ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
Ενώπιον: Χρ. Ππεκρή, Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 920/2015
Μεταξύ:
1. Lefteris Mavris Properties Ltd
2. Ελευθέριος Κ. Ελευθερίου
Εναγόντων και
Γ. Τρίκκης & Υιοί Λτδ
Εναγομένων
Ημερομηνία: 7 Φεβρουαρίου 2024 Εμφανίσεις:
Για Ενάγοντες: κ. M. Μουαϊμης μαζί με N. Μουαϊμη για Μουαϊμης & Μουαϊμης
Για Εναγομένους: κ. Μ. Σωφρονίου για Marios A. Sofroniou LLC
ΑΠΟΦΑΣΗ
Δια της αγωγής τους οι ενάγοντες αξιούν από την εναγομένη ποσό €10,000 δυνάμει κατ’ ισχυρισμό αχρεωστήτως καταβληθείσας προκαταβολής.
Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων, περί το 2009 συμφώνησαν με την εναγομένη την τοποθέτηση φωτοβολταϊκού συστήματος σε ακίνητο ιδιοκτησίας των εναγόντων. Τα μέρη συμφώνησαν ότι το συνολικό κόστος θα ανήρχετο σε €82,000 το οποίο θα εξοφλείτο με την καταβολή ποσού €10,000 με την σύναψη της συμφωνίας, ενώ το υπόλοιπο ποσό θα καταβαλλόταν μετά την ολοκλήρωση της τοποθέτησης του φωτοβολταϊκού συστήματος.
Την 31.3.2009 οι ενάγοντες κατέβαλαν στην εναγομένη το ποσό των €10,000 πλην όμως η εναγόμενη απέτυχε να τοποθετήσει επιτυχώς το φωτοβολταϊκό σύστημα. Ως εκ τούτου, οι ενάγοντες ζήτησαν επιστροφή της προκαταβολής που είχαν καταβάλει προς την εναγομένη, καθότι το έργο παρέμεινε ανεκτέλεστο, χωρίς ωστόσο οποιαδήποτε ανταπόκριση.
Δια της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της, η εναγόμενη αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς των εναγόντων, εξαιρουμένου του ότι αποτελεί εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη, η οποία, μεταξύ άλλων, ασχολείται με την εισαγωγή και/ή πώληση και/ή προμήθεια και/ή τοποθέτηση φωτοβολταϊκών συστημάτων και του ότι συμφώνησε με τους ενάγοντες κατά το 2009, την τοποθέτηση φωτοβολταϊκού συστήματος σε ακίνητο ιδιοκτησίας των εναγόντων.
Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της εναγομένης, οι όροι της συμφωνίας ήταν ότι το κόστος εγκατάστασης θα ανερχόταν σε €83.000,00 το οποίο θα εξοφλείτο ως ακολούθως:
|
(α)
|
€10.000,00 με την αποδοχή της προσφοράς για δέσμευση υλικών από τον προμηθευτή, ποσό το οποίο δεν επιστρέφεται. |
|
(β)
|
Ποσό ίσο με το 50% αφαιρετέου του ποσού των €10.000,00 ταυτόχρονα με την υπογραφή του συμβολαίου. |
|
(γ)
|
Ποσό ίσο με το 40% της συμφωνηθείσας αξίας ταυτόχρονα με την αποπεράτωση των εργασιών εγκατάστασης του συστήματος. |
|
(δ)
|
Το υπόλοιπο ποσό ίσο με 10% της συμφωνηθείσας αξίας ταυτόχρονα με την τελική έγκριση από το αρμόδιο Υπουργείο. |
Η εναγόμενη συμφωνεί ότι εισέπραξε το ποσό των €10,000 από το οποίο ισχυρίζεται ωστόσο ότι καταβλήθηκε ποσό €7.000,00 στον προμηθευτή για δέσμευση των υλικών τα οποία απαιτούντο για την υλοποίηση της συμφωνίας, διενεργήθηκαν δε επισκέψεις επί τόπου στον επίδικο χώρο και προέβη σε ετοιμασία εγγράφων που έπρεπε να κατατεθούν στο Υπουργείο για την προσφορά, με έξοδα ανερχόμενα σε ποσό €4,150. Ως εκ τούτου, η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι υπέστη ζημία ύψους €1,150 την οποία ανταπαιτητικώς αξιοί.
Η εναγομένη περαιτέρω ισχυρίζεται ότι μετά την έγκριση της αίτησης για εγκατάσταση των φωτοβολταϊκών, οι ενάγοντες ουδέποτε προχώρησαν με την καταβολή του συμφωνηθέντος ποσού του 50%, ως η μεταξύ των συμφωνία, ενόψει οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζαν, με αποτέλεσμα το έργο να μην μπορεί να ολοκληρωθεί.
Με το δικόγραφο της Απάντησης και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, οι ενάγοντες αρνούνται και απορρίπτουν τους ισχυρισμούς της εναγομένης και επαναλαμβάνουν επί της ουσίας, τους ισχυρισμούς τους ως η έκθεση απαίτησης. Ως προς τα έξοδα των €4,150 τα οποία δικογραφεί η εναγόμενη, ισχυρίζονται ότι καμία λεπτομέρεια δεν παρατίθεται, ενώ ως ενημερώθηκαν από το αρμόδιο Υπουργείο, δεν υπάρχουν χρηματικά έξοδα μέσα στο πλαίσιο της συγκεκριμένης διαδικασίας.
ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ
Με την υπόμνηση ότι δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη την μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, καθώς είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου, συνοψίζω κατωτέρω την προσκομισθείσα μαρτυρία.[1]
Από πλευράς ενάγοντα, ενώπιόν μου προσέφερε μαρτυρία μόνο ο ενάγων 2 (στο εξής ο «ΜΕ1»), ο οποίος υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Σε αυτήν, ο μάρτυρας επί της ουσίας επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης και επίσης αναφέρει ότι είναι διευθυντής της ενάγουσας υπ’ αρ. 1, η οποία υπήρξε δικαιούχος χορηγίας για αγορά φωτοβολταϊκού συστήματος, ενώ κατέθεσε ως Τεκμήρια τα έγγραφα που σχετίζονται με την έγκριση της χορηγίας και την διασύνδεση του επίδικου ακινήτου με την Α.Η.Κ.
Ως επίσης αναφέρει ο μάρτυρας στην γραπτή του δήλωση, την 31.3.2009 εξέδωσε επιταγή, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο, για το ποσό των €10,000 και την οποία παρέλαβε ο Σ.Τ. εκ μέρους της εναγομένης. Παρά τις οχλήσεις του, συνεχίζει ο μάρτυρας, η εναγόμενη ουδέποτε του προσκόμισε γραπτή βεβαίωση ότι τα φωτοβολταϊκά πλαίσια που θα τοποθετούντο θα είχαν τέτοια απόδοση, ώστε να αποσβέσουν το κεφάλαιο μέσα σε 7 χρόνια, ούτε και γραπτή συμφωνία προς
υπογραφή. Ενόψει εσωτερικών διαφορών που υπήρχαν στην εναγομένη, ουδέποτε προχώρησε η έναρξη της τοποθέτησης του φωτοβολταϊκού συστήματος, η οποία ήταν απαραίτητη προϋπόθεση, με αποτέλεσμα να παρέλθει ο χρόνος προσφοράς της χορηγίας.
Αντεξεταζόμενος, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στην έκδοση συνολικά τριών επιταγών, οι οποίες αφορούσαν σε ακόμα ένα σύστημα το οποίο ολοκληρώθηκε από την εναγομένη, πλην όμως το επίδικο σύστημα δεν προχωρούσε. Ήταν έντονα επαναλαμβανόμενη η θέση του μάρτυρα, ότι ουδέποτε του δόθηκε γραπτό συμβόλαιο προς υπογραφή για το δεύτερο σύστημα, παρόλο που ο Σ.Τ. του εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο θα λειτουργεί το σύστημα φωτοβολταϊκών και πως θα γίνει η απόσβεση του κεφαλαίου. Ως προς τον τρόπο πληρωμής σε σχέση με την εγκατάσταση του επίδικου συστήματος, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν γνώριζε ακριβώς πως θα γίνονταν οι πληρωμές, εφόσον δεν του είχε δοθεί συμβόλαιο, εξ όσων γνώριζε ωστόσο, το μισό κεφάλαιο θα επιδοτούσε το κράτος.
Από πλευράς εναγομένων μαρτυρία προσέφερε μόνο ο διευθυντής της εναγομένης (στο εξής ο «ΜΥ1»), ο οποίος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του την γραπτή του δήλωση. Σε αυτήν ο μάρτυρας επαναλαμβάνει, ουσιαστικά, το περιεχόμενο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης.
Αναφερόμενος στην συμφωνία του 2009, ο ΜΥ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 δέσμη εγγράφων αποτελούμενων από το αντίγραφο δελτίου προσφοράς ημερ. 27.3.2009 και το αντίγραφο επιβεβαίωσης παραγγελίας, με το παράρτημα των όρων της συμφωνίας ημερ. 2.4.2009. Περαιτέρω ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 9, αντίγραφο κοστολόγησης εργασιών, προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού του, ότι διενεργήθηκαν από την εναγομένη επισκέψεις επί τόπου στον επίδικο χώρο και ετοιμασία εγγράφων για κατάθεση στο αρμόδιο Υπουργείο.
Ως ο ΜΥ1 ανέφερε, την 1.6.2009 οι ενάγοντες και η εναγόμενη είχαν προβεί σε άλλη συμφωνία η οποία υλοποιήθηκε επιτυχώς, καθώς η εναγόμενη πληρώθηκε, σύμφωνα με τους όρους της εν λόγω συμφωνίας, και δεν αναγκάστηκε να υπαναχωρήσει.
Περαιτέρω, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο Σ.Τ. ήταν αντιπρόσωπος της εναγομένης σε ότι αφορά στον σχεδιασμό, προμήθεια και εγκατάσταση φωτοβολταϊκών συστημάτων από το 2007 μέχρι το 2012. Για την λήψη των απαιτούμενων αδειών, ως ο μάρτυρας εξήγησε, έπρεπε να εκπονηθούν διάφορες μελέτες από τους μηχανικούς της εναγομένης και ακολούθως να κατατεθούν στο αρμόδιο Υπουργείο, προέβη δε σε λεπτομερή εξήγηση του τρόπου εργασίας της εναγομένης, αλλά και του τι απαιτούσε να γίνει στο συγκεκριμένο έργο, το οποίο αντικατοπτρίζεται, ως υπέδειξε, από τα υλικά που είχαν παραγγελθεί για την εγκατάσταση του συστήματος.
Ο μάρτυρας επίσης ανέφερε ότι όταν οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την προσφορά της εναγομένης, κατέβαλαν την προκαταβολή των €10,000. Επομένως από την πλευρά τους έπρεπε να δεσμεύσουν τις ποσότητες των υλικών που απαιτούντο, ώστε όταν οι ενάγοντες προχωρούσαν με την καταβολή του υπολοίπου, να προχωρήσει το έργο. Ως ο μάρτυρας περιέγραψε, μετέβη ο ίδιος μαζί με τον Σ.Τ. στο σπίτι του ΜΕ1, όπου πίνοντας καφέ εξήγησαν στον τελευταίο ότι υπήρχε προθεσμία αποστολής του υπολοίπου χρηματικού ποσού για να παραληφθούν τα προϊόντα, η οποία δεν μπορούσε να παραταθεί.
Αντεξεταζόμενος, ο μάρτυρας ανέφερε ότι το έντυπο της προσφοράς που κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 είναι ανυπόγραφο, ενόψει του ότι πιθανό να είναι αντίγραφο και όχι εκείνο που κρατούσε ο Σ.Τ. Η συμφωνία, ανέφερε, συνήφθη προηγουμένως και το έντυπο της προφοράς εκδόθηκε για να καλύπτει το περιεχόμενο της εν λόγω συμφωνίας. Ως εξήγησε, ο όρος ήταν ότι θα δινόταν προκαταβολή ύψους €10,000 και όταν δινόταν το υπόλοιπο 50% πλην του ποσού της προκαταβολής, θα υπογράφετο συμφωνία.
Ερωτηθείς εάν διαθέτει αποδείξεις πληρωμής του ποσού των €7,000 ο μάρτυρας επικαλέστηκε το πέρασμα του χρόνου, ανέφερε δε ότι η επιβεβαίωση της παραγγελίας ήταν υπογεγραμμένη από την Conergy Ltd, ενώ τα στοιχεία που αναγράφονται σε αυτήν διασταυρώνονται με τα όσα αφορούν στην παρούσα υπόθεση, αναφερόμενος στα ειδικά χαρακτηριστικά του έργου.
Ο μάρτυρας επίσης εξήγησε το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 8 και 9, ήτοι τους πίνακες όπου αναγράφονται τα υλικά της παραγγελίας, ενώ ως υπέδειξε, το κόστος ανήλθε σε €83,000 συμπεριλαμβανομένου του κόστους της εναγομένης, που συμπεριλάμβανε μελέτες, πληρωμές προμηθευτών, λειτουργικά έξοδα και εργατοώρες.
Ήταν η θέση του μάρτυρα, ότι ο ενάγων 2 γνώριζε ότι σε περίπτωση μη καταβολής ολόκληρου του ποσού θα χανόταν η προκαταβολή, εν προκειμένω δε, τα χρήματα είχαν σταλεί στο εξωτερικό. Ως ωστόσο ο ίδιος ο ενάγων 2 τον ενημέρωσε, δεν μπορούσε οικονομικά να ανταπεξέλθει και η εγκατάσταση ναυάγησε.
Αναφορικά με τα έξοδα που ανταπαιτητικώς αξιοί, ο μάρτυρας ανέφερε ότι αυτά υπολογίστηκαν ανάλογα με την εργασία που εκπονίστηκε και τα πραγματικά έξοδα, όταν έλαβε την αγωγή του ενάγοντα. Ως περαιτέρω υπέδειξε, είθισται η πληρωμή των εναγομένων να γίνεται στο τέλος με την λήψη του 10%, αφού υλοποιηθεί η εγκατάσταση των συστημάτων, εν προκειμένω δε, η συνεργασία διεκόπη.
Σε αυτό το στάδιο και προτού προχωρήσω σε αξιολόγηση της ενώπιόν μου τεθείσας μαρτυρίας, σημειώνω ότι με βάση τα δικόγραφα και την προσκομισθείσα μαρτυρία, δεν αποτελεί αμφισβητούμενο γεγονός το ότι η εναγόμενη αποτελεί εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη, η οποία, μεταξύ άλλων, ασχολείται με την εισαγωγή και/ή πώληση και/ή προμήθεια και/ή τοποθέτηση φωτοβολταϊκών συστημάτων, ούτε το γεγονός ότι οι ενάγοντες και η εναγόμενη μέσω του Σ.Τ., συμφώνησαν προφορικά κατά το 2009 την τοποθέτηση φωτοβολταϊκού συστήματος σε ακίνητο ιδιοκτησίας των εναγόντων. Δεν αποτελεί επίσης αμφισβητούμενο γεγονός το ότι ο Σ.Τ. ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της εναγομένης κατά τον επίδικο χρόνο, ούτε και το ότι καταβλήθηκε ποσό €10,000 ως προκαταβολή από τους ενάγοντες προς την εναγομένη.
Επανερχόμενη στην προσκομισθείσα μαρτυρία την οποία έχω παραθέσει ανωτέρω, προχωρώ σε αξιολόγησή της.
Παρακολουθώντας τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα, μπόρεσα να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους, με βάση, μεταξύ άλλων, τη λογική, την ποιότητα και την πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκόμισαν, την αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων τους ή την ύπαρξη ουσιαστικών αντιφάσεων σε αυτές.[2] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα δεν περιορίστηκε αποκλειστικώς στην αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων.[3] Αξίζει να σημειωθεί ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης.[4]
Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται μόνο βάσει της εξωτερικής εντύπωσης που προκαλεί ο μάρτυρας.[5] Επουσιώδεις αντιφάσεις δεν πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα,[6] ενώ ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν είναι επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[7]
Ο ΜΕ1 δεν έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και δεν έπεισε για το αληθές των ισχυρισμών του. Η όλη μαρτυρία του είναι συγκεχυμένη και παρουσιάζει ανακρίβειες, η δε εμμονική αναφορά του στην μη λήψη έγγραφου συμβολαίου, έδωσε την εντύπωση στο Δικαστήριο ότι προσπαθούσε να αποφύγει την ευθύνη του και να καλλιεργήσει εντυπώσεις, παρουσιάζοντας την εικόνα ενός ατόμου που δεν γνώριζε για ποιο πράγμα προέβαινε σε συμφωνίες και δοσοληψίες, τη στιγμή που ο ίδιος ανέφερε ότι είχε ήδη συνεργαστεί με την εναγομένη σε παρόμοιας φύσεως εργασία, ενώ ερχόμενος στο Δικαστήριο, διεκδικεί την επιστροφή ποσού που ο ίδιος έδωσε ως προκαταβολή, στη βάση κατ’ ισχυρισμό συμφωνίας.
Δεν διαλανθάνει επίσης της προσοχής μου, ότι ενώ ο μάρτυρας παρουσιάστηκε ως να αγνοεί πλήρως τον τρόπο πληρωμής της εναγομένης αναφορικά με την εγκατάσταση των φωτοβολταϊκών, λόγω έλλειψης γραπτής συμφωνίας, από την άλλη γνώριζε πολύ καλά, ότι το 50% του έργου θα χρηματοδοτείτο από την κυπριακή κυβέρνηση.
Επιπρόσθετα, σε υποβολή του συνηγόρου της άλλης πλευράς, ότι με την ταυτόχρονη υπογραφή συμβολαίου, θα έπρεπε να καταβληθεί στην εναγομένη το 50% του συμφωνηθέντος τιμήματος μείον το ποσό της προκαταβολής, ο μάρτυρας ξεκάθαρα απέφυγε να απαντήσει, εμμένοντας σε πανομοιότυπες απαντήσεις αναφορικά με την ανυπαρξία γραπτού συμβολαίου. Ούτε και έδωσε σαφή απάντηση, ως προς το ζήτημα της οικονομικής του δυνατότητας να καταβάλει το εν λόγω ποσό, ώστε να υπογραφτεί το συμβόλαιο στο οποίο επανειλημμένως αναφέρθηκε.
Σε σχέση με τις αναφορές του ΜΕ1 στα λεγόμενα του τότε εκπροσώπου της εναγομένης, Σ.Τ., πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία, στην οποία το Δικαστήριο αδυνατεί να προσδώσει την οποιαδήποτε βαρύτητα. Παρόλο που εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιασδήποτε δικαστική διαδικασία, απλώς και μόνο διότι είναι εξ ακοής, το Δικαστήριο αξιολογεί την βαρύτητα που θα προσδώσει σε τέτοια μαρτυρία, λαμβανομένων πάντοτε υπόψη των αρχών που διέπουν το ζήτημα, αλλά και των σχετικών νομοθετικών διατάξεων του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9.[8]8
Στην προκειμένη περίπτωση, καμία εξήγηση δεν δόθηκε στο Δικαστήριο γιατί δεν κλητεύθηκε το πρόσωπο το οποίο προέβη στις εν λόγω δηλώσεις, ώστε να αντεξετασθεί και να τύχει αξιολόγησης από το Δικαστήριο, ούτε καταδείχθηκε κατά πόσο ήταν εύλογο ή εφικτό να κλητευθεί για να καταθέσει. Επρόκειτο δε για πρόσωπο το οποίο είχε σημαντικό ρόλο σε σχέση με την υπόθεση, κατά τα λεγόμενα του ΜΕ1.
Τέλος, σε σχέση με τις επιστολές ημερ. 21.5.2012 και 3.11.2013 (Τεκμήρια 6 και 7), με τις οποίες ο ΜΕ1 απαιτούσε επιστροφή του ποσού της προκαταβολής, καμία εξήγηση δεν έδωσε ο μάρτυρας αναφορικά με τον τρόπο αποστολής των, ούτε και κατέθεσε αποδεικτικά αποστολής. Σύμφωνα με τη νομολογία, υφίσταται τεκμήριο ότι επιστολή η οποία έχει αποδειχθεί ότι έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το ταχυδρομείο, αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη για την παράδοση της στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν.[9] Εν πάση δε περιπτώσει, λαμβανομένης υπόψη της διάστασης μεταξύ των ισχυρισμών των δύο πλευρών, δεν θεωρώ ότι η αποστολή ή μη των εν λόγω επιστολών διαφοροποιεί τα νομικά ζητήματα που θα απασχολήσουν εν προκειμένω το Δικαστήριο.
Ως εκ των άνω, δεν κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας του ΜΕ1 για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου.
Από την άλλη, ο ΜΥ1 έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο, συνεπώς καταλήγω ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας του για σκοπούς εξαγωγής των συμπερασμάτων μου. Η μαρτυρία του ήταν φυσική, ποιοτική, συνεκτική και πειστική και δεν παρουσίασε καμία ανακολουθία. Ο μάρτυρας, με εμπεριστατωμένες απαντήσεις και χωρίς υπεκφυγές απάντησε στα ερωτήματα του υποβλήθηκαν, ενώ με ειλικρίνεια και αυθορμητισμό ανέφερε ότι την υπόθεση θεωρούσε ξεχασμένη, εξ ου και προέβη σε κοστολόγηση των εργασιών της εναγομένης σε μεταγενέστερο στάδιο, εφόσον ενόψει της οικονομικής στενότητας του ενάγοντα, δεν είχε διεκδικήσει οποιοδήποτε υπόλοιπο σε σχέση με τις εκπονηθείσες εργασίες.
Σε σχέση με το Τεκμήριο 8, ήτοι την προσφορά η οποία απευθύνεται προς τον ενάγοντα 2, την οποία κατέθεσε ο ΜΥ1, ως ορθά αντιτείνει ο συνήγορος του ενάγοντα, το έγγραφο αυτό δεν φέρει υπογραφές ή σφραγίδες, συνεπώς δεν πρόκειται για αντίγραφο του πρωτότυπου εγγράφου και το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί με ασφάλεια επί του εν λόγω εγγράφου για την εξαγωγή των συμπερασμάτων του.
Δεν μου διαφεύγει, ότι καμία μελέτη και καμία απόδειξη δεν προσκόμισε ο ΜΥ1, αναφορικά με τις εργασίες που κατ’ ισχυρισμό εκπονήθηκαν, προς υποστήριξη των αξιώσεων της εναγομένης. Το δε Τεκμήριο 10 το οποίο ΜΥ1 κατέθεσε, αποτελεί κοστολόγηση εργασιών σε σχέση με το επίδικο έργο, η οποία ετοιμάστηκε σε μεταγενέστερο χρόνο, με τυπικές τιμές, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ιδίου του μάρτυρα. Ως εκ τούτου, το σκέλος αυτό της μαρτυρίας του ΜΥ1 παρουσιάζει κενά και το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξάξει ανάλογα ευρήματα με ασφάλεια.
Τούτων λεχθέντων, αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΥ1 για σκοπούς εξαγωγής των συμπερασμάτων μου, εξαιρουμένου του μέρους της που παρουσιάζει κενά ως αναφέρω ανωτέρω.
ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της προσκομισθείσας μαρτυρίας, της δικογραφίας και των μη αμφισβητούμενων γεγονότων, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα, αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση:
Περί τον Σεπτέμβριο του 2008 οι ενάγοντες έλαβαν έγκριση παραχώρησης χορηγίας για την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών και περί το 2009 συμφώνησαν με την εναγομένη, μέσω του Σ.Τ., την αγορά και εγκατάσταση φωτοβολταϊκού συστήματος επί υπό ανέγερση πολυκατοικίας, ιδιοκτησίας της ενάγουσας 1, συνολικού κόστους €83,000.
Η εξόφληση του εν λόγω ποσού συμφωνήθηκε ότι θα γίνει με την πληρωμή προκαταβολής ύψους €10,000 για σκοπούς δέσμευσης υλικών, ποσό το οποίο δεν επιστρέφετο, από τους ενάγοντες στην εναγομένη. Ακολούθως, θα καταβάλλετο το 50% επί της συμφωνηθείσας τιμής μείον το ποσό της προκαταβολής και θα υπογράφετο συμφωνία εγκατάστασης. Με την αποπεράτωση του έργου, θα καταβάλλετο το 40% επί της συμφωνηθείσας τιμής και τέλος, το 10% επί της συμφωνηθείσας τιμής θα καταβάλλετο με την τελική έγκριση του συστήματος.
Στις 31.3.2009 ο ενάγων κατέβαλε στην εναγομένη το ποσό της προκαταβολής και η εναγόμενη προέβη σε παραγγελία των υλικών που θα χρησιμοποιούντο για την υλοποίηση του έργου, ενώ κατέθεσε τα απαιτούμενα έγγραφα στο αρμόδιο
Υπουργείο, για σκοπούς αδειοδότησης.
Παρά την χορήγηση της απαιτούμενης άδειας από το Υπουργείο για την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών επί του επίδικου ακινήτου, η οποία δόθηκε περί το 2009, οι ενάγοντες δεν επανήλθαν με την καταβολή του 50% του ποσού της συμφωνηθείσας τιμής, μείον του ποσού της προκαταβολής, ώστε να προχωρήσει η διαδικασία με την υπογραφή συμβολαίου και την εγκατάσταση των φωτοβολταϊκών. Συνεπακόλουθα, το έργο δεν υλοποιήθηκε.
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
Έχω διέλθει των γραπτών αγορεύσεων που οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών κατέθεσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών θα γίνει μέσα στο πλαίσιο αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο.[10]
Αποτελεί παγίως καθιερωμένη αρχή, ότι στην πολιτική δίκη το γενικό βάρος απόδειξης φέρει ο ενάγων στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Κριτήριο, είναι το κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά όχι» (is more probable than not) και όχι το κατά πόσο είναι «πιο πιθανή παρά ή αντίθετη» από εκείνη του αντιδίκου του.[11]
Το ειδικό βάρος απόδειξης, αφορά στην ανάγκη παρουσίασης ικανοποιητικής μαρτυρίας προς υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ισχυρισμού, που μετατοπίζει το βάρος στην άλλη πλευρά να απαντήσει ικανοποιητικά, για να αποσείσει εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που δημιουργήθηκε.[12]
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του Περί Συμβάσεων Νόμου, μία συμφωνία μπορεί να είναι γραπτή, προφορική ή μερικώς γραπτή και μερικώς προφορική, ή δυνατό να συνάγεται από τη συμπεριφορά των μερών.
Ως έχει νομολογηθεί, τα στοιχεία μιας έγκυρης συμφωνίας, είναι τα ακόλουθα:[13]
|
(α)
|
Σύμπτωση της διάνοιας των συμβαλλομένων μερών. |
|
(β)
|
Εύλογη βεβαιότητα των όρων της συμφωνίας και διατύπωση των όρων με σαφήνεια. |
|
(γ)
|
Η συμφωνία πρέπει να συνοδεύεται με πρόθεση των συμβαλλομένων μερών για δημιουργία νομικής δέσμευσης. |
|
(δ)
|
Να υπάρχει αντάλλαγμα το οποίο να πηγάζει από την υπόσχεση, εκτός και αν πρόκειται για δωρεά. |
Στην Στυλιανίδης Στέλιος ν. British American Insurance Co Ltd (2003) 1 ΑΑΔ 1772, υπεδείχθη ότι συμφωνία η οποία υπόκειται σε καταρτισμό σύμβασης, δεν αποτελεί νομικά δεσμευτική συμφωνία. Σε σχέση με το θέμα αυτό, διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα του Πολύβιου Γ. Πολυβίου, Η
Σύμβαση στο Κυπριακό Δίκαιο – Θεωρία και Πράξη (2017), σελ. 428 – 429:
«Με άλλα λόγια, όταν μία συνεννόηση ή διευθέτηση μεταξύ των μερών υπόκειται ρητά σε καταρτισμό νομικά δεσμευτικής σύμβασης, η πρότερη συνεννόηση ή διευθέτηση δεν δεσμεύει τα μέρη όχι μόνο διότι είναι ημιτελής και προκαταρκτική αλλά και διότι δεν ικανοποιεί την προϋπόθεση «πρόθεσης δημιουργίας έννομης σχέσης» (intention to create legal relations).
Παρά την πιο πάνω γενική θέση, είναι δυνατόν σε συγκεκριμένες περιπτώσεις να θεωρηθεί ότι τα μέρη έχουν καταλήξει σε τελική συμφωνία παρά τη χρησιμοποίηση του όρου «subject to contract» ή κάποιας
παραπλήσιας φράσης (subject to the preparation of a formal contract).
Όπως έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο της Αυστρίας στην υπόθεση Masters v. Cameron,[14] είναι δυνατόν να κριθεί με βάση τα γεγονότα κάποιας υπόθεσης ότι τα μέρη έχουν συνομολογήσει νομικά έγκυρη και δεσμευτική σύμβαση παρά τη χρησιμοποίηση των πιο πάνω όρων, διότι η πραγματική τους πρόθεση ήταν οι όροι που συμφωνήθηκαν να ισχύουν άμεσα παρά την απόφασή τους να ετοιμαστεί πληρέστερο κείμενο σε μεταγενέστερο στάδιο. Αντίθετα, είναι δυνατόν το Δικαστήριο να κρίνει ότι η ερμηνεία του κειμένου που ετοιμάστηκε, και που τελεί «υπό επιφύλαξη» (subject to contract), είναι ότι τα όσα έχουν καταγραφεί δεν θα έχουν οποιαδήποτε νομική ισχύ, διότι η κοινή πρόθεση των μερών είναι η νομικά δεσμευτική σύμβαση να διατυπωθεί με πληρότητα ή και με διαφοροποιημένους όρους αργότερα».
Επανερχόμενη στα περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης, επισημαίνω αρχικά ότι δεν θεωρώ ότι η έλλειψη γραπτής συμφωνίας, συνηγορεί υπέρ των θέσεων των εναγόντων, οι οποίοι άλλωστε αποτάθηκαν στο Δικαστήριο, επικαλούμενοι παράβαση σύμβασης.
Σύμφωνα με την μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιόν μου και τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει, προκύπτει ότι τα μέρη είχαν πρόθεση όπως η διαδικασία της εγκατάστασης φωτοβολταϊκών προχωρήσει με την πληρωμή της προκαταβολής, ώστε να δεσμευτούν τα αναγκαία υλικά, και όπως με την καταβολή του 50% επί του συμφωνηθέντος τιμήματος μείον το ποσό της προκαταβολής, καταρτιστεί γραπτό συμβόλαιο. Άλλωστε, στην μαρτυρία του ενάγοντα είναι διάχυτη η θέση ότι ανέμενε τον καταρτισμό γραπτής σύμβασης.
Με άλλα λόγια, η υπογραφή του συμβολαίου και η εγκατάσταση του συστήματος φωτοβολταϊκών, εξαρτάτο από το κατά πόσο θα καταβάλλετο το 50% επί του συμφωνηθέντος τιμήματος, μείον το ποσό της προκαταβολής. Η μη καταβολή του ποσού αυτού από πλευράς εναγόντων, ήταν μοιραία για την πορεία της εγκατάστασης του συστήματος φωτοβολταϊκών. Επί του θέματος αυτού, ουδεμία μαρτυρία προσκόμισε η πλευρά των εναγόντων, η οποία φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης. Τούτων λεχθέντων, δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ότι η εναγόμενη αθέτησε την οποιαδήποτε υποχρέωσή της έναντι των εναγόντων, εφόσον δεν αναδύθηκε από την ενώπιόν μου τεθείσα μαρτυρία ότι υπήρχε στο στάδιο εκείνο δέσμευση της εναγομένης να προχωρήσει παρά ταύτα με την εγκατάσταση του συστήματος φωτοβολταϊκών, ήταν δε ξεκάθαρο, ότι η προκαταβολή δεν θα επιστρέφετο.
Αξίζει δε να σημειωθεί, ότι οι ενάγοντες δεν ήταν άπειροι αναφορικά με εγκαταστάσεις συστημάτων φωτοβολταϊκών, με βάση την μαρτυρία που οι ίδιοι προσκόμισαν στο Δικαστήριο. Είχαν συνεργαστεί με την εναγομένη στο παρελθόν για την εγκατάσταση συστήματος φωτοβολταϊκών, επομένως δεν αποδέχομαι ως πειστική την γενική και αόριστη θέση του ΜΕ1, ότι δεν γνώριζε τι συνέβαινε, χωρίς ασφαλώς να παραγνωρίζω ότι κάθε περίπτωση διέπεται από τα ειδικά περιστατικά της.
Και κάτι τελευταίο. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων, η συμφωνία που είχαν συνάψει με την εναγομένη παραβιάσθηκε εξ υπαιτιότητας της εναγομένης, συγκεκριμένα ένεκα αδυναμίας και/ή μη εξασφάλισης του απαιτούμενου εξοπλισμού. Όμοιοι διαζευκτικοί ισχυρισμοί προωθούνται και στην αγόρευση των συνηγόρων των εναγόντων (βλ. σελ. 7, 2η παράγραφος). Υπενθυμίζεται ωστόσο, ότι ναι μεν η προβολή διαζευκτικών ισχυρισμών είναι επιτρεπτή μέσα στο πλαίσιο των κανόνων δικογράφησης, αφετέρου δε, θα πρέπει να προβάλλεται μία εκδοχή κατά το στάδιο προσκόμισης μαρτυρίας.[15]
Εν προκειμένω, καμία σχετική μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από τους ενάγοντες, οι οποίοι έφεραν και το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους. Η μόνη, γενική και αόριστη αναφορά, που έγινε από τον ΜΕ1 επί τούτου, ήταν η αλλαγή στην εσωτερική δομή της εναγομένης, χωρίς να δίδει οποιαδήποτε λογική ή πειστική εξήγηση προς το Δικαστήριο.
Σε σχέση με την ανταπαίτηση, επισημαίνεται ότι σύμφωνα με τη νομολογία, οι ειδικές ζημιές πρέπει να δικογραφούνται λεπτομερώς και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα.[16] Εν προκειμένω, ούτε λεπτομερής δικογράφηση υπάρχει, ούτε και προσκομίστηκε οποιαδήποτε ικανοποιητική μαρτυρία, ως εξηγείται πιο πάνω.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι οι ενάγοντες απέδειξαν την υπόθεσή τους στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης, αλλά ούτε και ότι η εναγόμενη απέδειξε την ανταπαίτησή της.
Συνεπακόλουθα, η αγωγή και η ανταπαίτηση απορρίπτονται και παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ισχυρισμού.
Ως προς τα έξοδα της αγωγής, δεν κρίνω ότι συντρέχει οιοσδήποτε λόγος ώστε αυτά να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, συνεπώς επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης και εναντίον των εναγόντων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
Σε σχέση με την ανταπαίτηση, ενόψει του ότι εκδικάστηκε μαζί με την αγωγή, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως μην εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα.
(Υπ.).....................................
Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη (1990) 1 Α.Α.Δ. 35.
[2] Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165.
[3] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165.
[5] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 339.
[6] Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού (2010) 2 ΑΑΔ 304.
[7] Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 Α.Α.Δ. 454.
[8] Βλ. αρ. 23, 24 και 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου και επίσης Θεοπίστη Τουμαζή ν. Vandita Dixit, Πολ. Έφεση 274/2010 ημερ. 5.5.15 & Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χρυστάλλα άλλως Στάλω Χριστοδούλου (2016) 1 ΑΑΔ 1779.
[9] Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery (1965) 1 C.L.R. 9 & Πιττάκα v. Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ (2004) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1895.
[10] Καλλικάς ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (2010) 1 (Β) ΑΑΔ 1238.
[11] Σοφοκλέους Κυριάκος ν. Γιώτας Κυριάκου (2010) 1 Α.Α.Δ. 665 & Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ (2001) 1(B) Α.Α.Δ 1858.
[12] Θεοδόσης Ιορδάνους ν. Δήμου Ζήνωνος (1998) 1 ΑΑΔ 652 και Σοφοκλέους ν. Καλογήρου (1997) 1 Α.Α.Δ. 369.
[13] Σολωμού Οικονόμου κ.α. ν. Γ. Ττοφινή κ.ά. (1993) 1 Α.Α.Δ. 436.
[14] [1954] 91 CLR 353.
[15] Μούντης Μιχάλης κ.α. ν. Κώστα Φοίβου Παπαχριστοφόρου κ.α. (2012) 1 ΑΑΔ 2637 & Χαρούς Βασιλική Π., σύζυγος Ηλία Καγιά ν. Χρίστου Π. Χαρούς και Άλλων (2010) 1 ΑΑΔ 267.
[16] Αλεξάνδρου ν. Ιωάννου (1996) 1 ΑΑΔ 1157, Θεμιστοκλέους ν. Παρασκευά (1992) 1 ΑΑΔ 498, Χρυσοστόμου Ανδρέας ν. Cyprialife Limited (2011) 1 ΑΑΔ 1490.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο