Seymour Emporio Ltd κ.α. ν. Iacovou Brothers (Constructions) Ltd, Αρ. Αγωγής: 704/ 2018, 19/12/2025
print
Τίτλος:
Seymour Emporio Ltd κ.α. ν. Iacovou Brothers (Constructions) Ltd, Αρ. Αγωγής: 704/ 2018, 19/12/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ  

Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής:  704/ 2018

Μεταξύ:

 

1.Seymour Emporio Ltd

                                                    2.Rainelle Ltd

εναγόντων

-και-

Iacovou Brothers (Constructions) Ltd

εναγομένης

                       

Αίτηση ημερομηνίας 8.8.2025 για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης

 

Ημερομηνία: 19.12.2025

 

Εμφανίσεις:

Για εναγόμενη / αιτήτρια : κ.κ. Xάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ

Για ενάγουσα 1/ καθ’ ης  η αίτηση: κ.κ. Ανδρέας Κουκούνης & Σία ΔΕΠΕ

 

Ενδιάμεση Απόφαση

 

Εισαγωγή

 

Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αίτηση της εναγόμενης, ημερομηνίας 08.08.25, με την οποία ζητείται η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 15.5.2025 με την οποία επιδικάσθηκαν αποζημιώσεις υπερ της ενάγουσας 1. H αγωγή ως προς την ενάγουσα 2 απορρίφθηκε.

 

Η αίτηση βασίζεται ουσιαστικά στο Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.35, θ. 2,4,18 και 19 Δ.40 θ.θ.1,7,(β) και 11, Δ.48 θ.θ.1-7, στον περί Δικαστηρίων Νόμο ΚΑΙ στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Σταυράκη Κώστα. Ο Ομνύων στην ένορκη δήλωσή του, αναπτύσσει τους λόγους που κατά τη θέση του επιβάλλουν την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης. Αναφέρεται σε μεγάλη έκταση στην έφεση που έχει καταχωρηθεί. Περαιτέρω υποστηρίζει, ότι οι ενάγουσα 1 /  καθ’ ης η αίτηση στερείται οικονομικής φερεγγυότητας. Αναφέρεται σε έκταση στα στοιχεία που κατά τη θέση του στοιχειοθετούν τον ισχυρισμό περί οικονομικής αφερεγγυότητας της ενάγουσας 1. Κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήριο τις οικονομικές καταστάσεις της ενάγουσας 1 για το έτος 2022. Επιπλέον κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο έρευνας από το τμήμα κτηματολογίου ως προς την ακίνητη ιδιοκτησία της ενάγουσας 1.

 

Η ενάγουσα 1 καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης, στην οποία προβάλλει συνολικά 20 λόγους ένστασης. Οι λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψιστούν στο ότι δεν πληρούνται οι τυπικές και ουσιαστικές διαδικασίες του αιτούμενου διατάγματος και ότι η αίτηση της εναγόμενης είναι ατεκμηρίωτη. Προβάλλεται, επίσης, η θέση ότι η ενάγουσα 1 είναι φερέγγυα και ότι τα στοιχεία που έχει παραθέσει η εναγόμενη είναι ελλιπή. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Σπύρου Χατζηκωνσταντή, ο οποίος είναι σύζυγος της διευθύντριας και μετόχου της Ενάγουσας 1. Ο Ομνύων, στην ένορκή του δήλωση, αναπτύσσει τους λόγους ένστασης. Ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε βάσιμα συμπεράσματα ως προς την οικονομική δυνατότητα της ενάγουσας στη βάση του Τεκμηρίου 1 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Σχολιάζει επίσης σε έκταση, τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης περί οικονομικής αφερεγγυότητας της Ενάγουσας 1.

 

 

 

Διαδικασία -  Γεγονότα

 

Στην υπό κρίση υπόθεση οι διάδικες πλευρές δεν ζήτησαν αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων και ούτε καταχωρίστηκε οποιαδήποτε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Έτσι, κατά την ακρόαση και οι δύο πλευρές προώθησαν τις θέσεις τους μέσω ιδιαίτερα εμπεριστατωμένων αγορεύσεων, το περιεχόμενο των οποίων το Δικαστήριο έχει κατά νου.  Σημειώνω, όμως, ότι σύμφωνα με τη νομολογία δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται. (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 490).

 

Συνεπώς, για όσα γεγονότα δεν εμφαίνονται από τον φάκελο της διαδικασίας, το Δικαστήριο θα βασισθεί στις κατατεθειμένες ένορκες δηλώσεις, λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης εκάστης πλευράς και της παράλειψης αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ (1992) 1(Β) Α.Α.Δ 1453, Iacovou brothers (constructions) Ltd v Fashionwise ltd (2000) 1Β ΑΑΔ 1377, Thinking Steel International BV ν. Caramondani Bros Public Co Ltd, (2012) 1 Α.Α.Δ. 1460 και Α. Messios & Sons Ltd κ.ά v. Ανδρέας Λεωνίδα (2010) 1 ΑΑΔ 195.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ότι η ενάγουσα 1 είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στον έφορο εταιρειών από το έτος 2008. Καταθέτει στον Έφορο Εταιρειών ανελλιπώς τις καταστάσεις λογαριασμών της ως το έντυπο ΗΕ32. 

 

Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω προχωρώ να εξετάσω τη νομική πτυχή της υπόθεσης.

 

Νομική Πτυχή

 

Η εξουσία για έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης εκκρεμούσης της έφεσης παρέχεται στην Δ.35 θ.18, η οποία διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

 

«An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order; and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from the direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given».

 

Προκύπτει, συνεπώς, ότι η έκδοση σχετικού διατάγματος ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.

 

Τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου έχουν αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θεμελιακή επί του προκείμενου είναι η απόφαση  Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου (1991) 1 ΑΑΔ 1147, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα :

 

«Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, αφενός, και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατεξοχή παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει η στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής, όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου».

 

 

Οι πιο πάνω αρχές επαναδιατυπώθηκαν σε σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd (2001) 1Γ Α.Α.Δ 1978Βογαζιανός v. Γενικού Εισαγγελέα (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 591 και Penderhill Holdings Limited και Άλλοι ν. Ιωάννη Κλουκινά και Άλλων (2011) 1 ΑΑΔ 1921.

 

Η εφαρμογή των πιο πάνω κριτηρίων γίνεται με γνώμονα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης (βλ. Ιωσηφάκης v. Αριστοδήμου, (1990) 1 ΑΑΔ 284). Στο πιο πάνω πλαίσιο γίνεται δεκτό ότι η τελεσιδικία έχει ιδιαίτερη βαρύτητα και συναρτάται άμεσα με την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και το κράτος δίκαιου ευρύτερα. (βλ. Κωνσταντινίδη ν. Κωμοδρόμου (2016) 1 ΑΑΔ 772).

 

Έτσι, λοιπόν, κατά κανόνα το Δικαστήριο δεν αποστερεί τον επιτυχόντα διάδικο από το δρέψει άμεσα τους καρπούς της επιτυχίας του.

 

Για να κλίνει η πλάστιγγα υπέρ της της αρχής ότι το ένδικο μέσο της έφεσης, δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητάς του, θα πρέπει να καταδεικνύονται εξαιρετικές περιστάσεις. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις  Χ"Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd and Others (1991) 1 ΑΑΔ 172, Demetriades Group Of Companies Ltd v.  A.P.M. Italian Type Ice Cream Ltd, Πολ, Έφεση 372/15, ημερομηνίας 15.2.2017 και Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ ν.Athinodorou Beton Ltd, Πολιτική Έφεση 145/2022, ημερομηνίας 7.9.2023.

 

Παράδειγμα τέτοιων εξαιρετικών περιστάσεων είναι και η οικονομική αφερεγγυότητα του επιτυχόντος διαδίκου. Στην υπόθεση  Χ''Ιωάννου v. Gordian Holdings Limited, Πολιτική Έφεση 273/2019, ημερομηνίας 8.9.2020, ECLI:CY:AD:2020:A298, κρίθηκε πως το ενδεχόμενο ο εξ αποφάσεως πιστωτής να μην μπορούσε, σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, να επιστρέψει το ποσό της πρωτόδικης απόφασης, συνιστούσε ικανό λόγο για την έκδοση διατάγματος αναστολής.

 

H ίδια θέση καταγράφεται και στο σύγγραμμα The Annual Practice 1959, στη σελίδα 1695 στα σχόλια της παλαιάς αγγλικής διαταγής 0 68 r.r. 11,12. Συγκεκριμένα καταγράφονται τα ακόλουθα σχετικά:

 

«As a general rule the only ground for a stay of execution is an affidavit showing that if the damages and costs where paid there is no reasonable probability of getting them back if the appeal succeeds.»

 

Ως προς την άσκηση της διακριτικής σχετικής διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και τη σημασία της τυχόν αφερεγγυότητας του εξ αποφάσεως πιστωτή, διαφωτιστική είναι πρόσφατη απόφαση Cyprus Engineering Stores (Nicosia) Ltd v. Σωτήρης Σιακαλλής, Πολιτική Έφεση αρ. 222/2024. Ειδικότερα στην εν λόγω υπόθεση λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά :

 

«Προκύπτει από την προαναφερθείσα νομολογία ως βασικός κανόνας ότι η έφεση δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Τα δικαστήρια δεν αποστερούν επιτυχόντα διάδικο από τους καρπούς της επιτυχίας του, εκτός αν υπάρχουν ειδικές περιστάσεις. Τέτοιες υπάρχουν μεταξύ άλλων, στην περίπτωση που στοιχειοθετείται ανικανότητα του καθ' ου η αίτηση να επιστρέψει το ποσό που θα εισέπραττε κατά την εκτέλεση, σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης του αιτητή (βλ. White Book 1956, σελ. 1284). Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξισορροπεί από την μια, το δικαίωμα επιτυχόντος διαδίκου να δρέψει τα αποτελέσματα της επιτυχίας του και από την άλλη, το δικαίωμα του εφεσείοντα στην αποτελεσματικότητα της έφεσης.»

 

Προκύπτει, συνεπώς, ότι για να κλίνει η πλάστιγγα υπέρ της αναστολής χρειάζεται η στοιχειοθέτηση εξαιρετικών περιστάσεων. Μεταξύ των περιστάσεων που μπορούν να θεωρηθούν ως εξαιρετικές είναι και η τυχόν οικονομική αφερεγγυότητα του επιτυχόντος διαδίκου. Το βάρος απόδειξης, όμως, της συνδρομής εξαιρετικών περιστάσεων βρίσκεται στους ώμους του αιτητή. ( βλ. Demetriades Group of Companies Ltd (ανωτέρω)). Έτσι και το βάρος απόδειξης της οικονομικής αφερεγγυότητας του καθ’ ου η αίτηση πίπτει στου ώμους του αιτητή.

 

Ως προς την κατανομή του σχετικού βάρους απόδειξης της οικονομικής αφερεγγυότητας του καθ’ ου η αίτηση, διαφωτιστική είναι η απόφαση  Χ''Ιωάννου v. Gordian Holdings Limited, (ανωτέρω). Στην εν λόγω υπόθεση, το Ανώτατο Δικαστήριο, με παραπομπή στην απόφαση National Industrial Credit Bank Ltd v. Aquinas Francis Wasike and Others, Civil Application No.238/2005 του Εφετείου της Ναϊρόμπι της Κένυας, υπέδειξε πως όταν ο εξ αποφάσεως οφειλέτης προβάλει ένα λογικό φόβο ότι ο εξ αποφάσεως πιστωτής δεν θα μπορέσει να πληρώσει πίσω το ποσό της απόφασης, το μαρτυρικό βάρος απόδειξης πρέπει τότε να μεταφέρεται στον τελευταίο να καταδείξει τι πόρους έχει, εφόσον το ζήτημα βρίσκεται στη δική του αποκλειστική γνώση.

 

Από τις πιο πάνω αυθεντίες, εξάγεται το συμπέρασμα ότι η έννοια του λογικού φόβου ότι o εξ αποφάσεως πιστωτής δεν θα πληρώσει το ποσό της απόφασης πρέπει να συναρτάται με την οικονομική φερεγγυότητα αυτού και όχι με οτιδήποτε άλλο. Προκύπτει, επίσης, ότι βασικό στοιχείο που πρέπει να αποδειχθεί από τον εξ αποφάσεως οφειλέτη είναι ο λογικός φόβος για την οικονομική φερεγγυότητα του εξ αποφάσεως πιστωτή. Σε περίπτωση που ο εξ αποφάσεως οφειλέτης προβάλει ένα τέτοιο φόβο το βάρος απόδειξης μετατίθεται στον εξ αποφάσεως πιστωτή, ο οποίος οφείλει να καταδείξει τους οικονομικούς του πόρους.

 

Mε γνώμονα τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές προχωρώ να εξετάσω το εγειρόμενο ζήτημα.

 

Σε σχέση με την υπό εξέταση υπόθεση, ευθύς εξ αρχής, σημειώνω ότι ο παράγοντας της προοπτικής επιτυχίας της έφεσης δεν μπορεί να επηρεάσει ιδιαίτερα την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. H έφεση περιλαμβάνει λόγους έφεσης που άπτονται των ευρημάτων του Δικαστηρίου, αλλά και λόγους που άπτονται νομικών θεμάτων όπως η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της τεχνικής αιτίας με το αποτέλεσμα και η ορθή εφαρμογή νομολογιακών αρχών. Μέσα από το περιεχόμενο των λόγων έφεσης, διαπιστώνω ότι δεν μπορεί να γίνει με βεβαιότητα πρόγνωση για την τυχόν επιτυχία της. Συνεπώς, ο παράγοντας της προοπτικής επιτυχίας της έφεσης δεν αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.

 

Η ουσία της υπό κρίση υπόθεσης έγκειται στη στάθμιση μεταξύ της φυσιολογικής

προσδοκίας της ενάγουσας 1 να δρέψει άμεσα τους καρπούς της νίκης του και στην ανάγκη η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης να μη χάσει τη σημασία της μένοντας χωρίς κανένα αντίκρισμα.

 

Υπό τα δεδομένα της παρούσας, ιδιαίτερη σημασία αποκτά το ζήτημα της οικονομικής φερεγγυότητας της ενάγουσας 1. Επί αυτού του ζητήματος η πλευρά της εναγόμενης έχει παραπέμψει στις οικονομικές καταστάσεις της ενάγουσας ως έχουν ετοιμαστεί από τους ελεγκτές της εταιρείας για τα έτος 2022. Σε αυτές καταγράφονται ζημιές ύψους € 3.381 και έσοδα ύψους € 2.381. Οι εν λόγω καταστάσεις εξασφαλίστηκαν μέσω του αρχείου του Εφόρου Εταιρειών. Επιπλέον, ως καταγράφεται στην εν λόγω έκθεση το έτος που αυτή συντάχθηκε το λειτουργικό περιβάλλον στο οποίο δραστηριοποιείτο η ενάγουσα 1 επηρεάστηκε από την πανδημία του Covid 19. Τέλος, επισυνάφθηκε έρευνα από το κτηματολόγιο μέσω της οποίας προκύπτει ότι η ενάγουσα 1 δεν κατέχει ακίνητη ιδιοκτησία.

 

Τα πιο αποτελέσαν τη βάση για την εισήγηση περί δικαιολογημένου φόβου ότι  εξ αποφάσεως πιστωτής δεν θα πληρώσει πίσω  το ποσό της απόφασης εάν επιτύχει η έφεση. Το ερώτημα που αναδύεται είναι το κατά πόσο η παραπομπή μόνο σε ένα οικονομικό έτος επαρκεί για να θεμελιώσει τον δικαιολογημένο φόβο που απαιτείται, ώστε να μετατεθεί το μαρτυρικό βάρος απόδειξης στην καθ’ ης η αίτηση.

 

Κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, τα πιο πάνω στοιχεία δεν δημιουργούν τον δικαιολογημένο φόβο ότι η ενάγουσα 1 είναι αφερέγγυα. Η ενάγουσα 1 έχει καταχωρήσει στον έφορο εταιρειών τις οικονομικές της καταστάσεις μέχρι το 2024. Ο ομνύων για την εναγόμενη δεν έχει επεξηγήσει γιατί επέλεξε να παρουσιάσει μόνο τις καταστάσεις λογαριασμού για το έτος 2022. Όπως εξασφαλίστηκε το αντίγραφο των καταστάσεων για το έτος  2022 από τον έφορο εταιρειών θα μπορούσαν να εξασφαλιστούν και για τα επόμενα έτη με τον ίδιο τρόπο. Μάλιστα το λειτουργικό περιβάλλον στο οποίο δραστηριοποιείτο η ενάγουσα 1 το έτος 2022 επηρεάστηκε, σύμφωνα με την επισυναπτόμενη έκθεση, και από την πανδημία του Covid 19. Η επιλογή της εναγόμενης να παρουσιάσει τις οικονομικές καταστάσεις της ενάγουσας 1 μόνο για συγκεκριμένο έτος στο οποίο η ενάγουσα 1 λειτούργησε υπό το περιβάλλον που επέβαλλαν οι συνθήκες  της πανδημία του Covid 19, ενώ ήταν ευχερές να παρουσιάσει και αντίστοιχες καταστάσεις άλλων ετών πιο πρόσφατων, δεν επαρκεί για να θεμελιώσει δικαιολογημένο φόβο ότι η ενάγουσα 1 είναι αφερέγγυα. Θα ήταν διαφορετικό, εάν η εναγόμενη παρουσίαζε οικονομικές καταστάσεις για έτος στο οποίο το λειτουργικό περιβάλλον θα ήταν κανονικό ή για κάποιο έτος ή έτη εγγύτερα του παρόντος. Κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, εάν γινόταν δεκτό πως αποτελεί επαρκή μαρτυρία η κατάθεση των οικονομικών καταστάσεων ενός έτους και μόνο κατά το όποιο μάλιστα  το  λειτουργικό περιβάλλον παρουσίαζε ιδιαιτερότητες, ενώ υπήρχε η δυνατότητα παρουσίασης καταστάσεων εγγύτερων στα σημερινά δεδομένα, θα συνεπαγόταν ότι ο πήχης απόδειξης της οικονομικής αφερεγγυότητας ενός διαδίκου θα ήταν ιδιαίτερα χαμηλός. Επομένως, η επιλογή της εναγόμενης να παρουσιάσει τις οικονομικές καταστάσεις της ενάγουσας 1 μόνο για το συγκεκριμένο έτος δεν επαρκεί να δημιουργήσει τον δικαιολογημένο φόβο για την οικονομική αφερεγγυότητα της ενάγουσας 1.

 

Επιπλέον ούτε το γεγονός ότι η ενάγουσα 1 δεν κατέχει ακίνητη ιδιοκτησία δημιουργεί δικαιολογημένο φόβο ότι είναι αφερέγγυα. Η φερεγγυότητα ενός προσώπου είναι ευρύτερη από την κατοχή ακίνητης περιουσίας και δεν μπορεί να  κριθεί πως όταν κάποιος διάδικος δεν κατέχει ακίνητη περιουσία είναι αφερέγγυος.  

 

Έτσι η ενάγουσα 1/ καθ’ ης η αίτηση δεν είχε υποχρέωση να προσκομίσει μαρτυρία για την οικονομική της φερεγγυότητα.

 

Υπό το φως των πιο πάνω, δεν μπορεί να κριθεί ότι η έφεση θα χάσει τη σημασία της, αφού δεν έχει καταδειχτεί ότι σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης η ενάγουσα δεν θα είναι σε θέση να επιστρέψει το ποσό πίσω. Αντίθετα, υπό τις πιο πάνω περιστάσεις τυχόν έγκριση του αιτήματος θα ανέτρεπε αδικαιολόγητα τη φυσιολογική προσδοκία της ενάγουσας 1 να δρέψει τους καρπούς της επιτυχίας του.

 

Κατάληξη

 

Συνακόλουθα, κρίνω ότι η διακριτική μου ευχέρεια πρέπει να ασκηθεί προς την απόρριψη του αιτήματος και ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας 1 / καθ’ ης η αίτηση και εναντίον της εναγόμενης / αιτήτριας ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

Υπ. …..………………………………

Μ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ.

 

 

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο