ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου
Ι. Νεοφύτου & Α. Παναγή, Μελών
Αρ. Υπόθεσης: 405/2019
Μεταξύ:
ΛΙΤΣΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
Αιτήτρια
-και-
ΙΔΡΥΜΑ ΛΑΙΟΝΙΚΟΣ ΒΡΕΦΟΚΟΜΙΚΟΣ ΚΑΙ ΠΑΙΔΟΚΟΜΙΚΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ
Καθ’ ων η αίτηση
Ημερομηνία: 16η Ιουλίου, 2026
Εμφανίσεις:
Για Αιτήτρια: κα. Β. Παντελή
Για Καθ’ ων η αίτηση: κα. Α. Μαστίχη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Είναι η θέση της Αιτήτριας, όπως προβάλλει μέσα από τους γενικούς λόγους της Αίτησης, ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της είναι παράνομος, αδικαιολόγητος και αποτέλεσμα προειλημμένης απόφασης και σκευωρίας των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου των Καθ’ ων η αίτηση, οι οποίοι από καιρό ήθελαν να πλήξουν την επαγγελματική της υπόσταση. Επίσης ότι η όλη διαδικασία πάσχει καθώς το Διοικητικό Συμβούλιο δεν είχε νόμιμη σύνθεση με βάση το καταστατικό του Σταθμού και ο χρόνος που παρήλθε για την ολοκλήρωση της πειθαρχικής έρευνας δεν μπορεί να κριθεί εύλογος. Στη βάση αυτή αξιώνει: (α) Αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης της, (β) Πληρωμή αντί προειδοποίησης (γ) Διάταγμα επανατοποθέτησης στη θέση εργασίας της (Reinstatement), (δ) Επαυξημένες αποζημιώσεις λόγω απώλειας καριέρας (ε) Αναλογία κανονικής άδειας 5 ημερών (στ) Νόμιμο τόκο, (ζ) Έξοδα και Φ.Π.Α.
Οι Καθ’ ων η αίτηση, με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, αρνούνται και απορρίπτουν τις εναντίον τους αξιώσεις και τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης της, ισχυριζόμενοι ότι νόμιμα και δικαιολογημένα τερμάτισαν την απασχόληση της, λόγω διάπραξης σοβαρών παραπτωμάτων κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της τα οποία διαπιστωθήκαν κατόπιν πειθαρχικής έρευνας ως η σχετική επιστολή απόλυσης ημερ. 8.8.2019.
Το άρθρο 6(1) του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67, όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο Ν.6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου δυνάμει του οποίου: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης.
Συνεπώς, στους Καθ’ ων η αίτηση απόκειται να ανατρέψουν το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξουν ότι δικαιολογημένα τερμάτισαν την απασχόληση της Αιτήτριας για τους λόγους που επικαλούνται. Προς ανατροπή του νόμιμου αυτού τεκμηρίου κατέθεσε για τους Καθ’ ων η αίτηση ένας μάρτυρας. Η Αιτήτρια υποστήριξε την υπόθεση της με την προσωπική της μαρτυρία. Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει επίσης η πραγματική μαρτυρία που αποτελείται από σειρά εγγράφων τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια και στα οποία θα αναφερθούμε, όπου κρίνεται σκόπιμο, κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας.
Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι εκείνο που απαιτείται από το Δικαστήριο είναι ο ορθός προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, η σύνοψη του ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας, ο συσχετισμός της με τα ευρήματα και συμπεράσματα καθώς και η συνάρτηση της ετυμηγορίας με τα επίδικα θέματα και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. (Καννάουρου κ.ά. ν. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 35, 39). Είναι αχρείαστη η επανάληψη του συνόλου της μαρτυρίας και η αναφορά σε κάθε πτυχή της. Είναι αυτονόητο ότι κάθε αποδεχτή αναφορά των μαρτύρων, ως και το περιεχόμενο της ενώπιον μας πραγματικής μαρτυρίας αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό έστω κι αν δεν γίνεται ρητή αναφορά στην απόφαση.
Προτού όμως γίνει αναφορά στην προσαχθείσα μαρτυρία, θα ήταν χρήσιμο να καταγραφούν τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών και το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό που είναι τα ακόλουθα:
Οι Καθ’ ων η αίτηση αποτελούν μη κερδοσκοπικό ίδρυμα και λειτουργούν Βρεφοκομικό – Παιδοκομικό Σταθμό και Νηπιαγωγείο στη Λευκωσία υπό την αιγίδα του Διεθνούς Οργανισμού των Λάιονς.
Η Αιτήτρια προσλήφθηκε στην υπηρεσία των Καθ’ ων η αίτηση τoν Αύγουστο 1992 και εργάστηκε ως Διευθύντρια του Σταθμού για 27 συναπτά έτη και δη μέχρι τις 8.8.2019 που τερματίστηκε η απασχόληση της.
Με επιστολή ημερ. 13.6.2019 (Τεκ.4), το Διοικητικό Συμβούλιο των Καθ’ ων η αίτηση, κάλεσε την Αιτήτρια σε απολογία στις 25.6.2019 για σειρά κατ’ ισχυρισμό πειθαρχικών παραπτωμάτων. Το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής παραθέτουμε αυτούσιο:
«ΘΕΜΑ: Παράλειψη εκτέλεσης Καθήκοντος
Το Διοικητικό Συμβούλιο του Λαϊονικού Βρεφονηπιακού Σταθμού, αφού είχε την ευκαιρία να διερευνήσει και να ενημερωθεί για το περιστατικό της 13ης Μαΐου 2019 που αφορούσε την αναφορά παιδιού που φοιτά στον Λαϊονικό Βρεφονηπιακό Σταθμό στη νηπιαγωγό του ότι παρενοχλήθηκε σεξουαλικά από μέλος του οικογενειακού του περιβάλλοντος, και αφού έλαβε υπόψη τα όσα αναφέρατε στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου κατά την ενημέρωση που σας ζητήθηκε για το περιστατικό και έλαβε χώρα στις 3.6.2019, έχει σχηματίσει την εκ πρώτης όψεως εικόνα ότι παραλείψατε να εκτελέσετε με ικανοποιητικό τρόπο τα καθήκοντά σας ως διευθύντρια του σταθμού.
Συγκεκριμένα, το Διοικητικό Συμβούλιο διαπιστώνει τα ακόλουθα πειθαρχικά παραπτώματα εκ μέρους σας:
1. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του σχετικών νομοθεσιών, ο οποίος παραλείπει να καταγγείλει μια τέτοια περίπτωση που περιέρχεται σε γνώση του ή δεν προωθεί σχετική καταγγελία είναι ένοχος ποινικού αδικήματος. Το γεγονός ότι για το περιστατικό ενημερώθηκαν οι γονείς δεν απαλλάσσει από την ευθύνη τη διεύθυνση του οποιουδήποτε σχολείου / νηπιαγωγείου να καταγγείλει το περιστατικό στις αρμόδιες αρχές για τις περαιτέρω τους ενέργειες. Σύμφωνα με όσα αναφέρατε στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, δεν θεωρήσατε ότι ήταν ανάγκη να καταγγελθεί το περιστατικό εφόσον ενημερώθηκαν οι γονείς.
2. Το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού έχει εκδώσει σειρά εγκυκλίων και ενημερωτικών οδηγιών για τη διαχείριση τέτοιων περιστατικών, οι οποίες απευθύνονταν μεταξύ άλλων και σε όλα τα κοινοτικά νηπιαγωγεία, δηλαδή και στον δικό μας Σταθμό. Ως παράδειγμα αναφέρεται η εγκύκλιος με Αρ. Φακ.: 11.2.11.1, 11.2.11.5, 11.2.11.6 ημερομηνίας 11.2.2016 η οποία περιγράφει πλήρως τις διαδικασίες που η διεύθυνση κάθε σχολείου - περιλαμβανομένων των κοινοτικών νηπιαγωγείων - οφείλει να ακολουθεί σε τέτοια περιστατικά. Επίσης, σύμφωνα με την εγκύκλιο, για τις διαδικασίες αυτές η διεύθυνση του κάθε σχολείου θα έπρεπε να ενημερώσει όλους τους παιδαγωγούς και το περιεχόμενο της εγκυκλίου να αποτελέσει θέμα ειδικής συνεδρίας του προσωπικού. Βάσει των ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι δεν εφαρμόσατε την συγκεκριμένη εγκύκλιο στα ουσιώδη σημεία της ενώ κατά την ενημέρωση των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου επιδείξατε άγνοια για την ύπαρξη τέτοιων οδηγιών από πλευράς Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, όταν είναι ευθύνη σας ως Διευθύντρια να ενημερώνεστε και να εφαρμόζετε τις εγκυκλίους.
3. Παρά τις επανειλημμένες συστάσεις, παραινέσεις αλλά και σχετικές αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου για το ότι πρέπει να ενημερώνεται το Διοικητικό Συμβούλιο για όλα τα σοβαρά ζητήματα του Σταθμού ώστε να μπορεί να σας παρέχει την απαραίτητη καθοδήγηση αλλά και να αναλαμβάνει τις ευθύνες που του αναλογούν, παραλείψετε να ενημερώσετε οποιοδήποτε μέλος του Συμβουλίου για ένα τέτοιο σοβαρότατο περιστατικό για το οποίο οι σχετικές νομοθεσίες εναποθέτουν ποινικές ευθύνες σε παιδαγωγούς αλλά και στη διεύθυνση του Σταθμού και το χειριστήκατε όπως πιστεύετε εσείς καλύτερα, χειρισμός που ήταν εντελώς λανθασμένος και αντίθετος με τις πρόνοιες στις νομοθεσίες και των σχετικών εγκυκλίων. Το γεγονός ότι συμμετέχετε σε προγραμματισμένη συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου στις 15.5.2019, δηλαδή 2 μέρες μετά το περιστατικό και ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η όλη διαχείριση του περιστατικού επιλέξετε να μην ενημερώσετε το Διοικητικό Συμβούλιο, προσθέτει ακόμη περισσότερο στο βάρος του πειθαρχικού παραπτώματος, όπως επίσης ότι δεν ενημερώσατε το Διοικητικό Συμβούλιο ούτε και όταν άρχισε η διερεύνηση του περιστατικού από τους αρμόδιους λειτουργούς μετά την καταγγελία του πατέρα στην αστυνομία, οι οποίοι επικοινώνησαν με τον Σταθμό για να διερευνήσουν το περιστατικό.
Το Διοικητικό Συμβούλιο του Σταθμού αποφάσισε όπως σας καλέσει ενώπιον του την ερχόμενη τρίτη, 25.6.2019 στις 16:00 η ώρα, για να απολογηθείτε για τα πιο πάνω πειθαρχικά παραπτώματα ή και να δώσετε τις δικές σας εξηγήσεις, γραπτώς η προφορικώς καθώς θεωρούμε το θέμα ως εξαιρετικά σοβαρό.
Εκ του διοικητικού συμβουλίου
Έλενα Αταλιώτου Κυριάκος Κυπριανίδης
Πρόεδρος Γραμματέας
Απαντώντας η Αιτήτρια στην πιο πάνω επιστολή, παρουσίασε γραπτώς τις θέσεις της με δύο επιστολές ημερ. 18.6.2019 [Τεκ.5(1)] και 24.6.2019 [Τεκ.5(2)] τις οποίες επίσης παραθέτουμε αυτούσιες:
«Με μεγάλη έκπληξη λαμβάνω γνώση της επιστολής σας ημερομηνίες 13 Ιουνίου 2019, δια της οποίας καλούμαι σε απολογία δια την κατ’ ισχυρισμό παράλειψη μου όπως λάβω τα νόμιμα μέτρα για προστασία παιδιού από καθ’ υποψία σεξουαλική εκμετάλλευση ή και κακοποίηση.
Προς αποφυγήν οποιασδήποτε παρεξήγησης περί τα πράγματα, παραθέτω τα γεγονότα που αφορούν το περιστατικό:
- καμία υποψία δεν υπάρχει για διάπραξη αδικήματος εντός του σχολείου μας ή από άτομα που σχετίζονται με το σχολείο.
- Το περιστατικό, από το οποίο δημιουργήθηκε υποψία διάπραξης αδικήματος εναντίον παιδιού, καταγγέλθηκε σε Αρμόδια Κοινωνική Λειτουργό και στην Αστυνομία.
- Η κυρία Μαρία Πέγκα, Ανώτερη Επαρχιακή Λειτουργός του Γραφείου Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας μου έχει αναφέρει ρητώς ότι οποιαδήποτε πληροφορία περιέλθει σε γνώση μου και αφορά ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα ανηλίκου δεν πρέπει να αποκαλυφθούν στο Δ.Σ. ή σε οποιονδήποτε μέλος του. Αυτό ισχύει για οποιαδήποτε ανάλογα περιστατικά.
- Ενέργησε λαμβάνοντας υπόψη:
· Τη νομοθεσία για τα προσωπικά δεδομένα.
· Την εμπιστοσύνη των γονιών προς τον Σταθμό και προς το πρόσωπό μου ως διευθύντρια
· Τα καθήκοντά μου ως διευθύνων πρόσωπο του Σταθμού σύμφωνα με τον περί παίδων νόμο
· Τη διαδικασία που ακολουθείται από τις λειτουργούς των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας από το σπίτι του παιδιού.
- Οι γονείς του παιδιού είναι απόλυτα ικανοποιημένοι με τον τρόπο που χειρίστηκα ως διευθύντρια το συγκεκριμένο θέμα.
- Έχω συνεργαστεί πλήρως, και θα συνεχίσω να συνεργάζομαι, τόσο εγώ όσο και το υπόλοιπο προσωπικό, με όλες τις εμπλεκόμενες αρχές για αντιμετώπιση του περιστατικού.
Λέγοντας τα πιο πάνω, εξαντλούνται τα περιθώρια στα οποία μπορώ να κάνω αναφορά στο περιστατικό ή/και σε οτιδήποτε άλλο έχει περιέλθει σε γνώση μου, αφού αποτελούν εμπιστευτικά ακόμα προσωπικά και ευαίσθητα δεδομένα ανηλίκου, της οικογένειάς του καθώς και τρίτων προσώπων και ως αποτέλεσμα δεν νομιμοποιούμαι να εμπλακώ σε περαιτέρω συζήτηση περί του θέματος με οποιονδήποτε πρόσωπο, πλην των αρμοδίων ερευνώντων λειτουργών, περιλαμβανομένων και των Μελών του Δ.Σ. εκτός και αν διαταχθώ διαφορετικά προς τούτον από αρμόδιο Δικαστήριο.
Σε περίπτωση που τα Μέλη του Συμβουλίου κρίνουν ότι η εμπλοκή σας στο περιστατικό ή και σε ανάλογα περιστατικά στο μέλλον είναι αναγκαία παρακαλώ όπως αποταθούμε επισήμως προς τις αρμόδιες αρχές (Γραφείο Επιτρόπου Προσωπικών Δεδομένων / Υπη-ρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας / Γραφείο Επιτρόπου Προστασίας του Παιδιού κ.ο.κ.) για σχετική γνωμάτευση.
Ενόψει των ανωτέρω παρακαλώ όπως αναβληθεί η σημερινή συνεδρία ακόμα με γνώμονα πρωτίστως την προστασία του παιδιού.
Με εκτίμηση
Λίτσα Χαραλάμπους
Διευθύντρια»
«Σας απευθύνω την παρούσα σε συνέχεια της επιστολής μου προς εσάς ημερομηνίας 18 Ιουνίου 2019, για να απαντήσω με λεπτομέρεια σε κάθε ένα από τα παραπτώματα τα οποία μου καταλογίζετε. Οι απαντήσεις μου ακολουθούν την ίδια σειρά με τις κατηγορίες στις οποίες αναφέρεστε. Θα ήθελα όμως εκ των προτέρων να επαναλάβω τις ιδιάζουσες συνθήκες αυτού του συμβάντος. Το περιστατικό της σεξουαλικής κακοποίησης συνέβη τον Αύγουστο 2018 εκτός του σχολείου. Οι γονείς του μου εμπιστεύτηκαν από τότε ότι το παιδί τους κακοποιήθηκε από μέλος της οικογένειας και ότι καταγγέλθηκε το συμβάν στην αστυνομία, ότι έχουν διακόψει κάθε επαφή και μου ζήτησαν να μην επιτρέψω στο συγκεκριμένο μέλος της οικογένειάς τους και τη σύζυγό του να έρθουν σε επαφή με το παιδί στο σχολείο. Οι γονείς ενημέρωσαν επίσης τις αρμόδιες υπηρεσίες και το παιδί έκτοτε παρακολουθείται από λειτουργό του γραφείου ευημερίας και παιδοψυχολόγο. Ως εκ τούτου δεν συζητάμε για καινούργιο περιστατικό που τυγχάνουν εφαρμογής οι διαδικασίες στις οποίες (λανθασμένα) με κατηγορείτε πως δεν ακολούθησα. Σχετικά με τις κατηγορίες:
1. Διαφωνώ με το περιεχόμενο της καταγγελίας καθότι με βάση τον Νόμο 91(Ι)/2014, αλλά και το Εγχειρίδιο Εκπαιδευτικού για Αναγνώριση και Διαχείριση Περιστατικών Σεξουαλικών Περιστατικών Κακοποίησης Παιδιών η νομική υποχρέωση αναφοράς ανήκει στο άτομο στο οποίο επέρχεται η γνώση της σεξουαλικής κακοποίησης (βλ. άρθρο 4,3 του εγχειριδίου). Την ποινική ευθύνη να καταγγείλει στην αστυνομία την είχε η εκπαιδευτικός στην οποία έγινε η αποκάλυψη της κακοποίησης του ανήλικου (παρά το ότι σε εμένα ήταν γνωστό), γεγονός και το οποίον έπραξε. Συγκεκριμένα, μετέβηκε στον αρμόδιο αστυνομικό σταθμό για να καταγγείλει το συμβάν και οι επί καθήκοντι αστυνομικοί την διαβεβαίωσαν ότι το περιστατικό είχε καταγγελθεί από τους γονείς του ανηλίκου και δεν χρειάζονταν περαιτέρω ενέργειες. Αυτό μου το είχαν διαβεβαιώσει και οι γονείς, (ότι έγινε καταγγελία εκ μέρους τους για δεύτερη φορά). Μου ανέφεραν επίσης ότι η λειτουργός του γραφείου Ευημερίας που ήδη χειριζόταν το θέμα τους προηγούμενους μήνες θα επικοινωνούσε με τις παιδαγωγούς που ήταν μάρτυρες του περιστατικού για να συλλέξει τις απαραίτητες λεπτομέρειες. Η κοινωνική λειτουργός πράγματι επικοινώνησε και με τις 2 παιδαγωγούς και έτσι δεν υπήρχε λόγος να αναφέρω και προσωπικά το θέμα στις υπηρεσίες κοινωνικών υπηρεσιών.
2. Απορρίπτω τον ισχυρισμό σας σε σχέση με την εγκύκλιο με αρ. φακέλου 11.2.11.1, 11.2.11.5, 11.2.11.6 ημερ. 11.2.2016. Η εγκύκλιος αυτή απευθύνεται μόνο στα σχολεία Μέσης και Δημοτικής Εκπαίδευσης και δεν έχει κυκλοφορήσει στα Κοινοτικά Νηπιαγωγεία όπως λανθασμένα ισχυρίζεστε. Επισυνάπτω την πρώτη σελίδα προς απόδειξη. Να επισημάνω επίσης ότι ούτε το εγχειρίδιο του εκπαιδευτικού το οποίο στάλθηκε σε όλα τα δημόσια σχολεία από το Υπουργείο Παιδείας έχει σταλεί σε εμάς. Πέραν τούτου.
Η εν λόγω εγκύκλιος στην ουσία υιοθετεί το περιεχόμενο του εγχειριδίου το οποίο στη σελίδα 44 αναφέρει ότι οι διαδικασίες είναι ενδεικτικές δια το σωστό χειρισμό των περιστατικών και δεν αποτελούν υποχρέωση όπως το παρουσιάζετε στην επιστολή σας. Το ίδιο αναφέρει και η εγκύκλιος στο σημείο Δ.2.2.
Γνωρίζω τόσο εγώ όσο και η πλειοψηφία του προσωπικού τις βασικές πρόνοιες από εμπειρία διαχείρισης ανάλογων περιστατικών στο παρελθόν με τη συνεργασία και καθοδήγηση λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας καθώς και από ενημερωτικά έντυπα που στάθηκαν στο παρελθόν από το Γραφείο Επιτρόπου προστασίας δικαιωμάτων του παιδιού.
3. Ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων επιβάλλει την κοινοποίηση πληροφοριών μόνον και εφόσον υπάρχει λόγος. Ως λόγο αναγνωρίζει τη νομική υποχρέωση την προστασία ζωτικών συμφερόντων του ανηλίκου. Η κοινοποίηση του περιστατικού στο Δ.Σ. δεν πληρούσε κανέναν από τους λόγους, καθότι αφενός το Δ.Σ. δεν μπορούσε να προστατεύσει το ανήλικο ενώ αφετέρου ο ίδιος ο Νόμος προβλέπει σε ποιους πρέπει να κοινοποιηθεί το συμβάν και δεν αναφέρεται σε μέλος ή μέλη του Δ.Σ. Μάλιστα σε περιπτώσεις ο Νόμος απαγορεύει να ενημερωθεί και η ίδια η οικογένεια, πόσο μάλλον ολόκληρο σώμα όπως Δ.Σ. εθελοντών. Για να γίνω πιο κατανοητή η παιδαγωγός στην οποία έγινε η αποκάλυψη του συμβάντος δεν είχε την υποχρέωση να το αναφέρει ακόμη και σε μένα την διευθύντρια εάν έκρινε ότι αυτό δεν ήταν προς το συμφέρον του παιδιού.
Κατά την προηγούμενη συνεδρία με έκπληξη άκουσα την πρόεδρο του Δ.Σ. να ανακοινώνει στα άλλα μέλη το όνομα του παιδιού. Το οποίο αν όχι ποινικό είναι τουλάχιστον ηθικό αδίκημα. Με λύπη μου παρατήρησα ότι κανένα μέλος δεν υπέδειξε στην πρόεδρο τη σοβαρότητα αυτού του ολισθήματος και μόνο όταν το υπέδειξα εγώ συμφώνησαν ότι δεν είναι σωστό. Είναι φανερό ότι η συνέχιση της συζήτησης αυτού του θέματος είναι άσκοπη και μόνο ζημιά μπορεί να προκαλέσει στο καλώς νοούμενο συμφέρον του παιδιού. Ήδη οι γονείς, μου έχουν δηλώσει ότι αν για οποιονδήποτε λόγο γίνει αναφορά στο συμβάν μετά την καταγγελία στις αρμόδιες αρχές θα λάβουν νομικά μέτρα εναντίον των ατόμων που αποτελούν το Διοικητικό Συμβούλιο.
Ως εκ των πιο πάνω εμμένω στο περιεχόμενο της επιστολής μου ημερομηνίες 18 Ιουνίου 2019 ότι δηλαδή έχω ενεργήσει προς το καλώς νοούμενο συμφέρον του παιδιού, έχοντας υπόψη τους νόμους, και τις υποχρεώσεις μου ως παιδαγωγός. Έχω αναφέρει στις ενέργειές μου για αυτό το θέμα σε ανώτερη λειτουργό του Γραφείου Κοινωνικών Υπηρεσιών Ευημερίας που είναι το πλέον αρμόδιο σώμα να με κρίνει και εξ όσων γνωρίζω δεν μου καταλογίζουν καμία λανθασμένη ενέργεια υπό τας περιστάσεις αυτού του περιστατικού. Γι’ αυτό θεωρώ πως η παραπομπή μου σε πειθαρχική διαδικασία για το κατ’ ισχυρισμό παράπτωμα για ένα συμβάν το οποίο ήδη ενημερώθηκαν και επιλαμβάνονται οι αρμόδιες υπηρεσίες είναι τουλάχιστον υπερβολική και άδικη δεδομένης και της μέχρι τώρα υπηρεσίας μου στον Σταθμό.
Διατελώ,
Λίτσα Χαραλάμπους
Διευθύντρια.
Κοινοποίηση: κα Μαρία Πέγκα Επαρχιακή Διευθύντρια Κοινωνικών Υπηρεσιών
κα Αντρια Σιαμπάνη Επαρχιακή Λειτουργός»
Η Απασχόληση της Αιτήτριας τερματίστηκε στις 8.8.2019 με επιστολή ιδίας ημερομηνίας (Τεκ.11), το περιεχόμενο της οποίας επίσης παραθέτουμε αυτούσιο:
«Το Διοικητικό Συμβούλιο του Λαϊονικού Βρεφονηπιακού Σταθμού σας ενημερώνει ότι, αφού έλαβε υπόψη:
1. Τα συμπεράσματα της Πειθαρχικής Επιτροπής που διερεύνησε τα πραγματικά περιστατικά αναφορικά με την διαχείριση του περιστατικού που έλαβε χώρα στον Σταθμό στις 13.05.2019 όπως αυτά καταγράφονται στα πρακτικά της συνεδρίασης του Δ.Σ. ημερομηνίας 11.6.2019.
2. Τις θέσεις που έχετε προβάλει στις επιστολές σας με ημερομηνίες 18.6.2019 και 24.6.2019 καθώς και τις θέσεις που προβάλατε κατά τη συνεδρία του Δ.Σ. στις 25.6.2019, αναφορικά με τη διαχείριση του εν λόγω περιστατικού,
3. Την ενημέρωση που το Δ.Σ. έτυχε από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού με τη σχετική επιστολή του Υπουργείου με ημερομηνίες 05.07.2019 καθόσον αφορά στα όρια των ευθυνών και αρμοδιοτήτων σας αλλά και του Σταθμού, βάσει και των θέσεων που είχατε διατυπώσει ανωτέρω,
4. Τις διατάξεις του περί της Πρόσληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου του 2014 και των σχετικών με την εφαρμογή τους εγκυκλίων του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού,
αποφάσισε ομόφωνα όπως σας αποδεσμεύσει από τα καθήκοντά σας ως διευθύντρια του Σταθμού λόγω διάπραξης σοβαρών παραπτωμάτων κατά την εκτέλεση των καθηκόντων σας, όπως αυτά καταγράφονται στην επιστολή μας ημερομηνίας 13.6.2019.
Συγκεκριμένα βάσει της διερεύνησης που διεξήγαγε το Δ.Σ. αποτέλεσε καθήκον σας η ενημέρωση του προσωπικού για τις σχετικές εγκυκλίους του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού όπως επίσης και η μέριμνα για την εφαρμογή τους. Η παράλειψη σας να ενημερώσετε το προσωπικό αλλά και να εφαρμόσετε την εγκύκλιο με Αρ. Φακ. 11.2.11.1, 11.2.11.5, 11.2.11.6 ημερομηνίας 11.02.2016 η οποία περιγράφει πλήρως τις διαδικασίες που η διεύθυνση κάθε σχολείου - περιλαμβανομένων των κοινοτικών νηπιαγωγείων - οφείλει να ακολουθεί για τη διαχείριση περιστατικών ενδεχόμενης σεξουαλικής κακοποίησης, αποτελεί σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα, για το οποίο σε κανένα στάδιο της διαδικασίας διερεύνησης του δεν επιδείξατε την οποιαδήποτε μεταμέλεια ή και αναγνώριση του.
Περαιτέρω το Δ.Σ. φρονεί ότι η ευθύνη για την αναφορά του περιστατικού στις αρμόδιες αρχές βάσει των διατάξεων του νόμου 91(Ι)/2014 βαραίνει εξίσου και εσάς ως διευθύντρια του Σταθμού και δεν γίνεται αποδεκτός ο ισχυρισμός στην επιστολή σας ημερομηνίας 24.6.2019 ότι η ευθύνη είναι αποκλειστικά στον παιδαγωγό, όταν ως διευθύντρια ενημερωθήκατε αμέσως από τη νηπιαγωγό αλλά δεν μεριμνήσατε για την εφαρμογή των διατάξεων της Νομοθεσίας.
Βάσει των ανωτέρων πολύ σοβαρών πειθαρχικών παραπτωμάτων και λαμβάνοντας υπόψη την παντελή έλλειψη οποιασδήποτε μεταμέλειας και συνεργασίες με το Δ.Σ. καθώς και τη συνεπαγόμενη άρνηση ανάληψης οποιασδήποτε ευθύνης για τη λανθασμένη διαχείριση ενός πολύ σοβαρού περιστατικού, το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε ομόφωνα την άμεση και συνοπτική απόλυσή σας άνευ προειδοποιήσεως.
Το Δ.Σ. θα ήθελε να σημειώσει ότι κατά τη λήψη της ανωτέρω απόφασης έλαβε σοβαρά υπόψη το γεγονός ότι για σχεδόν 30 χρόνια υπηρετείτε στο Σταθμό, όμως τα παραπτώματα είναι τόσο σοβαρά που το Δ.Σ. συναισθανόμενο την ευθύνη που έχει απέναντι στο Σταθμό, τα παιδιά και τους γονείς, δεν έχει άλλη επιλογή από την απόλυσή σας άνευ προειδοποιήσεως.
Σας ευχόμαστε καλή συνέχεια και κάθε επιτυχία στα επόμενα σας βήματα.
Εκ του Διοικητικού Συμβουλίου»
Οι τελευταίες ακαθάριστες απολαβές της Αιτήτριας ανέρχονταν στο ποσό των €3.092 μηνιαίως πλέον 13ο μισθό.
Μαρτυρία
Ο κ. Φάνος Κουρουφέξης, με τη γραπτή δήλωση του (Τεκ.Α) ανέφερε ότι υπηρετεί στο Δ.Σ. των Καθ’ ων η αίτηση ως απλό μέλος και ως μέλος της επιτροπής προσωπικού. Επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τα όσα οι Καθ’ ων η αίτηση προβάλλουν στους γενικούς λόγους εμφάνισης, ισχυρίστηκε ότι στις 16.5.2019 ενημέρωσε την Πρόεδρο του Δ.Σ. για τα όσα είχε ενημερωθεί από την εκπαιδευτικό του Σταθμού κα Κωνσταντίνου, ότι στις 13.5.2019 παιδί το οποίο φοιτούσε στην προδημοτική τάξη, της εκμυστηρεύτηκε ότι συγγενικό του πρόσωπο ενδεχομένως να προέβη σε σεξουαλική κακοποίηση εναντίον του. Με τη σειρά της η Πρόεδρος στις 29.5.2019 συγκάλεσε έκτακτη συνεδρία του Δ.Σ. Ισχυρίστηκε ότι για το περιστατικό η εκπαιδευτικός κα Κωνσταντίνου, είχε ενημερώσει αμέσως την Αιτήτρια η οποία την απέτρεψε από το να προχωρήσει σε καταγγελία στην αστυνομία συστήνοντας της να ενημερώσει μόνο τους γονείς του παιδιού όσο και μια άλλη εκπαιδευτικό, την κα Ζυμαρά, η οποία επίσης αναλάμβανε καθήκοντα στη συγκεκριμένη τάξη. Η Αιτήτρια, ενώ είχε καθήκον να ενημερώσει αμέσως το Δ.Σ. δεν το έπραξε. Στις 17.05.2019 οι δύο εκπαιδευτικοί του Σταθμού που γνώριζαν για το περιστατικό, με οδηγίες του Δ.Σ. μετέβηκαν στο ΤΑΕ Λευκωσίας όπου υπέβαλαν σχετική καταγγελία, καθώς κατόπιν νομικής συμβουλής η μη καταγγελία τέτοιου περιστατικού συνιστά ποινικό αδίκημα. Στις 29.05.2019 το Δ.Σ. ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχει το καταστατικό συνέστησε πειθαρχική επιτροπή στην οποία ανατέθηκε η διερεύνηση του περιστατικού. Από τη διερεύνηση, η πειθαρχική επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Αιτήτρια ως διευθύντρια του Σταθμού δεν χειρίστηκε σωστά το περιστατικό καθώς ενώ όφειλε να ενημερώσει τις αρχές για τα όσα υπέπεσαν στην αντίληψή της και να αναφέρει στο Δ.Σ. το περιστατικό, ώστε να λάβει τις απαραίτητες κατευθυντήριες γραμμές για τον περαιτέρω χειρισμό, δεν το έπραξε. Μετά από συνεδρία που έλαβε χώρα στις 11.6.2019, το Δ.Σ. με την επιστολή του ημερ. 13.6.2019 (Τεκ.4) ενημέρωσε την Αιτήτρια για τα πειθαρχικά παραπτώματα που είχαν διαπιστώσει εκ μέρους της. Η Αιτήτρια με δύο απαντητικές επιστολές της ημερ. 18.6.2019 [Τεκ.5(1)] και 24.6.2019 [Τεκ.5(2)] ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων, ότι δεν ήταν ευθύνη της διεύθυνσης να ενημερώνεται για τις εγκυκλίους του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού που δεν κοινοποιούνται στα κοινοτικά νηπιαγωγεία και ότι την ευθύνη για ενημέρωση την έχει ο Σύνδεσμος Γονέων. Εν όψει τούτου, το Δ.Σ. σε συνεδρία του στις 25.6.2019 αποφάσισε να αποστείλει επιστολή στο Υπουργείο ζητώντας εξηγήσεις σχετικά με την πολιτική που ακολουθεί για τις εν λόγω εγκυκλίους (Τεκ.7). Το Υπουργείο απάντησε με επιστολή του ημερ. 5.7.2019 (Τεκ.8), τονίζοντας ότι οι εν λόγω εγκύκλιοι αφορούν και τα κοινοτικά νηπιαγωγεία και ότι είναι υποχρέωση της διεύθυνσης να ενημερώνεται μέσω της ιστοσελίδας του και να ενημερώνει ανάλογα το υπόλοιπο προσωπικό. Η Αιτήτρια δεν μερίμνησε να ενημερωθεί για την εγκύκλιο του Υπουργείου με θέμα «Πολιτική σε σχέση με τη διαχείριση αναφοράς περιστατικών σεξουαλικής κακοποίησης στα σχολεία», ούτε και γνωστοποίησε το περιεχόμενο της εν λόγω εγκυκλίου στους υφιστάμενους της και δεν έπραξε σύμφωνα με την πολιτική του Υπουργείου Παιδείας. Αρνήθηκε ότι υπήρξε οποιαδήποτε σκευωρία από το Δ.Σ. για απομάκρυνση της Αιτήτριας ως η ίδια ισχυρίζεται. Παραδέχτηκε ωστόσο ότι η Αιτήτρια ήταν ένας άνθρωπος που εργαζόταν στο Σταθμό για τόσα χρόνια και κατείχε τη θέση της Διεύθυνσης ήταν απόλυτα απαραίτητη για τον Σταθμό και υπήρχε απόλυτη εμπιστοσύνη προς το πρόσωπο της από όλο το Δ.Σ. του Ιδρύματος και το προσωπικό του Σταθμού. Ισχυρίστηκε ότι δεν κοινοποιήθηκε στο Δ.Σ. οποιοδήποτε πόρισμα επιτροπής την οποία διόρισε ο Κυβερνήτης των Λάιονς και ούτε ζητήθηκε από το Ίδρυμα η επανατοποθέτηση της Αιτήτριας στα καθήκοντα της. Επίσης ότι ο χρόνος εξέτασης του ζητήματος ήταν εύλογος και απαραίτητος καθώς η ίδια η Αιτήτρια στις 25.6.2019 εξέφρασε ότι δεν επρόκειτο να τοποθετηθεί χωρίς την παρουσία της Λειτουργού των Κοινωνικών Ασφαλίσεων κας Μαρίας Πέγκα, για την οποία το Δ.Σ. ενημερώθηκε από την Αιτήτρια στις 9.7.2019 ότι εν τέλει δεν θα μπορούσε να παρευρεθεί. Το Δ.Σ. στη συνεδρία του ημερ. 7.8.2019 αποφάσισε την απόλυση της Αιτήτριας την οποία ενημέρωσαν την επομένη με την σχετική επιστολή απόλυσης (Τεκ.11). Πέραν της γραπτής δήλωσης του αφού του ζητήθηκε να εξηγήσει τη διαδικασίας που ακολουθείται σε περιστατικά παρόμοιας φύσης, αναφέρθηκε στη σύσταση πειθαρχικής επιτροπής με βάση το άρθρο 29 κρίνοντας ως ιδιαίτερα σοβαρό αυτό που θα εξέταζε. Την προκείμενη περίπτωση ανέφερε ότι όλα τα μέλη της πενταμελούς πειθαρχικής επιτροπής ήταν μέλη του Δ.Σ.
Αντεξεταζόμενος, αφού του υποδείχτηκε η Εγκύκλιος του Υπουργείου σε σχέση με την διαχείριση περιστατικών σεξουαλικής παρενόχλησης (Τεκ.12), συμφώνησε κατ’ αρχάς ότι οι διαδικασίες είναι ενδεικτικές και η νομική υποχρέωση αναφοράς δεν ανήκει στο σχολείο αλλά στο άτομο που λαμβάνει την πληροφόρηση. Σημείωσε δε, ότι η εκπαιδευτικός η οποία είχε την ευθύνη επικοινώνησε με το Δ.Σ. Αφού ισχυρίστηκε ότι ο τρόπος με το οποίο ενήργησε η Αιτήτρια από 13.5.2018 που έγινε το περιστατικό μέχρι 17.5.2018 που έγινε η καταγγελία στην Αστυνομία ήταν παντελώς λανθασμένος, ερωτηθείς εάν κατά την έρευνα τους, ενημερώθηκαν ότι το περιστατικό ήταν ήδη καταγγελμένο, ισχυρίστηκε ότι για πρώτη φορά το κατήγγειλε στην Αστυνομία η εκπαιδευτικός Σκ. Κωνσταντίνου, στις 17.5.2018, μετά από οδηγίες του Δ.Σ. Όταν του υποβλήθηκε ότι ήταν ήδη καταγγελμένο απάντησε ότι δεν γνωρίζει τέτοιο πράγμα και ούτε έχει κάτι που να καταδεικνύει κάτι τέτοιο. Αφού του υποβλήθηκε ότι δεν λήφθηκαν ξεχωριστές συνεντεύξεις και δεν έγινε δέουσα έρευνα από τη λεγόμενη πειθαρχική επιτροπή, ο μάρτυρας διαφώνησε λέγοντας ότι η άποψη του είναι καταγραμμένη στο πρακτικό ημερ. 11.6.2018. Ερωτηθείς εάν η κα Πέγκα, Ανώτερη Λειτουργός Κοινωνικής Ευημερίας, επιλήφθηκε του ζητήματος και δεν βρήκε κάτι το επιλήψιμο εναντίον της Αιτήτριας, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει. Αφού συμφώνησε ότι λήφθηκαν συνεντεύξεις από την Αιτήτρια, σε ερώτηση εάν τους ανάφερε πως έγινε το περιστατικό, ανέφερε ότι οι θέσεις της κατατέθηκαν γραπτώς και δεν είχαν την ευκαιρία να τις συζητήσουν με δικό της αίτημα. Σε υποβολή ότι υπήρχε ενημέρωση του προσωπικού από την Αιτήτρια σε σχέση με τη διαχείριση περιστατικών σεξουαλικής παρενόχλησης κι ότι υπήρχε εγχειρίδιο εντός του νηπιαγωγείου για το συγκεκριμένο ζήτημα, ο μάρτυρας διαφώνησε.
Καταθέτοντας η Αιτήτρια ανέφερε ότι προσλήφθηκε τον Αύγουστο του 1992 στη θέση τις Διευθύντριας του παιδικού Σταθμού. Με την έναρξη της εργοδότησης της ανέλαβε και όλες τις διαδικασίες για τη λειτουργία του Σταθμού, από την αδειοδότηση του μέχρι και την εξασφάλιση του εξοπλισμού και την προώθηση του ως Παιδικού Σταθμού στις οικογένειες των εργαζόμενων μητέρων της Βιομηχανικής περιοχής Στροβόλου. Μετά από 27 χρόνια υπηρεσίας στις 04.06.2019 κλήθηκε να παρευρεθεί σε έκτακτη συνεδρία του Δ.Σ. των Καθ’ ων η αίτηση όπου της ζητήθηκε να τους ενημερώσει για το περιστατικό που έλαβε χώρα στις 13.05.2019 και που αφορούσε ένα εκ των μαθητών του Σταθμού, ο οποίος έκανε αναφορά σε εκπαιδευτικό για συμβάν που μπορούσε να θεωρηθεί σεξουαλική κακοποίηση από συγγενικό του πρόσωπο. Παρόλο που γνώριζε ότι οποιαδήποτε πληροφορία περιέ-λθει σε γνώση της και αφορούσε ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του ανηλίκου δεν έπρεπε να αποκαλυφθούν στο Δ.Σ. ή σε οποιοδήποτε μέλος του, ενημέρωσε το Δ.Σ. παρέχοντας του τα απαραίτητα στοιχεία που μπορούσε να αναφέρει για όλες τις ενέργειες που έγιναν για χειρισμό του περιστατικού σε συνεννόηση με τους γονείς του μαθητή και την εκπαιδευτικό στην οποία έγινε αναφορά, ακολουθώντας το σχετικό πρωτόκολλο το οποίο βασίζεται στο εγχειρίδιο εκπαιδευτικού για την αναγνώριση περιστατικών σεξουαλικών κακοποιήσεων παιδιών (Τεκ.13). Τους ανέφερε συγκεκριμένα πως το περιστατικό που είχε περιγράψει ο μαθητής στην εκπαιδευτικό συνέβη σχεδόν ένα χρόνο προηγουμένως εκτός Σταθμού, είχε ήδη καταγγελθεί από τους γονείς στην αστυνομία από τον Αύγουστο 2018 και ότι οι γονείς έχουν διακόψει κάθε σχέση με το συγκεκριμένο άτομο ενώ παράλληλα υπήρχε συνεχής παρακολούθηση του παιδιού από λειτουργό στο «Σπίτι του παιδιού» και από παιδοψυχολόγο και ότι οι γονείς βρίσκονταν σε δικαστική διαδικασία για το περιστατικό. Τους ενημέρωσε ότι αυτές οι πληροφορίες της είχαν δοθεί εμπιστευτικά από τους γονείς πριν την έναρξη της σχολικής χρονιάς 2018 - 2019 και ότι είχε συχνή ενημέρωση από τη μητέρα του παιδιού κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς. Επίσης οι παιδαγωγοί γνώριζαν ότι απαγορευόταν η είσοδος στο Σταθμό του συγκεκριμένου ατόμου για παραλαβή του παιδιού. Εν ολίγοις τους ενημέρωσε ότι το περιστατικό είχε ήδη τύχει χειρισμού από προηγουμένως από τις αρμόδιες αρχές. Μετά την ολοκλήρωση της συνάντησης το Δ.Σ. με επιστολή ημερομηνίας 13.06.2019 την καλούσε σε απολογία στις 18.06.2019 για σειρά πειθαρχικών παραπτωμάτων μεταξύ άλλων την κατ’ ισχυρισμό παράλειψή της να λάβει νομικά μέτρα για προστασία του μαθητή για καθ’ υποψία σεξουαλική εκμετάλλευση και κακοποίηση. Λαμβάνοντας την επιστολή εξεπλάγη για τη έρευνα που διενεργήθηκε εναντίον της. Αφού παρουσίασε τις θέσεις γραπτώς με ηλεκτρονική επιστολή στις 18.6.2019 [Τεκ.5(1)], σε απάντηση την ενημέρωσαν ότι ελέγχεται για πειθαρχικά παραπτώματα και την κάλεσαν να εμφανιστεί ενώπιον του Δ.Σ. στις 25.6.2019. Αφού εμφανίστηκε προσωπικά και υπέβαλε γραπτώς τις θέσεις της [Τεκ.5(2)], δήλωσε πως δεν θα απαντήσει στις κατηγορίες χωρίς την παρουσία της Επαρχιακού Λειτουργού κας Πέγκα, η οποία ως αρμόδιο πρόσωπο δεν της καταλόγισε καμία λανθασμένη ενέργεια υπό τις συνθήκες του περιστατικού. Της ανέφερε ότι εφόσον το θέμα διαχειρίζονταν οι υπηρεσίες του γραφείου της από τον Αύγουστο 2018 δεν είχε λόγο και θέση να αναμιχθεί το Δ.Σ. Στις 08.08.2019, ημέρα που άρχισε η ετήσια άδεια της, το Δ.Σ. αφού φρόντισε να αλλάξει τις κλειδαριές του Σταθμού και του προσωπικού της γραφείου, η πρόεδρος κα Αταλιώτου την ενημέρωσε μέσω Viber για τον άμεσο τερματισμό της απασχόλησης της, επειδή δήθεν δεν ενημέρωσε το προσωπικό του νηπιαγωγείου για την εγκύκλιο του Υπουργείου Παιδείας σε σχέση με τη διαχείριση αναφοράς περιστατικών σεξουαλικής κακοποίησης στα σχολεία και ειδικότερα σε σχέση με το εν λόγω περιστατικό, επειδή άφησε την άμεση διαχείριση του περιστατικού στην εκπαιδευτικό στην οποία ο μαθητής έκανε την αναφορά. Η ίδια αρνήθηκε τους λόγους απόλυσης της με επιστολές των δικηγόρων της ημερ. 8.8.2019 και 23.10.2019 (Τεκ.15 και 16). Ισχυρίστηκε ότι ενήργησε με βάση τις πολιτικές του Υπουργείου Παιδείας και τις σχετικές νομοθεσίες του περί «Παίδων Νόμου». Σε σχέση με την εγκύκλιο 11.2.11.1, 11.2.11.5, 11.2.11.6 ημερ. 11.2.1016 ανέφερε ότι υιοθετεί το περιεχόμενο του εγχειριδίου το οποίο αναφέρει ότι οι διαδικασίες είναι ενδεικτικές για το σωστό χειρισμό των περιστατικών. Η ίδια αναφορά γίνεται και στην εγκύκλιο Δ.2.2. Απορρίπτει τον λόγο απόλυσης της για μη εφαρμογή της προρρηθείσας εγκυκλίου σημειώνοντας ότι την ίδια χρονική περίοδο που αναρτήθηκε η πιο πάνω εγκύκλιος στην ιστοσελίδα του Υπουργείου, τους απεστάλησαν εκατοντάδες αντίτυπα του ενημερωτικού τριπτύχου σχετικά με την σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων που αναφέρονται στην εγκύκλιο 11.2.11.5 και 11.2.11.6, το οποίο κυκλοφόρησε σε όλους τους γονείς/κηδεμόνες των παιδιών και σε όλο το προσωπικό [Τεκ.17(1)(2)]. Αναρτήθηκε επίσης στην κεντρική πινακίδα στην είσοδο του Σταθμού και έξω από τα τμήματα για όλη τη σχολική χρονιά 2015-2016. Παρόλο που δεν απεστάλη στα κοινοτικά Νηπιαγωγεία φρόντισε να τα προμηθευτεί από την αποθήκη του Υπουργείου. Σημείωσε ότι ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων επιβάλλει την κοινοποίηση πληροφοριών μόνον και εφόσον υπάρχει λόγος και ότι η κοινοποίηση του περιστατικού στο Δ.Σ. δεν πληρούσε κανένα από τους λόγους καθότι δεν μπορούσε να προστατεύσει τον ανήλικο. Θέτοντας τον τερματισμό της απασχόλησης της ως αποτέλεσμα προειλημμένης απόφασης και σκευωρίας και αναφερόμενη σε επιστολή του Κυβερνήτη ημερ. 27.8.2019 (Τεκ.18) με την οποία ζητούσε την επαναφορά στη θέση της, σημείωσε ότι στο παρελθόν εκπρόσωπος της κας Αταλιώτου τη συκοφάντησε ξανά στη συνέλευση γονέων δημιουργώντας μεγάλο πρόβλημα στο Σταθμό το οποίο έληξε με απολογία της ιδίας και του εκπροσώπου της. Ισχυρίστηκε ότι μετά την απόλυση της άλλα μέλη των Λαϊονικού κινήματος επικοινώνησαν με τον Κυβερνήτη ο οποίος ζήτησε ανεξάρτητη έρευνα για τις συνθήκες απόλυσης για να καταλήξει ότι ήταν παράνομη και λανθασμένη, ζητώντας την επανατοποθέτηση της την οποία το Δ.Σ. αρνήθηκε κατηγορηματικά. Επανέλαβε ότι το περιστατικό ήταν καταγγελμένο και το παιδί τύγχανε παρακολούθησης από λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας και παιδοψυχολόγο και ότι διαφορετικός χειρισμός δεν θα απέβλεπε στην προστασία του παιδιού αλλά στην επαναθυμοποίηση του. Πρόσθετα σημείωσε ότι δεν έλαβε κανονική άδεια πέντε ημερών για το 2019 και απολαβές 170 ημερών ετήσιας άδειας για τα προηγούμενα χρόνια που ουδέποτε της πληρώθηκαν.
Αντεξεταζόμενη, αναφέρθηκε λεπτομερώς στα καθήκοντα της και τη συνεργασία που είχε με τα εκάστοτε Διοικητικά Συμβούλια, ισχυριζόμενη ότι ήταν πάντοτε συνεργάτες της και την εμπιστεύονταν. Επίσης ότι προηγουμένως παρευρισκόταν στο Δ.Σ. και η Επαρχιακή Λειτουργός του Γραφείου Ευημερίας με την οποία είχε άμεση επικοινωνία σε ευαίσθητα θέματα όπως υποψία για κακοποίηση παιδιών χωρίς να τα θέτει ενώπιον του Δ.Σ. Θέτοντας τη θέση της σε σχέση με τη συμπεριφορά του πατέρα του παιδιού όπως και όλων των εμπλεκομένων, επανέλαβε ουσιαστικά τα όσα ανέφερε στην κυρίως εξέταση της. Θέτοντας εκ νέου τους λόγους χειρισμού του περιστατικού και τη φύση των οδηγιών του Υπουργείου Παιδείας, ισχυρίστηκε ότι η διαχείριση των καταστάσεων είναι εκπαιδευτικής μόρφωσης, ότι η παιδαγωγός γνώριζε ότι το συγκεκριμένο άτομο δεν επιτρεπόταν σε εισέλθει στον Σταθμό να παραλάβει το παιδί. Επίσης η ενημέρωση του Δ.Σ. δεν περιλάμβανε τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα της οικογένειας. Ερωτηθείσα για τη διαφορά της εγκυκλίου Τεκ.12 από το Τεκ.17(2) που αναφέρονται στη διαχείριση περιστατικών σεξουαλικής κακοποίησης, ανέφερε ότι αφορούν το ίδιο θέμα και ότι το εγχειρίδιο είναι πιο εύκολα κατανοητό. Επεξήγησε τη σχέση των Lions με τον Σταθμό και επεσήμανε εκ νέου τους λόγους για τους οποίους θεωρεί προμελετημένη την απόφαση της απόλυσης της.
Ανάλυση - Συμπεράσματα
Είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τον μάρτυρα των Καθ’ ων η αίτηση όσο και την Αιτήτρια να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση, όπως επίσης και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων.
Πέραν των παραδεκτών και ή αδιαμφισβήτητων γεγονότων που τίθενται ανωτέρω, από την προσαχθείσα ενώπιον μας μαρτυρίας προκύπτουν ως αδιαμφισβήτητα τα πιο κάτω γεγονότα:
Από το πρακτικό έκτακτης συνεδρίας του Δ.Σ. του Σταθμού ημερ. 29.5.2019 (Τεκ.1) φαίνεται ότι στην παρουσία όλων των μελών (9) του Δ.Σ., η Πρόεδρο ενημέρωσε τα μέλη για το περιστατικό που έλαβε χώρα στις 13.5.2019 όπου παιδί που φοιτούσε στην προδημοτική τάξη ανέφερε στην αρμόδια νηπιαγωγό της τάξης του, κα Κωνσταντίνου, ότι ήταν θύμα περιστατικού σεξουαλικής παρενόχλησης από μέλος της οικογένειας του (σύζυγος της γιαγιάς του). Κρίνοντας το Δ.Σ. ότι προέκυπταν σοβαρά ζητήματα σε σχέση με τη στάση που τήρησε η Αιτήτρια ως Διευθύντρια του Σταθμού και δη (α) η απροθυμία της να καταγγελθεί το περιστατικό και η παρότρυνση της προς τη νηπιαγωγό να μην προχωρήσει σε καταγγελία, (β) η μη εφαρμογή των σχετικών διατάξεων της νομοθεσίας και των εγκυκλίων του Υπουργείου Παιδείας και (γ) η παράλειψη ενημέρωσης του Δ.Σ. για το περιστατικό για λήψη καθοδήγησης αναφορικά με τον τρόπο χειρισμού του, αποφάσισε τη σύσταση Πειθαρχικής Επιτροπής για διερεύνηση του περιστατικού αποτελούμενη από πέντε μέλη του Δ.Σ. ήτοι την Πρόεδρο Ελένη Αταλιώτου, τον Γραμματέα Ανδρέα Κυπριανίδη, τα μέλη Δημήτρη Κωνσταντίνου, Άννυ Ιακωβίδη και τον μάρτυρα Φάνο Κουρουφέξη.
Η Αιτήτρια κλήθηκε ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής στις 4.6.2019 όπου έδωσε τις δικές της εξηγήσεις για το περιστατικό.
Στη συνεδρία του Δ.Σ. που ακολούθησε στις 11.6.2019 (Τεκ.3), παρουσία όλων των μελών, το Δ.Σ. αφού ενημερώθηκε από τα μέλη της Πειθαρχικής Επιτροπής για τις ξεχωριστές συναντήσεις που είχαν με τις δύο παιδαγωγούς και την Αιτήτρια και στα γεγονότα που είχαν διαπιστώσει και επιβεβαιώσει από τη διερεύνηση του όλου ζητήματος, κατέληξε ότι ενδέχεται να έχουν διαπραχθεί εκ μέρους της Αιτήτριας σοβαρά παραπτώματα στα οποία θα έπρεπε να δοθεί η ευκαιρία να απαντήσει πριν τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης. Το Δ.Σ. αποφάσισε όπως θέσει τα πιο πάνω γραπτώς ενώπιον της Αιτήτριας ώστε να παραθέσει τις δικές της θέσεις. Προς τούτο κλήθηκε σε συνεδρία του Δ.Σ. στις 25.6.2019.
Η Αιτήτρια έλαβε γνώση των υπό διερεύνηση εναντίον της πειθαρχικών παραπτωμάτων με την επιστολή ημερ. 13.6.2019 (Τεκ.4). Στην εν λόγω επιστολή η Αιτήτρια απάντησε με δύο επιστολές ημερ. 18.6.2019 [Τεκ.5(1)] και 24.6.2019 [Τεκ.5(2)].
Κατά τη συνεδρία του Δ.Σ. ημερ. 25.6.2019 (Τεκ.6) στην οποία παρευρέθηκε η Αιτήτρια και ο Ν. Παφίτης εκ μέρους της ΣΕΚ, η Αιτήτρια προσκόμισε γραπτώς τις θέσεις της με το Τεκ.5(2) και δήλωσε εμφαντικά ότι δεν επρόκειτο να απαντήσει προφορικά στην επιστολή του Δ.Σ. και ότι θα απαντούσε σε επόμενη συνεδρία που θα ήταν παρούσα και η Ανώτερη Λειτουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών κα Πέγκα, η οποία εξέφρασε την επιθυμία να παρευρίσκεται στη συνεδρία του Δ.Σ. κατά τη συζήτηση του θέματος αυτού. Αφού αναφέρθηκαν στις θέσεις της Αιτήτριας ως αυτές διατυπώνονται στις επιστολές της, αποφάσισαν να ζητήσουν διευκρινίσεις από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού πριν τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης, ώστε να διευκρινιστεί κατά πόσο οι εγκύκλιοι του Υπουργείου είναι υποχρεωτικές, εάν αφορούν τον Σταθμό και εάν είναι ή δεν είναι ευθύνη της Διευθύντριας του Σταθμού η εφαρμογή τους.
Σχετική επιστολή στο Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού απεστάλη στις 27.6.2019 (Τεκ.7) και σχετική απάντησε του Υπουργείου δόθηκε με επιστολή ημερ. 5.7.2019 (Τεκ.8).
Κατά τη συνεδρία του Δ.Σ. ημερ. 9.7.2019 (Τεκ.9) στην οποία παρευρέθηκε και η Αιτήτρια, η τελευταία ενημέρωσε το Δ.Σ. ότι η Λειτουργός κα Πέγκα, δεν θα μπορούσε να παρευρεθεί εκείνη τη μέρα ενώπιον του Δ.Σ. Η Πρόεδρος διάβασε την επιστολή που η ίδια απέστειλε στο Υπουργείο Παιδείας (Τεκ.7) και την απάντηση που έλαβαν (Τεκ.8), τις οποίες παρέδωσε στην Αιτήτρια. Αποφασίστηκε η σύγκληση νέας συνεδρίας για να δοθεί χρόνος στην Αιτήτρια να μελετήσει τις επιστολές και για να παρουσιαστεί ίσως και η κα Πέγκα.
Κατά την έκτακτη συνεδρία του Δ.Σ. ημερ. 7.8.2019 (Τεκ.10) που είχε ως θέμα τη συνέχιση της συζήτησης αναφορικά με τις πιθανές ευθύνες της Διευθύντριας του Σταθμού, για τη διαχείριση του περιστατικού που έλαβε χώρα στις 13.5.2019 και τη λήψη αποφάσεων με την ολοκλήρωση της διερεύνησης του περιστατικού, ο γραμματέας ενημέρωσε το Δ.Σ. ότι παρόλο που στη συνεδρία κλήθηκε να παρουσιαστεί και η Αιτήτρια, την τελευταία στιγμή ενημέρωσε ότι δεν μπορούσε να παραστεί. Το Δ.Σ. συνέχισε τη συζήτηση βάσει των όσων διαπιστώθηκαν για το περιστατικό και αφού έλαβε υπόψη τα στοιχεία που είχε ενώπιον του, κατέληξε ότι επρόκειτο για πολύ σοβαρά πειθαρχικά παραπτώματα και αποφάσισε ομόφωνα την άμεση και συνοπτική απόλυση της Αιτήτριας, άνευ προειδοποιήσεως.
Οι λόγοι απόλυσης περιέχονται στη σχετική επιστολή προς την Αιτήτρια ημερ. 8.8.2019 (Τεκ.11), την οποία παραθέτουμε ανωτέρω.
Εξετάζοντας περαιτέρω το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό, διαπιστώνουμε ότι η συσταθείσα Πειθαρχική Επιτροπή δεν αποτελείτο από τρίτα ανεξάρτητα πρόσωπα αλλά από πέντε μέλη του Δ.Σ., μεταξύ των οποίων η Πρόεδρος, ο Γραμματέας και ο μάρτυρας.
Και ενώ ο μάρτυρας των Καθ’ ων η αίτηση ισχυρίστηκε ότι λήφθηκαν ξεχωριστές συνεντεύξεις για το περιστατικό από τις παιδαγωγούς Γεωργία Ζυμαρά και Σκεύη Κωνσταντίνου καθώς και από την Αιτήτρια, ωστόσο δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει τις εν λόγω συνεντεύξεις στο Δικαστήριο και/ή έγγραφα που αφορούσαν τη διερεύνηση και/ή το πόρισμα της Πειθαρχικής Επιτροπής, παραπέμποντας στα πρακτικά έκτακτης συνεδρίας του Δ.Σ. ημερ. 11.6.2019 (Τεκ.3) όπου γίνεται αναφορά σε διαβεβαιώσεις / επιβεβαιώσεις της εν λόγω Επιτροπής, οι οποίες δεν φαίνεται να γνωστοποιήθηκαν στην Αιτήτρια. Παρατηρούμε ότι οι εν λόγω διαβεβαιώσεις δεν συνάδουν με τα όσα η Αιτήτρια ανέφερε στη μαρτυρία της ότι παρέθεσε ενώπιον της εν λόγω Επιτροπής.
Συγκεκριμένα, με βάση τη μαρτυρία της, τους ανέφερε πως το περιστατικό που είχε περιγράψει ο μαθητής στην εκπαιδευτικό, συνέβη σχεδόν ένα χρόνο προηγουμένως εκτός σταθμού, είχε ήδη καταγγελθεί από τους γονείς την Αστυνομία από τον Αύγουστο 2018 και οι γονείς έχουν διακόψει κάθε σχέση με το συγκεκριμένο άτομο ενώ παράλληλα υπήρχε συνεχής παρακολούθηση το παιδιού από λειτουργό στο «σπίτι του παιδιού» και από παιδοψυχολόγο καθώς επίσης ότι οι γονείς βρίσκονταν σε δικαστική διαδικασία για το περιστατικό. Τους ενημέρωσε ότι αυτές οι πληροφορίες της είχαν δοθεί εμπιστευτικά από τους γονείς πριν από τη έναρξη της σχολικής χρονιάς 2018-2019 και ότι είχε συχνή ενημέρωση από τη μητέρα του παιδιού κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς. Επίσης οι παιδαγωγοί γνώριζαν ότι απαγορευόταν η είσοδος στο Σταθμό του συγκεκριμένου ατόμου για παραλαβή του παιδιού. Εν ολίγοις τους ενημέρωσε ότι το περιστατικό είχε ήδη τύχει χειρισμού από προηγουμένως από τις αρμόδιες αρχές.
Ερωτηθείς ο μάρτυρας των Καθ’ ων η αίτηση εάν κατά την διερεύνηση των γεγονότων, ενημερώθηκαν ότι το περιστατικό ήταν ήδη καταγγελμένο, ισχυρίστηκε ότι για πρώτη φορά το κατήγγειλε στην Αστυνομία η νηπιαγωγός Σκ. Κωνσταντίνου στις 17.5.2018, μετά από οδηγίες του Δ.Σ. Όταν του υποβλήθηκε ότι ήταν ήδη καταγγελμένο απάντησε ότι δεν γνωρίζει τέτοιο πράγμα και ούτε έχει κάτι που να καταδεικνύει κάτι τέτοιο. Η θέση του μάρτυρα δεν βρίσκουμε να ανταποκρίνεται στην αλήθεια, καθώς η Αιτήτρια, απαντώντας στα όσα της είχαν καταλογίσει με την επιστολή ημερ. 13.6.2019 (Τεκ. 4), επανέλαβε τις ίδιες θέσεις και στην αναφορά της προς το Δ.Σ. ημερ. 24.6.2019 [Τεκ.5(2)]. Περαιτέρω ερωτηθείς ο μάρτυρας, εάν η Αιτήτρια τους ανέφερε πως έγινε το περιστατικό, ομολόγησε ότι η Αιτήτρια έθεσε τις θέσεις της γραπτώς και δεν είχαν την ευκαιρία να τις συζητήσουν με δικό της αίτημα. Η θέση αυτή του μάρτυρα επιβεβαιώνεται από τα πρακτικά του Δ.Σ. ημερ. 25.6.2019 (Τεκ.6), όπου ρητά αναφέρεται ότι η Αιτήτρια δήλωσε εμφαντικά πως δεν θα απαντούσε προφορικά χωρίς την παρουσία της Ανώτερης Λειτουργού του Γραφείου Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας κας Πέγκα, η οποία ήταν ενήμερη για το περιστατικό και εξέφρασε την επιθυμία της να παραστεί κατά τη συζήτηση του θέματος. Κατά τη νέα συνεδρία του Δ.Σ. που έλαβε χώρα στις 9.7.2019 η κα Πέγκα δεν παρουσιάστηκε και αποφασίστηκε η σύγκληση νέας συνεδρίας για να είναι παρούσα. Παρόλα αυτά, σε νέα συνεδρία του Δ.Σ. που έλαβε χώρα στις 7.8.2019 (Τεκ.10) αποφασίστηκε ο τερματισμό της απασχόλησης της Αιτήτριας, χωρίς να δοθεί η ευκαιρία συζήτησης των θέσεων της στην παρουσία της κας Πέγκα. Τα πιο πάνω επιβεβαιώνουν ότι οι γραπτές θέσεις της Αιτήτριας δεν αποτέλεσαν αντικείμενο συζήτησης. Ταυτόχρονα εκθεμελιώνουν τα όσα οι Καθ’ ων η αίτηση αναφέρουν στα πρακτικά συνεδρίας του Δ.Σ. ημερ. 7.8.2019 (Τεκ.10) ότι για τη λήψη της τελικής απόφασης έλαβαν, μεταξύ άλλων, υπόψη τις επιστολές της Αιτήτριας ημερ. 18.6.2019 και 24.6.2019 και τις θέσεις που προέβαλε κατά τη συνεδρία του Δ.Σ. στις 25.6.2019, αναφορικά με τη διαχείριση του εν λόγω περιστατικού. Πέραν των πιο πάνω τίποτα το συγκεκριμένο δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει ότι πριν την τελική απόφαση διερευνήθηκαν τα όσα απάντησε η Αιτήτρια.
Ειδικότερα τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια στην επιστολή της, ότι το περιστατικό συνέβη εκτός σχολείου ένα χρόνο πριν, ότι καταγγέλθηκε στην Αστυνομία, ενημερώθηκαν οι αρμόδιες υπηρεσίες και το παιδί έκτοτε παρακολουθείτο από Λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας και παιδοψυχολόγο, δεν φαίνεται να διερευνήθηκαν από το Δ.Σ. Ενώ ζήτησαν εξηγήσεις από το Υπουργείο Παιδείας σχετικά με την πολιτική που ακολουθείται για τις εγκυκλίους (Τεκ.7) και αν αυτές αφορούν και τα κοινοτικά νηπιαγωγεία, ωστόσο δεν ζήτησαν καμία ενημέρωση από το Γραφείο Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας για διευκρίνιση των όσων επικαλέστηκε η Αιτήτρια. Και όλα αυτά χωρίς να δώσουν την παραμικρή εξήγηση κατά τη λήψη της τελικής τους απόφαση για τη μη παρουσία της κας Πέγκα ή τη μη συζήτηση των θέσεων της Αιτήτριας.
Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτούμενου και κατ’ επέκταση απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (ε) και (στ) του άρθρου:
«5. Τερματισμός απασχολήσεως δι’ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσίν:
(α) …………………………………………………………………………………………………………
(β).........................................................................................................................
(γ).........................................................................................................................
(δ).........................................................................................................................
(ε) Όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως.
Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκεί το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον.
(στ) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας τη αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ’ όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως:
(i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή
(ii) διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του
(iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του
(iv) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του
(v) σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.»
Στην υπόθεση Κακοφεγγίτου v. Κυπριακών Αερογραμμών, (2005) 1 Α.Α.Δ. 1478, εξετάστηκε το ζήτημα του εφαρμοστέου κριτηρίου σε σχέση με το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου, με αναφορά στην αγγλική υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd v. Swing (1981) 1RLR 91 (σ.93), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Lord Denning Μ.R.:
«Τhe correct test is this: Was it reasonable for the employers to dismiss him‽ If no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair. But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair. It must be remembered in all these cases there is a bank of reasonableness, within which one employer might reasonably take one view: another quite reasonably take a differrent view».
(Σε ελεύθερη μετάφραση):
«Το ορθό κριτήριο είναι αυτό: Ήταν λογικά αναμενόμενο από τον εργοδότη να τον απολύσει; Εάν κανένας λογικός εργοδότης δεν θα τον απέλυε τότε η απόλυση είναι αδικαιολόγητη. Αλλά εάν ένα λογικός εργοδότης μπορούσε να τον απολύσει τότε η απόλυση ήταν δικαιολογημένη. Θα πρέπει πάντα να έχουμε υπόψη μας ότι σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχει μια γραμμή λογικής, στα πλαίσια της οποίας ένας εργοδότης μπορεί δικαιολογημένα να πάρει μια θέση και ένας άλλος εντελώς διαφορετική.»
Όπως, δε, κατ’ επανάληψη έχει νομολογηθεί, η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν Δικαστήριο θα έκανε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Αντί αυτού, το Δικαστήριο θα πρέπει να ρωτήσει τον εαυτό του κατά πόσο, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, ο εργοδότης στοιχειοθέτησε λογικές αιτίες για την πεποίθηση του ότι ο εργοδοτούμενος υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από τον εργοδότη ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη. Το σωστό επομένως κριτήριο που θα οδηγήσει το Δικαστήριο στην τελική του κρίση, είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη, να προβεί στον τερματισμό της απασχόλησης ενός εργοδοτούμενου υπό συγκεκριμένες περιστάσεις και για συγκεκριμένο λόγο, έχοντας υπόψη ότι το βάρος στον εργοδότη είναι να αποδείξει τούτο επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Συνεπώς η απόλυση θα πρέπει να μπορεί να βρίσκεται μέσα στα πλαίσια των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη - within the band of reasonable responses of a reasonable employer-. Διαφορετικά δεν θα είναι δικαιολογημένη (fair) αν προκύψει ότι ο μέσος λογικός εργοδότης δεν θα προχωρούσε στην απόλυση κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης (Galatariotis Tele/cations Ltd v. Σωτήρη Βασιλείου (2003) 1 Α.Α.Δ. 318, Post Office v. Folley & HSBC Bank plc (formerly Midland Bank pcl) v. Madden [2001] 1 All ER 550, Κακοφεγγίτου (ανωτέρω), L. Papaphilippou & Co Ltd v. Δήμητρας Λουκά, (2014) 1 Α.Α.Δ. 1193, Μ. Γεωργίου ν. Columbia World Wide Movers Ltd, Πολ. Έφ. 103/2012 ημερ. 7.7.2017).
Η νομολογία δεν αρκείται στην αντικειμενική ύπαρξη και βαρύτητα κάποιου λόγου που θα ήταν ικανός από μόνος του να δικαιολογήσει την απόλυση, αλλά απαιτεί και την ανεπίληπτη τήρηση μιας «δίκαιης διαδικασίας» (“a fair procedure”) από πλευράς εργοδότη να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να συγκεντρώσει και αξιολογήσει όσο το δυνατόν περισσότερες και ασφαλέστερες πληροφορίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που τον οδήγησαν στην απόφαση να θέσει τέρμα στην εργασιακή σχέση. Στην υπόθεση Sainsbury's Supermarkets Ltd v. Hitt (2003) 1 IRLR 23, τονίστηκε ότι το κριτήριο για το εύρος των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη εφαρμόζεται και στο ερώτημα κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος για ανάρμοστη συμπεριφορά (“misconduct’) ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη. Εκεί που διαφαίνεται ότι ο τρόπος με τον οποίο ο εργοδότης διερεύνησε την περίπτωση του απολυθέντος εργοδοτούμενου ήταν τέτοιος που τον εμπόδιζε να εξασφαλίσει πληροφορίες τις οποίες ένας λογικός εργοδότης όφειλε να γνωρίζει και οι οποίες εύλογα θα μπορούσαν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα, τότε δεν θεωρείται ότι ο εργοδότης ενήργησε εύλογα υπό τις περιστάσεις. Το είδος και η έκταση της έρευνας εξαρτάται από τις περιστάσεις της υπόθεσης, που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων τη φύση και τη σοβαρότητα της κάθε υπόθεσης, το μαρτυρικό υλικό που έχει στην κατοχή του ο εργοδότης και τις συνέπειες που θα έχει στον εργοδοτούμενο μια δυσμενής κατάληξη. Στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, η πρώτιστη υποχρέωση του εργοδότη είναι να καλέσει τον εργοδοτούμενο και να ακούσει τις απόψεις του. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 7 του περί της Συμβάσεως περί του Τερματισμού Απασχολήσεως (Κυρωτικού) Νόμου, Ν.45/85:
«Η απασχόληση εργαζομένου δεν μπορεί να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με την συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος του, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα.»
Από το περιεχόμενο της εν λόγω διάταξης καθίσταται φανερό ότι η παροχή του δικαιώματος ακρόασης αποτελεί τον κανόνα. Δεν είναι όμως απόλυτο. Όπως είναι νομολογημένο, η γνωστοποίηση των λόγων της απόλυσης μπορεί ακόμη και να παραλειφθεί, αν ο εργαζόμενος είναι εκ των πραγμάτων σε θέση να γνωρίζει απόλυτα την κατηγορία και, γενικότερα, τους λόγους της απόλυσης (Roberts and Ellison v. Short Bros and Harlon Ltd (1976) EAT 318/1976). Όπως τέθηκε από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην απόφαση West Midlands Cooperative Society Ltd v. Tipton (1986) W.C.R. 306, 316, η συζήτηση με τον εργοδοτούμενο μπορεί να παραλειφθεί μόνο εάν τα υπάρχοντα εναντίον του στοιχεία ομολογούνται από τον ίδιο ή είναι τόσο έκδηλα, ώστε να μη μπορούν αντικειμενικά να αμφισβητηθούν. Όπως, δε, εντοπίζεται στην Κακοφεγγίτου (ανωτέρω), στις σελίδες 1483-1484:
Στη διαπίστωση του εύλογου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7, καθ’ όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Η παροχή της δυνατότητας στον υπάλληλο να υπερασπίσει τον εαυτό του και να προβάλει τη θέση του όμως δεν συναρτάται προς την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας προνοούμενης σε κανονισμούς ή ταυτιζόμενης με πειθαρχικές διαδικασίες. Είναι, όπως ορθά αντελήφθη το Δικαστήριο, θέμα ουσίας.»
Ο Νόμος, ως νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου, αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας. Συνακόλουθα, και ως αποτέλεσμα της ανάγκης για πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων εργοδοτούμενου προτού ληφθεί απόφαση απόλυσης του, είναι επιτακτική η υποχρέωση τήρησης μιας σωστής διαδικασίας, στα πλαίσια της οποίας και θα πρέπει να παραχωρείται στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να ακουστεί και να αναπτύξει τις θέσεις του. [βλ. L. Papaphilippou & Co Ltd (ανωτέρω)].
Η διαδικασία που ακολούθησε ο εργοδότης για την απόλυση του εργοδοτούμενου δεν εξετάζεται ξεχωριστά και από μόνη της αλλά σε συνάρτηση με τους λόγους απόλυσης. Μολονότι η παραβίαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης δεν συνιστά ανεξάρτητο λόγο απόλυσης, αποτελεί ωστόσο ένα από τα σημαντικά γεγονότα που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όταν εξετάζει στο σύνολο της μια απόφαση απόλυσης καθώς σε περίπτωση ουσιαστικής παράβασης του δικαιώματος του εργοδοτούμενου να πληροφορηθεί την κύρια βάση της υπόθεσης του εργοδότη και της ευκαιρίας να την αντικρούσει, μια τέτοια απόφαση απόλυσης μπορεί να κριθεί παράνομη (Anderman, “The Law of Unfair Dismissal” 3rd Edition p. 173-174).
Σημειώνουμε, ότι κατά την εξέταση του εύλογου (reasonableness) της απόλυσης, το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει αποκλειστικά υπόψη τα γεγονότα που ήταν γνωστά στον εργοδότη κατά τον χρόνο της απόλυσης και επί των οποίων στήριξε την απόφαση του.
Όπως εντοπίζεται στην πρόσφατη απόφαση Κρις Ιακωβίδης ως εκκαθαριστής της Eurocypria Airlines Ltd ν. Σουρουλλά, Πολ. Εφ. 188/2012 ημερ. 20.11.2018:
«Με βάση τη νομολογία, λοιπόν, το εύλογο ή όχι της κατάληξης του εργοδότη, ο οποίος φέρει το βάρος να αποδείξει το δικαιολογημένο της απόλυσης επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, συναρτάται με τα στοιχεία που αυτός είχε ενώπιον του κατά το χρόνο της απόλυσης, στα οποία θα πρέπει να περιλαμβάνονται και οι όποιες θέσεις του αιτητή. Να αναφέρουμε εδώ, παρενθετικά, ότι για τον κανόνα αναφορικά με την αξιολόγηση του εύλογου της έρευνας του εργοδότη και της κατάληξης του περί ύπαρξης μεμπτής συμπεριφοράς, σχετική είναι η υπόθεση British Home Stores Ltd v Burchell [1978] IRLR 379, EAT.
Η εστίαση της νομολογίας στην απόφαση απόλυσης που λαμβάνει ο εργοδότης κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπό το φως των περιστάσεων που έχει υπόψη του, σημαίνει ότι στοιχεία που έρχονται στο φως μετά την απόλυση δεν μπορούν να επηρεάσουν το ζήτημα της νομιμότητας της. Έτσι, λοιπόν, απόλυση η οποία είναι δίκαια και δικαιολογημένη και, επομένως, νόμιμη επειδή ο εργοδότης εύλογα πίστευε στη βάση των ενώπιον του στοιχείων κατά τον ουσιώδη χρόνο ότι ο εργοδοτούμενος ήταν ένοχος μεμπτής συμπεριφοράς, θα εξακολουθήσει να θεωρείται δίκαιη και δικαιολογημένη ακόμα και αν μετά την απόλυση έρθουν στο φως στοιχεία που καταδεικνύουν ότι ο εργοδοτούμενος δεν ήταν ένοχος μεμπτής συμπεριφοράς, (Βλ. Devis & Sons Ltd v Atkins [1977] AC 931 και Polkey v AE Dayton Services Ltd [1988] AC 344). Επισημαίνεται δε στην Beedell v West Ferry Printers Ltd [2001] EWCA Civ 400, στην οποία εφαρμόστηκαν η Swift και Iceland Frozen Foods Ltd v Jones (1983) ICR 17, ότι δεν είναι για το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών να επανακδικάσει τα πραγματικά ζητήματα τα οποία ήταν ενώπιον του εργοδότη κατά το χρόνο της απόλυσης (".it is not for the employment tribunal to retry the factual issues before the employer at the dismissal (including appeal) stage"). Ούτε μπορεί το Δικαστήριο να υποκαταστήσει τη δική του αξιολόγηση ενός μάρτυρα με εκείνη του εργοδότη ("an ET. may not substitute its own evaluation of a witness for that of the employer at the time of its investigation and dismissal", Orr v Milton Keynes Council [2011] EWCA Civ 62). Δηλαδή, το Δικαστήριο επικεντρώνεται στο εύλογο της διαδικασίας της έρευνας που διεξήγαγε ο εργοδότης σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό μεμπτή συμπεριφορά του εργοδοτουμένου και στο εύλογο των πεποιθήσεων του (beliefs) κατά το χρόνο της απόλυσης και όχι στο κατά πόσο η συμπεριφορά του εργοδοτούμενου ήταν πράγματι μεμπτή.»
Εξετάζοντας το Δικαστήριο εάν και κατά πόσο ένας εργοδότης ενέργησε στα πλαίσια των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότης, οφείλει να εξετάζει την κάθε περίπτωση στα πλαίσια των δικών της γεγονότων. Οφείλει επίσης να λαμβάνει υπόψη και όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη περίπτωση (the surrounding circumstances), περιλαμβανομένων και αυτών που αφορούν το πρόσωπο του υπό απόλυση εργοδοτούμενου, όπως, η προηγούμενη συμπεριφορά του, το είδος των καθηκόντων που του εμπιστεύθηκε ο εργοδότης, η ευδόκιμη και μακρά υπηρεσία του, η εξήγησε που έδωσε για την πράξη του, η πρόθεση του για την τέλεση της πράξης∙ κατά πόσο δηλαδή ήταν ηθελημένη και εσκεμμένη, η μεταμέλεια του κλπ. (Anderman, The Law of Unfair Dismissal 3rd Edition p. 198, Δ. Ζερδελή, Το Δίκαιο της Καταγγελίας 2η έκδοση σ.185).
Στην Pattikis v. Nicosia Municipal Committee (1988) 1 CLR 103, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η σχέση εργασίας θα πρέπει να βασίζεται στην ύπαρξη ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών. Οποιαδήποτε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδό εμπιστοσύνης δίνει το δικαίωμα στον εργοδότη να τερματίσει την εργασιακή σχέση. Με δεδομένο βέβαια ότι το μέτρο της άμεσης απόλυσης είναι δραστικό μέτρο, αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις. Ένα μεμονωμένο περιστατικό για να δικαιολογήσει απόλυση θα πρέπει να συνδέεται με σοβαρές συνέπειες και επιπτώσεις (βλ. Avghi Constantinidou v. F.W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd (1980) 1 CLR 302, Kanika Development Ltd v. Λουκά (2004) 1 ΑΑΔ 603, Κynigos Hotels Ltd v. Γ. Χρίστου (2004) 1ΑΑ.Α.Δ.665, Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γ. Κόγια (2006) 1 ΑΑΔ 1227). Νομολογιακά δεν τίθεται κανόνας που να καθορίζει τον βαθμό της επιλήψιμης συμπεριφοράς. Το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ποικίλει ανάλογα με τη φύση της επιχείρησης και τη θέση που κατέχει ο εργοδοτούμενος.
Υπαγωγή των δεδομένων της υπόθεσης στις πιο πάνω νομολογιακές αρχές καταδεικνύει ότι, κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησης της Αιτήτριας, οι Καθ’ ων η αίτηση δεν τήρησαν μια σωστή και δίκαιη διαδικασία η οποία θα τους οδηγούσε στην εξασφάλιση των αναγκαίων πληροφοριών που ένας λογικός εργοδότης όφειλε να γνωρίζει για να καταλήξει σε μια στοιχειοθετημένη αντικειμενική απόφαση. Στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας ενώ η Αιτήτρια παρέθεσε γραπτώς τις θέσεις της στο Δ.Σ. σε σχέση με το περιστατικό και δήλωσε πως δεν θα απαντούσε προφορικά χωρίς την παρουσία της κας Πέγκα, η οποία ως Ανώτερη Λειτουργός του Γραφείου Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας γνώριζε το περιστατικό και μπορούσε να δώσει τις απαραίτητες πληροφορίες ή επεξηγήσεις επί των γεγονότων, οι οποίες να διαλεύκαναν την υπόθεση ή να επιβεβαίωναν σε κάποιο βαθμό τις θέσεις της Αιτήτριας, εν τέλει δεν το έπραξαν. Kαι ενώ στις 9.7.2019 αποφασίστηκε η σύγκληση νέας συνεδρίας για να είναι παρούσα η κα Πέγκα, εν τούτοις κατά την επόμενη συγκληθείσα συνεδρία του Δ.Σ. που έλαβε χώρα στις 7.8.2019 και συνέπιπτε με το κλείσιμο του Σταθμού για τις θερινές διακοπές, αποφασίστηκε ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας χωρίς να δοθεί η ευκαιρία συζήτησης των θέσεων της στην παρουσία της κας Πέγκα και χωρίς να δοθούν οι οποιεσδήποτε εξηγήσεις για την εν λόγω παράλειψη, παρά το μεγάλο χρονικό διάστημα που είχε διαρρεύσει από το περιστατικό, με επακόλουθο τα στοιχεία επί των οποίων στήριξαν οι Καθ’ ων η αίτηση την απόφαση τους να υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία.
Να σημειωθεί, ότι με βάση την επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου, ο εργοδότης θα πρέπει να ασκεί το δικαίωμα για απόλυση του εργοδοτούμενου εντός λογικού χρονικό διαστήματος από του γεγονότος που του παρείχε αυτό το δικαίωμα ή διαφορετικά από την ημέρα που αυτό περιήλθε εις γνώσιν του. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο εργοδοτούμενος έχει έντονο συμφέρον να γνωρίζει το ταχύτερο δυνατό εάν ο εργοδότης έχοντας ως αφορμή συγκεκριμένο περιστατικό θα προχωρήσει ή όχι στο τερματισμό της απασχόλησης του. Δεν μπορεί να αξιωθεί απ’ αυτόν η παράταση της αβεβαιότητας ως προς τη συνέχιση της εργασιακής σχέσης για μεγάλο χρονικό διάστημα, κατά παράβαση του άρθρου 5(ε) και (στ) του Νόμου. Διαφορετικά ο εργοδότης για μεγάλο χρονικό διάστημα και ίσως για όλη τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης θα μπορεί να διατηρεί τους λόγους και να τους χρησιμοποιεί ανά πάσα στιγμή ως μέσο πίεσης του εργοδοτούμενου. Εάν ο εργοδότης δεν ενεργήσει εντός των λογικών χρονικών πλαισίων που θέτει ο Νόμος και η νομολογία, τότε θα θεωρείται ότι εγκατέλειψε το δικαίωμα του να απολύσει τον εργοδοτούμενο χωρίς προειδοποίηση και αποζημίωση. Τι αποτελεί «λογικό χρονικό διάστημα» εν τη εννοία του Νόμου, εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τον χρόνο που εύλογα απαιτείται για τα λογική διερεύνηση των συμβάντων προτού ο εργοδότης καταλήξει σε τελικά συμπεράσματα. (Ηλίας Πατσαλίδης ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (2012) 1 Α.Α.Δ. 194). Στην υπόθεση L’ Union National (Tourism & Sea Resorts) Ltd v. Ανδρέα Αγαθοκλέους (2000) 1 Α.Α.Δ. 2117 αποφασίστηκε ότι η πάροδος σχεδόν ενός μηνός από την επίδειξη εκ μέρους του Αιτητή της απρεπούς συμπεριφοράς (10.10.1997) μέχρι την απόλυση του (6.11.1997) είναι πέραν του λογικού χρόνου εντός του οποίου θα έπρεπε να ασκηθεί από τον εργοδότη το δικαίωμα απόλυσης. Στην Thanos Hotels Ltd v. Ανδρέα Ανδρέου (2000) 1 Α.Α.Δ. 1000, ο χρόνος που παρήλθε από το τελευταίο κατ’ ισχυρισμό παράπτωμα του εργοδοτούμενου (19.5.1998) κρίθηκε πως δεν μπορούσε να θεμελιώσει λόγο απόλυσης του στις 5.10.1998, εφόσον το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως λογικό χρονικό διάστημα για την άσκηση του δικαιώματος κατά τα προβλεπόμενα στην επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου (βλ επίσης Κυπριανού & Σια ν. Πετρίδη (2007) 1 Α.Α.Δ. 607).
Στις προκείμενη περίπτωση είναι φανερό ότι το επίδικο περιστατικό έλαβε χώρα στις 13.5.2019 και στις 16.5.2019 γνωστοποιήθηκε στην Πρόεδρο του Δ.Σ. από τον μάρτυρα. Στις 29.5.2019 η Πρόεδρος ενημέρωσε τα μέλη του Δ.Σ. για το περιστατικό και αποφασίστηκε η σύσταση Πειθαρχικής Επιτροπής. Η Αιτήτρια κλήθηκε ενώπιον της εν λόγω Επιτροπής όπου έδωσε τις δικές της εξηγήσεις στις 4.6.2019. Η Αιτήτρια έλαβε γνώση των υπό διερεύνηση εναντίον της πειθαρχικών παραπτωμάτων στις 13.6.2019 και κλήθηκε ενώπιον του Δ.Σ. στις 25.6.2019 όπου παρέθεσε γραπτώς τις θέσεις της. Ακολούθησε νέα συνεδρία του Δ.Σ. στις 9.7.2019. Εν τέλει χωρίς να προκύψουν οποιαδήποτε άλλα γεγονότα ή να εξακριβωθούν οποιαδήποτε νέα στοιχεία, σε συνεδρία του Δ.Σ. που έλαβε χώρα στις 7.8.2019 αποφασίστηκε η απόλυση της Αιτήτριας.
Με βάση τα πιο πάνω κρίνουμε ότι το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τις 13.5.2019 που ανέκυψε το περιστατικό μέχρι τις 9.7.2019 που έλαβε χώρα η τελευταία συνεδρία του Δ.Σ. για να δοθεί η ευκαιρία στην κα Πέγκα να παρουσιαστεί στην συνεδρία και από τις 9.7.2019 μέχρι τις 7.8.2019 που αποφασίστηκε η απόλυση της Αιτήτριας, ήταν πέραν του λογικού χρόνου εντός του οποίου θα μπορούσε να ασκηθεί το δικαίωμα απόλυσης κατά τα προβλεπόμενα στην επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου. Οι Καθ’ ων η αίτηση δεν ενέργησαν εντός των λογικών πλαισίων που απαιτεί ο Νόμος και δεν επικαλέστηκαν οποιεσδήποτε ιδιάζουσες συνθήκες ή περιστάσεις που θα δικαιολογούσαν την καθυστέρηση. Ο μάρτυρας των Καθ’ ων η αίτηση ενώ ισχυρίστηκε ότι ο χρόνος εξέτασης του ζητήματος ήταν εύλογος και απαραίτητος για το λόγο ότι η Αιτήτρια ανέφερε ότι δεν θα τοποθετείτο επί των θέσεων της χωρίς την παρουσία της Λειτουργού κας Πέγκα, ωστόσο οι Καθ’ ων η αίτηση αντίθετα με τα όσα λέχθηκαν στο πρακτικά συνεδρίας του Δ.Σ. ημερ. 9.7.2019, προχώρησαν στην απόλυση της Αιτήτριας ένα μήνα μετά, χωρίς να της δοθεί η ευκαιρία συζήτησης των θέσεων της παρουσία της κας Πέγκας και χωρίς να επιβεβαιωθεί η οποιαδήποτε ενέργεια που δικαιολογούσε την καθυστέρηση. Περαιτέρω, η προστασία της εμπιστοσύνης του άλλου μέρους, την οποία προκάλεσαν οι Καθ’ ων η αίτηση με τη συμπεριφορά τους, αποτελεί ακόμη ένα δικαιολογητικό λόγο που ενισχύει την εγκατάλειψη του εν λόγω δικαιώματος και τη μη θεμελίωση λόγου απόλυσης. Να σημειωθεί ότι όλο αυτό το διάστημα, η Αιτήτρια συνέχισε να απασχολείται στο Σταθμό και να εκτελεί κανονικά τα καθήκοντα της από τη θέση που κατείχε ως Διευθύντρια του Σταθμού, μέχρι την ημερομηνία της απόλυσης της που συνέπιπτε με το κλείσιμο του Σταθμού για τις καλοκαιρινές διακοπές, χωρίς να προκύψει το παραμικρό πρόβλημα. Υπό αυτές τις συνθήκες ήταν λογικό να πιστεύει η Αιτήτρια ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν θα προχωρούσαν στην απόλυση της.
Έχοντας καταλήξει όπως πιο πάνω, κρίνουμε ότι οι Καθ’ ων η αίτηση απέτυχαν να στοιχειοθετήσουν οποιεσδήποτε λογικές αιτίες, οι οποίες, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, θα οδηγούσαν ένα λογικό εργοδότη στην εύλογη κατάληξη ότι η Αιτήτρια υπήρξε ένοχος σοβαρού παραπτώματος, ή υπέπεσε σε σοβαρή παράβαση ή παραγνώριση κανόνων της εργασίας της και/ή του καθήκοντος της σε σχέση με την απασχόληση της και/ή επέδειξε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδο εμπιστοσύνης που πρέπει να καλλιεργείται στις σχέσεις εργοδότη και εργοδοτούμενου, έτσι ώστε να δικαιολογείται η απόλυση της.
Για όλα τα πιο πάνω ομόφωνα καταλήγουμε ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν ενήργησε ως ένας λογικός εργοδότης με αποτέλεσμα η απόλυση της Αιτήτριας να κρίνεται παράνομη και αδικαιολόγητη.
Η αξίωση της Αιτήτριας για επαναπρόσληψη
Με τη δεύτερη επιφύλαξη του άρθρου 3(1) του Νόμου, που εισήχθη με τον Τροποποιητικό Νόμο 61(Ι)/1994, παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα να διατάξει την επαναπρόσληψη του εργοδοτούμενου που έχει απολυθεί παράνομα από τον εργοδότη του. Σύμφωνα με την εν λόγω πρόνοια του Νόμου:
Νοείται περαιτέρω ότι, προκειμένου περί εργοδοτών οι οποίοι απασχολούν πέραν των δεκαεννέα εργοδοτουμένων, σε περίπτωση κατά την οποία κριθεί ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτουμένου ήταν έκδηλα παράνομος ή παράνομος και κακόπιστος, τότε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δύναται, αν κατά τη γνώμη του οι περιστάσεις το δικαιολογούν και ο εργοδοτούμενος το έχει ζητήσει ως θεραπεία, να διατάξει την επαναπρόσληψη του εργοδοτουμένου και ταυτόχρονα την καταβολή αποζημίωσης για τη ζημιά την οποία πράγματι ο εργοδοτούμενος υπέστη ως συνέπεια της απόλυσης του, νοουμένου ότι το ποσό αυτό δε θα υπερβαίνει τα ημερομίσθια δώδεκα μηνών.
Από το γράμμα της πιο πάνω διατάξεως προκύπτει ότι το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επαναπρόσληψη του απολυθέντος εργοδοτούμενου εάν συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Ο εργοδότης απασχολούσε πέραν των 19 εργοδοτουμένων, (β) ο εργοδοτούμενος το έχει ζητήσει ως θεραπεία, (γ) ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτούμενου ήταν έκδηλα παράνομος και κακόπιστος, (δ) το Δικαστήριο έχει διαμορφώσει τη άποψη ότι οι περιστάσεις το δικαιολογούν.
Το θέμα της επαναπρόσληψης αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Διευθυντή Φυλακών, μέσω Γενικού Εισαγγελέα ν. Κώστα Ψαρά, Έφεση αρ. 197/2011, ημερ. 13.2.2018, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
«… Επαφίεται δε στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται σε εξαιρετικές και μόνο περιπτώσεις. Βασικός παράγων που λαμβάνεται υπόψη για την άσκησή της, πέραν των τυπικών προϋποθέσεων που αναφέρονται στη σχετική πρόνοια του Νόμου, είναι η ύπαρξη εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο πλευρών. Ο εν λόγω παράγων πρέπει να διατρέχει συνεχώς και αδιαλείπτως την εργασιακή σχέση, ώστε αυτή να διατηρείται ενεργή και λειτουργική. Επιβεβαίωση προς τούτο προσφέρει, για ευνόητους λόγους, η τυπική προϋπόθεση στην εν λόγω πρόνοια ότι, για να εκδοθεί τέτοια διαταγή, πρέπει να εργοδοτούνται τουλάχιστον δεκαεννέα πρόσωπα, στην υπηρεσία του εργοδότη. Βέβαια, η εμπιστοσύνη, αν αυτή έχει τρωθεί, δεν εξασφαλίζεται ούτε αποκαθίσταται, από το γεγονός και μόνο ότι ικανοποιείται η προαναφερθείσα προϋπόθεση, (βλ. Πατσαλίδης ν. Κυπριακών Αερογραμμών, ανωτέρω).
Στην προκειμένη περίπτωση, η διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι ο εφεσίβλητος υπηρετούσε σε ένα νευραλγικό τομέα, ο οποίος έχει να κάμει με την ασφάλεια, την πειθαρχία και τη συνεργασία εντός των φυλακών, καθώς, επίσης, η επιμονή της εφεσείουσας για αποπομπή του, αποτελούν σαφείς ενδείξεις της έλλειψης εμπιστοσύνης προς το πρόσωπό του και, ειδικά, ότι αυτός θα έφερνε σε πέρας τα καθήκοντά του ως δεσμοφύλακας στις Κεντρικές Φυλακές. Στη βάση των παρατηρήσεων αυτών, σαφώς, δικαιολογείτο η μη άσκηση της προαναφερθείσας εξουσίας υπέρ της απόδοσης στον εφεσίβλητο της θεραπείας αποκατάστασής του στην υπηρεσία της εφεσείουσας, στη θέση που αυτός κατείχε πριν από την απόλυσή του. Επομένως, ο λόγος αυτός αντέφεσης δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται.»
Στην Αγγλία, σύμφωνα με τις ρητές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και τη σχετική επί του θέματος νομολογία, τα Εργατικά Δικαστήρια, εξετάζοντας κατά πόσον θα διατάξουν την επαναπρόσληψη ενός εργοδοτούμενου ο οποίος απολύθηκε αδικαιολόγητα και παράνομα, οφείλουν να λάβουν υπόψη τους πρώτον κατά πόσον είναι πρακτικά εφικτό για τον εργοδότη (whether it is practicable for the employer) να επανεργοδοτήσει τον εργοδοτούμενο και δεύτερον κατά πόσον ο εργοδοτούμενος με τη συμπεριφορά του προκάλεσε τουλάχιστο εν μέρει την απόλυση του (whether the employee caused or contributed to some extent to his or her dismissal). [Βλ. Halsbury’s Laws of England, 4η Έκδοση, Reissue, Τόμος 16(B), παρ. 684]. Στην υπόθεση Coleman v. Magnet Joinery Ltd [1974] IRLR 343, το Εφετείο απορρίπτοντας τη θέση του εργοδοτούμενου ότι το κατά πόσο είναι πρακτικά εφικτό για τον εργοδότη να τον επανεργοδοτήσει εξαρτάται μόνο από το εάν η θέση είναι διαθέσιμη, επισήμανε ότι «πρακτικό σημαίνει να είναι όχι μόνο δυνατό αλλά και ικανό να υλοποιηθεί με επιτυχία».
Παρά την κάπως διαφορετική νομοθετική διατύπωση της επαναπρόσληψης στο Αγγλικό και στο Κυπριακό δίκαιο, οι βασικές αρχές φαίνεται να είναι περίπου οι ίδιες, με αποτέλεσμα η επαναπρόσληψη να διατάσσεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις και νοουμένου ότι δεν υπήρχε θέμα κλονισμού της εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου, ανεξάρτητα από την προέλευση των προβλημάτων που είχαν δημιουργηθεί και που οδήγησαν στον τερματισμό της απασχόλησης. Τα Δικαστήρια θα πρέπει να έχουν κατά νου το βασικό στοιχείο ότι η επαναπρόσληψη αποτελεί θεραπεία στο χώρο του αστικού δικαίου, της οποίας σκοπός δεν είναι η τιμωρία του εργοδότη αλλά ούτε η ηθική ικανοποίηση του εργοδοτούμενου. Βασικός σκοπός των θεραπειών στο χώρο αυτό, όπως και αλλού στο αστικό δίκαιο, είναι η αποζημίωση του εργοδοτούμενου του οποίου τα δικαιώματα παραβιάστηκαν. Συνήθως, η χρηματική αποζημίωση συνιστά ικανοποιητική νομική αποκατάσταση, αλλά κάποτε, σε σπάνιες περιπτώσεις, επιδίκαση χρηματικών αποζημιώσεων δεν είναι αρκετή και τότε το Δικαστήριο έχει το δικαίωμα να διατάξει επαναπρόσληψη (Βλ. Π. Πολυβίου, Η Σύμβαση Εργασίας στο Κυπριακό Δίκαιο, τ.Β, σελ.693-694).
Εξετάζοντας την αξίωση αυτή της Αιτήτριας υπό το πρίσμα των πιο πάνω αρχών διαπιστώνουμε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της απόλυσης, με βάση την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία της Αιτήτριας, οι Καθ’ ων η αίτηση απασχολούσαν στην επιχείρηση τους 29 εργοδοτούμενους. Πέραν τούτου όμως, ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκαν οποιαδήποτε στοιχεία αναφορικά με την κατάσταση και τις ανάγκες των Καθ’ ων η αίτηση σε προσωπικό, σε σημείο που θα καθιστούσε πρακτικά εφικτή και επιτυχή την επανένταξη της Αιτήτριας στην υπηρεσία τους. Με αυτά τα δεδομένα σαφώς και δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος επαναπρόσληψης. Αντίθετα υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης κρίνουμε ικανοποιητική την επιδίκαση χρηματικών αποζημιώσεων.
Αυτοτελείς αξιώσεις
Η Αιτήτρια αξιώνει επίσης πληρωμή 5 ημερών ετήσιας άδειας για το 2019 την οποία δεν έλαβε. Αξιώνει επίσης πληρωμή 170 ημερών ετήσιας άδειας για προηγούμενα χρόνια που ουδέποτε της πληρώθηκαν.
Η Αιτήτρια στην Αίτηση της διατύπωσε την αξίωση της για πληρωμή ετήσιας αδείας για το 2019 χωρίς να προσδιορίσει στους γενικούς λόγους της Αίτησης τα γεγονότα που δικαιολογούν την εν λόγω θεραπεία. Για τις 170 μέρες αδείας για προηγούμενα χρόνια δεν προέβη σε καμία αναφορά.
«Στην Αριστοδήμου ν. Χαραλάμπους, ανωτέρω, τονίστηκε ότι η διατύπωση και μόνο της θεραπείας δεν επιτρέπει την εξέταση του θέματος το οποίο εγείρει. Ο προσδιορισμός στο κύριο σώμα της απαίτησης των γεγονότων που δικαιολογούν μια ή περισσότερες θεραπείες αποτελεί προϋπόθεση για την εξέτασή τους. Η αρχή ότι η όποια αξίωση για θεραπεία προϋποθέτει πραγματικό υπόβαθρο στο σώμα της έκθεσης απαίτησης επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Βασιλειάδης κ.α. ν. Πετρολίνα Λτδ (1994) 1 Α.Α.Δ. 16, 20.»
Εν όψει των πιο πάνω και ελλείψει πραγματικού υπόβαθρου στους γενικούς λόγους της Αίτησης η εν λόγω αξίωση της Αιτήτριας απορρίπτεται.
Υπολογισμός Αποζημιώσεων
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου.
Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι:
(α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου
(β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου
(γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου
(δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου
(ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου
Σημειώνουμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Όπως αναφέρθηκε στην Θ. Θεμιστοκλέους ν. Elysee Irrigation Ltd, Πολ. Έφεση 131/2012, ημερ. 22.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:A312:
«Η αποζημίωση του εργοδοτουμένου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, το οποίο πρέπει κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας να λάβει υπόψη τους παράγοντες που απαριθμούνται στο εν λόγω άρθρο, μεταξύ των οποίων και η απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας, στην τερματισθείσα εργασία.
Επίσης στην υπόθεση Louis Tourist Agency Λτδ v. Αντιγόνης Ηλία (1992) 1(Β) Α.Α.Δ. 98 σελ.104-105 σημειώθηκαν τ’ ακόλουθα:
«Το κριτήριο της αποζημίωσης βάσει του άρθρου 4 του Ν.24/67 δεν συναρτάται με το συμβατικό που καθορίζεται από το ΚΕΦ.149, και γενικά τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων, δηλαδή ζημιά η οποία έπεται κατά λογική πρόβλεψη της διάρρηξης της συμφωνίας. Το θέμα των αποζημιώσεων επαφίεται στην απόλυτη κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με μόνο περιορισμό εκείνο που τίθεται από το άρθρο 3 του Πίνακα, η αποζημίωση να μην υπερβαίνει τα ημερομίσθια των δύο ετών (Ν.92/79). Η υλική ζημιά την οποία υφίσταται από τον τερματισμό ο εργοδοτούμενος είναι αναμφίβολα παράγοντας σχετικός, αλλά όχι ο μόνος ο οποίος λαμβάνεται υπόψη.
Η διαγωγή των μερών είναι άλλος σχετικός παράγοντας, όπως συνάγεται από την παράγραφο 4(δ) του Πίνακα. Η απαρίθμηση των παραγόντων, που είναι σχετικοί με την αποζημίωση, θα ήταν αντινομική προς τον απόλυτο χαρακτήρα της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.»
Στη σχετικά πρόσφατη απόφαση Δ.Σ. ν. Argosy Trading Company Limited, Πολ. Έφεση αρ. 310/2012, ημερ. 13.2.2019, ECLI:CY:AD:2019:A39, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την επιδίκαση αποζημιώσεων ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου:
«Το Δικαστήριο, εξετάζοντας τις συνθήκες τερματισμού της απασχόλησης της εφεσείουσας, με αναφορά, κυρίως, στο περιεχόμενο των δύο πιο πάνω επιστολών, διαπίστωσε, κατ' αρχάς, το άμεσο της εφαρμογής του, χωρίς να προηγηθεί οποιαδήποτε παρατήρηση ως προς το κατά πόσο η ίδια είχε επιδείξει μεμπτή διαγωγή κατά την εκτέλεση της εργασίας της ως ταμίας. Επιπρόσθετα, επεσήμανε το γενικό και αόριστο τρόπο της αποδιδόμενης σε αυτήν επιλήψιμης συμπεριφοράς, που, κατά τους εφεσίβλητους, αποτέλεσε την αιτία για την απόλυσή της. Λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω παρατηρήσεων, οδηγήθηκε στο εύρημα ότι οι εφεσίβλητοι αποστέρησαν από την εφεσείουσα το δικαίωμα της προτέρας ακρόασης, δυνάμει του άρθρου 7 του περί της Συμβάσεως περί του Τερματισμού της Απασχολήσεως (Κυρωτικός) Νόμου του 1985, (Ν. 45/1985). Ωστόσο, το Δικαστήριο διαπίστωσε, επίσης, ότι η εφεσείουσα δεν απέδειξε «απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας» και ότι δεν κατέβαλε εύλογες προσπάθειες εξεύρεσης άλλης κατάλληλης εργασίας. Στη βάση δε των ευρημάτων του, ανωτέρω, καθόρισε την καταβλητέα αποζημίωση στο ποσό των €2.750,00.
Δε φαίνεται, όμως, να απασχόλησε το Δικαστήριο το περιεχόμενο των ισχυρισμών των εφεσιβλήτων στις προαναφερθείσες δύο επιστολές τους και, ειδικά, η σημασία που μπορεί να είχαν οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί, τους οποίους οι εφεσίβλητοι, αστήριχτα, πρόβαλαν σε βάρος της εφεσείουσας, ως λόγο απόλυσής της. Με αυτούς, της αποδιδόταν αμέλεια και άρνηση εκτέλεσης καθήκοντος, καθώς, επίσης, μη τήρηση προβλεπομένων διαδικασιών στο πλαίσιο της εργασίας της ως ταμίας. Πρόκειται για σοβαρούς ισχυρισμούς, οι οποίοι μετέδιδαν το σαφές μήνυμα ότι αυτή μειονεκτούσε ως προς την ικανότητά της να λειτουργεί με επιμέλεια και να εφαρμόζει σωστά το σύστημα εργασίας των εργοδοτών της. Την στιγμάτισαν, έτσι, ως ανίκανη στην εκτέλεση της εργασίας της, με, αναμφίβολα, αρνητική επίδραση στην εργασιακή της φήμη και στη μελλοντική εργοδότησή της, ειδικά, ως ταμίας.
Η παράλειψη του Δικαστηρίου να λάβει υπόψη του τις πιο πάνω πραγματικές περιστάσεις επί των οποίων στηρίχτηκε ευθέως ο λόγος απόλυσης της εφεσείουσας και τις πιθανές αρνητικές επιπτώσεις από αυτές σε βάρος της αποτελεί σοβαρό σφάλμα, εκ μέρους του. Ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος έφεσης επιτυγχάνει. Υπό το φως της πιο πάνω κατάληξης, δικαιολογείται η επέμβαση του Δικαστηρίου τούτου, προς αύξηση της επιδικασθείσας αποζημίωσης. Κρίνεται δε ως δίκαιη αποζημίωση το ποσό των €4.125,00, στο οποίο και αυξάνεται η επιδικασθείσα, πρωτόδικα, αποζημίωση.»
Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η Αιτήτρια εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ’ ων η αίτηση για 27 συναπτά έτη, με μισθό που υπολογίζεται στα €773 εβδομαδιαίως. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έθεσε η Αιτήτρια και τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί, κατά τον επίδικο χρόνο ήταν 60 ετών, ο σύζυγος της ήταν συνταξιούχος και ο γιός της φοιτητής στον Καναδά. Επίσης, παρά τις προσπάθειες που κατέβαλε για νέα εργοδότηση δεν κατέστη δυνατό.
Για όλα τα πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη: (α) τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση της Αιτήτριας, (β) τη διάρκεια της απασχόλησης της, (γ) τα ημερομίσθια της, (δ) την ηλικία της κατά τον επίδικο χρόνο της απόλυσης, (ε) την απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας, με τα όσα έχουμε ήδη παραθέσει, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις εύλογο να του επιδικάσουμε υπό μορφή αποζημίωσης το ποσό των €80.392 που αντιστοιχεί με απολαβές 104 βδομάδων (104 Χ €773).
Περαιτέρω, με βάση το άρθρο 9(ζ) του Νόμου η Αιτήτρια δικαιούται σε πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί σε απολαβές 8 (οκτώ) βδομάδων, ήτοι ποσό €6.184,.
Συνακόλουθα της πιο πάνω κατάληξης μας:
(1) Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση για το ποσό των €80.392 πλέον νόμιμο τόκο από 20.12.2019 μέχρι τελικής εξόφλησης. Σύμφωνα με το άρθρο 3(2) του Νόμου ποσό €40.196 που αντιστοιχεί με ημερομίσθια ενός έτους πλέον νόμιμο τόκο θα καταβληθεί στην Αιτήτρια από τους Καθ’ ων η αίτηση, το δε υπόλοιπο ποσό των €40.196 που επίσης αντιστοιχεί με ημερομίσθια 52 βδομάδων πλέον νόμιμο τόκο θα καταβληθεί από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού.
(2) Εκδίδεται περαιτέρω απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση για το ποσό των €6.184 που αφορά πληρωμή αντί προειδοποίησης, με νόμιμο τόκο από 20.12.2019 μέχρι τελικής εξόφλησης.
Τέλος επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση έξοδα ανερχόμενα στο ποσό των €3.500 με νόμιμο τόκο από 20.12.2019 μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον ΦΠΑ επί των εξόδων.
(υπ)………….………………………….……………
Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος
Ι. Νεοφύτου, Μέλος
Α. Παναγής, Μέλος
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο