ΧΑΡΙΚΛΕΙΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ν. X.A Παπαέλληνας Εμπορική Λτδ “ΑΛΦΑ ΜΕΓΑ”, Αρ. Αίτησης: 348/19, 4/3/2026
print
Τίτλος:
ΧΑΡΙΚΛΕΙΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ν. X.A Παπαέλληνας Εμπορική Λτδ “ΑΛΦΑ ΜΕΓΑ”, Αρ. Αίτησης: 348/19, 4/3/2026

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ – ΠΑΦOΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή

                   Γ. Παπαμιχαήλ           )

                   Π. Δημοσθένους        ) Μελών

 

                                                                Αρ. Αίτησης: 348/19

Μεταξύ:

ΧΑΡΙΚΛΕΙΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

                                                                                                            Aιτήτριας

και

 

X.A Παπαέλληνας Εμπορική Λτδ “ΑΛΦΑ ΜΕΓΑ”

                                                                                                             Καθ’ ων η Αίτηση

------------------

 

Ημερομηνία: 4/3/26

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για Αιτήτρια: κος Ν. Τσιαπαλής

Για Καθ’ ων η Αίτηση: κ. Χρ. Μίτσιγγας

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

            Η Αιτήτρια προσλήφθηκε από τους Καθ’ ων η Αίτηση («η Εργοδότρια Εταιρεία») ως ταμίας στην Υπεραγορά «ΑΛΦΑ ΜΕΓΑ» στην Πάφο («η Υπεραγορά») στις 28/07/2013.

 

            Στις 26/04/2019, ημέρα που ήταν Μεγάλη Παρασκευή, σε ώρα λειτουργίας της Υπεραγοράς υπήρξε τηλεφωνική κλήση στην Υπεραγορά ότι είχε τοποθετηθεί βόμβα στην Υπεραγορά («η Τηλεφωνική Κλήση»). Η διευθύντρια της Υπεραγοράς («η Διευθύντρια») και το τμήμα ασφαλείας της Υπεραγοράς («το Τμήμα Ασφαλείας») ενημερώθηκαν για την Τηλεφωνική Κλήση. Το πρόσωπο το οποίο έλαβε την Τηλεφωνική Κλήση κατέγραψε τον αριθμό του τηλεφώνου από το οποίο έγινε η Τηλεφωνική Κλήση και στη συνέχεια διαπιστώθηκε ότι ο εν λόγω αριθμός τηλεφώνου άνηκε σε υπάλληλο της Υπεραγοράς (όχι στην Αιτήτρια) που εργαζόταν ως ταμίας, η οποία κατά τον χρόνο που έγινε η Τηλεφωνική Κλήση ήταν σε διάλειμμα μαζί με την Αιτήτρια και ακόμα μια υπάλληλο της Εργοδότριας Εταιρείας που εργαζόταν ως ταμίας στην Υπεραγορά. Μόλις έγινε αυτή η διαπίστωση η Αιτήτρια και οι άλλες δύο ταμίες (η Μ.Σ. και η Μ.Κ.) κλήθηκαν να παρουσιαστούν στο Γραφείο της Διευθύντριας. Μία εκ των εν λόγω τριών ταμίων (όχι η Αιτήτρια) παραδέχτηκε ότι αυτή προέβηκε στην Τηλεφωνική Κλήση η οποία ήταν «φάρσα». Ακολούθως, η Διευθύντρια προέβηκε στην άμεση απόλυση και των εν λόγω τριών ταμιών.

 

            Στις 02/05/2019 η Αιτήτρια μαζί με τις άλλες δύο απολυθείσες ταμίες μετέβησαν στα κεντρικά γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας στη Λευκωσία και ζήτησαν να συναντηθούν με κάποιο διευθυντικό πρόσωπο της Εργοδότριας Εταιρείας. Συναντήθηκαν με την Βοηθό του Διευθυντή του Τμήματος Ανθρώπινου Δυναμικού της Εργοδότριας Εταιρείας.

 

            Στις 06/05/2019 η Αιτήτρια παρέδωσε την ακόλουθη επιστολή στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων στην Πάφο (Τεκμήριο 1). Παραθέτουμε πιο κάτω αυτούσιο το ουσιαστικό περιεχόμενό της.

 

«Θα ήθελα να υποβάλω παράπονο για τη μεταχείριση που έτυχα στη δουλειά μου στη Υπεραγορά ΄ΑλφαΜέγα, αναφορικά με ένα γεγονός που συνέβη εκεί την Μεγάλη Παρασκευή, 26/4/2019. Ενώ έκανα το διάλειμμα μου μαζί με άλλα τέσσερα άτομα, δύο κοπέλλες πήραν τηλέφωνο την υπεύθυνη των ταμείων κυρία Λουκία Πολωνού και της είπαν ότι υπάρχει βόμβα στο κατάστημα. Χωρίς να καταλάβω καλά καλά τι έγινε, οι δύο που έκαναν την φάρσα και εγώ μόνο από τους υπόλοιπους που έκαναν διάλειμμα απολύθηκα, χωρίς να ρωτηθώ τι έγινε, χωρίς να μου επιτραπεί καν να μιλήσω, χωρίς να γίνει έρευνα και ενώ οι δύο που έκαναν την φάρσα παραδέχονται ότι δεν είχα καμίαν ανάμειξη.

 

Στις 2/5/2019 πήγαμε οι τρεις στα Κεντρικά Γραφεία της εταιρείας στη Λευκωσία και συναντηθήκαμε με την κυρία Αθηνά Νεοφύτου η οποία μετά που της είπα τι έγινε, μου είπε να περιμένω να μιλήσουν με την Πάφο και θα με ενημερώσουν. Επειδή μέχρι σήμερα δεν έτυχα ενημέρωσης πήγα στην υπεραγορά και μίλησα με την κυρία Αναστασία Χαραλάμπους -Διευθύντρια της εταιρείας στη Πάφο και μου είπε ότι «αν αλλάξουν τώρα κάτι θα φανεί ότι δεν το ερεύνησαν παραπάνω την ώρα που έγινε».

 

Δηλαδή ούτε λίγο ούτε πολύ θα θυματοποιηθώ χάνοντας τη δουλειά γιατί κάποιοι άλλοι δεν έκαναν σωστά τη δική τους δουλειά.

 

Σας παρακαλώ να με βοηθήσετε να μην χάσω τη δουλειά μου.»

 

 

            Στις 17/05/2019 η Αιτήτρια υπέβαλε στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων στην Πάφο παράπονο (Τεκμήριο 2) ότι απολύθηκε από την εργασία της στην Υπεραγορά στις 26/04/2019 χωρίς να της δοθεί επιστολή απόλυσης.

 

            Στις 29/05/2019 ο δικηγόρος της Αιτήτριας απέστειλε επιστολή (Τεκμήριο 3) στην Εργοδότρια Εταιρεία (α) στην οποία σημείωνε ότι αναφέρεται στην Αιτήτρια και «στον αδικαιολόγητο και/ή αναιτιολόγητο και/ή παράνομο τερματισμό της απασχόλησης της ο οποίος έγινε προφορικά στις 26/04/2019 και χωρίς μέχρι σήμερα να της δοθεί σχετική έγγραφη ειδοποίηση και/ή επιστολή» και (β) με την οποία αξίωνε όπως καταβληθεί στην Αιτήτρια συσσωρευμένη ετήσια άδεια 17 ημερών, αναλογία 13ου μισθού, «πληρωμή αντί προειδοποίησης 7 εβδομάδων» και «αποζημίωση (13 εβδομάδες)».

 

            Στις 06/06/2019 ο δικηγόρος της Εργοδότριας Εταιρείας απάντησε στον δικηγόρο της Αιτήτριας με επιστολή (Τεκμήριο 4) στην οποία (α) σημείωνε τη θέση της Εργοδότριας Εταιρείας ότι η Αιτήτρια συμμετείχε με άλλες δύο συναδέλφισσές της στις 26/04/2019 σε τηλεφωνική φάρσα για τοποθέτηση βόμβας στην Υπεραγορά και ότι η εν λόγω ενέργειά της συνιστούσε σοβαρό εργασιακό παράπτωμα που δικαιολογούσε την άμεση απόλυσή της με αποτέλεσμα ο τερματισμός των υπηρεσιών της στις 26/04/2019 να είναι νόμιμος, (β) επισύναπτε επιστολή της Εργοδότριας Εταιρείας ημερ. 27/04/2019, η οποία απευθύνεται προς κάθε ενδιαφερόμενο και στην οποία αναγράφεται ότι η Αιτήτρια εργάστηκε στην Εργοδότρια Εταιρεία στο Τμήμα Ταμείων από τις 26/07/2013 μέχρι και τις 26/04/2019 ημερομηνία κατά την οποία αποδεσμεύτηκε λόγω σοβαρού πειθαρχικού παραπτώματος και (γ) τον ενημέρωνε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία έχει εκδώσει μια επιταγή στο όνομα της Αιτήτριας για το ποσό των €888,76 για τα δεδουλευμένα της μέχρι τις 26/04/2019 η οποία βρίσκεται στο γραφείο της Υπεραγοράς και μπορεί να την παραλάβει και επισύναπτε σχετική αναλυτική κατάσταση μισθοδοσίας για το τι αντιπροσώπευε το εν λόγω ποσό.

 

            Η Αιτήτρια στις 04/06/2019 παρέλαβε επιταγή της Εργοδότριας Εταιρείας για το ποσό των €888,76 (Τεκμήριο 9) το οποίο αντιπροσώπευε πληρωμή για την μη χρησιμοποιηθείσα ετήσια άδειά της και την αναλογία του 13ου μισθού για το 2019 (Τεκμήριο 10).

 

            Ο τελευταίος μεικτός μηνιαίος μισθός της Αιτήτριας κατά την απασχόλησή της στην Εργοδότρια Εταιρεία ανερχόταν στο ποσό των €924. Περαιτέρω, η Αιτήτρια είχε δικαίωμα σε 13ο μισθό.

 

            Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα μία εκ των τριών απολυθείσων ταμιών (η Μ.Σ.) προσλήφθηκε ξανά από την Εργοδότρια Εταιρεία.

 

Τα πιο πάνω είτε δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα είτε προκύπτουν ως αναντίλεκτα γεγονότα από το σύνολο του ενώπιόν μας μαρτυρικού υλικού.

 

            Η Αιτήτρια με την παρούσα αίτηση εργατικής διαφοράς («η Αίτηση») αξιώνει αποζημιώσεις για παράνομη απόλυσή της, πληρωμή αντί προειδοποίησης, νόμιμο τόκο και έξοδα πλέον Φ.Π.Α.. Στους γενικούς λόγους της Αίτησης ισχυρίζεται ότι δεν είχε την οποιαδήποτε ανάμειξη ή γνώση για το περιστατικό της Τηλεφωνικής Κλήσης-φάρσας που έγινε στις 26/04/2019. Ότι η απόλυσή της έγινε χωρίς έρευνα και/ή εξέταση των περιστατικών που περιβάλλουν την Τηλεφωνική Κλήση-φάρσα και χωρίς να της δοθεί η δυνατότητα να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Ότι η απόλυσή της ήταν παράνομη και/ή αδικαιολόγητη.

 

            Η Εργοδότρια Εταιρεία με τους γενικούς λόγους της Έγγραφης Εμφάνισής της («η Έγγραφη Εμφάνιση») απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις ισχυριζόμενη ότι η απόλυση της Αιτήτριας είναι νόμιμη και δικαιολογημένη λόγω της διαγωγής που επέδειξε η Αιτήτρια, η οποία καθιστούσε σαφές ότι η μεταξύ τους σχέση εργοδότη-εργοδοτούμενου δεν μπορούσε να συνεχιστεί. Ισχυρίζεται ότι στην παρουσία και με τη συγκατάθεση της Αιτήτριας άλλη υπάλληλος της Υπεραγοράς προέβηκε στην Τηλεφωνική Κλήση-φάρσα. Ότι η Αιτήτρια και οι δύο άλλες ταμίες παραδέχτηκαν στη Διευθύντρια ότι μια εκ των τριών (όχι η Αιτήτρια), στην παρουσία των άλλων δύο, διέπραξε την Τηλεφωνική Κλήση-φάρσα «για να γελάσουν». Ότι λόγω αυτής της παραδοχής και οι τρεις εν λόγω ταμίες απολύθηκαν αμέσως. Ότι στις 02/05/2019 η Αιτήτρια ανέφερε στην Βοηθό του Διευθυντή του Τμήματος Ανθρώπινου Δυναμικού της Εργοδότριας Εταιρείας ότι μετάνιωσε για τη συμπεριφορά που επέδειξε στις 26/04/2019 και ότι δεν ήταν αυτή που μίλησε στο τηλέφωνο και παραδέχτηκε ξανά ότι βρήκε αστεία τη διενέργεια της Τηλεφωνικής Κλήσης-φάρσας και ότι δεν έκανε οτιδήποτε για να αποτρέψει τη συνάδελφό της από το να μην κάνει το εν λόγω τηλεφώνημα. Ότι λόγω των πιο πάνω, η Βοηθός του Διευθυντή του Τμήματος Ανθρώπινου Δυναμικού ενημέρωσε την Αιτήτρια και τις άλλες δύο συναδέλφους της ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν θα αναθεωρούσε την απόφασή της για άμεση απόλυσή τους. Στη βάση των πιο πάνω η Εργοδότρια Εταιρεία ζητά απόρριψη της Αίτησης με έξοδα υπέρ της και εις βάρος της Αιτήτριας.

 

Βάρος Απόδειξης

 

Το άρθρο 3(1) του Περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου του 1967, Ν.24/67, ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα («ο Νόμος») προβλέπει ότι:

 

«3. (1) Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι’ οιονδήποτε λόγον άλλον ή των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ’ αυτού επί είκοσι εξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζόμενης συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα:»

 

Σύμφωνα με το άρθρο 6(1) του Νόμου ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτουμένου από τον εργοδότη τεκμαίρεται ότι έγινε αδικαιολόγητα και παράνομα (″..... ο υπό του εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρο 5 εκτιθεμένων λόγων″) εκτός αν ο εργοδότης αποδείξει ότι αυτός έγινε για ένα από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 5 του Νόμου (οι οποίοι λόγοι καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση του εργοδοτουμένου). Στην παρούσα περίπτωση, η Εργοδότρια Εταιρεία έχει το βάρος να αποδείξει ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας έγινε νόμιμα για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στις παραγράφους (ε) και (στ) του άρθρου 5 του Νόμου. Ειδικά, η Εργοδότρια Εταιρεία θα πρέπει να αποδείξει ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας, με βάση τους λόγους που προβάλλει στο έγγραφο εμφάνισής της, ήταν νόμιμος και δικαιολογημένος με συνέπεια να μην παρέχεται στην Αιτήτρια το δικαίωμα αποζημίωσης και το δικαίωμα πληρωμής αντί προειδοποίησης.

 

            Ενώπιον του Δικαστηρίου για την Εργοδότρια Εταιρεία κατέθεσαν η Διευθύντρια, κα Αναστασία Χαραλάμπους, ο Διευθυντής Ανθρώπινου Δυναμικού της Εργοδότριας Εταιρείας, κος Μάριος Αντωνίου και η Βοηθός του Διευθυντή του Τμήματος Ανθρωπίνου Δυναμικού της Εργοδότριας Εταιρείας, κα Αθηνά Νεοφύτου. Η Αιτήτρια υποστήριξε το αίτημά της προσκομίζοντας τη δική της μαρτυρία και τη μαρτυρία της κας Έφης Ιακώβου, η οποία είναι Επαρχιακή Λειτουργός του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων του Υπουργείου Εργασίας.

 

Μαρτυρία

 

Η κα Χαραλάμπους κατέθεσε ότι στις 26/04/2019 ενημερώθηκε από την Υπεύθυνη Ταμείων της Υπεραγοράς ότι δέχτηκε την Τηλεφωνική Κλήση στο υπηρεσιακό τηλέφωνό της από άγνωστη γυναίκα. Ότι η Υπεύθυνη Ταμείων της ανέφερε ότι είχε ήδη ενημερώσει το Τμήμα Ασφαλείας και ότι είχε καταγράψει τον αριθμό του τηλεφώνου από το οποίο έγινε η Τηλεφωνική Κλήση και τον διαβίβασε στο Τμήμα Ασφαλείας. Ότι στη συνέχεια το προσωπικό του Τμήματος Ασφαλείας άρχισε να ερευνά τους χώρους της Υπεραγοράς και πολύ σύντομα άρχισε να διαδίδεται η πληροφορία περί ύπαρξης βόμβας εντός της Υπεραγοράς προκαλώντας έντονη ανησυχία στο προσωπικό και στους πελάτες. Σημείωσε ότι κατά τον χρόνο της Τηλεφωνικής Κλήσης η Υπεραγορά ήταν κατάμεστη από πελάτες καθότι ήταν η Μεγάλη Παρασκευή η οποία είναι μία από τις πιο πολυάσχολες ημέρες τους έτους για την Υπεραγορά. Ότι μετά από έλεγχο από το Τμήμα Ασφαλείας στον κατάλογο των τηλεφωνικών αριθμών του προσωπικού διαπιστώθηκε ότι ο αριθμός από τον οποίο πραγματοποιήθηκε η Τηλεφωνική Κλήση άνηκε σε υπάλληλο της Υπεραγοράς (όχι στην Αιτήτρια). Ότι στη συνέχεια η Υπεύθυνη Ταμείων επικοινώνησε με την εν λόγω υπάλληλο, η οποία της ανέφερε ότι κατά τον χρόνο του περιστατικού βρισκόταν στον χώρο ανάπαυσης του προσωπικού (ο οποίος βρίσκεται στον τρίτο όροφο του κτιρίου της Υπεραγοράς) μαζί με δύο άλλες συναδέλφισσές της και ότι και οι τρεις τους προέβησαν στη συγκεκριμένη ενέργεια με σκοπό να κάνουν ένα αστείο. Ότι κάλεσε αμέσως τις τρεις υπαλλήλους στο γραφείο της όπου και οι τρεις της παραδέχτηκαν ότι μία από αυτές (όχι η Αιτήτρια) πραγματοποίησε το τηλεφώνημα στην παρουσία των άλλων δύο, ότι ανέφεραν ψευδώς στην Υπεύθυνη Ταμείων ότι υπήρχε βόμβα στην Υπεραγορά και ότι θεώρησαν την πράξη τους αστεία. Ότι κατόπιν εντολής του Διευθυντή Ανθρωπίνου Δυναμικού προχώρησε στην άμεση απόλυση των εν λόγω τριών υπαλλήλων λόγω συμπεριφοράς που δεικνύει ότι η εργασιακή σχέση μεταξύ αυτών και της Εργοδότριας Εταιρείας δεν μπορούσε να συνεχιστεί καθώς και για διάπραξη σοβαρού αδικήματος.

 

            Αντεξεταζόμενη παραδέχτηκε ότι ο χώρος ξεκούρασης του προσωπικού βρίσκεται στον χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων στον τρίτο όροφο του κτιρίου της Υπεραγοράς όπου έχει οριοθετηθεί και διαμορφωθεί ένας χώρος με την τοποθέτηση κάποιων καθισμάτων για να κάνει το διάλειμμά του το προσωπικό. Σε υποβολή ότι η Αιτήτρια δεν συμμετείχε με οποιοδήποτε τρόπο στην Τηλεφωνική Κλήση - φάρσα απάντησε «γιατί δεν το είπε η κοπέλα όταν ήρθε στο γραφείο ότι δεν έχει κάποια ανάμειξη και είπαν ότι έκαναν όλοι μαζί τη φάρσα;». Ανέφερε ότι οι τρεις ταμίες κλήθηκαν να παρουσιαστούν στο γραφείο της με τηλεφώνημα που έγινε στο τηλέφωνο της υπαλλήλου που εντοπίστηκε ότι άνηκε σε αυτήν ο αριθμός του τηλεφώνου από το οποίο έγινε η Τηλεφωνική Κλήση. Επέμενε ότι η Αιτήτρια ήταν μπροστά όταν έγινε η Τηλεφωνική Κλήση, ότι ήταν μαζί και οι τρεις ταμίες στον ίδιο χώρο και έκαναν διάλειμμα και ότι ερχόμενες στο γραφείο της της είπαν ότι έκαναν μια φάρσα και ότι δεν είπε κάτι άλλο διαφορετικό η Αιτήτρια. Διαφώνησε με υποβολή του δικηγόρου της Αιτήτριας ότι στο γραφείο της οι άλλες δύο ταμίες παραδέχτηκαν ότι αυτές είχαν κάνει αυτή την Τηλεφωνική Κλήση - φάρσα και ότι τότε η Αιτήτρια αντιλήφθηκε το τι είχε συμβεί αλλά δεν της έδωσε καμία ευκαιρία να πει τη θέση της θεωρώντας ότι η παραδοχή των άλλων κάλυπτε και την Αιτήτρια επειδή ήταν μαζί τους εκείνη τη στιγμή. Είπε ότι η Αιτήτρια δεν της είπε ότι δεν είχε ανάμειξη με το συμβάν και ότι λέχθηκε και από τις τρεις κοπέλες ότι έκαναν μια φάρσα. Σημείωσε ότι παρόλο που ήταν συγχυσμένη και θυμωμένη με το συμβάν εννοείται πως θα άκουγε αν ήθελε να της πει κάτι κάποια από τις τρεις ταμίες.

 

Ο κ. Αντωνίου στη γραπτή δήλωσή του, η οποία κατατέθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, αναφέρει ότι στις 26/04/2019 η Διευθύντρια τον ενημέρωσε ότι:

 

«i)      Κατά την εν λόγω ημέρα, η Υπεύθυνη Ταμείων της Υπεραγοράς έλαβε τηλεφώνημα στο υπηρεσιακό τηλέφωνο από άγνωστη γυναίκα, η οποία την ενημέρωσε ότι είχε τοποθετηθεί βόμβα στην Υπεραγορά.

ii)       Η Υπεύθυνη Ταμείων ενημέρωσε αμέσως τη Διευθύντρια, η οποία ειδοποίησε το Τμήμα Ασφαλείας της Υπεραγοράς. Το τελευταίο κάλεσε αμέσως την Αστυνομία.

iii)      Το προσωπικό του Τμήματος Ασφαλείας προέβη σε έρευνα εντός της Υπεραγοράς, και σύντομα άρχισε να διαδίδεται η πληροφορία περί ύπαρξης βόμβας, προκαλώντας ανησυχία μεταξύ πελατών και προσωπικού.

iv)      Η Υπεύθυνη Ταμείων κατέγραψε τον αριθμό τηλεφώνου από τον οποίο έγινε η κλήση και τον διαβίβασε στο Τμήμα Ασφαλείας, το οποίο ενημέρωσε σχετικά την Αστυνομία.

v)         Από έρευνα του Τμήματος Ασφαλείας στον κατάλογο τηλεφωνικών αριθμών του προσωπικού του Υπεραγοράς, διαπιστώθηκε ότι ο αριθμός αυτός αντιστοιχούσε σε υπάλληλο της Υπεραγοράς (όχι στην Αιτήτρια).

vi)        Στη συνέχεια, η Υπεύθυνη Ταμείων επικοινώνησε με την εν λόγω υπάλληλο, η οποία της ανέφερε ότι βρισκόταν στον τρίτο όροφο της Υπεραγοράς, δηλαδή στον χώρο όπου οι υπάλληλοι αναπαύονται κατά τη διάρκεια του διαλείμματός τους, μαζί με δύο συναδέλφισσες της, εκ των οποίων η μια ήταν η Αιτήτρια και ότι οι τρεις τους προέβησαν στη συγκεκριμένη φάρσα με σκοπό να κάνουν ένα αστείο.

vii)       Η Διευθύντρια κάλεσε αμέσως τις τρεις υπαλλήλους στο γραφείο της, όπου οι ίδιες παραδέχθηκαν ότι μία εξ αυτών (όχι η Αιτήτρια) πραγματοποίησε το τηλεφώνημα, παρουσία των άλλων δύο. Συγκεκριμένα, παραδέχθηκαν ότι πραγματοποίησαν τηλεφωνική φάρσα προς το Τμήμα Εξυπηρέτησης Πελατών, αναφέροντας ψευδώς πως υπήρχε βόμβα στην Υπεραγορά. Διευκρίνισαν ότι προέβησαν στην πράξη αυτή επειδή τη θεώρησαν «αστεία».»

 

Aναφέρει επίσης ότι η Διευθύντρια κατόπιν δικής του εντολής προχώρησε στην άμεση απόλυση και των εν λόγω τριών ταμιών. Ότι μέχρι να διαπιστωθεί πως επρόκειτο για τηλεφωνική φάρσα η Διεύθυνση της Εργοδότριας Εταιρείας βρέθηκε σε δύσκολη θέση καθώς έπρεπε να αποφασίσει εάν θα διέταζε άμεση εκκένωση της Υπεραγοράς ή θα ανέμενε επαλήθευση της πληροφορίας. Ότι στις 02/05/2019 οι τρεις ταμίες προσήλθαν στα κεντρικά γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας με σκοπό να τον συναντήσουν αλλά επειδή λόγω άλλων υποχρεώσεών του δεν μπορούσε να τις συναντήσει, τις συνάντησε η βοηθός του. Ότι η βοηθός του τον ενημέρωσε ότι οι τρεις ταμίες ζήτησαν συγνώμη και παρακάλεσαν να τους δοθεί δεύτερη ευκαιρία. Ότι η Αιτήτρια της ανέφερε ότι δεν ήταν εκείνη που πραγματοποίησε την Τηλεφωνική Κλήση αλλά παραδέχτηκε ότι άκουσε τα όσα είπε η συνάδελφός της και ότι επειδή θεώρησε το περιστατικό αστείο δεν προέβη στην οποιαδήποτε ενέργεια για να το αποτρέψει ή να ενημερώσει τη Διευθύντρια. Ότι η βοηθός του τις ενημέρωσε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν μπορούσε να τους δώσει δεύτερη ευκαιρία καθώς το παράπτωμά τους ήταν πολύ σοβαρό και η απερίσκεπτη συμπεριφορά τους έθεσε σε κίνδυνο τόσο την ασφάλεια στον χώρο της Υπεραγοράς όσο και τη φήμη της Εργόδότριας Εταιρείας.

 

Κατά την αντεξέτασή του αρνήθηκε ότι αυτός προσωπικά είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με λειτουργό του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων στην Πάφο σε σχέση με την περίπτωση της Αιτήτριας.

 

            Η κα Νεοφύτου κατέθεσε ότι στις 26/04/2019 ενημερώθηκε από τον κ. Αντωνίου ότι αυθημερόν είχε τερματιστεί η εργοδότηση τριών ταμιών της Υπεραγοράς καθότι μία εκ των τριών, παρουσία των υπολοίπων δύο, τηλεφώνησε στην Υπεύθυνη Ταμείων της Υπεραγοράς και της ανέφερε ότι είχε τοποθετηθεί βόμβα εντός της Υπεραγοράς. Ισχυρίστηκε ότι στις 02/05/2019 όταν οι τρεις ταμίες ήλθαν στα κεντρικά γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας ζήτησαν να συναντηθούν με τον κ. Αντωνίου αλλά επειδή ο κ. Αντωνίου λόγω άλλων υποχρεώσεων δεν μπορούσε να τις δεχτεί, της ανέθεσε να συναντηθεί αυτή μαζί τους. Ότι κατά τη συνάντησή τους και οι τρεις της εξέφρασαν τη μεταμέλειά τους και ζήτησαν συγνώμη παρακαλώντας την Εργοδότρια Εταιρεία όπως τους δώσει μια δεύτερη ευκαιρία. Ήταν η θέση της ότι κατά τη διάρκεια της εν λόγω συνάντησης η Αιτήτρια της ανέφερε ότι δεν ήταν εκείνη που έκανε την Τηλεφωνική Κλήση στην Υπεύθυνη Ταμείων. Ότι όταν την ρώτησε αν άκουσε τα όσα είχε πει η συνάδελφός της κατά την Τηλεφωνική Κλήση απάντησε καταφατικά. Ότι περαιτέρω όταν την ρώτησε γιατί παρόλο που αντιλήφθηκε το περιεχόμενο της Τηλεφωνικής Κλήσης δεν έκανε κάτι για να αποτρέψει ή να επανορθώσει τη φάρσα, απάντησε ότι βρήκε το περιστατικό αστείο και ότι δεν θεώρησε πως υπήρχε λόγος να επέμβει. Υποστήριξε ότι μετά την ολοκλήρωση της συνάντησης ενημέρωσε και τις τρεις ταμίες ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν μπορούσε να τους παράσχει δεύτερη ευκαιρία καθώς το παράπτωμά τους ήταν ιδιαίτερα σοβαρό.

 

Αντεξεταζόμενη, υποστήριξε ότι όταν οι τρεις ταμίες ήρθαν στο γραφείο της της είπαν ότι και οι τρεις ήταν μαζί όταν έγινε η Τηλεφωνική Κλήση. Είπε ότι κατά την εν λόγω συνάντηση η κάθε μία ανέφερε τη θέση της για το τι έγινε αλλά αυτή δεν μπήκε στη διαδικασία να ρωτήσει ποιος τηλεφώνησε ή ποιος κρατούσε το τηλέφωνο. Ότι αυτή ρώτησε μόνο αν γνώριζαν και οι τρεις το περιστατικό και γιατί δεν έκαναν κάτι όπως να το αποτρέψουν ή να πάρουν τηλέφωνο τη Διευθύντρια να την ενημερώσουν. Ότι και οι τρεις ταμίες της απάντησαν ότι ήταν και οι τρεις γνώστες της Τηλεφωνικής Κλήσης και ότι δεν θεώρησαν ότι υπήρχε λόγος να ενημερώσουν τη Διευθύντρια. Αρνήθηκε ότι κατά την εν λόγω συνάντηση είπε στην Αιτήτρια ότι θα μιλήσει με τη Διεύθυνση στην Πάφο για να την ενημερώσουν αν αλλάξει κάτι.

 

Η Αιτήτρια κατέθεσε ότι στις 26/04/2019 ενόσω έκανε το διάλειμμά της στον χώρο ανάπαυσης του προσωπικού της Υπεραγοράς απομακρύνθηκε από το σημείο που κάθονταν οι υπόλοιποι συνάδελφοί της που έκαναν το διάλειμμά τους και τηλεφώνησε στον σύζυγό της για να δει πώς τα πάει με τα παιδιά τους τα οποία ήταν στο σπίτι μαζί του. Ενώ μιλούσε στο τηλέφωνο με τον σύζυγό της μία από τις συναδέλφισσές της της φώναξε ότι τηλεφώνησε η Υπεύθυνη Ταμείων και ζήτησε να πάνε αμέσως στο γραφείο της Διευθύντριας. Ότι παρόλο που διερωτήθηκε για ποιο λόγο της είχαν δοθεί αυτές οι οδηγίες ακολούθησε τις άλλες δύο συναδέλφισσές της. Ότι όταν πήγαν στο γραφείο της Διευθύντριας, η Διευθύντρια άρχισε να μιλά με έντονο τρόπο και να ρωτά ποιας ιδέα ήταν η φάρσα και αυτή διερωτήθηκε για ποιο πράγμα μιλά. Ότι όταν η Διευθύντρια ανέφερε με συγκεκριμένο τρόπο τι είχε συμβεί εξηγώντας τη σοβαρότητα του γεγονότος οι άλλες δύο ταμίες ζήτησαν συγνώμη και είπαν ότι ήταν για πλάκα. Ότι αυτή προσπάθησε να πει ότι δεν ξέρει για ποιο πράγμα μιλούν και ότι απλώς έκανε το διάλειμμά της αλλά η Διευθύντρια ήταν σε μεγάλη ένταση που δεν άκουγε τι προσπαθούσε να πει και τους ανακοίνωσε ότι απολύονται. Ότι όταν βγήκε έξω από το γραφείο της Διευθύντριας ρώτησε τι έγινε και η μια από τις ταμίες, η Μ.Σ. είπε ότι χρησιμοποιώντας το τηλέφωνο της άλλης ταμία, της Μ.Κ., τηλεφώνησε στην Υπεύθυνη Ταμείων και της είπε ότι είχε τοποθετηθεί βόμβα. Ότι τους είπε ότι είναι άδικο να απολυθεί για κάτι που αυτή δεν είχε ιδέα και τότε αυτές της πρότειναν αν θέλει να πάει μαζί τους στη Λευκωσία για να δουν κάποιο υπεύθυνο της Εργοδότριας Εταιρείας. Ότι στις 02/05/2019 όταν πήγαν στα κεντρικά γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας και ζήτησαν να δουν κάποιο υπεύθυνο, τους είπαν να δουν την κα Νεοφύτου. Ότι οι άλλες δύο ταμίες ανέφεραν στην κα Νεοφύτου ότι ήθελαν να απολογηθούν και να τους δοθεί μία δεύτερη ευκαιρία ενώ αυτή της εξήγησε ότι δεν έχει καμία σχέση με το συμβάν κάτι που επιβεβαίωσαν και οι άλλες δύο ταμίες. Ότι της ανέφερε ότι στον χώρο που κάνει διάλειμμα το προσωπικό υπάρχει κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης το οποίο μπορούν να το ελέγξουν. Ότι αυτή της ανέφερε ότι θα μιλήσει με την Πάφο και θα την ενημερώσουν. Ήταν η θέση της ότι στις 06/05/2019 αφού δεν επικοινώνησε κάποιος μαζί της πήγε στην Υπεραγορά και συνάντησε τη Διευθύντρια για να την ρωτήσει τι γίνεται. Ότι αυτή της ανέφερε ότι δυστυχώς δεν μπορούσαν «να αλλάξουν κάτι» γιατί θα φαινόταν ότι δεν το ερεύνησαν όπως έπρεπε την ώρα που έγινε. Ότι μετά από αυτό παρέδωσε επιστολή-παράπονο στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων (Τεκμήριο 6). Ότι μετά από 10 μέρες περίπου επικοινώνησε μαζί της λειτουργός του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων και της είπε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία είναι ανένδοτη. Ότι στη συνέχεια πήγε να γραφτεί άνεργη και της ζήτησαν βεβαίωση από το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων ότι δεν είχε επιστολή απόλυσης. Ότι στις 17/05/2019, αφού υπέβαλε το γραπτό παράπονο στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων (Τεκμήριο 2), της δόθηκε η σχετική βεβαίωση και έτσι γράφτηκε άνεργη. Επέμενε ότι δεν είχε οποιαδήποτε συμμετοχή στο όλο συμβάν ούτε γνώριζε τι έγινε ούτε είχε αντιληφθεί τι έγινε μέχρι που την απέλυσε η Διευθύντρια. Σημείωσε ότι η ταμίας που είχε κάνει την Τηλεφωνική Κλήση, η Μ.Σ., προσλήφθηκε ξανά στην Υπεραγορά σύντομα μετά την απόλυσή τους.  

 

Αντεξεταζόμενη υποστήριξε ότι στις 26/04/2019 μέχρι να πάει στο γραφείο της Διευθύντριας που βρίσκεται στο ισόγειο της Υπεραγοράς από τον τρίτο όροφο της Υπεραγοράς που βρισκόταν όταν έκανε το διάλειμμά της δεν είχε μάθει τον λόγο για τον οποίο κλήθηκε να πάει στο γραφείο της Διευθύντριας. Είπε ότι στο γραφείο της Διευθύντριας προσπάθησε να μιλήσει στη Διευθύντρια αλλά αυτή ήταν εκτός εαυτού. Ότι επειδή αυτή δεν είχε αντιληφθεί αρχικά ακριβώς τι έγινε έμεινε σιωπηλή.

 

Η κα Ιακώβου κατέθεσε ότι στις 06/05/2019 η Αιτήτρια παρέδωσε στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων στην Πάφο το Τεκμήριο 1. Ότι αυτή την ίδια μέρα επικοινώνησε με τα κεντρικά γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας και ζήτησε να μιλήσει με κάποιο υπεύθυνο. Ότι μίλησε με τον κ. Αντωνίου ο οποίος της συστήθηκε ως υπεύθυνος προσωπικού. Ότι του ανέφερε το παράπονο και τη θέση της Αιτήτριας ότι δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στο συμβάν που έγινε στις 26/04/2019 αλλά αυτός με κάθετο τρόπο της είπε ότι δεν υπάρχει θέμα προς συζήτηση, ότι οι υπάλληλοι ήταν σε υποχρεωτική άδεια και ότι την τελική απόφαση θα την πάρει η Διεύθυνση της Εργοδότριας Εταιρείας. Είπε ότι στις 17/05/2019 η Αιτήτρια επανήλθε στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων και υπέβαλε παράπονο ότι όταν απολύθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία δεν της δόθηκε επιστολή τερματισμού της απασχόλησής της ώστε να μπορεί να εγγραφεί ως άνεργη. Ότι γι’ αυτόν τον λόγο της δόθηκε από το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων βεβαίωση υποβολής παραπόνου η οποία γίνεται αποδεκτή από το Γραφείο Εργασίας για την εγγραφή ανέργου. Διευκρίνισε επίσης ότι το κάθε παράπονο που υποβάλλεται στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων καταχωρείται στον ανάλογο φάκελο του Τμήματος και ο λειτουργός που χειρίζεται το παράπονο ετοιμάζει υπηρεσιακό σημείωμα με όλες τις ενέργειες που έγιναν από το Τμήμα το οποίο επίσης καταχωρείται στον φάκελο. Ότι τέτοιος φάκελος υπάρχει και για την παρούσα περίπτωση στον οποίο υπάρχει και το σχετικό σημείωμα το οποίο ετοίμασε η ίδια. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 12, δέσμη εγγράφων το οποίο αποτελείται από εσωτερικό σημείωμα της ιδίας σχετικά με τα παράπονα της Αιτήτριας και τις ενέργειες του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων, βεβαίωση του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ημερ. 17/05/2019 ότι η Αιτήτρια υπέβαλε παράπονο εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας καθώς και αντίγραφα των Τεκμηρίων 1 και 2.

 

Αντεξεταζόμενη είπε ότι δεν θυμάται την Αιτήτρια και ότι ούτε γνωρίζει προσωπικά την Αιτήτρια αλλά με βάση τα σημειώματα φαίνεται ότι αυτή χειρίστηκε τα παράπονα της Αιτήτριας. Επέμενε ότι μίλησε με τον κ. Αντωνίου σχετικά με την Αιτήτρια και ότι δεν υπήρχε λόγος να γράψει κάτι άλλο στο εσωτερικό σημείωμα που ετοίμασε και καταχώρησε στο επίσημο σύστημα του Υπουργείου Εργασίας.

 

 

 

 

Νομική Πτυχή

 

Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτουμένου και κατά συνέπεια απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (ε) και (στ) του συγκεκριμένου άρθρου:

 

«5.        Τερματισμός απασχολήσεως δι΄ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν:                  

 

(ε) όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως:

...........................................................................................................................................

 

(στ) άνευ επηρεασμού της γενικότητας της αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύναται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ΄ όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως:

 

(i)         διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή

(ii)         διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του

(iii)        διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του

(iν)        απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του

(v)        σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.»

 

 Σημειώνουμε ότι είναι θεμελιώδης αρχή του εργατικού δικαίου ότι η εργασιακή σχέση είναι σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Περαιτέρω ένας από τους εξυπακουόμενους όρους της σύμβασης εργασίας είναι ότι η κάθε πλευρά δεν πρέπει να ενεργήσει με τρόπο που θα βλάψει το κλίμα της μεταξύ τους αμοιβαίας πίστης και εμπιστοσύνης (mutual trust and confidence) το οποίο είναι απαραίτητο να υπάρχει μεταξύ των δύο πλευρών για να λειτουργήσει η εργασιακή σχέση[1]. Για να διατηρηθεί το κλίμα της αμοιβαίας εμπιστοσύνης ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργοδοτούμενο, ο εργοδοτούμενος κατά τη διάρκεια της σχέσης του με τον εργοδότη του έχει την υποχρέωση (υποχρέωση πίστης) να τηρεί καλόπιστη συμπεριφορά και οφείλει (1) να επιδεικνύει την πρέπουσα διαγωγή και σεβασμό προς τη διεύθυνση και την προσωπικότητα του εργοδότη και των προϊσταμένων του και (2) να αποφεύγει οποιαδήποτε συμπεριφορά που θα μπορούσε να επηρεάσει το κύρος και να προσβάλει την προσωπικότητα του εργοδότη του και «να κάνει το καλύτερο δυνατό για την επιτυχία των σκοπών και συμφερόντων του εργοδότη και να παραλείπει να κάνει οτιδήποτε μπορεί να βλάψει τα συμφέροντα του εργοδότη του» (Βλ. Ι. Κουκιάδης, Εργατικό Δίκαιο, Γ΄ Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2005, σελ. 562).

 

Ο τερματισμός της εργασιακής σχέσης από τον εργοδότη δικαιολογείται όταν η συμπεριφορά του εργοδοτούμενου ήταν τέτοια που κλόνισε τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη - εργοδοτούμενου ώστε να καθίσταται για τον εργοδότη αδύνατη η συνέχιση της. Στην Pattikis v. Nicosia Municipal Committee (1988) 1 C.L.R. 103, τo Δικαστήριο επισήμανε ότι η συνέχιση της σχέσης εργασίας μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου θα πρέπει να εξαρτάται στην ύπαρξη ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών. Οποιαδήποτε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με αυτό το επίπεδο εμπιστοσύνης δίνει το δικαίωμα στον εργοδότη να τερματίσει τη σύμβαση.

 

Σύμφωνα με τη νομολογία, η άμεση απόλυση ως δραστικό μέτρο θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις. (Βλ. Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γιώργου Κόγια, (2006) 1 Β ΑΑΔ 1227, Kanika Developments Ltd ν. Λουκά (2004) 1 A.A.Δ. 603). Καμιά διαγωγή ή συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδοτούμενου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτούμενου (Αναστασία Κασάπη ν. Technoplastics Ltd (1992) 1 Α.Α.Δ. 919). Όπως έχει τονιστεί στη νομολογία δεν υπάρχει κανόνας που να καθορίζει το βαθμό της επιλήψιμου συμπεριφοράς. Η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο δικαιολογείτο ή όχι η απόλυση ποικίλει ανάλογα με τη φύση της επιχείρησης και τη θέση που κατέχει ο εργοδοτούμενος. Να σημειωθεί ότι για μία μεμονωμένη πράξη αμέλειας ή ένα παράπτωμα δεν δικαιολογεί απόλυση χωρίς προειδοποίηση εκτός αν συνοδεύεται από σοβαρές συνέπειες (ΚΕΜ (Taxi) Ltd v. Anastasios Tryphonos (1968) 1 C.L.R. 52, Avghi Constantinidou v. F. W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd (1980) 1 C.L.R. 302). Το κριτήριο για το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη να προβεί στον τερματισμό της εργοδότησης του εργοδοτουμένου υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για το συγκεκριμένο λόγο[2]. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη. (Βλ. Κακοφεγγίτου v. Kυπριακών Αερογραμμών Λτδ (2005) 1 Α.Α.Δ. 603, Kynigos Hotels Limited v. Γιωργούλλας Χρίστου, (2004) 1 Α Α.Α.Δ. 665, Galatariotis Telecommunications v. Σωτήρη Βασιλείου (2003) 1 Α.Α.Δ. 318). Η απόφαση για απόλυση ενός εργοδοτουμένου θα πρέπει να βρίσκεται εντός των πλαισίων των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για τον συγκεκριμένο λόγο βάσει των ενώπιόν του στοιχείων[3] («within the band of reasonable responses of reasonable employer») (Βλέπε επίσης Πολ. Έφεση Αρ.103/12 Μ. Γεωργίου ν. Columbia World Wide Movers Ltd ημερ. 07/07/2017[4]). Στην προσπάθειά του το Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπεράσματα θα πρέπει να εξετάζει την κάθε περίπτωση στα πλαίσια των δικών της γεγονότων ώστε να αποφασίζει κατά πόσο η συγκεκριμένη συμπεριφορά ήταν τόσο σοβαρή, στον βαθμό που να δικαιολογείται η συνοπτική απόλυση.

 

Σημειώνουμε ότι οι πιο πάνω αποφάσεις βασίστηκαν στην αγγλική νομολογία αναφορικά με τη δικαιοδοσία εξέτασης κατά πόσο μία απόφαση για απόλυση είναι παράνομη και αδικαιολόγητη κατά παράβαση της σχετικής εργατικής νομοθεσίας (unfair dismissal jurisdiction) η οποία αναγνωρίζει τις βασικές αρχές (α) ότι σοβαρή κακή διαγωγή (gross misconduct) που δικαιολογεί άμεση απόλυση προϋποθέτει ότι η υπό εξέταση συμπεριφορά είναι ηθελημένη και εσκεμμένη και (β) ότι συγκεκριμένες κατηγορίες κακής διαγωγής όπως κλοπή, επίδειξη βίας, εσκεμμένη ανυπακοή νόμιμης και λογικής εντολής του εργοδότη, σοβαρή αμέλεια και διεξαγωγή ανταγωνιστικής εργασίας συνιστούν αναγνωρισμένες κατηγορίες σοβαρής κακής εργασιακής διαγωγής. Οι βάσεις των εν λόγω κατηγοριών σοβαρής κακής εργασιακής διαγωγής είναι τα καθήκοντα του εργοδοτουμένου που εξυπακούονται δυνάμει του κοινοδικαίου που διέπει τις συμβάσεις εργασίας όπως το καθήκον της τιμιότητας, το καθήκον της συμμόρφωσης με νόμιμες και λογικές εντολές του εργοδότη, το καθήκον της επίδειξης επιμέλειας κατά την εκτέλεση της εργασίας, το καθήκον της πίστης κ.λ.π.. Εσκεμμένη παραβίαση οποιουδήποτε από τους πιο πάνω εξυπακουόμενους όρους συνιστά παραβίαση ενός από τους βασικούς όρους της σύμβασης εργασίας. Η εν λόγω αγγλική νομολογία εξαρτά τη νομιμότητα της απόλυσης από το κατά πόσον ο εργοδότης εφάρμοσε σωστά την αρχή της λογικότητας (″reasonableness″) υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης. Εξετάζεται κατά πόσον ένας λογικός εργοδότης εύλογα υπό τις περιστάσεις της περίπτωσης (α) θα αποφάσιζε ότι η διαγωγή που επέδειξε ο εργοδοτούμενος από μόνη της ήταν τόσο σοβαρή που να επισύρει την ποινή της απόλυσης και (β) θα τερμάτιζε την απασχόληση του εργοδοτουμένου. Εντός του πλαισίου εξέτασης του δεύτερου ερωτήματος στοιχεία όπως η προηγούμενη εργασιακή διαγωγή του εργοδοτουμένου, η προηγούμενη υπηρεσία του εργοδοτουμένου, οι προσωπικές περιστάσεις του εργοδοτουμένου, η στάση του εργοδοτουμένου, η δικαιολογία/εξήγηση που δίνεται από τον εργοδοτούμενο για την επίδειξη της μεμπτής διαγωγής, οι πράξεις και οι παραλείψεις του εργοδότη λαμβάνονται υπόψη. Όπως τονίστηκε στην Kanika Developments Ltd ν. Λουκά (2004) 1 A.A.Δ. 603:

 

«Το ζητούμενο στην παρούσα υπόθεση ήταν το κατά πόσο, ένεκα του εν λόγω επεισοδίου, ήταν λογικό να έχανε ο εφεσίβλητος τη δουλειά του, ίσως και τη σταδιοδρομία του. Γιατί οπωσδήποτε, αν ήταν ακατάλληλος για ένα ξενοδοχείο το ίδιο εξ αντικειμένου θα ίσχυε και για άλλο ξενοδοχείο. Επρόκειτο για άνθρωπο οικογενειάρχη με σύζυγο και τρία παιδιά, ο οποίος για δέκα και πλέον χρόνια πρόσφερε στο ξενοδοχείο τις υπηρεσίες του χωρίς πρόβλημα. Υπέστη, με την απόλυση, καίριο πλήγμα. Μήπως ένα τέτοιο σφάλμα σήμαινε την κατάρρευση της σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου ώστε να δικαιολογούσε την απόλυση; Αναμένεται πως έτσι θα αντιδρούσε ένας λογικός εργοδότης; Η απάντηση θα πρέπει οπωσδήποτε να λαμβάνει υπόψη μια σειρά από παράγοντες. Σ΄ αυτούς περιλαμβάνονται, στη μια μεριά, η επιλήψιμη συμπεριφορά του υπαλλήλου, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η συμπεριφορά του υπαλλήλου και γενικότερα οι αδυναμίες και τα προτερήματα του. Στην άλλη μεριά βρίσκονται οι ανάγκες του εργοδότη, οι οποίες μπορεί να εκτείνονται σε ευρύ φάσμα παραγόντων. Σε μερικές δε περιπτώσεις αυτοί οι παράγοντες ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα λεπτοί και ευαίσθητοι. Οπότε, σε καλύτερη θέση να τους αποτιμήσει είναι ο ίδιος ο εργοδότης. Πρέπει πάντως να λαμβάνει κανείς πάντοτε υπόψη και το ότι ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος, με τον οποίο ρυθμίζονται αυτές οι σχέσεις, είναι νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου που αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας, δικαίωμα που αποτελεί σημαντική σύγχρονη κατάκτηση. Δεν είναι πάντοτε εύκολη η στάθμιση. Τον πρώτο λόγο τον έχει βέβαια ο εργοδότης. Του αναγνωρίζονται περιθώρια. Μόνο όταν τα υπερβεί επεμβαίνει το Δικαστήριο.»

 

            Στην υπόθεση Burdett v. Aviva Employment Services Ltd [2014] UKEAT 0439/13/1411 οι αρχές που εφαρμόζονται κατά την απόφανση κατά πόσον μια απόλυση είναι νόμιμη και δικαιολογημένη συνοψίστηκαν ως ακολούθως:

 

“28.   In a claim of unfair dismissal, the starting point is section 98 of the Employment Rights Act 1996. Relevantly, at section 98(2)(b), a dismissal is capable of being fair if for a reason which “relates to the conduct of the employee”. The reference to conduct is in general terms. The conduct in question does not have to amount to gross misconduct, although that is how the ET characterised the nature of the conduct in this case.

 

29.    What is meant by “gross misconduct” – a concept in some ways more important in the context of a wrongful dismissal claim – has been considered in a number of cases. Most recently, the Supreme Court in Chhabra v West London Mental Health NHS Trust [2014] ICR 194 reiterated that it should be conduct which would involve a repudiatory breach of contract (that is, conduct undermining the trust and confidence which is inherent in the particular contract of employment such that the employer should no longer be required to retain the employee in his employment, see Wilson v Racher [1974] ICR 428, CA and Neary v Dean of Westminster [1999] IRLR 288, approved by the Court of Appeal in Dunn v AAH Ltd [2010] IRLR 709, CA). In Chhabra, it was found that the conduct would need to be so serious as to potentially make any further relationship and trust between the employer and employee impossible. It is common ground before me that the conduct in issue would need to amount to either deliberate wrongdoing or gross negligence (see Sandwell & West Birmingham Hospitals NHS Trust v Westwood UKEAT/0032/09/LA).

 

30.    The characterisation of an act as “gross misconduct” is thus not simply a matter of choice for the employer. Without falling into the substitution mindset warned against by Mummery LJ in London Ambulance Service NHS Trust v Small [2009] EWCA Civ 220, it will be for the Employment Tribunal to assess whether the conduct in question was such as to be capable of amounting to gross misconduct (see Eastland Homes Partnership Ltd v Cunningham UKEAT/0272/13/MC per HHJ Hand QC at paragraph 37). Failure to do so can give rise to an error of law: the Employment Tribunal will have failed to determine whether it was within the range of reasonable responses to treat the conduct as sufficient reason for dismissing the employee summarily.

 

31.    The reason for a dismissal will be determined subjectively: what was in the mind of the employer at the time the decision was taken. Whether the dismissal for that reason was fair, however, imports a degree of objectivity, albeit to be tested against the standard of the reasonable employer and allowing that there is a margin of appreciation – a range of reasonable responses – rather than any absolute standard. So if an employer dismisses for a reason characterised as gross misconduct, the Employment Tribunal will need to determine whether there were reasonable grounds for the belief that the employee was indeed guilty of the conduct in question and that such conduct was capable of amounting to gross misconduct (implying an element of culpability on the part of the employee). Assuming reasonable grounds for the belief that the employee committed the act in issue, the Tribunal will thus still need to consider whether there were reasonable grounds for concluding that she had done so wilfully or in a grossly negligent way.

 

32.     Even if the Employment Tribunal has concluded that the employer was entitled to regard an employee as having committed an act of gross misconduct (i.e. a reasonable investigation having been carried out, there were reasonable grounds for that belief), that will not be determinative of the question of fairness. The Tribunal will still need to consider whether it was within the range of reasonable responses to dismiss that employee for that conduct. The answer in most cases might be that it was, but that cannot simply be assumed. The Tribunal’s task in this regard was considered by a different division of this Court (Langstaff P presiding) in Brito-Bapabulle v Ealing NHS Trust UKEAT0358/12/1406, as follows:

 

“38. The logical jump from gross misconduct to the proposition that dismissal must then inevitably fall within the range of reasonable responses gives no room for considering whether, though the misconduct is gross and dismissal almost inevitable, mitigating factors may be such that dismissal is not reasonable. […]

39. […] What is set out at paragraph 13 [“Once gross misconduct is found, dismissal must always fall within the range of reasonable responses …”] is set out as a stark proposition of law. It is an argument of cause and consequence which admits of no exception. It rather suggests that gross misconduct, often a contractual test, is determinative of the question whether a dismissal is unfair, which is not a contractual test but is dependent upon the separate consideration which is called for under s.98 of the Employment Rights Act 1996.

40. It is not sufficient to point to the fact that the employer considered the mitigation and rejected it […], because a tribunal cannot abdicate its function to that of the employer. It is the Tribunal’s task to assess whether the employer’s behaviour is reasonable or unreasonable having regard to the reason for dismissal. It is the whole of the circumstances that it must consider with regard to equity and the substantial merits of the case. But this general assessment necessarily includes a consideration of those matters that might mitigate. […]” ”.

 

Στις περιπτώσεις που η συμπεριφορά δεν είναι ολοφάνερη το ερώτημα είναι κατά πόσον έχει αποδειχτεί ότι ο εργοδοτούμενος επέδειξε τη διαγωγή που επικαλείται ο εργοδότης. Στην απόφαση Κακοφεγγίτου v. Kυπριακών Αερογραμμών Λτδ (2005) 1 Α.Α.Δ. 1478 το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας το σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης, ανέφερε τα πιο κάτω σχετικά με το τι πρέπει να αποδείξει ο εργοδότης, ποιο είναι το ζητούμενο σε υποθέσεις τέτοιας φύσης και ποιο το σχετικό βάρος απόδειξης[5]:

 

«Σε περιπτώσεις σοβαρού παραπτώματος (gross misconduct) από εργοδοτούμενο το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι ο εργοδότης είχε εύλογες υποψίες που έφθαναν στην πεποίθηση ότι ο εργοδοτούμενος ήταν ένοχος κατά το σχετικό χρόνο – και ότι προχώρησε σε διερεύνηση της υπόθεσης μέσα σε λογικά αναμενόμενα πλαίσια.    

 

Επίσης ότι ακολούθησε μία λογική διαδικασία πριν την κατάληξη του στην απόλυση του εργοδοτούμενου.

            …………………………………………………………………………………

 Βρισκόμαστε στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου και το ζητούμενο είναι όχι η απόδειξη πειθαρχικού παραπτώματος ως υποβάθρου και προϋπόθεσης απόλυσης αλλά η ικανοποίηση των όρων του άρθρου 5. Το κριτήριο, όπως και πάλι ορθά το αντελήφθη το Δικαστήριο, είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη υπό τις περιστάσεις, να προβεί σε τερματισμό της εργοδότησης στη βάση των ενώπιον του στοιχείων και πάντοτε, βεβαίως, έχοντας υπ΄ όψη ότι το βάρος στον εργοδότη είναι να αποδείξει τούτο επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων

 

           

Κατά την άσκηση του δικαιώματός του για απόλυση ενός εργοδοτουμένου ο λογικός και συνετός εργοδότης οφείλει να τηρήσει μια σωστή και δίκαιη διαδικασία (a fair procedure) κατά την οποία τα δικαιώματα του εργοδοτουμένου θα είναι πλήρως σεβαστά πριν τη λήψη της απόφασης απόλυσής του[6] (Κακοφεγγίτου v. Kυπριακών Αερογραμμών Λτδ (πιο πάνω), Kynigos Hotels Limited v. Γιωργούλλας Χρίστου, (2004) 1Α Α.Α.Δ. 665, Galatariotis Telecommunications Ltd v. Σωτήρη Βασιλείου (2003) 1 Α.Α.Δ. 318) και να μην βασιστεί απλώς στην αντικειμενική ύπαρξη και βαρύτητα κάποιου λόγου που θα ήταν αυτός καθ’ εαυτό ικανός να δικαιολογήσει την απόλυση του εργοδοτουμένου. Στο σύγγραμμα του Π. Γ. Πολυβίου, Το Εργατικό Δίκαιο της Κύπρου, Θεωρία και Πράξη, 2018 στις σελίδες 409 - 415 αναφέρονται τα εξής:

 

«1.  Σε υποθέσεις απόλυσης, είναι ενδεχόμενο να εγερθούν όχι μόνο θέματα ουσίας αλλά και διαδικασίας.

2.   Ο εργοδότης, κατά κανόνα, δεν μπορεί να ενεργεί χωρίς να ακολουθεί οποιαδήποτε διαδικασία ή να μην τηρεί οποιαδήποτε εχέγγυα εύλογης κρίσης, απλώς και μόνο διότι πιστεύει ότι ο εργοδοτούμενος έχει υποπέσει σε σοβαρά παραπτώματα.

3.   Ο εργοδότης, στο πλαίσιο της ικανοποίησης των ουσιαστικών κριτηρίων και προϋποθέσεων για να θεωρείται δικαιολογημένη η άμεση απόλυση θα πρέπει στην μεγάλη πλειοψηφία των υποθέσεων να παρέχει στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να γνωρίζει το τι του καταλογίζεται καθώς και το δικαίωμα να ακουστεί και να αναπτύξει τις θέσεις του. Είναι μόνο όταν ο εργοδότης ακολουθεί αυτούς τους βασικούς κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης που το Δικαστήριο θα μπορεί να ικανοποιηθεί ότι λήφθηκε ουσιαστικά εύλογη απόφαση. Στην απουσία οποιασδήποτε διαδικασίας, είναι ενδεχόμενο και σε πολλές περιπτώσεις πιθανό η πεποίθηση του εργοδότη ότι ο εργοδοτούμενος υπόκειται σε άμεση απόλυση να μην θεωρείται εύλογη………………………………………………………………………..…………

4.  ………………………………………………………………………………………………

5.  ………………………………………………………………………………………………

6.  Υπάρχουν περιπτώσεις όταν τα γεγονότα είναι τόσο οφθαλμοφανή, ή όταν τα σε βάρος του εργοδοτούμενου στοιχεία ομολογούνται άμεσα από τον ίδιο, που δεν χρειάζεται οποιαδήποτε διαδικασία, εφόσον σε τέτοια περίπτωση η διαδικασία διατύπωσης κατηγοριών και αποδοχής παραστάσεων δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε σκοπό. Ο εργοδότης δεν έχει όμως να χάσει τίποτα απολύτως εάν, όποια και να είναι τα γεγονότα, ερωτήσει τον εργοδοτούμενο εάν έχει οποιαδήποτε εξήγηση ή οτιδήποτε να αναφέρει σε σχέση με το τι έγινε. …………………………………………………………………………… η προτιμητέα θέση είναι ότι ο εργοδότης θα πρέπει να ζητά εξηγήσεις από τον εργοδοτούμενο όχι μόνο αναφορικά με το τι έπραξε αλλά και για τις συνθήκες στο πλαίσιο των οποίων είχε προβεί στη συγκεκριμένη συμπεριφορά. Για τέτοιο σοβαρό θέμα όπως είναι ο άμεσος τερματισμός των υπηρεσιών εργοδοτουμένων το δικαίωμα πρότερης ακρόασης ή καλύτερα το δικαίωμα του εργοδοτουμένου να προβεί σε παραστάσεις δεν μπορεί να εξαντλείται απλώς με μια ερώτηση της στιγμής.

7.  …………………………………………………………………………………………»

 

Στα πλαίσια αυτά ο εργοδότης υποχρεούται (α) να καταβάλει κάθε προσπάθεια ώστε να συγκεντρώσει και να αξιολογήσει όσο το δυνατόν περισσότερες και ασφαλέστερες πληροφορίες σχετικά με τα γεγονότα που θέτουν σε κίνδυνο τη συνέχιση της απασχόλησης του εργοδοτουμένου και (β) να συζητήσει με τον εργοδοτούμενο και να του δώσει την ευκαιρία να προβάλει τη δική του εκδοχή και θέση. Το Άρθρο 7 του Κυρωτικού Νόμου της Σύμβασης Περί Τερματισμού της Απασχόλησης του 1985 (Ν.45/85) προβλέπει ότι: «Η απασχόληση εργαζομένου δεν πρέπει να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με τη συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος του, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα». Το εν λόγω δικαίωμα δίνεται στον εργοδοτούμενο ώστε (α) ο εργοδότης να είναι σε θέση να διαπιστώσει κατά πόσον ο εργοδοτούμενος όντως επέδειξε την εργασιακή συμπεριφορά που του αποδίδεται και (β) να δοθεί η ευκαιρία στον εργοδοτούμενο να εξηγήσει τη συμπεριφορά του και να θέσει ενώπιον του εργοδότη οποιουσδήποτε μετριαστικούς παράγοντες. Όμως το εν λόγω δικαίωμα του εργοδοτουμένου δεν είναι απόλυτο. Στις περιπτώσεις όπου τα γεγονότα είναι τόσο έκδηλα που δεν επιδέχονται αμφισβήτησης ή ομολογούνται από τον εργοδοτούμενο τότε η συζήτηση του εργοδότη με τον εργοδοτούμενο μπορεί να παραλειφθεί (West Midlands Cooperative Society Ltd v. Tipton (1986) 1 ALL ER 513, Polkey v. AE Dayton Services Ltd (1988) I.C.R. 662). Στην αγγλική υπόθεση Sainsburys Supermarkets Ltd v. Hitt (2003) 1 I.R.L.R. 23, τονίστηκε ότι το κριτήριο για το εύρος των λογικών αντιδράσεων του εργοδότη εφαρμόζεται και στην ερώτηση κατά πόσον η έρευνα αναφορικά με την κακή διαγωγή του εργοδοτούμενου ήταν εύλογη κάτω από τις περιστάσεις, όπως στον ίδιο βαθμό που ισχύει για το εύλογο της απόλυσης λόγω συμπεριφοράς. Το είδος και η έκταση της έρευνας του εργοδότη εξαρτάται από τις περιστάσεις της υπόθεσης (οι οποίες συμπεριλαμβάνουν τη φύση και τη σοβαρότητα της υπόθεσης, το μαρτυρικό υλικό που έχει στην κατοχή του ο εργοδότης και τις συνέπειες που θα έχει στον εργοδοτούμενο ένα δυσμενές συμπέρασμα για αυτόν)[7].

 

Αποτελεί βασική αρχή ότι η εξέταση, από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, τόσο του λόγου της απόλυσης όσο και της λογικότητας της απόλυσης του εργοδοτουμένου βασίζεται και περιορίζεται στα γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά κατά τον χρόνο της απόλυσης του εργοδοτουμένου. Η κρίση του Δικαστηρίου επί του εν λόγω θέματος θα πρέπει να βασιστεί στα στοιχεία που είχε ενώπιόν του και στα οποία στηρίχτηκε ο εργοδότης κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης απόλυσης του εργοδοτουμένου[8] καθώς και στα στοιχεία που εύλογα θα μπορούσαν να περιέλθουν στη γνώση του κατά τον χρόνο απόλυσής του εργοδοτουμένου. Στο σύγγραμμα Halsbury’s Laws of England, 4th edition, Vol.16(1B) στη σελ. 103, παράγ. 645 αναφέρονται τακόλουθα:

 

“It is a central principle of unfair dismissal law that the fairness of a dismissal should be determined on the facts as known to the employer at the time of dismissal. In contrast to the common law on wrongful dismissal, an employer cannot rely on subsequently discovered facts, especially misconduct by the employee, to justify a dismissal that was unfair on the facts known at the time.”    

 

 

Ανάλυση Μαρτυρίας- Εφαρμογή Νομικής Πτυχής   

 

Α. Παρά το ότι η Εργοδότρια Εταιρεία στους γενικούς λόγους της Έγγραφης Εμφάνισής της απορρίπτει την παράγραφο 2 των γενικών λόγων της Αίτησης στην οποία υπάρχει ισχυρισμός ότι η Αιτήτρια στις 26/04/2019 απολύθηκε προφορικά, στους γενικούς λόγους της Έγγραφης Εμφάνισής της δεν αναφέρει ότι είχε παραδώσει στην Αιτήτρια επιστολή απόλυσης. Από το σύνολο του υλικού (προφορική μαρτυρία και έγγραφων στοιχείων) που τέθηκε ενώπιόν μας δεν διαφάνηκε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία παρέδωσε στην Αιτήτρια, κατά τον ουσιώδη χρόνο απόλυσής της (26/04/2019), επιστολή απόλυσης η οποία να απευθύνεται σε αυτήν και στην οποία να περιέχεται ο λόγος απόλυσή της. Από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 2 - 3 φαίνεται ότι μέχρι και τις 29/05/2019 δεν δόθηκε στην Αιτήτρια επιστολή απόλυσής της. Παρατηρούμε ότι ο δικηγόρος της Εργοδότριας Εταιρείας στις 06/06/2019 με το Τεκμήριο 4 δεν απορρίπτει τον ισχυρισμό του δικηγόρου της Αιτήτριας στο Τεκμήριο 3 ότι δεν δόθηκε στην Αιτήτρια επιστολή απόλυσης (έγγραφη ειδοποίηση απόλυσης) αλλά απλώς σημειώνει ότι σχετική επιστολή της Εργοδότριας Εταιρείας που αφορά τον τερματισμό της απασχόλησης της Αιτήτριας ημερ. 27/04/2019 επισυνάπτεται στο Τεκμήριο 4. Παρά το ότι το Τεκμήριο 4 δεν κατατέθηκε ενώπιόν μας μαζί με τα έγγραφα που επισυνάπτονταν σε αυτό, από τα Τεκμήρια 4 και 8 προκύπτει ότι το Τεκμήριο 8 στάληκε στον δικηγόρο της Αιτήτριας μαζί με το Τεκμήριο 4 (στο Τεκμήριο 4 υπάρχει σήμανση ότι στάληκε με φαξ από τον δικηγόρο της Εργοδότριας Εταιρείας στις 06/06/2019 η ώρα 09:49 και ότι οι δυο σελίδες του αποτελούν την 1η και τη 2η σελίδα εγγράφου τεσσάρων σελίδων και στο Τεκμήριο 8 υπάρχει σήμανση ότι στάληκε με φαξ από τον δικηγόρο της Εργοδότριας Εταιρείας στις 06/06/2019 η ώρα 09:49 και ότι αποτελεί την 3η σελίδα εγγράφου τεσσάρων σελίδων). Το Τεκμήριο 8 φέρει ημερομηνία 27/04/2019, δεν απευθύνεται στην Αιτήτρια αλλά «Προς κάθε ενδιαφερόμενο» και είναι στην ουσία μια βεβαίωση για τη θέση εργασίας και την περίοδο απασχόλησης της Αιτήτριας στην Εργοδότρια Εταιρεία και τον λόγο «αποδέσμευσης» της από την Εργοδότρια Εταιρεία στην οποία βεβαίωση υπάρχει και η σημείωση ότι ο «βεβαιών» κ. Αντωνίου είναι στη διάθεση κάθε ενδιαφερόμενου για οποιεσδήποτε πληροφορίες επί του θέματος. Δεν τέθηκε ενώπιόν μας οποιαδήποτε μαρτυρία που να δεικνύει ότι το Τεκμήριο 8 δόθηκε στην Αιτήτρια πριν τις 06/06/2019. Οι μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας καταθέτοντας ενώπιόν μας δεν ανέφεραν ότι δόθηκε στην Αιτήτρια επιστολή απόλυσης είτε κατά τον ουσιώδη χρόνο της απόλυσης της Αιτήτριας είτε σε μεταγενέστερο στάδιο και η μαρτυρία της Αιτήτριας και της κας Ιακώβου σχετικά με το ότι δεν δόθηκε στην Αιτήτρια επιστολή απόλυσης με αποτέλεσμα η Αιτήτρια στις 17/05/2019 να αναγκαστεί να υποβάλει σχετικό παράπονο εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας ώστε να μπορεί να υποβάλει αίτηση για επίδομα ανεργίας (Τεκμήριο 2) δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή τους. Βάσει των πιο πάνω καταλήγουμε ότι στις 26/04/2019 η Αιτήτρια απολύθηκε προφορικώς από την Διευθύντρια, ότι δεν δόθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία στην Αιτήτρια μέχρι τις 06/06/2019 επιστολή απόλυσης στην οποία να φαίνονται οι λόγοι απόλυσής της και ότι στις 06/06/2019 η Εργοδότρια Εταιρεία μέσω του δικηγόρου της ενημέρωσε γραπτώς με το Τεκμήριο 4 τον δικηγόρο της Αιτήτριας για τους λόγους απόλυσης της Αιτήτριας.

 

Β. Σε ό,τι αφορά τη μαρτυρία που έθεσε ενώπιόν μας η Εργοδότρια Εταιρεία σημειώνουμε τα πιο κάτω:

 

(i)            Ενώ η Διευθύντρια κατέθεσε ενώπιόν μας ότι (1) όταν η Υπεύθυνη Ταμείων της Υπεραγοράς την ενημέρωσε για την Τηλεφωνική Κλήση που έλαβε της είπε ότι έχει ενημερώσει ήδη το Τμήμα Ασφαλείας και κατέγραψε τον αριθμό του τηλεφώνου από το οποίο έγινε η Τηλεφωνική Κλήση, (2) μετά από έλεγχο από το Τμήμα Ασφαλείας στον κατάλογο με τους αριθμούς τηλεφώνων του προσωπικού της Υπεραγοράς διαπιστώθηκε ότι ο αριθμός από τον οποίο έγινε η Τηλεφωνική Κλήση άνηκε σε υπάλληλο της Υπεραγοράς (όχι στην Αιτήτρια) που εργαζόταν ως ταμίας, (3) η Υπεύθυνη Ταμείων επικοινώνησε με την εν λόγω υπάλληλο η οποία της ανέφερε ότι κατά τον χρόνο του περιστατικού βρισκόταν στον τρίτο όροφο της Υπεραγοράς - στον χώρο ανάπαυσης του προσωπικού - μαζί με δύο άλλες ταμίες, μια εκ των οποίων ήταν η Αιτήτρια, και ότι και οι τρεις τους προέβησαν στη συγκεκριμένη ενέργεια με σκοπό να κάνουν ένα αστείο, στους γενικούς λόγους της Έγγραφης Εμφάνισης αναφέρεται ότι (1) η Αιτήτρια μαζί με άλλες δύο ταμίες ενόσω καθόντουσαν στο καφεστιατόριο της Υπεραγοράς προέβησαν στην Τηλεφωνική Κλήση στην τηλεφωνήτρια του Τμήματος Πελατών της Υπεραγοράς, (2) μόλις η τηλεφωνήτρια έλαβε την Τηλεφωνική Κλήση ειδοποίησε τη Διευθύντρια η οποία με τη σειρά της ειδοποίησε το Τμήμα Ασφαλείας το οποίο ειδοποίησε την Αστυνομία, (3) το Τμήμα Ασφαλείας άρχισε να διενεργεί έλεγχο στην Υπεραγορά με αποτέλεσμα να δημιουργείται ανησυχία στην Υπεραγορά πράγμα που διαφαινόταν και από την Καφετέρια της Υπεραγοράς εντός της οποίας καθόντουσαν αμέριμνες η Αιτήτρια μαζί με τις άλλες δύο ταμίες, (4) επειδή η τηλεφωνήτρια είχε καταγράψει τον αριθμό του τηλεφώνου από το οποίο έγινε η Τηλεφωνική Κλήση η Εργοδότρια Εταιρεία μεταβίβασε τον εν λόγω αριθμό στην Αστυνομία η οποία εντόπισε το όνομα του ατόμου στο οποίο άνηκε ο εν λόγω αριθμός τηλεφώνου και (5) επίσης το Τμήμα Ασφαλείας διαπίστωσε ότι ο εν λόγω αριθμός άνηκε σε μια ταμία της Υπεραγοράς. Στο Τεκμήριο 4 ο δικηγόρος της Εργοδότριας Εταιρείας προβάλλει μια διαφορετική εκδοχή από αυτήν που έθεσε ενώπιόν μας η Διευθύντρια αφού αναφέρει ότι η Αιτήτρια ενόσω καθόταν με άλλες δύο ταμίες στην Καφετέρια της Υπεραγοράς προέβησαν στην Τηλεφωνική Κλήση στην τηλεφωνήτρια του Τμήματος Πελατών της Υπεραγοράς και ότι εάν η Αστυνομία δεν εντόπιζε πολύ γρήγορα ότι ο αριθμός του τηλεφώνου από το οποίο έγινε η Τηλεφωνική Κλήση συνδεόταν με μια από τρεις ταμίες η Εργοδότρια Εταιρεία θα προέβαινε σε εκκένωση της Υπεραγοράς. Ο κ. Αντωνίου στην κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι η Διευθύντρια τον ενημέρωσε ότι η Υπεύθυνη Ταμείων έλαβε την Τηλεφωνική Κλήση, ότι την ενημέρωσε αμέσως και ότι αυτή (η Διευθύντρια) ενημέρωσε το Τμήμα Ασφαλείας το οποίο (1) κάλεσε την Αστυνομία και της διαβίβασε τον αριθμό του τηλεφώνου από το οποίο έγινε η Τηλεφωνική Κλήση (η Υπεύθυνη Ταμείων είχε καταγράψει τον εν λόγω αριθμό) και (2) διαπίστωσε ότι ο αριθμός του τηλεφώνου από το οποίο έγινε η Τηλεφωνική Κλήση άνηκε σε μια ταμία της Υπεραγοράς και ότι η Υπεύθυνη Ταμείων επικοινώνησε με την εν λόγω ταμία η οποία της είπε ότι βρισκόταν στον χώρο όπου κάνουν διάλειμμα οι υπαλλήλοι της Υπεραγοράς και ότι μαζί με δύο άλλες ταμίες προέβησαν στην Τηλεφωνική Κλήση με σκοπό να κάνουν ένα αστείο. Παρατηρούμε ότι κανένας από τους μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας κατέθεσε ότι ο χώρος ανάπαυσης του προσωπικού στον τρίτο όροφο της Υπεραγοράς είναι ο ίδιος με την Καφετέρια της Υπεραγοράς και ότι η Υπεύθυνη Ταμείων είναι το ίδιο πρόσωπο με την τηλεφωνήτρια στο Τμήμα Πελατών.  Κατά την αντεξέτασή του ο κ. Αντωνίου αρχικά είπε ότι η Αστυνομία αμέσως εντόπισε από πού έγινε η Τηλεφωνική Κλήση και έδωσε στην Εργοδότρια Εταιρεία τα στοιχεία του ατόμου που διενήργησε την Τηλεφωνική Κλήση και στη συνέχεια σε υποβολή ότι δεν χρειάστηκε να κάνει κάποιο έλεγχο η Αστυνομία καθότι επειδή η Τηλεφωνική Κλήση έγινε χωρίς απόκρυψη το Τμήμα Ασφαλείας διαπίστωσε ότι ο αριθμός του τηλεφώνου από το οποίο έγινε η Τηλεφωνική Κλήση άνηκε σε μια από τις ταμίες της Υπεραγοράς, υπεκφεύγοντας, είπε «Χαίρομαι που εσείς διαπιστώσατε ότι έγινε η ενδελεχής έρευνα από την εσωτερική ασφάλεια μας και τάχιστα έγινε, σε συνεννόηση και σε συνεργασία με την Αστυνομία για να δουν από που προερχόταν» η Τηλεφωνική Κλήση.   

(ii)          Η Υπεύθυνη Ταμείων δεν προσήλθε ενώπιόν μας για να καταθέσει σχετικά με τη θέση που προβλήθηκε από τους μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας ότι αυτή επικοινώνησε με την ταμία στην οποία άνηκε ο αριθμός του τηλεφώνου από το οποίο έγινε η Τηλεφωνική Κλήση και η οποία της ανέφερε σε ποιο χώρο βρισκόταν και με ποια πρόσωπα και ότι και οι τρεις ταμίες που ήταν εκεί προέβησαν στη συγκεκριμένη πράξη με σκοπό να κάνουν ένα αστείο. Δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για ποιο λόγο η Υπεύθυνη Ταμείων δεν προσήλθε ενώπιόν μας για να καταθέσει σχετικά με το εν λόγω γεγονός και με το πότε και τι ανέφερε αυτή στη Διευθύντρια αναφορικά με την εν λόγω επικοινωνία της και να αντεξεταστεί σχετικά με τα πιο πάνω ώστε να είμαστε σε θέση να κρίνουμε κατά πόσον όντως η ταμίας με την οποία επικοινώνησε η Υπεύθυνη Ταμείων της ανέφερε ότι και οι τρεις ταμίες, οι οποίες έκαναν διάλειμμα κατά την ώρα που έγινε η Τηλεφωνική Κλήση, είχαν ανάμειξη και/ή συμμετοχή στη διενέργεια της Τηλεφωνικής Κλήσης. Περαιτέρω, μας δημιουργείται η εύλογη, κατά την κρίση μας, απορία πώς γίνεται αφού, η Υπεύθυνη Ταμείων είχε πληροφορηθεί όλα τα πιο πάνω στις 26/04/2019 πριν η Αιτήτρια και οι άλλες δύο ταμίες να κληθούν στο γραφείο της Διευθύντριας, στους γενικούς λόγους της Έγγραφης Εμφάνισης να αναφέρεται ότι «η αναστάτωση εντός της Υπεραγοράς άρχισε να εντείνεται πράγμα που διαφένετο (sic) και από την Καφετέρια της Υπεραγοράς εντός της οποίας καθόντουσαν αμέριμνες η Αιτήτρια» και οι δύο άλλες ταμίες. Ακόμη στους γενικούς λόγους της Έγγραφης Εμφάνισης αναφέρεται μόνο ότι ο αριθμός από τον οποίο έγινε η Τηλεφωνική Κλήση εντοπίστηκε ότι άνηκε σε μια ταμία (όχι στην Αιτήτρια) με αποτέλεσμα η Αιτήτρια και οι άλλες δύο ταμίες να εντοπιστούν και ότι στη συνέχεια η Αιτήτρια και οι δύο άλλες ταμίες παραδέχτηκαν στη Διευθύντρια ότι αυτές διενέργησαν την Τηλεφωνική Κλήση. Καμία αναφορά ότι είχε αναφερθεί προηγουμένως στην Υπεύθυνη Ταμείων ότι και οι τρεις ταμίες, οι οποίες βρίσκονταν την ίδια ώρα σε διάλειμμα, είχαν διενεργήσει την Τηλεφωνική Κλήση. Από τις γραπτές δηλώσεις της Διευθύντριας και του κ. Αντωνίου φαίνεται ότι η Διευθύντρια κάλεσε, μετά από την πιο πάνω, κατ’ ισχυρισμό, επικοινωνία της Υπεύθυνης Ταμείων με την ταμία στην οποία άνηκε ο αριθμός του τηλεφώνου από το οποίο έγινε η Τηλεφωνική Κλήση, την Αιτήτρια και τις άλλες δύο ταμίες στο γραφείο της αλλά δεν μας αναφέρθηκε ξεκάθαρα με ποιο τρόπο η Διευθύντρια ενημερώθηκε για την εν λόγω επικοινωνία της Υπεύθυνης Ταμείων με την ταμία από το τηλέφωνο της οποίας έγινε η Τηλεφωνική Κλήση. Περαιτέρω, η Διευθύντρια κατά την κυρίως εξέτασή της δεν μας ανέφερε πώς κάλεσε την Αιτήτρια και τις άλλες δύο ταμίες να προσέλθουν στο γραφείο της και κατά την αντεξέτασή της ενώ παραδέχτηκε ότι κάποιος υπεύθυνος τηλεφώνησε στην ταμία από το τηλέφωνο της οποίας έγινε η Τηλεφωνική Κλήση και ζήτησε οι τρεις ταμίες να πάνε στο γραφείο της όταν ρωτήθηκε ποιο ήταν αυτό το υπεύθυνο πρόσωπο απάντησε ότι δεν θυμάται, γεγονός που μας προβληματίζει.

(iii)         Η Διευθύντρια αντεξεταζόμενη είπε ότι δεν γνώριζε κατά πόσον κατά την ώρα που έγινε η Τηλεφωνική Κλήση υπήρχαν ακόμα δύο υπαλλήλοι της Υπεραγοράς στον χώρο ανάπαυσης του προσωπικού στον τρίτο όροφο της Υπεραγοράς πέραν των τριών ταμιών και ενώ παραδέχτηκε ότι ο χώρος ανάπαυσης του προσωπικού ελέγχεται από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης είπε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσον είχε ελεγχθεί το εν λόγω κύκλωμα για να διαπιστωθεί η συμμετοχή στην Τηλεφωνική Κλήση της κάθε μιας από τρεις ταμίες που απολύθηκαν. Επίσης παραδέχτηκε ότι δεν γνώριζε τι ακριβώς έλαβε χώρα στον χώρο ανάπαυσης του προσωπικού στον τρίτο όροφο της Υπεραγοράς σχετικά με την Τηλεφωνική Κλήση. Υποστήριξε ότι η Αιτήτρια συμμετείχε στη διενέργεια της Τηλεφωνικής Κλήσης επικαλούμενη ότι και οι τρεις ταμίες πήγαν μαζί διάλειμμα και στη συνέχεια ήρθαν μαζί στο γραφείο της όπου της είπαν και οι τρεις ότι έκαναν μια φάρσα χωρίς να πει κάτι διαφορετικό η Αιτήτρια. Παρατηρούμε ότι η Διευθύντρια δεν μας εξιστόρησε με λεπτομέρεια τι έλαβε χώρα στο γραφείο της, απλώς πολύ συνοπτικά περιέγραψε κατά την κυρίως εξέτασή της τι συνέβη και κατά την αντεξέτασή της, γενικά και αόριστα, έλεγε ότι της λέχθηκε και από τις τρεις ταμίες ότι έκαναν «μια φάρσα». Ενώ επέμενε ότι και οι τρεις κοπέλες της είπαν ότι έκαναν μια φάρσα, σε υποβολή που της έγινε κατά την αντεξέτασή της ότι ήταν τόσο θυμωμένη και αναστατωμένη όταν συνάντησε τις τρεις ταμίες στο γραφείο της που δεν άκουσε αυτό που προσπαθούσε να της πει η Αιτήτρια, απάντησε ότι δεν μίλησε η Αιτήτρια και στη συνέχεια όταν της ειπώθηκε ότι οι άλλες δύο ταμίες της είπαν ότι η Αιτήτρια δεν είχε ανάμειξη αντί να το αρνηθεί ξεκάθαρα είπε «αυτό δεν το θυμάμαι για να είμαι ειλικρινής» γεγονός που μας ξενίζει. Κατά την επανεξέτασή της σε ερώτηση τι της ανέφερε η Αιτήτρια στο γραφείο της, απάντησε (πάλι) ότι είπαν και οι τρεις οι ταμίες ότι ήταν ένα αστείο και συμπλήρωσε ότι γενικώς η Αιτήτρια είναι χαμηλών τόνων και δεν είπε κάτι. Τα πιο πάνω μας δημιουργούν σοβαρές αμφιβολίες κατά πόσον η Διευθύντρια έθεσε ενώπιόν μας στην πραγματική τους διάσταση όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη συνάντηση που είχε με τις τρεις ταμίες στο γραφείο της στις 26/04/2019. Περαιτέρω σε αυτό το σημείο παρενθετικά σημειώνουμε ότι στην Galatariotis Telecommunications Ltd v. Σωτήρη Βασιλείου (2003) 1 Α.Α.Δ. 318 κρίθηκε ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δεν υπέπεσε σε σφάλμα αποφασίζοντας ότι ο εργοδότης στην υπό κρινόμενη περίπτωση δεν μπορούσε από την μη απάντηση του εργοδοτουμένου στις ερωτήσεις που υπέβαλε σχετικά με το γεγονός ότι η μητέρα του κατείχε μετοχές σε ανταγωνιστική επιχείρηση να θεωρήσει ότι ο εργοδοτούμενος παραβίασε το καθήκον της πίστης προς αυτόν και λέχθηκε ότι υπό τις περιστάσεις δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι η σιωπή του εργοδοτουμένου σήμαινε παραδοχή για το παράπτωμα για το οποίο κατηγορείτο[9]. Επίσης σε υποβολή ότι στις 06/05/2019 η Αιτήτρια πήγε στην Υπεραγορά όπου τη συνάντησε και την ρώτησε τι θα γίνει με την περίπτωσή της, η Διευθύντρια απάντησε ότι δεν θυμάται γιατί πέρασαν πολλά χρόνια από τότε. Δεν μας φαίνεται φυσική η εν λόγω απάντησή της.  

(iv)         Τόσο η Διευθύντρια όσο και ο κ. Αντωνίου κατέθεσαν γενικά και αόριστα ότι η Αιτήτρια και οι άλλες δύο ταμίες (η Μ.Σ. και η Μ.Κ.) απολύθηκαν αμέσως από τη Διευθύντρια «κατόπιν εντολής» του κ. Αντωνίου χωρίς να μας προσδιορίσουν πότε δόθηκε η εν λόγω εντολή από τον κ. Αντωνίου. Δεν μας διευκρίνισαν κατά πόσον η εν λόγω εντολή δόθηκε μόλις διαπιστώθηκε ότι ο αριθμός του τηλεφώνου από το οποίο έγινε η Τηλεφωνική Κλήση άνηκε σε μια ταμία που εργαζόταν στην Υπεραγορά, ή όταν, κατ’ ισχυρισμό, μίλησε η Υπεύθυνη Ταμείων με την ταμία από το τηλέφωνο της οποίας έγινε η Τηλεφωνική Κλήση ή μετά τη συνάντηση της Διευθύντριας με την Αιτήτρια και τις άλλες δύο ταμίες. Κατά την ακροαματική διαδικασία δεν τέθηκε οτιδήποτε ενώπιόν μας που να δεικνύει ότι η Διευθύντρια μετά τη συνάντηση που είχε με την Αιτήτρια και τις δύο ταμίες μίλησε με τον κ. Αντωνίου ώστε να τον ενημερώσει για το αποτέλεσμα της συνάντησης και αυτός να της δώσει εντολή για απόλυση της Αιτήτριας και των άλλων δύο ταμιών αλλά διαφάνηκε ότι η απόλυση έγινε κατά την εν λόγω συνάντηση. Σημειώνουμε ότι (1) η Διευθύντρια δεν ανέφερε ότι μετέφερε στον κ. Αντωνίου το τι έλαβε χώρα στη συνάντηση που είχε με την Αιτήτρια και τις δυο ταμίες και μετά αυτός της έδωσε την εντολή για απόλυσή τους και κατά την αντεξέτασή της σε υποβολή ότι δεν έδωσε την ευκαιρία στην Αιτήτρια να της πει ότι δεν είχε ανάμειξη με το γεγονός της Τηλεφωνικής Κλήσης και ότι θεώρησε ότι η παραδοχή των Μ.Σ. και Μ.Κ. για τη διενέργεια της Τηλεφωνικής Κλήσης περιλάμβανε και την Αιτήτρια επειδή έκανε την ίδια ώρα διάλειμμα με τη Μ.Σ. και τη Μ.Κ. είπε χωρίς να δώσει συγκεκριμένες λεπτομέρειες «Εάν εγώ σαν Διευθύντρια άκουγα ότι «δεν έχω καμία ανάμειξη» θα δεχόμουν, γιατί ήταν απόφαση της διοίκησης, το να τερματιστούν οι κοπέλες δεν ήταν δική μου απόφαση, αλλά εάν ερχόταν στα αυτιά μου ότι «δεν έχω καμία ανάμειξη», εγώ θα το μετέφερα στη διοίκηση της εταιρείας και προφανώς θα είχαμε άλλο αποτέλεσμα» και (2) οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας ότι απολύθηκαν και οι τρεις τους κατά την συνάντηση που είχαν με τη Διευθύντρια στο γραφείο της δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας.

(v)          Η κα Νεοφύτου είχε άμεση και προσωπική γνώση μόνο σε ό,τι αφορά τη συνάντηση που είχε αυτή με την Αιτήτρια και τις δύο άλλες ταμίες στις 02/05/2019. Η εν λόγω μαρτυρία της, με βάση τις νομικές αρχές που παραθέσαμε πιο πάνω, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας καθότι, ενόψει του παραδεκτού γεγονότος ότι η απόλυση της Αιτήτριας έλαβε χώρα στις 26/04/2019, αφορά γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά την απόφαση απόλυσης της Αιτήτριας και δεν λήφθηκαν υπόψη κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης απόλυσης της Αιτήτριας. Το τι έλαβε χώρα στις 02/05/2019 δεν μπορεί να δικαιολογήσει με οποιοδήποτε τρόπο την απόλυση της Αιτήτριας στις 26/04/2019 στην περίπτωση που η Εργοδότρια Εταιρεία δεν αποδείξει ότι στις 26/04/2019 υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης δικαιολογημένα και νόμιμα απέλυσε την Αιτήτρια. Πέραν των πιο πάνω παρατηρούμε ότι η κα Νεοφύτου ανέφερε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν μπορούσε να δώσει στην Αιτήτρια μια δεύτερη ευκαιρία αναθεωρώντας την απόφαση απόλυσής της γιατί παρά το ότι δεν ήταν αυτή που έκανε την Τηλεφωνική Κλήση είχε αντιληφθεί το περιεχόμενο της Τηλεφωνικής Κλήσης και δεν έκανε κάτι για να αποτρέψει την Τηλεφωνική Κλήση ή να ενημερώσει σχετικά τη Διευθύντρια, ενώ ο λόγος απόλυσης της Αιτήτριας στις 26/04/2019 σύμφωνα (1) με το Τεκμήριο 4 ήταν για συμμετοχή της στη διενέργεια της Τηλεφωνικής Κλήσης και (2) με τους γενικούς λόγους της Έγγραφης Εμφάνισης ήταν το γεγονός ότι η μια εκ των τριών ταμιών (όχι η Αιτήτρια), στην παρουσία και με τη συγκατάθεση και/ή την παρότρυνση των άλλων δύο ταμιών στις οποίες συγκαταλέγεται και η Αιτήτρια, προέβησε στην Τηλεφωνική Κλήση. Η κα Νεοφύτου όταν της υποβλήθηκε ότι στις 02/05/2019 η Αιτήτρια της υπέδειξε ότι υπήρχε κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης στον χώρο από τον οποίο έγινε η Τηλεφωνική Κλήση και ότι μπορούσαν να το ελέγξουν για να δουν τι έγινε, υπεκφεύγοντας, είπε ότι δεν είναι στα καθήκοντά της να ελέγχει το κλειστό κύκλωμα των υπεραγορών.

(vi)         Ο κ. Αντωνίου δεν είχε άμεση και προσωπική γνώση σε ό,τι αφορά τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στους χώρους της Υπεραγοράς κατά και μετά την Τηλεφωνική Κλήση, κατά τη συνάντηση της Διευθύντριας με την Αιτήτρια και τις δυο άλλες ταμίες στις 26/04/2019 και κατά τη συνάντηση της κας Νεοφύτου με την Αιτήτρια και τις δυο άλλες ταμίες στις 02/05/2019. Όλες οι σχετικές αναφορές του κατά την ενώπιόν μας διαδικασία βασίζονταν στην ενημέρωση που του έγινε από την Διευθύντρια και την κα Νεοφύτου. Οι θέσεις του για τη συμμετοχή της Αιτήτριας στο περιστατικό της Τηλεφωνικής Κλήσης βασίζονταν στις, κατ’ ισχυρισμό, παραδοχές και απολογίες της Αιτήτριας στη Διευθύντρια και στην κα Νεοφύτου και σε επιχειρήματα και υποθέσεις στη βάση των εν λόγω, κατ’ ισχυρισμό, παραδοχών της Αιτήτριας. Περαιτέρω, ενώ επέμενε ότι το περιστατικό της Τηλεφωνικής Κλήσης ήταν πολύ σοβαρό και απαράδεκτο και η Εργοδότρια Εταιρεία δεν μπορούσε να συνεχίσει να εργοδοτεί την Αιτήτρια και τις άλλες δύο ταμίες καθότι κλονίστηκε η εμπιστοσύνη της Εργοδότριας Εταιρείας προς αυτές, μετά από αρκετές ερωτήσεις που του έγιναν για τις άλλες δύο ταμίες και την εμπλοκή τους στη διενέργεια της Τηλεφωνικής Κλήσης (σημειώνουμε ότι ισχυρίστηκε δεν θυμάται ακριβώς ποια από τις άλλες δύο προέβηκε στην Τηλεφωνική Κλήση) παραδέχτηκε (μόνο όταν του υποβλήθηκε ξεκάθαρα – στις προηγούμενες ερωτήσεις δεν απαντούσε ξεκάθαρα και με σαφήνεια) ότι η Εργοδότρια Εταιρεία 40 μέρες μετά τις 26/04/2019 προσέλαβε ξανά την Μ.Σ.. Δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση για την εν λόγω ενέργεια της Εργοδότριας Εταιρείας που να δικαιολογεί την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης προς το πρόσωπο της Μ.Σ. (η οποία είχε παραδεχτεί την εμπλοκή της στη διενέργεια της Τηλεφωνικής Κλήσης) και προέβαινε απλώς σε γενικές δηλώσεις σχετικά με τα δικαιώματα ενός εργοδότη να απολύσει και να επαναπροσλάβει ένα υπάλληλό του. Επίσης ενώ ήταν η θέση του ότι η Αιτήτρια απολύθηκε στις 26/04/2019 ημέρα Μεγάλη Παρασκευή, κατά την αντεξέτασή του σε υποβολή ότι η κα Ιακώβου επικοινώνησε μαζί του στις 06/05/2019 σχετικά με την απόλυση της Αιτήτριας δεν περιορίστηκε στο να αρνηθεί την υποβολή και να πει ότι δεν θυμάται να επικοινώνησε μαζί του η κα Ιακώβου αλλά συνέχισε λέγοντας ότι διερωτάται εάν Μεγάλη Παρασκευή που έγινε η Τηλεφωνική Κλήση το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων επικοινώνησε μαζί του για το θέμα της Αιτήτριας.

 

Οι πιο πάνω αδυναμίες στη μαρτυρία που προσκόμισε ενώπιόν μας η Εργοδότρια Εταιρεία, πέραν του ότι μας προβληματίζουν σοβαρά σε σχέση με την αξιοπιστία των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας και την εκδοχή που έθεσαν ενώπιόν μας οι εν λόγω μάρτυρες, μας δημιουργούν ουσιαστικά ερωτηματικά σχετικά με τις συνθήκες που είχαν πραγματικά διαπιστωθεί, κατά τον ουσιώδη χρόνο απόλυσης της Αιτήτριας, από την Εργοδότρια Εταιρεία ότι περιέβαλλαν το περιστατικό της Τηλεφωνικής Κλήσης και την εμπλοκή της Αιτήτριας στο εν λόγω περιστατικό καθώς και με τη διαδικασία που ακολούθησε η Εργοδότρια Εταιρεία για να διαπιστώσει τις εν λόγω συνθήκες. Στη βάση των πιο πάνω κρίνουμε ότι δεν θα ήταν ασφαλές να στηριχτούμε στη μαρτυρία των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας για την εξαγωγή οποιωνδήποτε ευρημάτων γεγονότων σε σχέση με το σύνολο των περιστάσεων που προηγήθηκαν της απόφασης απόλυσης της Αιτήτριας και περιβάλλουν τη λήψη της απόφασης απόλυσης της Αιτήτριας. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω η μαρτυρία τους δεν γίνεται αποδεκτή.

 

Γ. (i) Αξιολογώντας τη μαρτυρία της Αιτήτριας παρατηρούμε ότι αυτή χαρακτηρίζεται από σταθερότητα, σαφήνεια και συνέπεια.  Η Αιτήτρια εξήγησε πειστικά το τι έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια του διαλείμματός της στις 26/04/2019, για ποιο λόγο είχε πάει με τις άλλες δύο ταμίες (τη Μ.Σ. και τη Μ.Κ.) στο γραφείο της Διευθύντριας και μας περιέγραψε με φυσικότητα τι έγινε στο γραφείο της Διευθύντριας. Κατά την αντεξέτασή της η Αιτήτρια δεν υπέπεσε σε οποιεσδήποτε ουσιαστικές αντιφάσεις που να κλονίζουν το αξιόπιστο της εκδοχής που παρουσίασε με τη μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω κρίνουμε τη μαρτυρία της Αιτήτριας ως αξιόπιστη και ως εκ τούτου η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή και προβαίνουμε στα ανάλογα ευρήματα γεγονότων.

 

(ii) Η μαρτυρία της κας Ιακώβου ήταν σαφής και σταθερή. Απαντούσε άμεσα σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν κατά την αντεξέτασή της. Οι θέσεις της υποστηρίζονται και από τα γραπτά έγγραφα που κατατέθηκαν ενώπιόν μας (Τεκμήρια 1, 2, και 12). Εξήγησε με σαφήνεια και πειστικότητα τις διαδικασίες που ακολουθούνται στο Τμήμα που εργάζεται, το πώς υπέβαλε η Αιτήτρια τα παράπονά της στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων και τον τρόπο χειρισμού των εν λόγω παραπόνων. Διευκρίνισε ποια ήταν η δική της εμπλοκή σε σχέση με τα παράπονα της Αιτήτριας. Κρίνεται πως πρόκειται για μάρτυρα η οποία δεν είχε προσωπικό συμφέρον από την υπόθεση και ότι μοναδικό σκοπό είχε να δώσει στο Δικαστήριο τα στοιχεία που βρίσκονταν σε γνώση και στην κατοχή της της εξ’ αιτίας της θέσης και των καθηκόντων της. Δεχόμαστε τη μαρτυρία της ως αξιόπιστη. Ως εκ τούτου αποτελεί εύρημά μας ότι οι αναφορές της σε σχέση (α) με τα παράπονα που υπέβαλε η Αιτήτρια στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων και (β) τον χειρισμό των εν λόγω παραπόνων της και τα γεγονότα που περιβάλλουν τον εν λόγω χειρισμό από Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων αποτελούν πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Σημειώνουμε ότι τα εν λόγω γεγονότα δεν αφορούν άμεσα το ζήτημα της νομιμότητας της απόλυσης της Αιτήτριας στις 26/04/2019.

 

Δ. Με βάση τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης (παραδεκτά, αναντίλεκτα και όπως αυτά προέκυψαν από την αποδεκτή μαρτυρία ως αναφέρεται στις παραγράφους Α και Γ πιο πάνω), κρίνουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία απέτυχε, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, να αποδείξει ότι, κατά τον χρόνο απόλυσης της Αιτήτριας (στις 26/04/2019), στο μέτρο του μέσου λογικού εργοδότη είχε εύλογες υποψίες που έφταναν στην πεποίθησή της ότι η Αιτήτρια επέδειξε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδο εμπιστοσύνης που πρέπει να υπάρχει στις σχέσεις εργοδότη – εργοδοτουμένου, είχε αντικειμενικούς λόγους που να στηρίζουν την εν λόγω πεποίθησή της και είχε ακολουθήσει μια λογική διαδικασία πριν τη λήψη της απόφασης απόλυσης της Αιτήτριας. Θέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης υπό το πρίσμα των νομικών αρχών που παραθέσαμε πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη τους λόγους που απολύθηκε η Αιτήτρια (κατ’ ισχυρισμό συμμετοχή της στη διενέργεια της Τηλεφωνικής Κλήσης) κρίνουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν στοιχειοθέτησε ότι, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, ενήργησε εντός του πλαισίου της λογικότητας απολύοντας την Αιτήτρια στις 26/04/2019. Είμαστε της γνώμης ότι με βάση τις περιστάσεις της υπόθεσης η Εργοδότρια Εταιρεία δεν ενήργησε ως ένας μέσος λογικός εργοδότης αφού στις 26/04/2019 δεν ακολούθησε μια λογική και δίκαιη διαδικασία ώστε να διαπιστώσει ότι όντως η Αιτήτρια συμμετείχε στη διενέργεια της Τηλεφωνικής Κλήσης καθότι (1) δεν φρόντισε να εξακριβώσει τις συνθήκες που περιέβαλλαν το γεγονός ότι η Αιτήτρια ήταν σε διάλειμμα στον χώρο ανάπαυσης του προσωπικού, μαζί με τις άλλες δυο ταμίες που εμπλέκονταν στο περιστατικό της Τηλεφωνικής Κλήσης, κατά την ώρα διενέργειας της Τηλεφωνικής Κλήσης και (2) δεν έδωσε πραγματικά και ουσιαστικά την ευκαιρία στην Αιτήτρια να προβάλει τις θέσεις της σχετικά με την οποιαδήποτε εμπλοκή της στη διενέργεια της Τηλεφωνικής Κλήσης σε συνδυασμό με το γεγονός ότι βρισκόταν στον ίδιο χώρο με την ταμία από το τηλέφωνο της οποίας έγινε η Τηλεφωνική Κλήση. Κρίνουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν ενήργησε εντός του πλαισίου της λογικότητας αφού το συμπέρασμα και η κατάληξή της κατά τον ουσιώδη χρόνο απόλυσης της Αιτήτριας δεν στηριζόταν σε αντικειμενικούς λόγους και κανένας λογικός εργοδότης κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης για απόλυση της Αιτήτριας, χωρίς να δώσει στην Αιτήτρια ουσιαστικό δικαίωμα να ακουστεί, εύλογα θα κατέληγε ότι η Αιτήτρια διέπραξε το σοβαρό εργασιακό παράπτωμα που της αποδόθηκε.

 

Είναι κατάληξή μας ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν τερμάτισε νόμιμα την εργοδότηση της Αιτήτριας εντός των πλαισίων του άρθρου 5(ε) και (στ) του Νόμου. Συνακόλουθα η Αιτήτρια δικαιούται σε αποζημιώσεις σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Νόμου καθώς και σε πληρωμή αντί προειδοποίησης.

 

Καθορισμός Αποζημιώσεων

 

Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, το Δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικαστεί λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τ’ ακόλουθα:

 

(α)      τα ημερομίσθια και όλες τις άλλες απολαβές του εργοδοτούμενου,

(β)      τη διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτούμενου,

(γ)      την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτούμενου,

(δ)      τις πραγματικές συνθήκες του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτούμενου,

(ε)      την ηλικίαν του εργοδοτούμενου.

 

Θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιόν του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογα συμπεράσματα. Σημειώνουμε ότι η αποζημίωση δεν μπορεί ούτε να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών (παράγραφος 3 του Πρώτου Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε) και ούτε να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων (παράγραφος 2 του Πρώτου Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε). Στην υπόθεση Louis Tourist Agency Λτδ v. Αντιγόνης Ηλία (1992) 1 (Β) Α.Α.Δ. 98 σημειώνονται τ’ ακόλουθα:

 

«Το κριτήριο της αποζημίωσης βάσει του άρθρου 4 του Ν.24/67 δεν συναρτάται με το συμβατικό που καθορίζεται από το ΚΕΦ.149, και γενικά τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων, δηλαδή ζημιά η οποία έπεται κατά λογική πρόβλεψη της διάρρηξης της συμφωνίας. Το θέμα των αποζημιώσεων επαφίεται στην απόλυτη κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με μόνο περιορισμό εκείνο που τίθεται από το άρθρο 3 του Πίνακα, η αποζημίωση να μην υπερβαίνει τα ημερομίσθια των δύο ετών (Ν.92/79). Η υλική ζημιά την οποία υφίσταται από τον τερματισμό ο εργοδοτούμενος είναι αναμφίβολα παράγοντας σχετικός, αλλά όχι ο μόνος ο οποίος λαμβάνεται υπόψη.

Η διαγωγή των μερών είναι άλλος σχετικός παράγοντας, όπως συνάγεται από την παράγραφο 4(δ) του Πίνακα. Η απαρίθμηση των παραγόντων, που είναι σχετικοί με την αποζημίωση, θα ήταν αντινομική προς τον απόλυτο χαρακτήρα της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.»

 

(Βλέπε επίσης Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ ν. Παπαχριστοδούλου (2006) 1 Α.Α.Δ. 625, Touchstone Technologies Ltd v. Μαυρομμάτη (2014) 1Β Α.Α.Δ. 1829).

 

Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη (α)(i) τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση της Αιτήτριας όπως αυτές αποδείχτηκαν ενώπιόν μας και (ii) το ότι ναι μεν η Εργοδότρια Εταιρεία απέτυχε να ακολουθήσει μια δίκαιη και λογική διαδικασία πριν και κατά τη λήψη της απόφασης απόλυσης της Αιτήτριας αλλά δεν αποδείχτηκε οποιαδήποτε κακοπιστία από την πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας, (β) το ύψος των εβδομαδιαίων απολαβών της Αιτήτριας (€231[10]), (γ) τη διάρκεια της υπηρεσίας της Αιτήτριας (σχεδόν 6 χρόνια), (δ) το ότι οι αναφορές στα Τεκμήρια 4 και 8 σχετικά με τον λόγο απόλυσης της Αιτήτριας πιθανόν να είχαν αρνητικές συνέπειες στις πιθανότητες της Αιτήτριας για μελλοντική εργοδότησή της (βλ. Δ.Σ. v. Argosy Trading Company Ltd, Πολ. Έφεση 310/12 ημερ. 13/02/2019, ECLI:CY:AD:2019:A39), (ε) το ότι δεν τέθηκε ενώπιόν μας οποιαδήποτε μαρτυρία που να στηρίζεται από απτά στοιχεία αναφορικά με την ηλικία της Αιτήτριας, τις επιπτώσεις που είχε η επίδικη απόλυση στην επαγγελματική και προσωπική ζωή της Αιτήτριας και την υλική ζημιά που υπέστηκε η Αιτήτρια λόγω της απόλυσής της (βλ. Πολ. Έφεση 131/12 Θ. Θεμιστοκλέους v. Elysee Irrigation Ltd, ημερ. 22/09/2017), κρίνουμε ότι είναι εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως της επιδικάσουμε αποζημιώσεις που αντιστοιχούν σε απολαβές 16 εβδομάδων (ποσό που είναι ελαφρώς αυξημένο από αυτό που θα λάμβανε η Αιτήτρια στην περίπτωση που θα απολυόταν για λόγους πλεονασμού) ήτοι €3.696(16Χ€231).

 

Περαιτέρω, η Αιτήτρια δυνάμει του άρθρου 9(1)(στ) του Νόμου δικαιούται σε πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί στις απολαβές 7 εβδομάδων ήτοι €1.617 (7Χ€231).

 

 

 

 

Κατάληξη

 

Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας για το συνολικό ποσό των €5.313 με νόμιμο τόκο πλέον δικηγορικά έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή.

 

 

 

 

 

(Υπ.) ………………………………………

                                                        Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής

 

 

 

(Υπ.) …………………………………                       (Υπ.) ………………………………...

               Γ. Παπαμιχαήλ, Μέλος                                         Π. Δημοσθένους, Μέλος

 

 

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ

 

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

 



[1] Courtaulds Northern Textiles Ltd v Andrew [1979] IRLR 84.

[2] Στην υπόθεση Κακοφεγγίτου ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (2005) 1 Α.Α.Δ. 1478 παρατίθεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Lord Denning M.R. στην υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd. v. Swift (1981) I.R.L.R. 91: “The correct test is this: Was it reasonable for the employers to dismiss him? If no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair. But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair. It must be remembered in all these cases there is a band of reasonableness, within which one employer might reasonable take one view another quite reasonably take a different view”.

[3] Στην απόφαση Galatariotis Telecommunications Ltd v. Σωτήρης Βασιλείου (2003) 1 Α.Α.Δ. 318 στη σελ. 325, το Δικαστήριο υιοθετώντας το σκεπτικό της αγγλικής απόφασης των συνεκδικασθεισών εφέσεων Post Office v. Folley και HSBC Bank plc (formerly Midland Bank plc) v. Madden (2001) 1 All ER. 550, ανέφερε τακόλουθα:

«…… μπορούμε να πούμε ότι η αρχή που υιοθετείται είναι ότι η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν δικαστήριο θα έκαμνε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Και συμφωνούμε με αυτή την προσέγγιση.Το σωστό κριτήριο, που έχει στον πυρήνα του τις αντιδράσεις του λογικού εργοδότη, διαμορφώθηκε ως εξής στην υπόθεση Madden, ανωτέρω:«In holding that the dismissal of Mr. Madden for that reason was unreasonable the tribunal erred in law in substituting itself as employer in place of the bank in assessing the quality and weight of the evidence. Instead it should have asked itself whether, by the standards of a reasonable employer, the bank had established reasonable grounds for its belief that Mr. Madden had been guilty of misconduct and whether the bank’s investigation into the matter had been reasonable in the circumstances.”

[4]«Επί της ουσίας της επίδικης διαφοράς το ερώτημα αφορά το εύλογο της απόφασης των εφεσιβλήτων να τερματίσουν την εργοδότηση του εφεσείοντα έχοντας το βάρος να αποδείξουν, επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι ενήργησαν υπό τις περιστάσεις ως λογικός εργοδότης….το εύλογο της συμπεριφοράς ενός εργοδότη κρίνεται εξ΄ αντικειμένου με μέτρο το «λογικό εργοδότη». Εάν κανένας λογικός εργοδότης δεν θα απέλυε, υπό τέτοιες περιστάσεις, τον εργαζόμενο, τότε πρόκειται για αδικαιολόγητη απόλυση. Εάν όμως ένας λογικός εργοδότης μπορούσε να τον απολύσει τότε η απόλυση είναι δικαιολογημένη….»

[5] Στην αγγλική καθοδηγητική υπόθεση British Home Stores v. Burchell [1978] I.R.L.R. 379 το ζήτημα τέθηκε ως εξής: ο εργοδότης πρέπει να αποδείξει ότι είχε γνήσια πεποίθηση ότι ο εργοδοτούμενος υπέπεσε σε σοβαρό εργασιακό παράπτωμα, ότι είχε αντικειμενικούς λόγους που να στηρίζουν την εν λόγω πεποίθησή του, ότι προέβηκε σε τέτοια έρευνα που ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις και ότι η απόφασή του να απολύσει τον εργοδοτούμενο είναι εντός του πλαισίου της λογικότητας υπό τις περιστάσεις.  

[6]Στην Πολιτική Έφεση Αρ. 59/2010 L. PAPAPHILIPPOU&CO, ο οποίος μετονομάστηκε σε L. PAPAPHILIPPOU&CO LTD ν. ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΛΟΥΚΑ, ημερ. 20/6/14 τονίστηκε ότι ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος ως νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας και συνακόλουθα και ως αποτέλεσμα της ανάγκης για πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων του εργοδοτουμένου προτού ληφθεί απόφαση τερματισμού της απασχόλησής του, «είναι επιτακτική η υποχρέωση τήρησης μιας σωστής διαδικασίας, στα πλαίσια της οποίας θα πρέπει να παραχωρείται στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να ακουστεί και να αναπτύξει τις θέσεις του.

[7] IDS Employment Law Handbook – Unfair Dismissal, Thomson Reuters 2010 p.306.

[8] Στο σύγγραμμα IDS Employment Law Handbook – Unfair Dismissal, Thomson Reuters, 2010, στη σελ. 84 αναφέρονται τακόλουθα: “ In determining the reason for a dismissal, the tribunal may only take account of those facts (or beliefs) that were known to the employer at the time of the dismissal. This means that no account will be taken of matters coming to light or occurring after the dismissal has taken place –W Devis and Sons Ltd v Atkins 1977 ICR 662, HL. Thus, if an employee is dismissed on the employer’s whim for no reason at all, the dismissal will not made retrospectively fair if the employer later finds out that he employee had been engaged in long standing and large –scale embezzlement from the company that would have amply justified the dismissal if it had been discovered earlier.” Στη σελίδα 92 σημειώνονται τα εξής: “In determining the reasonableness of an employer’ s decision to dismiss, the tribunal may only take account of those facts (or beliefs) that were known to the employer at the time of dismissal.”

[9] Παραθέτουμε πιο κάτω μέρος του σχετικού αποσπάσματος της εν λόγω απόφασης:

«Ο πρώτος λόγος έφεσης αφορά το μέρος της απόφασης του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι ο εφεσίβλητος δεν παραδέχθηκε με την παραπάνω συμπεριφορά του το παράπτωμα που του αποδόθηκε.  Το συμπέρασμα αυτό ήταν κατά την εφεσείουσα λανθασμένο.  Η σιωπή του εφεσίβλητου σήμαινε παραδοχή ότι η κατηγορία ήταν αληθινή.   Ο δικηγόρος της εφεσείουσας παρέπεμψε στην απόφαση Theodora Vassiliou ν. Soterios Demetriou (1971) 1 C.L.R. 429, που υιοθετεί τον κανόνα, όπως διατυπώνεται στην Wiedemann v. Walpole [1891] 2 Q.B. 534 στη σελ. 539:

"Silence is not evidence of admission, unless there are circumstances which render it more reasonably probable that a man would answer the charge made against him than that he would not."

……………………………………………………………………

Η γενική αρχή του δικαίου της απόδειξης είναι ότι σε περίπτωση που διατυπώνεται κατηγορία εκτός δικαστηρίου κατά διαδίκου, η απάντηση του, είτε προφορική είτε διά συμπεριφοράς, δυνατό να αποτελεί παραδοχή στο βαθμό που αποτελεί αναγνώριση ολόκληρης της κατηγορίας ή μέρους της. Η σιωπή μπορεί να εκληφθεί ως παραδοχή αν οι περιστάσεις είναι τέτοιες που λογικά αναμένεται κάποια εξήγηση ή ακόμη και άρνηση (βλ. Adrian Keane "The Modern Law of Evidence", 5η έκδοση, σελ. 313).

Το παρακάτω απόσπασμα από τον I.H. Denis "The Law of Evidence" έκδ.1999, εξηγεί πως το δικαστήριο προσεγγίζει τέτοια μαρτυρία. Υπογραμμίζουμε ό,τι ιδιαίτερα αφορά αυτή την υπόθεση:

«It is clear that the Lords intended this principle, of the possible acceptance of accusing statements by demeanour, to apply equally to whatever form a defendant's reaction took. Denials, physical conduct and silence all seem to have been thought capable of interpretation as an informal admission of the truth of the statement. In relation to silence, in the form of a failure to deny the accusation, it became clear that an inference of acceptance could be drawn where a denial could reasonably be expected if the accusation were untrue. A critical factor in deciding this issue is whether the parties were on equal terms; if they were, it would prima facie be reasonable to expect the accused to deny a false accusation. Parties are generally on even terms in informal settings where one is not a position of authority over the other."

……………………………………………………

Στις υποσημειώσεις για το παραπάνω σχόλιο γίνεται αναφορά στη Wiedemann, ανωτέρω, και στην επίσης κλασσική επί του θέματος προηγούμενη υπόθεση Bessela v. Stern [1877] 2 C.P.D. 265.

Στο σύγγραμμα του Keaneανωτέρω, πάλιν στη σελ. 313, απαριθμούνται οι γενικοί παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για την αξιολόγηση των ανεπίσημων παραδοχών. Μεταξύ αυτών είναι evidence adduced by its maker at the trial with a view to explaining it away (μαρτυρία που προσάγει στη δίκη ο δηλώσας που σκοπό έχει να δώσει ικανοποιητική εξήγηση γιαυτή).  Το σχόλιο αυτό γίνεται σε σχέση με το Άρθρο 4 της Civil Evidence Act 1995, αλλά δεν υπάρχει λόγος να αγνοηθεί εδώ η παραπάνω σοφή παρατήρηση.

Η αντιμετώπιση του πρωτόδικου δικαστηρίου απέναντι στη σχετική μαρτυρία, ιδωμένη στο σύνολο της, υπό το πρίσμα των παραπάνω κανόνων,  και η κατάληξη του ότι από αυτή δεν μπορούσε να αχθεί σε συμπέρασμα παραδοχής του παραπτώματος δεν αποκαλύπτει λανθασμένη νομική προσέγγιση ή λανθασμένη νομική εξαγωγή συμπερασμάτων, που καθιστούν επιτρεπτή την παρέμβαση του Εφετείου.  Ο λόγος αυτός έφεσης απορρίπτεται.»

 

[10]  Το εν λόγω ποσό προκύπτει από τον ακόλουθο υπολογισμό:  [(€924Χ13)?52]


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο