Χρίστου Βασιλείου κ.α. ν. Αντώνη Ιωάννου κ.α., Αρ. Απαίτησης: 99/2024, 12/12/2025
print
Τίτλος:
Χρίστου Βασιλείου κ.α. ν. Αντώνη Ιωάννου κ.α., Αρ. Απαίτησης: 99/2024, 12/12/2025

 

 

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Μ. Χριστοδούλου, A.Ε.Δ.

 

Αρ.  Απαίτησης:  99/2024

Μεταξύ:

 

               1. Χρίστου Βασιλείου

               2. Κλεάνθιας Μάμα

 

                                                       εναγόντων

                                    και

                        1.Αντώνη Ιωάννου

 2.Μερόπης Ιωάννου

                             εναγομένων

 

Ημερομηνία: 12 Δεκεμβρίου 2025

 

Εμφανίσεις

Για ενάγοντες : Κ. Καμπούρης

Για εναγομένους: κα Χατζήκωνσταντη

 

 

Ενδιάμεση Απόφαση

(επί προδικαστικής ένστασης δεδικασμένου)

 

Εισαγωγή

 

Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η προδικαστική ένσταση που ήγειραν οι εναγόμενοι, ισχυριζόμενοι ότι οι ενάγοντες εμποδίζονται ή και κωλύονται να προωθούν την παρούσα ένεκα του δεδικασμένου που προέκυψε στην αγωγή 902/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, η οποία εφεσιβλήθηκε με την Πολιτική Έφεση 313/14 ημερομηνίας 03.04.23.

 

Η παρούσα αγωγή αφορά αξίωση για αποζημιώσεις εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 για εύλογο και δίκαιο αντάλλαγμα ή αντιπαροχή ή ενοίκιο για την κατοχή της διώροφης κατοικίας με αριθμό θύρας 5 που βρίσκεται επί του ακινήτου με αριθμούς εγγραφής 0/[ ], Φ/Σ 02-288-380, Τμήμα 3, Τεμάχιο ΕΠΙ [ ] στον Δήμο Παραλιμνίου. Ως προσδιορίζεται στο έντυπο απαίτησης, στο σημείο δήλωσης της περιεκτικής δήλωσης της φύσης της απαίτησης,  η αξίωση των εναγόντων προκύπτει συνεπεία της κατοχής του εν λόγω ακινήτου από τους εναγόμενους.

 

Διαδικασία γεγονότα

 

Η υπό κρίση υπόθεση διέπεται πλέον από τους Νέους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας. Πλέον, σύμφωνα με τον Κανονισμό 1.3, το Δικαστήριο θα πρέπει κατά την άσκηση οποιασδήποτε εξουσίας που παρέχεται σε αυτό από τους κανονισμούς ή την ερμηνεία οποιουδήποτε κανονισμού, να καθοδηγείται από τον πρωταρχικό σκοπό.  Έτσι, ως έχει νομολογηθεί, δεσπόζουσα θέση στην ερμηνεία των νέων διαδικαστικών κανονισμών έχει ο πρωταρχικός σκοπός, ο οποίος επιβάλλει τον  χειρισμό υποθέσεων κατά τρόπο δίκαιο και με αναλογικό κόστος.

Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Καντούνας ν. Ηλιάδης κ.ά. Πολιτική Έφεση 54/2024, ημερομηνίας 18.10.2024,  Χριστοδούλου ν. Ασφαλιστική Εταιρεία η «Κεντρική» Λτδ Πολιτική Έφεση 156/2024, ημερομηνίας 18.6.2025, Robert Mucinic v. Sky Cac Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση E1/2019, ημερομηνίας 07.6.2024 και Σταυράκη ν. Παπαμιχαήλ κ.ά. Πολιτική Έφεση 35/2024 ημερομηνίας 6.5.2025.

Στο στάδιο διαχείρισης της υπόθεσης, τέθηκε το ζήτημα του κατά πόσο θα έπρεπε να εκδικαστεί πρώτα η προδικαστική ένσταση που εγείραν οι εναγόμενοι. Το Δικαστήριο, αφού άκουσε τους διαδίκους και έχοντας υπόψη την ανάγκη για χειρισμό της υπόθεσης κατά τρόπο δίκαιο και με αναλογικό κόστος, αποφάσισε ότι το ζήτημα του προδικαστικού σημείου θα αποφασιστεί κατά προτεραιότητα σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρος 3 κανονισμός 3.1 (λ).

Κατά την ακρόαση της προδικαστικής ένστασης κατατέθηκαν εκ σύμφωνου, ως παραδεκτά γεγονότα, το κλητήριο της αγωγής 902/2010 ως Τεκμήριο 1, η υπεράσπιση και ανταπαίτηση στην εν λόγω αγωγή ως Τεκμήριο 2 και ως Τεκμήριο 3 η σχετική απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση. Επιπλέον, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4 η απόφαση του Ε/Δ Αμμοχώστου στην αγωγή 902/2010 και ως Τεκμήριο 5 η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση 374/2014, ημερομηνίας 3.4.2023, ECLI:CY:AD:2023:A143.

Όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η  έκδοση, τόμος 15, παρ. 357, το Δικαστήριο δύναται να μελετήσει την απόφαση που εκδόθηκε νωρίτερα για να διαπιστώσει ποια νομικά και πραγματικά ζητήματα είχαν εξεταστεί στη προηγούμενη διαδικασία. Περαιτέρω, επεξηγείται ότι το δόγμα του δεδικασμένου εφαρμόζεται σε σχέση με όλα τα Δικαστήρια. Όπως καταγράφεται στην παράγραφο  362 του συγγράμματος Halsbury's Laws of England (ανωτέρω) :

 

«The doctrine applies equally in all courts and it is immaterial in what court the former proceeding was taken, provided only that it was a court of competent jurisdiction,»

 

Συνεπώς, το Δικαστήριο μπορεί να μελετήσει τα δικόγραφα και τις αποφάσεις που έχουν τεθεί ενώπιόν του για σκοπούς εξέτασης του εγειρόμενου ζητήματος.

 

Τέλος μέσα από τα δικόγραφα στις δύο διαδικασίες αλλά και από τις αγορεύσεις των μερών προκύπτει, ότι το διαφιλονικούμενο ακίνητο είναι το ίδιο, για το οποίο όμως έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας επ’ ονόματι των εναγόντων.

 

Εισηγήσεις των διαδίκων

 

Κατά την ακρόαση της υπόθεσης αγόρευσαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων.

 

Η κα Χατζήκωνσταντη με παραπομπή σε σχετική νομολογία εισηγήθηκε ότι η παρούσα υπόθεση καλύπτεται από το δεδικασμένο της προηγούμενης και οι ενάγοντες εμποδίζονται να προωθούν την παρούσα.

 

Στον αντίποδα, ο κ. Καμπούρης εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει ταύτιση επιδίκων θεμάτων και η παρούσα δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο της προηγούμενης διαδικασίας.

 

Νομική πτυχή

 

Το κώλυμα λόγω δεδικασμένου συνδέεται ιστορικά με την αρχή της τελεσιδικιάς και τις ειδικότερες αρχές του Interest reipublieae ut sit finis litium (το δημόσιο συμφέρον απαιτεί όπως οι δίκες έχουν ένα τέλος) και Nemo debet bis vexari pro eadem causa (κανένας δεν πρέπει να αντιμετωπίζει τον ίδιο κίνδυνο δύο φορές). Θεμελιακές επί του προκειμένου είναι οι  Αγγλικές αποφάσεις Re May (1885) 28 Ch D. 516 CA και Re Graydon, Ex parte Official Receiver (1896) 1 QB 417.

 

 Η φύση και ο ρόλος της αρχής του δεδικασμένου επεξηγείται και στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, (ανωτέρω) παράγραφοι 384-385,  όπου καταγράφονται τα ακόλουθα σχετικά: 

 

«The doctrine of res judicata is not a technical doctrine applicable only to records: it is a fundamental doctrine of all courts that there must be an end of litigation». 

 

Στην κυπριακή έννομη τάξη γίνεται δεκτό ότι το κώλυμα λόγω δεδικασμένου συναρτάται με την αρχή της τελεσιδικίας που είναι προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις K.S.R. Commercio S.A. κ.α. v. Bluecoral Navigation Ltd. (1995) 1 Α.Α.Δ. 309, Χαραλάμπους v. Χαραλάμπους (2008) 1(Β) Α.Α.Δ. 1298, Alpha Panareti Public Ltd v. Α. Αράπη κ.ά Πολιτική Έφεση Ε125/2019, ημερομηνίας 15.11.2024, Χρήστος Χατζηγεωργίου & Υιοί Λτδ ν. Ονούφριου Παπασάββα , Πολιτική Έφεση Ε83/19, ημερομηνίας 14.1.2025.

 

Οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν, ώστε να εγείρεται ζήτημα δεδικασμένου έχουν αποκρυσταλλωθεί από τη νομολογία. Όπως υποδεικνύεται στη νομολογία,  ο κανόνας του δεδικασμένου περιλαμβάνει τέσσερα στοιχεία, ήτοι  (α)  τελεσίδικη απόφαση, (β)  ταύτιση διαδίκων, (γ) ταύτιση ιδιότητας διαδίκων και (δ) ταύτιση επιδίκων θεμάτων. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Μιχαήλ ν. Σκουτέλλα (2008) 1 ΑΑΔ 1125, Χριστοφίδης κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (2011) 1Γ ΑΑΔ  και Κακοφεγγίτου ν. Κυπριακών Αερογραμμών, Πολιτική έφεση αρ. 225/2012, ημερομηνίας  6.12.2017.

 

Περαιτέρω, αποτελεί  θεμελιακή αρχή ότι απόφαση, που εκδίδεται μετά από ακρόαση δημιουργεί δεδικασμένο, το οποίο αποσβένει το αγώγιμο δικαίωμα και συναρτά πλέον τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των διαδίκων με την εκδοθείσα δικαστική απόφαση. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Εταιρεία ο Φιλελεύθερος Λτδ κ.α. ν. Ανδρέα Σοφοκλέους (2003) 1 ΑΑΔ 549 και Επίσημος Παραλήπτης ως Διαχειριστής της Περιουσίας του Πτωχεύσαντα Παπαγεωργίου άλλως Παπαγιώργη ν. Alpha Bank Ltd, Πολιτική Έφεση 488/2012, ημερομηνίας 18.3.2019, ECLI:CY:AD:2019:A92.

 

Το κώλυμα του δεδικασμένου όμως δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις που παρήχθη δεδικασμένο από μια απόφαση, αλλά έχει ευρύτερη έννοια και καλύπτει τις περιπτώσεις όπου σε μεταγενέστερη διαδικασία εγείρονται ζητήματα τα οποία έπρεπε να εγερθούν σε προηγούμενες διαδικασίες. Henderson v Henderson (1843) 3 Hare 100, 67 ER 31, Spire Healthcare Ltd v. Brooke (2016) EWHC 2828 (QB), Τheori and Another v. Djoni and Another (1984) 1 CLR 296.

 

Το απαύγασμα των πιο πάνω αποφάσεων αποτυπώθηκε στην υπόθεση K.S.R. Commercio S.A. κ.α. v. Bluecoral Navigation Ltd (1995) 1 ΑΑΔ 309, 312, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματα του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπιση του δε δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ότι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ΄ επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα». 

 

Παράλληλα, ως έχει νομολογηθεί, το δεδικασμένο δικαστικής απόφασης δημιουργείται όχι μόνο σε σχέση με το αποτέλεσμα, αλλά καλύπτει και τις διαπιστώσεις επί των επιδίκων θεμάτων στα οποία το Δικαστήριο βάσισε την τελική του απόφαση. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Δάμτσα ν. Δάμτσα, (2006) 1Β ΑΑΔ 1389 και Νικολάου ν. Σκουτελλά (2008) 1Β ΑΑΔ 1125.

 

Περαιτέρω, όπως έχει κριθεί στην απόφαση,  Παπαδόπουλος ν. Οργανισμού Χρηματοδότησης Στέγης (1998) 3 ΑΑΔ 608, το δεδικασμένο συναρτάται με την αλήθεια των νομικών καταστάσεων. Συγκεκριμένα λέχθηκαν τα ακόλουθα :

"Σύμφωνα με την αρχή αυτή κάθε απόφαση άσχετα αν είναι δίκαια ή όχι, θεωρείται ότι περιέχει την αλήθεια και ο καθένας πρέπει να αποδεχθεί την απόφαση και την εκτέλεση της ....... Το πλάσμα αλήθειας που εισάγεται με την προαναφερόμενη αρχή είναι σαφώς προτιμότερο από τη διαιώνιση της αβεβαιότητας που θα κυριαρχούσε σε διαφορετική περίπτωση στη δίκαιη κρίση.....»

 

Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ να εξετάσω το εγειρόμενο ζήτημα.

 

 Το βασικό ερώτημα που προκύπτει στην παρούσα είναι το κατά πόσο το δεδικασμένο της απόφασης 902/2010 ως αυτή επικυρώθηκε από την Πολιτική Έφεση 313/14 ημερομηνίας 03.04.23, εκτείνεται και στα επίδικα θέματα που εγείρονται με την παρούσα αγωγή.

 

Κατ’ αρχάς σημειώνω, ότι υπάρχει ταύτιση διαδίκων και της ιδιότητάς τους, αφού οι διάδικοι είναι οι ίδιοι και διατηρούν την ίδια ιδιότητα. Επίσης, υπάρχει τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Το αμφισβητούμενο στην υπό κρίση υπόθεση είναι η ταύτιση των επιδίκων θεμάτων.

 

Επομένως, ιδιαίτερη σημασία αποκτά η εξέταση της νομικής βάσης έκαστης αγωγής, αλλά και οι  διαπιστώσεις επί των επιδίκων θεμάτων στις οποίες προέβη το Δικαστήριο στην αρχική αγωγή.

 

Επί του προκειμένου, παρατηρώ ότι η βάση της αρχικής αγωγής 902/2010 ήταν ο ισχυρισμός ότι οι ενάγοντες ήταν οι ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου και οι εναγόμενοι επενέβαιναν χωρίς δικαίωμα. Στη βάση του πιο πάνω ισχυρισμού εγέρθηκε αγωγή για παράνομη επέμβαση. Στην υπό κρίση υπόθεση, προβάλλεται και πάλι ο ισχυρισμός ότι ενάγοντες είναι ιδιοκτήτες του ίδιου ακινήτου και αξιώνονται αποζημιώσεις από τους εναγομένους, επειδή οι τελευταίοι κατέχουν και καρπούνται το ακίνητο. Η κατοχή του επίδικου ακινήτου από τους εναγόμενους χαρακτηρίζεται στην υπό κρίση αγωγή ως παράνομη και αντισυμβατική. Τα πιο πάνω προκύπτουν μέσα από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων. Ανεξάρτητα όμως και επιπρόσθετα με αυτούς, στο σημείο οπού καταγράφεται η περιεκτική φύση της απαίτησης, ρητά δηλώνεται ότι η απαίτηση των εναγόντων προκύπτει λόγω της κατοχής του επίδικου ακινήτου από τους εναγόμενους. Καθίσταται, λοιπόν, προφανές ότι το θεμέλιο της απαίτησης είναι η κατοχή του επίδικου ακινήτου.

 

Το Ε/Δ Αμμοχώστου στην απόφασή του στην αγωγή 902/2010, έχοντας υπόψη τις δικογραφημένες εκδοχές των διαδίκων, προέβη σε εύρημα ότι οι εναγόμενοι κατάρτισαν πωλητήριο έγγραφο με την εταιρεία K &M (Famagusta) Developers & Construction Ltd στις 24.4.2010. Όταν επιχείρησαν να το καταθέσουν στο κτηματολόγιο ενημερώθηκαν ότι υπήρχαν ήδη κατατεθειμένα δυο πωλητήρια. Το πρώτο ημερομηνίας 6.9.2024 προς όφελος των εναγόντων και ακόμα ένα πωλητήριο ημερομηνίας 30.11.2005 προς όφελος άλλου τρίτου προσώπου.  

 

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση 374/2014 ημερομηνίας 3.4.2023, ECLI:CY:AD:2023:A143, ορθά κρίθηκε ότι δεν τίθετο θέμα παράνομης επέμβασης των εναγόμενων στο ακίνητο, αφού οι εναγόμενοι είχαν νόμιμο δικαίωμα κατοχής, ενώ αντίθετα οι ενάγοντες δεν είχαν την αποκλειστική κατοχή του επίδικου ακινήτου και είχαν συναινέσει στην πώληση του. Επίσης, όπως διαγνώσθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, πρωτόδικα διαπιστώθηκε ότι η πρόθεση των εναγόντων ήταν να πωλήσουν το επίδικο ακίνητο. Επιπλέον, κρίθηκε στη σελίδα 25 της απόφασης του Ε/Δ Αμμοχώστου ότι την κατοχή του ακινήτου είχε η εταιρεία Famagusta. Προκύπτει, επίσης, ότι η εν λόγω εταιρεία συνομολόγησε σύμβαση πώλησης του ακινήτου με τους εναγόμενους, εισέπραξε το τίμημα πώλησης και παρέδωσε το κλειδί δίδοντας έτσι και την κατοχή του ακινήτου.  

 

Τα πιο πάνω αποτελούν τις διαπιστώσεις επί των επιδίκων θεμάτων στα οποία το Δικαστήριο βάσισε την τελική του απόφαση και καλύπτονται από το δεδικασμένο. Επίσης στη βάση των πιο πάνω διαπιστώσεων επί των πρωτογενών γεγονότων το Ε/Δ Αμμοχώστου αποφάσισε ότι οι εναγόμενοι κατείχαν νόμιμα το επίδικο υποστατικό. Η πιο πάνω διαπίστωση συνιστά την αλήθεια επί της επικρατούσας νομικής κατάστασης. ( βλ. Παπαδόπουλος ν. Οργανισμού Χρηματοδότησης Στέγης (ανωτέρω)).

 

Παρά ταύτα, με την υπό κρίση αγωγή ζητούνται αποζημιώσεις ή ενοίκια για την χρήση του ίδιου ακίνητου από τους εναγόμενους. Είναι προφανές ότι θεμέλιο της υπό κρίση αξίωσης είναι η θέση ότι οι εναγόμενοι δεν κατέχουν νόμιμα το επίδικο ακίνητο, αφού είναι λογικά και νομικά αδύνατο κάποιο πρόσωπο που κατέχει κάποιο υποστατικό νόμιμα να είναι υπόλογο είτε σε αποζημιώσεις είτε για καταβολή εύλογου ενοικίου σε άλλο χωρίς να το είχε συμφωνήσει. Το δικαίωμα είσπραξης αποζημιώσεων για την νόμιμη κατοχή ενός ακινήτου δεν είναι νοητό. Επίσης, υποχρέωση για καταβολή ενοικίου προκύπτει μόνο μετά από συμφωνία των μερών και όχι ως αποτέλεσμα της κατοχής και μόνο ενός ακινήτου. Ιδίως εάν η κατοχή είναι νόμιμη. Έτσι το γεγονός ότι στις αξιούμενες θεραπείες καταγράφεται η λέξη ενοίκιο δεν θεμελιώνει νέα βάση αγωγής διαφορετική από τη βάση αγωγής στην υπόθεση 902/10 και δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι η βάση της επίδικης αξίωσης είναι η κατ’ ισχυρισμόν παράνομη κατοχή του ακινήτου από τους εναγόμενους.

 

Τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν την κατοχή του ακινήτου και η νομιμότητα της κατοχής έχουν κριθεί από το Ε/Δ Αμμοχώστου στην αγωγή 902/10 και επικυρωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Πολιτική Έφεση κατά τρόπο οριστικό, τελεσίδικο και αμετάκλητο. Στη βάση των πιο πάνω αποφάσεων έχει δημιουργηθεί πλάσμα αληθείας ως προς τη νομική και πραγματική κατάσταση που διέπει την κατοχή του ακινήτου. Συνακόλουθα, το δεδικασμένο που έχει παραχθεί εμποδίζει την εκ νέου εκδίκαση του ζητήματος που εγείρεται. Το γεγονός ότι έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος δεν μεταβάλλει τα πράγματα αφού πρόκειται για το ίδιο ακίνητο και στις δυο αγωγές. Ουσιαστικά σε τυχόν εκδίκαση της απαίτησης των εναγόντων το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το κατά πόσο οι εναγόμενοι κατέχουν νόμιμα ή παράνομα το επίδικο ακίνητο. Όμως τόσο οι συνθήκες που περιβάλλουν την κτήση της κατοχής εκ μέρους των εναγομένων όσο και ο νομικός χαρακτηρισμός αυτής έχουν αποφασιστεί. Συνεπώς δεν νοείται εκδίκαση της παρούσας αξίωσης χωρίς να υπεισέλθει το παρόν Δικαστήριο σε ζητήματα που αποτέλεσαν ευρήματα γεγονότων και νομικών κρίσεων που κρίθηκαν στην αγωγή 902/201 και επικυρώθηκαν στην Πολιτική Έφεση 313/14 ημερομηνίας 03.04.23

 

Σαφώς το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει το ότι η αρχή του δεκασμένου δεν είναι άκαμπτη. Όπως έχει τεθεί στην υπόθεση Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Λτδ (1995) 1 Α.Α.Δ. 670:

 

«Στην υπόθεση Arnold v. NatWest Bank PLC [1991] 2 Α.C. 93 αποφασίστηκε πως όπου εξαιρετικές περιστάσεις δείχνουν ότι η άκαμπτη εφαρμογή των κανόνων ως προς το δεδικασμένο θα οδηγούσε σε αδικία ενώ, αντίστροφα, η παράκαμψη τους δεν θα απέληγε σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, δικαιολογείται η συζήτηση θέματος σε νέα δικαστική διαδικασία έστω και αν αυτό το θέμα πράγματι αποφασίστηκε σε προηγούμενη ή ενώ δεν είχε προβληθεί για να αποφασιστεί, θα μπορούσε να είχε προβληθεί.  Η υπόθεση Arnold v. NatWest Bank PLC (ανωτέρω) δεν αφορούσε σε κώλυμα ως προς την αιτία της αγωγής αλλά σε κώλυμα ως προς επίδικο θέμα. Στην υπόθεση The "Indian Grace" (ανωτέρω) κρίθηκε ότι, κατ' εφαρμογήν της, ισχύουν τα ίδια και στην περίπτωση κωλύματος ως προς την ίδια την αιτία της αγωγής, σε σχέση όμως με θέμα που ενώ δεν αποφασίστηκε πράγματι, θα μπορούσε να είχε προβληθεί στο πλαίσιο της πρώτης διαδικασίας για να αποφασιστεί».

 

Σχετικές, επίσης, είναι και οι πρόσφατες αποφάσεις Αργυρού ν. Ιανακίεβα Πολιτική  Έφεση Ε 47/2021, ημερομηνίας 21.3.2025 και Κωνσταντινίδη ν. Κωμοδρόμου, Πολιτική Έφεση 283/2015, ημερομηνίας 17.11.2025.

 

Όμως στην υπό κρίση υπόθεση το θέμα που ζητείται να εκδικαστεί είναι ταυτόσημο και έχουν εκδοθεί δυο δικαστικές αποφάσεις μια πρωτόδικη και μια κατ’ έφεση. Δεν έχει εξηγηθεί και ούτε προκύπτει πως προκαλείται αδικία στο πρόσωπο των εναγόντων. Οι ενάγοντες προσέφυγαν στη δικαιοσύνη ισχυριζόμενοι ότι οι εναγόμενοι κατείχαν παράνομα το επίδικο ακίνητο. Κρίθηκε οριστικά, τελεσίδικα και αμετάκλητα στη βάση συγκεκριμένων ευρημάτων επί πραγματικών γεγονότων ότι τελικά οι εναγόμενοι το κατείχαν νόμιμα. Τυχόν συνέχιση της υπόθεσης το μόνο αποτέλεσμα που θα έχει είναι να υποσκάπτεται η αρχή της τελεσιδικίας.

 

Συνεπώς η ένσταση επιτυγχάνει. Η καταχώριση και η προώθηση της παρούσας απαίτησης προσκρούει στο δεδικασμένο που παρήχθη από την απόφαση του Ε/Δ Αμμοχώστου στην αγωγή 902/2010 και στην Πολιτική Έφεση 313/14 ημερομηνίας 03.04.23. Έχοντας υπόψη το λεκτικό του Κανονισμού 3.1(λ) των ΝΚΠΔ και ασκώντας τις εξουσίες που αυτό παρέχει η απαίτηση των εναγόντων απορρίπτεται από το παρόν στάδιο.

 

Περαιτέρω, εφόσον οι εναγόμενοι έχουν αναδειχθεί ως επιτυχόντες διάδικοι κρίνω ότι τα έξοδα πρέπει να επιδικαστούν υπέρ τους.

 

Κατάληξη

 

Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξης μου η απαίτηση στην παρούσα απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων.

 

Ως προς το ύψος των εξόδων έχω ακούσει τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων και έχω λάβει υπόψη μου τις εισηγήσεις τους ως προς αυτά. Έχω προβεί σε συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων κατά τα διαλαμβανόμενα στο Παράρτημα Β, των νέων κανονισμών. Στον υπολογισμό έχω λάβει υπόψιν και τα διαβήματα που λήφθηκαν, ώστε να αποφασιστεί το κατά πόσο το εξεταζόμενο ζήτημα θα δικαστεί προδικαστικά. Όμως, εφόσον παραμένει προς εκδίκαση η ανταπαίτηση των εναγόμενων, δεν έχει επιδικαστεί στο παρόν στάδιο το κονδύλι των εξόδων που αφορά τις οδηγίες έγερσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης.

 

Συνολικά στη βάση του συνοπτικού υπολογισμού στον οποίο προέβη το Δικαστήριο τα έξοδα ανέρχονται στο πόσο των € 2.245 πλέον Φ.Π.Α. Συνεπώς επιδικάζονται έξοδα υπέρ των εναγομένων 1 και 2 και εναντίον των εναγόντων 1 και 2 αλληλέγγυα ή ξεχωριστά στο ποσό των € 2.245 πλέον Φ.Π.Α.

 

 

 

Μ. Χριστοδούλου,  Α.Ε.Δ

 

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο