ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 5 / 2019
Μεταξύ:
Παναγιώτη Σαουρή
ενάγοντα
-και-
Delicacy Food Ltd
εναγομένης
Αίτηση ημερομηνίας 5.8.2025 για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης
Ημερομηνία: 18.12.2025
Εμφανίσεις:
Για εναγόμενη / αιτήτρια : κ.κ. Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία ΔΕΠΕ
Για ενάγοντα/ καθ’ ου η αίτηση: κ.κ. Νεοφύτου & Νεοφύτου ΔΕΠΕ
Ενδιάμεση Απόφαση
Εισαγωγή
Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αίτηση της εναγομένης, ημερομηνίας 05.08.25, με την οποία ζητείται η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, η οποία έχει εκδοθεί στις 13.06.25.
Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, 1- 4, 8, 9, Δ.40, Θεσμοί 7 και 11 και Δ.35 θεσμοί 1 – 32.
Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Κατερίνας Κονναρή, δικηγορικής υπαλλήλου στο γραφείο που εκπροσωπεί την εναγόμενη. Στην ένορκή της δήλωση, η ομνύουσα αναφέρεται στην έκδοση απόφασης και στην καταχώρηση έφεσης, την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1. Αναφέρεται, επίσης, στην κατ’ ισχυρισμό αφερεγγυότητα του ενάγοντα. Οι θέσεις της ως προς την οικονομική αφερεγγυότητα του ενάγοντα προκύπτουν από συγκεκριμένες αναφορές στα πρακτικά της διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης που εφεσιβλήθηκε.
Ο ενάγοντας καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης έντασης. Σε αυτή καταγράφει 14 λόγους ένστασης. Οι λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψιστούν στο ότι η αίτηση είναι ουσιαστικά και νομικά αβάσιμη, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, η αίτηση έχει καταχωρηθεί με καθυστέρηση και ότι αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Επιπλέον, προβάλλεται η θέση ότι τόσο η αίτηση όσο και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει είναι παράτυπες.
Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα. Ο ενάγοντας στην ένορκή του δήλωση, αναπτύσσει τους λόγους ένστασής του. Υποστηρίζει ότι η εναγόμενη είναι εταιρεία, η οποία καλύπτεται από ασφάλιση, και το μεγαλύτερο μέρος του ποσού θα καταβληθεί από ασφαλιστική εταιρεία. Επομένως, κατά την θέση του, η ενάγουσα δεν διατρέχει κίνδυνο να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό χωρίς να έχει κάλυψη. Εισηγείται, επίσης, ότι η έφεση που έχει καταχωρήσει η εναγόμενη δεν έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας. Τέλος, προβάλλει τη θέση ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη.
Διαδικασία - Γεγονότα
Στην υπό κρίση υπόθεση οι διάδικες πλευρές δεν ζήτησαν αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων και ούτε καταχωρίστηκε οποιαδήποτε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Έτσι, κατά την ακρόαση και οι δύο πλευρές προώθησαν τις θέσεις τους μέσω ιδιαίτερα εμπεριστατωμένων αγορεύσεων, το περιεχόμενο των οποίων το Δικαστήριο έχει κατά νου. Σημειώνω, όμως, ότι σύμφωνα με τη νομολογία δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται. (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 490).
Συνεπώς, για όσα γεγονότα δεν εμφαίνονται από τον φάκελο της διαδικασίας, το Δικαστήριο θα βασισθεί στις κατατεθειμένες ένορκες δηλώσεις, λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης εκάστης πλευράς και της παράλειψης αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ (1992) 1(Β) Α.Α.Δ 1453, Iacovou brothers (constructions) Ltd v Fashionwise ltd (2000) 1Β ΑΑΔ 1377, Thinking Steel International BV ν. Caramondani Bros Public Co Ltd, (2012) 1 Α.Α.Δ. 1460 και Α. Messios & Sons Ltd κ.ά v. Ανδρέας Λεωνίδα (2010) 1 ΑΑΔ 195.
Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω προχωρώ να εξετάσω τη νομική πτυχή της υπόθεσης.
Νομική Πτυχή
Η εξουσία για έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης εκκρεμούσης της έφεσης παρέχεται στην Δ.35 θ.18, η οποία διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order; and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from the direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given».
Προκύπτει, συνεπώς, ότι η έκδοση σχετικού διατάγματος ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.
Τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου έχουν αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θεμελιακή επί του προκείμενου είναι η απόφαση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου (1991) 1 ΑΑΔ 1147, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα :
«Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, αφενός, και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατεξοχή παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει η στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής, όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου».
Οι πιο πάνω αρχές επαναδιατυπώθηκαν σε σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd (2001) 1Γ Α.Α.Δ 1978, Βογαζιανός v. Γενικού Εισαγγελέα (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 591 και Penderhill Holdings Limited και Άλλοι ν. Ιωάννη Κλουκινά και Άλλων (2011) 1 ΑΑΔ 1921.
Η εφαρμογή των πιο πάνω κριτηρίων γίνεται με γνώμονα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης (βλ. Ιωσηφάκης v. Αριστοδήμου, (1990) 1 ΑΑΔ 284). Στο πιο πάνω πλαίσιο γίνεται δεκτό ότι η τελεσιδικία έχει ιδιαίτερη βαρύτητα και συναρτάται άμεσα με την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και το κράτος δίκαιου ευρύτερα. (βλ. Κωνσταντινίδη ν. Κωμοδρόμου (2016) 1 ΑΑΔ 772).
Έτσι, λοιπόν, κατά κανόνα το Δικαστήριο δεν αποστερεί τον επιτυχόντα διάδικο από το δρέψει άμεσα τους καρπούς της επιτυχίας του.
Για να κλίνει η πλάστιγγα υπέρ της της αρχής ότι το ένδικο μέσο της έφεσης, δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητάς του, θα πρέπει να καταδεικνύονται εξαιρετικές περιστάσεις. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Χ"Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd and Others (1991) 1 ΑΑΔ 172, Demetriades Group Of Companies Ltd v. A.P.M. Italian Type Ice Cream Ltd, Πολ, Έφεση 372/15, ημερομηνίας 15.2.2017 και Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ ν.Athinodorou Beton Ltd, Πολιτική Έφεση 145/2022, ημερομηνίας 7.9.2023.
Παράδειγμα τέτοιων εξαιρετικών περιστάσεων είναι και η οικονομική αφερεγγυότητα του επιτυχόντος διαδίκου. Στην υπόθεση Χ''Ιωάννου v. Gordian Holdings Limited, Πολιτική Έφεση 273/2019, ημερομηνίας 8.9.2020, ECLI:CY:AD:2020:A298, κρίθηκε πως το ενδεχόμενο ο εξ αποφάσεως πιστωτής να μην μπορούσε, σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, να επιστρέψει το ποσό της πρωτόδικης απόφασης, συνιστούσε ικανό λόγο για την έκδοση διατάγματος αναστολής.
H ίδια θέση καταγράφεται και στο σύγγραμμα The Annual Practice 1959, στη σελίδα 1695 στα σχόλια της παλαιάς αγγλικής διαταγής 0 68 r.r. 11,12. Συγκεκριμένα καταγράφονται τα ακόλουθα σχετικά:
«As a general rule the only ground for a stay of execution is an affidavit showing that if the damages and costs where paid there is no reasonable probability of getting them back if the appeal succeeds.»
Ως προς την άσκηση της διακριτικής σχετικής διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και τη σημασία της τυχόν αφερεγγυότητας του εξ αποφάσεως πιστωτή, διαφωτιστική είναι πρόσφατη απόφαση Cyprus Engineering Stores (Nicosia) Ltd v. Σωτήρης Σιακαλλής, Πολιτική Έφεση αρ. 222/2024, 18.7.2025, στην οποία παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας. Ειδικότερα στην εν λόγω υπόθεση λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά :
«Προκύπτει από την προαναφερθείσα νομολογία ως βασικός κανόνας ότι η έφεση δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Τα δικαστήρια δεν αποστερούν επιτυχόντα διάδικο από τους καρπούς της επιτυχίας του, εκτός αν υπάρχουν ειδικές περιστάσεις. Τέτοιες υπάρχουν μεταξύ άλλων, στην περίπτωση που στοιχειοθετείται ανικανότητα του καθ' ου η αίτηση να επιστρέψει το ποσό που θα εισέπραττε κατά την εκτέλεση, σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης του αιτητή (βλ. White Book 1956, σελ. 1284). Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξισορροπεί από την μια, το δικαίωμα επιτυχόντος διαδίκου να δρέψει τα αποτελέσματα της επιτυχίας του και από την άλλη, το δικαίωμα του εφεσείοντα στην αποτελεσματικότητα της έφεσης.»
Προκύπτει, συνεπώς, ότι για να κλίνει η πλάστιγγα υπέρ της αναστολής χρειάζεται η στοιχειοθέτηση εξαιρετικών περιστάσεων. Μεταξύ των περιστάσεων που μπορούν να θεωρηθούν ως εξαιρετικές είναι και η τυχόν οικονομική αφερεγγυότητα του επιτυχόντος διαδίκου. Το βάρος απόδειξης, όμως, της συνδρομής εξαιρετικών περιστάσεων βρίσκεται στους ώμους του αιτητή. ( βλ. Demetriades Group of Companies Ltd (ανωτέρω)). Έτσι και το βάρος απόδειξης της οικονομικής αφερεγγυότητας του καθ’ ου η αίτηση πίπτει στου ώμους του αιτητή.
Ως προς την κατανομή του σχετικού βάρους απόδειξης της οικονομικής αφερεγγυότητας του καθ’ ου η αίτηση, διαφωτιστική είναι η απόφαση Χ''Ιωάννου v. Gordian Holdings Limited, (ανωτέρω). Στην εν λόγω υπόθεση, το Ανώτατο Δικαστήριο, με παραπομπή στην απόφαση National Industrial Credit Bank Ltd v. Aquinas Francis Wasike and Others, Civil Application No.238/2005 του Εφετείου της Ναϊρόμπι της Κένυας, υπέδειξε πως όταν ο εξ αποφάσεως οφειλέτης προβάλει ένα λογικό φόβο ότι ο εξ αποφάσεως πιστωτής δεν θα μπορέσει να πληρώσει πίσω το ποσό της απόφασης, το μαρτυρικό βάρος απόδειξης πρέπει τότε να μεταφέρεται στον τελευταίο να καταδείξει τι πόρους έχει, εφόσον το ζήτημα βρίσκεται στη δική του αποκλειστική γνώση.
Από τις πιο πάνω αυθεντίες, εξάγεται το συμπέρασμα ότι η έννοια του λογικού φόβου ότι o εξ αποφάσεως πιστωτής δεν θα πληρώσει το ποσό της απόφασης πρέπει να συναρτάται με την οικονομική φερεγγυότητα αυτού και όχι με οτιδήποτε άλλο. Προκύπτει, επίσης, ότι βασικό στοιχείο που πρέπει να αποδειχθεί από τον εξ αποφάσεως οφειλέτη είναι ο λογικός φόβος για την οικονομική φερεγγυότητα του εξ αποφάσεως πιστωτή. Σε περίπτωση που ο εξ αποφάσεως οφειλέτης προβάλει ένα τέτοιο φόβο το βάρος απόδειξης μετατίθεται στον εξ αποφάσεως πιστωτή, ο οποίος οφείλει να καταδείξει τους οικονομικούς του πόρους. Η πιο πάνω διεργασία δεν φαίνεται να σχετίζεται με το εάν το ποσό της απόφασης θα καταβληθεί από τον εξ αποφάσεως οφειλέτη προσωπικά ή εαν θα καταβληθεί προς όφελός του δια μέσω ασφαλιστικής εταιρείας. Έτσι, το γεγονός ότι η αιτήτρια καλύπτεται από ασφαλιστική εταιρεία και ότι το επιδικασθέν ποσό, θα καταβληθεί από ασφαλιστική εταιρεία δεν μπορεί να επηρεάσει τη σχετική κρίση του Δικαστηρίου. Σημασία έχει η κρίση περί της δυνατότητας του εξ αποφάσεως πιστωτή να επιστρέψει το ποσό που θα του καταβληθεί σε περίπτωση που η έφεση πετύχει.
Mε γνώμονα τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές προχωρώ να εξετάσω το εγειρόμενο ζήτημα.
Σε σχέση με την υπό εξέταση υπόθεση, ευθύς εξ αρχής, σημειώνω ότι ο παράγοντας της προοπτικής επιτυχίας της έφεσης δεν μπορεί να επηρεάσει ιδιαίτερα την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. H έφεση περιλαμβάνει λόγους έφεσης που άπτονται των ευρημάτων του Δικαστηρίου, αλλά και λόγους που άπτονται νομικών θεμάτων όπως ο επιμερισμός της ευθύνης και ο υπολογισμός των αποζημιώσεων. Μέσα από το περιεχόμενο των λόγων έφεσης, διαπιστώνω ότι δεν μπορεί να γίνει με βεβαιότητα πρόγνωση για την τυχόν επιτυχία της. Συνεπώς, ο παράγοντας της προοπτικής επιτυχίας της έφεσης δεν αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.
Επίσης, ως προς το νομότυπο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, σημειώνω ότι αυτό που απαγορεύει η νομολογία είναι την όμνυση της ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος μετέπειτα χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση χωρίς να δίδεται προς τούτο ικανοποιητικός λόγος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Rybolovlev v. Rybolovleva (2010) 1 ΑΑΔ 82 και Investylia Public Company Ltd ν. Γαβριηλίδου (2013) 1 ΑΑΔ 1202. Η νομολογία δεν έχει αναγνωρίσει γενική υποχρέωση ορκοδοσίας εκ μέρους του διαδίκου ή υπαλλήλου του. Επιπλέον, ρητά στην ένορκή της δήλωση η ομνύουσα κατονομάζει την πηγή της γνώσης της. Άλλωστε, βασικοί της ισχυρισμοί, όπως η οικονομική δυνατότητα του ενάγοντα, προκύπτουν μέσα από τον φάκελο της διαδικασίας. Συνεπώς δεν διαπιστώνω παρατυπία στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση.
Επιπλέον, δεν διαπιστώνω καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας αίτησης. Η έφεση έχει καταχωρηθεί στις 21.7.2025 και η υπό κρίση αίτηση στις 5.8.2025. Ακόμα, όμως, και να λαμβανόταν υπόψη ως αφετηρία η ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, ήτοι η 13η.6.2025, και πάλι το χρονικό διάστημα των δυο μηνών δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί υπερβολικό.
Η ουσία της υπό κρίση υπόθεσης έγκειται στη στάθμιση μεταξύ της φυσιολογικής
προσδοκίας του ενάγοντα να δρέψει άμεσα τους καρπούς της νίκης του και στην ανάγκη η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης να μη χάσει τη σημασία της μένοντας χωρίς κανένα αντίκρισμα.
Υπό τα δεδομένα της παρούσας, ιδιαίτερη σημασία αποκτά το ζήτημα της οικονομικής φερεγγυότητας του ενάγοντα. Επί αυτού του ζητήματος η πλευρά της εναγόμενης έχει παραπέμψει στη μαρτυρία που δόθηκε στο πλαίσιο της ακρόασης της αγωγής. Ειδικότερα, τέθηκε μαρτυρία ότι ο ενάγων αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα και έχει μη εξυπηρετούμενο δάνειο. Επίσης, ο ενάγων δεν μπορεί να εξεύρει εργασία και το μοναδικό του εισόδημα είναι επίδομα ύψους € 144 ευρώ μηνιαίως.
Τα πιο αποτελέσαν τη βάση για την εισήγηση περί δικαιολογημένου φόβου ότι εξ αποφάσεως πιστωτής δεν θα πληρώσει πίσω το ποσό της απόφασης εάν επιτύχει η έφεση. Κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, τα πιο πάνω στοιχεία σε συνάρτηση με το ύψος του εξ αποφάσεως χρέους δημιουργούν τον λογικό φόβο ότι ο εξ αποφάσεως πιστωτής δεν θα είναι σε θέση να καταβάλει πίσω το ποσό που του καταβληθεί, εάν τελικά η έφεση επιτύχει. Τούτου δοθέντος, έχει μετατεθεί το μαρτυρικό βάρος στον καθ’ ου η αίτηση να αποδείξει τι πόρους έχει, εφόσον το ζήτημα αυτό βρίσκεται στη δική του αποκλειστική γνώση.
Εν προκειμένω, ουδεμία τέτοια μαρτυρία τέθηκε από τον εξ αποφάσεως πιστωτή.
Συνεπώς, στη βάση των όσων έχουν αναπτυχθεί ανωτέρω προκύπτει ότι ο εξ αποφάσεως πιστωτής δεν είναι φερέγγυος εν τη εννοία της νομολογίας. Επομένως η παρούσα κρίνεται ως κατάλληλη για να διαταχθεί αναστολή εκτέλεσης της απόφασης.
Σαφώς το ζήτημα δεν τελειώνει στην πιο πάνω διαπίστωση. Το Δικαστήριο οφείλει να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η αναστολή. Η επιλογή των όρων που θα τεθούν είναι επίσης ζήτημα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. (βλ. Cyprus Engineering Stores (Nicosia) Ltd v. Σωτήρης Σιακαλλής (ανωτέρω) και The Annual Practice 1959 σελ.1696). Συνήθης πρακτική είναι να κατατίθεται τραπεζική εγγύηση εκ μέρους του αιτητή για το ποσόν της απόφασης ή ακόμα και η πληρωμή στο Δικαστήριο του συνόλου ή μέρους του εξ αποφάσεως χρέους.
Στην υπό κρίση υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου την ετοιμότητα της εναγόμενης / αιτήτριας να αναλάβει να παράσχει τραπεζική εγγύηση για το ύψος του επιδικασθέντος ποσού. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου το ποσό που έχει επιδικασθεί μαζί με τον τόκο για κάθε κονδύλι αποζημιώσεων.
Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, κρίνω ότι η παρούσα είναι κατάλληλη, ώστε να χορηγηθεί αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης που έχει καταχωρηθεί. Παράλληλα, για να καταστεί δυνατή η εκτέλεση της απόφασης θα πρέπει η εναγόμενη να παράσχει τραπεζική εγγύησης ύψους € 300.000. Η τραπεζική εγγύηση να κατατεθεί εντός 45 ημερών από σήμερα. Το πόσο έχει υπολογιστεί στη βάση των αποζημιώσεων και των τόκων που έχουν επιδικαστεί.
Υπό το φως των ανωτέρω, εκδίδεται διάταγμα αναστολής της απόφασης μέχρι την πλήρη εκδίκασης της έφεσης που έχει καταχωρηθεί υπό τον όρο ότι η αιτήτρια θα καταθέσει εντός 45 ημερών από σήμερα, τραπεζική εγγύηση στο Πρωτοκολλητείο του Ε/Δ Αμμοχώστου ύψους € 300.000.
Τα έξοδα της ακροαματικής διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης που εφεσιβλήθηκε εξαιρούνται από την αναστολής υπό τον όρο ότι οι συνήγοροι του καθ’ ου η αίτηση θα αναλάβουν γραπτή υποχρέωση συμμόρφωσης, με τυχόν οιανδήποτε μεταγενέστερη διαταγή του Εφετείου για επιστροφή εξόδων.
Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ της αίτητριας και εναντίον του καθ’ ου η αίτηση ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
Υπ. …..………………………………
Μ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο