψαν ως ανυπόστατους τους ισχυρισμούς του Αιτητή, αποδεχόμενοι την παραίτησή του ως εκούσια χωρίς να παραδέχονται ότι αυτή ήταν αποτέλεσμα εξαναγκασμού σε παραίτηση. Επισημαίνουν ότι στη μεταξύ τους συνάντηση ο Αιτητής ζήτησε προ-φορικά χρόνο για να λάβει νομική συμβουλή δήθεν αναφορικά με το ότι άλλαξαν τα καθήκοντα του, θέμα το οποίο ούτε καν θίγεται στην πιο πάνω επιστολή του.

 

Για ολοκλήρωση του παραδεκτού ή αδιαμφισβήτητου πλαισίου της υπόθεσης να σημειώσουμε ότι οι ακαθάριστες απολαβές του Αιτητή, κατά τον ουσιώδη χρόνο,  υπολογίζονται στο ποσό των €614,75- εβδομαδιαίως.

 

Μαρτυρία

 

Ο Αιτητής με τη γραπτή κατάθεση του (Έγγρ. Α), αφού αναφέρθηκε στην πρόσληψη του ως υπεύθυνος αποθήκης και στα καθήκοντα που εκτελούσε από τη θέση αυτή, ισχυρίστηκε ότι στις 21.12.2018, επιστρέφοντας στην εργασία του μετά από άδεια ασθενείας, βρήκε την πόρτα του γραφείου του κλειδωμένη. Ο κ. Τσιρίδης στον οποίο αποτάθηκε του είπε ότι δεν θα ξαναπάει στο γραφείο του, να παραδώσει ότι έχει στην κατοχή του και να πάει να κάτσει στην κουζίνα μέχρι να αποφασίσει τι να κάνει μαζί του, διότι αρκετά τον ανέχτηκε και δεν πρόκειται να επιστρέψει ξανά στην αποθήκη. Η κα Τασούλα, υπεύθυνη του λογιστηρίου, τον ενημέρωσε ότι στο εξής θα εκτελούσε λογιστικά καθήκοντα, επειδή τα καθήκοντα του στην αποθήκη τα ανέλαβε άλλος υπάλληλος της Εταιρείας. Αφού παρέδωσε τα κλειδιά του γραφείου του, αποδέχτηκε την αλλαγή των καθηκόντων του, επειδή είχε ανάγκη τη δουλειά και δεν ήθελε να δώσει αφορμή να τον απολύσουν. Διευκρίνισε ότι τα καθήκοντα του στο λογιστήριο ήταν καθαρά λογιστικής φύσεως, γραφέας λογιστηρίου και δεν είχαν να κάνουν με οτιδήποτε αφορούσε τα προηγούμενα καθήκοντα του στην αποθήκη. Ο δε ισχυρισμός του εργοδότη ότι ανάμεσα στα καθήκοντα του ήταν να εργάζεται στην αποθήκη σε περίπτωση ανάγκης ή αυξημένου φόρτου εργασίας δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Ισχυρίστηκε ότι από τον Δεκέμβριο του 2018 που επέστρεψε στην εργασία του από τη άδεια ασθενείας και μέχρι την ημέρα που εξαναγκάστηκε σε παραίτηση ανέβαινε ένα εργασιακό Γολγοθά με απαξίωση, εξευτελισμό, μείωση της προσωπικότητας του, απειλές, απαράδεκτη συμπεριφορά και εκφοβισμό. Ανέφερε χαρακτηριστικά, ότι ενώ λάμβανε οδηγίες από τον κ. Τσιρίδη για εκτέλεση συγκεκριμένης εργασίας, ακολούθως άκουγε φωνές ότι δεν ενέργησε σωστά και σύμφωνα με τις οδηγίες του. Κάποιες φορές τον έβαζε να αντικαθιστά πωλητές που απουσίαζαν, παρόλο που δεν ήταν μέσα στα καθήκοντα του. Σχεδόν καθημερινά πήγαινε στο γραφείο του ο κ. Τσιρίδης ή η σύζυγος του, ή η κόρη του και ή η κα Τασούλα και χωρίς λόγο του έκαναν φραστική επίθεση για διάφορα πράγματα. Επίσης όταν τύγχανε να συναντηθεί με τα εν λόγω πρόσωπα και τους χαιρετούσε, γύριζαν το πρόσωπο αλλού και απαξιούσαν να του ανταποδώσουν τον χαιρετισμό. Παρόλα αυτά ο ίδιος έκανε υπομονή διότι δεν ήθελε να δώσει την παραμικρή αφορμή να τον απολύσουν. Ότι τον διέταζαν να κάνει το έκανε και δεν σχολίαζε, ούτε είχε άποψη για οτιδήποτε και ούτε διαμαρτυρόταν όταν τις περισσότερες φορές τον αποκαλούσαν ανίκανο και τεμπέλη και ότι δεν έκανε καλά τη δουλειά του. Και ενώ τον Δεκέμβριο 2018 αποδέχθηκε αλλαγή των καθηκόντων του από υπεύθυνος αποθήκης σε γραφέα λογιστηρίου με όλα τα επακόλουθα, στις 22.07.2019 ο κ. Τσιρίδης αποφάσισε να του αλλάξει και πάλι καθήκοντα και του ζήτησε να προσφέρει ταυτόχρονα με τις υπηρεσίες του στο λογιστήριο και υπηρεσίες στην αποθήκη. Αντέδρασε και είπε ότι δεν είναι το κλοτσοσκούφι κανενός και ζήτησε να του δοθεί γραπτώς η οποιαδήποτε πρόταση για να τοποθετηθεί. Στις 23.07.2019 η κ. Τασούλα του παρέδωσε το Τεκ.3 στο οποίο αναγράφονταν οι ώρες που θα απασχολείτο στην αποθήκη και με το οποίο διαψεύδεται η δικογραφημένη θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι του ζήτησαν να εργάζεται μία ώρα στην αποθήκη. Ισχυρίστηκε πως από την πείρα του γνώριζε πολύ καλά ότι για να διεκπεραιώσει τις εργασίες που ήθελαν να κάνει στην αποθήκη, χρειαζόταν τον διπλάσιο και περισσότερο χρόνο και ουσιαστικά όλο τον εργάσιμο χρόνο θα απασχολείτο στην αποθήκη. Αφού αποκρυστάλλωσε τι ακριβώς ήθελε ο εργοδότης, να εργάζεται δηλαδή σε δύο πόστα με ένα εξαντλητικό ωράριο, αποφάσισε να μην αποδεχτεί την πρόταση και να παραμείνει μόνο στα καθήκοντά του στο λογιστήριο. Μόλις γνωστοποίησε την απόφασή του στον κ. Τσιρίδη, μέσω της κας Τασούλας, αυτός εξεμάνη, του επιτέθηκε λεκτικά και του είπε ότι υποσκάπτει την ευημερία της Εταιρείας και ότι δεν έχει πλέον θέση στην Εταιρεία και θα έπρεπε να υποβάλει την παραίτησή του. Όταν του ανέφερε ότι δεν θα υποβάλει καμία παραίτηση και αφού εξάντλησε όλα τα μέσα για να τον πείσει να παραιτηθεί, έδωσε οδηγίες σε όλους τους συναδέλφους του να μην έχουν καμία επαφή μαζί του, να τον απομονώσουν εντελώς και ο ίδιος να μην κάνει απολύτως τίποτε. Στις 29.07.2019 αποφάσισε να θεωρήσει τον εαυτό του ως εξαναγκασθέντα σε παραίτηση και συνέταξε επιστολή (Τεκ.4) την οποία απέστειλε με κούριερ. Ισχυρίστηκε ότι η απώλεια της εργασίας του τον έφερε σε τρομερά δύσκολη οικονομική κατάσταση. Το τοξικό όμως εργασιακό περιβάλλον και η αλλαγή καθηκόντων όποτε ήθελε ο εργοδότης, μέσα σε ένα κλίμα τρομοκρατίας, δεν του άφησαν άλλα περιθώρια επιλογής από το να θεωρήσει τον εαυτό του εξαναγκασθέντα σε παραίτηση.

 

Αντεξεταζόμενος συμφώνησε ότι ενόσω εργαζόταν στην αποθήκη, τις μέρες που απουσίασε ή έκανε διάλειμμα τον αντικαθιστούσε άτομο από το λογιστήριο και συγκεκριμένα η κα Τασούλα. Ενώ συμφώνησε ότι ο λόγος που τον οδήγησε στην απόφαση να παραιτηθεί ήταν τα επιπρόσθετα καθήκοντα που του ανάθεσε ο εργοδότης τον Ιούλιο 2019, σε υπόδειξη ότι αυτό δεν αναφέρεται στην επιστολή παραίτησης (Τεκ.4), απάντησε ότι του ζητήθηκε να επιστρέψει τα κλειδιά του γραφείου που είχε για χρόνια και αφορούσε την αποθήκη διότι δεν θα κατέβαινε ξανά κάτω. Αφού του υποδείχθηκε ότι από στην επιστολή παραίτησης (Τεκ. 4) το παράπονο του δεν είναι ότι τον στέλλει ξανά στην αποθήκη αλλά ότι δεν τον θέλει πλέον στην αποθήκη, ο Αιτητής παρέπεμψε στην πρώτη παράγραφο της επιστολής του όπου αναφέρει ότι «δεν πρόκειται να σταματήσετε να με πολεμάτε δίνοντας μου μέχρι και ψεύτικες επιστολές». Συμφώνησε ότι τα κλειδιά του γραφείου τα παρέδωσε τον Δεκέμβριο 2018 και όχι τον Ιούλιο 2019. Σημείωσε ότι ο λόγος παραίτησης του ήταν εν μέρει αυτό που έγινε τον Δεκέμβριο 2018 και οι επιπρόσθετες εργασίες που του ανατέθηκαν να πηγαίνει κάτω στην αποθήκη μισή ώρα που στη συνέχεια με το χαρτί που του έδωσε η κα Τασούλα (Τεκ.3) έγιναν δυόμιση με τρεις ώρες. Συμφώνησε ότι από το Δεκέμβριο 2018 μέχρι Ιούλιο 2019 αντικαθιστούσε κάποιες ώρες το άτομο που ήταν στην αποθήκη. Ερωτηθείς εάν αντικαθιστούσε το άτομο για περίπου ενάμισι ώρα την ημέρα απάντησε ότι αντικαθιστούσα κάποιες φορές το άτομο που ήταν κάτω στην αποθήκη, όχι την ημέρα μπορεί τη βδομάδα. Δεν ήταν καθημερινά. Αφού του υποδείχτηκε ότι τον Ιούλιο 2019 ενώ ήταν στο λογιστήριο ο εργοδότης του αύξησε τις ώρες στην αποθήκη από 1½ σε 2½ με ανάλογη μείωση των ωρών στο λογιστήριο, διαφώνησε λέγοντας ότι ήταν μισή ώρα περισσότερη την ημέρα και δεν το αποδέχθηκε. Αφού συμφώνησε ότι το παράπονο του ήταν η αλλαγή καθηκόντων που έγινε τον Δεκέμβριο 2018 και ότι με την επιστολή παραίτησης τον Ιούλιο 2019 αναφερόταν στο θέμα της μετακίνησης για αλλαγή καθηκόντων, σε υποβολή ότι τον Ιούλιο 2019 ο εργοδότης απλά του ζήτησε να αυξήσει κατά μία ώρα την απασχόληση του στην αποθήκη, ο Αιτητής παρέπεμψε στο Τεκ.3, λέγοντας ότι οι ώρες στην αποθήκη ήταν 2½, πρωί, μεσημέρι, βράδυ. Σε υποβολή ότι μόνος του αποδέχθηκε να εργαστεί στο λογιστήριο απάντησε ότι δέχθηκε αφού μίλησε μαζί με τον κ. Τσιρίδη και του είπε, αν σου αρέσει αν δεν σου αρέσει πήγαινε στο καλό. Ότι είχε ανάγκη τη δουλειά και δεν ήθελε να τον απολύσουν. Όσον αφορά τα παιδιά του και αποχωρητήρια θα καθάριζε. Συμφώνησε ότι το ωράριο εργασίας του παρέμεινε το ίδιο και δεν άλλαξε. Αρνήθηκε ότι ενόσω εργαζόταν στο λογιστήριο κατέβαινε κάθε μέρα στην αποθήκη ή ήταν ο μόνος που αντικαθιστούσε το άτομο στην αποθήκη όταν απουσίαζε. 

 

Ο κ. Τσιρίδης με τη γραπτή κατάθεση του (Εγγρ. Β), ουσιαστικά επανέλαβε τις θέσεις που προβάλλονται στους Γενικούς Λόγους Εμφάνισης. Ανέφερε ότι ο Αιτητής προσλήφθηκε στη θέση του υπεύθυνου αποθήκης, η οποία υπάγεται στο λογιστήριο της Εταιρείας. Ανέκαθεν στην αποθήκη απασχολείτο μόνο ένα άτομο. Όταν όμως απουσίαζε ο υπεύθυνος αποθήκης ή παρουσιαζόταν αυξημένος φόρτος εργασίας, άλλος εργοδοτούμενους από το λογιστήριο αντικαθιστούσε ή βοηθούσε για μικρό χρονικό διάστημα, συνήθως για περίπου 1½ ώρα την ημέρα, που ήταν κυρίως τα διαλείμματα. Σημείωσε ότι κάθε χρόνο παρατηρείται αυξημένος φόρτος εργασίας στην αποθήκη λόγω αυξημένου όγκου παραγγελιών κατά τους μήνες Ιούλιο μέχρι και αρχές Αυγούστου και ότι αυτό συμβαίνει καθότι, ο οικοδομικός κλάδος διακόπτει τις εργασίες του τις θερινές διακοπές του Αυγούστου και οι πλείστοι εργολάβοι προσπαθούν να αποπερατώσουν διάφορα έργα πριν τις διακοπές. Κατά τη διάρκεια της απουσίας του Αιτητή, από τις 20.11.2018 -27.12.2018, ο Αντώνης Γεωργίου, υπάλληλος του λογιστηρίου, αντικατέστησε τον Αιτητή στα καθήκοντά του στην αποθήκη, ως ήταν η πρακτική της Εταιρείας και άρχισε αμέσως εντατική εκπαίδευση του ατόμου αυτού από τον τεχνικό διευθυντή και την υπεύθυνη του λογιστηρίου εις βάρος σοβαρών και υπεύθυνων καθηκόντων του. Μετά την επιστροφή του Αιτητή, συμφωνήθηκε όπως ο κ. Γεωργίου συνεχίσει να εργάζεται στην αποθήκη, καθώς θεωρήθηκε φρονιμότερο να μην εξαρτάται η Εταιρεία από ένα μόνο άτομο και ο Αιτητής να εκτελεί καθήκοντα στο λογιστήριο της Εταιρείας και να αντικαθιστά τον υπεύθυνο της αποθήκης εν ώρα διαλείμματος ή όταν απουσίαζε για άλλο λόγο, για περίπου 1½ ώρα την ημέρα. Ο Αιτητής ουδέποτε προέβαλε αντίρρηση μέχρι την ημέρα της παραίτησής του. Με την επιστροφή του Αιτητή στις 27.12.2018, η υπεύθυνη λογιστηρίου ζήτησε απ’ αυτόν όπως επιστρέψει τα κλειδιά του γραφείου παραπλεύρως της αποθήκης, το οποίο ουδέποτε χρησιμοποιείτο για τους σκοπούς των εργασιών της αποθήκης. Ο Αιτητής επέστρεψε την ίδια ώρα τα κλειδιά χωρίς να προβάλει οποιοδήποτε ζήτημα. Ο μισθός, το ωράριο και οι συνολικές εργάσιμες ώρες του Αιτητή παρέμειναν τα ίδια. Στη βάση των νέων καθηκόντων, ο Αιτητής εκτελούσε κυρίως καθήκοντα λογιστηρίου, διεκπεραιώνοντας εργασίες που του ανέθετε η υπεύθυνη του λογιστηρίου και όταν προέκυπταν ανάγκες ή αυξημένος φόρτος εργασίας στην αποθήκη, εκτελούσε για μικρό χρονικό διάστημα και καθήκοντα στην αποθήκη. Και πάλι ο Αιτητής δεν προέβαλε οποιαδήποτε ένσταση ή παράπονο. Στις 22.07.2019, η υπεύθυνη λογιστηρίου ενημέρωσε τον Αιτητή ότι για να καλυφθούν οι προσωρινά αυξημένες ανάγκες στην αποθήκη, όπως συνέβαινε κάθε χρόνο κατά την περίοδο πριν τις διακοπές του Αυγούστου και που ήταν σε γνώση του Αιτητή, θα έπρεπε να αυξηθεί κατά μίαν ώρα ημερησίως ο χρόνος εργασίας του στην αποθήκη και αντίστοιχα να μειωθεί ο χρόνος εργασίας του στο λογιστήριο χωρίς να υπάρξει αύξηση του συνολικού εργάσιμου χρόνου και χωρίς να διαφοροποιηθεί το ωράριο εργασίας του. Ο Αιτητής αρνήθηκε να συμμορφωθεί με τις πιο πάνω προφορικές οδηγίες και για πρώτη φορά ισχυρίστηκε ότι δήθεν δεν ενέπιπτε στα καθήκοντά του η εκτέλεση καθηκόντων στην αποθήκη. Ως αποτέλεσμα της άρνησης του, οι Καθ’ ων η αίτηση του παρέδωσαν την επιστολή ημερ. 24.07.2019 (Τεκ.12). Στις 29.07.2019, ο Αιτητής παρέδωσε δια χειρός στην υπεύθυνη του λογιστηρίου επιστολή άμεσης παραίτησης λόγω δήθεν εξαναγκασμού (Τεκ.4), επικαλούμενος διάφορους λόγους τους οποίους ουδέποτε στο παρελθόν είχε προβάλει και οι οποίοι ουσιαστικά δεν σχετίζονται με όσα αναφέρει στην γραπτή κατάθεση ή την Αίτηση του. Η Εταιρεία με απαντητική επιστολή ημερ. 01.08.2019 (Τεκ.13) αποδέχτηκε την παραίτηση του ως εκούσια χωρίς όμως να αποδεχτεί ότι αυτή ήταν αποτέλεσμα εξαναγκασμού. Πέραν της γραπτής δήλωσης, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής παραιτήθηκε χωρίς ουσιαστικό λόγο, θυσίασε €32.000 ετήσιο μισθό, γιατί του ζήτησαν να πάει μισή ώρα το πρωί και μισή το βράδυ να βοηθήσει για περίοδο 15 ημερών μόνο, ένεκα του φόρτου εργασίας, παραμονές που θα έκλεινε. Απορρίπτοντας τον ισχυρισμό ότι δεν χαιρετούσε τον Αιτητή, ισχυρίστηκε ότι το δικό του γραφείο βρίσκεται στην δεξιά πτέρυγα και ο ίδιος δεν κινείται στην άλλη πτέρυγα που ήταν το λογιστήριο. Επίσης μετά τους επτά μήνες δεν συνάντησε ποτέ τον Αιτητή.

 

Αντεξεταζόμενος απέρριψε την υποβολή που του έγινε ότι κρατούσαν «άκκαμα» του Αιτητή για την πολυήμερη απουσία του, λέγοντας ότι ήταν πολύ επιεικείς μαζί του, καθώς του ανατέθηκαν πιο ελαφριά καθήκοντα με τον ίδιο μισθό. Ότι ο ίδιος δεν είχε καμία επαφή με τον Αιτητή και ούτε του έδιδε οδηγίες, αφού υπεύθυνη του ήταν η αρχιλογίστρια. Ότι το γραφείο που του ζητήθηκε να παραδώσει τα κλειδιά δεν είχε καμία σχέση με την αποθήκη και ότι παρέδωσε τα κλειδιά τον Δεκέμβριο 2018, χωρίς να φέρει ένσταση. Αρνήθηκε ότι έβαλαν τον Αιτητή να αντικαθιστά πωλητές, λέγοντας ότι οι πωλητές στην Εταιρεία είναι συνήθως μηχανικοί και κάνουν επισκέψεις σε μηχανικούς. Αφού απέρριψε ως ψευδείς τους ισχυρισμούς του Αιτητή για άσχημη συμπεριφορά προς το πρόσωπο του, με φωνές, παρατηρήσεις και φραστική επίθεση για διάφορα πράγματα λέγοντας ότι δεν είχε καθόλου επαφή μαζί του, ισχυρίστηκε ότι στις 22.7.2019 ενημερώθηκε από την κα Τασούλα ότι λόγω φόρτου εργασίας στην αποθήκη ο νέος αποθηκάριος δυσκολευόταν να διεκπεραιώσει τα καθήκοντα του, γεγονός που παρουσιαζόταν κάθε χρόνο 15 μέρες πριν τις θερινές διακοπές που έκλειναν τα εργοτάξια. Επειδή ο Αιτητής κατέβαινε στην αποθήκη ενάμιση ώρα την ημέρα και βοηθούσε, του ζητήθηκε να πηγαίνει επιπλέον μισή ώρα το πρωί να επιβλέπει εάν είχαν φύγει τα αυτοκίνητα με το ορθό φορτίο και στον σωστό προορισμό και μισή ώρα το απόγευμα κατά την επιστροφή τους. Και αυτό για να βοηθήσει προσωρινά για 15 μέρες. Ο Αιτητής αρνήθηκε και δήλωσε ότι δεν θα ξανακατέβαινε στην αποθήκη. Ισχυρίστηκε ότι η ενάμιση ώρα ήταν καθημερινά από την ημέρα που ήρθε πίσω διότι ήταν μέρος των καθηκόντων του να αναπληρώνει τον άλλο. Σε υποβολή ότι ουδέποτε είπαν στον Αιτητή ότι αυτό θα ήταν για 15 μέρες, ισχυρίστηκε ότι του αναφέρθηκε. Επίσης ότι ο ίδιος γνώριζε για 14 χρόνια τη διαδικασία που γίνεται και τον φόρτο εργασίας εκείνες τις μέρες. Απόρριψε τη θέση της άλλης πλευράς ότι ο Αιτητής θα δούλευε σε δύο πόστα με εξαντλητικό ωράριο λέγοντας ότι όλα είναι κάτω από το λογιστήριο και ασχολείται με τιμολόγια, way bills, stocks, petty cash. Ότι δεν χρειαζόταν η συγκατάθεση του Αιτητή καθώς τα καθήκοντα παρέμεναν τα ίδια. Δεν ήταν δυο διαφορετικά πράγματα, ήταν ένα και το αυτό. Απέρριψε επίσης τη θέση του Αιτητή ότι του ζητήθηκε να υποβάλει την παραίτηση του και ότι έδωσε οδηγίες στους συναδέλφους του να μην έχουν επαφή μαζί του, λέγοντας ότι μπροστά στους συναδέλφους του είπε στον Αιτητή ότι υποσκάπτει την Εταιρεία με τη συμπεριφορά του, όταν αρνήθηκε να βοηθήσει στην αποθήκη.

 

 Ανάλυση – Συμπεράσματα

 

Είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τον Αιτητή  όσο και τον μάρτυρα των Καθ’ ων η αίτηση να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση, όπως επίσης και τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων.

 

Είναι κοινή συνισταμένη των θέσεων των δύο πλευρών, όπως προβάλει μέσα από την ενώπιον μας μαρτυρία και υποστηρίζεται από την «αίτηση για εργοδότηση» που υπέβαλε ο Αιτητής στις 15.4.2004 (Τεκ.6) ότι προσελήφθη στην υπηρεσία των Καθ’ ων η αίτηση αποκλειστικά και μόνο ως αποθηκάριος και όχι ως υπάλληλος του λογιστηρίου. Στις 22.12.2018, επιστρέφοντας ο Αιτητής στην εργασία του, μετά από άδεια ασθενείας, οι Καθ’ ων η αίτηση του ανακοίνωσαν ότι τα καθήκοντα του ως αποθηκάριος ανατέθηκαν σε άλλο υπάλληλο και ότι στον ίδιο θα ανατίθεντο καθήκοντα στο λογιστήριο της Εταιρείας. Ο Αιτητής όπως ανέφερε, μη έχοντας άλλη επιλογή, αποδέχθηκε την αλλαγή των καθηκόντων του, επειδή είχε ανάγκη τη δουλειά και δεν ήθελε να δώσει αφορμή να τον απολύσουν.

 

Και ενώ ο Αιτητής, κατά την κυρίως εξέταση του, απέρριψε τη θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι στη βάση των νέων καθηκόντων που ανέλαβε τον Δεκέμβριο 2018 ήταν και η εκτέλεση καθηκόντων στην αποθήκη όταν προέκυπτε ανάγκη ή αυξημένος φόρτος εργασίας, ωστόσο υπό το βάρος της αντεξέτασης ομολόγησε ότι πέραν των καθηκόντων που εκτελούσε στο λογιστήριο, αντικαθιστούσε κάποιες φορές το άτομο που ήταν στην αποθήκη ή προσέφερε τις υπηρεσίες του όταν προέκυπτε ανάγκη. Για τις ώρες εργασίας του στην αποθήκη δεν έδωσε σαφή απάντηση. Ενώ αρνήθηκε ότι δούλευε ενάμιση ώρα την ημέρα, λέγοντας ότι ήταν τη βδομάδα ή κάθε 15 μέρες και όχι την ημέρα, όταν του υποδείχτηκε ότι ο εργοδότης του είπε ουσιαστικά εκεί που δούλευε ενάμιση ώρα τη ημέρα να εργάζεται δυόμιση ώρες με αντίστοιχη μείωση των ωρών εργασίας του στο λογιστήριο, ο Αιτητής αρνήθηκε λέγοντας ότι ήταν μισή ώρα περισσότερη την ημέρα κάτι που δεν αποδέχθηκε, χωρίς να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις.

 

Από την άλλη, η δικογραφημένη θέση των Καθ’ ων η αίτηση, την οποία ο κ. Τσιρίδης υποστήριξε με τη μαρτυρία του, ότι στις 22.7.2019 ενημέρωσαν προφορικά τον Αιτητή ότι για κάλυψη των προσωρινών αυξημένων αναγκών σε σχέση με τις εργασίες της αποθήκης που προέκυπταν κάθε χρόνο πριν τις διακοπές του Αυγούστου και ήταν εν γνώσει του Αιτητή, θα έπρεπε να αυξηθεί κατά μία ώρα ο χρόνος εργασίας του στην αποθήκη, χωρίς να διαφοροποιηθεί το ωράριο εργασίας του, δεν υποστηρίζεται από το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 24.7.2019 (Τεκ.12), όπου γίνεται αναφορά σε αυξημένες ανάγκες και όχι σε προσωρινά αυξημένες ανάγκες. Πέραν τούτου, τέτοιος ισχυρισμός δεν τέθηκε στον Αιτητή κατά το στάδιο της αντεξέτασης για να θέσει τη δική του εκδοχή. Ενώ ο κ. Τσιρίδης ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής ήταν γνώστης αυτής της κατάστασης και των αναγκών που προέκυπταν κάθε χρόνο τη συγκεκριμένη περίοδο, ωστόσο ο εν λόγω ισχυρισμός δεν τέθηκε ενώπιον του Αιτητή για σχολιασμό.

 

Με δεδομένο ωστόσο το περιεχόμενο της επιστολής παραίτησης (Τεκ.4) και των δικογραφημένων θέσεων του Αιτητή, τα στοιχεία αυτά της μαρτυρίας, αντικριζόμενα υπό το πρίσμα των επιδίκων ζητημάτων, είναι χωρίς ουσιαστική σημασία. Κρίσιμο είναι αν τα στοιχεία αυτά σχετίζονται με τους λόγους που επικαλείται ο Αιτητής ότι τον οδήγησαν στην υποβολή παραίτησης λόγω εξαναγκασμού.

 

Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Αθανασίου Χρυστάλλα ν. Reana Manufacturing & Trading Co.Ltd και Άλλων (2001) 1 ΑΑΔ 1635, οι γενικοί λόγοι αίτησης που καταχωρείται στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, θεωρούνται ως Έκθεση Απαίτησης. Ως γνωστόν η Έκθεση Απαίτησης περιέχει ισχυρισμούς και όχι μαρτυρία. Στην υπόθεση Reana, (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα εξής:

 

«Δεν μας διαφεύγει της προσοχής ότι η δίκη στο Δικαστήριο  Εργατικών Διαφορών διεξάγεται με βάση το εξεταστικό σύστημα και όχι εκείνο της αντιπαράθεσης.  Το εξεταστικό σύστημα παρέχει ευρύτερη ευχέρεια στο Δικαστήριο για τη διερεύνηση των γεγονότων που άπτονται της διαφοράς.  Δεν μεταβάλλει όμως τον δικονομικό κανόνα ως προς τα επίδικα θέματα και τις παραμέτρους της δίκης. (Βλέπε: Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.ά. (1993) 3 Α.Α.Δ. 598).»

 

Η υπόθεση Δημοκρατία ν. Κακουρή, στην οποία παρέπεμψε ανωτέρω το Ανώτατο Δικαστήριο, αναφέρθηκε στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου  ΚΥΠΡΙΑΚΗ  ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ κ.α. v. ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ «ΙΔΡΥΜΑ ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΝΟΥ ΛΑΝΙΤΗ ΛΤΔ» κ.α., Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ.18/2021, 28/11/2024, όπου λέχθηκαν τα εξής σχετικά με το ζήτημα της δικογράφησης:

 

«Χωρίς να αναιρείται η υποχρέωση για αιτιολόγηση των νομικών σημείων επί των οποίων βασίζεται μία Προσφυγή, όπως αυτή προνοείται στον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου  και έχοντας κατά νου ότι, όπως λέχθηκε στη Δημοκρατία κ.ά. ν. Κουκκουρή (ανωτέρω):

 

«Ο εξεταστικός χαρακτήρας της διαδικασίας κάτω από το Άρθρο 146 αμβλύνει μεν το στοιχείο της αντιπαράθεσης που ενυπάρχει στους δικονομικούς θεσμούς (προσαρμοσμένους στην πολιτική δίκη), δεν καταργεί όμως τη δικογραφία ως το μέσο προσδιορισμού των επιδίκων θεμάτων. Οι τελικές αγορεύσεις που υποβάλλονται μετά την επιθεώρηση των φακέλων εξειδικεύουν και συγκεκριμενοποιούν τα επίδικα θέματα (που προσδιορίζονται στην αίτηση) που καλείται το δικαστήριο να επιλύσει. Μόνο λόγοι δημόσιας τάξης που άπτονται του θεμελίου της δικαιοδοσίας μπορεί να εγερθούν αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο και να αποτελέσουν λόγους ακύρωσης», ουδεμία διάσταση παρατηρείται μεταξύ της νεότερης νομολογίας με την παλαιότερη στο ζήτημα της oρθής δικογράφησης και της αιτιολόγησης των νομικών σημείων επί των οποίων εδράζεται μία Προσφυγή,  αφού είναι υπό το πρίσμα των συγκεκριμένων δεδομένων και περιστατικών της κάθε περίπτωσης ξεχωριστά, καθώς επίσης και της φύσης του συγκεκριμένου προβαλλόμενου λόγου ακύρωσης που εξετάζεται η επάρκειά της.»

 

Διαπιστώνουμε ότι η πιο πάνω επίκληση του Αιτητή περί εξαναγκασμού του σε παραίτηση λόγω αλλαγής των καθηκόντων του με την ανάθεση καθηκόντων στην αποθήκη κατά τον Ιούλιο 2019, δεν συνάδει με το περιεχόμενο της σχετικής επιστολής (Τεκ.4). Καμία αναφορά δεν γίνεται στην εν λόγω επιστολή περί αλλαγής καθηκόντων. Τα όσα περί αντιθέτου επιχείρησε να προβάλει ο Αιτητής αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις και δεν γίνονται αποδεκτά, καθότι, αφενός αντιστρατεύονται τις δικογραφημένες του θέσεις και αφετέρου απορρίπτονται από το περιεχόμενο του Τεκ.4.

 

Δικαιολογούμε την προσέγγιση αυτή του Δικαστηρίου:

 

Στην επιστολή παραίτησης (Τεκ.4) ο Αιτητής αναφέρεται σε πόλεμο που του γινόταν από τους Καθ’ ων η αίτηση με την παράδοση μέχρι και ψεύτικων επιστολών, χωρίς να δώσει οποιαδήποτε περαιτέρω εξήγηση ή διευκρίνιση είτε μέσα από την εν λόγω επιστολή είτε με τη μαρτυρία του.  Η αναφορά του επίσης σε οδηγίες προς συναδέλφους να τον απομονώσουν ήταν γενική και αόριστη και εν τέλει μετέωρη ως μη υποστηριζόμενη από οποιαδήποτε απτά στοιχεία. Περαιτέρω η θέση του ότι του ζητήθηκε να επιστρέψει τα κλειδιά του γραφείου που είχε για χρόνια, την οποία με τους γενικούς λόγους εμφάνισης παρουσιάζει ως το αποκορύφωμα της απαράδεκτης και παράλογης διαγωγής και συμπεριφοράς που επέδειξαν οι Καθ’ ων η αίτηση, καταρρίπτεται από τα όσα ο ίδιος ομολόγησε κατά την αντεξέταση του ότι τα κλειδιά του ζητήθηκαν και τα παράδωσε τον Δεκέμβριο 2018 και όχι τον Ιούλιο 2019 ως η δικογραφημένη θέση του.    

 

 

Η δικογραφημένη θέση των Καθ’ ων η αίτηση, την οποία ο κ. Τσιρίδης υποστήριξε με τη μαρτυρία του, ότι στις 22.7.2019 ενημέρωσαν προφορικά τον Αιτητή ότι για κάλυψη των προσωρινών αυξημένων αναγκών σε σχέση με τις εργασίες της αποθήκης που προέκυπταν κάθε χρόνο πριν τις διακοπές του Αυγούστου και ήταν γνώστης ο Αιτητής, θα έπρεπε να αυξηθεί κατά μία ώρα ο χρόνος εργασίας του στην αποθήκη, χωρίς να διαφοροποιηθεί το ωράριο εργασίας του, δεν επιβεβαιώ-νεται από το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 24.7.2019 (Τεκ.12), στην οποία γίνεται αναφορά σε αυξημένες ανάγκες και όχι σε προσωρινά αυξημένες ανάγκες. Πέραν τούτου, τέτοιος ισχυρισμός δεν υπεβλήθη στον Αιτητή κατά το στάδιο της αντεξέτασης για να θέσει τη δική του εκδοχή, όπως επίσης δεν τέθηκαν οποιαδήποτε

 

Νομική Βάση

 

Πότε υπάρχει εξαναγκασμός σε παραίτηση λόγω της διαγωγής του εργοδότη (Constructive Dismissal), έχει αποφασιστεί σε σειρά υποθέσεων. Καθοδηγητική είναι η απόφαση στην Western Excavating (ECC) Ltd v. Sharp (1978) 1All E.R. 713, 769 την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Elbee Co v. Efstathiou (1989) 1CLR 448 και Κ. Χριστοφίδης ν. Deloitte & Touché κ.α. (2009) 1 ΑΑΔ 1241. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση:

 

“If the employer is guilty of conduct which is a significant breach going to the root of the contract of employment, or which shows that the employer no longer intends to be bound by one or more of the essential terms of the contract, then the employee is entitled to treat himself as discharged from any further performance. If he does so, then he terminates the contract by reason of the employer’s conduct. He is constructively dismissed…”

 

Σε ελεύθερη μετάφραση:

 

«Εάν ο εργοδότης είναι ένοχος διαγωγής, η οποία συνιστά σημαντική παράβαση που φθάνει στη ρίζα της σύμβασης εργασίας ή που δείχνει ότι ο εργοδότης δεν προτίθεται πλέον να δεσμεύεται από ένα ή περισσότερους ουσιώδους όρους αυτής τότε, ο εργοδοτούμενος δικαιούται να θεωρεί τον εαυτό του αποδεσμευμένο από οποιαδήποτε περαιτέρω εκτέλεση των καθηκόντων του. Αν το κάνει αυτό τότε τερματίζει τη σύμβαση λόγω της διαγωγής του εργοδότη. Εξαναγκάζεται σε παραίτηση…»

 

Ενασχόληση επί του ιδίου θέματος γίνεται και στην υπόθεση Louis Tourist Agency Ltd v. Αντιγόνης Ηλία (1992) 1(Β) ΑΑΔ 98, 103 όπου μεταξύ άλλων αποφασίστηκε ότι,

 

«Το άρθρο 7(1) του Ν.24/67 δεν εξειδικεύει τη διαγωγή του εργοδότη η οποία καθιστά δικαιολογημένο τον τερματισμό απασχόλησης εκ μέρους του εργοδοτούμενου υπαιτιότητι του εργοδότη. Στην Alouet Clothing v. Athanasiou (1988) 1CLR 626, αποφασίστηκε ότι διάρρηξη θεμελιώδους όρου της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη συνιστά διαγωγή η οποία εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 7(1) του νόμου. Είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να προσδιοριστεί εξαντλητικά η μεμπτή διαγωγή του εργοδότη στο πλαίσιο του άρθρου 7(1). Πρέπει όμως η διαγωγή αυτή να είναι εξ αντικειμένου τέτοιας μορφής και χαρακτήρα που να κλονίζει το θεμέλιο της σχέσης εργοδότη – εργοδοτούμενου, είτε λόγω της διάρρηξης θεμελιωδών όρων της σύμβασης εργασίας, ή την επίδειξη εκ μέρους του εργοδότη διαγωγής ασυμβίβαστης με το παραδεκτό πλαίσιο σχέσεων εργοδότη – εργοδοτούμενου.

 

Από την αγγλική νομολογία κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ως σημαντική παράβαση της σύμβασης εργασίας που δικαιολογεί εξυπακουόμενη απόλυση, ο υποβιβασμός ή άλλη μεταβολή στο καθεστώς εργοδότησης του εργοδοτούμενου και η αλλαγή του περιεχομένου της εργασίας του που δεν προβλέπεται ή επιτρέπεται από τη σύμβαση (βλ. Halsbury’s Laws of England, Fourth Edition, Vol.16, Para 478).

 

Σχετικά με τη μονομερή αλλαγή του είδους εργασίας, στο σύγγραμμα “The Law of Unfair Dismissal”, 3rd Ed., Steven D. Anderman, page 87, υποστηρίζονται τα ακόλουθα:

 

Furthermore, even if the contract specifies that the employee may do two jobs, if it clearly indicates which is the predominant job then an attempt to alter the contract so that the lesser job becomes the predominant part of the person’s work could entitle a tribunal to decide that the employer has repudiated the contract. For example in Pedersen v Camden London Borough Council (1981) ICR 674, an employee was hired as a bar steward/catering assistant and worked almost exclusively as a bar steward for 4 years. When circumstances entailed a shift in his work to a large proportion of catering duties, an employment tribunal found this to be a unilateral alteration in the contract of a fundamental kind entitling the employee to resign and claim constructive dismissal. The Court of Appeal upheld the tribunal’s decision on this question of fact. 

 

Ελεύθερη μετάφραση

 

«Επιπρόσθετα, ακόμα κι αν η σύμβαση καθορίζει ότι ο εργοδοτούμενος μπορεί να κάνει δύο εργασίες, εάν η επικρατέστερη εργασία καθορίζεται ξεκάθαρα, τότε μία προσπάθεια αλλαγής της σύμβασης από τον εργοδότη έτσι ώστε η κατώτερη εργασία να καταστεί η επικρατέστερη για τον εργοδοτούμενο, θα μπορούσε να δώσει το δικαίωμα σε ένα Δικαστήριο να αποφασίσει ότι ο εργοδότης έχει αποκηρύξει τη σύμβαση. Για παράδειγμα στην Pedersen v. Camden London Borough Council (1981) ICR 674, ένας εργοδοτούμενος προσλήφθηκε ως διαχειριστής μπαρ / βοηθός σερβιρίσματος και δούλεψε σχεδόν αποκλειστικά ως διαχειριστής μπαρ για 4 χρόνια. Όταν υπό τις περιστάσεις προέκυψε ανάγκη αλλαγής της εργασίας του και του ανατέθηκαν σε μεγάλο ποσοστό καθήκοντα σερβιρίσματος, το Εργατικό Δικαστήριο έκρινε ότι αυτό αποτελούσε μια μονομερή τροποποίηση της σύμβασης θεμελιώδους σημασίας που παρείχε το δικαίωμα στον εργοδοτούμενο να παραιτηθεί και να ισχυρισθεί τεκμαρτή απόλυση. Το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση στο πλαίσιο αυτών των γεγονότων»

 

Όπως ανέφερε το Εφετείο στην εν λόγω απόφαση:

 

“Whatever his original contract of employment laid down as his duties, the actual duties that he carried out were almost entirely those of bar steward and did not include the kind of work done by him during 1977 as catering assistant, so that the change in emphasis from almost total bar steward duties to a large proportion of catering assistant duties in the Food Production Centre kitchen, was a unilateral alteration in the contract which the Tribunal was satisfied was a fundamental one giving Mr Pedersen the right to regard it as a repudiation entitling him to treat himself as dismissed”.

 

Σε σχέση με τα συμβατικά καθήκοντα ενός εργοδοτούμενου στην υπόθεση Land Securities Trillium Ltd v Thornley [2005] IRLR 765 EAT, λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

 

“In determining what an employee’s existing contractual duties were, the tribunal is entitled to look not only at how the duties were described in the employee’s original job description but also at the actual work that the employee had been given. Job descriptions are not prescriptive documents”.

 

Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση L’ Union National (Tourist & Sea Resorts) Limited ν. Γιώργος Χουλιώτης, (2015) 1 ΑΑΔ 1874, 1891:

 

«Αποτελεί εξυπακουόμενο όρο της σύμβασης εργασίας ότι η κάθε πλευρά δεν πρέπει να ενεργεί με τρόπο που θα βλάψει το κλίμα της μεταξύ τους αμοιβαίας πίστης και εμπιστοσύνης (mutual trust and confidence). Κατά συνέπεια, η δυνατότητα που έχει ο εργοδότης δυνάμει των όρων που προβλέπονται από τη σύμβαση εργασίας, πρέπει να ασκείται σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και εμπιστοσύνης που διέπουν τέτοιες συμβάσεις. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Union of Construction Allied Trades and Technicians v. Brian [1980] Ι.R.L.R. 357:

"There must be considered not only the nature of the order but the circumstances surrounding the giving of the order ... And also, the reason for not carrying out the order."

Η οποιαδήποτε αλλαγή στους όρους εργοδότησης του εργοδοτούμενου δεν μπορεί να γίνεται αυθαίρετα (βλ. Catamaran Cruises Ltd v. Williams [1994] IRLR 386). Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι ο εργοδότης πρέπει να καταδείξει ότι η αλλαγή αυτή έγινε για εύλογη αιτία η οποία πρέπει να υποστηρίζεται από στοιχεία. Το Δικαστήριο οφείλει να σταθμίζει το συμφέρον του εργοδότη να προβεί στην αλλαγή και του εργοδοτούμενου να μην την αποδεχτεί (βλ. Harvey on Industrial Relations and Employment Law - κάτω από τον υπότιτλο "Refusal to accept changes in terms and conditions"). »

 

Στο σύγγραμμα Halsbury’s Laws of England, 5th Edition, Vol.39 para.48 αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

“The implied term of trust and respect in the contract of employment has been held to have overriding effect, that is to say that, ever where the employer haw express power to act in a particular way under the terms of the contract, he must exercise that power in the light of his overall duty of trust and respect, with the result that, if he does not do to so, the employee may be contractually entitled to leave his employment and claim constructive dismissal, in spite of  the employer’s claim that he was merely exercising his rights”.

 

Στην περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε διαπιστώσει ότι ο εργοδότης παρέβη ουσιώδεις όρους της σύμβασης εργασίας που παρείχαν στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να τερματίσει την απασχόληση του, λόγω της διαγωγής του εργοδότη, ακολούθως θα πρέπει να εξετάσει το λόγο, τον τρόπο και τον χρόνο που ο εργοδοτούμενος υπέβαλε την παραίτηση του. Ο εργοδοτούμενος θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να αποδείξει ότι παραιτήθηκε από την εργασία του λόγω της συγκεκριμένης παράβασης και όχι για οποιονδήποτε άλλο λόγο που δεν του παρείχε τέτοιο δικαίωμα. Η παράβαση αυτή μπορεί να μην αποτελεί τον μοναδικό λόγο, είναι όμως αρκετό να αποτελεί τον βασικό και ουσιαστικό λόγο της παραίτησης.

 

Σύμφωνα με καλά καθιερωμένες νομολογιακές αρχές, αφ’ ης στιγμής εκδηλωθεί η επιλήψιμη συμπεριφορά του εργοδότη, που θα δικαιολογούσε την αποχώρηση του εργοδοτούμενου, ο δεύτερος θα πρέπει να εγκαταλείψει την απασχόληση του χωρίς καθυστέρηση ή μετά από εύλογο χρόνο. Όπως τονίστηκε στην προαναφερθείσα υπόθεση Western Excavating (ανωτέρω):

 

“...The employee is entitled in those circumstances to leave at the instant without giving any notice at all, or alternatively, he may the conduct must in either case be sufficiently serious to entitle him to leave at once. Moreover, he must make up his mind soon after the conduct of which he complains: for, id he continues for any length of time without leaving, he will lose his right to treat himself as discharged. He will be regarder as having elected to affirm the contract”.

 

Σε ελεύθερη μετάφραση;

 

«…Ο εργοδοτούμενος δικαιούται κάτω από τις περιστάσεις να αποχωρήσει αμέσως χωρίς να δώσει οποιανδήποτε προειδοποίηση ή διαζευκτικά μπορεί να δώσει προειδοποίηση και να λέγει ότι θα αποχωρήσει στο τέλος της προειδοποίησης. Αλλά είτε στη μια, είτε στην άλλη περίπτωση η διαγωγή πρέπει να είναι αρκετά σοβαρή για να δικαιούται να αποχωρήσει αμέσως, επί πλέον πρέπει να αποφασίσει αμέσως μετά τη διαγωγή για την οποία παραπονείται: διότι αν συνεχίσει για οποιαδήποτε χρονική περίοδο χωρίς να αποχωρήσει θα απολέσει όλα τα δικαιώματα του να θεωρήσει τον εαυτό του απολυόμενο. Θα θεωρηθεί ότι επέλεξε να επιβεβαιώσει την σύμβαση».    

 

Από τη στιγμή που ο εργοδότης διαπράττει μία τέτοια παράβαση με την οποία αποκηρύσσει τη σύμβαση, ο εργοδοτούμενος έχει να επιλέξει μια από τις πιο κάτω πορείες: (α) Να επιβεβαιώσει τη σύμβαση απασχόλησης του και να επιμείνει στην περαιτέρω εκτέλεση της (β) να αποδεχθεί την αποκήρυξη της, οπότε σε μια τέτοια περίπτωση η σύμβαση φθάνει σ’ ένα τέλος. Μια τέτοια επιλογή δεν μπορεί να παραμείνει ανοικτή μέχρι τέλους. Ο εργοδοτούμενος θα πρέπει να ενεργήσει άμεσα γιατί εάν συνεχίσει να απασχολείται για κάποια χρονική περίοδο κινδυνεύει να χάσει όλα τα δικαιώματα του και να θεωρηθεί ότι επέλεξε να επιβεβαιώσει την τροποποιημένη σύμβαση εργασίας (The Employment Contract, D. Brodie).

 

Ενδεικτικά ως προς τη σοβαρότητα που αποδίδεται στην ανάγκη για αποχώρηση του εργοδοτούμενου από την απασχόληση του χωρίς καθυστέρηση, στην απόφαση W.E. Cox Joner (International) Ltd v. Crook [1981] I.C.R. 823, 831 λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

“... to stay at work for a period of one month to look around starting from the initial breach of contract, might well not have been fatal; but to work for a further month, six months already having elapsed, seems to be inconsistent with saying that he had not affirmed the contract ...”

 

Ο καθορισμός του εύλογου χρόνου που απαιτείται για τον εργοδοτούμενο να προσδιορίσει τη θέση του και να αποφασίσει την αποχώρηση του, ισχυριζόμενος εξαναγκασμό σε παραίτηση, θα πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με άλλους παράγοντες. Ειδικότερα, κατά την εξέταση του θέματος εάν ένας εργοδοτούμενος επιβεβαίωσε ή όχι την τροποποιημένη σύμβασης εργασία του προτού παραιτηθεί, η περίοδος απασχόλησης του είναι πάντα σχετική για τον καθορισμό του εύλογου χρόνου που απαιτείται για να εξετάσει τη θέση του προτού λάβει την απόφαση να παραιτηθεί και να ισχυριστεί εξαναγκασμό σε παραίτηση (The Governing Body of St Edmund Canterbury Catholic High School v. Ann Hines [2003] UKEAT 1138/02). Αποτελεί σφάλμα για το Δικαστήριο να εξισώσει την καθυστέρηση με την επιβεβαίωση εάν το όλο θέμα δεν εξεταστεί σε συνδυασμό με άλλα θέματα όπως η φύση της παράβασης από τον εργοδότη και η περίοδος απασχόλησης του εργοδοτούμενου. Το ερώτημα που θα πρέπει να απαντήσει το Δικαστήριο δεν είναι κατά πόσο ο εργοδοτούμενος καθυστέρησε πάρα πολύ να παραιτηθεί, αλλά κατά πόσο επιβεβαίωσε τη σύμβαση εργασίας (Miceli v. Signal House Ltd [1996] UKEAT 180/95).  Από τη στιγμή που ο εργοδοτούμενος καθιστά σαφή τη διαφωνία του με την παράβαση των όρων της σύμβασης εργασίας του δεν θα θεωρείται ότι επιβεβαίωσε τη συμβατική σχέση με το να συνεχίζει να εργάζεται και να πληρώνεται για μια περιορισμένη χρονική περίοδο. Το αν υπήρξε επιβεβαίωση αποτελεί ζήτημα πραγματικό στηριζόμενο επί των γεγονότων (question of fact) της κάθε υπόθεσης.

 

Στην υπόθεση Ms RV Simms v. Sainsbury Supermarkets Ltd [2005] All ER (D) 144), η περίπτωση που απασχόλησε το Εφετείο αφορούσε εργοδοτούμενη στην οποίας οι εργοδότες, κατά παράβαση της σύμβασης εργασίας, παρέλειψαν να καταβάλουν πλήρη μισθό από 30.8.2002 και προέβαιναν σε αποκοπές από τον μισθό της από τις 13.12.2002. Η εργοδοτούμενη υπέβαλε την παραίτηση της με επιστολή ημερ. 21.3.2003 προβάλλοντας ως ένα από τους λόγους παραίτησης τη μονομερή και χωρίς τη συγκατάθεση της αποκοπή μισθού. Το Δικαστήριο στην απόφαση του τόνισε μεταξύ άλλων, ότι στην περίπτωση που ένας εργοδοτούμενος, χωρίς να επιφυλάξει τη θέση του, συνεχίζει να εργάζεται για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά που ο εργοδότης κατέστησε σαφή τη θέση του επί ενός θέματος διαφωνίας, τότε θεωρείται ότι ο εργοδοτούμενος επιβεβαίωσε τη σύμβαση και δεν μπορεί να επικαλεστεί εξαναγκασμό σε παραίτηση σε κατοπινό στάδιο. Αναφερόμενο το Εφετείο στην υπόθεση W.E. Cox Toner (ανωτέρω), τόνισε ότι από τη στιγμή που ο εργοδοτούμενος καθιστά  σαφή τη διαφωνία του με ό,τι γίνεται, δεν θα θεωρηθεί ότι έχει επιβεβαιώσει τη συμβατική σχέση με το να συνεχίζει να εργάζεται για μια περιορισμένη χρονική περίοδο. Στην ίδια ωστόσο υπόθεση αποφασίστηκε ότι ο εργοδοτούμενος εμποδιζόταν να επικαλείται εξαναγκασμό σε παραίτηση, καθώς συνέχισε να εργάζεται για τέσσερεις εβδομάδες μετά που ο εργοδότης κατέστησε σαφή τη θέση του ότι δεν θα ικανοποιούσε τα παράπονα του με αποτέλεσμα να θεωρηθεί ότι επέλεξε να επιβεβαιώσει τη σύμβαση.

 

Εκτενή αναφορά επί του θέματος με παράθεση των πιο πάνω νομολογιακών αρχών γίνεται στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Λτδ ν. Αντωνίου, Πολιτική Έφεση 101/2013, ημερ. 16.7.2019, από την οποία επίσης έχουμε αντλήσει καθοδήγηση.

 

Στη βάση των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, το Δικαστήριο για να καταλήξει στο τελικό του συμπέρασμα θα πρέπει να εξακριβώσει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης, (α) εάν και κατά πόσο υπήρξε μονομερής και αυθαίρετη παράβαση των όρων απασχόλησης του Αιτητή από τους Καθ’ ων η αίτηση. Ακολούθως, εάν η απάντηση στο ερώτημα είναι θετική, θα πρέπει να διακριβωθεί (β) ο βαθμό σοβαρότητάς της παράβασης, εάν δηλαδή ήταν αρκούντως σοβαρή ώστε να δικαιολογεί εξαναγκασμό σε παραίτηση, (γ) εάν η συγκεκριμένη παράβαση από-τέλεσε τον βασικό λόγο παραίτησης του Αιτητή ή (δ), εάν αυτός επιβεβαίωσε (affirm) ή όχι την τροποποιημένη σύμβαση εργασίας της.

 

Προτού το Δικαστήριο απαντήσει στα πιο πάνω ερωτήματα, θα πρέπει να από-φανθεί των πιο κάτω ζητημάτων, όπως αυτά τέθηκαν στην Χουλιώτης (ανωτέρω):

 

(α)       κατά πόσον οι Καθ’ ων η αίτηση δυνάμει (i) της σύμβασης εργασίας που συνήψαν με την Αιτήτρια και (ii) του διευθυντικού τους δικαιώματος, είχαν το δικαίωμα μονομερώς να μετακινήσουν τον Αιτητή από τη θέση αποθηκάριου που κατείχε από της προσλήψεως του σε υπάλληλο του λογιστηρίου.  

 

(β)       στην περίπτωση που παρεχόταν στους Καθ’ ων η αίτηση αυτό το δικαίωμα, κατά πόσο υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης (i) το εξάσκησαν εύλογα και με βάση τις αρχές της καλής πίστης και εμπιστοσύνης που διέπουν τις συμβάσεις εργασίας και (ii) η άρνηση του Αιτητή να αποδεχθεί τις συγκεκριμένες αλλαγές ήταν δικαιολογημένη ή όχι.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι το δικαίωμα τους να προβούν σε αλλαγή των όρων και συνθηκών απασχόλησης της Αιτήτριας πηγάζει από την σύμβαση εργασίας της (Τεκ.2) και ειδικότερα τον όρο 14.1.( σελίδα 3 της απόφασης).

 

Ερμηνεύοντας τον συγκεκριμένο όρο της σύμβασης, βρίσκουμε ότι παρείχε στους Καθ’ ων η αίτηση το δικαίωμα να προβούν σε αλλαγές στους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης της Αιτήτριας και να της αναθέσουν επιπρόσθετα καθήκοντα τα οποία ωστόσο θα έπρεπε να σχετίζονται με τα καθήκοντα της θέσης που κατείχε[1]. Κατά την κρίση μας ο συγκεκριμένος όρος δεν παρείχε στους Καθ’ ων η αίτηση το δικαίωμα να τροποποιήσουν ή να αλλάξουν εξ ολοκλήρου τα καθήκοντα της Αιτήτριας ή να της αναθέσουν κατώτερα ή διαφορετικά καθήκοντα απ’ αυτά που εκτελούσε κατά τη μακρόχρονη υπηρεσίας της. Επίσης οι Καθ’ ων η αίτηση όφειλαν να ενημερώσουν εγκαίρως και εντός εύλογου χρόνου την Αιτήτρια για τις οποιεσδήποτε αλλαγές στους συμβατικούς της όρους. Πρόσθετα, εν προκειμένω οι αλλαγές θα έπρεπε να κοινοποιηθούν εγγράφως και απευθείας στην Αιτήτρια και όχι μέσω γενικής ενημέρωσης, καθώς αφορούσαν αποκλειστικά και μόνο την Αιτήτρια και όχι άλλους εργοδοτούμενους.   

 

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα γεγονότα τα υπόθεσης, η Αιτήτρια εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ’ ων η αίτηση για 22 και πλέον χρόνια ασκώντας γραμματειακά καθήκοντα αρχικά ως «γραμματέας» και ακολούθως,  με την τελευταία σύμβαση εργασίας που είχε υπογράψει τρία χρόνια πριν την αποχώρηση της, ως  “Assurance Executive Assistant in the Core Business Services Line (CBS) of the Company”. Στις 26.7.2016 οι Καθ’ ων η αίτηση ενημέρωσαν προφορικά τον Αιτήτρια ότι από 1.8.2016 θα μετακινείτο από τον 7ο όροφο στο χώρο υποδοχής όπου θα της ανατίθεντο νέα καθήκοντα. Με βάση τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, επρόκειτο για καθήκοντα διαφορετικά και άσχετα με αυτά που ασκούσε η Αιτήτρια κατά τη μακρόχρονη υπηρεσίας της στους Καθ’ ων η αίτηση. Ταυτόχρονα λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των νέων καθηκόντων που της είχαν ανατεθεί και που αφορούσαν την υποδοχή πελατών, την ετοιμασία των αιθουσών συνεδριάσεων και της γραφικής ύλης, την εξυπηρέτηση πελατών με τη λήψη παραγγελιών και το σερβίρισμα ροφημάτων, το μάζεμα με το πέρας των συνεδριάσεων των διαφόρων αντικειμένων και συγχρόνως την αναπλήρωση της τηλεφωνήτριας στο τηλεφωνικό κέντρο σε περίπτωση απουσίας της, κρίνουμε ότι επρόκειτο και για κατώτερη εργασία απ’ αυτή που είχε συμφωνήσει και προσέφερε κατά τη μακρά παρουσία της στους Καθ’ ων η αίτηση. Επίσης με βάση τις πιο πάνω διαπιστώσεις μας επρόκειτο και για καθήκοντα άλλης θέσης εργασίας απ’ αυτή που κατείχε η Αιτήτρια.

 

Έχοντας λοιπόν υπόψη ότι ό τρόπος με τον οποίο ασκούνται οι εξουσίες που παρέχονται από τη σύμβαση εργασίας στον εργοδότη πρέπει να είναι σύμφωνες με τον εξυπακουόμενο όρο της πίστης και της εμπιστοσύνης που διέπει κάθε εργασιακή σχέση, στην προκείμενη περίπτωση κρίνουμε ότι οι Καθ’ ων η αίτηση ενήργησαν έξω από τα πλαίσια των συμβατικών δυνατοτήτων που τους παρείχε ο όρος 14.1. της σύμβασης εργασίας (Τεκ.2) και κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης και εμπιστοσύνης που διέπει τέτοιες συμβάσεις, προβαίνοντας σε μονομερή και αυθαίρετη τροποποίηση ουσιώδους όρου της σύμβασης σε σχέση με τα καθήκοντα και τη θέση που κατέχει η Αιτήτρια.

 

Όπως προκύπτει από τη νομολογία, η ενέργεια του εργοδότη να μεταβάλει μονομερώς (χωρίς τη συγκατάθεση και τη σύμφωνη γνώμη του εργοδοτούμενου) και αυθαιρέτως (χωρίς να βασίζεται σε συμβατικό δικαίωμα) τους όρους απασχόλησης του εργοδοτούμενου συνιστά παράβαση (repudiation) της σύμβασης, που παρέχει στον τελευταίο το δικαίωμα να τερματίσει νόμιμα την απασχόληση του, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 7(1) του Νόμου και να αξιώσει αποζημιώσεις για εξαναγκασμό του σε παραίτηση λόγω της διαγωγής του εργοδότη.

 

Και στην προκείμενη περίπτωση, η ενέργεια των Καθ’ ων η αίτηση να τροποποιήσουν μονομερώς και αυθαιρέτως τους όρους απασχόλησης του Αιτητή συνιστά σοβαρή παράβαση, θεμελιώδους σημασίας, ικανή να κλονίσει το θεμέλιο της σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου και να παράσχει στον Αιτητή το δικαίωμα να τερματίσει την απασχόληση του επικαλούμενος εξαναγκασμό σε παραίτηση.

 

Το ερώτημα που τίθεται ως επακόλουθο της πιο πάνω κατάληξης μας είναι κατά πόσο ο Αιτητής επιβεβαίωσε την τροποποιημένη σύμβαση εργασίας. 

 

Επανερχόμενοι στα γεγονότα της υπόθεσης και με καθοδήγηση τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, επαναλαμβάνουμε ότι με την προσκομισθείσα μαρτυρία οι Καθ’ ων η αίτηση σε καμία περίπτωση δεν κατάφεραν να αποδείξουν ότι ο Αιτητής  συναίνεση στη μετακίνηση της και συνεπώς συμφώνησε στην αλλαγή των όρων απασχόλησης της. Αντίθετα αυτό που προκύπτει μέσα από την αποδεχθείσα μαρτυρία είναι ότι η Αιτήτρια από την πρώτη στιγμή κατέστησε προφορικά φανερή τη διαφωνία της και όταν εν τέλει δεν εισακούστηκε αναγκάστηκε να προβεί σε γραπτή διαμαρτυρία και ακολούθως με τον ίδιο τρόπο να θέσει την παραίτηση του. Υπό τις περιστάσεις η Αιτήτρια είχε κάθε δικαίωμα ν’ αποχωρήσει αμέσως από την εργασία της χωρίς να δώσει οποιαδήποτε προειδοποίηση. Ωστόσο η Αιτήτρια συνέχισε για κάποιο χρονικό διάστημα να προσφέρει τις υπηρεσίες της με την ελπίδα ότι θα επανερχόταν στα καθήκοντα της. Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της παράβασης και την 22χρονη και πλέον περίοδο απασχόλησης της Αιτήτριας κρίνουμε ότι το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την παράβαση της σύμβασης και μέχρι τη γραπτή παραίτηση της, δεν ήταν υπερβολικό αλλά αναγκαίο και εύλογο για την ίδια να εξετάσει τη θέση της προτού λάβει την απόφαση να παραιτηθεί και να επικαλεστεί εξαναγκασμό σε παραίτηση. Κρίνουμε ότι η Αιτήτρια σε καμία περίπτωση δεν επιβεβαίωσε την τροποποιημένη σύμβαση εργασίας που μονομερώς  επέβαλαν οι Καθ’ ων η αίτηση.

 

Για όλα τα πιο πάνω, καταλήγουμε ότι η Αιτήτρια δικαιολογημένα τερμάτισε την απασχόληση της λόγω παράβασης ουσιωδών όρων της σύμβασης εργασίας της που ισοδυναμεί με εξαναγκασμό σε παραίτηση.

 

 

 

 

 

 

Ανάλυση - Συμπεράσματα

 

Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή όλους του μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση και όσα σχετικά υποστήριξαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στο στάδιο των αγορεύσεων.

 

Πέραν των παραδεκτών και ή αδιαμφισβήτητων γεγονότων που παραθέτουμε ανωτέρω, αποτελεί κοινή συνισταμένη της μαρτυρίας των δύο πλευρών ότι η εργοδότηση της Αιτήτριας διεπόταν από τους όρους της σύμβασης εργοδότησης που υπέγραψε στις 17.5.2013 (Τεκ.2). Επίσης, αποτελούσε συνήθη πρακτική των Καθ’ ων η αίτηση να καθορίζουν και να ενημερώνουν το γραμματειακό προσωπικό για αλλαγές που προέκυπταν στα καθήκοντα του, συναφείς με τους όρους εργοδότησης και ανάλογες με τις ανάγκες της επιχείρησης. Οι ενημερώσεις που κοινοποιήθηκαν κατά καιρούς στο γραμματειακό προσωπικό τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκ.15,16,17. 

 

Στην ενημέρωση ημερ. 21.2.2007 (Τεκ.15) γίνεται, μεταξύ άλλων, αναφορά σε ορισμένες αλλαγές που προέκυψαν στο γραφείο Λευκωσίας και στην ανάθεση ανάλογων καθηκόντων στην ομάδα γραμματειακής υποστήριξης, που αφορούσαν τη δακτυλογράφηση όλων των οικονομικών καταστάσεων, επεξεργασία άλλων εκτενών αναφορών και ετοιμασία επιστολών. Μέλη της Ομάδας αναφέρονται η Πέπα Διόλα, Μαίρη Μακρίδου, Μαρία Χριστοφόρου και η Αιτήτρια. Ανατίθετο η κατανομή των εργασιών στην υπεύθυνη Πέπα Διόλα.

 

Στην ενημέρωση ημερ. 25.2.2010 (Τεκ.16) γίνεται, μεταξύ άλλων, αναφορά στο ωράριο εργασίας και την οργάνωση του γραμματειακού προσωπικού ως ακολούθως: Η Μ. Χριστοφόρου με τη βοήθεια της Αιτήτριας θα εξυπηρετούσαν κατά κύριο λόγο τα διευθυντικά και ανώτερα στελέχη του 3ου ορόφου και η Πέπα Διόλα μαζί με την Μ. Μακρίδου τα διευθυντικά και ανώτερα στελέχη του 2ου ορόφου.

 

Με την ενημέρωση ημερ. 31.10.2014 (Τεκ.17) εφίστατο η προσοχή του γραμματειακού προσωπικού σε ορισμένες διευκρινίσεις αναφορικά με τον ρόλο του ως διοικητικό προσωπικό, με βάση τον Οδηγό Γραφείου (Τεκ.19), οι οποίες τίθεντο σε εφαρμογή από 3.11.2014. Συγκεκριμένα, οι διοικητικοί λειτουργοί κάθε ορόφου ως ήταν και η Αιτήτρια, αναμένετο να επιβλέπουν τα δωμάτια εργασίας (collaboration rooms), να γνωρίζουν ανά πάσα στιγμή που βρίσκονται οι διευθυντές της ομάδας τους, να επιβλέπουν τον εξοπλισμό των ορόφων και να ειδοποιούν τον ΙΤ για τυχόν βλάβες, να επιβλέπουν τα μηχανήματα Φαξ και να είναι υπεύθυνες για τη διανομή της αλληλογραφίας στα άτομα των ορόφων τους. Ενημερώνονταν επίσης για την μετακίνηση τους στα διάφορα επίπεδα (ορόφους) με την Αιτήτρια να τοποθετείται στο επίπεδο 7 ((level 7: Assurance FSI). Επίσης ο χώρος υποδοχής και το τηλεφωνικό κέντρο στο επίπεδο 1, που θα λειτουργούσε πλέον από τις 8:00 - 18:30, θα εξυπηρετείτο από την Α. Σταύρου, Λ. Καρεκλά και Μ. Χριστοφόρου. 

 

Περαιτέρω αποτελεί κοινή συνισταμένη ότι η Μ. Χριστοφόρου αφυπηρέτησε από την υπηρεσία των Καθ’ ων η αίτηση τον Δεκέμβριο 2015 και η Tea Birtvelishvilli τον Ιούλιο 2016.

 

Καταθέτοντας η Αιτήτρια, προσπάθησε να υποστηρίξει ότι μέχρι το 2010 ήταν προσωπική βοηθός του κ. Ν. Χ’’Ρούσου και ακολούθως, με την αφυπηρέτηση του, ανέλαβε ως προσωπική βοηθός του κ. Πεντάρη. Προς αυτό το σκοπό παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου το Τεκ.5 ισχυριζόμενη ότι επρόκειτο για τις εργασίες που διεκπεραίωνε από τη συγκεκριμένη θέση. Αντεξεταζόμενη ωστόσο και επιμένοντας στην αρχική της θέση, παραδέχθηκε ότι όλες οι κοπέλες εξυπηρετούσαν τους personal τους αλλά και τους managers και senior managers του ορόφου. Την ίδια τοποθέτηση είχε και η κα Καρεκλά. Ενώ ισχυρίστηκε, ότι είχε εντολή από τον κ. Πεντάρη να δίνονται όλα τα τηλεφωνήματα του στην Αιτήτρια, κάτι που δεν συνέβαινε με τους υπόλοιπους managers, ωστόσο συμφώνησε ότι η Αιτήτρια εξυπηρετούσε όλους τους managers του 7ου ορόφου και ότι ήταν και γραμματέας του κ. Πεντάρη. Επομένως με όσα η Αιτήτρια και η μάρτυρας της ανέφεραν κατά την αντεξέταση τους, παραδέχθηκαν ότι η ευθύνη της Αιτήτριας ως διοικητική λειτουργός του 7ου ορόφου δεν ήταν να εξυπηρετεί αποκλειστικά και μόνο τον κ. Πεντάρη αλλά και τα υπόλοιπα διευθυντικά και ανώτερα στελέχη του ορόφου. Αυτό άλλωστε προκύπτει και από το περιεχόμενο των πιο πάνω ενημερώσεων (Τεκ.15-17), όπου υπάρχει ρητή αναφορά ότι από το 2010 η Αιτήτρια θα εξυπηρετούσε τα διευθυντικά και ανώτερα στελέχη του 3ου ορόφου και ότι από 3.11.2014 θα συνέχιζε την απασχόληση της στο Level 7: Assurance FSI για την εξυπηρέτηση των εκεί διευθυντικών και ανώτερων στελεχών της Εταιρείας.

 

Περαιτέρω, τα όσα η Αιτήτρια ανέφερε σε σχέση με τα καθήκοντα που ασκούσε ως γραμματειακή λειτουργός του 7ου ορόφου, δεν έχουν αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση της. Το μόνο που τέθηκε στην Αιτήτρια και το οποίο απέρριψε, είναι ότι κατά την παραμονή της στον 7ο όροφο σέρβιρε ποτά. Αν και η τοποθέτηση αυτή απέβλεπε ουσιαστικά στο να καταδείξει ότι η Αιτήτρια ασκούσε τα ίδια καθήκοντα και μετά τη μετακίνηση της στο χώρο υποδοχής, ωστόσο δεν υποστηρίχθηκε ούτε και από τον κ. Πεντάρη που ως προϊστάμενος του 7ου ορόφου ήταν το κατ’ εξοχή αρμόδιο πρόσωπο που θα μπορούσε να επιβεβαιώσει ένα τέτοιο γεγονός. Ο κ. Αβρααμίδης, αν και ισχυρίστηκε ότι η ετοιμασία ποτών εμπίπτει στα καθήκοντα του υποστηρικτικού προσωπικού, ωστόσο ομολόγησε ότι δεν αναφέρεται στο συμβόλαιο τους, με επακόλουθο να μην φαίνεται να εμπίπτει στις συμβατικές τους υποχρέωσες ή να αποτελεί μέρος των καθηκόντων τους. Ως επακόλουθο η θέση της Αιτήτριας σε σχέση με τα καθήκοντα που ασκούσε στον 7ο όροφο παρέμεινε αναντίλεκτη. Σε κάθε περίπτωση όμως, και σε ευθυγράμμιση των θέσεων της, τα όσα ανέφερε συνάδουν πλήρως και με τα καθήκοντα που ανατίθεντο κατά καιρούς στο γραμματειακό προσωπικό, όπως προκύπτουν από τις ενημερώσεις (Τεκ.15-17). Πρόσθετα, αναφερόμενη η Αιτήτρια στα καθήκοντα που της είχαν ανατεθεί με τη μετακίνηση της στο χώρο υποδοχής, δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις και δεν δίστασε να απαντήσει με ευθύτητα και σταθερότητα σε όλες τις ερωτήσεις που της τέθηκαν κατά την αντεξέταση της. Πέραν της πραγματικής μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και που στηρίζει σε μεγάλο βαθμό τη θέση της Αιτήτριας, η εν γένει μαρτυρία της υποστηρίζεται και από την ενισχυτική μαρτυρία της κας Καρεκλά, την οποία επίσης αποδεχόμαστε ως φυσική, θετική και ειλικρινή. Πέραν των καλών εντυπώσεων που άφησε στο Δικαστήριο η εν λόγω μάρτυς, επισημαίνουμε επίσης ότι υπήρξε εργοδοτούμενη των Καθ’ ων η αίτηση από το 1997 μέχρι το 2017. Δηλώνοντας με κάθε ειλικρίνεια ότι διατηρεί φιλικές σχέσης με την Αιτήτρια, εν τούτοις, σε καμία περίπτωση δεν διεφάνη, έστω απομακρυσμένα, να είχε κανένα ιδιοτελές συμφέρον ή λόγο να πλήξει, αδίκως, τους Καθ’ ων η αίτηση. Τούτο άλλωστε διεφάνη και στην πράξη με την εξιστόρηση των γεγονότων όπως η ίδια τα βίωσε ενόσω βρισκόταν στην υπηρεσία τους και τα οποία αποδεχόμαστε.

 

Σε αντίθεση με την Αιτήτρια και τη μάρτυρα της, οι εντυπώσεις που άφησαν στο Δικαστήριο οι μάρτυρες για τους Καθ’ ων η αίτηση δεν ήταν θετικές.  Η μαρτυρία τους καλύπτεται από ουσιαστικές αντιφάσεις και ανακρίβειες και, τουλάχιστο στα σημαντικά της μέρη αυτοαναιρείται. Αιτιολογώντας την προσέγγιση αυτή του Δικαστηρίου καταγράφουμε τα ακόλουθα:

 

Αναφερόμενος ο κ. Αβρααμίδης στο θεμελιώδες ζήτημα των καθηκόντων της Αιτήτριας και ισχυριζόμενος ότι η  Αιτήτρια εξακολούθησε και μετά τη μετακίνηση της στο χώρο υποδοχής να διαχειρίζεται την αλληλογραφία, να λαμβάνει τηλεφωνήματα και μηνύματα, να ετοιμάζει αίθουσες συνεδριάσεων, να σερβίρει ποτά και εν ολίγοις ότι συνέχισε να διεκπεραιώνει καθήκοντα παρόμοια, δηλαδή καθήκοντα διοικητικού προσωπικού, ωστόσο, ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έθεσε οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία που έτειναν να καταδείξουν ότι τα καθήκοντα που εκτελούσε η Αιτήτρια από τον χώρο υποδοχής ήταν παρόμοια και πολύ περισσότερο περιλαμβάνονταν μεταξύ των καθηκόντων των διοικητικών λειτουργών, ως ο ίδιος ισχυρίστηκε. Πιο συγκεκριμένα, εκτός από τις ενημερωτικές επιστολές (Τεκ.15-17) και τον Οδηγό Γραφείου (Τεκ.19), ο κ. Αβρααμίδης δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε περιγραφή καθηκόντων που να επιβεβαιώνει ότι οι εργασίες που ανατέθηκαν στην Αιτήτρια με τη μετακίνηση της στον χώρο υποδοχής ενέπιπταν στα καθήκοντα του Διοικητικού προσωπικού όπου και η ίδια ανήκε. Η απεγνωσμένη προσπάθεια του μάρτυρα να θέσει κατά την αντεξέταση του, ότι δεν επιβάρυναν την Αιτήτρια με επιπρόσθετα γραμματειακά καθήκοντα λόγω των θερινών διακοπών και της πρόσκαιρης παρουσίας της στο χώρο υποδοχής, καταρρίπτονται και αναιρούνται από τα όσα οι δύο άλλοι μάρτυρας των Καθ’ ων η αίτηση παραδέχθηκαν, ότι στο χώρο υποδοχής δεν εκτελούνταν γραμματειακά καθήκοντα και ότι δεν αποστέλλονταν οδηγίες για εκτέλεση εργασίας όπως πάνω, επειδή τα καθήκοντα τους ήταν διαφορετικά.

    

Πέραν των πιο πάνω ισχυρισμών, ο μάρτυρας κατά την κυρίως εξέταση του έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφο ημερ. 27.7.2016 (Τεκ.21) που αναφέρεται σε συνάντηση της Υπεύθυνης Ανθρώπινου Δυναμικού κας Στέλλας Παναγίδου με την Αιτήτρια, όπου, μεταξύ άλλων, την ενημέρωσε για τη μετακίνηση της στο χώρο υποδοχής και για τα καθήκοντα της που περιλάμβαναν: “Welcoming clients, serving timely beverages to clients, completing regular housekeeping checks throughout the Executive/Conference rooms, re-setting of conference and meeting rooms in a timely fashion, booking meeting rooms, answering phone calls and other ad-hoc assistance to SL’s such as arranging HR interviews, setting up files for seminars etc.” Στο Τεκ.19 ωστόσο, γίνεται ειδική αναφορά ότι η καθαριότητα των χώρων θα ανατίθετο σε μία εξωτερική επαγγελματική εταιρεία και οι αίθουσες συσκέψεων πελατών θα συντηρούντο και θα εξυπηρετούντο από ένα καθορισμένο μέλος του προσωπικού. Οι εξηγήσεις που δόθηκαν από τον κ. Αβρααμίδη, ότι η διευθέτηση αυτή έγινε το 2014 και λόγω του ότι δεν υπήρχε επαρκής φόρτος εργασίας, έγινε διαφοροποίηση αυτού του μοντέλου, φέρνοντας επιπρόσθετα άτομα από τον εξωτερικό συνεργάτη, αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις και δεν γίνονται αποδεκτές, καθότι, αφενός καταρρίπτονται από το περιεχόμενο του Τεκ.19 και αφετέρου παρέμειναν ατεκμηρίωτες καθώς δεν δόθηκε καμία εξήγηση για το πότε επήλθε η κατ’ ισχυρισμό διαφοροποίηση. Η αποφυγή του μάλιστα να αναφερθεί στο συγκεκριμένο μέλος του προσωπικού που συντηρούσε και εξυπηρετούσε τις αίθουσες συνεδριάσεων πριν την κατ’ ισχυρισμό διαφοροποίηση και η σύνδεση του καθήκοντος αυτού με επιπρόσθετες υπηρεσίες από τον εξωτερικό συνεργάτη καθαρισμού, δίνει επίρρωση στα όσα η Αιτήτρια προέβαλε σε σχέση με τα καθήκοντα που της είχαν ανατεθεί από το χώρο υποδοχής και αυτοαναιρεί τους ανάλογους ισχυρισμούς του κ. Αβρααμίδη ότι η Αιτήτρια συνέχισε να εκτελεί καθήκοντα διοικητικού λειτουργού, καθώς η συντήρηση και εξυπηρέτηση των αιθουσών συνεδριάσεων πελατών σύμφωνα με το Τεκ.19 δεν ενέπιπτε σ’ αυτά τα καθήκοντα.

 

Ο κ. Αβρααμίδης ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι θεωρήθηκε λογική η μετακίνηση της Αιτήτριας στο χώρο υποδοχής, όπου δημιουργήθηκε η ανάγκη για αναπλήρωση του δεύτερου ατόμου, μετά την αφυπηρέτηση της κας Μ. Χριστοφόρου. Για να υποστηρίξει τη θέση του, επικαλέστηκε το Τεκ.17 στο οποίο αναφέρεται ότι η κα Χριστοφόρου θα ήταν ένα από τα άτομα που θα εξυπηρετούσαν τον χώρο υποδοχής και το τηλεφωνικό κέντρο. Τόσο η Αιτήτρια όσο και η μάρτυρας της κα Καρεκλά ισχυρίστηκαν ότι το πόστο της κα Μ. Χριστοφόρου ήταν στον 6ο όροφο μαζί με την κα. Μ. Μακρίδου, όπου εκτελούσε γραμματειακά καθήκοντα και ότι το μόνο που έκανε στο ισόγειο ήταν να αντικαθιστά την κα Καρεκλά στο τηλεφωνικό κέντρο εν ώρα διαλλείματος στις 1:00μμ ή όταν σχολνούσε στις 2:30μμ. Αντεξεταζόμενος ο κ. Αβρααμίδης ισχυρίστηκε ότι στον 6ο όροφο ευρίσκετο η Μ. Μακρίδου και ότι κάποιες ώρες συνήθως Παρασκευές, η κα Χριστοφόρου ανέβαινε και βοηθούσε και στον 6ο όροφο. Για το ίδιο ζήτημα κατέθεσε και η κα Χαρίτου. Ενώ κατά την κυρίως εξέταση επανέλαβε την ανάγκη για μετακίνηση της Αιτήτριας μετά την αφυπηρέτηση της κας Χριστοφόρου, ωστόσο υπό το βάρος της αντεξέτασης αναφέροντας αρχικά ότι η κα Χριστοφόρου κάλυπτε και το χώρο υποδοχής και κάποιες ανάγκες στο τηλεφωνικό κέντρο και στον 6ο όροφο, ακολούθως όταν της υπεβλήθη ότι κατέβαινε από τον 6ο όροφο για να αναπληρώνει την κα Καρεκλά, η μάρτυς ανέφερε ότι αναπλήρωνε και την κα Σταύρου στο χώρο υποδοχής. Εν ολίγοις με βάση τη μαρτυρία της κας Χαρίτου, η κα Χριστοφόρου προσέφερε βοηθητικό ρόλο τόσο στο τηλεφωνικό κέντρο όσο και στο χώρο υποδοχής για αναπλήρωση των δύο κοπέλων, κάτι που δεν συνάδει με όσα κατέθεσε ο κ. Αβρααμίδης. Επισημαίνεται, επί του προκειμένου, ότι η κα Χριστοφόρου αφυπηρέτησε από την υπηρεσία των Καθ’ ων η αίτηση τον Δεκέμβριο 2015 και η μετακίνηση της Αιτήτριας στο χώρο υποδοχής έγινε την 1.8.2016. Η κα Χαρίτου δεν διαφώνησε ότι τον Ιανουάριο 2016 οι Καθ’ ων η αίτηση προχώρησαν στη πρόσληψη Διοικητικού Λειτουργού για κάλυψη των αναγκών του 6ου ορόφου. Επομένως, οι σχετικοί ισχυρισμοί ότι η κα Χριστοφόρου εξυπηρετούσε τον χώρο υποδοχής και κάποιες ώρες τον 6ο όροφο, κρίνονται ότι δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, όπως δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και η απόπειρα των μαρτύρων των Καθ’ ων η αίτηση να υποστηρίξουν ότι η Αιτήτρια αντικατέστησε την κα Χριστοφόρου στα καθήκοντα της. Άλλωστε αυτό που τέθηκε στην Αιτήτρια κατά την αντεξέταση της, ήταν ότι η μετακίνηση της δεν επιδίωκε την αντικατάσταση της Τέας, αλλά την ανάγκη δεύτερου ατόμου στο τηλεφωνικό κέντρο, θέση την οποία η Αιτήτρια απέρριψε δηλώνοντας ότι στο τηλεφωνικό κέντρο τη χρειάζονταν μόνο την ώρα του διαλειμματος της κας Καρεκλά για να δουλεύει 8 αντί 9 ώρες και ότι τις υπόλοιπες ώρες εκτελούσε καθήκοντα coffee lady. Επίσης στην κα Καρεκλά αυτό που τέθηκε ήταν ότι η Αιτήτρια εκτελούσε από τον χώρο υποδοχής γραμματειακά καθήκοντα και ουδέποτε αντικατέστησε την Τέα, αλλά την κα Χριστοφόρου, θέση με την οποία η μάρτυς διαφώνησε δηλώνοντας ότι η τελευταία κάτω δεν έκανε γραμματειακή δουλειά. Γεγονός άλλωστε που υποστήριξαν με τη μαρτυρίας τους η κα. Χαρίτου και ο κ. Πεντάρης, ως αναφέρθη ανωτέρω.     

 

Ότι παρέμεινε υπό αμφισβήτηση είναι τα όσα ισχυρίστηκαν οι κ.κ. Αβρααμίδης και Πεντάρης ότι κατά τον Απρίλιο και Μάιο 2016 υπήρξαν διαβουλεύσεις του τελευταίου με την Αιτήτρια και ότι σε φιλικό κλίμα και χωρίς καμία διαμαρτυρία η Αιτήτρια συμφώνησε με την απόφαση μετακίνησης της στο τμήμα υποδοχής. Χωρίς κανένα δισταγμό η κρίση του Δικαστηρίου επί του ζητήματος αυτού είναι ότι η Αιτήτρια ενημερώθηκε για τη μετακίνηση της από την κα Παναγίδου στις 26.7.2016. Τα όσα περί αντιθέτου επιχείρησαν να προβάλουν οι μάρτυρες των Καθ’ ων η αίτηση αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις και δε γίνονται αποδεκτά, καθότι, αφενός αντιστρατεύονται τις δικογραφημένες θέσεις των Καθ’ ων η αίτηση και αφετέρου δεν συνάδουν με το περιεχόμενο των Τεκ.21 και 22 που επικαλέστηκε ο πρώτος μάρτυρας αναφορικά με τη συνομιλία που είχε η κα Παναγίδου με την Αιτήτρια. Δικαιολογούμε την προσέγγιση αυτή του Δικαστηρίου: Στην παραγρ. 12 των γενικών λόγω εμφάνισης αναφέρεται ξεκάθαρα: «Περί τα τέλη Ιουλίου διαπιστώθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση η ανάγκη ορισμένων μετακινήσεων διοικητικού προσωπικού με σκοπό την καλύτερη λειτουργικότητα των Καθ’ ων η αίτηση. Στο πλαίσιο αυτό, στις 26 και 27 Ιουλίου 2016 η Αιτήτρια είχε συνάντηση με την υπεύθυνη του Τμήματος Ανθρώπινου Δυναμικού και συζητήθηκε το ενδεχόμενο μεταφοράς της Αιτήτριας στην υποδοχή από 1.8.2016». Πρόσθετα, ενώ η Αιτήτρια επέμενε ότι ενημερώθηκε για τη μετακίνηση της από την κα Παναγίδου στις 26.7.2016, ωστόσο τα όσα επικαλέστηκαν οι μάρτυρες των Καθ’ ων η αίτηση, δεν τέθηκαν στην Αιτήτρια κατά την αντεξέταση της.

 

Ότι υπολείπεται να αποφασιστεί ως σημαντικό είναι η θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι η Αιτήτρια συγκατατέθηκε στην απόφαση μετακίνησης της. Προς υποστήριξη, ο κ. Αβρααμίδης έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου διάφορα έγγραφα, όπως πρακτικά συνάντησης της κα Παναγίδου με την Αιτήτρια στις 26.7.2016, που φέρεται το μεν πρώτο να συντάχθηκε στις 26.7.2016 και το δεύτερο στις 14.10.2016 (Τεκ.21-22), σημείωμα της ιδίας για συνάντηση με την Αιτήτρια την 1.8.2016 που επίσης φέρεται να συντάχθηκε στις 14.10.2016 (Τεκ.23) και δύο email από την κα Γαβριηλίδου (Χαρίτου) και Α. Σταύρου με ημερομηνία 2.11.2016 και 9.11.2016 αντίστοιχα (Τεκ.24-25). Επικαλέστηκε επίσης το Τεκ.20 ισχυριζόμενος ότι στο πλαίσιο της ετήσιας αξιολόγησης της Εταιρείας υπήρξε καταχώρηση της εν λόγω απόφασης στο σχετικό σύστημα και κοινοποίηση της στις 9.8.2016 για την οποία και πάλι η Αιτήτρια δεν διαμαρτυρήθηκε (Τεκ.20). Η Αιτήτρια διαφώνησε με το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων δηλώνοντας κατηγορηματικά ότι ουδέποτε αποδέχθηκε οποιαδήποτε τροποποίηση στα καθήκοντα της που ουσιαστικά την υποβίβαζαν. Για την ανάρτηση της απόφασης στο σύστημα η Αιτήτρια δεν αντεξετάστηκε γι’ αυτό και δεν έδωσε τη δική της εξήγηση. Ως εκ τούτου η θέση αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή. Αναφέρθηκε εισέτι η Αιτήτρια, κατά την κυρίως εξέταση της, σε διάφορες ενέργειες στις οποίες προέβη διαμαρτυρόμενη για τη μετακίνηση της. Ειδικότερα ότι στις 3.8.2016 κάλεσε τηλεφωνικώς την κα Παναγίδου, να κατέβει στο ισόγειο για να συζητήσουν, χωρίς όμως να υπάρξει ανταπόκριση, γεγονός που δεν έχει αμφισβητηθεί. Επίσης ότι στις αρχές Σεπτεμβρίου συνάντησε τον κ. Παντζαρή στον οποίο παρέθεσε τα γεγονότα, τον κ. Αβρααμίδη και τον κ. Ραπτόπουλο ο οποίος εκπλάγη για τα όσα είχαν συμβεί. Ο κ. Αβρααμίδης επιβεβαίωσε τη συνομιλία που είχε η Αιτήτρια με τα εν λόγω διευθυντικά στελέχη θέτοντας τη δική του εκδοχή.

 

Από τη θεώρηση του μέρους αυτού της μαρτυρίας τείνουμε και πάλι να αποδεχθούμε τη θέση της Αιτήτριας, ότι η ίδια ουδέποτε συμφώνησε  με τη μετακίνηση της στο χώρο υποδοχής. Αιτιολογώντας την προσέγγιση αυτή του Δικαστηρίου καταγράφουμε τα ακόλουθα: 

 

Είναι παραδεκτό από τον κ. Αβρααμίδη ότι όντως η Αιτήτρια προτού διαμαρτυρηθεί γραπτώς για την αλλαγή των καθηκόντων της, εξέφρασε δια ζώσης το παράπονο της σε δύο από τα διευθυντικά στελέχη των Καθ’ ων η αίτηση. Και ενώ ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι προέβη σε διερεύνηση και ζήτησε από διάφορα μέλη του προσωπικού να του αποστείλουν γραπτώς τις θέσεις τους, ωστόσο δεν έδωσε καμία εξήγηση γιατί δεν ζήτησε και τις ανάλογες θέσεις των εν λόγω διευθυντικών στελεχών στα οποία η Αιτήτρια μίλησε και εξέφρασε το παράπονο της. Πρόσθετα δεν δόθηκε καμία εξήγηση γιατί οι Καθ’ ων η αίτηση δεν έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου την καλύτερη δυνατή μαρτυρία που είχαν στη διάθεση τους, τη στιγμή που η Αιτήτρια αμφισβήτησε κατά την αντεξέταση της τα όσα της είχαν υποβληθεί, προβάλλοντας τη δική της εκδοχή, χωρίς ωστόσο να της δοθεί η ευχέρεια αντεξέτασης των εν λόγω προσώπων. Η μόνη από τα εν λόγω πρόσωπα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν η κα Γαβριηλίδου (Χαρίτου), η οποία ισχυρίστηκε ότι ρωτούσε συχνά την Αιτήτρια, πώς ήταν η προσαρμογή της στο νέο πόστο και ότι πάντα της απαντούσε ότι ήταν καλά και φαινόταν να αναμένει και να ανυπομονεί για τη συνταξιοδότηση της. Ότι τα πιο πάνω τα ανέφερε στον κ. Αβρααμίδη όταν ρωτήθηκε και ότι στις 2.11.2016 της ζητήθηκε στο πλαίσιο διερεύνησης να καταθέσει γραπτώς τι γνώριζε, κοινοποιώντας το email ημερ. 2.11.2016 (Τεκ.24). Οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι η θέση της μάρτυρος, ότι ανέφερε τα πιο πάνω στον κ. Αβρααμίδη όταν ρωτήθηκε, δεν επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του ιδίου, ο οποίος απλώς κατέθεσε το Τεκ.24. Το εν λόγω τεκμήριο μάλιστα φαίνεται να απεστάλη στον κ. Αβρααμίδη μετά που η Αιτήτρια αποχώρησε από την υπηρεσία. Πρόσθετα, τα όσα η μάρτυς ισχυρίζεται, ότι ρωτούσε συχνά την Αιτήτρια και πάντα της απαντούσε ότι ήταν καλά και φαινόταν να αναμένει και να ανυπομονεί για τη συνταξιοδότηση της, δεν βρίσκουμε να ανακρίνονται στην πραγματικότητα. Λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η Αιτήτρια ήταν 53 ετών και ότι θα αφυπηρετούσε στο 60ο έτος της ηλικίας της, δεν πιστεύουμε ότι θα ανέμενε και θα ανυπομονούσε για ένα γεγονός που επρόκειτο να συμβεί 7 χρόνια μετά, σε βαθμό μάλιστα που θα έδινε πάντα την ίδια απάντηση. Σε τελική ανάλυση πρόκειται για αφύσικες τοποθετήσεις της μάρτυρος τις οποίες απορρίπτουμε ως μη ανταποκρινόμενες στην αλήθεια.

 

Αναφορικά με το τελευταίο γεγονός που έθεσε η Αιτήτρια, ότι μετά τη γραπτή διαμαρτυρία της και των επιστολών που απεστάλησαν από τον δικηγόρο της, η συμπεριφορά εκ μέρους των προϊσταμένων της ήταν απαράδεκτη σε βαθμό που ήθελαν να την εκδιώξουν, ισχυριζόμενη ότι εν ώρα διαλείμματος με συνάδελφο της ο κ. Αβραμίδης τη βιντεογραφούσε, ο τελευταίος δίνοντας τη δική του εξήγηση ισχυρίστηκε εν ολίγοις ότι η Αιτήτρια βρισκόταν σε χώρο με ευαίσθητα δεδομένα των Καθ’ ων η αίτηση χωρίς εξουσιοδότηση και εν ώρα εργασίας και ότι ο ίδιος υπό τον φόβο ενδεχόμενης κακόβουλης διάρρηξης στην εν λόγω αποθήκη και στην προσπάθεια του να κρατήσει κάποιο μαρτυρικό υλικό, έλαβε αυθόρμητα με το κινητό του τηλέφωνο κάποια βίντεο.

 

Εξετάζοντας τη σχετική επί του ζητήματος μαρτυρία, κατ’ αρχάς παρατηρούμε ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκαν οποιαδήποτε στοιχεία που να υποστηρίζουν τη θέση του κ. Αβρααμίδη ότι η Αιτήτρια βρισκόταν στην αποθήκη εν ώρα εργασίας που κανονικά θα έπρεπε να είναι στο πόστο της. Όπως επίσης δεν τέθηκαν οποιαδήποτε στοιχεία που έτειναν να καταδείξουν ότι οι Καθ’ ων η αίτηση ενημέρωσαν το προσωπικό για συγκεκριμένους χώρους που μπορούσαν ή δεν μπορούσαν να επισκεφθούν. Είναι φανερό, όπως έχει δηλωθεί, ότι στο χώρο δεν βρισκόταν μόνο η Αιτήτρια αλλά και ο αποθηκάριος που είναι αρμόδιος για τη φύλαξη του συγκεκριμένου χώρου. Ως εκ τούτου, δεν βρίσκουμε, η Αιτήτρια να εκδήλωσε οποιαδήποτε απρεπή συμπεριφορά που δικαιολογούσε την κοινοποίηση προειδοποιητικής επιστολής.

 

Για  όλα τα πιο πάνω αλλά και των εντυπώσεων που δημιουργήσαμε για τους μάρτυρες των Καθ’ ων η αίτηση ενόσω αυτοί κατάθεταν στο Δικαστήριο, κρίνουμε ότι δεν είπαν όλη την αλήθεια. Ως επακόλουθο δεν αποδεχόμαστε τη μαρτυρία τους και την απορρίπτουμε σε όσα σημεία αντίκειται των όσων η Αιτήτρια και η μάρτυρας της κατέθεσαν. Αποδεχόμαστε επομένως τη μαρτυρία της Αιτήτριας και της μάρτυρος της ως αποδίδουσα πλήρως την αλήθεια, πλην της θέσεως της ότι ήταν προσωπική βοηθός του κ. Πεντάρη και ανάλογα είναι τα ευρήματα του Δικαστηρίου, πέραν των όσων έχουν ήδη παρατεθεί ως αναντίλεκτα και δεν θα τα επαναλάβουμε.   

 

 

Υπολογισμός Αποζημιώσεων

 

Σύμφωνα με το άρθρο 7(1) του Νόμου, όταν ο εργοδοτούμενος τερματίζει την απασχόληση του λόγω της διαγωγής του εργοδότη, τότε ο τερματισμός αυτός θεωρείται ως τερματισμός από τον εργοδότη υπό την έννοια του άρθρου 3.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου.

 

Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι:

 

(α)        τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου

(β)        την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου

(γ)        την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου

(δ)        τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου

(ε)         την ηλικίαν του εργοδοτουμένου

 

Ευθύς εξ αρχής θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς το αποτέλεσμα που θα καταλήξει ή το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα.

 

Από τα γεγονότα της υπόθεσης είναι φανερό ότι η Αιτήτρια εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ’ ων η αίτηση για 22 και πλέον συναπτά έτη και ότι για σκοπούς αποζημίωσης λάμβανε το ποσό των €471,25 εβδομαδιαίως. Επίσης κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησης της ήταν 53 ετών.

 

Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση της Αιτήτριας, τη διάρκεια της απασχόλησης της, τα ημερομίσθια της, την οποιαδήποτε απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας της και την ηλικία της, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις όπως της επιδικάσουμε, υπό μορφή εύλογης αποζημίωσης, το ποσό των €31.809,37 που αντιστοιχεί με τις απολαβές 67,5 βδομάδων.

 

Περαιτέρω, με βάση το άρθρο 9 (ζ) του Νόμου η Αιτήτρια δικαιούται σε πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί σε απολαβές 8 βδομάδων, ήτοι ποσό  €3.770.

 

Συνακόλουθα της πιο πάνω κατάληξης μας:

 

(1)  Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση για το ποσό των €31.809,37 με νόμιμο τόκο από 16.11.2016 μέχρι τελικής εξόφλησης.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3(2) του Νόμου ποσό €24.505 που αντιστοιχεί με ημερομίσθια ενός έτους πλέον νόμιμο τόκο θα καταβληθεί στην Αιτήτρια από τους Καθ’ ων η αίτηση, το δε υπόλοιπο ποσό των €7.304,37 που αντιστοιχεί με ημερομίσθια 15½ εβδομάδων πλέον νόμιμο τόκο θα της καταβληθεί από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού.

 

(2)  Εκδίδεται περαιτέρω απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση για το ποσό των €3.770 που αφορά πληρωμή αντί προειδοποίησης, με νόμιμο τόκο από 16.11.2016 μέχρι τελικής εξόφλησης.

 

Τέλος, επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

Οι υπόλοιπες αξιώσεις της Αιτήτριας απορρίπτονται χωρίς έξοδα.

 

 

 

                                                       (υπ)……………………………….……..…………

      Ι.Α. Χατζητζιοβάννης,  Πρόεδρος                                                                                                        

                                                                                                              Α. Λάμπρου, Μέλος

Κ. Κωνσταντίνου, Μέλος

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

 



[1]  Στην υπόθεση Haden v. Cowan [1982] IRLR 314 το Αγγλικό Εφετείο σημείωσε ότι τέτοιοι όροι στις συμβάσεις εργασίας πρέπει να ερμηνεύονται ότι αναφέρονται στα καθήκοντα της θέσης του εργοδοτούμενου και ότι δεν μπορούν να αποτελούν τη βάση για την ανάθεση στον εργοδοτούμενο καθήκοντα εντελώς άσχετα με τα καθήκοντα της θέσης του. 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο