Αντώνη Δημητρίου ν. Παναγιώτη Δρουσιώτη, Αρ. Αγωγής: 422/2020, 13/2/2026
print
Τίτλος:
Αντώνη Δημητρίου ν. Παναγιώτη Δρουσιώτη, Αρ. Αγωγής: 422/2020, 13/2/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Μ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ

 

Αρ.  Αγωγής:  422/2020

 

 

Μεταξύ:

                                                            Αντώνη Δημητρίου

                                                                                                     Ενάγοντα

 

και

 

Παναγιώτη Δρουσιώτη

                                                                                        Εναγομένου

 

 

Ημερομηνία: 13 Φεβρουαρίου 2026.

 

 

Εμφανίσεις

Για τον ενάγοντα: κα Χ. Χριστοφή μαζί με κ. Μ. Κωστάρη και  Μ. Γεωργίου, για Δημητρίου & Δημητρίου ΔΕΠΕ

Για τον εναγόμενο : κ. Α. Χριστοφή μαζί με κα Ευ. Χειμάρρου και κα Ζ. Γεωργίου ασκούμενη δικηγόρο για Αντρέας Γιωρκάτζης ΔΕΠΕ

 

                                     

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Εισαγωγή

 

Επίκεντρο της παρούσας αγωγής είναι η επιστολή καταγγελία στην οποία προέβη ο εναγόμενος κατά του ενάγοντα δια επιστολής του, ημερομηνίας 10.8.2020. Ο ενάγοντας θεωρώντας το περιεχόμενό της δυσφημιστικό για τον ίδιο προχώρησε με την καταχώρηση της παρούσας δια της οποίας αξιοί αποζημιώσεις για δυσφήμιση και/ή λίβελλο ή επιζήμια ψευδολογία.

 

Δικογραφημένοι Ισχυρισμοί

 

Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα  περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση, όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα (1991) 1 A.Α.Δ 24. Το Δικαστήριο δεν δύναται να προχωρήσει να επιλύσει θέματα, τα οποία δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας. Σχετική είναι η απόφαση Latifundia Properties Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ Ψάκη (2003) 1 ΑΑΔ 670.

 

Ο ενάγοντας στην Έκθεση Απαίτησής του ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος μέσω της επιστολής του, ημερομηνίας 10.8.2020, προέβη στη δημοσίευση δυσφημιστικών για τον ενάγοντα σχολίων.

 

Ο εναγόμενος στην Υπεράσπισή του παραδέχθηκαν την αποστολή της επίδικης επιστολής. Ισχυρίστηκε, όμως, ότι οι επίδικες αναφορές του δεν ήταν δυσφημιστικές για τον ενάγοντα. Σε κάθε περίπτωση ισχυρίστηκε ότι δεν έγινε δημοσίευση. Επιπρόσθετα, ισχυρίστηκε ότι τυγχάνει εφαρμογής η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη και ότι οι επίδικες αναφορές συνιστούν έντιμο σχόλιο.

 

Το επίδικο κείμενο

 

Οι κατ’ ισχυρισμόν δυσφημιστικές αναφορές περιέχονται στην επιστολή καταγγελίας, ημερομηνίας 10.8.2020. Η εν λόγω επιστολή υπογράφεται από τον εναγόμενο και απευθύνεται προς τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας υπό την ιδιότητά του ως προέδρου του πειθαρχικού συμβουλίου των δικηγόρων. Οι κρίσιμες παράγραφοι, ως προσδιορίστηκαν κατά την ακρόαση,  έχουν ως ακολούθως:

 

4. Λυπούμαι πραγματικά για το ύφος και το περιεχόμενο των συγκεκριμένων δηλώσεων και διερωτώμαι τι στοιχεία κατέχει ο κ. Δημητρίου, ότι πρώτον, διακατέχομαι από οποιεσδήποτε εμμονές εναντίον των πελατών του, δεύτερον, ότι καθόρισα από μόνος μου τον τρόπο χειρισμού της υπόθεσης, και τρίτο και σημαντικότερο, από πού άντλησε πληροφορίες ότι είχα εμμονή για την καταχώρηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου, και με ποιο τρόπο με εμμονή και επιμονή κατ’ επανάληψη όχλησα την Νομική Υπηρεσία προς αυτή την κατεύθυνση. Ο ισχυρισμός του αυτός είναι ασύστολα ανυπόστατος και ουδόλως ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, κάτι που μπορεί να διαπιστώσετε και ο ίδιος προσωπικά ως προϊστάμενος της Νομικής Υπηρεσίας.

 

7. Λυπούμαι να παρατηρήσω, ότι και η δεύτερη επιστολή είναι παραπλανητική και που ίσως να αποσκοπεί σε αλλότρια κίνητρα. Τέτοια θέματα δεν επιλύονται μέσω ανακοινώσεων στα ΜΜΕ, αλλά μέσα από θεσμοθετημένες διαδικασίες…………………………………………………….

 

9. Ωστόσο, στη διαδικασία της προσωποκράτησης, κατά την αγόρευση του προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο με το να εισηγηθεί στο Δικαστήριο να επιφυλάξει την απόφαση του για περίοδο 4 ημερών (που ήταν η συμφωνημένη περίοδος στην αίτηση προφυλάκισης), χωρίς να εξηγήσει το σκεπτικό της εισήγησης, ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι το Δικαστήριο υποχρεούται να εκδώσει την απόφαση του το αργότερο εντός 3 ημερών (Σύνταγμα, Άρθρο 11.6). Το Δικαστήριο απόρριψε την εισήγηση και έκδωσε διάταγμα προφυλάκισης για περίοδο 4 ημερών. Συναφώς, το ερώτημα που τίθεται, είναι γιατί δεν έφερε ένσταση στην 2η αίτηση προφυλάκισης, εφόσον όπως ανακοίνωσε αργότερα στα ΜΜΕ, κανένα ίχνος μαρτυρίας δεν υπήρχε για σύνδεση των υπόπτων με την υπόθεση. Επίσης, γιατί απέσυρε τις σχετικές εφέσεις και επέλεξε τη δημοσίευση του θέματος με βολές εναντίον του ανακριτή. Το γεγονός ότι τόσο η πρώτη υπόθεση φόνου, όσο και η δεύτερη, δεν καταχωρήθηκαν τελικά ενώπιον του Δικαστηρίου, αποτελεί άλλο κεφάλαιο και είναι αδιάφορο της σύλληψης και προφυλάκισης των υπόπτων που προηγήθηκαν. Η μη καταχώρηση κατηγορητηρίου εναντίον προσώπου που συνελήφθηκε ή/και προφυλακίστηκε ως ύποπτος, συνέβηκε και σε πολλές άλλες υποθέσεις στο παρελθόν. Άλλωστε, ως γνωστόν, σύμφωνα με την Νομολογία στην περίπτωση της σύλληψης/προσωποκράτησης, η μαρτυρία αρκείται στις εύλογες υπόνοιες σύνδεσης του υπόπτου με τα αδικήματα, σε αντίθεση, με την καταχώρηση υπόθεσης όπου η μαρτυρία πρέπει να είναι τέτοιας ποιότητας και έκτασης, που να διασφαλίζει πιθανότητας καταδίκης.

 

11. Ο δικηγόρος κ. Δημητρίου, υπό τον μανδύα του καλώς νοούμενου συμφερόντος της πολιτείας, της Αστυνομίας, αλλά και όλων μας, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην 2η του ανακοίνωση, κατάφερε να εκθέσει στην κοινή γνώμη, αλλά και να στοχοποιήσει στον υπόκοσμο έναν αξιωματικό της Αστυνομίας και δη τον Υπεύθυνο ενός Επαρχιακού ΤΑΕ. Θεωρώ την ενέργεια του, να προβεί στις σχετικές ανακοινώσεις προς τα ΜΜΕ, ως ανέντιμη, αήθη και πέραν από κάθε όριο δεοντολογίας. Πιστεύω ότι ο κ. Δημητρίου, με τις πράξεις του έχει παραβιάσει πρόνοιες του περί Δεοντολογίας των Δικηγόρων Κανονισμών.»

 

Μαρτυρία

 

Προς απόδειξη της υπόθεσης του ενάγοντα, κατέθεσε ο ίδιος ο ενάγοντας. Ο ενάγοντας υιοθέτησε γραπτή δήλωση – κατάθεση, η οποία σημειώθηκε ως έγγραφο Α. Κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε συνολικά 13 τεκμήρια. Ιδιαίτερα κατέθεσε,  ως τεκμήριο 5 την επιστολή που απέστειλε ο ίδιος στα ΜΜΕ δια της οποία έψεγε τη συμπεριφορά του εναγόμενου ως ανακριτή συγκεκριμένης υπόθεσης. Επίσης, κατέθεσε ως τεκμήριο 6, την επίμαχη επιστολή και αναφέρθηκε λεπτομερώς στις παραγράφους που κατά τη θέση του συνιστούν δυσφήμιση. Αναφέρθηκε, επίσης, στην πορεία της εις βάρος του καταγγελίας, σημειώνοντας ότι ουδέν μεμπτό εντοπίστηκε εναντίον του. Κατέθεσε σχετικά ως τεκμήριο 8 τη επιστολή που στάλθηκε εκ μέρους του Αρχηγού αστυνομίας ημερομηνίας 19.8.2020 με την οποία διαβιβαζόταν η καταγγελία του εναγομένου προς τον Γενικό Εισαγγελέα. Επιπλέον, κατέθεσε ως τεκμήριο 9 την επιστολή του πειθαρχικού συμβουλίου των δικηγόρων με την οποία του ζητούντο οι θέσεις του ως προς το σχετικό παράπονο. Τέλος, ως προς την πορεία της καταγγελίας κατέθεσε ως τεκμήριο 11 την επιστολή, ημερομηνίας 7.10.2020,  με την οποία κοινοποιείτο η απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου περί το ότι δεν δικαιολογείτο έρευνα της επίδικης καταγγελίας. Περαιτέρω, κατέθεσε ως τεκμήριο 13 τα πρακτικά της διαδικασίας προσωποκράτησης ημερομηνίας 17.7.2020. Υποστήριξε ότι μέσω των επίδικων αναφορών έγινε αντικείμενο χλευασμού και ότι οι επίδικες αναφορές έφτασα σε σειρά τρίτων προσώπων, όπως γραμματείς, υπαλλήλους και κλητήρες των υπηρεσιών στις οποίες κοινοποιήθηκε.

 

 Κατά την αντεξέτασή του κατατέθηκαν ως Τεκμήρια Α και Β προς αναγνώριση, οι επιστολές ημερομηνίας 10.08.20 και ημερομηνίας 16.11.20 αντίστοιχα. Κατά την αντεξέτασή του αναφέρθηκε εκ νέου στο περιεχόμενο της επίδικης επιστολής, επαναλαμβάνοντας τη θέση του ότι θεωρεί το περιεχόμενό της δυσφημιστικό. Προσδιόρισε ότι η αναφορά του στην κυρίως εξέταση, ότι εκτέθηκε σε μίσος αφορούσε διάφορα κουτσομπολιά που ακούστηκαν για τον ίδιο, όπως για παράδειγμα εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του μετά την επίδικη επιστολή – καταγγελία. Δεν ήταν όμως σε θέση να προσδιορίσει το ποιοι τρίτοι άσχετοι έλαβαν γνώση του περιεχομένου της επίδικης επιστολής. Τέλος, ως προς τον ισχυρισμό του ότι υπήρξε βλάβη στην φήμη του, προσδιόρισε ότι θεωρεί ότι η φήμη του έχει τρωθεί, επειδή στην επιστολή αποκαλείται ως ανέντιμος και αήθης.

 

Ως προς την υπόθεση του εναγόμενου, μαρτυρία έδωσε ο εναγόμενος ο οποίος υιοθέτησε γραπτή δήλωση - κατάθεση ως έγγραφο Β. Κατέθεσε σχετικά τα τεκμήρια 14 – 17 και αναγνώρισε τα τεκμήρια Α και Β προς αναγνώριση, τα οποία κατέστησαν τεκμήρια 18 και 19 αντίστοιχα. Αναφέρθηκε στη σταδιοδρομία του ως αστυνομικός και στους επαίνους που έλαβε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Ήταν η θέση του ότι ουδέποτε δημοσίευσε το περιεχόμενο του τεκμηρίου 6 και εξέφρασε τη θέση ότι αυτό δεν αποτελεί δυσφήμιση. Κατά την αντεξέταση του, αναφέρθηκε στο επίπεδο συμπεριφοράς που αναμένεται από ένα αστυνομικό και στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 6, επαναλαμβάνοντας τις θέσεις του. Αντεξετάστηκε περαιτέρω ως προς το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6. Αναφερόμενος στη διαδικασία υποβολής παραπόνου εκ μέρους του, υποστήριξε ότι το μόνο που έπραξε με την επίδικη επιστολή, ήταν να διαβιβάσει το παράπονο του σύμφωνα με τους κανονισμούς και ως εκ τούτου ουδέποτε δημοσίευσε την επίδικη επιστολή, η οποία κατά τη θέση του δεν είχε τίποτε δυσφημιστικό.

 

 Εισηγήσεις των Διαδίκων

 

Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με ιδιαίτερα εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, αγόρευσαν γραπτώς προωθώντας ο καθένας τις θέσεις του.

 

Η υπεράσπιση, ουσιαστικά ήγειρε ότι το Τεκμήριο 6 δεν συνιστά δυσφήμηση, ότι αυτό δεν δημοσιεύτηκε, ότι αποτελεί έντιμο σχόλιο και ότι εφαρμόζεται η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη.

 

Στον αντίποδα, η πλευρά του Ενάγοντα, εισηγήθηκε ότι η επίδικη επιστολή δημοσιεύτηκε εν τη έννοια του νόμου και το περιεχόμενό της ήταν δυσφημιστικό. Κατά τον ενάγοντα, δεν συντρέχει υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη. Περαιτέρω οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του ενάγοντα, αναφέρθηκαν στις αρχές που διέπουν τις γενικές αποζημιώσεις σε τέτοιες υποθέσεις και στον υπολογισμό των γενικών και επαυξημένων αποζημιώσεων. 

 

Γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διάδικων

 

Αποτελεί θεμελιακή αρχή ότι στην πολιτική δίκη μπορεί να προκύψει από τη δικογραφία. Ως προς τη δυνατότητα παραδοχής γεγονότων μέσω των δικογράφων παραπέμπω, ενδεικτικά, στις αποφάσεις Χρίστου ν. Khoreva (2001) 1 ΑΑΔ 1874 και Παρλάτα  ν. Δημητρίου (2014) 1 ΑΑΔ 994. Περαιτέρω, παραδοχή μπορεί να προκύψει και από δήλωσες συνηγόρων. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα των Ηλιαδή & Σάντη το Δίκαιο της Απόδειξης 1η έκδοση 2014, σελ. 280. Παραδοχές είτε ρητές, είτε αυτές που λογίζονται ως τέτοιες κατά τη Δ.19 Θ.11, σφραγίζουν την πορεία της δίκης. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Παρλάτα  ν. Δημητρίου ( ανωτέρω).

 

Πέραν, όμως, από τα αυστηρώς παραδεκτά γεγονότα είναι επιτρεπτή και η εξαγωγή ευρημάτων, χωρίς να αξιολογηθούν σχετικά οι μάρτυρες, επί γεγονότων που εμφανίζονται μη αμφισβητούμενα δια των χειρισμών των διαδίκων  κατά την ακρόαση. Σχετική είναι η απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179. Άλλωστε, η ανάγκη αξιολόγησης μαρτυρίας συνήθως υφίσταται, όπου παρουσιάζονται διιστάμενες  εκδοχές επί των επίδικων γεγονότων και το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών, ώστε να καταλήξει σε ευρήματα γεγονότων. Σχετική είναι η απόφαση Pissis Ltd v. La Baguette Boullangerie- Patisserie Ltd, (2015) 1 ΑΑΔ 2040.

 

Από τις πιο πάνω αυθεντίες προκύπτει ότι δεν υπάρχει ανάγκη αξιολόγησης επί γεγονότων που αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση, μέσα από τους χειρισμούς των διαδίκων προκύπτει ότι τα πλείστα από τα γεγονότα δεν αμφισβητούνται μεταξύ των διαδίκων. Συγκεκριμένα,  δεν αμφισβητείται ότι ο ενάγοντας είναι δικηγόρος και ασκεί την δικηγορία από το έτος 1995. Ο εναγόμενος ήταν ο υπεύθυνος του ΤΑΕ Αμμοχώστου και ο ανακριτής κατά τη διερεύνηση υπόθεσης φόνου εκ προμελέτης. Ο ενάγοντας εκπροσωπούσε 2 ύποπτα πρόσωπα τα οποία συνελήφθησαν και τέθηκαν υπό κράτηση. Κατά τον χρόνο του αιτήματος ανανέωσης του διατάγματος προσωποκράτησης, ο ενάγοντας εκπροσωπούσε εκ νέου τους 2 υπόπτους και ζήτησε από το Δικαστήριο όπως επιφυλάξει την απόφαση του για περίοδο 4 ημερών και σε αυτή την περίπτωση δεν θα υπήρχε ένσταση από μέρους του. Στις 21.07.20 ο ενάγοντας απέστειλε στα μέσα ενημέρωσης την επιστολή, τεκμήριο 5 ενημερώνοντας για το ότι αποφασίστηκε από την Νομική Υπηρεσία η μη καταχώρηση κατηγορητηρίου των 2 υπόπτων που εκπροσωπούσε. Στην εν λόγω επιστολή ο ενάγοντας ψέγει την εμμονή όπως την χαρακτήρισε του εναγόμενου σε σχέση με την εν λόγω υπόθεση. Έθεσε επιπλέον ότι ο εναγόμενος ενήργησε με στοχοπροσήλωση προς τους πελάτες του ενάγοντα και ότι επέδειξε εμμονή προς αυτούς. Υπενθύμισε επίσης προς τον εναγόμενο ότι η διερεύνηση δεν είναι κάτι εγωιστικό ή προσωπικό. Ως προς τις δηλώσεις του ενάγοντα τοποθετήθηκε η Αστυνομία Κύπρου μέσω του τεκμηρίου 7. Κατόπιν των πιο πάνω ο εναγόμενος ετοίμασε το Τεκμήριο 6.

 

 

Αξιολόγηση Μαρτυρίας

 

Ως προς την αξιολόγηση  της μαρτυρίας σε υποθέσεις λιβελλου κρίσιμο είναι να τονισθεί ότι δεν ενδείκνυται η αξιολόγηση της μαρτυρίας και των θέσεων των διαδίκων σε σχέση με το κατά πόσον το επίδικο δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό. Σχετική είναι η απόφαση Γαληνιώτης Eλευθέριος ν. Eκδοτικός Oίκος Δίας Λτδ και Άλλης, (2011) 1 Α.Α.Δ. 474. Παράλληλα σχετική είναι και η  απόφαση Tassos Papadopoullos v. Kyrix Publishing Co. Ltd and others (1963) 2 CLR 290, όπου κρίθηκε ότι το Δικαστήριο, ανεξάρτητα από τις μαρτυρίες και μόνο από την ανάγνωση του κειμένου, μπορεί να κρίνει αν είναι ή όχι αυτό δυσφημιστικό.

 

Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες  στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273.  Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετική είναι η απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797.

 

Προσεγγίζω, συνεπώς, το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός μάρτυρα με γνώμονα  το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506.  Περαιτέρω,  όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση  Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1(A) Α.Α.Δ. 45. Ασφαλώς, η πιο πάνω πορεία δεν είναι αναγκαίο να τηρηθεί αυστηρώς, όταν τα γεγονότα της υπόθεσης είναι μη αμφισβητούμενα. Σχετική είναι η απόφαση Κυριακίδης (ανωτέρω).

 

Διευκρινίζω, επίσης, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και  αν δεν προσαχθεί  αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις  Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 640 και Στέγη Ευγηρίας «Αρχάγγελος Μιχαήλ» Καϊμακλίου ν. Αργυρίδου Πολιτική Έφεση 32/14, ημερομηνίας 29.9.2021, ECLI:CY:AD:2021:A430.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση μεγάλο μέρος της μαρτυρίας αναλώθηκε στο πώς αντιλαμβάνονται οι μάρτυρες την έννοια του επίδικου δημοσιεύματος.

 

Υπό το φως των πιο πάνω προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, η οποία δεν καλύπτεται από το κοινό υπόβαθρο γεγονότων, ως έχει διαπιστωθεί ανωτέρω.

Αξιολόγηση μαρτυρίας ενάγοντα

 

Εν σχέση με τον ενάγοντα διαπιστώνω ότι κατέθεσε στη βάση των δικογραφημένων του ισχυρισμών. Ο ενάγων προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από αμεσότητα, καθαρότητα και ειλικρίνεια.

 

Μέσα από τη μαρτυρία του ενάγοντα δεν προκύπτει οτιδήποτε που να κατατείνει ότι προσπάθησε να αλλοιώσει την αλήθεια, όπως την αντιλαμβανόταν ο ίδιος.  Κρίνω ότι ο  Ενάγοντας είναι αξιόπιστος μάρτυρας και το Δικαστήριο μπορεί να βασισθεί στη μαρτυρία του για τη συναγωγή ευρημάτων επί γεγονότων.

 

Σαφώς όμως ισχυρισμοί που προέβαλε σχετικά με την έννοια των δημοσιευμάτων δεν μπορούν να είναι καθοριστικοί για την κρίση του Δικαστηρίου, ως έχει εξηγηθεί ανωτέρω. Τέλος οι ισχυρισμοί του περί το ότι, το τεκμήριο 6 έχει αποσταλεί σε διάφορα τμήματα της αστυνομίας με αποτέλεσμα να λάβουν γνώση τρίτα άσχετα πρόσωπα όπως γραμματείς, υπάλληλοι και κλητήρες δεν έχει υποστηριχθεί με μαρτυρία και αποτελεί προσωπική εικασία του ενάγοντα. Το Δικαστήριο δεν έχει διαπιστωθεί ότι η πιο πάνω θέση είναι ανειλικρινής. Αποτελεί μίαν ειλικρινή εικασία του μάρτυρα, η οποία όμως έμεινε χωρίς προσδιορισμό και χωρίς υποστήριξη. Έτσι παρέμεινε στο επίπεδο της εικασίας και δεν επαρκεί για την εξαγωγή σχετικού ευρήματος.

 

Αξιολόγηση μαρτυρίας εναγομένου

 

Το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του εναγομένου παρουσιάζει συνοχή αι πειστικότητα και επί της ουσίας δεν έχει αμφισβητηθεί, αφού αφορούσε και σχετιζόταν με γεγονότα που δεν αμφισβητούνται μεταξύ των διαδίκων, όπως η εμπειρία του τα ακαδημαϊκά του προσόντα και οι σχετικές δημοσιεύσεις στο τύπο κατά τον χρόνο των επιδίκων γεγονότων.

 

Πέραν από τα πιο πάνω, η θέση του ότι κατά την αποστολή του παραπονού του ενήργησε εντός της ιεραρχίας της αστυνομίας και συμμορφωμένος με πρακτική,  η οποία επιβάλλει επιστολές απευθύνονται στον πρόσωπο που απευθύνονται δια μέσου της ιεραρχίας, δεν έχει αμφισβητηθεί και επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο 18, που καταδεικνύει ότι ο εναγόμενος προώθησε την καταγγελία του δια μέσου της ιεραρχίας του σώματος που υπηρετεί. Επίσης, επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο 8 το οποίο είναι επιστολή οπού στάλθηκε εκ μέρους του Αρχηγού αστυνομίας και δια της οποίας διαβιβαζόταν, ως η ίδια η επιστολή καταγράφει, η καταγγελία του εναγόμενου.  Επομένως η θέση του ότι ενήργησε εντός της ιεραρχίας της αστυνομίας δεν έχει αμφισβητηθεί και υποστηρίζεται από την ενώπιον μου μαρτυρία.

 

Η θέση του όμως ότι αυτό επέβαλλαν και για την υπό κρίση περίπτωση, οι αστυνομικές διατάξεις έμεινε χωρίς υποστήριξη, αφού δεν έχουν προσκομιστεί οι σχετικές αστυνομικές διατάξεις. Το δε Δικαστήριο δεν αντλεί Δικαστική γνώση περί του περιεχόμενου αυτών. Συνεπώς το ότι αυτό επέβαλλαν οι αστυνομικές διατάξεις έμεινε ισχυρισμό χωρίς υποστήριξη. Όμως ουδέποτε τέθηκε ότι αυτό έγινε κακόπιστα. Το μόνο που τέθηκε ήταν ότι με την κοινοποίηση που προέβη ο εναγόμενος γνώριζε ότι θα διέρρεε στην αστυνομία. Ωστόσο, η πιο πάνω υποβολή παρέμεινε μετέωρος ισχυρισμός αφού δεν προσήχθη αντίστοιχη μαρτυρία, ότι δηλαδή διέρρευσε. Επομένως δέχομαι ότι ο εναγόμενος συμμορφώθηκε με ακολουθούμενη πρακτική πλην όμως δεν έχει προσαχθεί μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι όφειλε να το πράξει στην παρούσα υπόθεση. Βεβαίως το πιο πάν δεν πλήττει την αξιοπιστία του αλλά αφήνει ένα μέρος του ισχυρισμού του μετέωρο με τρόπο που να μην μπορεί να προσδοθεί βαρύτητα στο τέλος.

Συνεπώς κρίνω ότι ο εναγόμενος είναι αξιόπιστος μάρτυρας.

Το βασικό ζήτημα στο οποίο η μαρτυρία του ελέγχεται, είναι το ζήτημα των ισχυρισμών του που άπτονται της δημοσίευσης του τεκμηρίου 6. Ο εναγόμενος στην παράγραφο 33 της υπεράσπισής του, δήλωσε ότι η επίδικη επιστολή αφορά καταγγελία που υπέβαλλε ο ίδιος εναντίον του ενάγοντα. Παρά ταύτα, στην μαρτυρία του προσπάθησε να παρουσιάσει ότι απλώς ετοίμασε και διαβίβασε το Τεκμήριο 6 προς τους ανωτέρους του και ότι τελικά ο Αρχηγός της Αστυνομίας αποφάσισε όπως ετοιμαστεί η σχετική επιστολή. Παράλληλα, κατά την αντεξέτασή του, επέμεινε ότι η εν λόγω επιστολή, ήταν επιστολή του Υπευθύνου ΤΑΕ. Με τα πιο πάνω είναι προφανές ότι ο εναγόμενος προσπαθεί να αποστασιοποιηθεί από τη δημοσίευση της επίδικης επιστολής. Όμως η πιο πάνω θέση έρχεται σε αντίθεση με δικογραφημένο ισχυρισμό του, αφού ο ίδιος παρουσιάζει, στην υπεράσπισή του, την επίδικη επιστολή ως καταγγελία που γνωστοποίησε στον Γενικό Εισαγγελέα. Είναι προφανές, ότι κάποιο πρόσωπο που υποβάλλει καταγγελία, εκ των πραγμάτων δημοσιεύει αυτή και δεν μπορεί το ζήτημα να υποβαθμιστεί σε απλή ενημέρωση του Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου και του Αρχηγού αστυνομίας. Επιπλέον η πιο πάνω θέση αντικρούεται και από την ενώπιόν μου έγγραφη μαρτυρία. Ειδικότερα στο τεκμήριο 8, επιστολή διαβίβασης του παραπόνου, καταγράφεται ρητά ότι διαβιβάζεται επιστολή του υπεύθυνου ΤΑΕ Αμμοχώστου με την οποία (ο υπεύθυνος ΤΑΕ) καταγγέλλει τον ενάγοντα. Επομένως, ούτε το από το τεκμήριο 8, το οποίο αποτελεί επιστολή που στάλθηκε εκ μέρους του Αρχηγού αστυνομίας, προκύπτει ότι το παράπονο το υπέβαλε η αστυνομία. Αντιθέτως προκύπτει ότι έτυχε χειρισμού ως καταγγελία του υπευθύνου ΤΑΕ, ήτοι του εναγόμενου.

 

Περαιτέρω, είναι προφανές μέσα από το Τεκμήριο 6 ότι ο εναγόμενος μιλά και απευθύνεται προσωπικά ίδιος προς τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας υποβάλλοντας παράπονο. Επομένως, το τεκμήριο 6 είναι μια επιστολή που ετοιμάστηκε και στάλθηκε από τον ίδιο. Το εάν εγκρίθηκε η όχι από τους ιεραρχικά  ανωτέρους του δεν συνιστά ένδειξη ότι δεν στάλθηκε από τον εναγόμενο ή ότι ο εναγόμενος δεν προέβη σε δημοσίευση. Εάν η θέση της αστυνομίας Κύπρου ήταν ο ενάγοντας έπρεπε να καταγγελθεί πειθαρχικά θα το έπραττε η ίδια. Εδώ τέθηκε παράπονο από τον εναγόμενο. Τα πιο πάνω το μόνο που καταδεικνύουν είναι ότι η επιστολή τέθηκε υπόψιν των ανωτέρων του εναγόμενου στο πλαίσιο της ιεραρχίας  της αστυνομίας, θέση που έγινε δεκτή ανωτέρω.

 

Τέλος, μη πειστική είναι και η θέση του, ότι ο ίδιος δεν κοινοποίησε την επιστολή σε άλλα πρόσωπα. Εάν η πρόθεση του ήταν να παραδώσει δια χειρός την επιστολή στους ανωτέρους του, δεν θα πρόσθετε τα ονόματα που αναγράφονται στο κείμενο και θα προσέθετε την κοινοποίηση στον Προέδρο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου.

Συνεπώς, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ μερικώς στην μαρτυρία του εναγόμενου για την εξαγωγή ευρημάτων.

 

Ευρήματα

 

Στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών και της πιο πάνω αξιολόγησης, προχωρώ στη διατύπωση ευρημάτων ως προς τα γεγονότα της παρούσας  υπόθεσης.

 

Ο ενάγοντας είναι δικηγόρος και ασκεί την δικηγορία από το έτος 1995. Ο εναγόμενος ήταν ο υπεύθυνος του ΤΑΕ Αμμοχώστου και ο ανακριτής κατά τη διερεύνηση υπόθεσης φόνου εκ προμελέτης. Ο ενάγοντας εκπροσωπούσε 2 ύποπτα πρόσωπα τα οποία συνελήφθησαν και τέθηκαν υπό κράτηση. Κατά τον χρόνο του αιτήματος ανανέωσης του διατάγματος προσωποκράτησης, ο ενάγοντας εκπροσωπούσε εκ νέου τους 2 υπόπτους και ζήτησε από το Δικαστήριο όπως επιφυλάξει την απόφαση του για περίοδο 4 ημερών και σε αυτή την περίπτωση δεν θα υπήρχε ένσταση από μέρους του. Στις 21.07.20 ο ενάγοντας απέστειλε στα μέσα ενημέρωσης την επιστολή, τεκμήριο 5, ενημερώνοντας για το ότι αποφασίστηκε από την Νομική Υπηρεσία η μη καταχώρηση κατηγορητηρίου των 2 υπόπτων που εκπροσωπούσε. Στην εν λόγω επιστολή ο ενάγοντας ψέγει την εμμονή όπως την χαρακτήρισε του εναγόμενου σε σχέση με την εν λόγω υπόθεση. Έθεσε επιπλέον ότι ο εναγόμενος ενήργησε με στοχοπροσήλωση προς τους πελάτες του και ότι επέδειξε εμμονή προς αυτούς. Υπενθύμισε επίσης προς τον εναγόμενο ότι η διερεύνηση δεν είναι κάτι εγωιστικό ή προσωπικό. Ως προς τις δηλώσεις του ενάγοντα τοποθετήθηκε η Αστυνομία Κύπρου μέσω του τεκμηρίου 7. Κατόπιν των πιο πάνω ο εναγόμενος ετοίμασε το Τεκμήριο 6.  Το τεκμήριο στάλθηκε προς τον Γενικό Εισαγγελέα μέσω της ιεραρχίας της αστυνομίας, ήτοι διαμέσου του Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου και κατόπιν εγκρίσεως του Υπαρχηγού αστυνομίας. Η επιστολή κοινοποιήθηκε στον πρόεδρο του Παγκύπριου  Δικηγορικού Συλλόγου. Η καταγγελία τέθηκε ενώπιον του Γενικού Εισαγγελέα στις 19.8.2020 μέσω συνοδευτικής επιστολής του Α. Αγγελίδη εκ μέρους του Αρχηγού Αστυνομίας. Το πειθαρχικό συμβούλιο των δικηγόρων μέσω επιστολής του, ημερομηνίας 10.9.2020, ζήτησε τις θέσεις του ενάγοντα. Το πειθαρχικό συμβούλιο των δικηγόρων αποφάσισε ότι δεν δικαιολογείται η διεξαγωγή έρευνας. Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στον Α Αγγελίδη και στον ενάγοντα μέσω επιστολής του πειθαρχικού συμβουλίου, ημερομηνίας 7.10.2020. 

 

Νομική Πτυχή

 

Η έννοια της δυσφήμισης παρέχεται στο άρθρο 17 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ 148, το οποίο κωδικοποιεί τις αρχές του Κοινοδικαίου επί του θέματος.

 

Στο Σύγγραμμα των Αρτέμη – Ερωτοκρίτου Αστικά Αδικήματα,  Δίκαιο και Αποφάσεις τόμος 1, σελ. 62 αναφέρονται ποια στοιχεία πρέπει να αποδείξει ο Ενάγοντας  σε αγωγή για δυσφήμιση,  και τα οποία είναι τα ακόλουθα:

 

Α. Ότι το δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό

Β. Ότι τούτο αναφερόταν σε αυτόν

Γ. Ότι δημοσιεύτηκε.

 

Το επίπεδο απόδειξης των ισχυρισμών του εκάστοτε ενάγοντα βρίσκεται στο  επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής (2001) 1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).

 

Παράλληλα, αποτελεί καλά εμπεδωμένη αρχή ότι το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται  να πιθανολογεί σε επίπεδο εικασιών, ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Αντίθετα, η γνώση του Δικαστηρίου περιορίζεται στα γεγονότα αποδεικνύονται με μαρτυρία ή χωρεί δικαστική γνώση Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις   King's Development Co Ltd v. Πηλέα (2001) 1 ΑΑΔ 733, Ξενοφώντος ν. Κ.Ν Zoo Bar Restaurant Ltd  (2016) 1 ΑΑΔ 2786, και Ιακωβίδης ν. P & A Sfinakia Entertainment Ltd κ.ά, Πολιτική Έφεση 226Α /2018, ημερομηνίας 10.1.2025.

 

Συνεπώς η θέση του ενάγοντα ότι η επίδικη επιστολή, στην πορεία κοινοποίησής της στον αστυνομικό διευθυντή Αμμοχώστου, στον αρχηγό αστυνομίας και στον πρόεδρο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, έχει κοινοποιηθεί σε γραμματείς, υπαλλήλους και κλητήρες και ως εκ τούτου είχε λάβει μεγάλες διαστάσεις, δεν μπορεί να γίνει δεκτή και το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξάξει τέτοιο συμπέρασμα.

 

Επί της ουσίας, στην υπό κρίση υπόθεση η πλευρά του εναγόμενου αμφισβητεί το ότι η επίδικη επιστολή δημοσιεύθηκε και ότι έχει δυσφημιστικό περιεχόμενο. Το μοναδικό στοιχείο που δεν αμφισβητείται και προκύπτει αναντίλεκτα από το περιεχόμενο της επίδικης επιστολής είναι ότι αυτή αφορά το πρόσωπο του ενάγοντα.

 

Συνεπώς καταλήγω ότι η επίδικη αφορούσε το πρόσωπο του ενάγοντα και προχωρώ να εξετάσω τα υπόλοιπα στοιχεία του αστικού αδικήματος της δυσφήμισης.

 

Το κατά πόσο δημοσιεύθηκε η επίδικη επιστολή.

 

Στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander 12η έκδοση, Sweet & Maxwell, 2020, σελ. 213 γίνεται δεκτό ότι η δημοσίευση μπορεί να γίνει με πολλούς τρόπους. Περαιτέρω, υποδεικνύεται ότι τα λόγια που περιέχονται σε μια επιστολή ή ένα ηλεκτρονικό μήνυμα που αποστέλλεται σε τρίτο πρόσωπο διαβαστούν, θεωρείται ότι έχουν δημοσιευθεί.

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου εισηγήθηκε ότι η υπό κρίση υπόθεση εμπίπτει στην έννοια της επικοινωνίας εντός οργανισμού. Ο κ. Χριστοφή παρέπεμψε σχετικά στο σύγγραμμα του Π. Πολυβίου Η Δυσφήμιση στο Κυπριακό & Ευρωπαικό Δίκαιο σελ. 29 και στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander 13η έκδοση, σελ.265.

 

Αμφότερα τα συγγράμματα αναφέρονται στην περίπτωση όπου κάποιος υπάλληλος κάποιας εταιρείας ετοιμάζει ορισμένη  έκθεση ( report) για σκοπούς της εταιρείας και η οποία δεν διαβάζεται εκτός του οργανισμού. Σε τέτοια περίπτωση υποστηρίζεται, στα εν λόγω συγγράμματα, ότι δεν υφίσταται δημοσίευση.

 

Όμως, στην υπό κρίση υπόθεση ο εναγόμενος δεν ετοίμασε απλώς κάποια έκθεση για σκοπούς του οργανισμού. Υπέβαλε αίτημα - παράπονο προς το όργανο που ασκεί πειθαρχική εξουσία έναντι του ενάγοντα. Η επιστολή του δεν ετοιμάστηκε για σκοπούς του οργανισμού εντός του οποίου υπηρετεί, για να διαβαστεί αποκλειστικά εντός αυτού. Συνιστούσε υποβολή παραπόνου για διάπραξη πειθαρχικών παραπτωμάτων και απευθυνόταν σε όργανο άλλο από τον οργανισμό που υπηρετεί ο εναγόμενος. Μάλιστα το τεκμήριο 8, το οποίο είναι επιστολή του Α. Αγγελίδη εκ μέρους του Αρχηγού αστυνομίας δεν αναφέρει ότι είναι επιστολή του Αρχηγού αστυνομίας, αλλά είναι απλώς μια συνοδευτική επιστολή δια της οποίας ως η ίδια καταγράφει, διαβιβάζεται η επιστολή του εναγομένου.

 

Επομένως, η παρούσα διαφοροποιείται από την περίπτωση της επικοινωνίας εντός ενός οργανισμού που επικαλέστηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση είναι σαφές ότι ο εναγόμενος απηύθυνε την επιστολή – καταγγελία, τεκμήριο 6, προς τον Γενικό Εισαγγελέα. Επίσης η επιστολή κοινοποιήθηκε στον Πρόεδρο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου. Περαιτέρω κατέστησαν κοινωνοί του περιεχόμενου της ο αστυνομικός διευθυντής Αμμοχώστου και ο υπαρχηγός αστυνομίας. Το πειθαρχικό όργανο των δικηγόρων εξέτασε το ενδεχόμενο διερεύνησης του παραπόνου και το απέρριψε. Συνεπώς, προκύπτει ότι διαβάστηκε και από το όργανο προς το οποίο στάλθηκε.

 

Υπό το φως των πιο πάνω, πληρούνται όλα τα συστατικά της έννοιας της δημοσίευσης. Επομένως, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η επίδικη επιστολή δημοσιεύθηκε.

 

Συνακόλουθα απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό.

 

Η έννοια της δυσφήμισης υπό το άρθρο 17 (1) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου

 

Το άρθρο 17 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ 148, διαλαμβάνει τα ακόλουθα :

 

«17.(1) Η δυσφήμηση συνίσταται στη δημοσίευση από οποιοδήποτε πρόσωπο με έντυπο, γραπτό, ζωγραφιά, ομοίωμα, χειρονομίες, λόγια ή άλλους ήχους, ή με κάθε άλλο μέσο οποιασδήποτε φύσης, περιλαμβανομένης και της εκπομπής με ασύρματη τηλεγραφία, δημοσιεύματος το οποίο –

(α)  αποδίδει σε άλλο πρόσωπο έγκλημα. ή

(β) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο ανάρμοστη συμπεριφορά σε δημόσια θέση. ή

(γ) εκ φύσεως τείνει στο να βλάψει ή να επηρεάσει με δυσμένεια την υπόληψη άλλου προσώπου στο επάγγελμα, επιτήδευμα, την εργασία, απασχόληση ή τη θέση του. ή

(δ) ενδέχεται να εκθέσει άλλο πρόσωπο σε γενικό μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη.  ή

(ε) ενδέχεται να προκαλέσει την αποστροφή ή αποφυγή οποιουδήποτε προσώπου από άλλους. 

 

Η κρίση του κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι ή όχι δυσφημιστικό εναπόκειται πάντοτε στο Δικαστήριο, το οποίο κρίνει το  όλο ζήτημα ως θέμα πραγματικό, αποδίδοντας στις λέξεις ή φράσεις που χρησιμοποιούνται στο κείμενο τη συνήθη και φυσική τους έννοια. Δεν έχει σημασία για την εξαγωγή του συμπεράσματος, κατά πόσο ένα κείμενο είναι ή όχι δυσφημιστικό, τυχόν μαρτυρία που δίνεται από διάφορα άτομα για την ερμηνεία, νόημα ή γενική έννοια του κειμένου. Σχετικά  Tassos Papadopoullos v. Kyrix Publishing Co. Ltd (ανωτέρω) και Γαληνιώτης Eλευθέριος ν. Eκδοτικός Oίκος Δίας Λτδ και Άλλης (ανωτέρω).

 

Στη θεμελιακή απόφαση Eκδόσεις Aρκτίνος ν. Δώρου Γεωργιάδη, (2011) 1 Α.Α.Δ. 407, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για να κατηγοριοποιηθεί κάποιο δημοσίευα ως δυσφημιστικό :

 

«το κριτήριο αν ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό είναι κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος προς τον οποίο απευθύνεται το κείμενο θα μπορούσε να το αντιληφθεί κατά δυσφημιστικό τρόπο και όχι να αποδώσει απλώς ο ίδιος ο ενάγων ένα δυσφημιστικό νόημα στο δημοσίευμα θεωρώντας τον εαυτό του θιγμένο ενώ το κείμενο μπορεί να είναι δεκτικό και άλλων αθώων ερμηνειών. Κατά την εξέταση του κειμένου, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την ετυμολογία συγκεκριμένων λέξεων αλλά εξετάζει το κείμενο στην ολότητά του με αναφορά στον χρόνο και τον τόπο του δημοσιεύματος αλλά και την κρατούσα κοινή γνώμη για το θέμα. Στον Gatley on Libel and Slander, 11η έκδ., σελ. 103 αναφέρονται τα εξής:

…………………………………………………………………………………

Σε ελεύθερη μετάφραση:

 

«Η γενική προσέγγιση: Κατά την απόφαση ως προς το νόημα, το δικαστήριο δεν καθορίζει την πραγματική σημασία των λέξεων, αλλά προσδιορίζει τα ακραία όρια του δυνατού εύρους των εννοιών και θέτει τους «βασικούς κανόνες» για τη δίκη.

 

Έτσι, στην υπόθεση Shah v. Standard Chartered Bαnk, οι ισχυρισμοί ήταν ικανοί να αποδώσουν το νόημα ότι οι ενάγοντες ήταν  ένοχοι για ξέπλυμα χρήματος· αλλά η χρήση των διαφόρων διακριτικών λέξεων όπως "κατ' ισχυρισμόν" ή "προφανώς" σήμαινε εναλλακτικά ότι δεν μπορούσαν να προσδώσουν τίποτε περισσότερο πέραν της εύλογης υποψίας. Η φύση του θέματος έχει συνοψιστεί ως εξής (οι αναφορές παραλείπονται):

 

«(1) Η βασική αρχή είναι η λογική. (2) Ο υποθετικός λογικός αναγνώστης δεν είναι αφελής αλλά ούτε υπερβολικά καχύποπτος. Μπορεί να διαγιγνώσκει. Μπορεί να αντιληφθεί ένα υπονοούμενο πιο εύκολα από ότι ένας δικηγόρος και μπορεί να ενδώσει σε ένα πιο χαλαρό (ελεύθερο) τρόπο σκέψης αλλά πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ένας άνθρωπος που δεν διψά για σκάνδαλα και ως κάποιος που δεν επιλέγει ή δεν θα πρέπει να επιλέγει μόνο την κακή σημασία, όπου υπάρχουν άλλες μη δυσφημιστικές σημασίες. (3) Υπερβολικά λεπτομερής ανάλυση είναι καλύτερα να αποφεύγεται. (4) Η πρόθεση του δημοσιεύοντος είναι άσχετη. (5) Το άρθρο πρέπει να αναγνωστεί ως σύνολο και «το δηλητήριο με το αντίδοτο» να συνεξεταστούν. (6) Ο υποθετικός αναγνώστης θεωρείται αντιπροσωπευτικός εκείνων που θα διάβαζαν το επίμαχο δημοσίευμα. (7) Οριοθετώντας το φάσμα των επιτρεπτών δυσφημιστικών σημασιών, το δικαστήριο θα πρέπει να αποκλείει κάθε έννοια η οποία μπορεί να προκύψει μόνο και μόνο ως παράγωγο ορισμένης παρατραβηγμένης, εξαναγκαστικής ή εντελώς παράλογης ερμηνείας. (8) Επομένως, δεν αρκεί να πούμε ότι, από ορισμένους, οι λέξεις θα μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές ως δυσφημιστικές.»

 

Η φύση του αστικού αδικήματος της δυσφήμησης καθώς και τα έννομα αγαθά που σταθμίζονται έχουν συγκεφαλαιωθεί με ενάργεια από το Ανώτατο Δικαστήριο στην πρόσφατη υπόθεση Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά. ν. Δρουσιώτη, Πολιτική Έφεση 355/2015, ημερομηνίας 17.11.2025, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:

«Κεντρικό αντικείμενο του αστικού αδικήματος της δυσφήμισης είναι η προστασία της υπόληψης και της φήμης ενός προσώπου. Η φήμη και η υπόληψη κάποιου προσώπου, σχετίζονται άρρηκτα με την κοινωνική αξιολόγηση κάποιου προσώπου από άλλα πρόσωπα, την εντύπωση δηλαδή που έχει για κάποιο άτομο, το κοινωνικό σύνολο ή μερίδα του, ειδικότερα ο μέσος συνετός άνθρωπος. Παράλληλα, δεδομένη είναι η σπουδαιότητα του δικαιώματος της ελευθερίας του λόγου, της λήψης και μετάδοσης πληροφοριών και ιδεών. Είναι γι' αυτό το λόγο που η εξασφάλιση και η διατήρηση της ελευθερίας έκφρασης, και μέσω του τύπου, είναι κεφαλαιώδους σημασίας σε μια σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία. Ως σημειώθηκε μεταξύ άλλων στην υπόθεση Μακάριος Δρουσιώτης v. Νικόλας Παπαδόπουλος (2012) 1 Α.Α.Δ. 102, με μια ελεύθερη και τολμηρή δημοσιογραφία είναι δυνατό να διορθωθούν πολλά κακώς έχοντα σε μια σύγχρονη κοινωνία.

Η εξισορρόπηση δικαιωμάτων που διασφαλίζονται τόσο από το Σύνταγμα της Δημοκρατίας όσο και από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, όπως το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης αφενός και της προάσπισης της αξιοπρέπειας και της τιμής του ανθρώπου αφετέρου, αποτελεί αναγκαιότητα για τα Δικαστήρια. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι η σύγχρονη τάση είναι ο «περιορισμός» του δικαιώματος της φήμης προς όφελος του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης αποδίδοντας στο τελευταίο ιδιαίτερη αξία. Ειδικότερα, στις περιπτώσεις που αφορά δημόσια πρόσωπα και ευρύτερα το δημόσιο συμφέρον. Η ελευθερία της έκφρασης, όπως υποδεικνύεται στις Εκδ. Αρκτίνος Λτδ v. Παπαευσταθίου (2007) 1(Β) Α.Α.Δ. 856, συνιστά ένα από τα ουσιαστικά θεμέλια της δημοκρατικής κοινωνίας και μια από τις βασικές προϋποθέσεις για την πρόοδο της. Αυτό απαιτεί ο πλουραλισμός, η ανεκτικότητα και η ευρύτητα πνεύματος, χωρίς τις οποίες δεν υπάρχει δημοκρατική κοινωνία».

 

Στην Κυριάκου ν. Λουκαΐδη, Πολιτική Έφεση 103/2014, ημερομηνίας 18.12.2020, ECLI:CY:AD:2020:A450, με αναφορά τόσο στην κυπριακή νομολογία όσο και στη νομολογία του ΕΔΑΔ, επεξηγήθηκε ότι η ελευθερία της έκφρασης, συνιστά ένα από τα ουσιαστικά θεμέλια της δημοκρατικής κοινωνίας. Το δε νοηματικό της εύρος δεν εξαντλείται σε πληροφορίες και ιδέες που είναι αρεστές, μη εχθρικές ή αδιάφορες, αλλά, ιδίως, και σε αυτές που είναι προσβλητικές, εκπλήττουν ή ενοχλούν.

 

Σχετικές, επίσης, είναι και οι αποφάσεις Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ v. Παπαευσταθίου (2007) 1(Β) Α.Α.Δ. 856 και  Δίας (Εκδοτικός Οίκος) Δημόσια Λτδ και Άλλος ν. Κώστα Γενάρη (2011) 1 ΑΑΔ 1952 και Ο Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Σωτήρης (Άκης) Παπασάββας Πολιτική Έφεση 206/2018, ημερομηνίας 23.12.2025.

 

Επιπρόσθετα η εξέταση του κατά ποσό το εκάστοτε επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό συναρτάται με το πρόσωπο του ενάγοντα, αφού όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Kωνσταντίνου ν. Kαραμεσίνη (2011) 1 ΑΑΔ 715, η επιτρεπόμενη και ανεκτή κριτική είναι μεγαλύτερης εμβέλειας, όταν απευθύνεται σε δημόσια πρόσωπα, παρά σε ιδιώτες. Σχετική επίσης είναι η απόφαση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Παπαευσταθίου (ανωτέρω).

 

 Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι το κριτήριο για την κατάταξη ενός δημοσιεύματος ως δυσφημιστικού δεν είναι στατικό αλλά συναρτάται με σωρεία παραγόντων μεταβλητών σε κάθε υπόθεση, όπως το ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο δημοσιεύθηκε και οι οποιεσδήποτε αναφορές δεν εξετάζονται μεμονωμένα αλλά ως μέρος του συνολικού κειμένου, σε συνάρτηση πάντα με το πρόσωπο του Ενάγοντα.

 

 Περαιτέρω προκύπτει ως αρχή, ότι η αρχή του σεβασμού της ελευθερίας της έκφρασης εκτείνεται και προστατεύει και ιδέες που είναι ενοχλητικές ή προσβλητικές. Σε κάθε περίπτωση όμως η δυνατότητα έκφρασης και εκφοράς ιδεών που ενοχλούν ή προσβάλλουν, δεν μπορεί να επεκτείνεται σε βαθμό που να θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος της προσωπικότητας του ατόμου είτε αυτό είναι δημόσιο πρόσωπο είτε όχι.

 

Υπό το φως των πιο πάνω αρχών θα προχωρήσω να εξετάσω πρώτα εάν το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό και σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, το κατά πόσο  τυγχάνουν εφαρμογής οι υπερασπίσεις που επικαλούνται οι Εναγόμενοι.

 

Το επίδικο Δημοσίευμα.

 

Ως προς το επίδικο δημοσίευμα σημαντικό είναι να τονισθεί ότι, τόσο από την έκθεση Απαίτησης όσο και από την αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων του ενάγοντα, προκύπτει ότι αυτός στηρίζει τη θέση περί δυσφήμισης στη φυσική και συνήθη έννοια των λέξεων και στη συμπερασματική ή δευτερεύουσα έννοια των λέξεων (ψευδοϋπαινιγμός).

 

Το επίδικο δημοσίευμα συνολικά αναφέρεται σε γεγονότα που αφορούν τον ενάγοντα. Αποδίδεται στον ενάγοντα ότι προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο και ότι οι ενέργειες του ήταν ανέντιμες και αήθεις και πέραν από κάθε όριο δεοντολογίας.

 

Δεν διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι το επίδικο κείμενο είναι συνταγμένο ως επιστολή καταγγελίας για ανάρμοστη συμπεριφορά. Παράλληλα, όμως, δεν διαφεύγει το γεγονός ότι οι επίδικες αναφορές συνιστούν αξιολογικές κρίσεις του εναγόμενου που αποδίδονται  ως γεγονότα στον ενάγοντα. Το γεγονός ότι περιλαμβάνονται σε κείμενο καταγγελίας δεν τις εμποδίζει από το να έχουν δυσφημιστικό νόημα. Είναι ένα θέμα να παρατίθενται γεγονότα στη βάση των οποίων κατά την κρίση του καταγγέλλοντος να συνιστούν πειθαρχικά παραπτώματα και άλλο να αποδίδονται συγκεκριμένες ιδιότητες. Έτσι παρά το γεγονός ότι οι επίδικες αναφορές καταγράφονται σε κείμενο καταγγελίας θα πρέπει να εξεταστούν και να κριθεί το κατά πόσο συνιστούν δυσφήμησης.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση ο καταγγελλόμενος ήταν δικηγόρος. Ως προς τον ρόλο του δικηγόρου και το επίπεδο άσκησης του λειτουργήματός του διαφωτιστική είναι η απόφαση Πετράκη v. Πειθαρχικού Συμβουλίου των Δικηγόρων (2000) 1 ΑΑΔ 1456, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Το επάγγελμα του δικηγόρου είναι ένα από τα ύψιστα κοινωνικά λειτουργήματα. Τα αυστηρά ήθη του επαγγέλματος πρέπει να τηρούνται και να διαφυλάσσονται. Η όποια χαλάρωση των κανόνων δεοντολογίας που διέπουν ή που άπτονται του δικηγορικού επαγγέλματος αντανακλαστικά δημιουργεί δυνητικό κίνδυνο αποσταθεροποίησης του ευρύτερου συστήματος απονομής της δικαιοσύνης του οποίου αναπόσπαστο μέρος είναι οι δικηγόροι.»

 

Περαιτέρω, ο δικηγόρος,  σύμφωνα με τους κανονισμούς δεοντολογίας των δικηγόρων, έχει υποχρέωση να βοηθά και να μην παραπλανά  το Δικαστήριο.  Όπως έχει θέσει το ζήτημα ο Lord Denning στην υπόθεση Tombling v. Universal Buld Company Ltd (1951) 2 TLR 289:

 

« In the administration of Justice must not deceive or knowingly or recklessly mislead the Court, either on the facts or the law. »

 

Σχετικά, επίσης, είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα του Τ. Ηλιάδη Δικηγορική Δεοντολογία, σελ. 163-169, όπου γίνεται παραπόμπη στην πιο πάνω υπόθεση.

 

Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι το λειτούργημα του δικηγόρου απαιτεί και προϋποθέτει υψηλή προσήλωση στην τήρηση των κανονισμών δεοντολογίας, ενώ παράλληλα ο δικηγόρος ως συλλειτουργός στην απονομή της δικαιοσύνης οφείλει να μην παραπλανεί το Δικαστήριο και να τηρεί τα αυστηρά ήθη του επαγγέλματος.

 

Επομένως, το να αποδίδεται προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου από δικηγόρο συνιστά δυσφήμιση προς αυτόν, αφού αποδίδει σε αυτόν ότι δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις του ως συλλειτουργού στην απονομή της δικαιοσύνης.

 

Περαιτέρω, το να χαρακτηρίζεται η συμπεριφορά ενός δικηγόρου ως  ανέντιμη και ως αήθης αποτελεί στοιχείο που στρέφεται κατά του ηθικού υποβάθρου του συνηγόρου και πλήττει την υπόστασή του ως συλλειτουργού στην απονομή της δικαιοσύνης. Επιπροσθέτως, το να υπονοείται ότι κάποιος δικηγόρος στοχοποιεί τον υπεύθυνο ΤΑΕ στον υπόκοσμο υπονοεί ότι ο συνήγορος ενεργεί με αλλότρια κίνητρα ή ότι δεν έχει συναίσθηση του θεσμικού του ρόλου στην απονομή της δικαιοσύνης.

 

Συνολικά ορώμενες,  οι επίδικες αναφορές συνιστούν δυσφημιστικά σχόλια για τον ενάγοντα, αφού έχουν την έννοια πως  η συμπεριφορά του και οι ενέργειες του δεν συνάδουν με τα αυστηρά ήθη του δικηγορικού επαγγέλματος και αφίστανται του επίπεδου ήθους και εντιμότητας που πρέπει να χαρακτηρίζει κάποιον δικηγόρο.

 

Συνεπώς κρίνω ότι το επίδικο δημοσίευμα έχει δυσφημιστικό περιεχόμενο για τον ενάγοντα.

 

Η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη.

 

Ο εναγόμενος στην υπεράσπισή του ισχυρίστηκε ότι η επίδικη επιστολή καλύπτεται από την υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη.

 

Η σχετική υπεράσπιση προβλέπεται στο άρθρο 21(1α) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα :

 

«Η δημoσίευση δυσφημηστικoύ δημoσιεύματoς είvαι πρovoμιoύχα, υπό τηv επιφύλαξη ότι έγιvε καλή τη πίστει, στις ακόλoυθες περιπτώσεις, δηλαδή-

(α) αv η σχέση μεταξύ τoυ πρoσώπoυ από τo oπoίo και τoυ πρoσώπoυ πρoς τo oπoίo έγιvε η δημoσίευση είvαι τέτoια ώστε τo πρόσωπo πoυ δημoσίευσε vα τελεί υπό voμικό, ηθικό ή κoιvωvικό καθήκov vα δημoσιεύσει αυτό πρoς τo πρόσωπo πρoς τo oπoίo έγιvε η δημoσίευση και o τελευταίoς έχει αvτίστoιχo συμφέρov στη λήψη τoυ δημoσιεύματoς ή τo πρόσωπo πoυ δημoσίευσε έχει έvvoμo πρoσωπικό συμφέρov πoυ χρειάζεται πρoστασία, και τo πρόσωπo πρoς τo oπoίo έγιvε η δημoσίευση τελεί υπό αvτίστoιχo voμικό, ηθικό ή κoιvωvικό καθήκov vα πρoστατεύσει τo εv λόγω συμφέρov.»

 

Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι θεμελιακές έννοιες της υπεράσπισης του προνομίου υπό επιφύλαξη είναι οι έννοιες του «δικαιώματος», του «καθήκοντος» και του «συμφέροντος». Σαφώς όμως οι έννοιες που ενεργοποιούν την επίκληση του προνομίου θα πρέπει να έχουν αντικειμενικό έρεισμα. ( Βλ. Το Σύγχρονο Δίκαιο της Δυσφήμισης (ανωτέρω) σελ. 294.)

 

Επιπλέον δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ο σκοπός που καθιερώθηκε η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander 12η  έκδοση ( ανωτέρω) σελ. 577:

 

«It was in the public interest that the rules of our law relating to privileged occasions and privileged communications were introduced, because it is in the public interest that persons should be allowed to speak freely on occasions when it is their duty to speak, and to tell all they know or believe, or on occasions when it is necessary to speak in the protection of some (self or) common interest.»

 

Ουσιαστικά, λοιπόν, νομιμοποιητική βάση της υπό  συζήτηση υπεράσπισης είναι  το δημόσιο συμφέρον, αφού η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος επιβάλλει  να επιτρέπεται στα άτομα να μιλούν ελεύθερα σε περιπτώσεις όπου είναι καθήκον τους να μιλήσουν και να πουν όλα όσα γνωρίζουν ή πιστεύουν, ή σε περιπτώσεις όπου είναι απαραίτητο να μιλήσουν για την προστασία κάποιου κοινού συμφέροντος.

 

Το εύρος της υπό συζήτηση υπεράσπισης εξετάστηκε στη θεμελιακή απόφαση στην υπόθεση Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ. ν. Αλωνεύτη (2002) 1 ΑΑΔ 1863, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά :

 

«Κατά πόσο ισχύει η υπεράσπιση, η οποία συναρτάται με την ύπαρξη υποχρέωσης μετάδοσης των πληροφοριών από το μεταδίδοντα και δικαιώματος λήψης αυτών από τον πληροφορούμενο, εξαρτάται από σειρά παραγόντων, που έχουν σχέση με τη φύση των πληροφοριών, το ενδιαφέρον του δημοσίου για το ζήτημα, την πηγή των πληροφοριών, τη λήψη μέτρων προς εξακρίβωση της αλήθειας τους και το κατά πόσο ζητήθηκε από το υποκείμενο του δημοσιεύματος ο σχολιασμός των γραφομένων.  Προέχει η ελευθερία του λόγου και το δικαστήριο δεν πρέπει εύκολα να άγεται σε απόφαση ότι το δημόσιο δεν είχε συμφέρον να πληροφορηθεί περί του αντικειμένου του δημοσιεύματος σε περίπτωση αμφιβολίας, η πλάστιγγα πρέπει να κλίνει υπέρ της ελευθερίας του λόγου.»

 

Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση "Αλήθεια" Εκδοτική Εταιρεία Λτδ ν. Thamira Food Manufacturers Ltd (2012) 1 ΑΑΔ 2276, παρατηρείται η τάση για διεύρυνση των ορίων της υπεράσπισης του προνομίου υπό επιφύλαξη. Το Δικαστήριο υπέδειξε, επίσης, με αναφορά στη σχετική Νομολογία του ΕΔΑΔ και των χωρών του Κοινοδικαίιου, ότι υφίσταται συνεχής τάση διεύρυνσης των ορίων της ελευθερίας του λόγου και του περιορισμού του πεδίου των παρεκκλίσεων που προνοούνται για το δικαίωμα.

 

Ως προς την έννοια του ενδιαφέροντος διαφωτιστική είναι η απόφαση Αλήθεια" Εκδοτική Εταιρεία Λτδ ν. Thamira Food Manufacturers Ltd ( ανωτέρω) όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, ερμηνεύοντας την έννοια του όρου «ενδιαφέρον» για σκοπούς  της υπό εξέταση υπεράσπισης, ανέφερε  τα εξής :

 

«Περαιτέρω, θα πρέπει το θέμα στο οποίο αφορά η δημοσίευση να είναι ζήτημα το οποίο ο εναγόμενος έχει υποχρέωση ή καθήκον να δημοσιοποιήσει και σε σχέση με το οποίο ο αποδέκτης της δημοσίευσης έχει κάποιου είδους καθήκον ή ενδιαφέρον. Η λέξη «ενδιαφέρον» υποδηλώνει στοιχείο το οποίο μπορεί να τύχει νομικής αναγνώρισης. Η απλή περιέργεια ή επιθυμία πληροφόρησης που δεν συνδέεται με στοιχείο που να έχει αυτά τα χαρακτηριστικά δεν αρκεί.»

 

Όπως προκύπτει από τη νομολογία για την επιτυχή επίκληση της υπό συζήτηση υπεράσπισης, θα πρέπει να υφίσταται σχέση αμοιβαιότητας μεταξύ του προσώπου που έχει καθήκον πληροφόρησης και του προσώπου που έχει συμφέρον στην πληροφόρηση. Ο πρώτος θα πρέπει τελεί υπό νομικό, ηθικό-κοινωνικό καθήκον να δημοσιεύσει προς τον δεύτερο ο οποίος πρέπει να έχει αντίστοιχο συμφέρον στη λήψη του δημοσιεύματος. Παράλληλα, η έννοια του συμφέροντος είναι ευρύτερη της επιθυμίας όπως αποδέκτης της πληροφορίας απλώς να γνωρίζει από διάθεση κουτσομπολιού, αλλά έχει ως βάση την έγνοια για μια κοινότητα. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Λεωνίδου κ.ά ν. Κυριάκου κ.ά, Πολιτική Έφεση 305/13, ημερομηνίας 20.7.21, ECLI:CY:AD:2021:A353, και στην απόφαση Χατζηγιάννη ν. Pitsillides Trading Co Ltd, Πολιτική Έφεση 341/2014, ημερομηνίας 22.5.2023, ECLI:CY:AD:2023:A177

 

Περαιτέρω, ως προς την έννοια του καθήκοντος προς δημοσίευση  διαφωτιστικό είναι το σύγγραμμα Street on Torts 16η έκδοση, Oxford University Press, 2021, σελ. 554, όπου καταγράφονται τα ακόλουθα:

 

«The list of moral and social duties is virtually endless and includes, for example, answers to confidential inquiries about employees, protection by a solicitor of his client’s interests, and supplying information about credit. »

 

Στην υπό κρίση υπόθεση το βασικό επιχείρημα που αναπτύχθηκε είναι το ότι η επίδικη επιστολή, ως επιστολή καταγγελίας προς το αρμόδιο πειθαρχικό όργανο, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της υπεράσπισης του προνομίου υπό επιφύλαξη.

 

Σε σχέση με την υποβολή καταγγελίας προς το συμβούλιο των δικηγόρων διαφωτιστική είναι η απόφαση Lincoln v. Daniels [1962] 1 Q.B. 237. Στην εν λόγω υπόθεση εξεταζόταν το κατά πόσο η επιστολή καταγγελίας έδινε έρεισμα στο απόλυτο προνόμιο. Στις σελίδες 251 -252 της απόφασης, με παραπομπή στην απόφαση Lilley v. Roney, τέθηκαν τα ακόλουθα:

 

«In Lilley v. Roney, absolute privilege was extended to a letter of complaint against a solicitor in respect of his professional conduct forwarded to the Registrar of the Incorporated Law Society. The letter with an affidavit was in accordance with the form laid down in the rules for setting in motion the judicial proceedings. A letter written to the Bar Council does not initiate proceedings and therefore is not within the absolute *252 privilege accorded to the form of complaint and other documents in the case. Nothing at all may arise out of it of any such nature. The same may be true of a letter written direct to an Inn of Court. The qualified privilege is sufficient at that stage to protect the writer and anyone who gives preliminary consideration to the matter involved

            ( η υπογράμμιση είναι του παρόντος δικαστηρίου)

 

 Περαιτέρω, ο Δικαστής  Danckwerts στη σελίδα 269 της απόφασης ανέφερε τα ακόλουθα:

 

«No doubt the making of a complaint to the Bar Council or its Secretary, as the proper officer to receive the complaint, would attract qualified privilege, but I can find no ground for conferring the immunity of absolute privilege. »

 

Προκύπτει από τα πιο πάνω πως κάποια επιστολή καταγγελίας ως προς τη συμπεριφορά κάποιου δικηγόρου μπορεί να μην προστατεύεται από το απόλυτο προνόμιο, αλλά, κατ’ ελάχιστον, προστατεύεται από το προνόμιο υπό επιφύλαξη.

 

Στην κυπριακή νομολογία ως προς το ειδικότερο ζήτημα της υποβολή καταγγελίας ή παραπόνου προς το εκάστοτε αρμόδιο τμήμα ή οργανισμό σημαντική είναι η απόφαση Χατζηλάμπρη ν. Πετεινού (2010) 1 ΑΑΔ 1022. Στην εν λόγω υπόθεση η ενέργεια του εναγόμενου να απευθυνθεί με επιστολή προς την επίτροπο διοικήσεως υποβάλλοντας παράπονο ότι ο εκεί ενάγοντας, Τεχνικός στο Τμήμα Πολεοδομίας και οικήσεως Πάφου - δεν εκτελούσε ορθά τα καθήκοντά του, κρίθηκε ότι ενέπιπτε στο πεδίο της υπεράσπισης του προνομίου υπό επιφύλαξη.

 

Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου εισηγήθηκε ότι στην υπό κρίση υπόθεση, το τεκμήριο 6, συνιστά απάντηση σε επίθεση που δέχθηκε ο εναγόμενος και ως εκ τούτου συντρέχει η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη, η οποία εγείρεται και στην περίπτωση απάντησης σε επίθεση.

 

Όντως, όπως καταγράφεται στο σύγγραμμα Street on Torts 16η έκδοση (ανωτέρω) σελ. 555, το προνόμιο υπό επιφύλαξη καλύπτει και την περίπτωση δημοσίευσης απάντησης σε επιθέσεις κατά της φήμης του εκάστοτε προσώπου.

 

Όπως αναπτύσσεται στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander 12η έκδοση ( ανωτέρω), σελ. 617 ειδικότερη κατηγορία όπου συντρέχουν οι προϋποθέσεις του προνομίου υπό επιφύλαξη είναι η περίπτωση της απάντησης σε προηγούμενη επίθεση. Ειδικότερα τίθενται τα ακόλουθα:

 

«Similar to the principle in the last paragraph is one whereby a person whose character or conduct has been attacked is entitled to answer such attack, and any defamatory statements he may make about the person who attacked him will be privileged, provided they are published bona fide and are fairly relevant to the accusations made. »

 

Στην πιο πάνω αρχή εύστοχα και με επάρκεια παρέπεμψε και ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου με αναφορά στην 13η έκδοση του συγγράμματος Gatley on Libel and Slander.

 

Με γνώμονα τα πιο πάνω θα εξετάσω το κατά πόσο υπό τα γεγονότα της παρούσας οι επίδικες αναφορές εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του προνομίου υπό επιφύλαξη.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση ο ενάγων είναι δικηγόρος και υπόκειται στον πειθαρχικό έλεγχο του πειθαρχικού συμβουλίου των δικηγόρων. Πρόεδρος του πειθαρχικού συμβουλίου είναι ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας. Η πειθαρχική δίκη συνιστά οιονεί ποινική διαδικασία Φιλίππου ν. Πειθαρχικού Συμβουλίου (2000) 1 ΑΑΔ 1839 και Ρ.Σ. ν. Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων, Πειθαρχική Έφεση 4/2022, ημερομηνίας 29.9.2025.

 

Η επιστολή στην οποία περιέχονταν οι δυσφημιστικές δηλώσεις αποτελούσε επιστολή υποβολής παραπόνου προς το αρμόδιο πειθαρχικό όργανο των δικηγόρων. Ο εναγόμενος απέδιδε στον ενάγοντα συγκεκριμένα πειθαρχικά παραπτώματα όπως την προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου και την επίδειξη αήθους συμπεριφοράς.

 

Περαιτέρω, ο εναγόμενος ήταν ο υπεύθυνος του ΤΑΕ Αμμοχώστου και εξεταστής σε σοβαρές ποινικές που είχαν δει τότε το φως της δημοσιότητας. Ο δε ενάγοντας συνήγορος υπεράσπισης προσώπων που προσήχθησαν στο  Δικαστήριο στο πλαίσιο της τότε διερεύνησης. Επιπλέον, ο εναγόμενος ήταν ο εξεταστής που συμμετείχε στη διαδικασία προσωποκράτησης. Κατά την πιο πάνω διαδικασία ο εναγόμενος αντιλήφθηκε ενέργειες του ενάγοντα, που κατά τη θέση του, αφίστανται του επιπέδου δεοντολογίας που αναμένεται από κάποιο δικηγόρο. Η βασική εξ αυτών ήταν η θέση πως η εισήγηση τότε του ενάγοντα προς το δικαστήριο να αναβληθεί η υπόθεση για περίοδο πέραν των τριών ημερών, συνιστούσε προσπάθεια παραπλάνησης. Επίσης, θεώρησε ότι η μετέπειτα συμπεριφορά του ενάγοντα, ως ο ίδιος την αντιλήφθηκε, μέσω της δημοσίευσης τεκμήριο 5,  δεν ήταν ανάλογη του επιπέδου ήθους και δεοντολογίας που πρέπει να χαρακτηρίζει κάποιον δικηγόρο.  Στη βάση των πιο πάνω κατήγγειλε την, κατά τη θέση του, αντιδεοντολογική συμπεριφορά του ενάγοντα στο αρμόδιο πειθαρχικό σώμα των δικηγόρων. Καθίσταται, λοιπόν, προφανές ότι ο εναγόμενος ως πρόσωπο που ενεπλάκη στη διερεύνηση και στις δικαστικές διαδικασίες είχε καθήκον και δικαίωμα στη δημοσίευση. Ο δε Γενικός Εισαγγελέας ως πρόεδρος του πειθαρχικού σώματος είχε δικαίωμα στην πληροφόρηση.

 

Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις η υποβολή παραπόνου από τον ενάγοντα προς τον πρόεδρο του πειθαρχικού σώματος των δικηγόρων συνιστά πράξη που εμπίπτει, κατ’ αρχήν, στο πεδίο εφαρμογής του προνομίου υπό επιφύλαξη.

 

Ανεξάρτητα από την πιο πάνω κατάληξή μου, προχωρώ να εξετάσω το κατά πόσο οι επίδικη δημοσίευση εμπίπτει στο πεδίο του προνομίου υπό επιφύλαξη ως απάντηση σε επίθεση που δέθηκε ο εναγόμενος.

 

Επί του προκειμένου, σημειώνω ότι οι ενέργειες του εναγόμενου έτυχαν κριτικής στον ημερήσιο τύπο, αφού δημοσιεύτηκε η επιστολή ενάγοντα, τεκμήριο 5, στην οποία ο ενάγοντας αναφέρονταν σε διάφορες κατ’ ισχυρισμό παραλείψεις ή εμμονές του εναγόμενου στη διερεύνηση. Μεταξύ άλλων καταλογιζόταν στον εναγόμενο ως ανακριτή ότι ενεργούσε με στοχοπροσήλωση έναντι συγκεκριμένων προσώπων. Επομένως, οι ενέργειες του εναγομένου ως ανακριτική και ως υπευθύνου ΤΑΕ έτυχαν δημόσιας κριτικής. Μάλιστα η στοχοπροσήλωση ως διωκτική πρακτική δυνατό να ενέχει σοβαρές συνέπειες στο κράτος δίκαιου.

 

H ανάγκη όπως οι αστυνομικές αρχές ενεργούν αντικειμενικά, μακριά από οποιαδήποτε μορφή στοχοπροσήλωσης και χωρίς παρωπίδες (tunnel vision) είναι δεδομένη. Το ανακριτικό στάδιο ως αναγνωρίζεται τόσο από την ημεδαπή νομολογία όσο και από το ΕΔΑΔ είναι εξέχουσας σημασίας στην όλη διαδικασία. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Νικολάου ν. Δημοκρατίας (2014) 2 ΑΑΔ 376, Ανδρέου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 29/2022, ημερομηνίας 23.6.2022 και στην πιο πρόσφατη απόφαση Κλεοβούλου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 141/2023, ημερομηνίας 20.10.2023. Ως προς τη νομολογία του ΕΔΑΔ ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση V.C.L. and A.N. v. the United Kingdom, 77587/12 και 74603/12, ημερομηνίας 16.2.2021, παράγραφος 195.

 

Η έλλειψη αντικειμενικότητας στη διερεύνηση και η στοχοπροσήλωση σε συγκεκριμένα πρόσωπα καθώς και οι συνέπειες τους ως ανακριτικές πρακτικές έχουν τύχει  ενδιαφέρουσας ανάλυσης στη καναδική νομολογία. Ειδικότερα σχετική είναι η απόφαση Her Majesty v. Kelly Spackman (2009) Can LII 37920 (ON SC), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«The duties of the police to investigate and the Crown to prosecute must be carried out objectively and with due diligence. A conscious effort must be made to avoid tunnel vision.

………………………………………………………………………………………………………

It is, in essence, an unreasonable lack of objectivity by the police in an investigation, or by the Crown in the related prosecution, that creates a risk of a wrongful conviction or otherwise undermines the reliability of information and evidence available to the Court. »

 

Είναι προφανές ότι η αντικειμενική και χωρίς παρωπίδες διερεύνηση είναι εκ των ων ουκ άνευ για μια δίκαιη διερεύνηση και η παραβίαση των σχετικών αρχών μπορεί να δώσει έρεισμα σε εισήγηση περί παραβίασης του δικαιώματος  σε δίκαιη δίκη και σε εσφαλμένες καταδίκες.

 

Σημειώνω ότι η άσκηση κριτικής προς τους εκάστοτε ανακριτές ως προς την επάρκεια των ενεργειών του ή τυχόν εσφαλμένες νοοτροπίες είναι καθόλα αποδεκτή και επιβεβλημένη σε μια δημοκρατική κοινωνία. Στο παρόν στάδιο το ερώτημα έγκειται στο  κατά πόσο η συγκεκριμένη άσκηση κριτικής προς τον εναγόμενο για τις ανακριτικές του ενέργειες θεμελιώνει συμφέρον εν τη εννοία του Νόμου στο πρόσωπο του εναγόμενου να καταγγείλει ενέργειες του ενάγοντας τις οποίες θεωρεί ότι υπερβαίνουν τη δικηγορική δεοντολογία ή είναι αήθεις.

 

Σημασία, λοιπόν, αποκτά το ότι το τεκμήριο 5 που δημοσίευσε πρώτος ο ενάγοντας αφορά και σχετίζεται με ενέργειες του εναγόμενου, οι οποίες επικρίθηκαν από τον ενάγοντα κατά τρόπο που  αποδιδόταν στον εναγόμενο  η παραβίαση θεμελιακών κανόνων της αστυνομικής διερεύνησης. Υπό την πιο πάνω έννοια συνιστούσαν επίθεση στο πρόσωπο του εναγόμενου. Η επίδικη επιστολή – καταγγελία συνιστούσε την απάντηση του εναγόμενου στην επίθεση. Περαιτέρω, η απάντηση του εναγόμενου δεν υπερέβη το μέτρο, αφού ο εναγόμενος περιορίστηκε στην υποβολή παραπόνου ως προς τη δεοντολογική  πτυχή των ενεργειών του ενάγοντα.

 

Καθίσταται, λοιπόν, προφανές ότι ο εναγόμενος είχε καθήκον και δικαίωμα δημοσίευσης και ένεκα του ότι  το πρόσωπο που έτυχε δημόσιας κριτικής από τον ενάγοντα. Ο δε Γενικός Εισαγγελέας είχε συμφέρον στη λήψη της πληροφορίας – καταγγελίας. Συνεπώς, η επίδικη δημοσίευση εμπίπτει κατ’ αρχήν στο πλαίσιο που οριοθετεί η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη.  

 

Ασφαλώς, τα πιο πάνω δεν αρκούν για την επιτυχή επίκληση της εν λόγω υπεράσπισης αλλά απαιτείται πάντα το εκάστοτε δυσφημιστικό δημοσίευμα να  έγινε καλόπιστα, χωρίς να υπερβαίνει σε έκταση ή σε ουσία το εύλογα επαρκές υπό τις περιστάσεις.

 

Στο άρθρο 21 (2), του Κεφ. 148, ορίζεται σαφώς η έννοια της κακοπιστίας για σκοπούς της υπό εξέταση υπεράσπισης. Τονίζεται ότι η απόδειξη της κακοπιστίας βαρύνει τον Ενάγοντα. Συγκεκριμένα το άρθρο 21 (2) διαλαμβάνει τα ακόλουθα :

«τo δημoσίευμα ήταv αvαληθές, και αυτός δεv πίστευε αυτό ως αληθές͘  ή

(β) τo δημoσίευμα ήταv αvαληθές, και αυτός πρoέβηκε στη δημοσίευση  χωρίς vα καταβάλει εύλoγη φρovτίδα για τηv εξακρίβωση τoυ αληθoύς ή τoυ αvαληθoύς αυτoύ͘  ή

(γ) πρoβαίvovτας στη δημoσίευση, εvήργησε με σκoπό βλάβης τoυ πρoσώπoυ πoυ δυσφημείται σε βαθμό σημαvτικά μεγαλύτερo ή κατά τρόπo σημαvτικά διαφoρετικό τoυ εύλoγα αvαγκαίoυ για τo κoιvό συμφέρov ή για τηv πρoστασία τoυ ιδιωτικoύ δικαιώματoς ή συμφέρovτoς σε σχέση με τo oπoίo αξιώvει πρovόμιo.»

Στην υπό κρίση υπόθεση ο ενάγοντας είχε το βάρος να αποδείξει την κακοπιστία. Από τα ενώπιόν μου γεγονότα δεν προκύπτει ότι ο εναγόμενος δεν πίστευε στην αλήθεια του δημοσιεύματος ή ότι δεν κατέβαλε εύλογη φροντίδα για την εξακρίβωση του αληθούς ή αναληθούς της δήλωσης του. Ιδιαιτέρως στην υπό κρίση υπόθεση ο εναγόμενος ήταν εμπλεκόμενος στην διαδικασία προσωποκράτησης που έδωσε το έναυσμα για το επιχείρημα περί προσπάθειας παραπλάνησης. Είχε ίδια γνώση του ανακριτικού του έργου, αλλά και των ενεργειών που θεώρησε ως αντιδεοντολογικές. Τέλος δεν προκύπτει ότι ο εναγόμενος  ενήργησε καθ’ υπέρβαση του προνομίου, αφού η απάντησή του δεν δημοσιεύθηκε στο τύπο γενικά, αλλά απευθυνόταν προς το αρμόδιο πειθαρχικό όργανο των δικηγόρων διαμέσου της ιεραρχίας της αστυνομίας. Το ότι δεν έχει αποδειχθεί η υποχρέωση του εναγόμενου να αποταθεί στον Γενικό Εισαγγελέα διαμέσου της ιεραρχίας της αστυνομίας δεν θεμελιώνει, άνευ ετέρου, κακοπιστία. Άλλωστε το γεγονός ότι απηύθυνε τη σχετική επιστολή προς τους ανωτέρους και οι ίδιοι την διαβίβασαν  μέσω της υπηρεσιακής οδού, δεικνύει ότι ο εναγόμενος ακολούθησε μια πρακτική που στην αστυνομία θεωρείται η ενδεικνυόμενη. Το να ακολουθεί κάποιος μια πρακτική που φαίνεται και μέσω της συμπεριφοράς  των ανωτέρων του ως η ενδεικνυόμενη και τυγχάνει τέτοιου χειρισμού, δεν οδηγεί σε συμπέρασμα περί κακοπιστίας. Ο εναγόμενος δεν επιχείρησε να αποταθεί στον Γενικό Εισαγγελέα μέσω π.χ. ανοικτής επιστολής προς τα ΜΜΕ, ώστε να μπορούσε εύλογα να υποστηριχθεί ότι η επιδίωξη του ήταν να εκθέσει τον ενάγοντα. Αντίθετά έπραξε υπηρεσιακά. Επιπροσθέτως, ουδεμία μαρτυρία έχει τεθεί που να κατατείνει στο συμπέρασμα ότι η επιστολή γνωστοποιήθηκε ή επιδιώχθηκε να γνωστοποιηθεί σε πρόσωπα πέραν των κατονομαζόμενων σε αυτή και πέραν των προσώπων ενώπιον των οποίων τέθηκε διαμέσου της υπηρεσιακής οδού.

 

Το γεγονός ότι η καταγγελία εξετάστηκε από το αρμόδιο όργανο και κρίθηκε ότι δεν έχρηζε περαιτέρω διερεύνησης δεν καθιστά τον ενάγοντα κακόπιστο ή δεν θέτει την παρούσα εκτός της εμβέλεια του προνομίου υπό επιφύλαξη. Η συνδρομή της υπεράσπισης κρίνεται με τα δεδομένα που υπήρχαν τον χρόνο της δημοσίευσης. Άλλωστε, όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander 12η  έκδοση, (ανωτέρω) σελ. 583,  η συνδρομή ή όχι της υπεράσπισης του προνομίου υπό επιφύλαξη  κρίνεται με βάση τις περιστάσεις που είναι γνωστές κατά τον χρόνο της δήλωσης.

 

Υπό το φως των ανωτέρω κρίνω ότι στην υπό κρίση υπόθεση τυγχάνει εφαρμογής η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη.

 

Η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου

 

Στην υπό κρίση υπόθεση έχει τεθεί από την υπεράσπιση ότι συντρέχει και η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου. Όμως το ερώτημα που ανακύπτει είναι το κατά πόσο κάποια δυσφημιστική αναφορά, η οποία έχει κριθεί πόσο καλύπτεται από το προνόμιο υπό επιφύλαξη μπορεί παράλληλα να συνιστά και έντιμο σχόλιο. Το πιο πάνω ζήτημα ανακύπτει από τη φύση του προνομίου υπό επιφύλαξη όπου επιφυλάσσεται το προνόμιο σε συγκεκριμένο πρόσωπο ή κατηγορία προσώπων. Αντιθέτως το έντιμο σχόλιο αφορά και σχετίζεται με το οποιοδήποτε πρόσωπο.

 

Ως προς το εν λόγω ζήτημα διαφωτιστικό είναι το σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander 12η έκδοση ( ανωτέρω) σελ. 453, όπου καταγράφονται τα ακόλουθα:

 

«A privileged occasion is one on which the privileged person is entitled to do something which no one who is not within the privilege is entitled to do on that occasion. A person in such a position may say or write about another person things which no other person in the kingdom can be allowed to say or write. But, in the case of a criticism upon [a matter of public interest whether it be the conduct of a public man or] a published work, every person in the kingdom is entitled to do, and is forbidden to do exactly the same things, and therefore the occasion is not privileged. »

 

Προκύπτει, συνεπώς, ότι η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη αφορά συγκεκριμένο πρόσωπο το οποίο ένεκα της συνδρομής του προνομίου στο πρόσωπό του η συγκεκριμένη του δυσφημιστική αναφορά καλύπτεται από αυτό. Αντιθέτως,  το δικαίωμα κριτικής για θέμα δημόσιου ενδιαφέροντος, αναγνωρίζεται σε κάθε πρόσωπο  και ως εκ τούτου η περίσταση δεν μπορεί να είναι προνομιακή.

 

Από τα πιο πάνω εξάγεται ότι η ιδιαιτερότητα της υπεράσπισης του προνομίου υπό επιφύλαξη έγκειται στο ότι καλύπτει περιπτώσεις δυσφημιστικών δηλώσεων που μόνο από συγκεκριμένο πρόσωπο ή μόνο υπό συγκεκριμένες περιστάσεις μπορούν να ειπωθούν ή να γραφτούν.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση, κρίθηκε ότι συνέτρεχε η υπεράσπιση του προνομίου επιφύλαξη και οι δυσφημιστικές δηλώσεις του εναγόμενου καλύπτονταν από αυτό, ένεκα της συνδρομής στο πρόσωπό του συγκειμένων ιδιοτήτων. Τα γεγονότα της παρούσας ήταν τέτοια που μόνο ο εναγόμενος στο πλαίσιο της υπεράσπισης του προνομίου υπό επιφύλαξη θα μπορούσε να γράψει τα όσα δυσφημιστικά έγραψε για τον ενάγοντα. Δεν ήταν περίπτωση που οπουδήποτε πρόσωπο θα μπορούσε να σχολιάσει τη συμπεριφορά του ενάγοντα κατά τη διαδικασία προσωποκράτησης ή που θα μπορούσε να σχολιάσει ως αήθη ή αντιδεοντολογική την επιλογή του ενάγοντα να σχολιάσει με τον τρόπο που σχολίασε τις διωκτικές πρακτικές ή την επάρκεια της διερεύνησης στην οποία προέβη ο εναγόμενος.

 

Συνεπώς, υπό τις περιστάσεις της παρούσας δεν θα μπορούσε να συντρέχει η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου. Όμως, η κατάληξη του Δικαστηρίου στο ότι συντρέχει η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη σφραγίζει την τύχη της υπόθεσης και οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί.

 

Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου με έχει προβληματίσει το κατά πόσο θα προβώ σε υπολογισμό αποζημιώσεων ώστε σε περίπτωση που ανατραπεί η κρίση μου να μην χρειάζεται να διαταχθεί επανεκδίκαση.

 

Στην πρόσφατη απόφαση Ο Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Σωτήρης (Άκης) Παπασάββας Πολιτική Έφεση 206/2018, ημερομηνίας 23.12.2025 τέθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Έχουμε την άποψη ότι σε αντίθεση με τις υποθέσεις  αμέλειας (οδικής, ιατρικής κ.λπ.), σε υποθέσεις δυσφήμισης, όπου το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφαίνεται ότι ένα δημοσίευμα/δήλωση δεν είναι δυσφημιστικό, δεν μπορεί με ορθολογισμό να προχωρεί στη διεργασία του υπολογισμού αποζημιώσεων, στη βάση ενός υποθετικού σεναρίου όπου θα έβρισκε ότι το δημοσίευμα/δήλωση ήταν δυσφημιστικό».

 

Προκύπτει, συνεπώς, ότι είναι ανεπιθύμητο για το Δικαστήριο να προβαίνει σε υποθετικό υπολογισμό των αποζημιώσεων όταν έχει κρίνει πως το δημοσίευμα δεν είναι δυσφημιστικό. Εξ αντιδιαστολής των πιο πάνω, προκύπτει πως όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, αλλά συντρέχει κάποια υπεράσπιση, δεν εμποδίζεται να το πράξει. Συνεπώς θα προχωρήσω να προβώ στον καθορισμό αποζημιώσεων σε περίπτωση που η κατάληξη μου στο ότι συντρέχει η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη κριθεί εσφαλμένη.

Το ζήτημα των αποζημιώσεων

 

Στην απόφαση Χατζηπαναγιώτου ν. Δρουσιώτη κ.ά. (2009) 1(Β) Α.Α.Δ. 1321 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης και τον τρόπο υπολογισμού αυτής:

 

«Αναφορικά με το ύψος της αποζημίωσης, σε περιπτώσεις δυσφήμισης, καθοδηγητικά είναι τα όσα αναγράφονται στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 10η έκδοση, Κεφ. 9, σελ. 228-258. Οι αποζημιώσεις είναι η πρωταρχική θεραπεία, σε περιπτώσεις δυσφημίσεων. Ο σκοπός της επιδίκασης αποζημιώσεων είναι η αποκατάσταση του ενάγοντα από τα αποτελέσματα της δυσφημιστικής δήλωσης. Οι γενικές αποζημιώσεις, στην περίπτωση της δυσφήμισης, εξυπηρετούν τρεις βασικούς στόχους: (α) τη θεραπεία του ενάγοντα από τη βλάβη που υπέστη εξαιτίας της δημοσίευσης της δήλωσης, (β) την αποκατάσταση της ζημιάς στην πληγείσα φήμη του ενάγοντα και (γ) τη δικαίωση του. Οι αποζημιώσεις, σε περιπτώσεις δυσφήμισης όπως η παρούσα, δεν υπολογίζονται με αναφορά σε οποιοδήποτε μαθηματικό τύπο. Το δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του όλους τους σχετικούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων, τη συμπεριφορά του ενάγοντα, τη θέση και την υπόληψη του, τη φύση της δυσφήμισης, τον τρόπο και το βαθμό της δημοσίευσης, την απουσία ή την άρνηση του εναγομένου να απολογηθεί και να αποκαταστήσει τη φήμη του ενάγοντα και τη συμπεριφορά του εναγόμενου από το χρόνο της δημοσίευσης της δυσφήμισης μέχρι την απόφαση».

 

Παράλληλα, παράγοντας σχετικός με το εύρος των αποζημιώσεων είναι και η έκταση της δημοσίευσης. Σχετική είναι η απόφαση Παπαδόπουλος Στυλιανός ν. Χριστόδουλου Γιάλλουρου (2001) 1 Α.Α.Δ 599.

 

Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω οι αποζημιώσεις σε υποθέσεις δυσφήμισης σκοπό έχουν την αποκατάσταση της αξιοπρέπειας του ατόμου, η οποία έχει τρωθεί από το δυσφημιστικό δημοσίευμα. Ασφαλώς οι αποζημιώσεις σε υποθέσεις δυσφήμισης πρέπει να ικανοποιούν την αρχή της αναλογικότητας, αφού επέρχονται ως συνέπεια της κρίσης περί δυσφήμισης η οποία αποτελεί, ως έχει εξηγηθεί ανωτέρω, περιορισμό του δικαιώματος της ελευθερίας έκφρασης. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν πρέπει με γνώμονα την αποκατάσταση της τρωθείσας αξιοπιστίας το δυσφημούμενου, να επιδικάσει τέτοιες αποζημιώσεις που θα είναι δυσανάλογες με τον επιδιωκόμενο σκοπό της προστασίας της αξιοπρέπειας και προσωπικότητας του ατόμου. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Π Πολυβίου, Το Σύγχρονο Δίκαιο της Δυσφήμισης, (ανωτέρω) σελ. 358, πλέον είναι γενικά αποδεκτό ότι και οι θεραπείες που αποδίδονται από τα Δικαστήρια, σε περίπτωση δυσφήμισης, πρέπει να ικανοποιούν και να συνάδουν με τις αρχές τις νομιμότητας και αναλογικότητας όπως κατοχυρώνονται από την ΕΣΔΑ και τη σχετική νομολογία. Σχετική επίσης είναι η απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ στην υπόθεση Tolstoy Miloslavsky v. United Kingdom App. no.18139/91, Ser. A, Vol.316, 323 (1995) 20 EHRR 442 και το σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander 12th Ed, par.9.6.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου ότι οτ επ΄δικο δημσοσέιυμα γνωστοποιήθηκε σε περιορισμένο κύκλο προσώπων, ήτοι στα πρόσωπα που απευθυνόταν ή κοινοποιείτο, στο πειθαρχικό συμβούλιο των δικηγόρω και στους ανώτερους του εναγόμενου. Περαιτέρω λαμβάνω υπόψη μου ότι ο ενάγοντας δεν υπέστη οποιαδήποτε ειδική ζημία από τη δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος. Στη βάση των πιο πάνω εάν η κατάληξη του Δικαστηρίου ήταν διαφορετική και δεν επιτύγχανε η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη, θα επιδίκαζα υπέρ του Ενάγοντα το ποσό των € 500 ως αποζημίωση.

 

Σε σχέση με την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων θεμελιακή είναι η απόφαση Rookes v. Barnard (1964) 1 All E.R. 367, η οποία καθιερώνει τις προϋποθέσεις υπό τι οποίες είναι επιτρεπτή η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων. Σχετική επίσης είναι και η απόφαση στην υπόθεση  Papakokkinouand others v. Kanther (1982) 1 C.L.R. 65. Περαιτέρω στην απόφαση Καραμεσίνη (ανωτέρω) λέχθηκε ότι τιμωρητικές αποζημιώσεις αποδίδονται κυρίως όταν στόχος είναι η τιμωρία των εναγομένων ως ένδειξη της απέχθειας με την οποία ο νόμος αντιμετωπίζει τέτοια αλόγιστη συμπεριφορά.

 

Σχετικά επίσης είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα Το Σύγχρονο Δίκαιο της Δυσφήμισης, (ανωτέρω) σελ. 351, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος καταγράφεται το συμπέρασμα ότι, σε υποθέσεις λιβέλου, η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων θα πρέπει να επιτρέπεται όχι μόνο σε περιπτώσεις όπου ο εναγόμενος στόχευσε στην επίτευξη κέρδους αλλά και σε υποθέσεις όπου το Δικαστήριο κρίνει ότι ο εναγόμενος συμπεριφέρθηκε με απεχθή, αλαζονικό και ιδιαίτερα αλόγιστο τρόπο, ώστε να δικαιολογείται η τιμωρία του.

 

Από τις πιο πάνω αυθεντίες και σύγγραμμα, συνάγεται ότι σε υποθέσεις δυσφήμισης η επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων επιτρέπεται μόνο εκεί που το αδίκημα της δυσφήμισης διαπράττεται με σκοπό την επίτευξη κέρδους από τη διαφήμιση ή όπου η συμπεριφορά του εναγομένου ήταν ιδιαίτερα απεχθής, αλαζονική, αλόγιστη  και ως εκ τούτου δικαιολογείται η τιμωρία του. 

 

Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε κακοβουλία στη δημοσίευση του δυσφημιστικού δημοσιεύματος αλλά ούτε και ότι ο εναγόμενος ενήργησε με σκοπό την επίτευξη κέρδους από το δημοσίευμα, καθώς επίσης δεν έχω διαπιστώσει ότι συμπεριφέρθηκε με απεχθή, αλαζονικό και ιδιαίτερα αλόγιστο τρόπο, ώστε να δικαιολογείται η τιμωρία του. Συνακόλουθα κρίνω ότι δεν δικαιολογείται στην παρούσα η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων.

 

Τα πιο πάνω θα ίσχυαν σε περίπτωση που δεν επιτύγχανε η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη.

 

 

 

Η αξίωση για επιζήμια ψευδολογία

 

Όπως προκύπτει από το άρθρο 25 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, προϋπόθεση επιτυχίας της αγωγής είναι η απόδειξη ειδικής ζημίας. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν υφίσταται ισχυρισμός αλλά ούτε έχει αποδειχθεί ότι ο ενάγοντας υπέστη ειδική ζημία. Συνακόλουθα η αξίωση για επιζήμια ψευδολογία απορρίπτεται.

 

Κατάληξη

 

Συνεπακόλουθα, η υπό κρίση αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένου και εναντίον του ενάγοντα ως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

…………………………………….
Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ,  Α.Ε.Δ.

 

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο