Themis Portofolio Management Holdings Ltd ν. Αντώνιου Κόμπου, Αρ. Αγωγής: 97/2024, 17/12/2025
print
Τίτλος:
Themis Portofolio Management Holdings Ltd ν. Αντώνιου Κόμπου, Αρ. Αγωγής: 97/2024, 17/12/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Μ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ.

 

Αρ. Αγωγής:  97/2024

 

Μεταξύ:

 

Themis Portofolio Management Holdings Ltd

 

ενάγουσας

 

-και-

 

Αντώνιου Κόμπου

 

εναγομένου

 

 

Αίτηση  ημερομηνίας, 16.10.2024, για έκδοση συνοπτικής απόφασης

 

Ημερομηνία : 17.12.2025    

 

Εμφανίσεις :

 

Για ενάγουσα - αιτήτρια : κ. Α. Γεωργίου για Δημητρίου & Δημητρίου ΔΕΠΕ

 

Για εναγόμενο – καθ’ ου η αίτηση: κ. Μάρκου προσωπικά και για Α. Τερέντη

 

                                                ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Εισαγωγή

 

Αντικείμενο της παρούσας, είναι η αίτηση της ενάγουσας ημερομηνίας 16.10.24 με την οποία ζητείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης.

 

Αν και η αγωγή αφορούσε την αξίωση τόσο διαταγμάτων ανάκτησης της κατοχής όσο και αποζημιώσεων, εντούτοις η αίτηση για συνοπτική απόφαση περιορίστηκε μόνο στο αίτημα έκδοσης διαταγμάτων εναντίον του εναγόμενου για παράδοση κενής και ελεύθερης της κατοχής της οικίας που ανεγέρθηκε επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/[ ], Φ/Σ 2-290-378, Τεμάχιο [ ], Τμήμα 10 στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου. Ζητείται επίσης διάταγμα με το οποίο να εμποδίζεται ο εναγόμενος να επεμβαίνει στο εν λόγω ακίνητο.

 

H αίτηση βασίζεται στο Μέρος 17, 22, 23, 24 και 25 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, καθώς και στο άρθρο 30(2) και (3) του Συντάγματος.

 

Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Νικόλαου Τουμπούρη, υπαλλήλου της ενάγουσας. Ο ομνύων, μεταξύ άλλων κατέθεσε σχετικό πιστοποιητικό ακίνητης ιδιοκτησίας, ως Τεκμήριο 2. Επίσης, αναφέρθηκε στην αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε μεταξύ των διαδίκων. Εξέφρασε τέλος τη θέση ότι δεν υπάρχει προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης ούτε οποιοδήποτε ζήτημα που να επιβάλλει τη διεξαγωγή ακρόασης. Ο ίδιος κατέθεσε και  συμπληρωματική ένορκη δήλωση, στην οποία αναφέρεται στην αίτηση έφεση 39/2021 που καταχώρησε ο καθ’ ου η αίτηση σε σχέση με τη διαδικασία πλειστηριασμού του επίδικου ακινήτου.

 

Ο εναγόμενος, καταχώρησε ένσταση στην υπό κρίση υπόθεση. Οι λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψιστούν στο ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, ότι ο εναγόμενος διατηρεί καλή υπεράσπιση, ότι η επίδικη περιουσία αποκτήθηκε παράνομα από την ενάγουσα και ότι η παρούσα συνιστά κατάχρηση, καθότι εκκρεμεί η αγωγή 92/23, που καταχώρησε ο ίδιος αναφορικά με τα ίδια γεγονότα και διάδικους.  Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ίδιου του καθ’ ου η αίτηση στην οποία αναπτύσσει με λεπτομέρειες τους λόγους ένστασης. Ο εναγομένος κατέθεσε, μεταξύ άλλων, τα δικόγραφα της αγωγής 92/23 του Ε/Δ Αμμοχώστου. Κατέθεσε, επίσης, βεβαίωση ως προς τα πρόσωπα που διαμένουν μαζί του στο επίδικο ακίνητο.

 

 

 

Διαδικασία γεγονότα

 

Σύμφωνα με τους κανονισμούς 24.4 και 24.5 των νέων κανονισμών πολιτικής δικονομίας προκύπτει ότι η μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης και της ένστασης αντίστοιχα είναι γραπτή. Παράλληλα προβλέπεται και δυνατότητα καταχώρισης απαντητικής γραπτής μαρτυρίας.

 

Συνεπώς για όσα γεγονότα δεν εμφαίνοντα στο φάκελο της διαδικασίας το Δικαστήριο θα βασιστεί στη γραπτή μαρτυρία που καταχωρήθηκε από τους διαδίκους. Σημειώνεται πως η ενάγουσα καταχώρισε και απαντητική/ επιπρόσθετη μαρτυρία.

 

Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διάδικων με ιδιαίτερα εμπεριστατωμένες και ικανές αγορεύσεις, προώθησαν ο καθένας τις θέσεις του. Οι θέσεις των συνηγόρων των διαδίκων παρατίθενται κατωτέρω συνοπτικά και ειδικότερη αναφορά θα γίνει σε κατοπινό στάδιο, όπου κριθεί αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Σημειώνω δε ότι σύμφωνα με τη νομολογία δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται. (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 490).

 

Ο κύριος Γεωργίου, εισηγήθηκε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης.

 

Στον αντίποδα, ο κύριος Μάρκου ανέπτυξε τη θέση περί κατάχρησης της διαδικασίας και για την ύπαρξη υπεράσπισης την οποία συνέδεσε με τους ισχυρισμού του καθ’ ου η αίτηση στην αγωγή 92/23. Επιπλέον εισηγήθηκε ότι δεν βρίσκονται ενώπιον του δικαστηρίου όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι, δηλαδή τα μέλη της οικογένειας του καθ’ ου η αίτηση. Σύμφωνα με τον συνήγορο του καθ’ ου η αίτηση, τα εν λόγω πρόσωπα συνιστούν αναγκαίους διάδικους και η μη συνένωση τους πρέπει να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης.

 

Μέσα από την ενώπιόν μου μαρτυρία προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο ενεγράφη επ’ ονόματι της ενάγουσας, κατόπιν διαδικασίας πλειστηριασμού, η οποία προσβλήθηκε από τον καθ’ ου η αίτηση με την αίτηση-έφεση 39/21. Το Ε/Δ Αμμοχώστου απέρριψε τη σχετική αίτηση- έφεση και η διαδικασία προχώρησε κανονικά. Παρά τα πιο πάνω ο εναγόμενος καθ’ ου η αίτηση καταχώρησε την αγωγή 92/2023 εναντίον της ενάγουσας και του διευθυντή του επαρχιακού  κτηματολογίου Αμμοχώστου. Η βασική θέση που προβάλλεται στην εν λόγω αγωγή είναι ότι απόκτηση της κυριότητας του ακινήτου ήταν παράνομη και προϊόν ψευδών παραστάσεων. Η πιο πάνω αγωγή καταχωρήθηκε μετά που αποκτήθηκε το ακίνητο από την ενάγουσα και ζητείται μεταξύ άλλων η αναγνώριση ότι η εγγραφή του ακινήτου επ’ ονόματι της ενάγουσας ήταν παράνομη και αξιώνεται η ακύρωση της εν λόγω μεταβίβασης. Το επίδικο ακίνητο αποτελεί την κατοικία του καθ’ ου η αίτηση στην οποία διαμένει μαζί με την οικογένειά του.

 

Νομική πτυχή – Αξιολόγηση εκατέρωθεν θέσεων

 

Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στο Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, το οποίο ορίζει τα ακόλουθα στον κανονισμό 24.2:

 

«(1) Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον ενάγοντα ή εναγόμενου επί του συνόλου απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος αν: (α) κρίνει ότι:

(i) ο ενάγων δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος· ή

(ii) ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος· και

(β) δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη

 

Από το λεκτικό της πιο πάνω δικονομικής διάταξης προκύπτει ότι για την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του εναγομένου πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά δύο στοιχεία ήτοι ότι,  (α) ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος· και (β), δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.

 

Επίσης, είναι σαφές από το λεκτικό του σχετικού κανονισμού ότι το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει συνοπτική απόφαση επί συγκειμένου ζητήματος και μόνο. Άλλωστε, διαχρονικά γινόταν δεκτό ότι μπορεί να εκδοθεί συνοπτική απόφαση για μέρος της απαίτησης και μόνο. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Καμένος κ.ά. ν. Τραπέζης Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, (2014) 1 ΑΑΔ 1812. Ιδίως ως προς την αξίωση διατάγματος έξωσης και διαφυγόντων κερδών σχετική είναι η απόφαση Mukhtar Mohamed Al Nwil  v. Maremonte Investements Ltd, Πολιτική Έφεση Ε205/2017, ημερομηνίας 9.1.2024, στην οποία εύστοχα παρέπεμψε κ. Γεωργίου. Συνεπώς, η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του καθ’ ου η αίτηση ότι θα έπρεπε να προηγηθεί τροποποίηση της απαίτησης πριν την καταχώρηση της παρούσας δεν μπορεί να γίνει δεκτή.

 

Ως προς τον χρόνο καταχώρησης της αίτησης ο κανονισμός 24.3 αυτό που προσδιορίζει με επιτακτικό τρόπο είναι το πότε δεν μπορεί ο ενάγων να καταχωρίσει σχετική αίτηση χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. Επομένως, το στάδιο που έχει καταχωρηθεί η παρούσα δεν μπορεί να θεωρηθεί απαγορευτικό, ως εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του καθ’ ου η αίτηση. Εν πάση περιπτώσει, το στάδιο στο οποίο καταχωρήθηκε η παρούσα δεν είναι τέτοιο που να συνιστά υπέρμετρη καθυστέρηση και δεν υπάρχει οποιοσδήποτε κανόνας που να απαγορεύει την έκδοση συνοπτικής απόφασης μετά την καταχώρηση υπεράσπισης.

 

Στο πλαίσιο της διαδικασίας δυνάμει του Μέρους 24, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει τα ακόλουθα διατάγματα:

 

«(α)     απόφαση επί της απαίτησης,

(β)       διαγραφή ή απόρριψη της απαίτησης (σε περίπτωση που η αίτηση καταχωρείται από τον εναγόμενο),

(γ)       απόρριψη της αίτησης,

(δ)       διάταγμα υπό όρους, το οποίο απαιτεί από διάδικο να καταβάλει χρηματικό ποσό στο δικαστήριο, ή να πραγματοποιήσει συγκεκριμένο βήμα σε σχέση με την απαίτηση ή υπεράσπιση του διαδίκου, κατά περίπτωση, και προνοεί ότι η απαίτηση του διαδίκου αυτού θα απορρίπτεται ή το δικόγραφό του θα διαγράφεται αν ο διάδικος δεν συμμορφωθεί.»

 

Το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει νομολογία του Εφετείου ή του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του εξεταζόμενου θέματος. Συνεπώς ως προς το ειδικότερο θέμα των προϋποθέσεων έκδοσης συνοπτικής απόφασης καθοδήγηση θα αναζητηθεί στα κρατούντα στην Αγγλία και στην ερμηνεία του πανομοιότυπου Rule 24.2, CPR.

 

Επί του προκειμένου  διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση Amersi v. Leslie [2023] EWHC 1368 (KB), παράγραφος 142, όπου συνοψίζεται η σχετική νομολογία. Χρήσιμα για σκοπούς της παρούσας είναι τα ακόλουθα:

 

«(1)  The court must consider whether the claimant has a " realistic " as opposed to a " fanciful " prospect of success: Swain -v- Hillman [2001] 1 All ER 91 . The criterion is not one of probability; it is absence of reality: Three Rivers DC -v- Bank of England (No.3) [2003] 2 AC 1 [158] per Lord Hobhouse.

(2)  A " realistic " claim is one that carries some degree of conviction. This means a claim that is more than merely arguable: ED & F Man Liquid Products -v- Patel [2003] EWCA Civ 472 [8]

(3)  In reaching its conclusion the court must not conduct a " mini-trial ": Swain -v- Hillman . This does not mean that the court must take at face value and without analysis everything that a claimant says in his statements before the court. In some cases it may be clear that there is no real substance in factual assertions made, particularly if contradicted by contemporaneous documents: ED & F Man Liquid Products -v- Patel [10]; Optaglio -v- Tethal [2015] EWCA Civ 1002 [31] per Floyd LJ.

(4)  However, in reaching its conclusion the court must take into account not only the evidence actually placed before it on the application for summary judgment, but also the evidence that can reasonably be expected to be available at trial: Royal Brompton Hospital NHS Trust -v- Hammond (No.5) [2001] EWCA Civ 550 ; Doncaster Pharmaceuticals Group Ltd -v- Bolton Pharmaceutical Co 100 Ltd [2007] FSR 63 .

(5)  Nevertheless, to satisfy the requirement that further evidence " can reasonably be expected " to be available at trial, there needs to be some reason for expecting that evidence in support of the relevant case will, or at least reasonably might, be available at trial. It is not enough simply to argue that the case should be allowed to go to trial because something may " turn up ". A party resisting an application for summary judgment must put forward sufficient evidence to satisfy the court that s/he has a real prospect of succeeding at trial (especially if that evidence is, or can be expected to be, already within his/her possession). If the party wishes to rely on the likelihood that further evidence will be available at that stage, s/he must substantiate that assertion by describing, at least in general terms, the nature of the evidence, its source and its relevance to the issues before the court. The court may then be able to see that there is some substance in the point and that the party in question is not simply playing for time in the hope that something will turn up: ICI Chemicals & Polymers Ltd -v- TTE Training Ltd [2007] EWCA Civ 725 [14] per Moore-Bick LJ; Korea National Insurance Corporation -v- Allianz Global Corporate & Speciality AG [2008] Lloyd's Rep IR 413 [14] per Moore-Bick LJ; and Ashraf -v- Lester Dominic Solicitors & Ors [2023] EWCA Civ 4 [40] per Nugee LJ. Fundamentally, the question is whether there are reasonable grounds for believing that disclosure may materially add to or alter the evidence relevant to whether the claim has a real prospect of success: Okpabi -v- Royal Dutch Shell Plc [2021] 1 WLR 1294 [128] per Lord Hamblen….

(6)…………………………………………………………………………………….

(7)  The Court may, after taking into account the possibility of further evidence being available at trial, and without conducting a 'mini-trial', still evaluate the evidence before it and, in an appropriate case, conclude that it should " draw a line " and bring an end to the action: King -v- Stiefel [2021] EWHC 1045 (Comm) [21] per Cockerill J.»

 

Οι ίδιες αρχές αποτυπώνονται και στο σύγγραμμα White Book 2025, Section A - Civil Procedure Rules 1998, Part 24 - Summary Judgment. Para.24.3.2.

 

Από τις πιο πάνω αυθεντίες εξάγεται το συμπέρασμα ότι ο όρος πραγματική προοπτική επιτυχίας σημαίνει κάτι περισσότερο από την προβολή συζητήσιμης υπόθεσης και πρέπει να παρουσιάζονται επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ώστε να εγείρεται μια πραγματική προοπτική αντίθετης από του ενάγοντα υπόθεσης. Το πιο πάνω στοιχείο εξετάζεται με αναφορά τόσο στα στοιχεία που είναι γνωστά κατά τον χρόνο ακρόασης και όσο και στο αν υπάρχει πραγματική προοπτική να προκύψει κάποια πρόσθετη υποστήριξη για την υπόθεση του  ενιστάμενου μέρους, εάν η υπόθεση ακολουθήσει την κανονική διαδικαστική οδό. Μόνο όταν το Δικαστήριο είναι πεπεισμένο ότι το διάδικο μέρος δεν έχει πραγματικές προοπτικές και ως προς τα δύο αυτά ζητήματα, η χρήση της κανονικής διαδικασίας θεωρείται ότι θα  ήταν σπατάλη.

 

Ως προς την ερμηνεία του όρου «επιτακτικός λόγος» και τον σκοπό (ratio) που επιτελεί, διαφωτιστική είναι η πρόσφατη απόφαση Commerz Real Investmentgesellschaft MBH v. TFS Stores Ltd [2021] EWHC 863, para 17,

 

«I have doubts about whether the authorities dealing with RSC Order 14 are a reliable guide to the proper approach to the application of the second limb of CPR rule 24.2 , bearing in mind the significant difference between the two rules and the requirements of the Overriding Objective. It seems to me that adding the word "compelling" was clearly intended to limit the very wide discretion under the RSC.»

 

Προκύπτει, συνεπώς, ότι ανάγκη για κατάδειξη επιτακτικού λόγου για τον οποίο η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση σκοπό έχει να περιορίσει τη σχετική ευρεία διακριτική ευχέρεια που είχε το Δικαστήριο υπό τους προηγούμενους θεσμούς. 

 

Ως προς τις αρχές που διέπουν το ζήτημα του βάρους απόδειξης παραπέμπω στο σύγγραμμα White Book 2025, Section A - Civil Procedure Rules 1998, Part 24 - Summary Judgment. Para.24.3.3, όπου καταγράφεται ότι το βάρος απόδειξης βαρύνει τον αιτητή να καταδείξει ότι υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι ο καθ’ ου η αίτηση δεν έχει πραγματικές προοπτικές επιτυχίας και ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος για τη διεξαγωγή δίκης.

 

Περαιτέρω καταγράφονται τα εξής σημαντικά:

 

«If an applicant for summary judgment adduces credible evidence in support of the application, the respondent then comes under an evidential burden to prove some real prospect of success or other reason for having a trial: Sainsbury’s Supermarkets Ltd v Condek Holdings Ltd (formerly Condek Ltd) [2014] EWHC 2016 (TCC) at [13]. A respondent to a summary judgment application who claims that further evidence will be available at trial must serve evidence substantiating that claim.»

 

Εξάγεται, λοιπόν, το συμπέρασμα ότι στις περιπτώσεις που ο αιτητής καταφέρνει να αποδείξει ότι υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι ο καθ’ ου η αίτηση δεν έχει πραγματικές προοπτικές επιτυχίας και ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος για τη διεξαγωγή δίκης, το βάρος μετατίθεται στον καθ’ ου η αίτηση να δείξει ότι διατηρεί πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης.

 

Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ να εξετάσω τα εγειρόμενα ζητήματα.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση η βάση της αγωγή είναι η παράνομη επέμβαση. Μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση καταγράφεται με παραπομπή στον σχετικό τίτλο ιδιοκτησίας ότι η ενάγουσα κατέστη ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου στις 6.3.2023. Ο εναγόμενος με επιστολή του ημερομηνίας 22.2.2024 δήλωσε ότι το επίδικο ακίνητο είναι η κατοικία του. Επιπλέον, στην ένορκη του δήλωση ο ομνύων εκφράζει την εκτίμησή του ότι o εναγόμενος δεν έχει προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης και δεν υπάρχει κάποιο ζήτημα που θα πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας.

 

Όπως έχει συνοψιστεί στην πρόσφατη απόφαση Έπαρχος Πάφου ν. Αντώνη Σιβιτανίδη Πολιτική Έφεση 54/19, ημερομηνία 9.7.2025, ο ιδιοκτήτης ενός ακινήτου μπορεί να ενάγει για το αδίκημα της παράνομης επέμβασης, όταν η επέμβαση προσλαμβάνει μόνιμο χαρακτήρα.

 

Στα γεγονότα της παρούσας η ενάγουσα έχει παρουσιάσει μαρτυρία ότι είναι ιδιοκτήτρια και ότι η επέμβαση είναι μόνιμη αφού κατά τον εναγόμενο το επίδικο ακίνητο είναι η κατοικία του. Συνεπώς, η ενάγουσα έχει καταδείξει ότι υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι ο καθ’ ου η αίτηση δεν έχει πραγματικές προοπτικές επιτυχίας και ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος για τη διεξαγωγή δίκης. Επιπλέον, με την αναφορά του ομνύοντος ότι δεν υπάρχει πιθανότητα ο καθ’ ου η αίτηση να προβάλει υπεράσπιση ή οποιοδήποτε δικάσιμο θέμα που να χρειάζεται η διεξαγωγή ακροαματικής διαδικασίας, η ενάγουσα έχει συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του κανονισμού 24.4.(2). Οι περί του αντίθετου αιτιάσεις του καθ’ ου η αίτηση δεν μπορούν να γίνουν δεκτές. Τέλος το γεγονός ότι δεν καταγράφεται το άρθρο 43 του Κεφ 148 δεν οδηγεί σε απόρριψη της αίτησης. Η νομολογία στην οποία έχει παραπέμψει ο ευπαιδευτος συνήγορος του καθ’ ου η αίτηση αφορά την καταγραφή των δικονομικών διατάξεων που υποστηρίζουν την αίτηση και όχι το ουσιαστικό δίκαιο. Στην υπό κρίση υπόθεση καταγράφεται στην αίτηση η νομική βάση που θεμελιώνει την εξουσία του Δικαστηρίου προς έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Το ουσιαστικό δικαίωμα που επικαλείται η ενάγουσα προκύπτει μέσα από την ένορκη δήλωση του ομνυόντος κατά τρόπο σαφή. Συνεπώς η σχετική εισήγηση του καθ’ ου η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Αντίθετη προσέγγιση, κατά την κρίση μου, δεν θα εξυπηρετούσε τον πρωταρχικό σκοπό, ο οποίος, ως έχει νομολογηθεί, κατέχει δεσπόζουσα θέση στην ερμηνεία των νέων διαδικαστικών κανονισμών και επιβάλλει τον  χειρισμό των υποθέσεων κατά τρόπο δίκαιο και με αναλογικό κόστος. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Καντούνας ν. Ηλιάδης κ.ά. Πολιτική Έφεση 54/2024, ημερομηνίας 18.10.2024 και  Χριστοδούλου ν. Ασφαλιστική Εταιρεία η «Κεντρική» Λτδ Πολιτική Έφεση 156/2024, ημερομηνίας 18.6.2025.

 

Στη βάση των ανωτέρω, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα συμμορφώθηκε με τις τυπικές προϋποθέσεις που θέτουν οι κανονισμοί και έχει αποσείσει το αποδεικτικό που την βαρύνει.

 

Επομένως, το βάρος έχει μετατεθεί στον εναγόμενο να δείξει ότι διατηρεί πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης ή ότι υφίσταται επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση πρέπει να οδηγηθεί σε ακρόαση. Στρέφομαι λοιπόν να εξετάσω τις θέσεις του εναγόμενου.

 

Βασική θέση του εναγομένου αποτελεί ο ισxυρισμός του περί παρανομίας στη διαδικασία εγγραφής του επίδικου ακινήτου επ’ ονόματι της ενάγουσας. Διασυνδέει το εν λόγω ζήτημα με το γεγονός ότι προηγείται χρονικά της να παρούσας, η αγωγή υπ’ αριθμόν 92/2023 την οποία ο ίδιος καταχώρησε και επιζητεί την ακύρωση της εγγραφής του ακινήτου επ’ ονόματι της ενάγουσας.

 

Στον αντίποδα, η πλευρά της ενάγουσας ισχυρίζεται ότι τα όσα προβάλλει ο καθ’ ου η αίτηση καλύπτονται από την εμβέλεια του δεδικασμένου στην αίτηση - έφεση υπ’ αριθμόν 39/2021 του Ε/Δ Αμμοχώστου.

 

Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κατοχή της ενάγουσας μετά τη διαδικασία πλειστηριασμού. Περαιτέρω αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η εν λόγω διαδικασία προσβλήθηκε μέσω της αίτησης - έφεσης 39/2021 από τον εναγόμενο. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου απέρριψε την αίτηση - έφεση του εναγομένου και η διαδικασία προχώρησε. Στη βάση της διαδικασίας αυτής το ακίνητο αποκτήθηκε από την ενάγουσα.

 

Παρά ταύτα, ο εναγόμενος προβάλλει ισχυρισμούς περί της νομιμότητας της διαδικασίας πλειστηριασμού που οδήγησε στο να περιέλθει η κυριότητα του επίδικου ακινήτου στην ενάγουσα και να εγγραφεί επ’ ονόματι της στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου.

 

Συνεπώς αναδύεται η ανάγκη να εξεταστεί η εμβέλεια του δεδικασμένου της απόφασης του Ε/Δ Αμμοχώστου στην αίτηση - έφεση 39/2021.

 

Όπως υποδεικνύεται στη νομολογία, το δόγμα του δεδικασμένου συναρτάται με την αρχή της τελεσιδικίας που είναι προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις K.S.R. Commercio S.A. κ.α. v. Bluecoral Navigation Ltd. (1995) 1 Α.Α.Δ. 309, Χαραλάμπους v. Χαραλάμπους (2008) 1(Β) Α.Α.Δ. 1298, Alpha Panareti Public Ltd v. Α. Αράπη κ.ά Πολιτική Έφεση Ε125/2019, ημερομηνίας 15.11.2024 και Χρήστος Χατζηγεωργίου & Υιοί Λτδ ν. Ονούφριου Παπασάββα, Πολιτική Έφεση Ε83/19, ημερομηνίας 14.1.2025.

 

Οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν, ώστε να εγείρεται ζήτημα δεδικασμένου έχουν αποκρυσταλλωθεί από τη νομολογία. Όπως υποδεικνύεται στη νομολογία,  ο κανόνας του δεδικασμένου περιλαμβάνει τέσσερα στοιχεία, ήτοι  (α)  τελεσίδικη απόφαση, (β)  ταύτιση διαδίκων, (γ) ταύτιση ιδιότητας διαδίκων και (δ) ταύτιση επιδίκων θεμάτων.  Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Μιχαήλ ν. Σκουτέλλα (2008) 1 ΑΑΔ 1125, Χριστοφίδης κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (2011) 1Γ ΑΑΔ, Κακοφεγγίτου ν. Κυπριακών Αερογραμμών, Πολιτική έφεση 225/2012, ημερομηνίας 6.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:D442, Αργυρού ν. Ιανακίεβα Πολιτική  Έφεση Ε47/2021, ημερομηνίας 21.3.2025 και Κωνσταντινίδη ν. Κωμοδρόμου, Πολιτική Έφεση 283/2015, ημερομηνίας 17.11.2025.

 

Αποτελεί δε θεμελιακή αρχή ότι απόφαση η οποία εκδίδεται μετά από ακρόαση δημιουργεί δεδικασμένο, το οποίο αποσβένει το αγώγιμο δικαίωμα και συναρτά πλέον τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των διαδίκων με την εκδοθείσα δικαστική απόφαση. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Εταιρεία ο Φιλελεύθερος Λτδ κ.α. ν. Ανδρέα Σοφοκλέους (2003) 1 Α.Α.Δ. 549 και Επίσημος Παραλήπτης ως Διαχειριστής της Περιουσίας του Πτωχεύσαντα Παπαγεωργίου άλλως Παπαγιώργη ν. Alpha Bank Ltd, Πολιτική Έφεση 488/2012, ημερομηνίας 18.3.2019, ECLI:CY:AD:2019:A92.

 

Το κώλυμα του δεδικασμένου όμως δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις που παρήχθη δεδικασμένο από μια απόφαση, αλλά έχει ευρύτερη έννοια και καλύπτει τις περιπτώσεις όπου σε μεταγενέστερη διαδικασία εγείρονται ζητήματα τα οποία έπρεπε να εγερθούν σε προηγούμενες διαδικασίες. Henderson v Henderson (1843) 3 Hare 100, 67 ER 31, Spire Healthcare Ltd v. Brooke (2016) EWHC 2828 (QB), Τheori and Another v. Djoni and Another (1984) 1 CLR 296.

 

Το απαύγασμα των πιο πάνω αποφάσεων αποτυπώθηκε στην υπόθεση K.S.R. Commercio S.A. κ.α. v. Bluecoral Navigation Ltd (1995) 1 ΑΑΔ 309, 312, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματα του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπιση του δε δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ότι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ΄ επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα».

 

Περαιτέρω, όπως έχει κριθεί στην απόφαση, Παπαδόπουλος ν. Οργανισμού Χρηματοδότησης Στέγης (1998) 3 Α.Α.Δ. 608, το δεδικασμένο συναρτάται με την αλήθεια των νομικών καταστάσεων. Συγκεκριμένα λέχθηκαν τα ακόλουθα :

 

"Σύμφωνα με την αρχή αυτή κάθε απόφαση άσχετα αν είναι δίκαια ή όχι, θεωρείται ότι περιέχει την αλήθεια και ο καθένας πρέπει να αποδεχθεί την απόφαση και την εκτέλεση της ....... Το πλάσμα αλήθειας που εισάγεται με την προαναφερόμενη αρχή είναι σαφώς προτιμότερο από τη διαιώνιση της αβεβαιότητας που θα κυριαρχούσε σε διαφορετική περίπτωση στη δίκαιη κρίση.....»

 

Τέλος, ως έχει κριθεί στην υπόθεση Πασιουρτίδη ν. Bank of Cyprus Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση Ε95/2021, ημερομηνίας 8.2.2024:

 

«ισχυρισμοί που προβάλλονται και που αφορούν στην διαδικασία εκποίησης της Υποθήκης (που απέληξε σε εγγραφή του ακινήτου στο όνομα της Εφεσίβλητης) ή στην εγκυρότητα των Ειδοποιήσεων Τύπου Ι και ΙΑ μπορούν να εξεταστούν μόνο στο πλαίσιο Αίτησης - Έφεσης που υποβάλλεται βάσει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν.9/1965

 

Συνεπώς, η απόφαση του Ε/Δ Αμμοχώστου στο πλαίσιο της αίτησης - έφεσης 39/2021 έχει καθορίσει κατά τρόπο οριστικό και τελεσίδικο τη νομική κατάσταση ως προς την εγκυρότητα της διαδικασίας πλειστηριασμού που ακολουθήθηκε για το επίδικο ακίνητο. Μάλιστα, η αίτηση - έφεση είναι η μοναδική διαδικασία στην οποία μπορούσε να εγερθεί ο οποιοσδήποτε ισχυρισμός ως προς τη διαδικασία εκποίησης που οδήγησε στην εγγραφή του ακινήτου επ’ ονόματι της ενάγουσας. Συνεπώς, οι οποιεσδήποτε αιτιάσεις του καθ’ ου η αίτηση στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας δεν μπορούν να θεμελιώσουν υπεράσπιση ή να συνιστούν επιτακτικό λόγο, ώστε η παρούσα να κριθεί στην ακρόαση.

 

Μια άλλη βασική θέση του καθ’ ου η αίτηση, η οποία αναπτύχθηκε από τον συνήγορό του, ήταν το ότι η παρούσα διαδικασία συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, επειδή η ενάγουσα θα έπρεπε να αναμένει την εκδίκαση της αγωγής υπ’ αριθμόν 92 /2023. Η εν λόγω αγωγή καταχωρήθηκε από τον ενάγοντα και στρέφεται εναντίον της ενάγουσας στην παρούσα και του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του καθ’ ου η αίτηση εισηγήθηκε ότι επειδή η αγωγή υπ’ αριθμόν 92/2023 καταχωρήθηκε πριν τη παρούσα, η καταχώρηση της τελευταίας συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας.

 

Όντως, o καθ’ ου η αίτηση έχει εγείρει την αγωγή υπ’ αριθμόν 92/2023 του Ε/Δ Αμμοχώστου η οποία είναι παλαιότερη της παρούσας. Με την εν λόγω αγωγή αξιώνει θεραπείες εναντίον και της εδώ ενάγουσας με βάση τη θέση ότι η απόκτηση της κυριότητας του ακινήτου ήταν παράνομη και προϊόν ψευδών παραστάσεων. Περαιτέρω, είναι σαφές ότι με την παρούσα, μεταγενέστερη, αγωγή, επιδιώκεται η έκδοση διατάγματος έξωσης του καθ’ ου η αίτηση στη βάση του ότι η ενάγουσα είναι ιδιοκτήτρια του ακινήτου.

 

Στη βάση των πιο πάνω, εγείρεται το επιχείρημα περί κατάχρησης.

 

Μια σημαντική παράμετρος που δεν πρέπει να λησμονείται είναι το γεγονός πως το ζήτημα της νομιμότητας της απόκτησης της επίδικης περιουσίας κρίθηκε στο πλαίσιο της αίτησης έφεσης και καλύπτεται από το δεδικασμένο της απόφασης σε αυτή.

 

Έτσι, λοιπόν γεννάται το ερώτημα του κατά πόσο η ενάγουσα, η οποία έλαβε τον τίτλο ιδιοκτησίας του ακινήτου στη βάση διαδικασίας που κρίθηκε ότι είναι νομότυπη, καταχράται τις δικαστικές διαδικασίες, επειδή αξίωσε την έξωση του προηγούμενου ιδιοκτήτη, ο οποίος με τη σειρά του αποφάσισε να καταχωρήσει αγωγή αμφισβητώντας  τη διαδικασία που κρίθηκε νόμιμη.

 

Σαφώς, μια από τις κλασσικές μορφές  κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας είναι η υιοθέτηση από ένα διάδικο, παράλληλων ένδικων μέσων για την επιδίωξη όμοιων σκοπών. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση  Τζεννάρο Περρέλλα (1995) 1 ΑΑΔ 217. Όμως, η αρχή ότι επιδίωξη με επάλληλες διαδικασίες του ίδιου σκοπού δεν είναι επιτρεπτή, έχει στον πυρήνα της την αρχή ότι μια τέτοια ενέργεια στρέφεται κατά της αρχής της τελεσιδικίας. Ενδεικτικά παραπέμπω στο σύγγραμμα του Π. Πολυβίου Κατάχρηση Διαδικασίας στο Κυπριακό Δίκαιο, εκδόσεις Χρυσαφίνης & Πολυβίου, 2021, σελ.17. Επομένως, δεν είναι η οποιαδήποτε μεταγενέστερη διαδικασία κατάχρηση, αλλά κατά κανόνα η διαδικασία που θέτει σε κίνδυνο την αρχής της τελεσιδικίας.

 

Η ενάγουσα, με την υπό κρίση υπόθεση επιδιώκει την απόδοση σε αυτή θεραπείας στη βάση της νομικής κατάστασης που καθορίσθηκε μετά την αίτηση έφεση 39/2021 και του δεδικασμένου που παρήχθη. Η επιλογή κάποιου διαδίκου να αποταθεί στη δικαιοσύνη προς λήψη θεραπείας ως προς την απόλαυση των δικαιωμάτων που του έχουν αναγνωριστεί από το δίκαιο δεν μπορεί να κριθεί ως κατάχρηση, αλλά ως η πεμπτουσία του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Άλλωστε, ως αναγνωρίζεται και από το ΕΔΑΔ, η παροχή της δυνατότητας προς έκαστο διάδικο να έχει αποτελεσματική ένδικη προστασία, προς διεκδίκηση των αστικών του δικαιωμάτων, αποτελεί θεμελιώδη πτυχή του κράτους δικαίου. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση ECtHR Běleš and Others v. the Czech Republic Νο. 47273/99, 12.11.2002, para.49. Περαιτέρω, το εν λόγω δικαίωμα θα πρέπει να είναι πρακτικό και αποτελεσματικό. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση ECtHR Bellet v. France, No. 23805/1994, 4.12.1995, para 36- 38.

 

 Το να απαιτείται από κάποιο διάδικο να αναμένει να τελεσιδικήσει κάποια αγωγή που αποφάσισε ο αντίδικος του να δρομολογήσει μετά που το προβλεπόμενο από τον νόμο ένδικο διάβημα που έλαβε απέτυχε, καθιστά την πρόσβαση στη δικαιοσύνη έρμαιο των πρωτοβουλιών του αντίδικου του και ως εκ τούτου μη αποτελεσματική και μη πρακτική. Συνεπώς, μια τέτοια προσέγγιση  συνιστά σκοπό ξένο προς το δίκαιο, αφού θα έχει ως αποτέλεσμα τον υπέρμετρο και μη αναλογικό περιορισμό του θεμελιακού δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο, αφού πλέον το δικαίωμα προς απόδοση θεραπείας ενός διαδίκου, ο οποίος έχει ήδη δικαιωθεί, θα εξαρτάται από τις πρωτοβουλίες του αντιδίκου του.

 

Συνακόλουθα, κατ’ αναλογία των όσων κριθεί στην υπόθεση Πασιουρτίδη ν. Bank of Cyprus Public Company Ltd, ( ανωτέρω) η καταχώρηση της  παρούσας αγωγής και αίτησης δεν μπορεί να συνιστά κατάχρηση.

 

Ο άλλος βασικός λόγος ένστασης που αναπτύχθηκε ήταν η εισήγηση πως η παρούσα αίτηση παραβιάζει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και το δικαίωμα οικογενειακής ζωής του καθ’ ου η αίτηση. Ο λόγος ένστασης αυτός στηρίζεται στη θέση ότι η παρούσα αίτηση έπρεπε να επιδοθεί και στα υπόλοιπα πρόσωπα που διαμένουν στην επίδικη οικία. Εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του καθ’ ου η αίτηση ότι τα εν λόγω πρόσωπα είναι ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Έτσι η παράλειψη επίδοσης της αίτησης παραβιάζει το δικαίωμα σε δίκη των εν λόγω προσώπων και την οικογενειακή ζωή του καθ’ ου η αίτηση. Σημειώνω ότι η όλη η βάση της εισήγησης του καθ’ ου περί παραβίασης του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη συναρτάται με το ότι δεν επιδόθηκε η παρούσα προς τα μέλη της οικογένειας του καθ’ ου η αίτηση και ως εκ τούτου δεν είχαν την δυνατότητα να ακουστούν.

 

Ευθύς εξ αρχής, οφείλω να σημειώσω ότι το άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ δεν εγγυάται κανένα συγκεκριμένο περιεχόμενο για τα αστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις στο ουσιαστικό δίκαιο των συμβαλλομένων κρατών ενώ παράλληλα το ΕΔΑΔ  δεν μπορεί να δημιουργήσει, μέσω της ερμηνείας του άρθρου 6 § 1, ένα ουσιαστικό δικαίωμα που δεν έχει νομική βάση στο εκάστοτε κράτος μέλος της Σύμβασης. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση ECtHR Boulois v. Luxembourg, (G.C) No 37575/04, 3.4.2012 para. 91. Ως αφετηρία λαμβάνονται οι διατάξεις του σχετικού εσωτερικού δικαίου και η ερμηνεία τους από τα εσωτερικά δικαστήρια. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση ECtHR  Masson and Van Zon v. The Netherlands, No 15346/89, 15379/89, 28.9.1995 para. 48-49.

 

Περαιτέρω, στην αγγλική υπόθεση  Matthews v. Ministry of Defence, [2003] 1 All ER 689, para.3, o Lord Bingham, ανέφερε τα ακόλουθα σχετικά:

 

“… the Strasbourg case law is emphatic that art 6(1) of the convention applies only to civil rights which can be said on arguable grounds to be recognised under domestic law; it does not itself guarantee any particular content for civil rights in any member state …”

 

Επομένως το ζήτημα θα εξεταστεί υπό το πλέγμα του εσωτερικού δίκαιου.

 

Στο πλαίσιο της κυπριακής έννομης τάξης, αποτελεί θεμελιακή αρχή ότι σε περίπτωση διαδικασιών που έχουν ως αντικείμενο ακίνητη ιδιοκτησία επιβάλλεται να συνενώνονται ως διάδικοι όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Σχετικά παραπέμπω Αναφορικά με την Αίτηση της Bank of Cyprus Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ.68/2019, ημερ.8.5.2020, ECLI:CY:AD:2020:A144. Η πιο πάνω υπόθεση αφορούσε τη μη επίδοση σε πρόσωπο που κατείχε εμπράγματο βάρος επί του ακινήτου που αφορούσε η διαδικασία.

 

 Άλλωστε, κατά κανόνα ενδιαφερόμενα πρόσωπα είναι τα πρόσωπα που διατηρούν κάποιο αναγνωρισμένο από τον νόμο δικαίωμα στο ακίνητο ή έχουν κάποιο αναγνωρισμένο από τον νόμο συμφέρον.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση τα πρόσωπα που κατά τη θέση του καθ’ ου η αίτηση έχουν συμφέρον, είναι τα πρόσωπα που διαμένουν μαζί του στην επίδικη κατοικία. Επομένως, το ερώτημα που αναδύεται είναι το κατά πόσο πρόσωπα που απλώς διαμένουν με τον καθ’ ου η αίτηση μπορούν να κριθούν ενδιαφερόμενα πρόσωπα.

 

Στην κυπριακή έννομη τάξη, σύμφωνα με το άρθρο 4(1) του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμου Κεφ. 224, κανένα δικαίωμα ιδιοκτησίας (estate), συμφέρον, δικαίωμα, προνόμιο, ελευθερία, δουλεία ή οποιοδήποτε άλλο πλεονέκτημα εντός, επί ή υπεράνω οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας δεν υφίσταται ή δημιουργείται, αποκτάται ή μεταβιβάζεται παρά μόνο δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού.

 

Παρά ταύτα, δεν έχει εξηγηθεί από τον καθ’ ου η αίτηση στη βάση ποιας, αναγνωρισμένης από το κυπριακό δίκαιο νομικής αρχής ή σχέσης, τα πρόσωπα αυτά αποκτούν ενδιαφέρον για την τύχη του ακινήτου. Το γεγονός ότι θα πρέπει σε περίπτωση που εκδοθεί το διάταγμα να διαμείνουν με τον καθ’ ου η αίτηση σε άλλο υποστατικό δεν θεμελιώνει άνευ ετέρου δικαίωμα τους να ακουστούν στο πλαίσιο της παρούσας. Υπενθυμίζεται, επίσης, πως ούτε στην αγωγή 92/2023, ούτε στην αίτηση έφεση 39/2021, είχε συνενώσει, ο καθ’ ου στην παρούσα, τα εν λόγω πρόσωπα ως ενάγοντες ή ως αιτητές αντίστοιχα, προφανώς αναγνωρίζοντας και ο ίδιος ότι ουδέν δικαίωμα είχαν που να τους νομιμοποιούσε ενεργητικά στην αξίωση θεραπειών ως προς την τύχη του επίδικου ακίνητου. Τέλος, δεν έχει εξηγηθεί με ποιο τρόπο παραβλάπτεται το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή του καθ’ ου η αίτηση από την τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.

 

Συνεπώς, η πιο πάνω θέση του καθ’ ου η αίτηση με όλο το σεβασμό δεν μπορεί να επιτύχει.

 

Συνολικά ουδέν έχει τεθεί που να καταδεικνύει προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης και δεν έχει τεθεί οποιοσδήποτε λόγος που να συνιστά επιτακτικό λόγο για τον οποίο η υπόθεση θα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.

 

Συνεπώς έχουν καταδειχθεί οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Επίσης, με την μη έκδοση απόφασης επί του επίδικου ζητήματος το μόνο αποτέλεσμα θα είναι να ζήτημα να διαιωνίζεται χωρίς λόγο και να καθιστά την συνέχιση της διαδικασίας ως προς το επίδικο ζήτημα μη αναλογικό μέτρο.

 

Στη βάση των ανωτέρω κρίνω ότι η μπορεί να εκδοθεί απόφαση ως η αίτηση. Η δε ενάγουσα ως ο επιτυχών πλέον διάδικος δικαιούται στα έξοδα της διαδικασίας. Τα έξοδα έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των συνηγόρων των δυο πλευρών.

 

Κατάληξη

 

Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξής μου εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου ως τα αιτητικά Α και Β της παρούσας αίτησης πλέον συμφωνημένα έξοδα € 1.300 πλέον Φ.Π.Α υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου.

 

 

……………………………………

Μ. Χριστοδούλου Α.Ε.Δ.

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

 ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο