ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ – ΛΕΜΕΣΟΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή
Λ. Ζάμπογλου )
Ν. Ψύχα ) Μελών
Αρ. Αίτησης: 252/20
Μεταξύ:
ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΧΑΡΙΚΛΗΣ
ΑΙΤΗΤΗΣ
και
1. PANASTEL LTD
2. ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ
ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ
------------------
Ημερομηνία: 27/10/26
Εμφανίσεις:
Για Αιτητή: κ. Γ. Κωνσταντίνου
Για Καθ’ ων η Αίτηση 1: κ. Α. Χαραλάμπους
Για Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού: κ. Γ. Αθανασιάδης με κα Χατζησάββα
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την παρούσα αίτηση ο Αιτητής αξιώνει από τους Καθ’ ων η Αίτηση 1 («η Εργοδότρια Εταιρεία») αποζημιώσεις για παράνομο και αδικαιολόγητο τερματισμό της απασχόλησής του σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967, Ν.24/67 όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα («ο Νόμος») και διαζευκτικά σε περίπτωση που η Εργοδότρια Εταιρεία αποδείξει ότι η απόλυσή του οφείλεται σε πραγματικές συνθήκες πλεονασμού, πληρωμή από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού («το Ταμείο») με βάση το άρθρο 16(1) του Νόμου σε συνδυασμό με τον Τέταρτο Πίνακα του Νόμου.
Η Εργοδότρια Εταιρεία, αμφισβητώντας την εναντίον της αξίωση, στο έγγραφο εμφάνισής της ισχυρίζεται ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή ήταν καθόλα νόμιμος καθότι οφείλετο σε λόγους πλεονασμού και πιο συγκεκριμένα λόγω (α) μείωσης του όγκου εργασιών της επιχείρησής της, (β) κατάργησης τμήματος και (γ) αλλαγών στο πελατολόγιο και στο είδος των υπηρεσιών που παρείχε. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι από το 2013 που έχασε όλα της τα χρήματα δεν κατάφερε να εξασφαλίσει άλλα κεφάλαια ή άλλες τραπεζικές διευκολύνσεις καθότι τοποθετήθηκε στο σύστημα «Άρτεμις» ως μη αξιόχρεη με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εισάγει προϊόντα και να υπολειτουργεί και ότι από το 2018 οι τράπεζες ξεκίνησαν τις διαδικασίες εκποίησης της περιουσίας της. Ως εκ τούτου ζητά απόρριψη της αίτησης εναντίον της με έξοδα υπέρ της.
Το Ταμείο στους γενικούς λόγους της έγγραφης εμφάνισής του ισχυρίζεται ότι το αίτημα του Αιτητή για πληρωμή λόγω πλεονασμού απορρίφθηκε γιατί σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν του ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή δεν οφείλετο σε λόγους πλεονασμού. Πιο συγκεκριμένα, προβάλλει ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν παρουσίαζε μείωση του κύκλου εργασιών κατά τον ουσιώδη χρόνο της απόλυσης του Αιτητή και ότι η μείωση της ρευστότητας δεν αποτελεί λόγο πλεονασμού. Στη βάση των πιο πάνω αιτείται απόρριψη της αίτησης εναντίον του με έξοδα υπέρ του.
Βάρος Απόδειξης
Το άρθρο 5 του Νόμου προβλέπει τους λόγους που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και οι οποίοι δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Με το εδάφιο (β) του εν λόγω άρθρου καλύπτεται ο λόγος απόλυσης λόγω πλεονασμού.
Το άρθρο 6(1) του Νόμου καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου σύμφωνα με το οποίο «….. ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων» δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης.
Επομένως, στην παρούσα περίπτωση η Εργοδότρια Εταιρεία έχει το βάρος να αποδείξει ότι τερμάτισε την απασχόληση του Αιτητή λόγω πλεονασμού βάσει των προβλεπομένων στο άρθρο 5(β) σε συνδυασμό με το άρθρο 18 του Νόμου, όπου καθορίζονται περιοριστικά οι λόγοι πλεονασμού. Προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού κατέθεσαν ο κ. Μίλτος Αθανασίου, εγκεκριμένος λογιστής/ελεγκτής, ο κ. Χριστόδουλος Χριστοδούλου, διευθύνων σύμβουλος της Εργοδότριας Εταιρείας και η κα Μαρία Μιχαήλ, η οποία εργοδοτείτο μέχρι τις 31/01/2024 ως λογίστρια/γραμματέας στην Εργοδότρια Εταιρεία. Το Ταμείο δεν προσκόμισε οποιονδήποτε μάρτυρα και αρκέστηκε στην αντεξέταση των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας. Ο Αιτητής δεν κατέθεσε ενώπιόν μας και ο δικηγόρος του δεν αντεξέτασε τους μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας.
Παραδεκτά Γεγονότα - Μαρτυρία
Α. Από τα δικόγραφα, τις δηλώσεις των δικηγόρων των διαδίκων και τη μη αμφισβητούμενη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας τα πιο κάτω γεγονότα προκύπτουν ως παραδεκτά και/ή αναντίλεκτα:
(1) Η Εργοδότρια Εταιρεία είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την εισαγωγή, την πώληση και την επιδιόρθωση μηχανημάτων καθαρισμού και μηχανημάτων πλυντηρίων αυτοκινήτων.
(2) Η Εργοδότρια Εταιρεία είναι συνδεδεμένη με την εταιρεία Chris & Daughters Ltd. H Chris & Daughters Ltd ασχολείτο κυρίως με τις πωλήσεις αναλώσιμων προϊόντων (π.χ. χημικά, εξαρτήματα – ανταλλακτικά) και μηχανημάτων καθαρισμού. Οι εργασίες της Chris & Daughters Ltd τερματίστηκαν την άνοιξη του 2019 και μεταβιβάστηκαν στην Εργοδότρια Εταιρεία.
(3) Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Chris & Daughters Ltd την 01/03/2002 και την 01/01/2006 μεταφέρθηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας. Την 01/10/2016 μεταφέρθηκε στην υπηρεσία της Chris & Daughters Ltd. Tην 01/04/2019 o Αιτητής και οι δύο άλλοι υπαλλήλοι της Chris & Daughters Ltd μεταφέρθηκαν στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας και η Chris & Daughters Ltd τερμάτισε τις δραστηριότητες της ως εργοδότης και διαγράφηκε από το σχετικό μητρώο του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκμήρια 6, 8, 9 και 17). Η λογίστρια/γραμματέας της Chris & Daughters Ltd, κα Μιχαήλ ήταν μια από τους δύο άλλους υπαλλήλους της Chris & Daughters Ltd που μεταφέρθηκαν το 2019 στην Εργοδότρια Εταιρεία. Η κα Μιχαήλ συνέχισε να εργάζεται σε αυτήν μέχρι την 31/01/2024 ημερομηνία κατά την οποία απολύθηκε για λόγους πλεονασμού.
(4) Ο Αιτητής παρέμεινε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας μέχρι τις 30/06/2019 ημερομηνία κατά την οποία η απασχόλησή του τερματίστηκε με την προβολή λόγων πλεονασμού. Ο Αιτητής εργαζόταν ως υπεύθυνος πωλήσεων. Η απασχόληση του Αιτητή τερματίστηκε με επιστολή της Εργοδότριας Εταιρείας προς αυτόν ημερομηνίας 03/05/2019 (Τεκμήριο 3) με την οποία η Εργοδότρια Εταιρεία τον ενημέρωνε ότι λόγω της μείωσης του κύκλου εργασιών της στον τομέα των πωλήσεων η θέση του υπεύθυνου πωλήσεων καταργείται και ότι συνακόλουθα απολύεται ως πλεονάζον προσωπικό δίνοντας του τη νενομισμένη προειδοποίηση τερματισμού της απασχόλησής του.
(5) Για σκοπούς του Νόμου η περίοδος απασχόλησης του Αιτητή στην Εργοδότρια Εταιρεία ξεκινά από την 01/03/2002 και τελειώνει στις 30/06/2019.
(6) Ο τελευταίος, πριν τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή, εβδομαδιαίος μισθός του Αιτητή, για σκοπούς του Νόμου, ανερχόταν στο ποσό των €207,69.
(7) Ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση στο Ταμείο για πληρωμή λόγω απόλυσης που οφείλεται σε λόγους πλεονασμού στις 21/06/2019 (Τεκμήριο 1) στην οποία σημείωνε ότι ο λόγος απόλυσης που του έδωσε ο εργοδότης του ήταν η μείωση των πωλήσεων. Η Εργοδότρια Εταιρεία συμπλήρωσε και απέστειλε στις 08/07/2019 στο Ταμείο το έντυπο με τίτλο «Ερωτηματολόγιο» που αφορούσε τις συνθήκες τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή (Τεκμήριο 2) στο οποίο ανέγραψε τα εξής σχετικά με τους λόγους που απέλυσε τον Αιτητή:
«Μείωση του κύκλου εργασιών της εταιρείας. Λόγω μείωσης της ρευστότητας στην αγορά. Πιθανή εκποίηση του καταστήματος και κλείσιμο της εταιρείας.»
Το Ταμείο με επιστολή του ημερ. 05/05/2020 (Τεκμήριο 7) ενημέρωσε τον Αιτητή ότι η αίτησή του απορρίφθηκε καθότι σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν του η απόλυσή του δεν οφείλεται σε πλεονασμό όπως καθορίζεται στο άρθρο 18 του Νόμου.
(8)(α) Σύμφωνα με τα στοιχεία δηλώσεων της Εργοδότριας Εταιρείας στο Φ.Π.Α. ο κύκλος εργασιών της για σκοπούς Φ.Π.Α. (Τεκμήριο 5) κατά τα έτη 2013-2019 ήταν ως ακολούθως:
|
Έτος |
Κύκλος εργασιών |
|
2012 |
€161.088 |
|
2013 |
€162.024 |
|
2014 |
€111.357 |
|
2015 |
€91.301 |
|
2016 |
€67.814 |
|
2017 |
€123.795 |
|
2018 |
€200.467 |
|
2019 |
€165.087 |
(β) Σύμφωνα με τα στοιχεία δήλωσης της Chris & Daughters Ltd στο Φ.Π.Α. ο κύκλος εργασιών της (Τεκμήριο 5) από την 30/01/2011 μέχρι τις 31/01/2019 ήταν ως ακολούθως:
|
Περίοδος |
Κύκλος εργασιών |
|
30/01/2011 – 31/01/2012 |
€238.587 |
|
30/01/2012 – 31/01/2013 |
€86.783 |
|
30/01/2013 – 31/01/2014 |
€64.880 |
|
30/01/2014 – 31/01/2015 |
€55.133 |
|
30/01/2015 – 31/01/2016 |
€28.072 |
|
30/01/2016 – 31/01/2017 |
€46.519 |
|
30/01/2017 – 31/01/2018 |
€108.375 |
|
30/01/2018 – 31/01/2019 |
€68.543 |
Στο Τεκμήριο 5 φαίνεται ότι η Chris & Daughters Ltd από τις 30/01/2019 μέχρι τις 30/04/2019 είχε κύκλο πωλήσεων €922 και από τις 31/04/2019 και μετά είχε μηδαμινό κύκλο πωλήσεων. Περαιτέρω η Chris & Daughters Ltd διαγράφηκε από το μητρώο Φ.Π.Α. λόγω μεταβίβασης των εργασιών της στην Εργοδότρια Εταιρεία στις 30/04/2019 (Τεκμήριο 17).
(9)(α) Σύμφωνα με τις εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της Εργοδότριας Εταιρείας (Τεκμήρια 11 και 13):
(i) η Εργοδότρια Εταιρεία για τα έτη 2014-2020 είχε τ’ ακόλουθα αποτελέσματα σε ό,τι αφορά τον κύκλο εργασιών της:
|
|
2014 € |
2015 € |
2016 € |
2017 € |
2018 € |
2019 € |
2020 € |
* 2021 € |
|
Πωλήσεις |
121,392 |
139,789 |
83,509 |
136,907 |
199,954 |
174,503 |
247,871 |
135,785 |
|
Κόστος Πωλήσεων |
-99,506 |
-112,379 |
-65,584 |
-109,406 |
-159,737 |
-142,963 |
-180,671 |
-93,356 |
|
Μεικτό Κέρδος |
21,886 |
27,410 |
17,925 |
27,501 |
40,217 |
31,540 |
67,200 |
42,429 |
και
(ii) η Εργοδότρια Εταιρεία είχε τις ακόλουθες υποχρεώσεις:
|
|
2014 € |
2015 € |
2016 € |
2017 € |
2018 € |
2019 € |
2020 € |
|
|
Ιδία Κεφάλαια (αρνητικά) |
-581,844 |
-772,872 |
-810,658 |
-1,216,943 |
-1,211,590 |
-1,234,321 |
-1,232,669 |
|
|
Υποχρεώσεις Εμπορικοί και άλλοι πιστωτές |
587,513 |
590,396 |
595,915 |
208,971 |
198,485 |
265,128 |
218,106 |
|
|
Δανεισμός |
1,151,328 |
1,263,960 |
1,265,897 |
1,249,732 |
1,249,732 |
1,249,732 |
1,249,732 |
|
|
φορολογικές υποχρεώσεις |
46,046 |
54,892 |
54,892 |
54,892 |
53,685 |
53,091 |
29,241 |
|
|
|
1,784,887 |
1,909,248 |
1,916,704 |
1,513,595 |
1,501,902 |
1,567,951 |
1,497,079 |
|
|
Σύνολο ιδίων κεφαλαίων και υποχρεώσεων |
1,203,043 |
1,136,376 |
1,106,046 |
296,652 |
290,312 |
333,630 |
264,410 |
|
*Το 2021 δεν έγινε έλεγχος των οικονομικών καταστάσεων της Εργοδότριας Εταιρείας και τα στοιχεία για τις πωλήσεις της Εργοδότριας Εταιρείας προκύπτουν από τις βεβαιώσεις των πωλήσεων που δηλώθηκαν στις δηλώσεις πωλήσεων της Εργοδότριας Εταιρείας στο Φ.Π.Α. (Τεκμήριο 20).
(β) Σύμφωνα με τις εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της Chris & Daughters Ltd:
(i) η Chris & Daughters Ltd για τα έτη 2014-2020 είχε τ’ ακόλουθα αποτελέσματα σε ό,τι αφορά τον κύκλο εργασιών της (Τεκμήρια 10,12 και 28):
|
|
2014 |
2015 |
2016 |
2017 |
2018 |
2019 |
2020 |
|
Πωλήσεις |
100,251 |
31,026 |
49,011 |
112,057 |
72,612 |
3,422 |
0 |
|
Κόστος Πωλήσεων |
-80,444 |
-24,312 |
-35,394 |
-53,398 |
-35,984 |
-11,985 |
0 |
|
Μεικτό Κέρδος |
19,807 |
6,714 |
13,617 |
58,659 |
36,628 |
-8,563 |
0 |
και
(ii) η Chris & Daughters Ltd είχε τις ακόλουθες υποχρεώσεις:
|
|
2014 € |
2015 € |
2016 € |
2017 € |
2018 € |
2019 € |
2020 € |
|
Ιδία Κεφάλαια (αρνητικά) |
-35,594 |
-45,409 |
-49,252 |
-37,507 |
-43,296 |
-65,176 |
-66,709 |
|
Υποχρεώσεις Εμπορικοί και άλλοι πιστωτές |
559,080 |
560,408 |
569,782 |
186,638 |
190,284 |
202,515 |
205,204 |
|
Παρατράβηγμα Τράπεζας |
50,328 |
59,001 |
57,262 |
57,262 |
57,262 |
57,262 |
57,262 |
|
φορολογικές υποχρεώσεις |
47,996 |
47,996 |
48,378 |
47,903 |
42,098 |
35,766 |
34,610 |
|
|
657,404 |
667,405 |
675,422 |
291,803 |
289,644 |
295,543 |
297,076 |
|
Σύνολο ιδίων κεφαλαίων και υποχρεώσεων |
621,810 |
621,996 |
626,170 |
254,296 |
246,348
|
230,367 |
230,367 |
(γ) Στις σημειώσεις των οικονομικών καταστάσεων και των δύο εταιρειών (Τεκμήρια 10 και 11) αναγράφεται ότι οι υποχρεώσεις τους κατά τα έτη 2017, 2018, 2019 υπερέβαιναν τα στοιχεία ενεργητικού τους και ότι στηρίζονται σε χρηματοοικονομική υποστήριξη του διευθυντή και μετόχου της ώστε να συνεχίσουν ως συνεχιζόμενες δραστηριότητες γεγονός το οποίο υποδηλώνει την ύπαρξη ουσιαστικής αμφιβολίας ως προς την ικανότητά τους να συνεχίσουν ως συνεχιζόμενη επιχειρηματική δραστηριότητα. Επίσης στις εκθέσεις του ανεξάρτητου ελεγκτή της Εργοδότριας Εταιρείας, οι οποίες περιέχονται στις οικονομικές καταστάσεις της για τα έτη 2018 και 2019 (Τεκμήριο 11), αναγράφεται η ικανότητα της Εργοδότριας Εταιρείας να συνεχίσει ως δρώσα οικονομική μονάδα εξαρτάται από τους δανειστές της για την αναδιάρθρωση των υφιστάμενων δανείων η οποία δεν έγινε μέχρι τότε.
(10) Το 2014 η Τράπεζα Κύπρου απέστειλε διάφορες επιστολές προς την Εργοδότρια Εταιρεία, την Chris & Daughters Ltd και τον κ. Χριστοδούλου (α) με τις οποίες τους ενημέρωνε για διάφορες καθυστερήσεις σε λογαριασμούς στους οποίους ήταν πρωτοφειλέτες ή για τους οποίους ευθύνονταν ως εγγυητές είτε της Εργοδότριας Εταιρείας είτε της Chris & Daughters Ltd (Τεκμήριο 16). Τον Μάιο του 2015 (Τεκμήριο 32) η Τράπεζα Κύπρου απέρριψε πρόταση αναδιάρθρωσης των υποχρεώσεων του κ. Χριστοδούλου, της Εργοδότριας Εταιρείας και της Chris & Daughters Ltd. Το 2015 η Τράπεζα Κύπρου με επιστολές της τερμάτισε τη λειτουργία των τραπεζικών λογαριασμών της Εργοδότριας Εταιρείας και της Chris & Daughters Ltd και ζήτησε αμέσως την αποπληρωμή των υπολοίπων των λογαριασμών τους και ενημέρωνε ότι μη συμμόρφωση με τις εν λόγω επιστολές θα συνεπάγεται την καταχώρηση δικαστικών μέτρων εναντίον τους και ότι με την καταχώρηση αγωγών εναντίον τους θα διαβιβαστούν πληροφορίες για τις αγωγές στην εταιρεία Άρτεμις Τραπεζικά Συστήματα Πληροφορίων Λτδ. Στις εν λόγω επιστολές σημειώνεται ότι η Άρτεμις Τραπεζικά Συστήματα Πληροφορίων Λτδ είναι εταιρεία καταγραφής οικονομικής συμπεριφοράς και ότι με την καταχώρηση των πληροφοριών στο αρχείο «Άρτεμις» οι πληροφορίες για τις αγωγές θα είναι διαθέσιμες σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα στα οποία πιθανόν να αποταθούν για εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων και θα λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση τυχόν αίτησής τους (Τεκμήριο 16). Η Τράπεζα Κύπρου το 2016 καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού αγωγή εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας ως πρωτοφειλέτη και εναντίον τριών άλλων προσώπων (μεταξύ των οποίων ήταν η Chris & Daughters Ltd και ο κ. Χριστοδούλου) ως εγγυητές για οφειλόμενα υπόλοιπα τραπεζικών διευκολύνσεων συνολικού ύψους €1.326.713 πλέον τόκους στην οποία εκδόθηκε, στις 04/05/2022, απόφαση υπέρ της Τράπεζας Κύπρου και εις βάρος των εναγομένων για το εν λόγω ποσό πλέον τόκους (Τεκμήριο 14). Η Chris & Daughters Ltd είχε υποθηκεύσει ένα ακίνητο προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εργοδότριας Εταιρείας για το οποίο το 2019 δόθηκαν δύο ειδοποιήσεις πλειστηριασμού και το 2021 περιήλθε στην ιδιοκτησία της Gordian Holdings Ltd (Τεκμήριο 16). Επίσης το 2016 η Τράπεζα Κύπρου καταχώρησε αγωγή εναντίον του κ. Χριστόδουλου και άλλων προσώπων ως εγγυητές του κ. Χριστοδούλου, μεταξύ των οποίων ήταν και η Εργοδότρια Εταιρεία, για οφειλόμενα υπόλοιπα πιστωτικών διευκολύνσεων συνολικού ύψους €461.774 πλέον τόκους (Τεκμήριο 14).
(11) Η εταιρεία Άρτεμις Τραπεζικά Συστήματα Πληροφορίων Λτδ δυνάμει των διατάξεων του Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου Ν.66(Ι)/1997 και των σχετικών οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου διατηρεί ένα αρχείο στο οποίο καταγράφονται όλα τα τρέχοντα δεδομένα και στοιχεία που αφορούν τις χορηγήσεις όλων των πελατών των τραπεζικών ιδρυμάτων, εξυπηρετούμενες και μη εξυπηρετούμενες. Η εν λόγω εταιρεία υποχρεούται σε περίπτωση που οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα ζητήσει για σκοπούς αξιολόγησης αιτήματος για δανειοδότηση να του παραδώσει όλα τα στοιχεία που έχει στην κατοχή της σε σχέση με την τρέχουσα οικονομική κατάσταση και συμπεριφορά και τις χορηγήσεις (εξυπηρετούμενες ή μη) του προσώπου που αιτείται δανειοδότηση (βλ. Τεκμήριο 26).
Β. Ο κ. Αθανασίου κατέθεσε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο λογιστής/ελεγκτής της Εργοδότριας Εταιρείας και της Chris & Daughters Ltd. Κατέθεσε τις οικονομικές καταστάσεις των δύο εταιρειών για τα έτη 2017, 2018 και 2019 (Τεκμήρια 10 και 11) καθώς και τέσσερα έγγραφα (δύο για την κάθε μια εταιρεία ξεχωριστά) με τίτλους «Περίληψη Οικονομικών Καταστάσεων» και «Ισολογισμός/Ενεργητικό» (Τεκμήρια 12 και 13). Στα Τεκμήρια 12 και 13 περιέχονταν τα σχετικά στοιχεία των οικονομικών καταστάσεων των δύο εταιρειών από το 2014-2020. Υποστήριξε ότι από τα Τεκμήρια 10, 11, 12 και 13 προκύπτει ότι οι δύο εταιρείες δεν ήταν βιώσιμες. Ήταν η θέση του ότι με βάση το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 13 φαίνεται ότι η Εργοδότρια Εταιρεία όλα τα έτη κατά την περίοδο 2017-2019 είχε αρνητικά κεφάλαια (δηλαδή περισσότερες υποχρεώσεις από περιουσιακά στοιχεία) γεγονός που δείχνει ότι δεν ήταν οικονομικά βιώσιμη. Ισχυρίστηκε ότι στο σύστημα «Άρτεμις» καταγράφονται όλοι οι πελάτες των Τραπεζών που έχουν παγοποιημένους λογαριασμούς. Ότι με την καταχώρηση των αγωγών του 2016 από την Τράπεζα Κύπρου εναντίον του κ. Χριστοδούλου, της Εργοδότριας Εταιρείας και της Chris & Daughters Ltd, η Τράπεζα Κύπρου τοποθέτησε όλους, τις δύο εταιρείες, τον κ. Χριστοδούλου και τους εγγυητές τους, στο σύστημα «Άρτεμις» με αποτέλεσμα να χαρακτηριστούν όλοι ως «κόκκινοι δανειολήπτες» και κατά συνέπεια να μην μπορούν να εξεύρουν νέες πιστωτικές διευκολύνσεις. Ότι αυτό στην πράξη σήμαινε έλλειψη ρευστότητας των δύο εταιρειών. Ότι προκειμένου να συνεχιστούν οι επιχειρηματικές δραστηριότητες των δύο εταιρειών έπρεπε να λάβουν μέτρα περιορισμού των δραστηριοτήτων τους και των εξόδων τους. Ότι το 2019 αποφασίστηκε να αναστείλουν τις εργασίες της Chris & Daughters Ltd η οποία δραστηριοποιείτο στον τομέα πώλησης αναλώσιμων προϊόντων λόγω του ότι η εν λόγω εταιρεία δεν είχε την αναγκαία ρευστότητα να αγοράσει νέα προϊόντα για να τα διαθέσει προς πώληση. Ότι αντί να τερματιστεί η απασχόληση του Αιτητή για λόγους πλεονασμού, ο κ. Χριστοδούλου αποφάσισε να συνεχιστεί η εργοδότησή του στην Εργοδότρια Εταιρεία μέχρι να πωληθεί το στοκ των αναλώσιμων προϊόντων της Chris & Daughters Ltd το οποίο μεταβιβάστηκε στην Εργοδότρια Εταιρεία. Ότι μετά την πώληση του στοκ των αναλώσιμων προϊόντων η Εργοδότρια Εταιρεία μη έχοντας την αναγκαία ρευστότητα να αγοράσει νέα προϊόντα και λόγω των οικονομικών προβλημάτων που είχε με τις Τράπεζες η Εργοδότρια Εταιρεία έκλεισε το τμήμα πώλησης αναλώσιμων προϊόντων με αποτέλεσμα να μην είναι αναγκαίες οι υπηρεσίες του Αιτητή στην Εργοδότρια Εταιρεία. Σημείωσε ότι η αύξηση του κύκλου εργασιών της Εργοδότριας Εταιρείας για τα έτη που προηγήθηκαν του 2019 δεν οφείλεται στην πώληση αναλώσιμων προϊόντων αλλά σε πωλήσεις μηχανημάτων της Εργοδότριας Εταιρείας.
Αντεξεταζόμενος είπε ότι με βάση την επαγγελματική εμπειρία του ως λογιστής/ελεγκτής συνήθως η αναφορά στο σύστημα «Άρτεμις» γίνεται με την καταχώρηση αγωγών ή την παγοποίηση των τραπεζικών λογαριασμών και όταν αναφέρεται στο εν λόγω σύστημα ότι κάποιο πρόσωπο έχει παγοποιημένους λογαριασμούς τότε δεν τον χρηματοδοτούν άλλες τράπεζες στην Κύπρο. Είπε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία εξασφάλισε ιδιωτικό δανεισμό κατά την περίοδο 2014-2017 για να μπορέσει να αγοράσει μηχανήματα και να τα μεταπωλήσει.
Κατά την επανεξέτασή του είπε ότι από το 2014 μέχρι το 2017 η Εργοδότρια Εταιρεία είχε πάρει ιδιωτικά δάνεια €10.000 με €15.000 τα οποία εξόφλησε το 2017.
Ο κ. Χριστοδούλου κατέθεσε ότι λόγω δανεισμού της Εργοδότριας Εταιρείας και του ιδίου σε ξένα νομίσματα και της οικονομικής κρίσης του 2013 αυξήθηκε το χρέος τους προς τις τράπεζες. Ότι η Εργοδότρια Εταιρεία και αυτός δεν μπορούσαν πλέον να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους προς τις τράπεζες. Ότι το 2016 τόσο αυτός όσο και οι δυο εταιρείες τοποθετήθηκαν στο σύστημα «Άρτεμις» ως «κόκκινοι δανειολήπτες» το οποίο πρακτικά σήμαινε ότι ήταν αναξιόχρεοι και δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν οποιαδήποτε πιστωτική διευκόλυνση από τράπεζα. Ότι λόγω του ότι δεν υπήρχαν άλλα διαθέσιμα ακίνητα για να υποθηκευτούν και ότι όλα τα πρόσωπα που θα μπορούσαν να δώσουν εγγύηση ήταν ήδη εγγυητές στα μη εξυπηρετούμενα δάνεια της Εργοδότριας Εταιρείας και του ιδίου δεν υπήρχε περίπτωση άλλος πιστωτικός οργανισμός να δάνειζε την Εργοδότρια Εταιρεία. Ότι λόγω των πιο πάνω οι δύο εταιρείες δεν είχαν ρευστότητα να αγοράζουν προϊόντα για να τα εμπορευτούν στη συνέχεια, με αποτέλεσμα να υπολειτουργούν και να μειώνεται ο κύκλος εργασιών τους. Ότι όταν η Chris & Daughters Ltd ανέστειλε τις εργασίες της ο Αιτητής μεταφέρθηκε δοκιμαστικά στην Εργοδότρια Εταιρεία. Ότι μετά την πώληση των αναλώσιμων προϊόντων που υπήρχαν στο απόθεμα που μεταβιβάστηκε από την Chris & Daughters Ltd στην Εργοδότρια Εταιρεία λόγω του ότι δεν υπήρχε ρευστότητα για να μπορεί η Εργοδότρια Εταιρεία να αγοράζει αναλώσιμα προϊόντα ώστε να μπορεί στη συνέχεια να τα πωλεί στους πελάτες της αποφασίστηκε (α) όπως μη συνεχίσει η Εργοδότρια Εταιρεία να ασχολείται με την πώληση αναλώσιμων προϊόντων και (β) η κατάργηση του τμήματος πώλησης αναλώσιμων προϊόντων. Υποστήριξε ότι λόγω του ότι ο Αιτητής δεν είχε οποιεσδήποτε τεχνικές γνώσεις δεν μπορούσε να απασχοληθεί πλέον στην Εργοδότρια Εταιρεία η οποία ασχολείτο με την πώληση και τη συντήρηση και/ή επιδιόρθωση μεγάλων μηχανημάτων καθαρισμού. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 18Α δέσμη εγγράφων στα οποία παρουσιάζονται αναλυτικά ανά είδος οι πωλήσεις της Chris & Daughters Ltd για τα έτη 2016-2018 και ως Τεκμήριο 18Β δέσμη εγγράφων στα οποία παρουσιάζονται αναλυτικά ανά είδος οι πωλήσεις της Εργοδότριας Εταιρείας για την περίοδο Ιανουαρίου του 2016 - Ιουνίου του 2019. Είπε ότι οι υποχρεώσεις της Εργοδότριας Εταιρείας και του ιδίου προς την Τράπεζα Κύπρου και τους άλλους οργανισμούς (οι οποίοι εξαγόρασαν από την Τράπεζα Κύπρου τις υποχρεώσεις τους προς αυτήν) διευθετήθηκαν με την πώληση όλων των περιουσιακών στοιχείων των δύο εταιρειών, του ιδίου και της συμβίας του. Ανέφερε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία είχε καθυστερημένες οφειλές στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων (Φ.Π.Α. και φόρος εισοδήματος) και στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ότι το 2014-2017 η Εργοδότρια Εταιρεία δανείστηκε κάποια χρήματα από τον πατέρα του για να μπορέσει να συνεχίσει τη λειτουργία της. Ότι το 2017 υποβλήθηκαν στον Έφορο Εταιρειών τέσσερις ενστάσεις από πιστωτές της Εργοδότριας Εταιρείας στη διαγραφή της από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών (Τεκμήριο 23). Ότι το 2017 και το 2018 η Εργοδότρια Εταιρεία πωλούσε μόνο μεγάλα μηχανήματα καθαρισμού τα οποία έχουν ψηλή τιμή πώλησης με αποτέλεσμα να φαίνονται αυξημένες οι πωλήσεις της Εργοδότριας Εταιρείας.
Κατά την αντεξέτασή του κατέθεσε ως Τεκμήριο 24 δέσμη εγγράφων στα οποία παρουσιάζονται αναλυτικά ανά είδος οι πωλήσεις της Εργοδότριας Εταιρείας για την περίοδο Ιανουαρίου του 2019 - Δεκεμβρίου του 2019 και ως Τεκμήριο 25 έγγραφο στο οποίο φαίνεται ότι από το 2013 και μετά είχαν εκδοθεί διάφορα εντάλματα εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας για οφειλές εισφορών κοινωνικών ασφαλίσεων. Επέμενε ότι μετά την απόλυση του Αιτητή η Εργοδότρια Εταιρεία σταμάτησε να αγοράζει αναλώσιμα προϊόντα με σκοπό να τα πωλεί στη συνέχεια στους πελάτες της και ότι απλώς αν υπήρχε σε απόθεμα το προϊόν που ζητούσαν οι πελάτες της τότε οι πελάτες περνούσαν από το κατάστημα της Εργοδότριας Εταιρείας για να το αγοράσουν. Συμφώνησε ότι φαίνεται να υπήρχε αύξηση στις πωλήσεις της Εργοδότριας Εταιρείας το 2017 και το 2018 αλλά σημείωσε ότι οι εργασίες της Εργοδότριας Εταιρείας ήταν ζημιογόνες καθότι τα κέρδη από τις πωλήσεις δεν κάλυπταν τα λειτουργικά της έξοδα. Υποστήριξε ότι ο μόνος τρόπος εξασφάλισης δανειοδότησης ήταν η αναδιάρθρωση των δανείων κάτι που δεν έγινε. Είπε ότι αν υπήρχε τρόπος να εξασφαλίσει πιστωτικές διευκολύνσεις θα το έπραττε ώστε να μην χαθούν ακίνητα αξίας πέραν των €2.5 εκατομμυρίων. Ανέφερε ότι ο Αιτητής εκτός από τις πωλήσεις ασχολείτο και με άλλα βοηθητικά καθήκοντα όπως κλητήρας, μεταφορέας μηχανημάτων κ.λ.π.. Είπε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία και η Chris & Daughters Ltd ενώ ήταν οικονομικά αυτόνομες συνεργάζονταν για την εκτέλεση των εργασιών τους και αναλόγως των οικονομικών αποτελεσμάτων τους γινόταν μεταφορά υπαλλήλων και εργασιών από την μια στην άλλη.
Η κα Μιχαήλ καταθέτοντας ανέφερε ότι στα έσοδα της Chris & Daughters Ltd για τα έτη 2016-2018 περιλαμβάνονταν και εισπράξεις πέραν των εισπράξεων από τις πωλήσεις μηχανημάτων και προϊόντων, όπως εισπράξεις για παροχές υπηρεσιών και εργατικά. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 29 δέσμη εγγράφων στα οποία παρουσιάζονται αναλυτικά τα εισοδήματα της Chris & Daughters Ltd πέραν των πωλήσεων προϊόντων και μηχανημάτων για τα έτη 2016-2018. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 30 δέσμη εγγράφων στα οποία παρουσιάζονται αναλυτικά τα εισοδήματα της Εργοδότριας Εταιρείας για την περίοδο Ιανουαρίου του 2016 - Δεκεμβρίου του 2019 τα οποία δεν περιέχονταν στα Τεκμήρια 18Β και 24 σημειώνοντας ότι αυτά αφορούσαν εισοδήματα από παροχή υπηρεσιών, χρεώσεις για εργατικά και πωλήσεις μεταλλικών κατασκευών (metal structures) τις οποίες έφτιαχνε ο κ. Χριστοδούλου. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 31 έγγραφο το οποίο ετοίμασε η ίδια στο οποίο φαίνονταν συγκεντρωτικά τα στοιχεία των εισοδημάτων σε ευρώ των δύο εταιρειών όπως προκύπτουν (1) από τα Τεκμήρια 18Α, 18Β, 24, 29 και 30 και (2) τις εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις των δύο εταιρειών. Παραθέτουμε πιο κάτω το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 31:
PANASTEL LTD
|
Εισοδήματα |
2016 |
2017 |
2018 |
2019 |
|
Εργατικά |
5,373.00 |
1,532.00 |
5,039.04 |
10,782.43 |
|
Services |
450 |
1,300.00 |
600.00 |
2,884.00 |
|
Μetal structures |
|
48,200.00 |
51,680.00 |
7,700.00 |
|
Machines |
19,161.48 |
29,847.07 |
75,734.55 |
42,911 |
|
Parts |
38,596.75 |
42,859.57 |
66,061.22 |
95,293.70 |
|
Chemicals |
4,581.67 |
226,46 |
1,746.42 |
5,537.00 |
|
Total |
68,162.90 |
123,965.00 |
200,861.23 |
165,108.13 |
|
|
|
|
|
|
|
Eλεγμένοι |
83,509.00 |
136,907.00 |
199,954.00 |
174,503.00 |
CHRIS & DAUGHTERS LTD
|
Εισοδήματα |
2016 |
2017 |
2018 |
2019 |
|
Εργατικά |
4,814.22 |
12,522.08 |
7,691.00 |
|
|
Services |
1,402.00 |
3,730.67 |
|
|
|
Machines |
10,623.00 |
25,140.00 |
16,609.12 |
|
|
Parts |
26,735.28 |
65,082.25 |
43,308.89 |
|
|
Chemicals |
1,108.51 |
4,477.17 |
5,229.50 |
|
|
Total |
44,683.01 |
110,057.00 |
72,838.51 |
|
|
|
|
|
|
|
|
Eλεγμένοι |
49,011 |
112,057.00 |
72,612.00 |
|
Αντεξεταζόμενη διευκρίνισε ότι όταν περνούσε τα στοιχεία εισοδημάτων/εισπράξεων των δύο εταιρειών στο μηχανογραφημένο σύστημα από το οποίο εκτυπώθηκαν τα έγγραφα των Τεκμηρίων 18Α, 18Β, 24, 29 και 30 περνούσε ξεχωριστά σε κάθε μερίδα το κάθε στοιχείο εισοδήματος του κάθε τιμολογίου. Είπε ότι δεν είναι σε θέση να εξηγήσει τις διαφορές μεταξύ του συνόλου των στοιχείων των εισοδημάτων των δύο εταιρειών που προκύπτουν από τα Τεκμήρια 18Α, 18Β, 24, 29 και 30 και του συνόλου του εισοδημάτων των δύο εταιρειών που αναφέρονται στις εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις των δύο εταιρειών.
Νομική Πτυχή
Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18 του Νόμου, εργοδοτούμενος είναι πλεονάζον και κατά συνέπεια δικαιούται πληρωμή από το ομώνυμο Ταμείο όταν η απασχόλησή του τερματίστηκε:
«(α) Διότι ο εργοδότης έπαυσεν ή προτίθεται να παύση να διεξάγη την επιχείρησιν εν τη οποία ο εργοδοτούμενος απησχολείτο, ή
(β) διότι ο εργοδότης έπαυσεν ή προτίθεται να παύση να διεξάγη επιχείρησιν εις τον τόπον όπου ο εργοδοτούμενος απησχολείτο:
………………………………………………………………………………………………
(γ) Ένεκα οιουδήποτε των ακολούθων άλλων λόγων σχετιζομένων προς την λειτουργίας της επιχειρήσεως:
(i) Εκσυγχρονισμού, μηχανοποιήσεως ή οιαδήποτε άλλης αλλαγής εις τα μεθόδους παραγωγής ή οργανώσεως η οποία ελαττώνει τον αριθμό των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων.
(ii) Αλλαγών εις τα προϊόντα ή εις τα μεθόδους παραγωγής ή εις τα αναγκαιούσας ειδικότητας των εργοδοτουμένων.
(iiι) Καταργήσεις τμημάτων.
(iv) Δυσκολιών εις την τοποθέτησιν προϊόντων εις την αγοράν ή πιστωτικών δυσκολιών.
(v) Ελλείψεως παραγγελιών ή πρώτων υλών
(vi) Σπάνεως μέσων παραγωγής, και
(vii) Περιορισμού του όγκου της εργασίας ή της επιχειρήσεως»
Το Δικαστήριο καλείται αφού αναλύσει το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιόν του να αποφασίσει κατά πόσον η Εργοδότρια Εταιρεία κατάφερε να αποδείξει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της απόλυσης του Αιτητή συνέτρεχαν λόγοι πλεονασμού που δικαιολογούσαν την απόλυσή του. Από το ενώπιόν μας μαρτυρικό υλικό προκύπτει ότι η Εργοδότρια Εταιρεία επικαλείται ως λόγο απόλυσης του Αιτητή ως πλεονάζον προσωπικό (α) τη μείωση του κύκλου/όγκου εργασιών της, (β) την αλλαγή στο είδος υπηρεσιών που προσέφερε, (γ) την κατάργηση τμήματος και (δ) τις πιστωτικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε. Κατά συνέπεια το ερώτημα που τίθεται είναι αν με βάση την ενώπιόν μας μαρτυρία δικαιολογείται η απόλυση του Αιτητή σύμφωνα με τις πρόνοιες των εδαφίων (i), (ii), (iii) (iv) και (vii) της παραγράφου (γ) του άρθρου 18 του Νόμου.
Σημειώνουμε ότι οι λόγοι πλεονασμού όπως αυτοί αναφέρονται στα εδάφια της παραγράφου (γ) του άρθρου 18 του Νόμου αποτελούν αυτόνομους και όχι αλληλοεξαρτώμενους λόγους πλεονασμού. Επομένως εάν οποιοσδήποτε από τους λόγους αποδειχτεί, η απόφαση του εργοδότη να απολύσει τον εργοδοτούμενο για λόγους πλεονασμού θα κριθεί δικαιολογημένη.
Τονίζουμε ότι με βάση τη νομολογία το κατά πόσον υπάρχουν πραγματικές συνθήκες πλεονασμού κρίνεται με αντικειμενικά κριτήρια αφού αναφέρεται στις πραγματικές ανάγκες της επιχείρησης και δεν εναπόκειται στην υποκειμενική κρίση του εργοδότη ή του εργοδοτουμένου (βλέπε United Hotels (Lordos) Ltd ν. Ανδρούλας Σταύρου κ.α. (2003) 1 Α.Α.Δ. 515).
Σύμφωνα με την επικρατούσα νομολογία για να διαπιστωθεί κατά πόσον υπήρξε πραγματική μείωση του όγκου εργασιών μιας επιχείρησης θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο συνήθης κύκλος ή όγκος εργασιών της επιχείρησης αυτής κατά τα τελευταία χρόνια προ της απολύσεως[1]. Το Δικαστήριο κρίνοντας αντικειμενικά θα πρέπει να διαπιστώσει κατά πόσον υπήρξε ουσιαστική μείωση του συνήθους κύκλου ή όγκου εργασιών της επιχείρησης, κατά τον ουσιώδη χρόνο τερματισμού της απασχόλησης του εργοδοτούμενου, στον βαθμό που θα μπορούσε να θεωρηθεί δικαιολογημένη η απόφαση για απόλυση λόγω πλεονασμού. Σχετικά με τον περιορισμό του όγκου εργασίας μιας επιχείρησης σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Α. Ιάσωνος Λτδ ν. Χρίστου κ.α. (1994) 1 Α.Α.Δ. 703, 706:
«Εποχιακή ή περιοδική μείωση του όγκου της εργασίας η οποία αφήνει ανεπηρέαστο τον όγκο της εργασίας, επιμετρούμενο μέσα στο συνήθη κύκλο της εμπορικής δραστηριότητας του εργοδότη, δε συνιστά λόγο για τον τερματισμό της απασχόλησης λόγω πλεονασμού. Ο όγκος των εργασιών επιχείρησης έχει όχι μόνο εποχιακές αλλά και καθημερινές αυξομειώσεις και διακυμάνσεις. Αν γινόταν δεκτή η θέση των εφεσειόντων, θα διανοιγόταν η οδός για την καταστρατήγηση του οικοδομήματος του νόμου που συναρτά τον πλεονασμό με τα αντικειμενικά δεδομένα της επιχείρησης. Ο όγκος εργασίας προσδιορίζεται με βάση σταθερό παρονομαστή που αντανακλά τον όγκο της εργασίας του εργοδότη στο πλαίσιο του συνήθους κύκλου της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και αυτή η σημασία που ενέχει ο όρος ‘όγκος εργασίας’ στο πλαίσιο του άρθρου 18(γ) (vii) του Ν.24/67 (όπως έχει τροποποιηθεί).»
Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στο σύγγραμμα Π. Γ. Πολυβίου, ΤΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, Θεωρία και Πράξη, 2018, όπου στις σελίδες 336-337 αναγράφονται τα πιο κάτω:
«Σίγουρα, όπως δείχνουν οι πολλές υποθέσεις από τα Δικαστήρια και ιδιαίτερα από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, η έννοια του «περιορισμού του όγκου εργασίας ή της επιχείρησης» είναι ιδιαίτερα δύσκολη, τόσο λογιστικά όσο και νομικά. Ο Νόμος δεν καθορίζει συγκεκριμένο ποσοστό μείωσης ή περιορισμού του όγκου ή κύκλου εργασίας για να είναι δυνατή η ενεργοποίηση των νομοθετικών προνοιών για πλεονασμό, ούτε και είναι εύκολο να αξιολογείται η πραγματική κατάσταση της επιχείρησης εκεί που υπάρχουν σοβαρές και έντονες διακυμάνσεις είτε λόγω εξωγενών λόγων είτε άλλως πως. Η εποχικότητα από μόνη της δεν συνιστά ασφαλές πραγματικό ή νομικό έρεισμα για εξαγωγή συμπερασμάτων για περιορισμό του όγκου εργασίας. Εάν όμως η εποχικότητα αυτή δεν περιορίζεται σε διακυμάνσεις αλλά έχει καταστεί μόνιμο ή έστω σύνηθες και μη προσωρινό στοιχείο της επιχείρησης, για οποιουσδήποτε λόγους, τότε η μείωση δεν αποτελεί πλέον εποχική διακύμανση αλλά αντικειμενικό δεδομένο.
………………………………………………………………….
Εφόσον η εποχιακή μείωση δεν αρκεί, και εφόσον απαιτούνται εάν όχι μόνιμα και μη αναστρέψιμα τουλάχιστον οικονομικά δεδομένα μακράς διάρκειας, το Δικαστήριο έχει να αντιμετωπίσει δύσκολες περιπτώσεις όταν θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν όχι μόνο οικονομικές και λογιστικές αναλύσεις αλλά και κοινή λογική.
………………………………………..
Η γενική προσέγγιση των Δικαστηρίων είναι ότι, παρόλο που η έννοια «της μείωσης του όγκου εργασίας» δεν μπορεί να καθοριστεί ή να διασαφηνιστεί εξαντλητικά, θα πρέπει το θέμα να αντιμετωπιστεί κατά τρόπο ορθολογιστικό, στο πλαίσιο του συνόλου της επιχειρηματικής δραστηριότητας και «ως συνάρτηση πολλών παραμέτρων». Εάν οι εργασίες της εταιρείας έχουν μειωθεί εμφανώς και μόνιμα ή τουλάχιστον όχι προσωρινά, και αν αυτή η μείωση εργασιών αντικατοπτρίζεται σε σαφή μείωση εσόδων και αξίας, τότε υπάρχει η βάση για δικαστική κρίση ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις πλεονασμού σαν αποτέλεσμα της «μείωσης του όγκου εργασιών» της εργοδότριας εταιρείας.»
Σημειώνουμε ότι στην υπόθεση Σωτήρη Α. Χρυσάνθου ν. 1. PETROS PITSILLIS (GLASS MARKET) LIMITED, 2. Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού (2001) 1 Α.Α.Δ. 383 λέχθηκαν τα ακολούθα σε σχέση με τα στοιχεία που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση λόγων πλεονασμού:
«Αυτό μας οδηγεί στον τέταρτο λόγο έφεσης που αφορά την κατάληξη του δικαστηρίου ότι κανένα πειστικό στοιχείο δεν προσκομίσθηκε σε τεκμηρίωση του ισχυρισμού για πλεονασμό. Είναι προφανές από το παρατεθέν απόσπασμα ότι το τι είχε υπ΄όψη του το δικαστήριο ήταν μαρτυρία υπό μορφή ισολογισμών και άλλων λογιστικών στοιχείων που αφορούσαν τον κύκλο εργασιών της εταιρείας. Ήταν γι΄αυτό το λόγο που το δικαστήριο θεώρησε ως άνευ σημασίας όχι μόνο τα αναφερόμενα στις επιστολές αλλά και την ίδια τη μαρτυρία του Εφεσείοντα 1 ότι το εργοστάσιο ήταν κλειστό την ημέρα που εδόθησαν οι επιστολές καθώς και ένα μήνα πριν από την ακρόαση. Αυτό θεωρούμε ότι συνιστούσε λανθασμένη προσέγγιση στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Οι ισολογισμοί και άλλα λογιστικά στοιχεία που αφορούν τον κύκλο εργασιών του εργοδότη μπορεί να είναι σημαντικά στοιχεία προς απόδειξη τέτοιας μείωση του κύκλου εργασιών του ώστε να δικαιολογούν συμπέρασμα πλεονασμού, δεν είναι όμως τα μόνα και αποκλειστικά στοιχεία που να μπορούν να συνιστούν τέτοια μαρτυρία, ούτε περιορίζεται νομολογιακά το είδος της μαρτυρίας που ενδεχόμενα να τεκμηρίωνε πλεονασμό. Η αναφορά του δικαστηρίου στην υπόθεση Α. Ιάσωνος Λτδ ν. Χρίστου (1994) 1 ΑΑΔ 703 σε στήριξη της άποψης του ότι δεν παρουσιάσθησαν στοιχεία υπό μορφή ισολογισμών και άλλων τέτοιων που να καταδείκνυαν "πραγματικές συνθήκες πλεονασμού" ως εκ της μείωσης του συνήθους κύκλου εργασιών της εταιρείας, παραγνωρίζει τα πιο πάνω. Η εν λόγω υπόθεση δεν αφορούσε το είδος της μαρτυρίας που μπορεί να τεκμηριώσει πλεονασμό αλλά τη συνάρτηση της εποχιακής και περιοδικής μείωσης του κύκλου εργασιών προς το συνήθη κύκλο εργασιών του εργοδότη. Στην προκειμένη περίπτωση υπήρχε μαρτυρία, που ήταν και μέρος των ευρημάτων του δικαστηρίου, ότι το εργοστάσιο της εταιρείας ήταν κλειστό τόσο την ημέρα που εδόθησαν οι επιστολές τερματισμού όσο και ένα μήνα πριν από την ακρόαση. Χωρίς βέβαια να λέγουμε ότι αυτό θα ήταν αρκετό να αποδείξει τον ισχυριζόμενο πλεονασμό, θεωρούμε ότι, σε συνάρτηση και με την αναφορά που εγίνετο στις επιστολές ως προς το λόγο του τερματισμού, η μαρτυρία αυτή ήταν μαρτυρία που θα έπρεπε να σταθμισθεί από το δικαστήριο και όχι να αποκλεισθεί a priori ως μη σχετική. Η καθολική αναστολή των εργασιών του εργοδότη που απεκάλυπτε το κλείσιμο του εργοστασίου συνιστούσε στοιχείο μαρτυρίας που ήταν σχετικό προς το επίδικο θέμα.»[2]
Στην υπόθεση Murray and Another v. Foyle Meats Ltd [1999] ICR 827 η Βουλή των Λόρδων στην απόφασή τους σημείωσαν ότι στις περιπτώσεις που το επίδικο ζήτημα αφορά απολύσεις λόγω, κατ’ ισχυρισμόν, πλεονασμού το Δικαστήριο πρέπει να απαντήσει σε δύο ερωτήματα γεγονότων:
“The first is whether one or other of various states of economic affairs exists. In this case, the relevant one is whether the requirements of the business for employees to carry out work of a particular kind have diminished. The second question is whether the dismissal is attributable, wholly or mainly, to that state of affairs. This is a question of causation………… there is no reason in law why the dismissal of an employee should not be attributable to a diminution in the employer’s need for employees irrespective of the terms of his contract of the function which he performed. Of course the dismissal of an employee who could perfectly well have been redeployed or who was doing work unaffected by the fall in demand may require some explanation to establish the necessary causal connection. But this is a question of fact, not law.”
Προσλήψεις νέου προσωπικού από έναν εργοδότη, ο οποίος απολύει προσωπικό λόγω μείωσης του όγκου εργασίας του, αντιβαίνουν τον λόγο πλεονασμού που επικαλείται ο εργοδότης εκτός αν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις καθότι ένας εργοδότης δεν μπορεί να απολύει προσωπικό λόγω μείωσης του όγκου/κύκλου εργασιών και ταυτόχρονα να προβαίνει σε νέες προσλήψεις, λίγο πριν ή λίγο μετά τις απολύσεις λόγω μείωσης του όγκου/κύκλου εργασιών του (αφού τέτοιες προσλήψεις τείνουν να καταδείξουν ότι οι απολύσεις δεν οφείλονταν σε λόγους πλεονασμού). Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην απόφαση Α/φοί Γαλαταριώτη Λτδ ν. Παρασκευής Γρηγορά κ.α. (2001) 1 Α.Α.Δ. 1985 όπου η εργοδότρια εταιρεία επικαλέστηκε τη συνεχιζόμενη κρίση στον τομέα του γενικού εμπορίου ως την αιτία απόλυσης της αιτήτριας και λέχθηκε στη σελίδα 1990 ότι:
«…..η απόλυση της εφεσίβλητης δεν οφειλόταν ούτε είχε οποιαδήποτε σχέση με τη μείωση του κύκλου εργασιών του καταστήματος, αιτία που δεν συνάδει με την πρόσληψη νέου υπαλλήλου».
Στη συνέχεια στη σελίδα 1992 λέχθηκαν τ’ ακόλουθα:
«Το κρίσιμο ερώτημα ήταν λοιπόν, κατά πόσο υπήρξε περιορισμός του όγκου εργασίας των εφεσειόντων. Το Δικαστήριο αξιολογώντας το μαρτυρικό υλικό κατέληξε στο συμπέρασμα πως δεν υπήρχαν ενώπιον του τέτοια στοιχεία, οικονομικά ή λογιστικά, που θα μπορούσαν όντως να τεκμηριώσουν τον ισχυρισμό για περιορισμό του όγκου εργασιών της επιχείρησης των εφεσειόντων ή του τμήματος στο οποίο εργαζόταν η εφεσίβλητη. Και εφόσον δεν υπήρξε μαρτυρία που βάσιμα θα μπορούσε να τεκμηριώσει την ύπαρξη συγκεκριμένων οικονομικών περιστάσεων δεν παρίστατο ανάγκη εξέτασης κατά πόσο η απόλυση της εφεσίβλητης οφειλόταν αποκλειστικά ή κυρίως στις οικονομικές περιστάσεις των εφεσειόντων. Βλ. Murray v Foyle Meats [1993] 3 All. E.R 769. Εκείνο που επηρέασε την κρίση του Δικαστηρίου ήταν η διαπίστωση πως με βάση την αξιολογηθείσα ως αξιόπιστη μαρτυρία δεν υπήρχαν στοιχεία τα οποία να τεκμηριώνουν πειστικά τον περιορισμό του όγκου εργασιών των εφεσειόντων. Με τη μαρτυρία των εφεσειόντων αποκαλύφθηκε ότι η πραγματική τους πρόθεση ήταν η αντικατάσταση της εφεσίβλητης από τον υπάλληλο που προσλήφθηκε …………… »
Στην Πολιτική Έφεση 316/17 ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΤΟΙΜΟ ΜΠΕΤΟΝ ΛΤΔ ν. 1.X. Χαραλάμπους κ.α. ημερ. 07/04/2026 λέχθηκε ότι βάρος απόδειξης ότι οι επίδικες απολύσεις έγιναν λόγω πλεονασμού ήταν πάντα στην εργοδότρια εταιρεία, η οποία στην υπό εξέταση περίπτωση δεν το απέσεισε, παρά το ότι απέδειξε μείωση του όγκου εργασιών της, καθότι δεν απέδειξε ότι οι επίδικες απολύσεις έγιναν λόγω μείωσης του όγκου εργασιών της επειδή διαφάνηκε ότι προσέλαβε άλλους εργοδοτουμένους που εκτελούσαν τα ίδια καθήκοντα εργασίας με αυτά των εργοδοτουμένων που απολύθηκαν λόγω πλεονασμού.
Στην υπόθεση Κώστα Χατζηχριστοφή ν. Πιερή Γεωργίου κ.α. (2002) 1Β Α.Α.Δ. 873 σημειώθηκε ότι η αναφορά στον Νόμο σε «περιορισμού του όγκου εργασίας» σαφώς εννοεί περιορισμό ή μείωση του όγκου εργασίας του συγκεκριμένου εργοδότη, δηλαδή της επιχείρησης του εργοδότη και όχι μείωση του όγκου εργασίας του εργοδοτουμένου.
Στην Μ. Χριστοδούλου ν. 1. Π. Λ. Κακογιάννης & Σία, 2. Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού (2001) 1 Α ΑΑΔ 188 κρίθηκε ότι όταν οι υπηρεσίες ενός εργοδοτουμένου είναι αχρείαστες στον εργοδότη λόγω μείωσης των εργασιών στον τομέα του εργοδοτουμένου ή κατάργησης του αντικειμένου των εργασιών ενός εργοδοτουμένου, τότε η απόλυση του εν λόγω εργοδοτουμένου συνιστά πλεονασμό[3].
Τονίζουμε ότι η ύπαρξη οικονομικής και/ή λογιστικής ζημιάς από μόνη της δεν συνιστά λόγο πλεονασμού εντός των πλαισίων του Νόμου. Σύμφωνα με τη νομολογία στις περιπτώσεις πλεονασμού το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον κύκλο/όγκο εργασιών του εργοδότη και όχι τα κέρδη ή τις ζημιές καθότι όπως έχει νομολογηθεί αυτό μπορεί να οφείλεται σε πολλούς παράγοντες άσχετους με τον όγκο εργασίας. Στην υπόθεση Κώστας Τρύφωνος ν. Takis Vashiotis Ltd (1999)1 A.A.Δ. 1953 λέχθηκαν τ’ ακόλουθα:
«Η ζημιά μιας επιχείρησης, και μάλιστα η λογιστική τοιαύτη, μπορεί να οφείλεται σε πληθώρα λόγων άσχετων με τον όγκο εργασίας της, όπως σχολίασε το Δικαστήριο στην απόφαση του, ενώ, αν και ο όγκος εργασίας (που δεν ορίζεται στον Νόμο και δεν επιδιώκουμε να ορίσουμε αποκλειστικά), επίσης είναι συνάρτηση πολλών παραμέτρων, η αξία των διεξαχθεισών εργασιών ασφαλώς συνιστά ορθή, αν όχι την ορθότερη ένδειξη τούτου.»
Έχει νομολογηθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Skyrianides Hotels Ltd v. 1. Ανδρέα Πολυβίου, 2. Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού (2003) 1 Α.Α.Δ. 2003 ότι «πιστωτικές δυσκολίες» είναι οι δυσκολίες εξεύρεσης χρηματοδότησης ή δανείων από την επιχείρηση και όχι η δυσκολία αποπληρωμής των ήδη συναφθέντων δανείων και ότι οι πιστωτικές δυσκολίες αφορούν την εξεύρεση δανειοδότησης γιατί η εξεύρεση έχει άμεση σχέση και αιτιώδη συνάφεια με τη λειτουργία της επιχείρησης (το άρθρο 18(γ) σχετίζει τους λόγους πλεονασμού με τις λειτουργίες της επιχείρησης) σε αντίθεση με τη δυσκολία αποπληρωμής δανείων που συνδέεται μόνο έμμεσα με τη λειτουργία της επιχείρησης. Ότι η δυσκολία αποπληρωμής δανείων αποτελεί οικονομικό πρόβλημα που από μόνο του και αυτόματα δεν συνιστά λόγο πλεονασμού. Στο σύγγραμμα Π. Γ. Πολυβίου, ΤΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, Θεωρία και Πράξη, 2018 στις σελίδες 339 - 340 αναφέρονται τα πιο κάτω:
«Ένας συνδεδεμένος λόγος πλεονασμού είναι εκεί που η λειτουργία της επιχείρησης έχει επηρεασθεί ιδιαίτερα δυσμενώς λόγω «πιστωτικών δυσκολιών». Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει ασχοληθεί με το θέμα και έχει αποφασίσει ότι οι δυσκολίες που αναφέρονται στο Νόμο δεν έχουν σχέση με την αποπληρωμή δανείων αλλά με την εξασφάλιση πιστώσεων. Με άλλα λόγια εάν η μαρτυρία στοιχειοθετεί δυσκολίες στην αποπληρωμή δανείων αυτό δεν είναι αρκετό για να τεκμηριωθεί λόγος πλεονασμού. Μια επιχείρηση επηρεάζεται όταν δεν μπορεί να εξευρεθεί χρηματοδότηση ή δάνεια τα οποία είναι αναγκαία για τη συνέχιση της λειτουργίας της, και όχι απλώς διότι αντιμετωπίζεται δυσκολία στην αποπληρωμή υφισταμένων δανείων. ………..………
…………………………………………………………………………………………………………..……
Είναι φυσικά σύνηθες φαινόμενο να συντρέχουν και οι δύο καταστάσεις, δηλαδή η δυσκολία αποπληρωμής υφισταμένων δανείων αφενός και η εξεύρεση δανειοδότησης για την λειτουργία της επιχείρησης αφετέρου. Εάν μια εταιρεία δεν μπορεί να εξυπηρετήσει τα δάνειά της τότε είναι πολύ αμφίβολο εάν θα κατορθώσει να εξεύρει νέους πόρους ή πηγές δανειοδότησης, με αποτέλεσμα η λειτουργία της να πληγεί ανεπανόρθωτα και με συνεπακόλουθη συνέπεια τον τερματισμό της υπηρεσίας των απασχολουμένων υπαλλήλων για λόγους πλεονασμού.»
Αναφορικά με τον άλλο λόγο, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι ο κάθε εργοδότης έχει το δικαίωμα, μέσα στα πλαίσια της επιχειρηματικής του δράσης, να διενεργεί οποιαδήποτε αλλαγή ή αναδιοργάνωση σχετιζόμενη με τη λειτουργία της επιχείρησής του και τις υπηρεσίες που προσφέρει. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι οποιαδήποτε αλλαγή που γίνεται από τον εργοδότη συνιστά ταυτόχρονα και λόγο πλεονασμού σύμφωνα με τις προλεγόμενες πρόνοιες του Νόμου. Καθώς έχει αναφερθεί στην απόφαση Α/φοι Γαλαταριώτη Λτδ ν. Παρασκευής Γρηγορά κ.α. (πιο πάνω):
«Σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, ο εκσυγχρονισμός ή αναδιοργάνωση ή οποιαδήποτε αλλαγή της επιχείρησης για να συνιστά βάσιμο λόγο πλεονασμού πρέπει να είναι τέτοιου βαθμού, σε έκταση και σοβαρότητα, ώστε να επιφέρει μεταβολή στη φύση των καθηκόντων του εργοδοτουμένου ή την κατάργηση τους ώστε το αποτέλεσμα να συνεπάγεται “ελάττωση του αριθμού των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων” κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 18(γ)(i) του Νόμου».
Απαραίτητη προϋπόθεση για απόδειξη ύπαρξης πλεονασμού λόγω αναδιοργάνωσης είναι η μεταβολή ή κατάργηση και/ή η ουσιαστική μείωση των καθηκόντων εργασίας του απολυόμενου εργοδοτουμένου. Στην υπόθεση S & G Colocassides Ltd v. Πολύβιος Λαζαρίδης κ.α. (1999) 1 Α.Α.Δ. 2181 σημειώθηκε ότι εφόσον τα καθήκοντα της θέσης που καταργήθηκε ή του εργοδοτουμένου που απολύθηκε για λόγους αναδιοργάνωσης παραμένουν και εκτελούνται από άλλον εργοδοτούμενο, η απόλυση του εργοδοτουμένου δεν μπορεί να συνιστά απόλυση για λόγους πλεονασμού σύμφωνα με τον Νόμο καθότι υπό διαφορετικές συνθήκες η οποιαδήποτε απόφαση του εργοδότη για μείωση του εργατικού δυναμικού της επιχείρησής του, θα μπορούσε να συνιστά πλεονασμό λόγω αναδιοργάνωσης χωρίς την εισδοχή του αντικειμενικού παράγοντα που σχετίζεται με την κατάργηση ή τη μεταβολή των καθηκόντων που κατείχε ο απολυθείς εργοδοτούμενος.
Μια μέθοδος εξακρίβωσης του αν υπάρχει ή όχι πλεονασμός καθορίστηκε στην υπόθεση Hindle v. Percival Boats Ltd (1969) 1 ALL E.R. 836. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης αυτής, σε κάθε περίπτωση για να δικαιολογηθεί πλεονασμός πρέπει να διακριβωθούν οι πραγματικές απαιτήσεις της επιχείρησης και κατά πόσον αυτές μειώθηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Στη συνέχεια πρέπει να διακριβωθεί κατά πόσον οι συγκεκριμένες μειωμένες απαιτήσεις συνδέονται με τα καθήκοντα του εργοδοτουμένου που θα απολυθεί ως πλεονάζον. Αν στη διαδικασία αυτή, με αντικειμενικά κριτήρια επιβεβαιωθεί ο επηρεασμός της εργασίας του εργοδοτουμένου, αυτός θεωρείται πλεονάζον προσωπικό.
Στην υπόθεση Χρίστου Κυριακίδη ν. Ταμείου για Πλεονάζον Προσωπικό, Πολιτική Έφεση Αριθμός 215/2011, ημερ. 21/12/2017 το Ανώτατο Δικαστήριο με παραπομπές στη νομολογία προέβηκε σε ανάλυση σχετικά με το πότε η αναδιοργάνωση εμπίπτει στα πλαίσια της νομοθετικής πρόνοιας του άρθρου 18 του Νόμου. Παραθέτουμε πιο κάτω το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην εν λόγω υπόθεση:
«…………………………………Όπως ερμηνεύτηκε η πρόνοια στη Α/φοι Γαλαταριώτη Λτδ ν Γρηγόρα κ.ά (2001) 1 ΑΑΔ 1985, ερμηνεία η οποία εφαρμόστηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, για να συνιστά βάσιμο λόγο πλεονασμού, ο εκσυγχρονισμός ή αναδιοργάνωση ή οποιαδήποτε αλλαγή της επιχείρησης, πρέπει να είναι τέτοιου βαθμού, σε έκταση και σοβαρότητα, ώστε να επιφέρει μεταβολή στη φύση των καθηκόντων του εργοδοτουμένου ή την κατάργησή τους ώστε το αποτέλεσμα να συνεπάγεται «ελάττωση του αριθμού των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων» κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 18(γ)(i) του Νόμου.
Θα ήταν παράλειψη αν δεν αναφέραμε την έφεση με υπόμνημα S & G Colocassides Ltd v Λαζαρίδη κ.ά (1999) 1 ΑΑΔ 2181, όπου τα καθήκοντα της θέσης του απολυθέντος εφεσίβλητου 1 παρέμειναν και εκτελούνταν από άλλο. Το Εφετείο απάντησε καταφατικά σε νομικό ερώτημα αν το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι υπήρχε φραστική κατάργηση της θέσης που δεν οδηγούσε σε απόλυση λόγω πλεονασμού, ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά ή εσφαλμένα τις διατάξεις του άρθρου 18(γ)(ι) του Ν.24/1967.
Η τελική προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν ευθυγραμμισμένη με τη νομολογία μας επί του θέματος, σύμφωνα με την οποία η ελάττωση του αριθμού των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων, όπως προβλέπεται από την υπό αναφορά νομοθετική πρόνοια, συναρτάται με τη μεταβολή της φύσης των καθηκόντων του εργοδοτουμένου ή την μείωση τους σε βαθμό εξάλειψης τους.
Η κάθε υπόθεση εξαρτάται, ασφαλώς, από τα δικά της δεδομένα. Η αναδιοργάνωση μιας επιχείρησης μπορεί να οδηγήσει ή να μην οδηγήσει σε πλεονασμό, ανάλογα με τη φύση και το αποτέλεσμα της αναδιοργάνωσης. Βέβαια, τόσο στην Α/φοί Γαλαταριώτη Λτδ ν Γρηγόρα κ.ά (ανωτέρω) όσο και στην S & G Colocassides Ltd ν Λαζαρίδη κ.ά (ανωτέρω) η συγκεκριμένη εργασία εκτελείτο μόνο από τον απολυθέντα υπάλληλο, με αποτέλεσμα η ανάθεση των καθηκόντων της θέσης του σε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα, τα οποία δεν ήταν προηγουμένως επιφορτισμένα με τα καθήκοντα αυτά, να μη συνεπαγόταν «ελάττωση του αριθμού των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων» για την εκτέλεση τους.
Υπό το φως της πιο πάνω νομολογίας και έχοντας υπόψη το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι πλείστα των καθηκόντων του εφεσείοντα ανατέθηκαν στον προ δύο μηνών διορισθέντα Εκτελεστικό Πρόεδρο και τα υπόλοιπα σε άλλους υφιστάμενους διευθυντές, δεν βρίσκουμε λόγο να παρέμβουμε στην πρωτόδικη ετυμηγορία. Ο εφεσείων, ουσιαστικά αντικαταστάθηκε, με αποτέλεσμα να μην επέλθει ως αποτέλεσμα της αναδιοργάνωσης, ελάττωση στον αριθμό των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων για την εκτέλεση της εργασίας που μόνο αυτός εκτελούσε πριν από την απόλυση του. Ουσιαστικά δεν επήλθε κατάργηση της θέσης του (βλ. Α/φοί Γαλαταριώτη Λτδ ν Γρηγόρα κ.ά (ανωτέρω)). Ακριβώς αντίθετη ήταν η περίπτωση στην υπόθεση Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ ν Γιαννούλας Χρίστου, Π.Ε. 148/12, ημερ. 7.7.2017, όπου λόγω της κατάργησης της θέσης της εφεσείουσας κρίθηκε ότι θα έπρεπε να αποζημιωθεί από το Ταμείο Πλεονάζοντος προσωπικού.» [4]
Ανάλυση Μαρτυρίας – Εφαρμογή Νομικής Πτυχής
Κατ’ αρχάς σημειώνουμε ότι από το σύνολο του ενώπιόν μας μαρτυρικού υλικού προκύπτει ότι ενώ η Εργοδότρια Εταιρεία και η Chris & Daughters Ltd ήταν ξεχωριστές και αυτόνομες εταιρείες, οικονομικά ήταν συνδεδεμένες αφού τόσο οι εργασίες τους ή μέρος αυτών και αριθμός υπαλλήλων τους μεταφέρονταν σε διάφορα χρονικά στάδια από την μία στην άλλη. Περαιτέρω η Εργοδότρια Εταιρεία το 2019 ανέλαβε τις εργασίες της Chris & Daughters Ltd μετά από μεταβίβαση της επιχείρησης της Chris & Daughters Ltd σε αυτήν. Γι’ αυτό τον λόγο κρίνουμε ότι κατά την εξέταση του όγκου/κύκλου εργασιών της Εργοδότριας Εταιρείας για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα εισοδήματα των δύο εταιρειών τόσο ξεχωριστά όσο και συνολικά.
Παραθέτουμε πιο κάτω πίνακα στον οποίο καταγράφονται τα εισοδήματα των δύο εταιρειών όπως αυτά φαίνονται στις εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις τους:
|
Εισοδήματα (όπως αυτά φαίνονται στις εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις) |
2015 |
2016 |
2017 |
2018 |
2019 |
|
Εργοδότρια Εταιρεία |
€139.789 |
€83.509 |
€136.907 |
€199.954 |
€174.503 |
|
Chris & Daughters Ltd |
€31.026 |
€49.011 |
€112.057 |
€72.612 |
€3.422 |
|
Συνολικά |
€170.815 |
€132.520 |
€248.964 |
€272.566 |
€177.925 |
Από τα πιο πάνω φαίνεται (α) ότι τόσο τα εισοδήματα της Εργοδότριας Εταιρείας όσο και των δύο εταιρειών μαζί είχαν μια μείωση το 2016 σε σύγκριση με τα αντίστοιχα εισοδήματα του 2015, ότι το 2017 και το 2018 αυξήθηκαν σημαντικά σε σύγκριση με τα αντίστοιχα εισοδήματα του 2015 και του 2016 και ότι το 2019 μειώθηκαν αρκετά σε σύγκριση με τα εισοδήματα του 2017 και του 2018 αλλά ήταν αυξημένα σε σύγκριση με τα εισοδήματα του 2015 και του 2016 και (β) τα εισοδήματα της Chris & Daughters Ltd το 2017 και το 2018 ήταν ουσιαστικά αυξημένα σε σύγκριση με τα εισοδήματα του 2015 και το 2016. Η ίδια εικόνα προκύπτει και από (1) τις δηλώσεις των δύο εταιρειών στο Φ.Π.Α. σε σχέση με τον κύκλο εργασιών τους (Τεκμήριο 5) και (2) το σύνολο των αναλυτικών εισοδημάτων των δύο εταιρειών όπως προκύπτουν από τις καταστάσεις που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 18Α, 18Β, 24, 29 και 30 και συνοψίζονται στο Τεκμήριο 31. Παραθέτουμε πιο κάτω σχετικούς πίνακες:
|
Δηλώσεις Φ.Π.Α -Εισοδήματα |
2015 |
2016 |
2017 |
2018 |
2019 |
|
Εργοδότρια Εταιρεία |
€91.301 |
€67.814 |
€123.795 |
€200.467 |
€165.087 |
|
Chris & Daughters Ltd |
(31/01/2015-31/01/2016) €28.072 |
(31/01/2016-31/01/2017) €46.519 |
(31/01/2017-31/01/2018) €108.375 |
(31/01/2018-31/01/2019) €68.543 |
(31/01/2019-31/01/2020) €922 |
|
Συνολικά |
€119.373 |
€114.333 |
€232.170 |
€269.010 |
€166.009 |
|
Εισοδήματα όπως φαίνονται στα Τεκμήρια 18Α, 18Β, 24, 29 και 30 και συνοψίζονται στο Τεκμήριο 31. |
2016 |
2017 |
2018 |
2019 |
|
Εργοδότρια Εταιρεία |
€68.162,90 |
€123.965,00 |
€200.861,23 |
€165.108,13 |
|
Chris & Daughters Ltd |
€44.683,01 |
€110.057,00 |
€72.838,51 |
Δεν τέθηκαν ενώπιόν μας οποιαδήποτε στοιχεία παρόλο που στις εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις υπάρχουν εισοδήματα. |
|
Συνολικά |
€112.845,91 |
€234.022,00 |
€273.699,74 |
€165.108,13 |
Σημειώνουμε ότι δεν αμφισβητήθηκε ενώπιόν μας ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 31 αποτελεί τη σύνοψη των περιεχομένων των Τεκμηρίων 18Α, 18Β, 24, 29 και 30. Ούτε διαφάνηκε ότι στο εν λόγω Τεκμήριο δεν καταγράφονται σωστά τα στοιχεία ως αυτά προκύπτουν από τα Τεκμήρια 18Α, 18Β, 24, 29 και 30. Όμως μας προβληματίζει το γεγονός ότι το σύνολο των εισοδημάτων των δύο εταιρειών όπως προκύπτει από τα εν λόγω Τεκμήρια δεν είναι σε συμφωνία με το σύνολο των εισοδημάτων τους όπως φαίνεται στις εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις τους. Δεν δόθηκε οποιαδήποτε πειστική εξήγηση για το εν λόγω γεγονός. Η κα Μιχαήλ περιορίστηκε στο να πει ότι είναι μικροδιαφορές και ότι πάντα υπάρχουν κάποιες μικροδιαφορές μεταξύ των λογιστικών εγγραφών και των εξελεγμένων οικονομικών καταστάσεων. Λόγω του ότι οι διαφορές για κάποια έτη είναι αρκετές χιλιάδες ευρώ (ιδιαίτερα για το 2019, που είναι ο ουσιώδης χρόνος, υπάρχει μια διαφορά της τάξης των €10.000) η εν λόγω θέση της κας Μιχαήλ δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Γι’ αυτόν τον λόγο κρίνουμε ότι δεν είναι ασφαλές να βασιστούμε στο περιεχόμενο των Τεκμηρίων 18Α, 18Β, 24, 29 και 30 για την εξαγωγή οποιωνδήποτε συμπερασμάτων πέραν από το να το χρησιμοποιήσουμε, σε αυτό το σημείο, μόνο για σκοπούς της τάσης/εικόνας του συνολικού κύκλου εργασιών των δύο εταιρειών κατά τα έτη 2016-2019. Ως εκ τούτου το περιεχόμενο των εν λόγω Τεκμηρίων πέραν του περιορισμένου σκοπού που αναφέραμε πιο πάνω δεν γίνεται αποδεκτό.
Περαιτέρω, παρατηρούμε ότι το 2020 η Εργοδότρια Εταιρεία σύμφωνα με το Τεκμήριο 13 είχε σημαντική αύξηση στα εισοδήματά της. Δεν τέθηκε ενώπιόν μας κάποια εξήγηση που να στηρίζεται σε λεπτομέρειες και απτά στοιχεία για την εν λόγω αύξηση με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να εξάγουμε οποιοδήποτε συμπέρασμα σχετικό με την εν λόγω αύξηση για σκοπούς εξέτασης του επίδικου θέματος.
Συνακόλουθα με τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο λήψης της απόφασης απόλυσης του Αιτητή δεν προκύπτει οποιαδήποτε μείωση στον κύκλο/όγκο εργασιών της Εργοδότριας Εταιρείας εντός των πλαισίων του Νόμου και της νομολογίας για σκοπούς πλεονασμού. Σημειώνουμε ότι με βάση τις αρχές της νομολογίας που παραθέσαμε πιο πάνω οι ζημιές τις οποίες επικαλέστηκε η Εργοδότρια Εταιρεία μέσω των μαρτύρων της προς υποστήριξη της θέσης της ότι μειώθηκε ο κύκλος εργασιών της δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη τη στιγμή που ο κύκλος/όγκος εργασιών της ο οποίος λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς πλεονασμού σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου και της νομολογίας δεν υπέστηκε μείωση.
Σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό της Εργοδότριας Εταιρείας ότι το τμήμα πωλήσεων αναλώσιμων προϊόντων έκλεισε και ότι αυτή άλλαξε τις υπηρεσίες που προσέφερε στους πελάτες της με αποτέλεσμα να μην υπάρχει εργασία για τον Αιτητή και/ή οι υπηρεσίες του Αιτητή να καταστούν πλεονάζουσες, παρατηρούμε ότι αυτός τέθηκε ενώπιόν μας χωρίς τη συνοδεία απτών στοιχείων που να τον στηρίζουν. Πιο συγκεκριμένα, δεν τέθηκαν ενώπιόν μας οποιαδήποτε απτά και συγκεκριμένα στοιχεία που να δεικνύουν ότι μετά το κλείσιμο της Chris & Daughters Ltd η Εργοδότρια Εταιρεία δεν αγόραζε αναλώσιμα προϊόντα για να τα εμπορευτεί όπως έπρατταν προηγουμένως (πριν την απόφαση για κλείσιμο της Chris & Daughters Ltd) τόσο η Εργοδότρια Εταιρεία όσο και η Chris & Daughters Ltd. Ούτε τέθηκαν ενώπιόν μας οποιαδήποτε απτά στοιχεία σχετικά με το απόθεμα που είχε στις αποθήκες της η Εργοδότρια Εταιρεία το 2019 (τόσο πριν τη μεταβίβαση σε αυτήν των εργασιών της Chris & Daughters Ltd όσο και μετά την εν λόγω μεταβίβαση) σε συνδυασμό με τις πωλήσεις αναλώσιμων προϊόντων που διενήργησε η Εργοδότρια Εταιρεία από το 2019 και μετά. Πέραν τούτου δεν κατετέθηκαν ενώπιόν μας στοιχεία σχετικά με τις πωλήσεις των χημικών προϊόντων της Εργοδότριας Εταιρείας για το 2020. Τα μόνα απτά στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μας προς υποστήριξη του εν λόγω ισχυρισμού είναι τα Τεκμήρια 18Α, 18Β, 24, 29, 30 και 31 το περιεχόμενο των οποίων, για τους λόγους που αναφέραμε πιο πάνω, δεν έγινε αποδεκτό. Συνακόλουθα κρίνουμε ότι δεν υπάρχει ενώπιόν μας οποιοδήποτε υπόβαθρο γεγονότων στο οποίο μπορούμε να βασιστούμε για να εξάγουμε ευρήματα που να υποστηρίζουν και να δικαιολογούν τον πιο πάνω ισχυρισμό της Εργοδότριας Εταιρείας για μείωση και/ή κατάργηση των καθηκόντων εργασίας του Αιτητή (δηλαδή των πωλήσεων των αναλώσιμων προϊόντων).
Περαιτέρω σημειώνουμε ότι ακόμα και αν το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 18Α, 18Β, 24, 29 και 30 γινόταν αποδεκτό ως αξιόπιστο δεν θα μπορούσαμε να εξάγουμε συμπεράσματα σχετικά με τον περιορισμό και την κατάργηση των καθηκόντων εργασίας του Αιτητή, του οποίου όπως μας λέχθηκε η κύρια εργασία του ήταν η πώληση των αναλώσιμων προϊόντων, για τον λόγο ότι, ενώ στα εν λόγω έγγραφα γίνεται διαχωρισμός των χημικών προϊόντων και των εξαρτημάτων, δεν δόθηκε ενώπιόν μας σαφής και ξεκάθαρη μαρτυρία σχετικά με τις πωλήσεις που αφορούσαν τις εργασίες και τα καθήκοντα του Αιτητή, δηλαδή τις πωλήσεις των αναλώσιμων προϊόντων. Πιο συγκεκριμένα, ο κ. Χριστοδούλου κατέθεσε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι ο Αιτητής ασχολείτο με την πώληση αναλώσιμων προϊόντων στα οποία εκτός από τα χημικά προϊόντα περιλαμβάνονταν και διάφορα μικροεξαρτήματα. Αντεξεταζόμενος αρχικά είπε ότι οι πωλήσεις που αφορούσαν τον Αιτητή ήταν αυτές των πωλήσεων των χημικών προϊόντων και στη συνέχεια όταν ρωτήθηκε για τις πωλήσεις των ανταλλακτικών που αναφέρονται στα Τεκμήρια 18Α, 18Β, 24, 29, 30 και 31 δεν απάντησε με καθαρότητα και σαφήνεια λέγοντας ότι αυτές δεν είναι «το ίδιο» με τις πωλήσεις των αναλώσιμων προϊόντων και ότι «κάποιες φορές συμβάδιζαν και κάποιες όχι». Δεν τέθηκε ενώπιόν μας μαρτυρία σχετικά με τον κύκλο πωλήσεων των μικροεξαρτημάτων που πωλούσε ο Αιτητής ούτε μας αναφέρθηκε με σαφήνεια σε ποιο μέρος των εισοδημάτων των δύο εταιρειών καταχωρούνταν και εγγράφονταν λογιστικά οι εισπράξεις από τις εν λόγω πωλήσεις. Ακόμη και αν θεωρούσαμε ότι μόνο οι λογιστικές εγγραφές σχετικά με τις πωλήσεις χημικών προϊόντων των δύο εταιρειών αφορούν τις ουσιαστικές εργασίες που εκτελούσε ο Αιτητής παρατηρούμε ότι δεν φαίνεται από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μας ότι υπήρξε οποιαδήποτε μείωση σε αυτές τις πωλήσεις το 2019 σε σχέση με τις πωλήσεις των προηγούμενων ετών. Αντίθετα τα έτη 2018 και 2019 υπήρχε σημαντική αύξηση σε σύγκριση με τις αντίστοιχες πωλήσεις του 2016 και του 2017. Παραθέτουμε πιο κάτω σχετικό πίνακα:
|
Εισοδήματα από πωλήσεις χημικών προϊόντων |
2016 |
2017 |
2018 |
2019 |
|
Εργοδότρια Εταιρεία |
€4.581,67 |
€226,46 |
€1.746,42 |
€5.537,00 |
|
Chris & Daughters Ltd |
€1.108,51 |
€4.477,17 |
€5.229,50 |
€3.422,00[5] |
|
Συνολικά |
€5.690,18 |
€4.703,63 |
€6.975,92 |
€8.959,00 |
Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι τόσο η προφορική μαρτυρία όσο και τα διάφορα τεκμήρια που κατατέθηκαν προς υποστήριξη των πιο πάνω θέσεων της Εργοδότριας Εταιρείας δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ολοκληρωμένη, πειστική και/ή αξιόπιστη μαρτυρία που μπορεί να γίνει αποδεκτή ώστε στη συνέχεια να τεκμηριώνει εύλογο και βάσιμο συμπέρασμα μείωσης του κύκλου εργασιών της και/ή κατάργησης τμήματος και/ή αλλαγής στο είδος υπηρεσιών που προσέφερε κατά τον ουσιώδη χρόνο της απόλυσης του Αιτητή εντός των πλαισίων του Νόμου και της νομολογίας. Συνεπώς, υπό το φως επομένως όλων των πιο πάνω, λαμβάνοντας υπόψη τις σχετικές πρόνοιες του Νόμου, κρίνουμε και αποφασίζουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία απέτυχε να αποδείξει ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή έγινε κάτω από πραγματικές συνθήκες πλεονασμού, σύμφωνα με τις πρόνοιες των εδαφίων (i), (ii), (iii) και (vii) της παραγράφου (γ) του άρθρου 18 του Νόμου.
Τα παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα και το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 14, 16, 26 και 32 υποστηρίζουν και επιβεβαιώνουν τις θέσεις των κ.κ. Αθανασίου και Χριστοδούλου (α) ότι από το 2014 και μετά η Εργοδότρια Εταιρεία αντιμετώπιζε προβλήματα αποπληρωμής των υποχρεώσεών της προς την Τράπεζα Κύπρου, (β) ότι το 2015 - 2016 είχαν μεταβιβαστεί από την Τράπεζα Κύπρου στοιχεία και πληροφορίες στο σύστημα «Άρτεμις» ότι η Εργοδότρια Εταιρεία καθώς και τα πρόσωπα που είχαν εγγυηθεί τις δανειακές υποχρεώσεις της είχαν μη εξυπηρετούμενες δανειακές υποχρεώσεις στην Τράπεζα Κύπρου, (γ) ότι οι εν λόγω πληροφορίες που καταγράφηκαν στο σύστημα «Άρτεμις» ήταν διαθέσιμες σε όλους τους πιστωτικούς οργανισμούς σε περίπτωση που η Εργοδότρια Εταιρεία ή οι εγγυητές της ζητούσαν δανειοδότηση και (δ) ότι δεν επιτεύχθηκε αναδιάρθρωση των δανειακών υποχρεώσεων της Εργοδότριας Εταιρείας και/ή των εγγυητών της[6] προς την Τράπεζα Κύπρου μέχρι και το 2022 που εκδόθηκε δικαστική απόφαση εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας και των εγγυητών της. Περαιτέρω τα εν λόγω Τεκμήρια υποστηρίζουν τη θέση του κ. Χριστοδούλου ότι η ακίνητη περιουσία των δύο εταιρειών και των εγγυητών της η οποία ήταν υποθηκευμένη προς εξασφάλιση των δανειακών υποχρεώσεων της Εργοδότριας Εταιρείας και/ή του Χριστοδούλου έχει πωληθεί και/ή εκποιηθεί μετά το 2019 με σκοπό την αποπληρωμή των δανειακών υποχρεώσεων της Εργοδότριας Εταιρείας και των εγγυητών της προς την Τράπεζα Κύπρου. Σημειώνουμε ότι οι θέσεις των κ.κ. Αθανασίου και κ. Χριστοδούλου σε σχέση με την οικονομική βιωσιμότητα των δύο εταιρειών από το 2017 και μετά υποστηρίζονται από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 10 και 11. Τα Τεκμήρια 10 και 11 δεικνύουν ξεκάθαρα ότι οι δυο εταιρείες από το 2017 και μετά είχαν αρνητικά κεφάλαια, δηλαδή περισσότερες υποχρεώσεις από περιουσιακά στοιχεία και ότι η ικανότητα της Εργοδότριας Εταιρείας να συνεχίσει τις επιχειρηματικές δραστηριότητές της εξαρτάτο από χρηματοδότησή της από πηγές πέραν των υφιστάμενων δανείων που είχε με την Τράπεζα Κύπρου τα οποία δεν είχαν αναδιαρθρωθεί και ζητείτο η αποπληρωμή τους. Οι ισχυρισμοί του κ. Χριστοδούλου ότι η Chris & Daughters Ltd, η Εργοδότρια Εταιρεία και οι εγγυητές της δεν είχαν άλλη ακίνητη ιδιοκτησία να υποθηκεύσουν ώστε να μπορέσει η Εργοδότρια Εταιρεία να εξασφαλίσει άλλες χρηματοδοτήσεις δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά του Ταμείου Ούτε οι θέσεις των κ.κ. Αθανασίου και Χριστοδούλου ότι τα έτη πριν το 2018 η Εργοδότρια Εταιρεία είχε εξασφαλίσει κάποια, πολύ μικρά σε σχέση με τις υποχρεώσεις της, ποσά μέσω ιδιωτικού δανεισμού ώστε να μπορέσει να διεκπεραιώσει κάποιες εργασίες της έχουν αμφισβητηθεί με οποιονδήποτε τρόπο. Στη βάση των πιο πάνω δεχόμαστε τη μαρτυρία των κ.κ. Αθανασίου και Χριστοδούλου που αφορά τα ζητήματα που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο ως αξιόπιστη και προβαίνουμε στα ανάλογα ευρήματα. Λαμβάνοντας υπόψη ότι στο σύστημα «Άρτεμις» είχε καταχωρηθεί ότι η Εργοδότρια Εταιρεία και/ή οι εγγυητές της είχαν μη εξυπηρετούμενες τραπεζικές διευκολύνσεις, πληροφορία που ήταν διαθέσιμη σε όλα τα πιστωτικά ιδρύματα στην Κύπρο σε περίπτωση που η Εργοδότρια Εταιρεία αιτείτο νέες πιστωτικές διευκολύνσεις, ότι οι υφιστάμενες πιστωτικές διευκολύνσεις της Εργοδότριας Εταιρείας είχαν κλείσει από το 2015 και η Εργοδότρια Εταιρεία και οι εγγυητές της χρωστούσαν μεγάλα ποσά στην Τράπεζα για τις εν λόγω πιστωτικές διευκολύνσεις, ότι η Εργοδότρια Εταιρεία και οι εγγυητές της δεν είχαν άλλη ακίνητη περιουσία να υποθηκεύσουν προς εξασφάλιση νέων πιστωτικών διευκολύνσεων και ότι η Εργοδότρια Εταιρεία είχε αρνητικά κεφάλαια με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζει πρόβλημα οικονομικής βιωσιμότητας (το οποίο γεγονός φαινόταν στις εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της) βρίσκουμε λογική και πειστική τη θέση των κ.κ. Αθανασίου και Χριστοδούλου ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο απόλυσης του Αιτητή το 2019 η Εργοδότρια Εταιρεία δεν μπορούσε να εξασφαλίσει άλλες πιστωτικές διευκολύνσεις και/ή οποιαδήποτε ουσιαστική χρηματοδότηση και την αποδεχόμαστε ως αξιόπιστη. Κατά συνέπεια αποτελεί εύρημά μας ότι η Εργοδότρια Εταιρεία κατά τον ουσιώδη χρόνο απόλυσης του Αιτητή δεν μπορούσε να εξεύρει ουσιαστική χρηματοδότηση η οποία ήταν αναγκαία για τη λειτουργία της επιχείρησής της. Δεν θεωρούμε ότι τα ποσά που δόθηκαν στην Εργοδότρια Εταιρεία μέχρι το 2017 (τα οποία επαναλαμβάνουμε ήταν πολύ μικρά σε σχέση με τις υποχρεώσει της) μέσω ιδιωτικού δανεισμού επηρεάζουν με οποιοδήποτε τρόπο το πιο πάνω εύρημά μας.
Συνακόλουθα με τα πιο πάνω κρίνουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία απέδειξε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της απόλυσης του Αιτητή αντιμετώπιζε πιστωτικές δυσκολίες ως αυτές προβλέπονται από τον Νόμο και τη νομολογία. Καταλήγουμε λοιπόν ότι η απόλυση του Αιτητή έγινε κάτω από πραγματικές συνθήκες πλεονασμού σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18(γ)(iv) του Νόμου και κατά συνέπεια ο Αιτητής πληρωμή από το Ταμείο.
Αποζημιώσεις
Το άρθρο 16(1) του Νόμου προβλέπει ότι όταν η απασχόληση εργοδοτουμένου που απασχολήθηκε στον ίδιο εργοδότη για συνεχή περίοδο τουλάχιστον 104 εβδομάδων τερματίζεται λόγω πλεονασμού, ο εργοδοτούμενος δικαιούται πληρωμή από το Ταμείο που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Τέταρτο Πίνακα του Νόμου.
Σύμφωνα με τον Τέταρτο Πίνακα του Νόμου και σε συνάρτηση με την περίοδο απασχόλησής του (17 συναπτά έτη) η πληρωμή που δικαιούται ο Αιτητής αντιστοιχεί με τις απολαβές 45 εβδομάδων ήτοι ποσό €9.346,05 (45 Χ €207,69).
Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Ταμείου Πλεονασμού για το ποσό των €9.346,05 με νόμιμο τόκο.
Η αίτηση εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση 1 για αποζημιώσεις λόγω παράνομου τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή απορρίπτεται.
Λόγω του ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 δεν προσκόμισαν όλα τα σχετικά στοιχεία για την απόδειξη του λόγου που αφορούσε τις πιστωτικές δυσκολίες πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δεν απέδειξαν τους άλλους λόγους πλεονασμού που επικαλέστηκαν για τους οποίους δόθηκε αρκετή μαρτυρία κατά την ακροαματική διαδικασία και δεν προσκόμισαν όλα τα στοιχεία που επικαλούνταν με πληρότητα από την αρχή της ακροαματικής διαδικασίας με αποτέλεσμα να χρειαστούν επιπλέον δικάσιμοι, κρίνουμε ότι δικαιολογείται όπως τα έξοδα του Αιτητή καταβληθούν από τους Καθ’ ων η Αίτηση 1 και όχι από το Ταμείο. Συνακόλουθα επιδικάζουμε υπέρ του Αιτητή και εις βάρος των Καθ’ ων η Αίτηση 1 δικηγορικά έξοδα €2.200 πλέον Φ.Π.Α..
Δεν επιδικάζουμε οποιαδήποτε έξοδα υπέρ ή εναντίον του Ταμείου Πλεονασμού.
(Υπ.) ………………………………………
Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής
(Υπ.) ………………………………… (Υπ.) ………………………………...
Λ. Ζάμπογλου, Μέλος Ν. Ψύχας, Μέλος
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] VALENTINE ESTATES LTD ν. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 238/2012, ημερ. 19/03/2019, ECLI:CY:AD:2019:A99.
[2] Βλέπε επίσης Ορθοδοξία Ζερταλλή ν. Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού (2003) 1Α Α.Α.Δ. 178.
[3] Στην εν λόγω υπόθεση λέχθηκαν τ’ ακόλουθα: «Αδυνατούμε να συμμερισθούμε τη λογική του σκεπτικού αυτού. Τα συμπεράσματα του δικαστηρίου είναι εν πολλοίς αυθαίρετα και αντιστρατεύονται την ενώπιον του μαρτυρία. Έτσι είναι το συμπέρασμα ότι οι υπηρεσίες του Εφεσείοντα δεν είναι αχρείαστες εν όσω ο κ. Κακογιάννης είναι στη μαχόμενη δικηγορία και ότι το ακμάζον του δικηγορικού οίκου του δεν επιτρέπει να θεωρηθεί ο προσωπικός οδηγός του ως πλεονάζον. Η μαρτυρία όμως ότι ο κ. Κακογιάννης δεν εχρειάζετο πλέον προσωπικό οδηγό ως εκ του περιορισμού της διακίνησης του εκτός Λεμεσού ήταν δεδομένη και δεν απορρίφθηκε από το δικαστήριο. Τούτου δοθέντος, το κρίσιμο ερώτημα δεν ήταν πλέον αν ο κ. Κακογιάννης συνέχιζε να δικηγορεί ή αν ο συνολικός όγκος του Οίκου εμειώθη. Το συμπέρασμα και το μόνο συμπέρασμα ήταν ότι οι υπηρεσίες του Εφεσείοντα, η βασική ασχολία του οποίου ήταν ως προσωπικός οδηγός του κ. Κακογιάννη, καθίσταντο πλεονάζουσες. Το συμπέρασμα του δικαστηρίου αντιστρατεύεται τη λογική των πραγμάτων και ουσιαστικά επιβάλλει τις αχρείαστες πλέον υπηρεσίες του Εφεσείοντα στον εργοδότη, είτε ως οδηγό είτε άλλως πως. Στον τομέα που ήταν σχετικός, των υπηρεσιών οδηγού δηλαδή, ο όγκος της εργασίας είχε περιορισθεί, ούτε ήταν αναγκαίο να καταδειχθεί ότι υπήρχε ούτω καλούμενο τμήμα οδηγών το οποίο καταργήθηκε - ή, εν πάση περιπτώσει, το τμήμα του οποίου ο Εφεσείων ήταν ο μόνος εργοδοτούμενος καταργήθηκε.»
[4] Στην υπόθεση Τ. ΚΑΛΛΙΓΑ ν. ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ (2016) 1 Α.Α.Δ. 2872 το Ανώτατο Δικαστήριο τονίζοντας ότι το κριτήριο κατά πόσο μια θέση καθίσταται πλεονάζουσα λόγω αναδιοργάνωσης είναι αντικειμενικό έκρινε ότι επί αντικειμενικής βάσης όπως έθεσε ο εφεσείων τα γεγονότα πρωτόδικα ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών δεν αποκαλύπτουν εικόνα πλεονασμού σύμφωνα με τον Νόμο και επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση. Επίσης αναφέρθηκε στη νομική πτυχή του ζητήματος ως ακολούθως:«Το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε ότι η κατάργηση θέσης δεν μπορεί από μόνη της να αποτελέσει λόγο απόλυσης λόγω πλεονασμού. Υπέδειξε ότι για να θεωρηθεί εργοδοτούμενος ως πλεονάζων, θα πρέπει η απασχόλησή του να έχει τερματιστεί για ένα από τους λόγους που ορίζονται στο Άρθρο 18 του περί Τερματισμού Απασχόλησης Νόμου, Ν. 24/1967. Ειδικότερα το εδάφιο (γ) του Άρθρου 18 αναφέρεται, μεταξύ άλλων, σε εκσυγχρονισμό ή άλλη αλλαγή στις μεθόδους παραγωγής ή οργάνωσης η οποία ελαττώνει τον αριθμό των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων [παράγραφος (i)] και σε περιορισμό του όγκου της εργασίας ή της επιχείρησης [παράγραφος (vii)]. Μάλιστα σε περίπτωση αλλαγής στην επιχείρηση, αυτή πρέπει να είναι τέτοιου βαθμού, σε έκταση και σοβαρότητα, ώστε να επιφέρει μεταβολή στη φύση των καθηκόντων του εργοδοτουμένου ή την κατάργησή τους για να θεωρηθεί ότι συνεπάγεται «ελάττωση του αριθμού των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων» (Αδελφοί Γαλαταριώτη Λτδ v. Γρηγορά κ.ά. (2001) 1 Α.Α.Δ. 1985).»
[5] Το εν λόγω ποσό φαίνεται στη σελίδα 14 των εξελεγμένων οικονομικών καταστάσεων της Chris & Daughters Ltd για το 2019 (βλ. Τεκμήριο 10) όπου σημειώνεται ότι αφορά μόνο πωλήσεις εμπορευμάτων.
[6] Βλέπε επίσης Τεκμήριο 11 στο οποίο σημειώνεται ότι μέχρι το 2018 και το 2019 δεν επιτεύχθηκε αναδιάρθρωση των υφιστάμενων δανείων της Εργοδότριας Εταιρείας.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο