ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 181/25
Μεταξύ:
Ταμείο Ευημερίας Τραπεζικών Υπαλλήλων
Ενάγοντες
v.
Κώστας Πελεκάνος
Εναγόμενος
---------------------------------
Αίτηση ημερομηνίας 10/09/2025 για
την έκδοση διατάγματος έξωσης
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 19 Φεβρουαρίου, 2026
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για Ενάγοντες – Αιτητές : κ. Σκορδής για Σκορδής & Στεφάνου Δ.Ε.Π.Ε.
Για Εναγόμενο - Καθ’ ου η αίτηση: κ. Μαθηκολώνης για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης & Σία Δ.Ε.Π.Ε.
Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την αίτηση τους οι Αιτητές αιτήθηκαν μονομερώς διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάζεται ο Εναγόμενος ή/και οι αντιπρόσωποί του ή/και μέλη της οικογένειάς του ή/και οποιοσδήποτε δικαιοδόχος του όπως εκκενώσουν και παραδώσουν στους Ενάγοντες κενή και ελεύθερη την κατοχή του ξενοδοχείου «Pola Costa», το οποίο βρίσκεται στην οδό 1ης Απριλίου, στο Παραλίμνι, στην Αμμόχωστο.
Νομική βάση για την αίτηση αποτελούν το Μέρος 1, 2, 3 Καν.3, 4, 6 7 και 16, Μέρος 22, 23 και 25 Καν. 25 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, το άρθρο 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, τα άρθρα 29, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, τα άρθρα 43, 46 και 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, η νομολογία, το Δίκαιο της Επιείκειας και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.
Τα γεγονότα που θεμελιώνουν την αίτηση παρατέθηκαν σε ένορκη δήλωση του Γιαννάκη Ιωάννου, γραμματέα των Εναγόντων – Αιτητών, ο οποίος έχει προσωπική γνώση αυτών. Είναι η θέση του ότι οι Ενάγοντες συνιστούν Σωματείο δεόντως εγγεγραμμένο και έχουν καταχωρήσει την Απαίτηση καθώς και την αίτηση υπό την ιδιότητα τους ως ιδιοκτήτες του ξενοδοχείου. Κατέστησαν ιδιοκτήτες του στις 14/04/2025, μετά από αγορά του μέσω πλειστηριασμού που διεξήγαγε η Τράπεζα Κύπρου και κατέβαλαν το ποσό των €5.446.020 για την αγορά του. Η σημερινή του αξία ανέρχεται στα €5.500.000 και η ενοικιαστική του αξία ανέρχεται στις €60.000 τον μήνα, αφού διαθέτει 30 δωμάτια. Ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου πριν τον πλειστηριασμό του ήταν η εταιρεία «Pola – Costa Hotels Ltd», η οποία ανήκει στον Εναγόμενο. Ο Εναγόμενος, ο οποίος είναι μεγάλης ηλικίας, πάρα την απώλεια της ιδιοκτησίας του συνεχίζει να διαμένει παράνομα και αντικανονικά, αλλά και να διατηρεί την κατοχή του ξενοδοχείου. Μετά που οι Ενάγοντες κατέστησαν ιδιοκτήτες όχλησαν τον Εναγόμενο ενημερώνοντας τον ότι δεν είχε πλέον δικαίωμα να παραμένει εντός αυτού και του ζήτησαν όπως το εγκαταλείψει. Ο ίδιος προσωπικά είχε επισκεφθεί πολλές φορές το ξενοδοχείο ζητώντας από τον Εναγόμενο να παραδώσει την κατοχή του.
Υποστηρίζει ότι οι Ενάγοντες ‑ Αιτητές είναι Σωματείο το οποίο έχει σκοπό την ευημερία των τραπεζικών υπαλλήλων και επιθυμεί να προχωρήσει στην ανακαίνιση του ξενοδοχείου για να το χρησιμοποιούν τα μέλη του, παραχωρώντας τους διαμονή σε χαμηλές τιμές. Κατά την επίσκεψή του στο ξενοδοχείο στις 27/05/2025 ο Εναγόμενος – Καθ΄ου η αίτηση αντέδρασε και του επιτέθηκε δημιουργώντας επεισόδια για τα οποία κλήθηκε η Αστυνομία. Στη συνέχεια, κάποιες μέρες μετά, ο Εναγόμενος – Καθ΄ου η αίτηση κατήγγειλε ότι δήθεν απειλήθηκε, κάτι το οποίο δεν ισχύει. Σήμερα, ο Εναγόμενος – Καθ΄ου η αίτηση, έχει κλειδώσει το ξενοδοχείο και μπαινοβγαίνει σε αυτό, ενώ χρησιμοποιεί και κάποια από τα δωμάτια του παρά το γεγονός ότι διατηρεί άλλη κατοικία στην περιοχή. Διαμένει κάποιες μέρες στο ξενοδοχείο για να εμποδίσει τη λήψη κατοχής, παράνομα, αφού το ξενοδοχείο δεν έχει ούτε ρεύμα ούτε νερό. Μετά από προσπάθειες για εξεύρεση φιλικής λύσης, οι Ενάγοντες – Αιτητές με επιστολή του δικηγόρου τους ημερομηνίας 04/06/2025, τερμάτισαν οποιοδήποτε δικαίωμα κατοχής του Εναγόμενου – Καθ΄ου η αίτηση και κλήθηκε όπως το παραδώσει με κενή και ελεύθερη την κατοχή μέχρι τις 15/06/2025. Παρά το γεγονός αυτό μέχρι και σήμερα το διατηρεί παράνομα και αντικανονικά και το χρησιμοποιεί περιστασιακά ως κατοικία για να εμποδίσει τους Ενάγοντες – Αιτητές να λάβουν την κατοχή και κάρπωση του. Με την αξίωση τους οι Ενάγοντες – Αιτητές ζητούν την άμεση παράδοση της κατοχής του ακινήτου και την καταβολή αποζημιώσεων, αφού έχουν προχωρήσει ήδη με σχέδια για την ανακαίνιση και συντήρηση του ξενοδοχείου και η καθυστέρηση προκαλεί τεράστιες οικονομικές ζημιές, τόσο σε κόστος καθώς και σε απώλεια εισοδημάτων.
Ως ο ίδιος πιστεύει υπάρχει πολύ καλή υπόθεση εναντίον του Εναγόμενου – Καθ΄ου η αίτηση και μεγάλη πιθανότητα επιτυχίας αφού πρόκειται για ξεκάθαρη περίπτωση παράνομης επέμβασης και κατακράτησης ακίνητης περιουσίας των Εναγόντων - Αιτητών. Κατά τη δική του άποψη αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα προκληθούν, στους Ενάγοντες – Αιτητές, τεράστιες και ανυπολόγιστες ζημιές που δεν θα μπορούν να αποζημιωθούν στο τέλος αφού ο Εναγόμενος – Καθ΄ου η αίτηση δεν θα μπορεί να αποζημιώσει τους Ενάγοντες – Αιτητές γιατί τα ποσά θα είναι πολύ ψηλά. Παράλληλα, οι Ενάγοντες – Αιτητές θα αποστερηθούν τα ωφελήματα αυτής της σημαντικής επένδυσης τους ενώ η μη ανακαίνιση του κτιρίου θα επιφέρει, στο κτίριο, περισσότερη φθορά επειδή είναι ήδη εγκαταλελειμμένο εδώ και τρία χρόνια. Υποστηρίζει ότι ο Εναγόμενος – Καθ΄ου η αίτηση δεν διατηρεί σημαντικής αξίας περιουσία εντός του ξενοδοχείου, αφού αυτό τέθηκε σε πλειστηριασμό από την Τράπεζα Κύπρου στα πλαίσια διαδικασίας που αφορούσε ανεξόφλητα δάνεια του ίδιου και της εταιρείας του. Εισηγείται, ότι το θέμα είναι επείγον και ότι συντρέχουν οι ειδικές περιστάσεις που καταγράφει ο νόμος και ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
Καταχωρίστηκε και συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην οποία γίνεται παραδοχή ότι πράγματι η διεύθυνση του κτηριακού συγκροτήματος είναι Θάλειας 17, Παραλίμνι. Δηλώνεται επίσης ότι οι Ενάγοντες κατέχουν 0,49% των μετοχών της Τράπεζας Κύπρου και ότι δεν είναι μέλος της ΕΤΥΚ.
Με την επίδοση της η αίτηση αντιμετωπίστηκε με ένσταση στην οποία καταγράφονται δεκαπέντε (15) λόγοι ενστάσεως, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν σε συντομία ως ακολούθως: Ότι οι Ενάγοντες - Αιτητές είναι συνδεδεμένο πρόσωπο με την Τράπεζα Κύπρου και δεν είχαν δικαίωμα να συμμετάσχουν στον πλειστηριασμό. Ότι απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα που αφορούν τη σχέση τους με την Τράπεζα Κύπρου. Ότι η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη αλλά και αστήρικτη. Ότι είναι παράτυπη και αντικανονική. Ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Ότι δεν μπορεί να προωθείται η αίτηση λόγω καθυστέρησης στην καταχώρηση της. Ότι οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν δικαιούνται τα αιτούμενα διατάγματα. Ότι η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική. Ότι δεν έχουν καλή υπόθεση εναντίον του Εναγόμενου - Καθ' ου η Αίτηση. Ότι δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Ότι δεν δικαιούνται σε θεραπεία. Ότι δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα και ότι η ένορκη δήλωση είναι παράτυπη και αντικανονική.
Η νομική βάση της ένστασης είναι πανομοιότυπη με αυτήν της αίτησης και το Δικαστήριο δεν προτίθεται να την επαναλάβει.
Τα γεγονότα προς υποστήριξη της ένστασης παρατίθενται σε ένορκη δήλωση του ιδίου του Εναγόμενου – Καθ΄ου η αίτηση, ο οποίος καταγράφει ότι οι Ενάγοντες – Αιτητές δεν είναι ιδιοκτήτες του ξενοδοχείου «Pola Costa» και ότι η αναφορά στο ξενοδοχείο είναι εσφαλμένη διότι το κτήριο Pola Costa αποτελείται από ξενοδοχειακά διαμερίσματα και δεν μπορεί να γίνεται αναφορά σε ξενοδοχείο αλλά θα πρέπει να αναφέρεται ως «ξενοδοχειακά διαμερίσματα». Ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες – Αιτητές ουδέποτε κατέστησαν νόμιμα και έγκυρα ιδιοκτήτες του επίδικου ξενοδοχείο μέσω πλειστηριασμού γιατί δεν είχαν ποτέ δικαίωμα ή και δεν νομιμοποιούνταν να αγοράσουν ή και να αποκτήσουν το επίδικο ακίνητο γιατί αποτελούσαν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, συνδεδεμένο πρόσωπο με την τράπεζα Κύπρου. Συγκεκριμένα, οι Ενάγοντες – Αιτητές ήταν και είναι εγγεγραμμένο Σωματείο και στο Διοικητικό τους Συμβούλιο συμμετέχουν υπάλληλοι της Τράπεζας Κύπρου ενώ αποτελεί θυγατρική οργάνωση της ΕΤΥΚ. Σημειώνει, ότι η ΤΕΤΥΚ κατέχει 2,125,262 συνήθεις μετοχές στο μετοχικό κεφάλαιο της Τράπεζας Κύπρου και η ΕΤΥΚ κατέχει 8,565,105 συνήθεις μετοχές στο μετοχικό κεφάλαιο της Τράπεζας Κύπρου. Το συγκεκριμένο γεγονός δεν αποκαλύφθηκε από τους Ενάγοντες – Αιτητές αλλά αποκρύφθηκε από το Δικαστήριο.
Προωθεί τον ισχυρισμό ότι η αγορά των ξενοδοχειακών διαμερισμάτων και η εγγραφή τους επ' ονόματι των Εναγόντων - Αιτητών έγινε παράνομα και κατά παράβαση του Άρθρου 44Η(5)(α) του Ν.9/65. Υποστηρίζει ότι στο Διοικητικό Συμβούλιο των Εναγόντων - Αιτητών συμμετέχουν, μεταξύ άλλων και υπάλληλοι της Τράπεζας Κύπρου και καταγράφει τα ονόματα των υπαλλήλων της Τράπεζας Κύπρου που συμμετέχουν στο Διοικητικό Συμβούλιο των Εναγόντων - Αιτητών. Είναι η θέση του ότι η εταιρεία Pola Costa Hotels Ltd αμφισβητεί τη νομιμότητα και εγκυρότητα της υποθήκης Υ720/2004 και προτίθεται να λάβει δικαστικά μέτρα για ακύρωση της. Ισχυρίζεται ότι η υποθήκη ήταν εξ υπαρχής παράνομη, άκυρη και ανεφάρμοστη γιατί καταρτίστηκε κατά παράβαση των προνοιών των άρθρων 5, 8, και 21(1)(γ) και 21(2) του Ν.9/65 αφού καλύπτει πέραν των τόκων και προμήθειες και άλλα τραπεζικά δικαιώματα και έξοδα που ήθελε υποστεί η τράπεζα, ποσά τα οποία δεν είναι νομικά επιτρεπτό να καλύπτονται από μια υποθήκη. Αποτέλεσμα, κατά τη δική του άποψη, είναι η επίδικη υποθήκη να έχει καταρτιστεί κατά παράβαση τόσο των συγκεκριμένων άρθρων του Ν.9/65 αλλά και των άρθρων 23 και 24 του περί Συμβάσεως Νόμου.
Προωθεί τη θέση ότι η αξία του ξενοδοχείου ξεπερνά σήμερα τα €5.500.000 και το ίδιο και η ενοικιαστική του αξία, ξεπερνά τις €60.000 μηνιαίως. Υποστηρίζει ότι στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/15205, Φ./Σχ. 0/2 ‑ 295‑378, Τεμάχιο 261, στο οποίο έχουν ανεγερθεί τα ξενοδοχειακά διαμερίσματα, δεν συμπεριλαμβάνει στον τίτλο του τα ακίνητα αφού δεν έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ο οποίος να τα συμπεριλαμβάνει. Εν πάση περιπτώσει από τον τίτλο ιδιοκτησίας, ο οποίος έχει επισυναφθεί από τους Ενάγοντες – Αιτητές, διαφαίνεται ότι η αξία του χωραφιού εκτιμήθηκε για το έτος 2021 στα €7.625.900 για το όλο μερίδιο και ως εκ τούτου για το μισό εγγεγραμμένο μερίδιο, το οποίο είναι γραμμένο επ' ονόματι της εταιρείας Pola Costa Hotels Ltd, η αξία ανέρχεται στα €3.812.950 χωρίς να ληφθεί υπόψη η αξία των ξενοδοχειακών διαμερισμάτων. Ούτε στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/15206, Φ./Σχ. 0/2 ‑ 295‑378, Τεμάχιο 269 έχουν εγγραφεί τα ακίνητα τα οποία έχουν ανεγερθεί του οποίου η αξία, το 2021, είχε καθοριστεί στις €800.000. Εισηγείται ότι η αξία του ακινήτου υπερβαίνει κατά πολύ τα €5.500.000 και λαμβανομένων υπόψη των κτιριακών εγκαταστάσεων ο ίδιος θεωρεί ότι υπερβαίνει τα €8.000.000. Εμμένει στη θέση του ότι ιδιοκτήτης των ξενοδοχειακών διαμερισμάτων ήταν και συνεχίζει να είναι η εταιρεία Pola Costa Hotels Ltd και ότι ο ίδιος ποτέ δεν ήταν ιδιοκτήτης του συγκροτήματος διαμερισμάτων. Ο ίδιος ήταν και συνεχίζει να είναι διοικητικός σύμβουλος στη συγκεκριμένη εταιρεία καθώς και διευθυντής των ξενοδοχειακών διαμερισμάτων. Είναι ηλικίας 61 ετών και δεν είναι νυμφευμένος. Ως διευθυντής των ξενοδοχειακών διαμερισμάτων από το 1998 η εταιρεία του παραχωρεί δικαίωμα να διαμένει σε ένα από τα ξενοδοχειακά διαμερίσματα που συνιστά μέρος του συγκροτήματος και το συγκεκριμένο διαμέρισμα ήταν και συνεχίζει μέχρι σήμερα να είναι η μοναδική κατοικία του και ο τόπος διαμονής του.
Υποστηρίζει ότι ο ίδιος δεν αντέδρασε ποτέ επιθετικά ούτε και δημιούργησε οποιαδήποτε επεισόδια αλλά, κατά τη συγκεκριμένη επίσκεψη, πληροφόρησε τον λειτουργό των Εναγόντων ότι η ιδιοκτήτρια των ξενοδοχειακών διαμερισμάτων δεν αποδέχεται να παραδώσει την κατοχή των διαμερισμάτων στους Ενάγοντες – Αιτητές χωρίς διάταγμα του Δικαστηρίου. Προωθεί τη θέση ότι ο ίδιος προσωπικά δεν είχε οποιοδήποτε δάνειο με την Τράπεζα Κύπρου και κατά τον χρόνο της εκποίησης των ξενοδοχειακών διαμερισμάτων η εταιρεία Pola Costa Hotels Ltd διατηρούσε δάνειο ύψους €605.000 το οποίο παρουσίαζε καθυστέρηση πληρωμής δόσεων ύψους €53.000. Ισχυρίζεται, ότι το 2016, υπήρξαν δικές του επαφές με την Τράπεζα Κύπρου, στις οποίες γίνονταν διαπραγματεύσεις και προσπάθειες για αναδιάρθρωση του δανείου που είχε παραχωρηθεί στην εταιρεία το 2004. Τον Νοέμβριο του 2023, μετά που παρουσιάστηκαν καθυστερημένες δόσεις ύψους €53.000, ο ίδιος είχε ζητήσει από τον υπεύθυνο δανείων της Τράπεζας Κύπρου όπως γίνει αναδιάρθρωση. Το αίτημα απορρίφθηκε με αποτέλεσμα το συγκεκριμένο δάνειο να παραπεμφθεί στα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Τη μέρα που θα διεξάγετο ο πλειστηριασμός ο ίδιος είχε βρει το ποσό των €605.000 που ζητείτο από την Τράπεζα Κύπρου. Συγκεκριμένα, τρίτο πρόσωπο το οποίο διατηρούσε λογαριασμό στην Astro Bank συμφώνησε όπως καταβάλει το ποσό απαίτησης της τράπεζας και προς τούτο υπάλληλος της Astro Bank ενημέρωσε την Τράπεζα Κύπρου. Ο υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου είχε επιβεβαιώσει τον τραπεζικό υπάλληλο της Astro Bank ότι μπορούσε να προχωρήσει με την πληρωμή και ενώ όλα αυτά ήταν σε εξέλιξη έτερος υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου ειδοποίησε την Astro Bank ότι δεν θα μπορούσε να προχωρήσει η πληρωμή ενόψει της ολοκλήρωσης του πλειστηριασμού. Όλα αυτά, κατά τη δική του άποψη, εισηγούνται ότι η Τράπεζα ενήργησε με δόλιο τρόπο και γι΄αυτό η αίτηση της θα πρέπει να απορριφθεί.
Και οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι προώθησαν τις θέσεις τους τόσο με τη διαβίβαση γραπτών αγορεύσεων όσο και την δια ζώσης παράθεση των σημαντικών γεγονότων που, κατά την άποψή τους, το Δικαστήριο θα έπρεπε να στρέψει την προσοχή του. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο τόσο των γραπτών καθώς και των προφορικών αγορεύσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Η πλευρά των Εναγόντων – Αιτητών υπερτόνισε το γεγονός ότι είναι οι ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου και δικαιούνται στην κατοχή και κάρπωση του και ότι τα μέλη των Εναγόντων αποστερούνται του δικαιώματος χρήσης του επίδικου ξενοδοχείου. Είναι η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγόντων – Αιτητών ότι η συγκεκριμένη απώλεια δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα και ότι οι πιθανότητες να υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά είναι προφανείς αφού ο Εναγόμενος – Καθ΄ου η αίτηση αδυνατεί να τους αποζημιώσει. Εισηγείται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου – Καθ΄ου η αίτηση προώθησε τη θέση ότι οι Ενάγοντες – Αιτητές δεν έχουν ζητήσει διάταγμα εναντίον της εταιρείας Pola Costa Hotels Ltd, η οποία είναι η ιδιοκτήτρια και η κάτοχος του ακινήτου και χαρακτηρίζουν το γεγονός αυτό «ανέντιμο». Υποστήριξε ότι ο Εναγόμενος – Καθ΄ου η αίτηση δεν έχει δικαίωμα αλλά ούτε και υποχρέωση να παραδώσει την κατοχή του ακινήτου. Εισηγήθηκε ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί οι Ενάγοντες – Αιτητές είναι συνδεδεμένοι με την Τράπεζα Κύπρου και ως εκ τούτου εφαρμόζονται οι πρόνοιες του άρθρου 44Η(5) του Ν.9/1965, αφού 3 υπάλληλοι της Τράπεζας Κύπρου είναι μέλη στο Διοικητικό Συμβούλιο των Εναγόντων – Αιτητών αλλά και κάτοχοι μετοχών των Εναγόντων στην Τράπεζα Κύπρου.
Είναι σημαντικό να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο, στη λήψη της απόφασής του, δεν θα λάβει υπόψη ισχυρισμούς που δεν προβλήθηκαν μέσα από την αίτηση, την ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Έχει νομολογηθεί ότι οι αγορεύσεις των συνηγόρων είναι το μέσω προώθησης των ισχυρισμών και όχι το μέσω στοιχειοθέτησής τους και ότι δεν αποτελούν παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας βλ. El Faith Co. For International SAE v. EDT Shipping Ltd (1992) 1 Α.Α.Δ. 1255.
Το Δικαστήριο έχει υπόψη του το περιεχόμενο και των δύο αγορεύσεων και θα αναφερθεί σ’ αυτό όπου κρίνει τούτο απαραίτητο.
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
Προτού το Δικαστήριο προχωρήσει να εξετάσει τα ζητήματα που έχουν εγερθεί και για τα οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εμπλεκομένων μερών έχουν αναφερθεί με βοηθητικό τρόπο, τόσο στις γραπτές όσο και προφορικές αγορεύσεις τους, το Δικαστήριο θεωρεί ότι είναι το κατάλληλο στάδιο για να παρατεθεί η νομική πτυχή που διέπει αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα. Η νομική βάση που διέπει αιτήσεις για έκδοση τέτοιου είδους διαταγμάτων παρέχεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς. Το άρθρο 32 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν, για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα, είναι οι εξής: Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά, καθώς επίσης ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.
Σύμφωνα με την νομολογία το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας ούτε οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας γιατί αυτό είναι κάτι που θα συμβεί κατά το στάδιο της δίκης (βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo Ltd v. Adidas (1983) 1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α. (1995) 1 Α.Α.Δ. 248 και A.B.P. Holdings Ltd ν. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2) (1994) 1 Α.Α.Δ. 694. Στην τελευταία απόφαση τονίζεται ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιωνδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Αυτό που διαπιστώνεται από την νομολογία είναι ότι το Δικαστήριο έχει καθήκον να συνεκτιμήσει με προσοχή όλα τα γεγονότα και να διακριβώσει κατά πόσο ένα τέτοιου τύπου διάταγμα είναι απαραίτητο για τον αιτητή για να αιτηθεί θεραπείας αλλά και κατάλληλο υπό τις περιστάσεις λόγω της δραστικότητάς του.
Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco (1996) 1(B) A.A.Δ. 788, Mitsingas v. Timberland (1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Akis Express v. Aris Express (1998) 1(A) A.A.Δ. 149). Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Recnex Trading Limited, Ιωάννη Μιχαηλίδη ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ (2014) 1 Α.Α.Δ. 866:
«Βρίσκουμε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τέτοια ώστε δεν κρίνουμε σκόπιμο να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο παρά μόνο να παραπέμψουμε στις ΑΒΡ Holdings v. Κιταλίδη (1994) 1 Α.Α.Δ. 694, 699, C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ (2001) 1 Α.Α.Δ. 785 και στην Πολιτική Έφεση 52/10 Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. E. Σιακατίδου, ημερ. 19.3.2014. Αποδίδεται ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε παρεμπίπτον απαγορευτικό, προστακτικό διάταγμα όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό.».
Στην απόφαση T. A. Micrologic Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation (2002) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1802, ο έντιμος Δικαστής κ. Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής :
«Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις υποθέσεις Constantinides v. Makriyiorghou (1978) 1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others (1982) 1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α. (1996) 1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». (Βλ. επίσης Hazelwood Investment & Finance Ltd v. XXX Manuel κ.α. Πολ. Εφ. Ε14/17 και Ε209/17 ημερ. 16/07/19).».
Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Ο αιτητής είναι αυτός που πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ως επίσης και για το δίκαιο και εύλογο της έκδοσής του και της διατήρησής του σε ισχύ. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων, στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται η αίτηση, τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, δεδομένης πάντα της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών.
Αναφορικά με τις πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, οι οποίες είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες αφού η πρώτη έχει άμεση σχέση με την νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη επεκτείνεται στην θεώρηση της προσφερόμενης μαρτυρίας και την τυχόν θεμελίωση της απαίτησης, λέχθηκαν τα ακόλουθα στην απόφαση Boris Mints κ.α. v. Pavel Shiskin Πολ. Εφ. 69, 70 και 71/20 ημερ. 10/01/2024:
«Αποτυγχάνουν της πρώτης προϋπόθεσης, αγωγές στηριζόμενες σε βάσεις άγνωστες στον Νόμο και ή τη Νομολογία όπου η συνέχιση τους θα απολήξει να είναι ανούσια και ενοχλητική (frivolous and vexatious), αλλά και απαιτήσεις όπου επιδιώκεται η απόδοση θεραπείας παράλογης ή απαράδεκτης. Στην προκειμένη περίπτωση - όπως ορθά παρατηρεί το πρωτόδικο Δικαστήριο στις σελ.16 -17 της απόφασης του - αναδεικνύονται σοβαρά ζητήματα για εκδίκαση στα δικόγραφα και έτσι πληρείται η πρώτη προϋπόθεση.
Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, απαιτείται η κατάδειξη μιας ορατής πιθανότητας, μιας προοπτικής επιτυχίας της αγωγής. Το βάρος απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα υψηλό και εν πάση περιπτώσει υπολείπεται ακόμα και του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd (2013) 1Β Α.Α.Δ. 1235). Κατά την εξέταση της προϋπόθεσης αυτής γίνεται συσχέτιση της νομικής βάσης της αγωγής με την προσκομισθείσα, από πλευράς αιτητή, μαρτυρίας. Σταθμίζεται βέβαια και η αντίθετη εκδοχή του καθ' ου η αίτηση. Η υποκειμενική και εξαντλητική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά και η επιλογή εκδοχών και η εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων θα πρέπει να αποφεύγεται. Αυτά είναι αξιώματα που ανήκουν στην κυρίως δίκη. Αυτού λεχθέντος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία, κάποια αποτίμηση της αποδεικτικής δύναμης της μαρτυρίας εκείνου που ζητά τη θεραπεία, θα πρέπει να γίνεται από το Δικαστήριο (βλ. Λόρδος κ.α. v. Σιακόλα κ.α. Πολ. Έφεση Ε143/15, ημερ. 23.3.2017).».
Στο σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, «Διατάγματα», έκδοση 2016, στη σελίδα 123 του συγγράμματος, κάτω από τον τίτλο «Σοβαρό Ζήτημα προς εκδίκαση - η πρώτη προϋπόθεση» αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Το πρώτο ζήτημα στο οποίο το Δικαστήριο θα στρέψει την προσοχή του, είναι αναφορικά με την νομική πτυχή της υπόθεσης. Αναμένεται να εξετάσει κατά πόσο ο ενάγων έδειξε ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. Στα πλαίσια της εξέτασης του, θα ερευνήσει το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα. Θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα του δεν είναι "επιπόλαιο και ενοχλητικό" και ότι θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα των πράξεων του εναγομένου».
Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί σε σχέση με τις πρώτες δύο προϋποθέσεις, των οποίων η αλληλουχία επιτρέπει την από κοινού εξέταση, είναι αν έχουν καταδειχθεί τέτοιες σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων εκ μέρους των Εναγόντων – Αιτητών ώστε σε συσχετισμό με το περιεχόμενο της αίτησης να οδηγούν στη διαπίστωση σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση με ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου (1996) 1 Α.Α.Δ. 253, 257-8). Υπενθυμίζεται ότι, με βάση τη νομολογία, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης των Εναγόντων – Αιτητών.
Στην προκείμενη περίπτωση ζητείται η έκδοση προστακτικού διατάγματος. Με βάση την νομολογία προστακτικό διάταγμα εκδίδεται με φειδώ και όταν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις (βλ. Starport Nominees Ltd κ.α. (Αρ. 1) (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1271). Σχετικός είναι ο λόγος της Τσιερκέζου v. Dragon Tourist Enterprises Ltd (2009) 1(A) Α.Α.Δ. 734 από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα:
«Τη διάσταση αυτή παρέλειψε να εντοπίσει το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε στην ουσία ένα προστακτικό διάταγμα το οποίο με βάση διαχρονική νομολογία σπάνια εκδίδεται και αυτό μόνο όταν από την απαίτηση φανερώνεται μια ασυνήθιστα δυνατή και καθαρή περίπτωση. (Shepherd Homes Ltd v. Sandham [1971] Ch. 340 και David Bean: Injunctions, 8η Έκδοση, σελ. 35-37, παρ. 3.33-3.37). Περαιτέρω, είναι φανερό ότι με την έκδοση του επίδικου διατάγματος το πρωτόδικο Δικαστήριο στην πράξη εκδίκασε και την ουσία της αγωγής, κάτι το οποίο είναι άκρως ανεπιθύμητο και αντίθετο με την ανάγκη έκδοσης προσωρινού και μόνο μέτρου.».
Επειδή τα προστακτικά διατάγματα θεωρούνται δραστικά διατάγματα θα πρέπει, μεταξύ άλλων, ο αιτητής να καταδείξει: α) ισχυρή πιθανότητα ότι θα υποστεί ζημιά, β) ότι οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν επαρκή θεραπεία και γ) ότι εάν εκδοθεί ένα τέτοιο προστακτικό διάταγμα ο εναγόμενος θα είναι σε θέση να γνωρίζει επακριβώς τι πρέπει να πράξει καθώς και το ισοζύγιο της ταλαιπωρίας των διαδίκων. (βλ. Σχίζα v. Αδάμου (2008) 1Α Α.Α.Δ. 395 και σύγραμμα των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη «Διατάγματα» 2016, Κεφ. 6).
Κατά κανόνα, η υπόθεση του ενάγοντος πρέπει να είναι ασυνήθιστα δυνατή και ξεκάθαρη. Το δε Δικαστήριο πρέπει να αισθάνεται βεβαιότητα ότι, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, η έκδοση του προστακτικού διατάγματος θα αποδειχθεί ορθή. Στο σύγγραμμα του David Bean, Injunctions, 8th ed., Sweet & Maxwell, 2004 στην παρα. 3.33 διαβάζονται τα ακόλουθα:
«..the court is far more reluctant to grant mandatory injunction than it would be to grant a comparable prohibitory injunction. In a normal case the court must, inter alia, feel a high degree of assurance that at the trial it will appear that the injunction was rightly granted and this is a higher standard than is required for a prohibitory injunction. the case has to be unusually strong and clear before a mandatory injunction will be granted...».
Το Δικαστήριο επιλέγει τη λύση η οποία παρουσιάζεται να είναι η λιγότερο άδικη στην περίπτωση κατά την οποίαν, κατά την εκδίκαση της αγωγής, φανεί πως η παρεμπίπτουσα ρύθμιση ήταν εσφαλμένη βλ. Films Rover International Ltd v. Cannon Film Sales Ltd (1987) 1 W.L.R. 670. Είναι δε νομολογημένο ότι η έκδοση ταυτόσημων θεραπειών με την αγωγή δεν αποκλείεται. Στην υπόθεση Penderhill Holdings Limited v. Darya Abramchyk κ.ά. (2014) 1(Α) Α.Α.Δ. 118, αποφασίστηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το υπό συζήτηση θέμα:
«Όπως παρατηρεί ορθώς και το πρωτόδικο Δικαστήριο, με παραπομπή στην Parico Aluminium Designs v. Muskita Aliminium Co Ltd κ.α. (2002) 1 A.A.Δ. 2015 και Κουνούνα ν. F & A Simonos Ltd (2002) 1 A.A.Δ. 1361, το ζήτημα παροχής ταυτόσημων θεραπειών με την αγωγή, δεν αποκλείεται. Το ζήτημα πάντοτε εξετάζεται ως προς τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και αποτελεί ζήτημα ειδικών περιστάσεων. Επίσης είναι ορθό ότι δεν χορηγείται ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο αυτό στάδιο, και κάτω από τον μανδύα της αίτησης για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos (1969) 1 C.L.R. 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δίκαια ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ' αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση και αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή αν θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd (2011) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1848). Εξαρτάται πάντοτε από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.ά. (ανωτέρω)).».
Στην παρούσα υπόθεση προκύπτει από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης ότι οι Ενάγοντες – Αιτητές ζητούν την ανάκτηση κατοχής του συγκροτήματος Pola Costa καθώς και ενδιάμεσα οφέλη ύψους €2.000,00 ημερησίως από την ημέρα εκδόσεως του διατάγματος έξωσης καθώς και γενικές και αυξημένες και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση και/ή παράνομη αποστέρηση της περιουσίας. Το αδίκημα της παράνομης επέμβασης εμπεριέχεται στο άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου και διαλαμβάνει:
«43(1) Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο.
(βλ. Halsbury?s Law of England, 3η έκδοση, τόμος 38, σελ. 379)
Η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία, ως τέτοια, προσβάλλει όχι μόνο το δικαίωμα της κυριότητας αλλά και της κατοχής. Επομένως αγώγιμο δικαίωμα έχει τόσο ο κύριος όσο και ο κάτοχος. Οποιαδήποτε αδικαιολόγητη είσοδος (intrusion) από κάποιο σε γη που κατέχεται από τον ενάγοντα, συνιστά το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σύμφωνα με το σύγγραμμα Clerk Lindsell on Torts, 16η έκδ., σελ. 1304, παρ. 23-01.
Από τα γεγονότα και τα Τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το συγκεκριμένο ακίνητο είναι εγγεγραμμένο επ ονόματι των Εναγόντων – Αιτητών, Τεκμήριο Α στην αίτηση και ότι οι Ενάγοντες – Αιτητές τερμάτισαν την οποιαδήποτε άδεια χρήσης ή/και δικαίωμα χρήσης ή/και κατοχής του συγκεκριμένου ξενοδοχείου που ο Εναγόμενος – Καθ΄ου η αίτηση κατείχε με επιστολή ημερομηνίας 04/06/2025 η οποία του επιδόθηκε, Τεκμήριο Β στην αίτηση. Όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, σε σχέση με την κατοχή του ακινήτου από τον Εναγόμενο – Καθ΄ου η αίτηση, τίθενται με γενικότητα και αοριστία. Ουδέν απτό στοιχείο έχει προσκομίσει η πλευρά του Εναγόμενου – Καθ΄ου η αίτηση που να δεικνύει ότι δικαιούται στην κατοχή του συγκεκριμένου ακινήτου. Αντίθετα, ισχυρίζεται ότι το ακίνητο ανήκει στην εταιρεία Pola Costa Hotels Ltd χωρίς να προσκομίζει οποιαδήποτε μαρτυρία πλην αντίγραφο του λογαριασμού της ΑΗΚ που ανάγεται στο έτος 2023, Τεκμήριο 1 στην ένσταση και άδεια του ΚΟΤ που ανάγεται στο έτος 2018, Τεκμήριο 10 στην ένσταση. Παράλληλα παραδέχεται, ο Εναγόμενος – Καθ΄ου η αίτηση, ότι οι Ενάγοντες – Αιτητές κατέστησαν ιδιοκτήτες λόγω αγοράς μέσω πλειστηριασμού. Δεν υπάρχει σε εξέλιξη οποιοδήποτε ένδικο μέσο που να αμφισβητεί την αγορά του συγκεκριμένου ακινήτου από τους Ενάγοντες – Αιτητές. Αυτά τα δεδομένα σε συνάρτηση με το γεγονός ότι ο Εναγόμενος – Καθ΄ου η αίτηση δεν επιτρέπει την πρόσβαση στο ακίνητο στους Ενάγοντες – Αιτητές αποδεικνύει ότι τα όσα ισχυρίζεται σήμερα, αποτελούν καινοφανής ισχυρισμούς που στόχο έχουν να αποπροσανατολίσουν το Δικαστήριο και να παραγκωνίσουν τα δικαιώματα και συμφέροντα των Εναγόντων – Αιτητών τα οποία προκύπτουν από τον τίτλο ιδιοκτησίας. Εν πάση περιπτώσει δεν προβλήθηκε ισχυρισμός ότι τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει οικονομική ζημιά στον Εναγόμενο – Καθ΄ου η αίτηση, ο οποίος είναι διευθυντής της εταιρείας Pola Costa Hotels και διαμένει στον χώρο με άδεια που του παραχωρήθηκε από την εταιρεία ως ισχυρίζεται. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός τέθηκε με γενικότητα και αοριστία. Ενόψει όλων αυτών των δεδομένων το Δικαστήριο καταλήγει ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν οδηγεί στην τελεσίδικη επίλυση της ουσίας της διαφοράς καθότι με την αγωγή της, η Ενάγουσα – Αιτήτρια, αξιώνει και Γενικές ή/και Ειδικές αποζημιώσεις για την ενοικιαστική αξία του ακινήτου, η οποία καθορίζεται στις €60.000 μηνιαίως καθώς και απώλεια εισοδημάτων από την εκμετάλλευση του ακινήτου την οποία καθορίζει στις €30.000 μηνιαίως.
Έχοντας κατά νου όλα τα προαναφερθέντα είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι πληρούνται οι δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32.
Εξετάζοντας κατά πόσο πληρείται η τρίτη προϋπόθεση, ήτοι κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, σύμφωνα με τη νομολογία μας, η έννοια της μη απονομής πλήρους δικαιοσύνης και της ανεπανόρθωτης βλάβης στα συμφέροντα της αιτήτριας είναι πολυδιάστατη και ευρεία και εμπεριέχει πέραν της υλικής ζημιάς και άλλους μεταβλητούς παράγοντες, όπως βλάβες και ζημιές στα δικαιώματα της αιτήτριας, ενώ κατά την θεώρηση του κατά πόσον η προϋπόθεση της ανεπανόρθωτης βλάβης πληρείται, θα πρέπει το Δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη του και να ενεργεί και να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια έχοντας πάντοτε κατά νου τη λειτουργία του θεματοφύλακα του Δικαίου και της έννομης τάξης και να αποτρέπει τις παράνομες και παράτυπες πράξεις και ενέργειες. Σχετικός είναι ο λόγος της απόφασης Κυρισάββα v. Κύζη (2001) 1 Α.Α.Δ. 1245 στην οποία αναγνωρίστηκε και επιβεβαιώθηκε η λειτουργία του Δικαστηρίου ως θεματοφύλακα του Κράτους Δικαίου για την αποτροπή παράνομων και παράτυπων ενεργειών. Η απόφαση Mitsingas Trading Ltd v. Timberland Co (ανωτέρω) είναι επίσης σχετική.
Τα γεγονότα, όπως αυτά παρατίθενται στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου – Καθ΄ου η αίτηση, αντικειμενικά ιδωμένα, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση. Πρόσθετα στη βάση των γεγονότων τα οποία τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου οδηγούν σε απόφανση ότι πληρείται και η προϋπόθεση της ανεπανόρθωτης ζημιάς την οποία μπορεί να υποστούν οι Ενάγοντες – Αιτητές. Και τούτο καθώς εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και εάν δεν απαγορευθεί στον Εναγόμενο – Καθ΄ου η αίτηση να προβεί σε περαιτέρω πράξεις εκμετάλλευσης του ακινήτου και αυτός συνεχίσει να ενεργεί και να πράττει όπως κάνει μέχρι και σήμερα, τότε οι Ενάγοντες – Αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη η οποία όχι μόνο δεν θα μπορεί να ανακτηθεί με αποζημιώσεις, αλλά θα επηρεασθούν ανεπανόρθωτα τα έννομα συμφέροντα και δικαιώματά τους αφού δεν θα μπορούν να αξιοποιήσουν το ακίνητο προς όφελος των Μελών τους. Η μη επίδειξη πρόθεσης συνεργασίας με τους Ενάγοντες – Αιτητές και η απαγόρευση της εισόδου εντός αυτού από τον Εναγόμενο – Καθ΄ου η αίτηση ο οποίος δεν είναι κάτοχος ή ιδιοκτήτης του δεικνύει συμπεριφορά η οποία απαιτεί τη βοήθεια και συνδρομή του Δικαστηρίου. Εν ολίγοις θα συνεχίσει να εκμεταλλεύεται το ακίνητο για δικούς του σκοπούς σε βάρος των συνταγματικά κατοχυρωμένων ιδιοκτησιακών και άλλων δικαιωμάτων των Εναγόντων – Αιτητών.
Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει τα διατάγματα. Σε περίπτωση που τηρούνται τα πιο πάνω, σύμφωνα με τη νομολογία μας, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, balance of convenience. Βλ. Halsbury's Laws of England 4th ed. (Reissue), τόμος 24, παράγραφος 856 και American Cynamid Co. v. Ethicon Ltd [1975] A.C. 396 στην οποία τέθηκαν σχετικές αρχές οι οποίες υιοθετήθηκαν σε σειρά Κυπριακών αποφάσεων (βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. 1. Muskita - Aluminium Co Limited 2. Muskita Aluminium Industries Ltd. (2002) 1 (Δ) Α.Α.Δ. 2015).
Όπως συνοψίζεται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. Λοϊζίδου Πολ. Εφ. 7/18 ημερ. 21/03/2019:
«Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον».».
Υπό το σύνολο των περιστατικών που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση ως έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, χωρίς επουδενί το Δικαστήριο να προβαίνει σε τελικά ευρήματα και συμπεράσματα επί αυτών, κρίνεται ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας σαφώς κλίνει υπέρ των Εναγόντων – Αιτητών.
Ενόψει όλων των πιο πάνω και για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει εκδίδεται Διάταγμα ως η παράγραφος (α) της αιτήσεως. Ο Εναγόμενος – Καθ΄ου η αίτηση θα πρέπει να παραδώσει εκκενώσει και παραδώσει κενή και ελεύθερη την κατοχή του ακινήτου με την ονομασία Pola Costa , το οποίο βρίσκεται στην οδό Θάλειας 17, στο Παραλίμνι, 15 ημέρες μετά την επίδοση του παρόντος διατάγματος.
Τα έξοδα της Αίτησης, όπως έχουν υπολογιστεί με συνοπτικό υπολογισμό από το Δικαστήριο σύμφωνα με το Μέρος 39.7 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, ανέρχονται στο ποσό των €3.500, πλέον ΦΠΑ επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων – Αιτητών και εναντίον του Εναγόμενου - Καθ' ου η Αίτηση. Θα είναι άμεσα καταβλητέα.
(Υπ.) ………………….…………………
Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Π.Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο