Παναγιώτης Ιωάννου ν. Α. S. AIR CONTROL LIMITED, Αρ. Αίτησης: 239/21, 12/5/2026
print
Τίτλος:
Παναγιώτης Ιωάννου ν. Α. S. AIR CONTROL LIMITED, Αρ. Αίτησης: 239/21, 12/5/2026

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΥΚΩΣΙΑ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστή.

                   Ν. Παρισινού        )

                   Κ. Χρίστου            )  Μελών

                                                                                                      Αρ. Αίτησης: 239/21

Μεταξύ:

                                                              Παναγιώτης Ιωάννου

                                                                                                    Αιτητή

                                                         και

  Α. S.  AIR  CONTROL  LIMITED

                                                                                     Καθ’ ης η αίτηση

Ημερομηνία: 12 Οκτωβρίου, 2026

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για τον Αιτητή: κ. Χατζηδημητρίου Λ.

Για τους Καθ’ ών η αίτηση: κα. Πελεκάνου Ε.

 

      Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Με την αίτησή του ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η Καθ’ ης η αίτηση του έδωσε επιστολή απόλυσης την 26/10/20, ότι δεν του δόθηκε προηγουμένως το δικαίωμα να ακουστεί, ότι όσα του καταλογίζονται στην εν λόγω επιστολή είναι ψευδή, ότι για όλο το διάστημα που εργαζόταν ήταν υπόδειγμα πρέπουσας και επαγγελματικής συμπεριφοράς, ότι δεν του έγιναν οποιεσδήποτε συστάσεις και ζητά αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό, νόμιμο τόκο, έξοδα και Φ.Π.Α. 

 

            Η Καθ’ ης η αίτηση (στο εξής «η Εργοδότρια Εταιρεία»), με τους γενικούς λόγους εμφάνισής της, ισχυρίζεται ότι όταν ο Αιτητής την 22/10/20 άκουσε ότι απαγορεύτηκε η παραλαβή καφέδων αντέδρασε έντονα, ότι επέδειξε απαράδεκτη και ανάρμοστη συμπεριφορά προς τον Διευθυντή του έργου, ότι την ίδια ημέρα στα γραφεία συζήτησαν με τον Αιτητή για το περιστατικό, ότι του ζητήθηκε να μείνει σπίτι  την επόμενη ημέρα 23/10/20 που ήταν Παρασκευή, ότι την 26/10/20 του δόθηκε η ευκαιρία να απολογηθεί, ότι δεν το έκαμε και επανέλαβε ότι το ίδιο θα έκανε και ότι αποφασίστηκε ομόφωνα η απόλυσή του λόγω των συχνών προστριβών που προκαλούσε κατά τη διάρκεια της εργασίας του.  Περαιτέρω, η Καθ’ ης η αίτηση αναφέρει στο δικόγραφό της ότι ο Αιτητής επέδειξε απρεπή διαγωγή κατά το χρόνο εκτέλεσης των καθηκόντων του, ότι οι πράξεις του καθιστούσαν σαφές ότι η σχέση εργασίας δεν μπορούσε να συνεχιστεί και ζητούν την απόρριψη της αίτησης με έξοδα.

 

            Σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967, Ν.24/67, (στο εξής «ο Νόμος»): «Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι΄ οινοδήποτε λόγον άλλον ή των εν των άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ΄ αυτού επί είκοσι εξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζομένην συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα:     ……….».  Σύμφωνα με το άρθρο 6(1) του Νόμου: «… ο υπό του εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρι αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση του εργοδοτουμένου και δεν παρέχουν στον εργαζόμενο δικαίωμα αποζημίωσης.  Συνεπώς, στην παρούσα περίπτωση, η Εργοδότρια Εταιρεία είναι αυτή που φέρει το βάρος να ανατρέψει το καθιερωμένο από τον Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξει ότι δικαιολογημένα τερμάτισε την απασχόληση του Αιτητή.  Ειδικά, η Εργοδότρια Εταιρεία θα πρέπει να αποδείξει ότι με βάση τους λόγους που προβάλλει στο δικόγραφό της, ο άμεσος τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή ήταν νόμιμος και δικαιολογημένος, με συνέπεια να μην παρέχεται σε αυτόν δικαίωμα σε αποζημίωση.

 

Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, ακούσαμε μαρτυρία και από τις δύο πλευρές.  Η Εργοδότρια Εταιρεία προσκόμισε τη μαρτυρία του κ.Χαραλάμπους, του κ.Πολυκάρπου, του κ.Μιχαήλ, του κ.Κωνσταντινίδη, του κ.Φιλίππου καθώς και τη μαρτυρία του κ.Λουκά.  Ο Αιτητής, για να υποστηρίξει το αίτημά του, προσέφερε τη δική του μαρτυρία.  Εκτός από την προφορική μαρτυρία, ενώπιόν μας υπάρχει η πραγματική μαρτυρία που είναι τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια, στα οποία θα αναφερθούμε, όπου κρίνουμε σκόπιμο, κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας.

 

Από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών, τα παραδεκτά γεγονότα και το ενώπιόν μας υλικό, προκύπτουν ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα:

 

1.    Η Εργοδότρια Εταιρεία ασχολείται με εργασίες μηχανολογικών εγκαταστάσεων.

 

2.    Η υπηρεσία του Αιτητή στην Εργοδότρια Εταιρεία ξεκίνησε την 5/11/07.  Ο Αιτητής κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν «τεχνικός ψυκτικών θαλάμων».

 

3.    Η Καθ’ ης η αίτηση την 26/10/20 απέλυσε τον Αιτητή με σχετική επιστολή, Τεκμήριο 1, το περιεχόμενο της οποίας κρίνουμε σκόπιμο όπως παραθέσουμε αυτούσιο:

 

«Αναφορικά με το πιο πάνω θέμα και με την παρούσα επιστολή, θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε ότι η εταιρεία μετά από σοβαρό προβληματισμό αποφάσισε να προχωρήσει σε άμεσο τερματισμό της απασχόλησης σας.

Η απόφαση αυτή πάρθηκε μετά το πρόσφατο συμβάν που έλαβε χώρο τη Πέμπτη 22/10/20 στο εργοτάξιο της ΑΗΚ Λάρνακας που εργαζόσουν, όπου εντελώς αδικαιολόγητα επέδειξες σοβαρή, απρεπή και μη επαγγελματική συμπεριφορά προς τον Διευθυντή της Εργοληπτικής εταιρείας CYFIELD LTD με την οποία διατηρούμε συμβόλαιο υπεργολαβίας μηχανολογικών εργασιών για το εν λόγω έργο.

Μετά το συμβάν, ο διευθυντής της εταιρείας CYFIELD απαίτησε την απομάκρυνση σου τόσο από το συγκεκριμένο έργο αλλά και από οποιοδήποτε άλλο έργο είμαστε συμβεβλημένοι με την εταιρεία CYFIELD.

H εταιρεία μας δεν έχει άλλη επιλογή και για το λόγο αυτό προχωρούμε σε άμεσο τερματισμό της απασχόλησης σας.

Μέχρι το τέλος του μήνα θα ειδοποιηθείτε να περάσετε να παραλάβετε τόσο τη τελευταία μισθοδοσία που δικαιούστε όσο και την αναλογία του 13ου μισθού για το 2020.

Λυπούμε που τερματίζεται η συνεργασία μας με αυτό το τρόπο και εύχομαι καλή τύχη».

 

4.    Κατά το χρόνο τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή οι εβδομαδιαίες απολαβές του ανέρχονταν σε €424,09 μηνιαίως.

 

Ο πρώτος μάρτυρας της Καθ’ ης η αίτηση ήταν ο κ.Χαραλάμπους, ο οποίος εργάζεται στην Εργοδότρια Εταιρεία από το 2008 ως μηχανολόγος – μηχανικός και κατά τον επίδικο χρόνο ήταν μηχανικός της Καθ’ ης η αίτηση στο έργο της ΑΗΚ στη Λάρνακα.  Ο κ.Χαραλάμπους ισχυρίστηκε ότι ο υπεύθυνος μηχανικός του εργολάβου ήταν ο κ.Κωνσταντινίδης, ότι το συγκεκριμένο έργο ήταν «προς το τέλος του», ότι στο έργο εργάζονταν 5 – 6 υπεργολάβοι και 40 – 50 εργάτες, ότι 2 – 3 ημέρες προηγουμένως τους έδωσε οδηγίες ο κ.Κωνσταντινίδης για να μην μεταφέρονται ροφήματα, τρόφιμα και τσιγάρα εντός του κτιρίου εφόσον είχε αρχίσει ο καθαρισμός του, ότι αυτό το γνωρίζουν όλοι στη οικοδομική βιομηχανία και ισχύει σε όλα τα έργα και ότι μετέφερε τις συγκεκριμένες οδηγίες στους υπαλλήλους της Καθ’ ης η αίτηση μεταξύ των οποίων ήταν και ο Αιτητής.  Ήταν περαιτέρω η θέση του κ.Χαραλάμπους ότι την 22/10/20 ο Αιτητής συμπεριφέρθηκε απρεπώς προς τον κ.Κωνσταντινίδη αρνούμενος να ακολουθήσει τις οδηγίες για τα τρόφιμα κτλ, ότι «εκστόμισε διάφορες βρισιές και προέβη σε απρεπείς χειρονομίες» και ότι οι πράξεις του αυτές δημιούργησαν «μεγάλο ρήγμα στις σχέσεις του» με τον κ.Κωνσταντινίδη ο οποίος ζήτησε την απομάκρυνσή του από το συγκεκριμένο έργο αλλά και από όλα τα έργα που συνεργάζονταν με τον «Όμιλο Εταιρειών Cyfield».  Περιπλέον, ο κ.Χαραλάμπους ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν βρισκόταν στο εργοτάξιο, ότι ενημερώθηκε για το εν λόγω περιστατικό αμέσως από τον κ.Κωνσταντινίδη ο οποίος του τηλεφώνησε, ότι του ανέφερε ότι ο Αιτητής αρνήθηκε να ακολουθήσει τις οδηγίες για τα ροφήματα, ότι επέμενε να τα μεταφέρει εντός του κτιρίου, ότι ήταν πολύ εκνευρισμένος, ότι ο κ.Κωνσταντινίδης του είπε να πάει σπίτι του να ηρεμίσει και να επιστρέψει την επόμενη ημέρα, ότι ο Αιτητής φώναζε και έλεγε ποιος θα κάμει την δουλειά και ότι ο κ.Κωνσταντινίδης του απάντησε «στα … ποιος θα τα κάμει», ότι ο Αιτητής του απάντησε «έλα πιάσε τα … μου που είναι πιο μεγάλα και βαρούν» κάνοντας απρεπείς χειρονομίες και ότι ο κ.Κωνσταντινίδης του είπε να φύγει και να μην ξαναπάει σε δουλειά του «Ομίλου Εταιρειών Cyfield».  Τέλος, ο κ.Χαραλάμπους κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι ο κ.Κωνσταντινίδης του ζήτησε να ενημερώσει τον κ.Λουκά για το περιστατικό και για το ότι δεν ήθελαν τον Αιτητή σε άλλο έργο τους, ότι το έκανε και ότι ο Αιτητής του παραδέχθηκε ότι έλαβε χώρα το συγκεκριμένο περιστατικό αλλά επέμενε ότι είχε δίκαιο εφόσον θα μετέφερε τον καφέ στην ταράτσα και όχι μέσα στο κτίριο. 

 

 Αντεξεταζόμενος ο κ.Χαραλάμπους ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής δεν δημιουργούσε προβλήματα στη δουλειά και δεν τσακωνόταν με άλλους, ότι πρώτος εξύβρισε ο κ.Κωνσταντινίδης, ότι δεν του ανέφερε κανένας για ύπαρξη χειροδικίας, ότι όλοι οι υπάλληλοι στο εν λόγω έργο ήταν υπό την επίβλεψή του, ότι για το συγκεκριμένο έργο ήταν ο προϊστάμενος του Αιτητή και ότι δεν κλήθηκε να πάει σε συνάντηση με τον διευθυντή της Εργοδότριας Εταιρείας και τον Αιτητή.  Ο κ.Χαραλάμπους αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε επίσης ότι την απόφαση για απόλυση του Αιτητή έλαβε ο κ.Λουκά, ότι ο ίδιος δεν συμφωνούσε «για τον άμεσο τερματισμό» του Αιτητή, ότι το πρωί του Σαββάτου 24/10/20 του έστειλε μήνυμα για να αφήσει το αυτοκίνητο στην εταιρεία, ότι στο εργοτάξιο δεν υπήρχε προκαθορισμένος χώρος εστίασης, ότι εκεί δεν λειτουργούσε ανελκυστήρας, ότι υπήρχαν προκαθορισμένα ωράρια για διάλειμμα ήτοι ένα στις 9:00 - 9:10 και άλλο στις 12:00 - 12:30, ότι δεν απαγορευόταν το φαγητό ή το ποτό ενδιάμεσα, ότι δεν ήταν σίγουρος αν άκουσε ο Αιτητής τις οδηγίες που τους ανέφερε για απαγόρευση των ποτών, ότι έχουν ταυτόχρονα περί τα 20 – 30 έργα και ότι δεν είναι όλα του «Ομίλου Εταιρειών Cyfield». 

 

Ο δεύτερος μάρτυρας της Καθ’ ης η αίτηση ήταν ο κ.Πολυκάρπου ο οποίος εργάζεται στην Καθ’ ης η αίτηση από το 1999 ως επιστάτης και κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν ως επιστάτης στο ίδιο έργο που εργαζόταν ο Αιτητής.   Ο κ.Πολυκάρπου ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι 2 – 3 ημέρες πριν το επίδικο περιστατικό τους ενημέρωσε ο κ.Χαραλάμπους για τις οδηγίες του υπεύθυνου μηχανικού να μην μεταφέρονται ροφήματα και τρόφιμα εντός του κτιρίου καθώς και ότι όσοι εργάζονται σε εργοτάξια γνωρίζουν ότι απαγορεύεται η μεταφορά ροφημάτων κτλ εντός έργου που κοντεύει να τελειώσει.  Ο κ.Πολυκάρπου ισχυρίστηκε επίσης ότι την 22/10/20 αντιλήφθηκε ότι ο Αιτητής κατέβηκε κάτω τρέχοντας, ότι τον ακολούθησε, ότι συνάντησε τον κ.Κωνσταντινίδη, ότι φωνάζοντας του ζήτησε εξηγήσεις γιατί δεν επέτρεπε να πάρει τους καφέδες στην οροφή που δούλευε, ότι ο κ.Κωνσταντινίδης του είπε ότι αφού ήταν νευριασμένος να πάει σπίτι του να ηρεμίσει και να επιστρέψει την επόμενη ημέρα, ότι ο Αιτητής τον ρώτησε ποιος θα κάμει τη δουλειά αν φύγει, ότι ο κ.Κωνσταντινίδης του απάντησε «στα … ποιος θα τα κάμει», ότι ο Αιτητής του απάντησε «έλα πιάσε τα … μου που είναι πιο μεγάλα και βαρούν», ότι προέβη σε άσεμνες χειρονομίες και ότι ο κ.Κωνσταντινίδης του είπε να φύγει και να μην ξαναπάει σε δουλειά του «Ομίλου Εταιρειών Cyfield». 

 

Αντεξεταζόμενος ο κ.Πολυκάρπου ισχυρίστηκε ότι αυτός έμαθε δουλειά στον Αιτητή, ότι ο Αιτητής όλα τα χρόνια που εργαζόταν στην υπηρεσία της Καθ’ ης η αίτηση δεν είχε προβλήματα, ότι ήταν «καλό παιδί» με όλους τους συναδέλφους και με όλους τους προϊσταμένους, ότι υπήρχε ένταση στη συζήτηση με τον κ.Κωνσταντινίδη και από τους δύο, ότι μετά τον «πλησίασε  … στα μούτρα» ο κ.Κωνσταντινίδης και του είπε να φύγει και ότι ο Αιτητής έφυγε ήρεμα.   

 

  Ο τρίτος μάρτυρας για την Καθ’ ης η αίτηση ήταν ο κ.Μιχαήλ, ο οποίος εργάζεται στον «Όμιλο Εταιρειών Cyfield» από το 2013 και κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ο μηχανικός του έργου που εργαζόταν ο Αιτητής.  Όπως ανέφερε η κ.Μιχαήλ κατά την κυρίως εξέτασή του, το πρωί της 22/10/20 αντιλήφθηκε τον Αιτητή να πλησιάζει θυμωμένος τον κ.Κωνσταντινίδη και να του ζητά το λόγο για την απαγόρευση μεταφοράς καφέ εντός του εργοταξίου.  Ο κ.Μιχαήλ ισχυρίστηκε στη συνέχεια ότι ο κ.Κωνσταντινίδης εξήγησε στον Αιτητή ότι έδωσε σχετικές οδηγίες τις προηγούμενες ημέρες, ότι ο Αιτητής φώναζε, ότι ο κ.Κωνσταντινίδης του είπε να πάει σπίτι να ηρεμίσει και επανέλαβε την ίδια στιχομυθία του κ.Κωνσταντινίδη και του Αιτητή που ανέφεραν οι προηγούμενοι μάρτυρες.  Τέλος, ο κ.Μιχαήλ ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι ο κ.Κωνσταντινίδης δεν προκάλεσε τον Αιτητή. 

 

Αντεξεταζόμενος ο κ.Μιχαήλ ισχυρίστηκε ότι από την προηγούμενη εβδομάδα είχε αναφερθεί η απαγόρευση για μεταφορά ποτών κτλ., ότι ο κ.Κωνσταντινίδης πήγε εκεί την ώρα που έφτασαν οι καφέδες, ότι ο κ.Κωνσταντινίδης άρχισε να φωνάζει γιατί να πήγαιναν πάνω οι καφέδες, ότι πήγε ο Αιτητής να του ζητήσει το λόγο για την απαγόρευση και ότι ο κ.Κωνσταντινίδης του εξήγησε «σε κάποιο λλίο πιο έντονο ύφος ίσως» ότι είναι πάγια θέση της εταιρείας στο τέλος του έργου να απαγορεύεται να μεταφέρονται μέσα φαγητά κτλ.

 

Τέταρτος μάρτυρας για την Καθ’ ης η αίτηση ήταν ο κ.Κωνσταντινίδης, ο οποίος εργάζεται στον «Όμιλο Εταιρειών Cyfield» από το 1999 και ήταν ο διευθυντής και υπεύθυνος μηχανικός του κυρίως εργολάβου στο έργο.  O κ.Κωνσταντινίδης ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι την 22/10/20 μετέβηκε στο έργο για να δει την πρόοδο των εργασιών, ότι είδε ένα εργαζόμενο να είναι έτοιμος να μεταφέρει καφέδες και τρόφιμα εντός του εργοταξίου, ότι τον πλησίασε και του είπε ότι απαγορεύεται, ότι μετά από 3 – 4 λεπτά τον πλησίασε ο Αιτητής θυμωμένος και του ζήτησε εξηγήσεις για την εν λόγω απαγόρευση, ότι του εξήγησε ότι δόθηκαν τις προηγούμενες ημέρες σχετικές οδηγίες στον κ.Χαραλάμπους, ότι ο Αιτητής άρχισε να του φωνάζει, ότι φαινόταν πολύ εκνευρισμένος και ότι του είπε να πάει σπίτι του για να ηρεμήσει και να επιστρέψει την επόμενη ημέρα.  Ήταν η θέση του κ.Κωνσταντινίδη ότι αυτός άρχισε να απομακρύνεται, ότι ο Αιτητής τον ρώτησε εκνευρισμένος ποιος θα κάμει τη δουλειά εάν έφευγαν, ότι του απάντησε «στα … μου ποιος θα την κάμει», ότι ο Αιτητής του απάντησε «έλα πιάσε τα … μου που είναι πιο μεγάλα και βαρούν», ότι κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος του και ότι του είπε να φύγει και να μην ξαναπάει.  Ο κ.Κωνσταντινίδης ισχυρίστηκε ότι δεν προκάλεσε με οποιονδήποτε τρόπο τον Αιτητή, ότι ο Αιτητής συμπεριφέρθηκε απρεπώς, ότι αρνήθηκε να υπακούσει οδηγίες, ότι στα συμβόλαια του κατασκευαστικού τομέα υπάρχει όρος που δίνει τη δυνατότητα στον υπεύθυνο μηχανικό του έργου να απομακρύνει εργαζόμενο από το εργοτάξιο αν θεωρεί τη συμπεριφορά του ανάρμοστη και ότι στο εργοτάξιο έπρεπε να υπάρχει τάξη και πειθαρχία.  Περαιτέρω, ο κ.Κωνσταντινίδης ισχυρίστηκε ότι τηλεφώνησε στον κ.Χαραλάμπους και τον ενημέρωσε σχετικά, ότι του ζήτησε να ενημερώσει τον κ.Λουκά, ότι αργά το απόγευμα του τηλεφώνησε ο κ.Λουκά και του απολογήθηκε για το περιστατικό, ότι του ανέφερε ότι τέτοια συμπεριφορά δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή σε εργοτάξια του Ομίλου τους, ότι δεν ζήτησε την απόλυση του Αιτητή αλλά την απομάκρυνση του από τα έργα του Ομίλου τους, ότι στα 25 χρόνια που κάνει αυτή τη δουλειά δεν ξανασυνάντησε τέτοια απαράδεκτη και επιθετική συμπεριφορά, ότι κανένας υπεύθυνος μηχανικός δεν θέλει ταραξίες και αντιδραστικούς σε εργοτάξιο και ότι είναι πολύ σημαντικό να ακολουθούνται οι κανονισμοί για την ασφάλεια και υγεία όλων.   

 

Αντεξεταζόμενος ο κ.Κωνσταντινίδης ισχυρίστηκε ότι κατά τις τελευταίες ημέρες πριν την παράδοση οι οδηγίες είναι να μην μεταφέρουν τρόφιμα κτλ μέσα στο κτίριο αλλά «να κατεβαίνουν κάτω να τρώνε και να πίνουν όποτε θέλουν αλλά όχι μέσα στο κτίριο», ότι τη συγκεκριμένη ημέρα ενώ ήταν στο ισόγειο και ολοκλήρωνε την επίβλεψη είδε ένα «ντελιβερά ο οποίος έρχετουν με καφέδες», ότι είδε ένα υπάλληλο που μετέβηκε για να τα παραλάβει, ότι του ανέφερε ότι απαγορεύεται η σχετική μεταφορά, ότι τον είδε που έκανε τηλέφωνο και ότι σε δύο λεπτά κατέβηκε ο Αιτητής με απειλητικές διαθέσεις και φωνές, ότι μετά την μεταξύ τους στιχομυθία ο Αιτητής ήταν ιδιαίτερα εκνευρισμένος, ότι τον κρατούσαν, ότι τον σταμάτησε ένας επιστάτης και ότι ο ίδιος έφυγε.  Ο κ.Κωνσταντινίδης ισχυρίστηκε αντεξεταζόμενος ότι ο ίδιος μιλούσε ήρεμα στον Αιτητή και ότι ο Αιτητής μιλούσε έντονα και θυμωμένα, ότι ο Αιτητής πήγε κάτω με απειλητικές διαθέσεις να τον δείρει και ότι ο κ.Λουκά όταν του τηλεφώνησε του είπε ότι σκέφτεται να απολύσει τον Αιτητή.

 

Πέμπτος μάρτυρας για την Καθ’ ης η αίτηση ήταν ο κ.Φιλίππου ο οποίος εργάζεται στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας από το 2017 ως Διευθυντής Εργασιών.  Ο κ.Φιλίππου ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι την 22/10/20 ενημερώθηκε από τον κ.Λουκά για το τι είχε συμβεί μεταξύ του Αιτητή και του κ.Κωνσταντινίδη, ότι το απόγευμα της ίδιας ημέρας μετά από συνάντηση στα γραφεία για άλλο ζήτημα ο κ.Λουκά ζήτησε από τον Αιτητή να μείνει πίσω για να συζητήσουν το συμβάν, ότι ήταν και ο ίδιος παρόν, ότι ο κ.Λουκά ζήτησε από τον Αιτητή να παραθέσει τη θέση του, ότι ο Αιτητής δεν αρνήθηκε το περιστατικό, ότι ισχυρίστηκε ότι ο κ.Κωνσταντινίδης τον πρόσβαλε και ότι είχε δίκαιο να του απαντήσει και ότι τους ανέφερε επίσης ότι έπρεπε να τον είχε δείρει.  Ο κ.Φιλίππου ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι ο κ.Λουκά προσπάθησε να του εξηγήσει ότι δεν έπρεπε να επιδείξει τέτοια συμπεριφορά, ότι το πιο σημαντικό στον τομέα τους είναι η συμμόρφωση με οδηγίες του υπεύθυνου μηχανικού, ότι ο Αιτητής επέμενε ότι είχε δίκαιο, ότι ο κ.Λουκά του εισηγήθηκε να τηλεφωνήσει του κ.Κωνσταντινίδη και να απολογηθεί, ότι ήταν ανένδοτος, ότι προσπάθησε και ο ίδιος να του εξηγήσει ότι η συμπεριφορά του ήταν ανάρμοστη και ότι την 23/10/20 που ρωτήθηκαν οι μηχανικοί για τη γνώμη τους όλοι συμφώνησαν ότι η μη μεταμέλεια του Αιτητή δεν άφηνε άλλη επιλογή από την απόλυσή του. 

 

Αντεξεταζόμενος ο κ.Φιλίππου ισχυρίστηκε ότι εντός εργοταξίων δεν χρησιμοποιείται πάντα «το πιο σωστό φρασεολόγιο» και ότι είναι σύνηθες να χρησιμοποιούνται υβριστικές και προσβλητικές λέξεις, ότι του είπαν να μην πάει την επόμενη ημέρα στη δουλειά του εφόσον δεν μπορούσε να εργαστεί στο συγκεκριμένο εργοτάξιο και έπρεπε να εξεταστεί αν υπήρχε άλλο έργο στο οποίο μπορούσε να εργαστεί, ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί όλους όσους ήταν παρόντες στην απογευματινή συνάντηση, ότι δεν κρατήθηκαν πρακτικά και ότι δεν γνωρίζει να υπήρξε οποιοδήποτε πρόβλημα στο παρελθόν με τον Αιτητή.   

 

Έκτος έδωσε μαρτυρία για την πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας ο κ.Λουκά, ο οποίος είναι ένας εκ των μετόχων και διευθύνων σύμβουλος της Καθ’ ης η αίτηση από το 1998.  Ο κ.Λουκά ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι την 22/10/20 ο Αιτητής συμπεριφέρθηκε απρεπώς προς τον κ.Κωνσταντινίδη, ότι παραγνώρισε τους κανόνες εργασίας και τις οδηγίες, ότι ενημερώθηκε άμεσα από τον κ.Χαραλάμπους, ότι το απόγευμα της ίδιας ημέρας τηλεφώνησε στον κ.Κωνσταντινίδη και του απολογήθηκε, ότι το ίδιο απόγευμα μετά το πέρας προγραμματισμένης συνάντησης με το προσωπικό κάλεσε τον Αιτητή να μείνει πίσω στην παρουσία του κ.Φιλίππου, ότι ο Αιτητής του είπε ότι ο κ.Κωνσταντινίδης τον πρόσβαλε και ότι έπρεπε να τον είχε δείρει, ότι ο Αιτητής δεν επέδειξε μεταμέλεια και δεν κατάλαβε την σοβαρότητα των πράξεων του, ότι του ζήτησε να μην πάει δουλειά την επόμενη ημέρα για να αναλογιστεί τι έπραξε, ότι πρόθεσή του ήταν να λήξει το θέμα με τη μεταμέλεια του Αιτητή, ότι την 26/10/20 ο Αιτητής του ανέφερε σε συνάντηση ότι δεν μετανιώνει για τις πράξεις του, ότι δεν είχε άλλη επιλογή από το να τον απολύσει εφόσον δεν μπορούσε να τον εμπιστευτεί «ως προς τις αντιδράσεις του σε παρόμοια περίπτωση», ότι είχε κλονιστεί η εμπιστοσύνη προς το πρόσωπό του και ότι η στάση του Αιτητή στις 22/10/20 αμαυρώνει την εικόνα της Εργοδότριας Εταιρείας «και ελλοχεύει ο κίνδυνος μη επιλογής  … σε νέα έργα λόγω ανυπακοής υπαλλήλων … προς τον εργολάβο του έργου».  Περαιτέρω, ο κ.Λουκά ισχυρίστηκε ότι την 23/10/20 σε συνάντηση με τους μηχανικούς της Καθ’ ης η αίτηση για άλλα θέματα έβαλε στο τραπέζι και το συγκεκριμένο περιστατικό, ότι έδωσε την ευκαιρία σε όλους να τοποθετηθούν σχετικά αν το επιθυμούσαν, ότι οι πλείστοι ανέφεραν ότι ο Αιτητής ήταν φοβερά ευέξαπτος και δημιουργούσε συνεχώς προβλήματα στα εργοτάξια αλλά και αρνητικό κλίμα με τη συμπεριφορά του, ότι όλοι εξέφρασαν την άποψη ότι το εν λόγω περιστατικό ήταν πολύ σοβαρό και ότι η μη μεταμέλεια του Αιτητή δικαιολογούσε την απόλυσή του. 

 

Αντεξεταζόμενος ο κ.Λουκά ισχυρίστηκε ότι μίλησε «αργότερα» με τον κ.Κωνσταντινίδη αφού είδε τον Αιτητή, ότι την επόμενη ημέρα μίλησε και με τον κ.Πολυκάρπου, ότι δεν ζήτησε να μάθει «ακριβώς» τι χειρονομίες έκαμε ο Αιτητής, ότι εξήγησε το απόγευμα της 22/10/20 στον Αιτητή ότι έπρεπε να απολογηθεί προς τον κ.Κωνσταντινίδη και ότι ο Αιτητής που ήταν καλός στη δουλειά του «είχε ένα κυκλοθυμικό χαρακτήρα» και γινόταν «άλλος άνθρωπος, ήταν αγενής ήταν έτοιμο φυτίλι να πάρει φωτιά».  Ο κ.Λουκά ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής «εν μέρει» απολύθηκε λόγω παλαιότερων συμπεριφορών άσχετων με το περιστατικό ημερ. 22/10/20, ότι δεν στάληκε προηγουμένως γραπτή προειδοποίηση, ότι στη συνάντηση ημερ. 23/10/20 δεν εισηγήθηκε οποιοσδήποτε από τους 7 – 9 μηχανικούς που ήταν παρόντες να δοθεί δεύτερη ευκαιρία στον Αιτητή, ότι ήταν σίγουρος ότι την Δευτέρα θα άλλαζε στάση ο Αιτητής, ότι σε αντίθεση με αυτό ο Αιτητής του είπε ότι σε παρόμοια κατάσταση θα συμπεριφερόταν με τον ίδιο τρόπο και ότι το απόγευμα του τηλεφώνησε ο κ.Κωνσταντινίδης και του είπε να προσέξει τον Αιτητή που είναι καλό παιδί και να μην τον απολύσει.  Ο κ.Λουκά ισχυρίστηκε επιπλέον αντεξεταζόμενος ότι ο λόγος που απέλυσε τον Αιτητή ήταν επειδή κατάλαβε ότι θα επαναλάμβανε την ίδια συμπεριφορά μετά που ο Αιτητής του το είπε δεύτερη φορά, ότι δεν μπορούσε να τον εμπιστευθεί σε εργοτάξια και ότι ο Αιτητής δεν μπορούσε να διαχειριστεί το θυμό του με «πιθανότητα» να χειροδικούσε εναντίον κάποιου.  Τέλος, ο κ.Λουκά ισχυρίστηκε κατά την αντεξέτασή του ότι έγιναν στο παρελθόν προφορικές παρατηρήσεις στον Αιτητή και ότι στην επιστολή απόλυσης ήταν «λάθος η διατύπωση» σε σχέση με τους λόγους απόλυσης.    

        

Ο Αιτητής κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της απασχόλησής του στην Εργοδότρια Εταιρεία εκτελούσε τα καθήκοντά του χωρίς πρόβλημα, ότι την 22/10/20 εργαζόταν στην οροφή εξαώροφου κτιρίου, ότι δεν λειτουργούσε ανελκυστήρας, ότι δεν υπήρχε χώρος εστίασης για τους εργάτες, ότι συνήθιζαν να καταναλώνουν καφέδες στον τόπο εργασίας, ότι δεν ενημερώθηκε για  σχετική απαγόρευση, ότι από την αρχή της εργασίας στο συγκεκριμένο έργο η επιθυμία του εργολάβου ήταν να μην μεταφέρονταν φαγώσιμα μέσα στο κτίριο και ότι αυτό δεν ακολουθήθηκε χωρίς αντίδραση από τον εργολάβο.  Σε σχέση με το τι συνέβη την 22/10/20 ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι στις 8:30 το πρωί κατέβηκε για να παραλάβει καφέδες και να τους μεταφέρει πάνω συγκεκριμένος συνάδελφός του, ότι του τηλεφώνησε και του είπε ότι ο κ.Κωνσταντινίδης δεν του το επέτρεπε, ότι του είπε να τους ειδοποιήσει να κατέβουν κάτω να τους πιούν, ότι έτρεξε κάτω για να βεβαιώσει τον κ.Κωνσταντινίδη ότι θα ήταν προσεκτικοί και θα μάζευαν τα ποτήρια, ότι τον καλημέρισε, ότι αντιθέτως ο κ.Κωνσταντινίδης δεν τον καλημέρισε, ότι του θύμωσε λέγοντάς του με έντονο ύφος ότι δεν ήθελε να ακούσει οτιδήποτε και ότι δεν μπορούν να πίνουν καφέδες μέσα, ότι ο ίδιος του απάντησε ότι δεν εργάζονταν μέσα στο κτίριο αλλά στην οροφή, ότι εξοργίστηκε ο κ.Κωνσταντινίδης επειδή τόλμησε να του απαντήσει, ότι εξαγριώθηκε και ξεκίνησε να φωνάζει, ότι του είπε ότι δεν ήθελε να ακούσει οτιδήποτε και να φύγει από το εργοτάξιο, ότι τότε τον ρώτησε χωρίς να φωνάζει ποιος θα διεκπεραίωνε την εργασία, ότι του απάντησε με «ακόμα πιο έντονο και θυμωμένο ύφος» «στα … μου», ότι τότε του απάντησε και ο ίδιος σε έντονο ύφος «στα … μου κι εμένα που βαρούν θέμας», ότι ο κ.Κωνσταντινίδης όταν γύρισε να φύγει έτρεξε προς το άτομό του και φώναζε, ότι ο ίδιος σταμάτησε και γύρισε προς το μέρος του και ότι ο κ.Κωνσταντινίδης «έβαλε το πρόσωπό του στο πρόσωπο» του και του φώναζε να φύγει και να μην ξαναδουλέψει σε δουλειές του Ομίλου τους.  Ήταν η θέση του Αιτητή ότι επειδή δεν ήθελε να δώσει μεγαλύτερες διαστάσεις στο επεισόδιο έφυγε χωρίς να πει κάτι άλλο, ότι το απόγευμα είχαν συνάντηση στα γραφεία για άλλο θέμα, ότι ο ίδιος ζήτησε μετά το πέρας της εν λόγω συνάντησης από τον κ.Λουκά να μείνει πίσω για να μιλήσουν, ότι ο κ.Λουκά του είπε ότι έμαθε τι έγινε, ότι ήταν παρόν και ο κ.Φιλίππου, ότι τους εξήγησε τι έγινε, ότι ο κ.Λουκά του είπε να μην πάει την επόμενη ημέρα δουλειά και ότι δεν ανέφερε ότι έπρεπε να είχε δείρει τον κ.Κωνσταντινίδη ή ότι θα αντιδρούσε ξανά με τον ίδιο τρόπο.  Συγκεκριμένα ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι αυτό που ανέφερε ήταν ότι δεν επιτρεπόταν να τους μιλά με «προσβλητικό και απαξιωτικό τρόπο» ο κ.Κωνσταντινίδης, ότι και οι εργάτες έχουν αξιοπρέπεια και τους αξίζει «ελάχιστος σεβασμός» και ότι ο κ.Λουκά του είπε ότι ο κ.Κωνσταντινίδης του δήλωσε ότι δεν ήθελε να τον ξαναδεί σε δικά τους έργα.  Περαιτέρω, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι την επόμενη ημέρα δεν πήγε δουλειά, ότι το απόγευμα του Σαββάτου του απέστειλε μήνυμα ο κ.Χαραλάμπους με το οποίο τον καλούσε να παραδώσει το αυτοκίνητο της εταιρείας που χρησιμοποιούσε για σκοπούς εργασιών, ότι τον κάλεσε και του είπε ότι τελικά δεν ήταν ανάγκη να το κάνει και ότι θα επικοινωνούσε μαζί του ο κ.Λουκά για να συνεννοηθούν, ότι το απόγευμα της Κυριακής επικοινώνησε μαζί του ο κ.Λουκά και του ζήτησε να συναντηθούν στις 17:00 στο γραφείο του και ότι όταν πήγε ο κ.Λουκά είχε έτοιμη και του παρέδωσε την επιστολή απόλυσης. 

 

Αντεξεταζόμενος ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι εργάζονται άλλα μέλη της οικογένειάς του στην Εργοδότρια Εταιρεία, ότι πάντα στις δουλειές υπάρχουν εντάσεις, ότι δεν ενημερώθηκε για απαγόρευση μεταφοράς τροφίμων στο κτίριο, ότι είχαν δύο διαλείμματα,  ότι δεν υπήρχε ειδικός χώρος κάτω για να καθίσουν και ότι όταν πήγαινε κάτω ήταν αναστατωμένος.  Περαιτέρω, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι με τον τρόπο που του μιλούσε ο κ.Κωνσταντινίδης ένιωθε ότι τον πρόσβαλλε, ότι ο ίδιος δεν έκαμε χειρονομίες και ότι μετά που έφυγε από το εργοτάξιο πήγε σε άλλο όπου και εργάστηκε μέχρι τις 15:00 που σχόλασε.    

 

          Παρακολουθήσαμε με προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε τη μαρτυρία τους έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων.

 

          Αρχικά παρατηρούμε ότι μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας της Καθ’ ης η αίτηση δεν συνάδει με τους δικογραφημένους της ισχυρισμούς.  Συγκεκριμένα, στους γενικούς λόγους εμφάνισης της Καθ’ ης η αίτηση αναφέρεται ότι ο Αιτητής αντέδρασε έντονα στο άκουσμα της απαγόρευσης προκαλώντας τον Διευθυντή με βρισιές και χειροδικία.  Σε αντίθεση με τα πιο πάνω, ο κ.Χαραλάμπους ισχυρίστηκε αντεξεταζόμενος ότι ο κ.Κωνσταντινίδης ήταν που εξύβρισε πρώτος τον Αιτητή και ότι ο τελευταίος δεν χειροδίκησε.  Περαιτέρω, παρατηρούμε ότι ο κ.Χαραλάμπους ισχυρίστηκε ότι την Παρασκευή σε συνάντηση των μηχανικών και του Διευθυντή αναφέρθηκε το «περιστατικό» της προηγούμενης ημέρας και ότι στην πλειοψηφία τους οι μηχανικοί συμφώνησαν ότι η εν λόγω «πράξη» του Αιτητή δεν ήταν σωστή αλλά ότι δεν αποφασίστηκε ότι θα απολύετο ο Αιτητής.  Στο δικόγραφο της Καθ’ ης η αίτηση αναφέρεται ότι σε σύσκεψη των μηχανικών πάρθηκε ομόφωνη απόφαση για απομάκρυνση του Αιτητή από την Εργοδότρια Εταιρεία λόγω των συχνών προστριβών που προκαλούσε κατά την εργασία του.  Δηλαδή ενώ στο δικόγραφο γίνεται λόγος για ομόφωνη απόφαση για απόλυση του Αιτητή ο κ.Χαραλάμπους ισχυρίστηκε ότι αποφάσισαν κατά πλειοψηφία ότι ο Αιτητής δεν έπραξε σωστά και μάλιστα ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν συμφώνησε με απόλυση του Αιτητή.  Αναφορικά με τον δικογραφημένο ισχυρισμό της Καθ’ ης η αίτηση σε σχέση με συχνές προστριβές που προκαλούσε ο Αιτητής κατά τη διάρκεια της εργασίας του παρατηρούμε ότι ο κ.Χαραλάμπους ενώπιόν μας ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν αντιμετώπισε στο παρελθόν πρόβλημα με τον Αιτητή, ότι ο Αιτητής δεν δημιουργούσε προβλήματα στη δουλειά του και δεν τσακωνόταν με άλλους.  Παρόμοια προσέγγιση υιοθέτησε και ο κ.Πολυκάρπου ο οποίος, σε αντίθεση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Καθ’ ης η αίτηση σε σχέση με συχνή απαράδεκτη συμπεριφορά του Αιτητή, ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής όσα χρόνια δούλευε στην Καθ’ ης η αίτηση δεν παρουσίασε οποιαδήποτε προβλήματα και τον χαρακτήρισε μάλιστα ως «καλό παιδί» τόσο με όλους τους συναδέλφους του όσο και με όλους τους προϊστάμενούς του.  Από την πλευρά του ο κ.Φιλίππου ισχυρίστηκε αντεξεταζόμενος ότι δεν γνώριζε να υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα στο παρελθόν με τον Αιτητή.  Ενώ στο δικόγραφο αναφέρεται ότι ο Αιτητής προκάλεσε τον κ.Κωνσταντινίδη με βρισιές και χειρονομίες, όλοι οι μάρτυρες ανέφεραν ότι πρώτος χρησιμοποίησε απαράδεκτη φρασεολογία ο κ.Κωνσταντινίδης και όχι ο Αιτητής.  Ο κ.Πολυκάρπου μάλιστα ισχυρίστηκε αντεξεταζόμενος ότι ο κ.Κωνσταντινίδης ήταν που «πλησίασε τον» Αιτητή «στα μούτρα» και του είπε να φύγει από το εργοτάξιο και να μην ξαναπάει πίσω.   

 

Περαιτέρω, παρατηρούμε ότι ο κ.Χαραλάμπους υπέπεσε σε κάποιες αντιφάσεις.  Συγκεκριμένα, ενώ κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος μετέφερε στους υπαλλήλους της Καθ’ ης η αίτηση «μεταξύ των οποίων ήταν και ο Αιτητής» τις οδηγίες για απαγόρευση φαγητού και ποτού εντός του κτιρίου, αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι ο δεν ήταν σίγουρος αν άκουσε τις σχετικές οδηγίες ο Αιτητής και ότι «μπορεί να άκουσε, μπορεί να μεν άκουσε».  Ο κ.Χαραλάμπους αρχικά αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι στη συνάντηση ήταν παρόντες άλλοι επιστάτες και μηχανικοί, ενώ στη συνέχεια έκανε λόγο για παρουσία 6 – 7 μηχανικών.  Ενώ αρχικά ο κ.Χαραλάμπους ισχυρίστηκε ότι στην εν λόγω συνάντηση συμφώνησαν ότι επρόκειτο για σοβαρό θέμα, στη συνέχεια όταν κλήθηκε να αναφέρει τη δική του θέση ισχυρίστηκε ότι δεν θυμόταν αν πήρε «κάποια θέση συγκεκριμένα εκείνη τη μέρα» και ακολούθως ότι ο ίδιος θεωρούσε ότι έπρεπε να συζητηθεί «το θέμα με το διευθυντή και μετά» ενώ σε επίμονες ερωτήσεις που ακολούθησαν απάντησε τελικά ότι δεν συμφώνησε με άμεσο τερματισμό. 

 

Σε σχέση με τη μαρτυρία του κ.Πολυκάρπου παρατηρούμε ότι αυτός ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι ενώ βρισκόταν στον πρώτο όροφο του κτιρίου αντιλήφθηκε ότι ο Αιτητής κατέβαινε τρέχοντας από την οροφή στο ισόγειο και αντεξεταζόμενος συμφώνησε ότι τον είδε από τον πρώτο όροφο που ήταν.  Σε αντίθεση με τον εν λόγω ισχυρισμό, ο κ.Λουκά αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι ο κ.Πολυκάρπου ενώ βρισκόταν στην οροφή του κτιρίου με τον Αιτητή είδε τον Αιτητή να φεύγει με ταχύτητα και θυμό.  Το ότι μέσα στα άτομα που θα μετέφεραν τον καφέ εντός του κτηρίου και της οροφής συμπεριλαμβανόταν και ο κ.Πολυκάρπου δεν αναφέρθηκε ευθέως αλλά προκύπτει από τα όσα ανέφεραν τόσο ο κ.Πολυκάρπου όσο και ο κ.Λουκά.  Συγκεκριμένα, ο κ.Πολυκάρπου, που ήταν ο επιστάτης του εργοταξίου, αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι «θέλαμε να πάρουμε καφέ πάνω στην οροφή».  Ο κ.Λουκά ισχυρίστηκε ότι ο κ.Πολυκάρπου του είπε ότι «ήταν ζέστη, ζεσταθήκαμε νιώσαμε την ανάγκη να πάρουμε κάτι επάνω… ήταν παράβλεψή μου». 

 

Σε σχέση με τη μαρτυρία του κ.Μιχαήλ παρατηρούμε ότι ενώ κατά την κυρίως εξέτασή του περιέγραψε τον κ.Κωνσταντινίδη να είναι ήρεμος και να μην προκαλεί τον Αιτητή, αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι με το που είδε τους καφέδες «άρκεψε και εφώναζε» και ότι όταν πήγε ο Αιτητής να του ζητήσει το λόγο ο κ.Κωνσταντινίδης του απάντησε «σε κάποιο πιο έντονο ύφος ίσως».  Ο κ.Μιχαήλ δεν παρέμεινε σταθερός στο κατά πόσο ο ίδιος ανέφερε στον Αιτητή για τη σχετική απαγόρευση.  Αρχικά αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι δεν πήγε ο ίδιος προσωπικά να του πει, ενώ στη συνέχεια επέμεινε ότι ο ίδιος το ανέφερε στον Αιτητή.  Δεν διαφεύγει της προσοχής μας ότι τόσο ο κ.Χαραλάμπους όσο και ο κ.Πολυκάρπου ισχυρίστηκαν κατά την κυρίως εξέτασή τους ότι οι σχετικές οδηγίες για απαγόρευση τροφίμων και ποτών είχαν δοθεί 2 – 3 ημέρες πριν το περιστατικό, ενώ ο κ.Μιχαήλ αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι οι εν λόγω οδηγίες δόθηκαν από την προηγούμενη εβδομάδα και ότι μπορεί να δόθηκαν και περισσότερο από 7 – 10 ημέρες προηγουμένως.  Ενώ ο κ.Μιχαήλ ισχυρίστηκε αντεξεταζόμενος ότι ο κ.Κωνσταντινίδης μετέβηκε εκεί την ώρα που έφτασαν οι καφέδες, ο ίδιος ο κ.Κωνσταντινίδης ισχυρίστηκε αντεξεταζόμενος ότι είδε τον άνθρωπο που έφερνε τους καφέδες ενώ ήταν στο ισόγειο και ολοκλήρωνε την επίβλεψη.   

 

Σε σχέση με τη μαρτυρία του κ.Κωνσταντινίδη παρατηρούμε ότι αυτός ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι είδε τον Αιτητή μετά από 3 – 4 λεπτά που είπε στον άλλο υπάλληλο ότι δεν μπορούσε να μεταφέρει πάνω τους καφέδες, αντεξεταζόμενος όμως ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής πήγε σε 2 λεπτά.  Σε αντίθεση με τα όσα ανέφεραν κυρίως κατά την αντεξέτασή τους τόσο ο κ.Χαραλάμπους όσο και ο κ.Πολυκάρπου, οι οποίοι ισχυρίστηκαν ότι ο κ.Κωνσταντινίδης παρουσίασε πρώτος έντονη συμπεριφορά απέναντι στον Αιτητή, ο ίδιος ο κ.Κωνσταντινίδης ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής κατέβηκε με «απειλητικές διαθέσεις» και ότι ο ίδιος αρχικά μιλούσε ήρεμα.  Ενώ ο κ.Κωνσταντινίδης ισχυρίστηκε ότι ο κ.Πολυκάρπου συγκράτησε τον Αιτητή, ο ίδιος ο κ.Πολυκάρπου αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι «εθέλαν να πιουν ένα καφέ τα πλάσματα και εν έθελε ο κ.Κωνσταντινίδης να πιουν πάνω» και ότι μετά την μεταξύ τους στιχομυθία ο κ.Κωνσταντινίδης πλησίασε τον Αιτητή «στα μούτρα» και τον έδιωξε αλλά και ότι ο Αιτητής έφυγε ήρεμος από το εργοτάξιο.  Δεν διαφεύγει της προσοχής μας ότι ο κ.Κωνσταντινίδης ισχυρίστηκε αντεξεταζόμενος ότι ο ίδιος δεν χρησιμοποίησε προσβλητικές λέξεις, αλλά ταυτόχρονα κατηγόρησε τον Αιτητή για παρόμοια συμπεριφορά επειδή απευθύνθηκε με αυτόν τον τρόπο «σε ανώτερό του».  Επίσης παρατηρούμε ότι αρχικά στην κυρίως εξέτασή του ο κ.Κωνσταντινίδης ανέφερε ότι είδε ένα εργαζόμενο «να είναι έτοιμος να μεταφέρει καφέδες και τρόφιμα» εντός του κτηρίου, ενώ αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι είδε «ένα ντελιβερά ο οποίος έρχετουν με καφέδες».  Σημειώνουμε ότι κανένας άλλος μάρτυρας δεν έκαμε λόγο για τρόφιμα. 

 

Σε σχέση με τη μαρτυρία του κ.Φιλίππου παρατηρούμε ότι ισχυρίστηκε ότι την 23/10/20 όλοι συμφώνησαν ότι η μη μεταμέλεια του Αιτητή δεν άφηνε άλλη επιλογή από την απόλυση του.  Όπως αναφέρουμε ανωτέρω, ο κ.Χαραλάμπους ισχυρίστηκε ενώπιόν μας ότι ο ίδιος δεν συμφώνησε σε απόλυση του Αιτητή.  Βέβαια, ο κ.Φιλίππου αντεξεταζόμενος ανασκεύασε και ισχυρίστηκε ότι σε εκείνη την συνάντηση δεν είπε οποιοσδήποτε να διώξουν τον Αιτητή και ότι δεν λήφθηκε εκείνη την ημέρα απόφαση για απόλυση, σε αντίθεση με τον δικογραφημένο ισχυρισμό ως αναφέρουμε ανωτέρω.  Περιπλέον, σε σχέση με τη μαρτυρία του κ.Φιλίππου παρατηρούμε ότι ενώ κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι ήταν «ο γενικός προϊστάμενος του Αιτητή», θέση που υιοθέτησε και ο κ.Λουκά κατά την κυρίως εξέτασή του, αντεξεταζόμενος όταν ρωτήθηκε για ισχυριζόμενες προστριβές που προκαλούσε ο Αιτητής ως η δικογραφημένη θέση της Καθ’ ης η αίτηση, ισχυρίστηκε ότι εν τέλει η «εμπλοκή» του με τον Αιτητή «ήταν ελάχιστη».  Ο κ.Φιλίππου ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που δεν εργάστηκε ο Αιτητής την Παρασκευή ήταν για να έβλεπαν τι θα έκαναν με τη δουλειά εφόσον ο εν λόγω εργολάβος δεν τον άφηνε να εργαστεί στο συγκεκριμένο εργοτάξιο και για να εξεταζόταν το κατά πόσο υπήρχε άλλο εργοτάξιο για την ειδικότητα του Αιτητή.  Σε αντίθεση με την εν λόγω, θέση, ο κ.Λουκά ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι επειδή ο Αιτητής είχε υπηρεσία 13 ετών εισηγήθηκε ο ίδιος να μην εργαστεί την επόμενη ημέρα ο Αιτητής «και να αναλογιστεί τι έπραξε».  Αντεξεταζόμενος βέβαια ο κ.Λουκά δεν έμεινε σταθερός στον εν λόγω ισχυρισμό και ανέφερε ότι αυτό που του ζήτησε ήταν να μείνει σπίτι του για να το σκεφτεί και να απολογηθεί προς τον κ.Κωνσταντινίδη.  Σε πλήρη αντίθεση με τις πιο πάνω θέσεις, η δικογραφημένη θέση της Καθ’ ης η αίτηση είναι ότι ο «διευθύνων σύμβουλος» ζήτησε από τον Αιτητή να μην πάει την Παρασκευή δουλειά «για να εξετάσει το ζήτημα».

 

Περαιτέρω, σε σχέση με τη μαρτυρία του κ.Λουκά παρατηρούμε ότι κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι ο κ.Πολυκάρπου του είπε ότι την 22/10/20 είδε τον Αιτητή να φεύγει με «ταχύτητα που έδειχνε θυμό, έδειχνε αγανάκτηση» και ότι έτρεξε κάτω για να τον σταματήσει επειδή φοβήθηκε από τον τρόπο που κινείτο.  Ο ίδιος ο κ.Πολυκάρπου κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι αντιλήφθηκε τον Αιτητή να κατεβαίνει τρέχοντας και ότι τον ακολούθησε επειδή κατάλαβε ότι κάτι είχε συμβεί.  Περαιτέρω, ο κ.Λουκά, σε αντίθεση με τα όσα ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασή του και σε αντίθεση με τα όσα ισχυρίστηκαν όλοι οι άλλοι μάρτυρες της Καθ’ ης η αίτηση, αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής «αντάλλαξε βρισιές» προς τον κ.Κωνσταντινίδη και ότι ο τελευταίος «ανταπέδωσε».  Δεν διαφεύγει της προσοχής μας ότι ενώ ο κ.Λουκά ισχυρίστηκε αντεξεταζόμενος ότι δεν γνωρίζει τι χειρονομίες έκανε ο Αιτητής και ότι θεώρησε ότι ήταν «επιθετικού τύπου», δεν ζήτησε να ενημερωθεί σχετικά.  Επίσης, σε σχέση με τη μαρτυρία του κ.Λουκά παρατηρούμε ότι ενώ από τη μια ισχυρίστηκε ότι την Πέμπτη έδωσε χρόνο στον Αιτητή να σκεφτεί και να αναλογιστεί τι έκανε από την άλλη ισχυρίστηκε ότι την επόμενη ημέρα όλοι οι μηχανικοί εξέφρασαν την άποψη ότι η μη μεταμέλεια του Αιτητή δικαιολογούσε απόλυση.  Συνεπώς, ενώ από τη μια ήταν η θέση του κ.Λουκά ότι έδωσε χρόνο στον Αιτητή για μεταμέλεια μέχρι την Δευτέρα, πριν παρέλθει το εν λόγω χρονικό διάστημα έκαμε, ως η δική του θέση, αναφορά στους μηχανικούς για μη μεταμέλεια του Αιτητή.  Σημειώνουμε ότι ο κ.Κωνσταντινίδης αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο κ.Λουκά την Πέμπτη που του τηλεφώνησε του ανέφερε ότι σκεφτόταν να απολύσει τον Αιτητή.  Ο κ.Λουκά δεν παρέμεινε σταθερός ως προς το ποιος κάλεσε ποιον την 22/10/20.  Αρχικά ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος κάλεσε τον κ.Κωνσταντινίδη αλλά στη συνέχεια ανέφερε ότι ο κ.Κωνσταντινίδης τον πήρε τηλέφωνο.  Ο κ.Κωνσταντινίδης ισχυρίστηκε ότι ο κ.Λουκά του τηλεφώνησε.  Επίσης, παρατηρούμε ότι ο κ.Λουκά ενώ αρχικά κατά την ενώπιόν μας μαρτυρία του ισχυρίστηκε επανειλημμένα ότι ο Αιτητής το απόγευμα της 22/10/20 επέμενε ότι θα επαναλάμβανε την ίδια συμπεριφορά, στη συνέχεια ανέφερε ότι «απ’ ότι άφησε να εννοηθεί, ότι θα το κάνει ξανά τούτο το πράμα».  Διερωτόμαστε, πως μπορεί από τη μια ο κ.Λουκά να ήταν βέβαιος ότι ο Αιτητής την Δευτέρα θα πήγαινε να του αναφέρει ότι κατάλαβε ότι έκανε λάθος και ότι θα ζητούσε να απολογηθεί του κ.Κωνσταντινίδη και ότι θα πήγαινε ξανά δουλειά, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε και από την άλλη, να ανέφερε στον κ.Κωνσταντινίδη το απόγευμα της 22/10/20 ότι σκεφτόταν να απολύσει τον Αιτητή αλλά και την επόμενη ημέρα να ρωτούσε τους μηχανικούς κατά πόσο θεωρούσαν ότι έπρεπε να έδιναν στον Αιτητή δεύτερη ευκαιρία.

                                                                                                                                    Διαπιστώνουμε επίσης ότι υπάρχει διάσταση μεταξύ του δικογράφου, της επιστολής τερματισμού και της μαρτυρίας του κ.Λουκά ως προς τους λόγους απόλυσης του Αιτητή.  Από τη μια στο δικόγραφο αναφέρεται ότι ο Αιτητής απολύθηκε συνεπεία των συχνών προστριβών που προκαλούσε εν ώρα εργασίας, από την άλλη στην επιστολή τερματισμού, Τεκμήριο 1, αναγράφεται ότι ο Αιτητής απολύθηκε λόγω του συμβάντος ημερ. 22/10/20 και γίνεται αναφορά στην απαίτηση του κ.Κωνσταντινίδη να μην εργαστεί ξανά ο Αιτητής σε έργα του Ομίλου τους.  Ο κ.Λουκά κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής απολύθηκε επειδή δεν μπορούσε πλέον να τον εμπιστευτεί «ως προς τις αντιδράσεις του σε παρόμοια περίπτωση» και επειδή κλονίστηκε η εμπιστοσύνη προς το πρόσωπό του «όσον αφορούσε τη συμπεριφορά του στα εργοτάξια, ειδικά όταν … ανέφερε ότι έπρεπε να τον είχε δείρει». 

 

Όπως έχει διαφανεί από τα πιο πάνω, η μαρτυρία του κ.Χαραλάμπους, του κ.Πολυκάρπου, του κ.Μιχαήλ, του κ.Κωνσταντινίδη, του κ.Φιλίππου και του κ.Λουκά αναφορικά με τα αμφισβητούμενα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα εργατική διαφορά δεν ήταν σταθερή, σαφής και ξεκάθαρη και σε αρκετά σημεία ήταν αντιφατική τόσο μεταξύ της όσο και με το δικόγραφο της Καθ’ ης η αίτηση αλλά και με την επιστολή τερματισμού, Τεκμήριο 1.  Όλα τα πιο πάνω κατά την κρίση μας αποτελούν στοιχεία τα οποία θέτουν ουσιαστικές αμφιβολίες στην αξιοπιστία της μαρτυρίας των εν λόγω μαρτύρων της Καθ’ ης η αίτηση και μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούμε να στηριχθούμε στη μαρτυρία τους για εξαγωγή συμπερασμάτων αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης.  Συνακόλουθα, οι εν λόγω μαρτυρίες δεν κρίνονται αξιόπιστες. 

 

Δεν δεχόμαστε τη θέση του Αιτητή ότι την Παρασκευή 22/10/20 δεν τον άφησαν να μιλήσει εφόσον κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι κατά την εν λόγω συνάντηση εξήγησε τι έγινε.  Δεχόμαστε όμως την υπόλοιπη μαρτυρία του Αιτητή, η οποία ήταν σταθερή και δεν ήταν αντιφατική.  Εκτός από τον πιο πάνω ισχυρισμό, ο Αιτητής δεν υπέπεσε σε άλλες αντιφάσεις και η μαρτυρία του μας φάνηκε φυσική, ξεκάθαρη, ειλικρινής και είχε λογική συνοχή.  Γενικά ο Αιτητής μας έκανε καλή εντύπωση και δεχόμαστε ότι τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο ότι έλαβαν χώρα κατά τον επίδικο χρόνο, εκτός από το θέμα που αναφέρουμε ανωτέρω, είναι η αλήθεια.

 

Για όλα τα πιο πάνω, δεχόμαστε ότι την 22/10/20 ο Αιτητής μετέβηκε από την οροφή που εργαζόταν στο ισόγειο μετά που ενημερώθηκε ότι ο κ.Κωνσταντινίδης δεν επέτρεψε να μεταφερθούν στην ταράτσα οι καφέδες που είχαν παραγγείλει, ότι ο κ.Κωνσταντινίδης του ανέφερε με έντονο ύφος ότι αυτό δεν επιτρεπόταν, ότι ο Αιτητής επέμενε όπως μεταφερθούν και εξήγησε τις πρακτικές δυσκολίες της απαγόρευσης, ότι ο κ.Κωνσταντινίδης θύμωσε με την επιμονή του Αιτητή και του είπε να φύγει από το εργοτάξιο, ότι ο Αιτητής του απάντησε ερωτώντας τον ποιος θα διεκπεραίωνε την δουλειά, ότι ο κ.Κωνσταντινίδης του απάντησε με έντονο και θυμωμένο τρόπο «στα … μου», ότι ο Αιτητής απάντησε και εκείνος έντονα και θυμωμένα «στα … μου και εμένα που βαρούν», ότι ο Αιτητής γύρισε και ξεκίνησε να φύγει και ότι ο κ.Κωνσταντινίδης που είχε εξοργιστεί του είπε να φύγει και να μην επιστρέψει για εργασία στο συγκεκριμένο εργοτάξιο αλλά ούτε σε οποιοδήποτε άλλο του Ομίλου τους.  Στη συνέχεια ο Αιτητής μετέβηκε σε άλλο εργοτάξιο για εργασία, το απόγευμα στο τέλος προγραμματισμένης συνάντησης στα γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας ο Αιτητής στην παρουσία του κ.Φιλίππου και του κ.Λουκά ανέφερε τι έγινε, ο κ.Λουκά του είπε να μην εργαστεί την επόμενη ημέρα, ο Αιτητής δεν εργάστηκε, το Σάββατο ο κ.Χαραλάμπους ενημέρωσε τον Αιτητή να παραδώσει την επόμενη ημέρα το εταιρικό αυτοκίνητο που χρησιμοποιούσε αλλά στη συνέχεια τον ενημέρωσε ότι δεν ήταν ανάγκη να το κάνει αυτό, την Κυριακή επικοινώνησε μαζί του ο κ.Λουκά και του ζήτησε να συναντηθούν την Δευτέρα η ώρα 17:00 στα γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας και όταν μετέβηκε εκεί ο Αιτητής ο κ.Λουκά τον απέλυσε με σχετική επιστολή, Τεκμήριο 1.     

 

            Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτουμένου και κατά συνέπεια απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου.  Σύμφωνα με το άρθρο 5 (ε) και (στ) του Νόμου:

 

«5. Τερματισμός απασχολήσεως δι΄ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν:

                    ………………………………

(ε)  όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να  καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως:

Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκή το δικαίωμά του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμά του να απολύση τον εργοδοτούμενον· 

(στ) άνευ επηρεασμού της γενικότητος της αμέσως προηγουμένης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ΄ όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως:

(i)  διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένεται όπως συνεχισθή·

(ii)  διάπραξις σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του·

(iii)  διάπραξις ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντός του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότου του·

(iv)  απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του·

(v)  σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν».

 

            Για να κριθεί η νομιμότητα της απόλυσης του Αιτητή, θα πρέπει να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις των εδαφίων (ε) και (στ) του άρθρου 5 του Νόμου.  Το κριτήριο για το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη, να προβεί στον τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτούμενου υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για το συγκεκριμένο λόγο βάσει των ενώπιόν του στοιχείων.  Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη, ως λέχθηκε σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Κακοφεγγίτου v. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ (2005) 1Β Α.Α.Δ. 1478, Kynigos Hotels Ltd v. Χρίστου (2004) 1Α Α.Α.Δ. 665, Galatariotis Telecommunications Ltd v. Βασιλείου (2003) 1 Α.Α.Δ. 318, Γεωργίου ν. Columbia World Wide Movers Ltd, Πολ. Εφ. 103/12, ημερ. 7/7/17[1] και L. Papaphilippou & Co v. Λουκά (2014) 1Β Α.Α.Δ. 1193[2]). 

 

      Η εργασιακή σχέση είναι σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης και ο τερματισμός της δικαιολογείται όταν η συμπεριφορά του εργοδοτούμενου ήταν τέτοια που κλόνισε τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου ώστε να καθίσταται για τον εργοδότη αδύνατη η συνέχισή της.  Για τη διατήρηση του κλίματος αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτούμενου, ο δεύτερος έχει την υποχρέωση να τηρεί καλόπιστη συμπεριφορά και οφείλει να επιδεικνύει την πρέπουσα διαγωγή και σεβασμό προς τη διεύθυνση και την προσωπικότητα του εργοδότη και των προϊσταμένων του και οφείλει να αποφεύγει οποιαδήποτε συμπεριφορά που θα μπορούσε να επηρεάσει το κύρος και να προσβάλει την προσωπικότητα του εργοδότη του.[3]  Στην υπόθεση Pattikis a.a. v. The Municipal Committee of Nicosia (1988) 1 C.L.R. 103 το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι η σχέση εργασίας θα πρέπει να βασίζεται στην ύπαρξη ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών.[4]

 

      Διαγωγή ή συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδοτούμενου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησής του από τον εργοδότη του κατ’ εφαρμογή και του άρθρου 5 του Νόμου.  (Βλ. Κασάπη ν. Technoplastics Ltd 1 A.A.Δ. (1992) 919).  Όπως λέχθηκε στην Kynigos Hotels Ltd (ανωτέρω) ένα μεμονωμένο περιστατικό δε δικαιολογεί άμεσο τερματισμό, αφού συνεπεία αυτού ο εργοδοτούμενος χάνει τη δουλειά του, ίσως και τη σταδιοδρομία του.  Όπως προκύπτει και από την υπόθεση Constantinidou v. F. W. Woolworth & Co. (Cyprus) Ltd. (1980) 1 C.L.R. 302 ένα μεμονωμένο επεισόδιο για να δικαιολογήσει απόλυση θα πρέπει να συνδέεται με σοβαρές συνέπειες και επιπτώσεις.  Από την απόφαση Kanika Developments Ltd v. Λουκά (2004) 1Α Α.Α.Δ. 603, αναδύεται το γεγονός ότι η απόλυση πρέπει να είναι το έσχατο μέτρο στο οποίο μπορεί να καταλήξει ο εργοδότης, το οποίο πρέπει να ασκείται με φειδώ.  Το ερώτημα που πρέπει να τίθεται είναι κατά πόσον ήταν λογικό ο εργοδοτούμενος να έχανε τη δουλειά του, ίσως και τη σταδιοδρομία του.  Για την απάντηση του εν λόγω ερωτήματος θα πρέπει να σταθμίζονται από τη μία η επιλήψιμη συμπεριφορά του εργαζομένου, το εργασιακό περιβάλλον, η σταδιοδρομία, τα προτερήματα και οι αδυναμίες του εργαζομένου και από την άλλη οι ανάγκες του εργοδότη. 

 

Η αγγλική νομολογία αναγνωρίζει ότι ο εργαζόμενος συνήθως δεν απολύεται για την πρώτη πειθαρχική παράβαση και αυτό προκύπτει και μέσα από τα λεχθέντα του Lord Denning στην απόφαση Retarded Children’s Aid Society v Day [1978] 1CR 437 όπου αναφέρθηκε ότι: «good sense and reasonable that in the ordinary way for a first offence you should not dismiss a man on the instant without any warning or giving him a further chance».[5] 

 

            Όπως αναφέρεται σε σωρεία αποφάσεων, δεν υπάρχει κανόνας ο οποίος να καθορίζει το βαθμό της επιλήψιμης συμπεριφοράς.  Το Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει την κάθε περίπτωση στα πλαίσια των δικών της γεγονότων ώστε να αποφασίζει κατά πόσο η συγκεκριμένη συμπεριφορά ήταν τόσο σοβαρή και στο βαθμό που θα δικαιολογείτο η απόλυση.  Το Δικαστήριο οφείλει επίσης να λάβει υπόψη του όλες τις συνθήκες που περιβάλλουν την εργατική διαφορά καθώς επίσης και την προηγούμενη υπηρεσία και συμπεριφορά των μερών.  Προτού ο εργοδότης καταλήξει στην τελική του απόφαση θα πρέπει να λάβει υπόψη του όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριλαμβανομένων και αυτών που αφορούν το πρόσωπο του υπό απόλυση εργοδοτούμενου.  Τέτοιες περιστάσεις, μεταξύ άλλων, είναι για παράδειγμα η προηγούμενη συμπεριφορά του εργοδοτούμενου, η ευδόκιμη υπηρεσία του, τυχόν εξήγηση που έδωσε για τη συμπεριφορά, τις πράξεις ή παραλείψεις του, τυχόν πρόθεσή του για τέλεση συγκεκριμένης πράξης ή παράλειψη και το είδος των καθηκόντων που του εμπιστεύθηκε ο εργοδότης. 

 

Δεν μπορεί να κριθεί δικαιολογημένη απόλυση για παρελθόντες λόγους, έστω και σοβαρούς, εκτός εάν ο λόγος που επέφερε τη ρήξη της εργασιακής σχέσης είναι από μόνος του τόσο σοβαρός που να μπορεί να δικαιολογήσει απόλυση, πλην της περίπτωσης που νέο παράπτωμα επιβεβαιώνει συγκεκριμένη συστηματική συμπεριφορά του εργοδοτουμένου μετά που δόθηκαν σοβαρές προειδοποιήσεις.  Σε αντίθετη περίπτωση, εργαζόμενοι οι οποίοι υπέπεσαν σε παραπτώματα στο παρελθόν, θα κινδύνευαν εις αεί να απολυθούν για παρελθόντες λόγους με αποτέλεσμα να παρατείνεται επ’ αόριστο η αβεβαιότητα σε σχέση με την παραμονή τους στην εργασία.

 

      Η νομολογία, δεν παραλείπει να επισημαίνει ότι οι κυριότερες υποχρεώσεις του συνετού εργοδότη κατά την άσκηση του δικαιώματος της απόλυσης, συνδέονται με την τήρηση μιας σωστής διαδικασίας, όπου υπάρχει πλήρης σεβασμός των δικαιωμάτων του εργαζομένου προτού ληφθεί η απόφαση για απόλυσή του.  Το δικαίωμα ακρόασης στον εργοδοτούμενο παρέχεται κυρίως για να δοθεί σε αυτόν η δυνατότητα να ανατρέψει τα όσα του καταλογίζονται.  Περαιτέρω, η άμεση επαφή εργοδότη-εργοδοτούμενου μπορεί να συμβάλει στην αποκατάσταση του κλίματος εμπιστοσύνης που για κάποιο λόγο διαταράχθηκε και έτσι να αποφευχθεί η λήψη του μέτρου της απόλυσης.  Το άρθρο 7 του Κυρωτικού Νόμου της Σύμβασης περί του Τερματισμού Απασχόλησης του 1985 Νόμου, Ν.45/85, έχει ως εξής: «Η απασχόληση εργαζομένου δεν πρέπει να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με τη συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος του, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα».  Καθώς αναφέρεται στην υπόθεση Κακοφεγγίτου (ανωτέρω) «στη διαπίστωση του ευλόγου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7 καθ’ όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία».  Η τήρηση της σωστής διαδικασίας αποβλέπει και στην προστασία του δικαιώματος εργασίας του εργαζομένου.  Τούτο συμβαδίζει και με τα ακόλουθα που λέχθηκαν στη σελ. 607 στην υπόθεση Kanika Developments Ltd (ανωτέρω), ήτοι ότι «πρέπει πάντως να λαμβάνει κανείς πάντοτε υπόψη και το ότι ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος, με τον οποίο ρυθμίζονται αυτές οι σχέσεις, είναι νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου που αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας, δικαίωμα που αποτελεί σημαντική σύγχρονη κατάκτηση».

 

            Προκύπτει λοιπόν το ερώτημα κατά πόσο η ενέργεια της Εργοδότριας Εταιρείας να προβεί στον άμεσο τερματισμό των υπηρεσιών του Αιτητή είναι νόμιμη και δικαιολογημένη.  Καθοδηγούμενο λοιπόν το Δικαστήριο από το Νόμο και τη νομολογία, στην προκειμένη περίπτωση θα πρέπει να διαπιστώσει κατά πόσο, ο Αιτητής επέδειξε τέτοια διαγωγή ώστε να καθιστά τον εαυτό του υποκείμενο σε απόλυση και ότι η σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου δεν μπορούσε να συνεχιστεί και σε περίπτωση απόδειξης τέτοιας διαγωγής το κατά πόσο η διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν επίσης εύλογη. (Βλ. Κακοφεγγίτου (ανωτέρω)).   

 

            Λόγω της απόρριψης της μαρτυρίας που προσκόμισε η Καθ’ ης η αίτηση σε σχέση με τη συμπεριφορά και διαγωγή που επέδειξε ο Αιτητής που την οδήγησε να λάβει την απόφαση για τερματισμό των υπηρεσιών του, η Εργοδότρια Εταιρεία απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που την βάρυνε και να αποδείξει ότι υπό τις περιστάσεις ενήργησε εύλογα ως ένας λογικός εργοδότης και ότι νόμιμα και δικαιολογημένα απέλυσε τον Αιτητή, εφόσον δεν αποδείχθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου πραγματικά γεγονότα που να δικαιολογούν την απόλυση του Αιτητή και δεν έχει καταδειχθεί η από μέρους του Αιτητή διάπραξη σοβαρού παραπτώματος που να δικαιολογεί την άμεση απόλυσή του.  Είναι συνεπώς κατάληξή μας ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν τερμάτισε νόμιμα την απασχόληση του Αιτητή.  Λαμβάνουμε υπόψη ότι ο πρώτος που αντέδρασε έντονα και χρησιμοποίησε συγκεκριμένες εκφράσεις ήταν ο κ.Κωνσταντινίδης και όχι ο Αιτητής, ότι τα λόγια που λέχθηκαν από τον κ.Κωνσταντινίδη ήταν μειωτικά για τον Αιτητή και μπορούσαν να θεωρηθούν ως πρόκληση, ότι δεν εκδηλώθηκε ξανά στο παρελθόν παρόμοιο ή άλλο περιστατικό και ότι ο Αιτητής εκτελούσε ικανοποιητικώς τα καθήκοντά του για 13  χρόνια επιδεικνύοντας διαγωγή που δεν ανάγκασε την Καθ’ ης η αίτηση στο παρελθόν να του επιστήσει την προσοχή του και να τον προειδοποιήσει.  Είναι πάγια νομολογημένο, ως αναφέρουμε ανωτέρω, ότι η απόλυση είναι το έσχατο μέτρο που πρέπει να λαμβάνεται.  Θεωρούμε ότι ένας λογικός εργοδότης που θεωρούσε ότι ο εργαζόμενός του υπέδειξε για πρώτη φορά μεμπτή διαγωγή όφειλε υπό τις περιστάσεις να του απέστελλε σχετική γραπτή προειδοποίηση και όχι να τον απολύσει άμεσα.  Όπως άλλωστε αναφέρει ο Selwyn[6] στο σύγγραμμά του:  «When considering conduct which results from the interaction of human personalities, it is necessary to apply the standards of ordinary people, not those of the angels».[7]  Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην αγγλική υπόθεση Wilson v. Racher [1974] ICR 428 όπου τονίστηκε ότι η υποχρέωση για υπόδειξη αμοιβαίας εκτίμησης.  Συγκεκριμένα ο Edmond-Davies L.J. ανέφερε τα ακόλουθα: «Many of the decisions which are customarily cited in these cases date from the last century and maybe wholly out of accord with current social conditions.  What would today be regarded as almost an attitude of Czar-serf, which is to be found in some of the older cases where a dismissed employee failed to recover damages, would, I venture to think, be decided differently today.  We have by now come to realise that a contract of service imposes upon the parties a duty of mutual respect».

                    

      Ομόφωνα λοιπόν καταλήγουμε ότι ο εργοδότης δεν ενήργησε ως λογικός εργοδότης και ότι η Καθ’ ης η αίτηση δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που τη βαρύνει και κατ’ επέκταση δεν κατάφερε να αποδείξει οποιοδήποτε λόγο που με βάση το άρθρο 5(ε) και (στ) του Νόμου θα δικαιολογούσε τον άμεσο τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή.  Συνεπώς, ο Αιτητής δικαιούται σε αποζημιώσεις συμφώνα με το Νόμο.    

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτουμένου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου.  Σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει απόλυτη διακριτική εξουσία για το επιδικασθησόμενο ποσό.  Κατά τον υπολογισμό όμως του επιδικασθησομένου τούτου ποσού το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δέον να λάβει υπόψη του, μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

 

(α)        Τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτουμένου˙

(β)        την διάρκειαν της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου˙

(γ)        την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του  εργοδοτουμένου˙

(δ)        τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου˙

(ε)        την ηλικίαν του εργοδοτουμένου.

 

Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικάσει κρίνεται με βάση τα ενώπιόν του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα.  Σε καμία περίπτωση, το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογα συμπεράσματα.  Σημειώνουμε ότι η αποζημίωση δεν μπορεί ούτε να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών και ούτε να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων.  Στην υπόθεση Εκδοτικός Οίκος Δίας Δημόσια Λτδ ν. Παπαχριστοδούλου (2006) 1 Α.Α.Δ. 625, στη σελ. 630, τονίστηκε ότι: «Σύμφωνα με τον πρώτο πίνακα του Ν.24/67 …. το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει απόλυτη διακριτική εξουσία να επιδικάσει οποιοδήποτε ποσό κρίνει πρέπον».

 

Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη όλους τους παράγοντες που απαριθμούνται στην παράγραφο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου και στο άρθρο 3 του Νόμου, για τους οποίους ακούσαμε και αξιολογήσαμε μαρτυρία, όπως τις απολαβές του Αιτητή τις οποίες αναφέρουμε ανωτέρω, τη διάρκεια της υπηρεσίας του η οποία είναι παραδεκτή, τις πραγματικές συνθήκες τερματισμού, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις εύλογο να επιδικάσουμε ως αποζημίωση το ποσό των €13,570.88 που αντιστοιχεί με απολαβές 32 εβδομάδων. 

 

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 9(1) του Νόμου ο Αιτητής δικαιούται πληρωμή αντί προειδοποίηση που αντιστοιχεί με απολαβές 8 εβδομάδων, ήτοι ποσό €3.392,72.  Δικαίωμα σε προειδοποίηση παρέχεται και από το άρθρο 11 του περί της Συμβάσεως Περί του Τερματισμού της Απασχολήσεως (Κυρωτικός) Νόμος του 1985 (Ν.45/85).

 

Εκδίδεται λοιπόν ομόφωνα απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ΄ ης η αίτηση για €16,963.60, με νόμιμο τόκο.  Επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εις βάρος της Καθ’ ης η αίτηση έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

   (Υπ.) …………………………………………

           Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστής.

 

(Υπ.) ...............................................               (Υπ.) ..................................................

              Ν. Παρισινού,  Μέλος                                            Κ. Χρίστου, Μέλος.

 

ΠΙΣΤΟΝ  ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1]Στην εν λόγω υπόθεση αναφέρθηκαν τα εξής: «Επί της ουσίας της επίδικης διαφοράς το ερώτημα αφορά το εύλογο της απόφασης των εφεσιβλήτων να τερματίσουν την εργοδότηση του εφεσείοντα, έχοντας το βάρος να αποδείξουν, επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι ενήργησαν υπό τις περιστάσεις ως λογικός εργοδότης (Κακοφεγγίτου, ανωτέρω).  Το εύλογο της συμπεριφοράς ενός εργοδότη κρίνεται εξ αντικειμένου με μέτρο το «λογικό εργοδότη».  Εάν κανένας λογικός εργοδότης δεν θα απέλυε, υπό τέτοιες περιστάσεις, τον εργαζόμενο, τότε πρόκειται για αδικαιολόγητη απόλυση.  Εάν όμως ένας λογικός εργοδότης μπορούσε να τον απολύσει, τότε η απόλυση είναι δικαιολογημένη, όπως ετέθη από τον Lord Denning Μ.R. στην British Leyland (UK) Ltd v. Swing (1981) 1 RLR 91, 93 και υιοθετήθηκε στην L. Papaphilippou, ανωτέρω».                

[2] Στην εν λόγω υπόθεση λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως, δε, έχει κατ’ επανάληψη νομολογηθεί, η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν Δικαστήριο θα έκανε αν ήταν στη θέση του εργοδότη.  Αντί αυτού, το Δικαστήριο θα πρέπει να ρωτήσει τον εαυτό του κατά πόσον, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, στοιχειοθετήθηκαν λογικές αιτίες σε σχέση με την πεποίθησή του ότι ο εργοδοτούμενος υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από τον εργοδότη ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη …».  

[3] Ιωάννης Δ. Κουκιάδης , Εργατικό Δίκαιο, Γ’ έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2005, σελ. 562-563.

[4]Όπως αναφέρθηκε στην εν λόγω υπόθεση η σημασία της εργασίας στη ζωή του ανθρώπου έχει αναγνωριστεί ως πολύ σημαντική για την ευημερία του ίδιου του ανθρώπου.    

[5] Στην αγγλική υπόθεση Taylor v. Parsons Peebles NEI Bruce Peebles Limited [1981] IRLR 119 όπου στους κανονισμούς του εργοδότη υπήρχε πρόνοια ότι, σε περίπτωση καβγά, θα δικαιολογείτο απόλυση, το Δικαστήριο αποφάσισε ότι, παρόλο που ο εργοδοτούμενος υπέπεσε στο συγκεκριμένο παράπτωμα, η απόλυσή του ήταν παράνομη αφού έλαβε υπόψη μεταξύ άλλων και τα 20 και πλέον χρόνια της υπηρεσίας του εργαζόμενου και ανέφερε ότι η κάθε περίπτωση εξετάζεται βάση των δικών της χαρακτηριστικών.

[6] Ν. M. Selwyn, Selwyn’s Law of Employment, 14th έκδοση, σελ. 385.

[7] Βλ. επίσης υπόθεση Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ ν. Κογιά (2006) 1Β Α.Α.Δ. 1227.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο