ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 87/23
Μεταξύ:
Svetlana Ponomareva
Ενάγουσα
v.
- Pavel Kazarez,
- Sedentric Ltd
- Capaalex Consulting Ltd
Εναγόμενοι
---------------------------------
Αίτηση ημερομηνίας 04/03/2024
για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 17 Φεβρουαρίου, 2026
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για Ενάγουσα – Αιτήτρια : κ. Μιχαηλίδης για Σκορδής, Παπαπέτρου & Σία Δ.Ε.Π.Ε.
Για Εναγόμενους 1 και 2 - Καθ’ ων η αίτηση: κ. Ποσνακίδης για Γ. Βασιλείου Δ.Ε.Π.Ε.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Η Ενάγουσα καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή με την οποία αξιώνει, στην καταχωρισθείσα Έκθεση Απαίτησης, αποζημιώσεις ύψους €15 εκατομμυρίων, αναγνωριστικές αποφάσεις και/ή δηλώσεις του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι παράνομα και/ή αδικαιολόγητα κατακρατούν και/ή οικειοποιούνται κατάθεση και/ή το πιστωτικό υπόλοιπο που είναι κατατεθειμένο επ' ονόματι της ίδιας και της Εναγόμενης 3 σε τραπεζικό λογαριασμό που διατηρείται επ' ονόματι των τελευταίων σε τράπεζα στην Ελβετία.
Ταυτόχρονα, την ημέρα καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης η Ενάγουσα προώθησε αίτηση στο Δικαστήριο, μονομερώς, μέσω της οποίας αξιώνει την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Συγκεκριμένα, ζήτησε την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους 1, 2 και 3 - Καθ΄ ων η Αίτηση ή/και στους υπαλλήλους τους ή/και στους αντιπροσώπους τους από του να μεταφέρουν εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία αξίας μέχρι του ποσού των €18.000.000, από του να διαθέσουν, διαχειριστούν, επιβαρύνουν ή μειώσουν την αξία οποιωνδήποτε περιουσιακών τους στοιχείων που βρίσκονται εντός ή εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ζητήθηκε επίσης διάταγμα που να διατάσσει τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 - Καθ΄ ων η Αίτηση όπως καταχωρίσουν στο Δικαστήριο ένορκη δήλωση με την οποία να αποκαλύπτουν όλα τα περιουσιακά στοιχεία τους αξίας πέραν των €25.000, είτε βρίσκονται εντός είτε βρίσκονται εκτός Κύπρου καθώς και λεπτομέρειες αυτών και διάταγμα που να επιτρέπει την επίδοση του οποιουδήποτε διατάγματος εκδοθεί προς την Eναγόμενη 3 εκτός της Δημοκρατίας είτε σύμφωνα με την Σύμβαση της Χάγης ή με εταιρεία ταχυμεταφορών.
Ως νομική βάση της αίτησης καταγράφηκαν τα άρθρα 21(1)(α) και (β), 22, 29, 31, 32, 41, 42 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου, τα άρθρα 2, 3, 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, η Δ.2 θ.1, Δ.5, Δ.5Α, Δ.6, Δ.7Α, Δ.39 θ.θ. 1 ‑ 6, 10, 15, 17, 21, Δ.48 θ.θ.1 ‑ 4, 8 και 9, Δ.51 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, τα άρθρα 1 ‑ 10 του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου, στον Κανονισμό Ε.Ε.1215/12 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη Διεθνή Δικαιοδοσία για την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις, στον Κανονισμό Ε.Κ.864/07 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για το Εφαρμοστέο Δίκαιο στις μη Συμβατικές Υποχρεώσεις (Ρώμη ΙΙ), στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, στην Κυπριακή και την Αγγλική Νομολογία που αφορά την έκδοση παγκόσμιων διαταγμάτων παγοποίησης, τις Αρχές της Επιείκειας, την πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.
Τα γεγονότα προς υποστήριξη της αίτησης καταγράφηκαν σε ένορκη δήλωση της Ενάγουσας - Αιτήτριας, η οποία δηλώνει γνώστης τους. Η ίδια πιστεύει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των συγκεκριμένων διαταγμάτων, αφού οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 - Καθ΄ ων η Αίτηση κατέχουν περιουσιακά στοιχεία και σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος παγοποίησης τα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία είναι πολύ πιθανόν να τεθούν εκτός της εμβέλειας των πιστωτών των Eναγόμενων ή/και να αποξενωθούν με άλλο τρόπο, ενώ η αποκάλυψη των περιουσιακών τους στοιχείων είναι απαραίτητη προς υποστήριξη του διατάγματος παγοποίησης. Όσον αφορά τον κίνδυνο αποξένωσης υποστηρίζει ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 1 - Εναγόμενος 1 έχει παραβιάσει κατάφωρα τις υποχρεώσεις του προς την ίδια παραλείποντας να της επιστρέψει ποσό που ξεπερνά τα €15 εκατομμύρια. Τα τελευταία 3 χρόνια ο Καθ' ου η Αίτηση 1 - Εναγόμενος 1 χρησιμοποίησε χρηματικά ποσά που ανέρχονται στα €2.600.000 από τον λογαριασμό της Καθ' ης η Αίτηση 3 - Εναγόμενης 3 δεσμεύοντάς τα για πιστωτικές διευκολύνσεις που είχε λάβει ο ίδιος. Ισχυρίζεται ότι το συγκεκριμένο ποσό της ανήκει και ότι κατά το έτος 2023 γίνονταν προσπάθειες διευθέτησης και ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη ο Καθ' ου η Αίτηση 1 - Εναγόμενος 1 μετέφερε από τον λογαριασμό της Καθ' ης η Αίτηση 3 - Εναγόμενης 3 επιπρόσθετα ποσά, τα οποία ανέρχονται σε μισό εκατομμύριο ευρώ και παράλληλα απαγόρευσε στην Τράπεζα την παροχή οποιονδήποτε πληροφοριών σε σχέση με τον λογαριασμό αυτό προς την ίδια. Κατά τον ίδιο χρόνο κατέβαλε επίσης από λογαριασμό της Εναγόμενης 3 - Καθ' ης η Αίτηση 3 το ποσό των $2.905,44 στην Kasar Group Limited, εταιρεία στο Χόνγκ Κόνγκ, η οποία εταιρεία παρέχει υπηρεσίες σύστασης εταιρειών και ανοίγματος τραπεζικών λογαριασμών, σε μια δική του προσπάθεια να ανοίξει τραπεζικό λογαριασμό στο Χόνγκ Κόνγκ ή σε άλλη χώρα έτσι ώστε να μεταφέρει χρηματικά ποσά από τους λογαριασμούς της Εναγόμενης 3 - Καθ' ης η Αίτηση 3.
Καταγράφει ότι η ίδια διαμένει στην Κύπρο από το 2018 μαζί με τις δύο ανήλικες κόρες της ενώ ο σύζυγός της, από τον Ιούνιο του 2017, παραμένει κρατούμενος σε φυλακή στη Ρωσία. Ο Εναγόμενος 1 – Καθ΄ου η αίτηση 1 διατέλεσε δικηγόρος του συζύγου της στη Ρωσία για 15 και πλέον χρόνια και γνώριζε σημαντικές και εμπιστευτικές πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες και τα περιουσιακά τους στοιχεία. Ο Εναγόμενος 1 – Καθ΄ου η αίτηση 1 εργάζεται στην Κύπρο από το 2017, διαμένει με την οικογένειά του στο Παραλίμνι, πλην όμως συνέχισε να συμβουλεύει, ως δικηγόρος, τον σύζυγο της Ενάγουσας – Αιτήτριας ενώ βοήθησε και την ίδια κατά την μετακόμιση και εγκατάστασή της στην Κύπρο. Έχαιρε της απόλυτης εμπιστοσύνης του συζύγου της και η ίδια, μετά την εγκατάστασή της στην Κύπρο, ακολουθούσε πάντοτε τις συμβουλές και την καθοδήγησή του, γιατί εκτός από νομικός σύμβουλος ήταν και στενός φίλος του συζύγου της, ο οποίος είναι νονός της κόρης του.
Η Εναγόμενη 2 – Καθ΄ης η αίτηση είναι κυπριακή εταιρεία, η οποία κατέχεται 100% από τον Εναγόμενο 1- Καθ΄ου η αίτηση 1. Η Eναγόμενη 3 – Καθ΄ης η αίτηση 3 είναι εταιρεία με έδρα τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, η οποία διατηρεί λογαριασμούς σε ελβετική τράπεζα, την CBH Bank και είναι η εταιρεία στην οποία κατέληξαν τα ποσά που προήλθαν από την πώληση του σκάφους «St. David» τα οποία οφείλονται στην ίδια. Είναι η θέση της ότι δυνάμει συμφωνίας δανείου, ημερομηνίας 27/03/2015, ο σύζυγός της είχε παραχωρήσει στην Dockmill Capital Ltd, η οποία συστάθηκε στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, δάνειο ύψους €15 εκατομμυρίων με τόκο προς 6% για να χρησιμοποιηθεί για την αγορά του πολυτελούς σκάφους με την ονομασία «St. David». Ο τελικός πραγματικός δικαιούχος της Dockmill BVI, μέχρι τις 19/11/2017, ήταν ο Andrey Lomakin ο οποίος ήταν CEO της εταιρείας West Nautical Ltd, η οποία εδρεύει στην Κύπρο και παρέχει υπηρεσίες διαχείρισης και πώλησης σκαφών πολυτελείας. Η Dockmill BVI ήταν ιδιοκτήτης του 100% του μετοχικού κεφαλαίου της Docmill Capital Ltd, η οποία συστάθηκε στο Isle of Man. Η Dockmill Capital Ltd ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του συγκεκριμένου σκάφους.
Καταγράφει ότι είχε συμφωνήσει, το 2017, με τον σύζυγό της να του παραχωρήσει το ποσό των CHF17 εκατομμυρίων, τα οποία είχε η ίδια κατατεθειμένα σε προσωπικό της λογαριασμό στη VTB Bank στη Ρωσία, έναντι της εκχώρησης του δικαιώματος να εισπράξει η ίδια τα λεφτά από την αποπληρωμή του δανείου που ο σύζυγός της είχε παραχωρήσει στην Dockmill BVI, το οποίο ήταν πληρωτέο στις 31/12/2016. Όλες αυτές οι λεπτομέρειες ήταν γνωστές στον Εναγόμενο 1 - Καθ' ου η αίτηση 1, αφού ο σύζυγός της του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη και παράλληλα του είχε δώσει οδηγίες σε σχέση με την διεκπεραίωση των συγκεκριμένων ενεργειών. Η ίδια προέβηκε σε δύο ισόποσες αναλήψεις σε μετρητά από το λογαριασμό, η πρώτη για το ποσό των 10 εκατομμυρίων CHF, στις 07/03/2017 και η δεύτερη για το ποσό των 10 εκατομμυρίων CHF, στις 17/04/2017, τα οποία στη συνέχεια παρέδωσε στον σύζυγό της. Στις 17/11/2017, δυνάμει συμφωνίας μεταξύ της Dockmill BVI και της Sadentric, ως αγοραστή, συμφωνήθηκε η πώληση όλων των μετοχών της Dockmill IOM στην Sadentric, Εναγόμενη 2 – Καθ΄ης η αίτηση 2, για το ποσό των £100 στερλινών. Όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που αφορούσαν το γιοτ «St. David» μεταφέρθηκαν από τις εταιρίες Dockmill στην εταιρεία Sadentric. Στις 19/11/2017 ο Andrey Lomakin μεταβίβασε στον Εναγόμενο 1 - Καθ' ου η Αίτηση 1 τα δικαιώματά του ως πραγματικός δικαιούχος της Dockmill BVI και έκτοτε ο Εναγόμενος 1 – Καθ΄ου η αίτηση 1 παρουσιαζόταν ως ο τελικός πραγματικός δικαιούχος και ουσιαστικά ιδιοκτήτης των δύο εταιρειών Dockmill και κατ’ επέκταση του σκάφους «St. David». Στη συνέχεια οι μετοχές των εταιρειών Dockmill μεταφέρθηκαν, στις 23/01/2018, στο όνομα της Εναγόμενης 2 - Καθ΄ης η Αίτηση 2 χωρίς να γίνει οποιαδήποτε πρόνοια για το μη αποπληρωθέν δάνειο. Ισχυρίζεται ότι ούτε η ίδια, αλλά ούτε και ο σύζυγός της είχαν συγκατατεθεί στην εκτέλεση εικονικών εγγράφων μεταξύ του Lomakin και του Εναγόμενου 1 - Καθ' ου η Αίτηση 1 σχετικά με την πώληση της εταιρείας Dockmill, στην οποία ανήκε το σκάφος με αγοραία αξία άνω των €20 εκατομμυρίων για £100 στερλίνες ή για τη διαγραφή του χρέους ύψους €15 εκατομμυρίων. Στο ψήφισμα της εταιρείας Dockmill BVI δεν καταγράφηκαν οποιαδήποτε χρέη ή εκκρεμότητες της. Η ίδια ενημερώθηκε από τον Εναγόμενο 1 - Καθ' ου η Αίτηση 1 ότι γίνονταν ενέργειες για την εξόφληση του δανείου των €15 εκατομμυρίων, πλην όμως της απέκρυψε την εικονική πώληση της εταιρείας Dockmill με τη διαγραφή του χρέους των €15 εκατομμυρίων. Έκτοτε ο Εναγόμενος 1 – Καθ΄ου η αίτηση 1 παρουσιαζόταν ως ο ιδιοκτήτης και τελικός δικαιούχος των εταιρειών Dockmill. Στις 23/01/2018 οι μετοχές της Dockmill BVI μεταφέρθηκαν στην Εναγόμενη 2 – Καθ΄ης η αίτηση 2.
Είναι η θέση της Ομνύουσας ότι ο Εναγόμενος 1 – Καθ΄ου η αίτηση 1, στις 26/02/2018, της είχε παραδώσει ένα γραμμάτιο, εκδοθέν από την εταιρεία Dockmill BVI, με το οποίο αναγνωριζόταν ότι τα χρήματα που η Dockmill είχε δανειστεί θα έπρεπε να επιστραφούν στην ίδια και όχι στον σύζυγό της. Το γραμμάτιο προνοούσε ότι η Dockmill BVI θα πλήρωνε στην ίδια το ποσό των €17.621.100,00 πλέον τόκο προς 6% ετησίως. Το σκάφος πωλήθηκε από την Dockmill IOM στην εταιρεία Revedor Malta Ltd στις 08/10/2018 για το ποσό των €18 εκατομμυρίων. Το ποσοστό της μεσιτείας είχε συμφωνηθεί στο 8% της τιμής πώλησης. Υπήρχαν δύο εταιρείες που ενεργούσαν ως μεσίτριες στην πώληση και από το ποσό της μεσιτείας, που ανερχόταν στο €1.440.000, θα λάμβανε το 40% η West Nautical Ltd και το 60% η Morley Yachts. Προς επίτευξη της πώλησης είχε υπογραφτεί από τον Εναγόμενο 1 – Καθ΄ου η αίτηση 1 εγγύηση προς όφελος της αγοράστριας εταιρείας. Σε σχέση με τη συγκεκριμένη πώληση καταχωρίστηκε αγωγή από την εταιρεία Revedor στην Αγγλία, με την οποία διεκδικεί από τον Εναγόμενο 1 – Καθ΄ου η αίτηση το ποσό των €700.000, το οποίο αποτελεί μέρος του τιμήματος πώλησης του σκάφους που παρέμεινε κατατεθειμένο στο λογαριασμό Μεσεγγύησης (escrow account) του διεθνούς οίκου CMS Cameron McKenna Nabarro Olswang LLP, δικηγόρων της Revedor, για να χρησιμοποιηθεί για τις εργασίες ‑ διαδικασίες που θα ήταν αναγκαίες για να περάσει το σκάφος τις νενομισμένες επιθεωρήσεις και για να μπορεί να καταταχθεί στη λίστα «Ten – Year Classification Survey - Lloyds Class Special Survey». Στην υπόθεση που καταχωρίστηκε στα αγγλικά Δικαστήρια ο Εναγόμενος 1 – Καθ΄ου η αίτηση 1 παραδέχεται ότι η Dockmill ΙΟΜ του εκχώρησε όλα τα δικαιώματά της δυνάμει της συμφωνίας ημερ. 18/10/20218 πλην όμως προωθεί τη θέση ότι δεν ανέλαβε οποιεσδήποτε από τις υποχρεώσεις της, που πηγάζουν από τη Συμφωνία ημερομηνίας 08/10/2018. Προκύπτει, από την Έκθεση Απαίτησης στην αγγλική υπόθεση, ότι τόσο το ποσό της προκαταβολής για την αγορά του σκάφους εκ €1.800.000,00 καθώς και το ποσό των €15.500.000,00, τα οποία ήταν κατατεθειμένα σε λογαριασμό της CMS, είχαν καταβληθεί στην Dockmill ΙΟΜ στις 15/10/2018.
Υποστηρίζει ότι το ποσό των €15.860.000,00, το οποίο αφορούσε το ποσό από την πώληση του σκάφους, μεταφέρθηκε σε πελατειακό λογαριασμό του δικηγορικού οίκου HFW, οι οποίοι ενεργούσαν ως δικηγόροι της Dockmill BVI και του Εναγόμενου 1 – Καθ΄ου η αίτηση για σκοπούς της υλοποίησης της πώλησης. Στις 30/04/2019, μετά από οδηγίες του Εναγόμενου 1 - Καθ΄ου η αίτηση 1 μεταφέρθηκε από τον λογαριασμό της HFW το ποσό των €14.171.359,99 σε λογαριασμό της Εναγόμενης 2 – Καθ΄ης η αίτηση στην CBH Bank στην Ελβετία. Η Εναγόμενη 2 – Καθ΄ης η αίτηση 2 υπέγραψε συμφωνία, στις 12/04/2019, για διαχείριση επενδύσεων από την ελβετική εταιρεία FP Wealth Solutions SA. Όμως, μετά από οδηγίες του Εναγόμενου 1 – Καθ΄ου η αίτηση 1, τα χρήματα κατέληξαν σε λογαριασμό της Εναγόμενης 3 - Καθ' ης η Αίτηση 3 στην ελβετική τράπεζα CBH BANK. Είναι η θέση της ότι ο Εναγόμενος 1 – Καθ΄ου η αίτηση 1 τη συμβούλεψε όπως υπογράψει η ίδια μαζί του συμβάσεις δανείου έτσι ώστε να αντικατασταθεί το χρέος που είχε προκύψει δυνάμει του γραμματίου, γιατί θα εκκαθάριζε την εταιρεία που είχε εκδώσει το συγκεκριμένο γραμμάτιο, δηλαδή την Dockmill BVI. Λόγω της εμπιστοσύνης που έτρεφε στο πρόσωπο του Εναγόμενου 1 – Καθ΄ου η αίτηση 1 και έχοντας την εντύπωση ότι ενεργούσε προς το συμφέρον της δεν υποψιάστηκε οτιδήποτε και τον Νοέμβριο του 2018 υπέγραψαν δύο (2) συμφωνίες στα ρωσικά, η πρώτη με ημερομηνία 07/03/2017 για το ποσό των 10 εκατομμυρίων CHF και η δεύτερη, με ημερομηνία 17/04/2017, για το ποσό των 7 εκατομμυρίων CHF. Επαναλαμβάνει η Ομνύουσα, ότι οι συγκεκριμένες συμφωνίες δανείου υπεγράφησαν λόγω της πλήρους εμπιστοσύνης που έτρεφε η ίδια προς το πρόσωπο του Εναγόμενου 1 – Καθ΄ου η αίτηση 1. Κατά την υπογραφή των συμφωνιών αυτών ο Εναγόμενος 1 – Καθ΄ου η αίτηση 1 παρέλαβε το γραμμάτιο. Ουδέποτε του είχε παραδώσει οποιοδήποτε ποσό σε μετρητά όπως καταγράφεται στις δύο συμφωνίες. Για την ίδια η αποπληρωμή του δανείου, που αναφερόταν και στις δύο συμφωνίες, σήμαινε την επιστροφή των πόσων που η ίδια είχε δανείσει στον σύζυγό της. Όμως, την 01/12/2018, ο Εναγόμενος 1 - Καθ' ου η Αίτηση 1 της ζήτησε να υπογράψει μια τρίτη συμφωνία, συμπληρωματική των δύο προηγούμενων, με την οποία ο ίδιος δεσμεύτηκε να της επιστρέψει το ποσό των €13.450.000,00 νωρίτερα από την ημερομηνία που προέβλεπαν οι άλλες δύο συμφωνίες δανείου, χωρίς όμως να καθορίζεται οποιαδήποτε η ημερομηνία αποπληρωμής. Με βάση την ισοτιμία του ελβετικού φράγκου και του ευρώ, που ίσχυε την 01/12/2018 που υπογράφθηκε η συμφωνία, το οφειλόμενο ποσό ανερχόταν στα €15.041.600 και με την πρόωρη εξόφληση ο Εναγόμενος 1 – Καθ΄ου η αίτηση 1 θα κρατούσε για τον εαυτό του €720.000. Αρνήθηκε τελικά να της επιστρέψει τα συγκεκριμένα ποσά επικαλούμενος την ανάγκη υπογραφής μιας δήλωσης από τον σύζυγό της, ο οποίος βρισκόταν στη φυλακή. Της παρουσίασε ένα έγγραφο ημερομηνίας 07/03/2017, στο οποίο καταγράφετο ότι ο ίδιος είχε εξοφλήσει στον σύζυγό της τις υποχρεώσεις του δανείου Dockmill και ως εκ τούτου όλα τα δικαιώματα και οι αξιώσεις του συζύγου της είχαν περάσει σ΄αυτόν. Διαφάνηκε ότι με τη συνεχή αντικατάσταση των εγγράφων σκοπούσε στο να καθυστερήσει την αποπληρωμή του δανείου και τελικά να λάβει με δόλο έγγραφα από τον σύζυγό της που να αποδεικνύουν την αποπληρωμή του δανείου Dockmill από τον ίδιο. Οι συγκεκριμένες ενέργειες ήταν μέρος του σχεδίου του Εναγόμενου 1 – Καθ΄ου η αίτηση 1 να εξαπατήσει την ίδια, έτσι ώστε ο σύζυγός της να υπογράψει τα έγγραφα που ο Εναγόμενος 1 - Καθ' ου η Αίτηση 1του είχε προσκομίσει στις 02/12/2020. Ο σύζυγός της είχε υπογράψει ακόμα ένα έγγραφο που του έθεσε ο Εναγόμενος 1 – Καθ΄ου η αίτηση 1, το οποίο δεν φέρει ημερομηνία και στο οποίο καταγράφεται ότι αποποιείται τα δικαιώματα και τις απαιτήσεις που ο ίδιος είχε στο δάνειο Dockmill αναφορικά με τους τόκους και τα άλλα ποσά και ότι το χρέος που του οφείλεται περιορίζεται στα €15 εκατομμύρια. Τα συγκεκριμένα δύο έγγραφα υπογράφτηκαν από τον σύζυγό της, ενώ βρισκόταν στη φυλακή, στην παρουσία του A. V. Kisiliov, ο οποίος είναι δικηγόρος στη Ρωσία, στο δικηγορικό γραφείο CREDO στο οποίο πιθανόν να είναι συνεταίρος ο Εναγόμενος 1 Καθ΄ου η αίτηση 1. Ισχυρίζεται ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα, αφού ετοιμάστηκαν από τον Εναγόμενο 1 – Καθ΄ου η αίτηση 1 ως μέρος του σχεδίου του να εξαπατήσει την ίδια και να σφετεριστεί τα χρήματα, τα οποία είχαν προέλθει από την πώληση του σκάφους, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι ο σύζυγός της βρισκόταν στη φυλακή από το 2017 καθώς και το γεγονός ότι τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγός της του έτρεφαν τυφλή εμπιστοσύνη θεωρώντας τον έμπιστο και στενό οικογενειακό φίλο.
Είναι η θέση της ότι, κατά ή περί τις 14/05/2022, η ίδια ενημερώθηκε ότι το ποσό των $15.229.968,00 είχε καταλήξει σε λογαριασμούς της Εναγόμενης 3 - Καθ' ης η Αίτηση 3. Όσον αφορά την ταυτότητα του τελικού πραγματικού δικαιούχου του λογαριασμού της Εναγόμενης 3 - Καθ' ης η Αίτηση 3, στον οποίο κατατέθηκαν, φαίνεται να είναι ο Εναγόμενος 1 - Καθ' ου η Αίτηση 1 ενώ ως τελικοί πραγματικοί δικαιούχοι των περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται στον συγκεκριμένο λογαριασμό φαίνεται να είναι η ίδια και ο Εναγόμενος 1 - Καθ' ου η Αίτηση 1, παρά το γεγονός ότι θα έπρεπε να είναι μόνο η ίδια αφού το συγκεκριμένο ποσό της ανήκει και είναι το ποσό που έπρεπε να της επιστραφεί. Επιπρόσθετα, παρά το γεγονός ότι στον συγκεκριμένο λογαριασμό παρουσιάζεται ως μια εκ των δύο τελικών πραγματικών δικαιούχων δεν έχει οποιοδήποτε δικαίωμα υπογραφής και ως εκ τούτου τυγχάνει διαχείρισης αποκλειστικά από τον Εναγόμενο 1 - Καθ' ου η Αίτηση 1, ο οποίος τον διαχειρίζεται μέχρι και σήμερα.
Υποστηρίζει ότι σε συναντήσεις που έγιναν τον Φεβρουάριο και Μάρτιο του 2023 ο Εναγόμενος 1 - Καθ' ου η Αίτηση 1 είχε προβάλει τη θέση ότι ο ίδιος δικαιούται να λάβει ένα μέρος από τα χρήματα και όλους τους τόκους επί των κεφαλαίων ή άλλων χρηματοοικονομικών επενδυτικών προϊόντων, τα οποία υπάρχουν στο λογαριασμό της Εναγόμενης 3 - Καθ' ης η αίτηση 3, χωρίς όμως να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση για τη συγκεκριμένη απαίτηση, η οποία κατά τη δική της άποψη είναι παντελώς αβάσιμη. Ο Εναγόμενος 1 - Καθ' ου η Αίτηση 1 της είχε αναφέρει ότι εάν διαφωνούσε με τις απαιτήσεις του τότε αυτός θα προχωρούσε με την καταχώριση άλλων ποινικών κατηγοριών κατά του συζύγου της στη Ρωσία και ότι θα αποκάλυπτε και διαστρέβλωνε εμπιστευτικές πληροφορίες που αφορούν τον σύζυγό της και την οικογένειά της, τις οποίες απέκτησε κατά τη διάρκεια των 15 χρονών που παρείχε δικηγορικές υπηρεσίες προς τον σύζυγό της.
Σε σχέση με το νομικό κομμάτι της αίτησης η Ομνύουσα υποστηρίζει ότι η απαίτησή της αφορά το χρηματικό ποσό που προέκυψε από την πώληση του σκάφους, το οποίο κατακρατείται παράνομα από τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 – Καθ’ ων η αίτηση και το οποίο θα έπρεπε να της είχε καταβληθεί. Όπως αποκαλύπτεται από το γραμμάτιο, το οποίο είχε στην κατοχή της, της οφείλεται το ποσό των €17.621.100,00 πλην όμως ως αποτέλεσμα μίας σειράς δόλιων ή/και παράνομων ή/και κακόπιστων ενεργειών των Εναγόμενων 1 , 2 και 3 - Καθ΄ων η Αίτηση η ίδια το απώλεσε. Εισηγείται ότι η ίδια έχει μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας στην αξίωσή της και ότι ο λόγος που επιδιώκει την παγοποίηση των περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στους Εναγόμενους 1, 2 και 3 - Καθ΄ ων η Αίτηση είναι γιατί έχει διαπιστώσει ότι μέχρι τις 15/02/2023 υπήρχαν περιουσιακά στοιχεία στους λογαριασμούς της Εναγόμενης 3 - Καθ' ης η Αίτηση 3, τα οποία και περιγράφει. Παράλληλα ο Εναγόμενος 1 - Καθ' ου η Αίτηση 1 διατηρούσε μετοχές στην Εναγόμενη 2 - Καθ΄ης η Αίτηση 2, την εταιρία Sadentric και στην εταιρεία Dramcel, ενώ είναι και ο πραγματικός δικαιούχος των εταιρειών Maxcellar Ltd και Kieron Ltd. Υποστηρίζει ότι το 2020 ο Εναγόμενος 1 – Καθ΄ου η αίτηση 1 αντί να της επιστρέψει το χρηματικό ποσό που της ανήκε χρησιμοποίησε περίπου €2,6 εκατομμύρια από το λογαριασμό της Εναγόμενης 3 - Καθ' ης η Αίτηση 3 ως εγγύηση για προσωπικό του δάνειο από την CBH Bank. Επίσης μεταξύ Μαρτίου και Απριλίου του 2023 ο Εναγόμενος 1 - Καθ' ου η Αίτηση 1 μετέφερε σε λογαριασμό, που η ίδια υποψιάζεται ότι του ανήκει, τα ακόλουθα ποσά: €20.000 στις 23/03/2023, $475.113 στις 04/04/2023 ενώ αποσύρει μηνιαίως ποσά ύψους $15.000 ‑ $20.000. Οι συγκεκριμένες ενέργειες του Εναγόμενου 1 - Καθ' ου η Αίτηση 1, κατά τη δική της άποψη, της αποστερήσαν τα συγκεκριμένα ποσά. Τον Μάϊο του 2023 η ίδια ενημερώθηκε από υπάλληλο της εταιρείας που διαχειριζόταν το λογαριασμό της Εναγόμενης 3 - Καθ' ης η Αίτηση 3 ότι ο Εναγόμενος 1 - Καθ' ου η Αίτηση 1 είχε απαγορεύσει τη διαβίβαση, προς την ίδια, πληροφοριών που αφορούν το συγκεκριμένο λογαριασμό και ότι όλα τα αιτήματά της, σε σχέση με το συγκεκριμένο λογαριασμό προωθήθηκαν προς τον Εναγόμενο 1 - Καθ' ου η Αίτηση 1. Μετά τις απειλές που εξέφρασε ο Εναγόμενος 1 – Καθ΄ου η αίτηση 1, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, οι συνέταιροι του στο δικηγορικό γραφείο επισκέφθηκαν τον σύζυγό της στη φυλακή ζητώντας του ανταλλάγματα σε μετρητά με σκοπό την πρόωρη αποφυλάκισή του.
Προωθεί τη θέση ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 – Καθ’ ων η αίτηση θα μετακινήσουν περιουσιακά στοιχεία ή/και θα τα αποκρύψουν καθιστώντας την εκτέλεση τυχόν εκδοθείσας υπέρ της απόφασης πολύ δύσκολης, ιδιαίτερα λόγω του ότι τα περιουσιακά στοιχεία του Εναγόμενου 1 – Καθ΄ου η αίτηση 1 αποτελούνται από μετοχές Κυπριακών Εταιρειών που μπορούν να μεταβιβαστούν με απλές διαδικασίες χωρίς την παρέμβαση ή έγκριση οποιουδήποτε τρίτου. Υποστηρίζει ότι από τα δικόγραφα της αγωγής που καταχωρίστηκε στην Αγγλία, η οποία αφορά το σκάφος, δεν φαίνεται να υπάρχει οποιαδήποτε απαίτηση από την εταιρεία Revedor, η οποία αγόρασε το συγκεκριμένο σκάφος. Είναι η θέση της ότι η ίδια προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Καταγράφει ότι ο σύζυγός της είναι ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας, με περιουσία άνω του ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων και δηλώνει ότι επι του παρόντος εξακολουθεί να εκτίει ποινή φυλάκισης 10 ετών, η οποία κρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ως παράνομη, ενώ αντιμετωπίζει και ποινική υπόθεση για εκβιασμό σε σχέση με την πρόωρη αποφυλάκισή του.
Αναφορικά με το αίτημα για αποκάλυψη των περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων 1, 2 και 3 - Καθ΄ ων η Αίτηση παγκοσμίως εξηγεί ότι ο λόγος που προωθείται είναι για να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα του παγκοσμίου διατάγματος δέσμευσης κατά των Eναγόμενων και να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική αστυνόμευση του διατάγματος. Υποστηρίζει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ότι η αξίωσή της έχει καλή προοπτική επιτυχίας. Επιπρόσθετα, προωθηθεί τη θέση ότι δεν υπήρξε εκ μέρους της αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην έγερση της αγωγής και στην καταχώριση της αίτησης, ενόψει του ότι είχε προβεί σε διάφορες ενέργειες πριν την έγερση της παρούσας αγωγής.
Καταλήγει, ότι τα γεγονότα που έχει παραθέσει η ίδια καταδεικνύουν τον τρόπο με τον οποίο ενεργεί ο Εναγόμενος 1 – Καθ΄ου η αίτηση 1, καθώς και τους σοβαρούς κινδύνους διασπάθισης περιουσιακών στοιχείων και περαιτέρω αποστέρησης από την ίδια των δικαιωμάτων της. Ο Εναγόμενος 1 – Καθ΄ου η αίτηση 1 πρόβαλε αρκετές αδικαιολόγητες αρνήσεις για επιστροφή του ποσού των χρημάτων που της ανήκουν και ουσιαστικά συμπεριφέρεται ως το συγκεκριμένο ποσό να του ανήκει. Το γεγονός αυτό προκύπτει από την χρήση ποσού πέρα των €2,6 εκατομμυρίων από το λογαριασμό της Εναγόμενης 3 - Καθ' ης η Αίτηση 3 ως εξασφάλιση προσωπικού του δανείου καθώς και από τις μεταφορές του ποσού των $475.000 και των πόσων των $15.000‑ $20.000 μηνιαίως.
Δόθηκαν οδηγίες για την επίδοση της αίτησης στους Εναγόμενους 1, 2 και 3 - Καθ' ων η αίτηση. Εμφανίστηκαν μόνο οι Εναγόμενοι 1 και 2 – Καθ΄ων η αίτηση 1 και 2 στη διαδικασία και καταχώρησαν σχετική ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης, προβάλλοντας σε αυτή 32 λόγους ενστάσεως, οι οποίοι κατά το μεγαλύτερο μέρος τους επαναλαμβάνονται. Μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Ότι το Κυπριακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία γιατί τα τεκμήρια που συνοδεύουν την αίτηση προνοούν εφαρμογή του Ρωσικού Δίκαιου. Ότι η Αιτήτρια - Ενάγουσα δεν έχει καλή ή συζητήσιμη υπόθεση ή/και ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας των αξιώσεων της. Ότι δεν πληρούνται ή/και δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Ότι δεν έχει ικανοποιηθεί το στοιχείο του κατεπείγοντος. Ότι η Αιτήτρια - Ενάγουσα δεν έχει αποδείξει πραγματικό κίνδυνο αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων. Ότι η αίτηση γίνεται με μεγάλη καθυστέρηση. Ότι έχει παραβιαστεί η αρχή του δόγματος για προσέλευση στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Ότι δεν συντρέχουν οι νομικοί, πρακτικοί, πραγματικοί και περιστασιακοί λόγοι έκδοσης των συγκεκριμένων διαταγμάτων. Ότι κακόπιστα ή/και εσκεμμένα απεκρύβησαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα ή/και πληροφορίες ή/και δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη των γεγονότων. Ότι υπήρξε μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων με στόχο την παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Ότι τα γεγονότα που επικαλείται η Αιτήτρια - Ενάγουσα είναι αναληθή ή/και ατεκμηρίωτα ή/και αβάσιμα. Ότι κωλύεται να απαιτεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελός της. Ότι η αίτηση είναι αδικαιολόγητα καθυστερημένη, ενοχλητική ή/και αβάσιμη ή/και αδικαιολόγητη. Ότι η Αιτήτρια – Ενάγουσα δεν έχει καταδείξει ότι δύναται να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά στην περίπτωση που δεν εκδοθούν τα διατάγματα. Ότι οι Καθ΄ων η αίτηση 1 και 2 - Eναγόμενοι 1 και 2 δεν συνδέονται με την Αιτήτρια - Ενάγουσα και δεν υπάρχει εναντίον τους οποιαδήποτε αιτία αγωγής. Ότι δεν στοιχειοθετείται οποιαδήποτε ενέργεια καταδολίευσης ή συνωμοσίας ή άλλης αδικοπραξίας κατά της Αιτήτριας – Ενάγουσας. Ότι δεν αποκαλύφθηκαν επαρκείς ή/και ικανοποιητικοί ή/και καλοί λόγοι ή/και στοιχεία που να καταδεικνύουν το ουσιώδες ή/και τη χρησιμότητα των αιτούμενων διαταγμάτων. Ότι δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία του Ρωσικού Δικαίου. Ότι η αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Ότι η Αιτήτρια - Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να προσφύγει η ίδια στη δικαιοσύνη. Ότι οι ισχυρισμοί για δόλο είναι γενικόλογοι, αόριστοι, ψευδής και ανυπόστατοι.
Σημειώνεται ότι δεν φαίνεται να υπάρχει επίδοση της αίτησης στην Εναγόμενη 3 – Καθ΄ης η αίτηση 3.
Νομική βάση για την ένσταση αποτέλεσαν οι ίδιοι Νόμοι και Κανονισμοί που καταγράφηκαν στην αίτηση και ως εκ τούτου δεν θα επαναληφθούν.
Προς τεκμηρίωση της Ένστασης καταχωρίστηκε ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση 1 – Eναγόμενου 1. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα στις 26/03/2024 καταχωρίστηκε Σημείωμα Εμφάνισης εκ μέρους του, στο οποίο εκ παραδρομής δεν αναγράφηκε ότι καταχωρείται υπό διαμαρτυρία. Οι δικηγόροι του αντιλήφθηκαν το καλόπιστο λάθος όταν θα προχωρούσαν στις 08/04/2024 στην καταχώριση αίτησης για παραμερισμό της αγωγής. Υποστηρίζει ότι καταχωρίστηκε Σημείωμα Εμφάνισης με νέο τύπο στις 09/04/2024. Όσον αφορά τα περιουσιακά στοιχεία ισχυρίζεται ότι εργάζεται πολλές φορές με προβληματικά περιουσιακά στοιχεία, τα οποία αποκτά στο όνομά του, σε συνεργασία με άλλους δικηγόρους, με σκοπό τη λύση προβλημάτων που τα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία πιθανόν να αντιμετωπίζουν. Σε σχέση με το γιοτ St. David υποστηρίζει ότι είναι ένα ταλαιπωρημένο περιουσιακό στοιχείο, το οποίο ο ίδιος απέκτησε από την εταιρεία Dockmill Capital Ltd (IOM), της οποίας μοναδική μέτοχος ήταν η Dockmill Capital Ltd (BVI), της οποία τελικός και πραγματικός δικαιούχος ήταν η NORWELL INC. Τελικός και πραγματικός δικαιούχος του συγκεκριμένου γιοτ ήταν ο Andrey Lomakin. Η εταιρεία Dockmill Capital BVI είχε λογαριασμούς σε τράπεζα στη Λετονία, η οποία τράπεζα εκκαθαρίστηκε εκούσια τον Φεβρουάριο του 2018.
Όσον αφορά το γιοτ ο Ομνύοντας υποστηρίζει ότι αυτό δεν μπορούσε να λειτουργήσει πριν από μια δεκαετή επισκευή, η οποία απαιτούσε σημαντικά έξοδα. Επεξηγεί ότι το συγκεκριμένο σκάφος δεν θα μπορούσε να ναυλωθεί για να κερδίσει χρήματα, για να αποσβέσει τα κόστη της συντήρησής του χωρίς την επισκευή. Λόγω αυτού του γεγονότος το συμβόλαιο για την πώληση του σκάφους συμπεριλαμβάνει το θέμα της δεκαετούς επισκευής, ενώ η επιστολή μεσεγγύησης προέβλεπε για παρακράτηση €700.000 για τον συγκεκριμένο σκοπό. Ο Andrey Lomakin τον είχε πληροφορήσει ότι η εταιρεία Dockmill Capital Ltd (BVI) δεν είχε χρέη πλην όμως η Ενάγουσα - Αιτήτρια του είχε προσκομίσει τη δανειακή σύμβαση ημερ. 27/03/2015, από την οποία φαινόταν ότι ο σύζυγός της είχε δανείσει στην εταιρεία Dockmill Capital Ltd (BVI) το ποσό των €15.000.000,00. Καταγράφει ότι ο Andrey Lomakin επέμενε στην πώληση του γιοτ και το κλείσιμο των εταιρειών του, όμως δεν ήθελε να προχωρήσει ο ίδιος με την πώληση γιατί φοβόταν τους κινδύνους που θα μπορούσαν να προκύψουν για τη ρωσική επιχείρησή του λόγω της κράτησης του συζύγου της Ενάγουσας – Αιτήτριας. Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει την πραγματική εικόνα της σχέσης μεταξύ του Andrey Lomakin και του συζύγου της Ενάγουσας - Αιτήτριας, ούτε γνωρίζει κατά πόσο η δανειακή σύμβαση με ημερομηνία 27/03/2015 και τα έγγραφα που την αποτυπώνουν αντικατοπτρίζουν την πραγματική εικόνα για τη μεταξύ τους σχέση. Προωθηθεί την άποψη ότι η αξία του περιουσιακού στοιχείου δεν ήταν δυνατόν να προσδιοριστεί κατά τη μεταβίβασή του λόγω ελλιπούς πληροφόρησης και γι' αυτό ο Andrey Lomakin, μέσω της εταιρείας του West Nautical Ltd, διατήρησε τα αποκλειστικά δικαιώματα πώλησης και διαχείρισης του γιοτ έναντι αμοιβής. Έχοντας κατά νου τους κινδύνους και την έλλειψη πληρότητας αξιόπιστων πληροφοριών σε σχέση με το γιοτ ο ίδιος αποφάσισε να το αποκτήσει και να προσπαθήσει να το πουλήσει, ενώ στο μεταξύ θα επέλυε όλα τα ζητήματα που θα προέκυπταν. Ο ίδιος ήθελε να λάβει τα εισοδήματά του, τα οποία υπολόγισε σε εναπομείναντα κεφάλαια στα €5.000.000. Τον Νοέμβριο του 2017, ο Andrey Lomakin μεταβίβασε στον ίδιο τα δικαιώματα της Dockmill Capital Ltd (BVI), επισημαίνοντας ότι η συγκεκριμένη εταιρεία δεν είχε οποιαδήποτε χρέη. Η Dockmill Capital Ltd (BVI) μεταβίβασε το 100% των μετοχών της Dockmill Capital Ltd (IOM) στην Sedentric Ltd (Κύπρος) και ακολούθως εκκαθαρίστηκε.
Προωθεί τη θέση ότι μετά από ένα χρόνο διαπραγματεύσεων για την πώληση του σκάφους η τιμή είχε καθοριστεί στα €22 εκατομμύρια, όμως κατά τις διαπραγματεύσεις με τον αγοραστή, τον οποίο βρήκε ο Andrey Lomakin, η τιμή του μειώθηκε στα €18 εκατομμύρια. Τον Οκτώβριο του 2018 υπογράφθηκε η σύμβαση αγοραπωλησίας του σκάφους για το ποσό των €18 εκατομμυρίων, με την παραχώρηση προσωπικής εγγύησης του ίδιου για εκπλήρωση της συγκεκριμένης σύμβασης πώλησης από τον πωλητή. Για τη συγκεκριμένη πώληση ο Lomakin έλαβε αμοιβή 12% επί της τιμής πώλησης, δηλαδή το ποσό των €2.162.000. Το συγκεκριμένο ποσό του καταβλήθηκε σε δύο δόσεις, ήτοι η πρώτη δόση εκ €720.000 στον λογαριασμό της εταιρείας W.Y.M. Limited και η δεύτερη δόση εκ €1.440.000 στο λογαριασμό Morley Yachts. Τα έξοδα συντήρησης του γιοτ καλύφθηκαν από δάνεια που παρασχέθηκαν στην West Nautical Ltd, τα οποία αποπληρώθηκαν από τα χρήματα της πώλησης του. Είχε καταβληθεί, στις 12/01/2018, στην West Nautical Ltd το ποσό των €655.843 το οποίο αφορούσε τη διαχείριση του γιοτ. Η West Nautical Ltd συνέχισε να το διαχειρίζεται ακόμη και μετά την πώλησή του. Εισηγείται ότι ο ισχυρισμός της Ενάγουσας - Αιτήτριας ότι ο Andrey Lomakin είχε λάβει μόνο £100 για την μεταβίβαση των δικαιωμάτων της εταιρείας Dockmill Capital Ltd στον ίδιο είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα με τον Ομνύοντα στις 30/04/2019 μεταφέρθηκε το ποσό των €14.171.359 σε λογαριασμό της Sadentric Ltd σε ελβετική τράπεζα και το ποσό των €290.000 παρέμεινε σε μεσεγγυητικό λογαριασμό για τις νομικές αμοιβές που αφορούσαν τις υποθέσεις της Dockmill Capital Ltd σε σχέση με την πώληση του σκάφους. Τα χρήματα από την πώληση του γιοτ μεταφέρθηκαν στον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας Capaalex Consulting Ltd (BVI), η οποία είχε δημιουργηθεί το 2013 με σκοπό την επένδυση κεφαλαίου σε ευρωπαϊκά ομόλογα και άλλους τίτλους. Το 2020, με αίτημα της τράπεζας, ο ίδιος υπέδειξε την Ενάγουσα – Αιτήτρια, ως πρόσωπο που έχει έμμεσο συμφέρον στα κεφάλαια του λογαριασμού. Προωθηθεί τη θέση ότι η Ενάγουσα - Αιτήτρια δεν έχει κανένα δικαίωμα σε σχέση με τη διαχείριση του λογαριασμού και την εταιρεία Capaalex Consulting Ltd (BVI). Ο ίδιος ουδέποτε μεταβίβασε τραπεζικά έγγραφα στην Ενάγουσα - Αιτήτρια ούτε και έδωσε τη συγκατάθεσή του στην τράπεζα να της διαβιβάσει οποιαδήποτε έγγραφα, αντίθετα κατά τη δική του άποψη, τα απέκτησε παράνομα. Είναι η δική του θέση ότι ο ίδιος επένδυσε τα χρήματα που έλαβε από την πώληση του γιοτ σε ευρωπαϊκά ομόλογα χαμηλού κινδύνου, με την προσδοκία ότι το κεφάλαιο θα ήταν εγγυημένο και ότι οι τόκοι θα κάλυπταν όλα τα τρέχοντα έξοδα. Όμως, υπήρξαν απροσδόκητες απώλειες, λόγω των περιορισμών και των κυρώσεων που προέκυψαν από το covid αλλά και κατά των ρωσικών εκδοτών των ομολόγων. Έξι χρόνια μετά την πώληση του σκάφους εκκρεμούν δύο ζητήματα προς επίλυση πρώτον, η διευκρίνιση της ύπαρξης οφειλής προς την Ενάγουσα - Αιτήτρια και δεύτερον, η διανομή μέρους της τιμής του σκάφους, ήτοι του ποσού των €700.000 που τηρείται στον μεσεγγυητικό λογαριασμό. Ο ίδιος, έχοντας καταστεί δικαιούχος της Dockmill Capital Ltd (BVI), ζήτησε από τους δικηγόρους της τράπεζας στη Λετονία να του επιβεβαιώσουν πρώτον, τη λήψη χρημάτων από τον σύζυγο της Ενάγουσας - Αιτήτριας στο πλαίσιο της δανειακής σύμβασης ημερομηνίας 27/03/2015 και δεύτερον, την χρήση του ποσού του δανείου και συγκεκριμένα κατά πόσο χρησιμοποιήθηκε για την αγορά του σκάφους. Η τράπεζα δεν μπορούσε να του παρέχει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες λόγω του ότι ο λογαριασμός είχε κλείσει. Όμως, είχε διαβεβαιωθεί από την Ενάγουσα - Αιτήτρια ότι η ίδια κατείχε τα έγγραφα και ότι απαιτείτο κάποιος χρόνος για να του χορηγήσει τα πρωτότυπα.
Όσον αφορά το δάνειο ημερομηνίας 27/03/2015 προωθεί την άποψη ότι η διαδικασία αγοράς ενός σκάφους είναι μια πολύπλοκη διαδικασία, τόσο από νομικής όσο και από πραγματικής πλευράς, αφού συνοδεύεται από την προετοιμασία μεγάλου αριθμού εγγράφων. Δηλώνει ότι ο ίδιος έχει αμφιβολίες για την αξιοπιστία των δηλώσεων της Ενάγουσας - Αιτήτριας, οι οποίες αμφιβολίες προέκυψαν από το γεγονός ότι για 6 χρόνια η Ενάγουσα - Αιτήτρια δεν μπορούσε να εντοπίσει οτιδήποτε άλλο εκτός από το αντίγραφο της δανειακής σύμβασης ημερομηνίας 27/03/2015. Αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο Andrey Lomakin τον είχε διαβεβαιώσει ότι η Dockmill Capital Ltd (BVI) δεν έχει χρέη κατά τη δική του άποψη μπορεί να υποδηλώνει ότι υπήρχε κάποια άλλη σχέση μεταξύ του συζύγου της Ενάγουσας - Αιτήτριας και του Andrey Lomakin. Αρχικά, ο ίδιος είχε πειστεί ότι πράγματι υπήρχε οφειλή από την εταιρεία Dockmill Capital Ltd (BVI) προς τον σύζυγο της Ενάγουσας - Αιτήτριας, παρά το γεγονός ότι ο προηγούμενος δικαιούχος της εταιρείας στο ψήφισμα μεταβίβασης δικαιωμάτων τον είχε διαβεβαιώσει ότι δεν υπήρχαν οφειλές. Ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα - Αιτήτρια δεν προσκόμισε στοιχεία στο Δικαστήριο, τα οποία να επιβεβαιώνουν ότι ποσό ύψους €15 εκατομμυρίων είχε χρεωθεί από λογαριασμό του συζύγου της στην εταιρεία Dockmill Capital Ltd (BVI), η οποία διατηρούσε λογαριασμό στην τράπεζα της Λετονίας. Καταγράφει, ότι διερευνάται ποινική υπόθεση εναντίον του συζύγου της Ενάγουσας – Αιτήτριας η οποία αφορά την κλοπή γραμματίων, το 2015, από την Lesbank ύψους 1 δισ. ρούβλια με την παραποίηση τραπεζικών εγγράφων.
Προωθεί τη θέση ότι η Ενάγουσα - Αιτήτρια αρχικά παραπλάνησε τον ίδιο και με την αίτησή της προσπαθεί να παραπλανήσει και το Δικαστήριο σε σχέση με τα δικαιώματά της, τα οποία προκύπτουν από τη δανειακή σύμβαση ημερομηνίας 27/03/2015. Η Ενάγουσα - Αιτήτρια δεν προσκόμισε στο Δικαστήριο τη σύμβαση εκχώρησης και τη γραπτή συγκατάθεση και των δύο πλευρών που υπέγραψαν τη σύμβαση δανείου. Ως εκ τούτου δεν έχει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα. Δηλώνει ότι, με βάση τον όρο 6 της δανειακής σύμβασης ημερομηνίας 27/03/2015, η από μέρους του εκπλήρωση της δανειακής σύμβασης απαγορεύεται. Ο ίδιος δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι η Ενάγουσα - Αιτήτρια μπορούσε να μεταφέρει ποσό ύψους 17 εκατομμυρίων CHF στον σύζυγό της αλλά, κατά τη δική του άποψη, δεν σχετίζεται το γεγονός αυτό με τη δανειακή σύμβαση ημερομηνίας 27/03/2015. Εν πάση περιπτώσει ο σύζυγος της Ενάγουσας – Αιτήτριας υπέγραψε έγγραφο στο οποίο καταγράφεται ότι τα δικαιώματά του που προκύπτουν από το συγκεκριμένο δάνειο είχαν μεταβιβαστεί στον ίδιο. Δεν διαφαίνεται από την ένορκη δήλωση της Ενάγουσας - Αιτήτριας ότι η ίδια υπέστη οποιαδήποτε ζημιά εξ’ υπαιτιότητας των Eναγόμενων – Καθ΄ων η αίτηση. Η συναλλαγή, την οποία επικαλείται η Ενάγουσα - Αιτήτρια, δεν μπορεί να συνδεθεί με οποιαδήποτε νομική πράξη μεταξύ της Ενάγουσας - Αιτήτριας και του συζύγου της και κατ’ επέκταση του δανείου ημερομηνίας 27/03/2015. Η οποιαδήποτε αναφορά του ονόματος της Ενάγουσας - Αιτήτριας από τον ίδιο σε έγγραφα που αφορούσαν την απόκτηση συμφερόντων στην Dockmill Capital (BVI) προέκυψε από την παραπλάνησή του, από την ίδια την Ενάγουσα - Αιτήτρια, σε σχέση με το γεγονός της χρηματικής αξίωσης που επικαλείται εναντίον της συγκεκριμένης εταιρείας. Ο ίδιος πράγματι έχει διατάξει τη σύνταξη γραμματίου που απευθυνόταν στην Ενάγουσα - Αιτήτρια, με την πίστη ότι αυτή θα προσκόμιζε όλα τα απαραίτητα έγγραφα για τη μεταφορά του ποσού που αφορούσε τη δανειακή σύμβαση ημερομηνίας 27/03/2015, αλλά και τα έγγραφα που σχετίζονται με τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων σε αυτήν. Λόγω μη προσκόμισης των συγκεκριμένων εγγράφων, τα οποία να επιβεβαιώνουν την υποχρέωση από την Dockmill Capital (BVI) προς τον σύζυγο της Ενάγουσας - Αιτήτριας, το αρχικό γραμμάτιο δεν μεταβιβάστηκε ποτέ στην Ενάγουσα - Αιτήτρια.
Κατά τη δική του άποψη οι δανειακές συμβάσεις με ημερομηνίες 07/03/2017 και 17/04/2017 δεν συνιστούν απόδειξη της δικής του υποχρέωσης προς την Ενάγουσα - Αιτήτρια, ιδιαίτερα ενόψει του ότι εμπεριέχουν ρήτρα για εφαρμογή του Ρωσικού δικαίου. Κατά το Ρωσικό Δίκαιο οι συγκεκριμένες συμφωνίες θεωρούνται ως μη συναφθείσες. Με αναφορά στον Αστικό Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας προωθηθεί τη θέση ότι το περιεχόμενο των συγκεκριμένων δανειακών συμβάσεων δεν αποκαλύπτει ότι συντάχθηκαν με σκοπό την αντικατάσταση άλλης υποχρέωσης. Καταγράφει ότι ο σύζυγος της Ενάγουσας - Αιτήτριας εκτίει ποινή φυλάκισης για εσκεμμένη ψευδή καταγγελία στο Δικαστήριο σε συνδυασμό με την τεχνητή δημιουργία αποδεικτικών στοιχείων προς υποστήριξη της συγκεκριμένης κατηγορίας και ότι το 2020 αντιμετώπισε κατηγορίες για απάτη σε σχέση με μεγάλης κλίμακας φοροδιαφυγή και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης.
Υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η καταχώρηση της αγωγής στην Κυπριακή Δημοκρατία, λόγω του ότι τα μέρη στη διαδικασία είναι Ρώσσοι πολίτες. Η σύμβαση δανείου ημερομηνίας 27/03/2015 συνάφθηκε μεταξύ Ρώσου υπηκόου, ήτοι του συζύγου της Ενάγουσας - Αιτήτριας και της εταιρείας Dockmill Capital Ltd, που είναι εγγεγραμμένη δυνάμει του Νόμου BVI, η αίτηση για μεταφορά του ποσού δανείου ύψους €15 εκατομμυρίων έγινε από τράπεζα στη Ρωσία για να μεταφερθεί στο λογαριασμό της Dockmill Capital Ltd (BVI) σε τράπεζα στη Λετονία ενώ μοναδικός δικαιούχος της Dockmill Capital Ltd (BVI) ήταν η NORWELL INC, η οποία είναι εγγεγραμμένη στην Δομινίκα και δικαιούχος της, κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν ο Andrey Lomakin ο οποίος του μεταβίβασε τα δικαιώματα της συγκεκριμένης εταιρείας τον Νοέμβριο 2017. Το σκάφος «St. David» ήταν εγγεγραμμένο στο μητρώο του Isle of Man στο όνομα της Dockmill Capital Ltd (ΙΟΜ). Η εταιρεία Sadentric Ltd είναι εγγεγραμμένη στην Κύπρο, αλλά ποτέ δεν είχε τραπεζικούς λογαριασμούς και η εταιρεία Capaalex Consulting Ltd είναι εγγεγραμμένη στα BVI και δεν έχει οποιεσδήποτε οικονομικές δραστηριότητες στην Κυπριακή Δημοκρατία. Κατά τη δική του άποψη η δανειακή σύμβαση ημερομηνίας 27/03/2015 καταγράφει ότι η οποιαδήποτε διαφορά θα επιλύεται από το αγγλικό δίκαιο και τα αγγλικά Δικαστήρια και εισηγείται ότι η Ενάγουσα - Αιτήτρια προσπαθεί να διαστρεβλώσει την αληθινή εικόνα και τα αληθινά γεγονότα, έτσι ώστε να εντάξει τη διαφορά στο Κυπριακό Δίκαιο.
Ο Ομνύοντας επικαλείται τη συμπεριφορά της Ενάγουσας - Αιτήτριας για να προωθήσει τη θέση ότι από τη στιγμή που απέτυχε να προσκομίσει επίσημα έγγραφα για την ύπαρξη έγκυρης νομικής αξίωσης δυνάμει του δανείου ημερομηνίας 27/03/2015, η ίδια καταχώρισε αξιώσεις σε Κυπριακό Δικαστήριο επικαλούμενη νομικά αβάσιμους ισχυρισμούς. Προωθεί τη θέση ότι η Ενάγουσα - Αιτήτρια έλαβε έγγραφα παράνομα, χωρίς τη δική του άδεια ή εξουσιοδότηση. Αρνείται ότι παρείχε οποιεσδήποτε νομικές συμβουλές είτε στην Ενάγουσα - Αιτήτρια ή τον σύζυγό της και δηλώνει ότι από το 2008 έως το 2017 ο ίδιος υπερασπιζόταν τα συμφέροντα εταιρειών σε Διαιτητικά Δικαστήρια, στις οποίες εταιρείες ο σύζυγος της Ενάγουσας - Αιτήτριας ήταν σε κάποιες διευθυντής και σε κάποιες άλλες μέτοχος. Καταγράφει υποθέσεις στις οποίες ενήργησε ως εκπρόσωπος άλλης συμμετέχουσας εταιρείας. Ισχυρίζεται ότι ο ίδιος ουδέποτε είχε προωθήσει τα προσωπικά συμφέροντα του συζύγου της Ενάγουσας - Αιτήτριας σε δικαστική διαδικασία, αλλά προωθήθηκαν από άλλους, τρίτους δικηγόρους, οι οποίοι στη συνέχεια οδηγήθηκαν στη φυλακή σε σχέση με την παροχή της νομικής βοήθειας που του παρείχαν. Ο ίδιος δηλώνει ότι ουδέποτε καταχράστηκε την εμπιστοσύνη της Ενάγουσας – Αιτήτριας δίδοντάς της νομικές συμβουλές ούτε και σύνηψε οποτεδήποτε συμφωνία μαζί της για την παροχή νομικής συνδρομής. Από το 2017 και εντεύθεν δεν είχε οποιαδήποτε επαφή με τον σύζυγο της Ενάγουσας - Αιτήτριας και από το 2018 και μετά ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις για εξεύρεση λύσης στα θέματα που προέκυψαν.
Κατά τη δική του άποψη η Ενάγουσα - Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει κίνδυνο αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων αφού η ίδια είχε γνώση, από 14/05/2022, ότι τα περιουσιακά στοιχεία βρίσκονται σε λογαριασμό της Εναγόμενης 3 – Καθ΄ης η αίτηση 3, ως προκύπτει από την παράγραφο 47 της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 04/03/2024. Καταλήγει, ότι η Ενάγουσα – Αιτήτρια, για δικούς της λόγους, καταχώρισε την αγωγή στην Κυπριακή Δημοκρατία χωρίς τα γεγονότα της υπόθεσης να σχετίζονται με οποιονδήποτε τρόπο με την Κυπριακή Δημοκρατία. Εισηγείται, ότι η καταχώριση της αγωγής έχει γίνει καταχρηστικά και με απώτερο σκοπό την ιδιοποίηση ξένων χρημάτων, τα οποία ανήκουν στον ίδιο και την Eναγόμενη 2 – Καθ΄ης η αίτηση 2 και δεν μπορούν να συσχετιστούν με οποιονδήποτε τρόπο με την Ενάγουσα - Αιτήτρια ή τον σύζυγό της. Επικαλείται καθυστέρηση στην καταχώριση της συγκεκριμένης αίτησης και αρνείται τα όσα επικαλείται η Ενάγουσα - Αιτήτρια στην ένορκη της δήλωσή ημερομηνίας 04/03/2024.
Και οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι προώθησαν τις θέσεις τους τόσο με τη διαβίβαση γραπτών αγορεύσεων όσο και την δια ζώσης παράθεση των σημαντικών γεγονότων που, κατά την άποψή τους, το Δικαστήριο θα έπρεπε να στρέψει την προσοχή του. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο τόσο των γραπτών καθώς και των προφορικών αγορεύσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Είναι σημαντικό να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο, στη λήψη της απόφασής του, δεν θα λάβει υπόψη ισχυρισμούς που δεν προβλήθηκαν μέσα από την αίτηση, την ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Έχει νομολογηθεί ότι οι αγορεύσεις των συνηγόρων είναι το μέσω προώθησης των ισχυρισμών και όχι το μέσω στοιχειοθέτησής τους και ότι δεν αποτελούν παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας βλ. El Faith Co. For International SAE v. EDT Shipping Ltd (1992) 1 Α.Α.Δ. 1255.
Ανοίγεται μια παρένθεση για να σημειωθεί ότι στην γραπτή αγόρευση των Εναγόμενων 1 και 2 – Καθ΄ων η αίτηση γίνεται επίκληση της έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός είχε προωθηθεί με την καταχώρηση έτερης αίτησης, ημερομηνίας 18/04/2024, η οποία εκδικάστηκε και το αποτέλεσμά της τελεί υπό έφεση. Το Δικαστήριο, με άλλη σύνθεση, είχε αποφασίσει, στις 03/04/2025, ότι το Κυπριακό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία. Ως εκ του συγκεκριμένου γεγονότος το Δικαστήριο, με την παρούσα σύνθεση, δεν μπορεί να αναλάβει το ρόλο του Εφετείου βλ. μεταξύ άλλων, Αναφορικά με την Αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (2012) 1 (Α) Α.Α.Δ. 115. Επίσης, γίνεται αναφορά στα γεγονότα της Αγ. Αρ. 168/24, σελίδα 8 της αγόρευσης, η οποία δεν έχει συσχετιστεί, μέσω μαρτυρίας, με την υπό εκδίκαση υπόθεση. Δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη αφού δεν έχουν προωθηθεί ή υιοθετηθεί στη ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση.
Επιπροσθέτως στην γραπτή αγόρευση του συνηγόρου της Ενάγουσας – Αιτήτριας γίνεται αναφορά στην ένορκη δήλωση Lomakin, η οποία συνιστά Τεκμήριο σε ένορκη δήλωση της Ενάγουσας – Αιτήτριας σε ένσταση η οποία καταχωρίστηκε στα πλαίσια άλλης αίτησης, παράγραφος 37 της αγόρευσης. Σύμφωνα με την νομολογία το Δικαστήριο μπορεί να αντλήσει πληροφόρηση από το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης Γεωργίου ν. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου (1999) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1938 υπό την προϋπόθεση ότι η άλλη ένορκη δήλωση αφορά την ίδια διαδικασία. Η υπό αναφορά ένορκη δήλωση αφορούσε άλλη διαδικασία, ήτοι την αίτηση παραμερισμού του κλητηρίου της αγωγής και συνιστούσε Τεκμήριο. Με αυτά τα δεδομένα δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας από το Δικαστήριο.
Όσον αφορά τον εκτεταμένο σχολιασμό της μαρτυρίας που προσφέρθηκε από την Ενάγουσα – Αιτήτρια, από τον συνήγορο των Εναγόμενων 1 και 2 – Καθ΄ων η αίτηση 1 και 2 σύμφωνα με τη νομολογία, ως αυτή έχει εξελιχθεί, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σ’ οποιαδήποτε ευρήματα κατά το στάδιο που εξετάζει τη μαρτυρία για σκοπούς έκδοσης ενδιάμεσων διαταγμάτων. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α. (1995) 1 Α.Α.Δ. 248:
«Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση τον πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης».
Παρά τις πιο πάνω παρατηρήσεις το Δικαστήριο έχει υπόψη του το περιεχόμενο και των δύο αγορεύσεων και θα αναφερθεί σ’ αυτό όπου κρίνει τούτο απαραίτητο.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Η απαίτηση της Αιτήτριας – Ενάγουσας ως περιγράφεται στην Έκθεση Απαίτησής της αφορά αξίωση για αποζημιώσεις ύψους €15 εκατομμυρίων για ζημιές που της προκλήθηκαν από μια σειρά δόλιων και/ή παράνομων και/ή κακόπιστων ενεργειών των Εναγόμενων 1, 2 και 3 - Καθ΄ων η αίτηση, οι οποίες ήταν το αποτέλεσμα συνωμοσίας μεταξύ τους για να την εξαπατήσουν.
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
Προτού το Δικαστήριο προχωρήσει να εξετάσει τα ζητήματα που έχουν εγερθεί και για τα οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εμπλεκομένων μερών έχουν αναφερθεί με βοηθητικό τρόπο, τόσο στις γραπτές όσο και προφορικές αγορεύσεις τους, το Δικαστήριο θεωρεί ότι είναι το κατάλληλο στάδιο για να παρατεθεί η νομική πτυχή που διέπει αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα. Η νομική βάση που διέπει αιτήσεις για έκδοση τέτοιου είδους διαταγμάτων παρέχεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς. Το άρθρο 32 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν, για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα, είναι οι εξής: Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά, καθώς επίσης ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.
Όπως σημειώθηκε στην υπόθεση Spidertrade Com Fin. Ltd v. Χατζηγαβριήλ (2003) 1(A) Α.Α.Δ. 121, η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος για περιουσία η οποία δεν αποτελεί αντικείμενο της αγωγής, δεν δικαιολογείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις. Ως έχει υποδειχτεί δε στην υπόθεση Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου (2002) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1759, η δέσμευση περιουσίας που δεν αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και όχι ως μέτρο γενικής ασφάλισης ενός ενάγοντα που βρίσκεται αντιμέτωπος με την μη πληρωμή χρέους. Σχετική είναι η αναφορά στη σελίδα 223 του συγγράμματος των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, «ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ» πως:
«... όπου το δικαστήριο δεν ικανοποιηθεί από τη μαρτυρία που προσκομίζει ο ενάγων ότι ο εναγόμενος θα προσπαθήσει με την αποξένωση περιουσιακών στοιχείων να αποφύγει να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση εναντίον του, δεν πρέπει να εκδίδει διάταγμα παγοποίησης των περιουσιακών του στοιχείων. Το ίδιο ισχύει και στις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι είναι καλά εδραιωμένος εντός της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, ότι έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία ή επιχείρηση η οποία είναι δύσκολο να αποξενωθεί απλώς για να αποφύγει τις ευθύνες του».
Σύμφωνα με την νομολογία το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας ούτε οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας γιατί αυτό είναι κάτι που θα συμβεί κατά το στάδιο της δίκης (βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo Ltd v. Adidas (1983) 1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α. (ανωτέρω). Αυτό που διαπιστώνεται από την νομολογία είναι ότι το Δικαστήριο έχει καθήκον να συνεκτιμήσει με προσοχή όλα τα γεγονότα και να διακριβώσει κατά πόσο ένα τέτοιου τύπου διάταγμα είναι απαραίτητο για τον αιτητή για να αιτηθεί θεραπείας αλλά και κατάλληλο υπό τις περιστάσεις λόγω της δραστικότητάς του.
Όσον αφορά τις προϋποθέσεις για την έκδοση ενός απαγορευτικού διατάγματος και κατά πόσο αυτές ικανοποιούνται, καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων που έχουν αναλύσει τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι πολλές. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις παλαιότερες υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others (1982) 1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas (ανωτέρω), A.B.P. Holdings Ltd ν. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2) (1994) 1 Α.Α.Δ. 694. Στην τελευταία απόφαση τονίζεται ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιωνδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός.
Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco (1996) 1(B) A.A.Δ. 788, Mitsingas v. Timberland (1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Akis Express v. Aris Express (1998) 1(A) A.A.Δ. 149). Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Recnex Trading Limited, Ιωάννη Μιχαηλίδη ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ (2014) 1 Α.Α.Δ. 866:
«Βρίσκουμε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τέτοια ώστε δεν κρίνουμε σκόπιμο να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο παρά μόνο να παραπέμψουμε στις ΑΒΡ Holdings v. Κιταλίδη (1994) 1 Α.Α.Δ. 694, 699, C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ (2001) 1 Α.Α.Δ. 785 και στην Πολιτική Έφεση 52/10 Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. E. Σιακατίδου, ημερ. 19.3.2014. Αποδίδεται ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε παρεμπίπτον απαγορευτικό, προστακτικό διάταγμα όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό.».
Στην απόφαση T. A. Micrologic Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation (2002) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1802, ο έντιμος Δικαστής κ. Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής :
«Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις υποθέσεις Constantinides v. Makriyiorghou (1978) 1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others (1982) 1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α. (1996) 1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». (Βλ. επίσης Hazelwood Investment & Finance Ltd v. XXX Manuel κ.α. Πολ. Εφ. Ε14/17 και Ε209/17 ημερ. 16/07/19).».
Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Ο αιτητής είναι αυτός που πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ως επίσης και για το δίκαιο και εύλογο της έκδοσής του και της διατήρησής του σε ισχύ. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων, στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται η αίτηση, τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, δεδομένης πάντα της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών.
Αναφορικά με τις πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, οι οποίες είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες αφού η πρώτη έχει άμεση σχέση με την νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη επεκτείνεται στην θεώρηση της προσφερόμενης μαρτυρίας και την τυχόν θεμελίωση της απαίτησης, λέχθηκαν τα ακόλουθα στην απόφαση Boris Mints κ.α. v. Pavel Shiskin Πολ. Εφ. 69, 70 και 71/20 ημερ. 10/01/2024:
«Αποτυγχάνουν της πρώτης προϋπόθεσης, αγωγές στηριζόμενες σε βάσεις άγνωστες στον Νόμο και ή τη Νομολογία όπου η συνέχιση τους θα απολήξει να είναι ανούσια και ενοχλητική (frivolous and vexatious), αλλά και απαιτήσεις όπου επιδιώκεται η απόδοση θεραπείας παράλογης ή απαράδεκτης. Στην προκειμένη περίπτωση - όπως ορθά παρατηρεί το πρωτόδικο Δικαστήριο στις σελ.16 -17 της απόφασης του - αναδεικνύονται σοβαρά ζητήματα για εκδίκαση στα δικόγραφα και έτσι πληρείται η πρώτη προϋπόθεση.
Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, απαιτείται η κατάδειξη μιας ορατής πιθανότητας, μιας προοπτικής επιτυχίας της αγωγής. Το βάρος απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα υψηλό και εν πάση περιπτώσει υπολείπεται ακόμα και του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd (2013) 1Β Α.Α.Δ. 1235). Κατά την εξέταση της προϋπόθεσης αυτής γίνεται συσχέτιση της νομικής βάσης της αγωγής με την προσκομισθείσα, από πλευράς αιτητή, μαρτυρίας. Σταθμίζεται βέβαια και η αντίθετη εκδοχή του καθ' ου η αίτηση. Η υποκειμενική και εξαντλητική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά και η επιλογή εκδοχών και η εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων θα πρέπει να αποφεύγεται. Αυτά είναι αξιώματα που ανήκουν στην κυρίως δίκη. Αυτού λεχθέντος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία, κάποια αποτίμηση της αποδεικτικής δύναμης της μαρτυρίας εκείνου που ζητά τη θεραπεία, θα πρέπει να γίνεται από το Δικαστήριο (βλ. Λόρδος κ.α. v. Σιακόλα κ.α. Πολ. Έφεση Ε143/15, ημερ. 23.3.2017).».
Στο σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, «Διατάγματα», έκδοση 2016, στη σελίδα 123 του συγγράμματος, κάτω από τον τίτλο «Σοβαρό Ζήτημα προς εκδίκαση - η πρώτη προϋπόθεση» αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Το πρώτο ζήτημα στο οποίο το Δικαστήριο θα στρέψει την προσοχή του, είναι αναφορικά με την νομική πτυχή της υπόθεσης. Αναμένεται να εξετάσει κατά πόσο ο ενάγων έδειξε ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. Στα πλαίσια της εξέτασης του, θα ερευνήσει το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα. Θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα του δεν είναι "επιπόλαιο και ενοχλητικό" και ότι θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα των πράξεων του εναγομένου».
Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί σε σχέση με τις πρώτες δύο προϋποθέσεις, των οποίων η αλληλουχία επιτρέπει την από κοινού εξέταση, είναι αν έχουν καταδειχθεί τέτοιες σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων εκ μέρους της Ενάγουσας – Αιτήτριας ώστε σε συσχετισμό με το περιεχόμενο της αίτησης να οδηγούν στη διαπίστωση σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση με ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου (1996) 1 Α.Α.Δ. 253, 257-8). Υπενθυμίζεται ότι, με βάση τη νομολογία, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης της Ενάγουσας - Αιτήτριας.
Στην παρούσα υπόθεση προκύπτει από το περιεχόμενο τόσο της Έκθεσης Απαίτησης καθώς και της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση ότι Ενάγουσα - Αιτήτρια προωθεί τη θέση ότι παραχώρησε στον σύζυγό της δάνειο ύψους €15 εκατομμυρίων και για την αποπληρωμή του ο σύζυγός της της εκχώρησε το δικαίωμά του να εισπράξει η ίδια το συγκεκριμένο ποσό από την εταιρεία Dockmill, στην οποία ο ίδιος είχε δανείσει το συγκεκριμένο ποσό στις 27/03/2015. Με το συγκεκριμένο ποσό αγοράστηκε το γιοτ «St. David», το οποίο στη συνέχεια πωλήθηκε. Ο Εναγόμενος 1 – Καθ΄ου η αίτηση 1 είναι ο τελικός δικαιούχος της Dockmill, η οποία όμως μετέφερε τα λεφτά της πώλησης του γιοτ στην Εναγόμενη 2 – Καθ΄ης η αίτηση 2 και στην Εναγόμενη 3 – Καθ΄ης η αίτηση 3, Τεκμήριο 19 στην αίτηση. Υποστηρίζει ότι λόγω της στενής φιλίας και της συνεργασίας του Εναγόμενου 1 – Καθ΄ου η αίτηση 1 εκείνος γνώριζε ότι η ίδια είχε παραχωρήσει το ποσό των €15 εκατομμυρίων από δικά της λεφτά. Από τα Τεκμήρια που η Ενάγουσα – Αιτήτρια έχει προσκομίσει προκύπτει ότι ο Εναγόμενος 1 – Καθ΄ου η αίτηση 1 είχε αναγνωρίσει την οφειλή ποσού προς αυτήν, αρχικά με την κατάρτιση γραμματίου στις 26/02/2018, μεταξύ της ίδιας και της εταιρείας Dockmill, Τεκμήριο 11 στην αίτηση, ενώ στη συνέχεια, περί τον Νοέμβριο 2018, καταρτίστηκαν δύο έγγραφα δανείου, προς αντικατάσταση του γραμματίου, για το ποσό των CHF10.0000.000 το πρώτο και CHF 7.000.0000 το δεύτερο, τα οποία έφεραν την ημερομηνία που η Ενάγουσα - Αιτήτρια είχε προβεί στην ανάληψη του συγκεκριμένου ποσού από την τράπεζα, Τεκμήρια 23 και 24 στην αίτηση. Κατέγραφαν, ως ημερομηνίες αποπληρωμής, την 06/03/2020 και την 16/04/2020. Στη συνέχεια, την 01/12/2018, της ζητήθηκε από τον Εναγόμενο 1 – Καθ΄ου η αίτηση 1 να υπογράψει τρίτο έγγραφο με το οποίο το ποσό που της οφειλόταν μειώθηκε στα €13.450.000,00, Τεκμήριο 25 στην αίτηση. Αυτά τα γεγονότα ο Εναγόμενος 1 - Καθ΄ου η αίτηση 1 δεν τα αρνήθηκε αλλά προώθησε τη θέση ότι παραπλανήθηκε από Ενάγουσα – Αιτήτρια στην κατάρτιση των συγκεκριμένων εγγράφων. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι δεν είχε δεσμούς φιλίας με τον σύζυγό της Ενάγουσας - Αιτήτριας ή την ίδια ενώ συγχρόνως φαίνεται να έχει δηλώσει την Ενάγουσα - Αιτήτρια ως δικαιούχο σε λογαριασμό που είχε ανοιχθεί επ’ ονόματι της Εναγόμενης 3 – Καθ΄ης η αίτηση 3, σε τράπεζα στην Ελβετία. Περαιτέρω, δεν διέψευσε τον ισχυρισμό ότι ο σύζυγος της Ενάγουσας - Αιτήτριας είχε βαφτίσει την κόρη του.
Η Ενάγουσα – Αιτήτρια επικαλείται απάτη, δόλο, ψευδείς παραστάσεις και κατάχρηση εμπιστοσύνης εκ μέρους των Εναγομένων 1, 2 και 3 – Καθ΄ων η αίτηση, παράγραφος 49 της Έκθεσης Απαίτησης. Διαφαίνεται ότι η αξίωση της στηρίζεται, κατά ένα μέρος, στα αστικά αδικήματα της απάτης και του δόλου. Στην πρόσφατη απόφαση Touchstone Snail Technologies Ltd κ.α. ν. Κ. Invest Consulting S.A.L. Offshore, Πολ. Έφ. Ε11/21, ημερ.29/03/2024 κρίθηκε, με αναφορά σε σχετικά συγγράμματα, ως εσφαλμένη η θεώρηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι αναγνωρίζεται στο Κυπριακό Δίκαιο ο δόλος ως αστικό αδίκημα διαφορετικό από το αστικό αδίκημα της απάτης και κατ' επέκταση ότι ικανοποιείτο η πρώτη και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 σε σχέση με αυτό.
Το αστικό αδίκημα της απάτης περιγράφεται στο άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«Απάτη συνίσταται σε ψευδή παράσταση γεγονότος, η οποία γίνεται εν γνώσει του ψεύδους αυτής, ή χωρίς πίστη για το αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφορα του κατά πόσο είναι αληθής ή ψευδής, με σκοπό όπως το πρόσωπο που εξαπατήθηκε ενεργήσει με βάση αυτή:
Νοείται ότι καμιά αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση εκτός αν αυτή έγινε με σκοπό εξαπάτησης του ενάγοντα και πράγματι εξαπάτησε αυτόν, και αυτός ενέργησε με βάση αυτή και εξαιτίας αυτού υπέστη ζημιά.»
Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Touchstone Snail Technologies Ltd κ.α. (ανωτέρω), η νοητική κατάσταση που απαιτείται όπως έχει το πρόσωπο το οποίο προβαίνει σε ψευδή παράσταση, από το άρθρο 36 ανωτέρω, αναφέρεται μερικές φορές στη νομολογία ως δόλος (fraud). Ο «δόλος» απαντάται δε μερικές φορές στη νομολογία ως συστατικό του αστικού αδικήματος της απάτης.
Αυτό που μπορεί να εξαχθεί, στο σημείο που επιτρέπεται σε μια αίτηση του συγκεκριμένου είδους, από τα γεγονότα, ως έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, είναι ότι ο Εναγόμενος 1 – Καθ΄ου η αίτηση 1 φαίνεται να προέβηκε σε συμφωνίες με τον Andrey Lomakin δυνάμει των οποίων ο ίδιος κατέστη δικαιούχος της εταιρείας Dockmill και ότι μετά που πωλήθηκε το γιοτ, καθ΄ υπόδειξη του Εναγόμενου 1 – Καθ’όυ η αίτηση 1 το ποσό των €14.171.359,99 είχε μεταφερθεί σε λογαριασμό της Εναγόμενης 2 - Καθ΄ης η αίτηση 2, Τεκμήριο 19 στην αίτηση και ακολούθως σε λογαριασμό της Εναγόμενης 3 - Καθ΄ης η αίτηση 3 σε ελβετική τράπεζα, στον οποίο λογαριασμό η Ενάγουσα - Αιτήτρια είναι τελική δικαιούχος από κοινού με τον Εναγόμενο 1 - Καθ’ ου η αίτηση 1. Από το συγκεκριμένο λογαριασμό ο Εναγόμενος 1 – Καθ΄ ου η αίτηση 1 προβαίνει σε αναλήψεις.
Ως έχει νομολογηθεί κατά το στάδιο εκδίκασης αίτησης για έκδοση ή οριστικοποίηση ενδιάμεσου διατάγματος, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση και κατάληξη σε ευρήματα επί της ουσίας, πέραν του ότι είναι αναγκαίο για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας, στη διαπίστωση δηλαδή του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και οι σχετικές αρχές της νομολογίας. Η πλήρης εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος κάθε υπόθεσης και η κατάληξη σε τελικά συμπεράσματα και ευρήματα εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης.
Με βάση τα όσα έχουν καταγραφεί πιο πάνω το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι το Κλητήριο Ένταλμα εμπεριέχει αναγνωρισμένες αιτίες αγωγής και κατ' επέκταση, αποκαλύπτει μια συζητήσιμη υπόθεση.
Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι είναι αρκετό ο ενάγων να το πείσει ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Ο ενάγων πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που να πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίησή του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σε αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις και τα δικόγραφα. Όπως υπεδείχθη στην Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά., Πολ. Έφ. Ε143/2015, ημερ. 23/03/2017 «τηρουμένης της αρχής ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, οφείλει πάντως να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία.». Στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού (2002) 1 Α.Α.Δ. 1980, ελέχθη συναφώς ότι, «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.».
Δεν διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος 1 – Καθ΄ου η αίτηση 1 παραδέχεται κάποια γεγονότα. Σημαντικό είναι να καταγραφεί ότι η Ενάγουσα – Αιτήτρια είναι μία εκ των δικαιούχων του λογαριασμού που ανοίχθηκε σε ελβετική τράπεζα και αφορά την Εναγόμενη 3 – Καθ΄ης η αίτηση 3. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο με τα όσα η Ενάγουσα - Αιτήτρια έχει θέσει υπόψη του Δικαστηρίου και λαμβανομένων υπόψη των θέσεων της άλλης πλευράς στοιχειοθετείται ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Πιθανότητα τέτοια που δεν είναι μια απλή πιθανότητα, αλλά με τον πήχη να βρίσκεται πιο χαμηλά από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων».
Από τη μαρτυρία που η Ενάγουσα – Αιτήτρια έχει προσκομίσει αναφορικά με τα γεγονότα το Δικαστήριο μπορεί να πειστεί ότι υπάρχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση της συγκεκριμένης προϋπόθεσης εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σ΄ αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις. Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης ή να καταλήξει σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς το νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον σε μια τέτοια ενδιάμεση αίτηση τα ζητήματα που εγείρονται δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά εκεί όπου επιτρέπεται η διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας.
Σύμφωνα και με τον Δικαστή Slade στην Re Lord Cable (Deceased) Garatt and Others v. Waters and Others (1976) 3 All E.R. 417, στη σελ. 430, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας:
«Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law.».
Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται αλλά ούτε και πρέπει να εξάγει οποιοδήποτε θετικό και/ή δεσμευτικό εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν τα πιο πάνω, απλώς να διαπιστώσει ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 ικανοποιούνται. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά εκεί όπου επιτρέπει τη διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Είναι αρκετό δε ο ενάγων - αιτητής, για στοιχειοθέτηση και των τριών προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32(1) του Ν.14/60, να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας, η οποία θα χρειασθεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Τα όσα έχει επικαλεστεί η πλευρά της Αιτήτριας – Ενάγουσας στην ένορκη δήλωση που κατατέθηκε προς υποστήριξη της υπό εξέταση αίτησης, με το περιορισμένο βάρος που έχει για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, αποκαλύπτουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας αφού ο Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενος 1 συμφώνησε με αυτά, πρόβαλλε τους δικούς του ισχυρισμούς, ενώ φαίνεται να είναι μέρος των εγγράφων που καταρτίστηκαν ως αναγνώριση χρέους, Τεκμήρια 23, 24 και 25 της αίτησης.
Το Δικαστήριο νοιώθει την ανάγκη, εκ του περισσού ίσως, να υπογραμμίσει το γεγονός πως κατά το στάδιο της ακρόασης αίτησης όπως η υπό συζήτηση, θα πρέπει να αποφεύγεται η ενασχόληση με αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων, η αξιολόγηση της μαρτυρίας και η επακόλουθη κατάληξη σε συμπεράσματα για ουσιαστικά ζητήματα της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης. Και οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι ανάλωσαν μεγάλο μέρος των αγορεύσεών τους να πραγματεύονται αντικρουόμενους ισχυρισμούς, τους οποίους το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει. Η πλήρης εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης και η κατάληξη σε συμπεράσματα, εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης.
Στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση A. J. Georgiades v. N. Haddad Ltd Πολ. Εφ. Ε100/21 ημερ. 23/10/2023 καταγράφονται τα ακόλουθα σημαντικά αναφορικά με την έκταση της ενασχόλησης του Δικαστηρίου με τις αντικρουόμενες θέσεις που προβάλλονται από τις δύο πλευρές:
«Στο στάδιο της ακρόασης της αίτησης θα πρέπει να αποφεύγεται η ενασχόληση με τους αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων και η επακόλουθη κατάληξη σε συμπεράσματα. Οι νομολογιακά καθιερωμένες προϋποθέσεις έκδοσης του ενδιάμεσου διατάγματος, θα πρέπει να εκπηγάζουν από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της συγκεκριμένης διαδικασίας. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά στο σημείο που επιτρέπει τη διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Όπως τονίστηκε στην Jonitexo v. Adidas, (1984) 1 Α.Α.Δ. 263, το Δικαστήριο δεν κάνει αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ούτε οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας γιατί αυτό θα συμβεί κατά το στάδιο της δίκης (βλ. επίσης, Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D., (1999) 1 ΑΑΔ 225). Το τι, φυσικά, θα πρέπει να διαχωριστεί είναι ακριβώς η αναγκαιότητα εξέτασης από το Δικαστήριο κατά πόσο τα ενώπιον του στοιχεία ικανοποιούν τις σχετικές προϋποθέσεις που αναφέρονται ανωτέρω.».
Εξετάζοντας την τρίτη προϋπόθεση, ότι χωρίς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και ότι εάν δεν εκδοθούν τα διατάγματα η Αιτήτρια – Ενάγουσα θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Σύμφωνα και με πρόσφατη νομολογία του Εφετείου, η συγκεκριμένη προϋπόθεση περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (βλ. Αδελφοί Ττινιόζου (Εργολάβοι Οικοδομών) Λίμιτεδ ν. Alpha Bank Cyprus Ltd Πολ. Εφ. Ε202/2016 ημερ. 17/10/2023). Οι νομολογιακές αρχές διαβάζονται και στην απόφαση Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφεση Ε203/2013, ημερ. 11/09/2019, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα:
«Η τρίτη προϋπόθεση που πρέπει να πληρείται, σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, για να δικαιολογείται η έκδοση ενός ενδιάμεσου διατάγματος, αφορά στο κατά πόσο, χωρίς την έκδοση του, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, στον αιτητή, σε μεταγενέστερο στάδιο, στην περίπτωση όπου αυτή, επιτύχει στις αξιώσεις του.
Στην Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη (2001) 1 ΑΑΔ 1245 αναφέρθηκε ότι «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». (Βλ. επίσης Παπαστράτης ν. Πιερίδης (1979) 1 C.L.R. 231). Η πιο πάνω αντίκριση επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd (2011) 1 A.A.Δ. 1848.
Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά. (2009) 1(Α) Α.Α.Δ. 317, «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια».
Η πιο πάνω νομολογία σαφώς προσδιορίζει ότι η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την υποκατάσταση της υλικής ζημιάς. Θα πρέπει, συνεπώς, να λαμβάνονται υπόψη και άλλα στοιχεία, περιλαμβανομένης της προστασίας των δικαιωμάτων των αιτητών. Το θέμα αυτό, βεβαίως, δεν εξετάζεται αορίστως, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το περιεχόμενο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου και συμπεριλαμβάνονται μέσα στην ένορκη δήλωση, επί του προκειμένου, των εφεσειόντων.».
Θα εξεταστεί στη συνέχεια το κατά πόσο συντρέχει η τρίτη προϋπόθεση του πιο πάνω άρθρου, δηλαδή, ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Όπως είναι πάγια νομολογημένο, η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία, αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που, ενδεχομένως, ληφθεί εναντίον του. Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής πλήρους δικαιοσύνης επεκτείνεται και στο στάδιο της εκτέλεσης. Αφορά δε την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων προς ικανοποίηση τυχόν μελλοντικής απόφασης υπέρ του ενάγοντα. Στην υπόθεση Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδης (Αρ. 1) (1992) 1 Α.Α.Δ. 14 αποσαφηνίστηκε η δυνατότητα έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία που δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60. Το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου της μαρτυρίας, υφίσταται βάσιμος κίνδυνος η απόφαση υπέρ του ενάγοντα να παραμείνει ανικανοποίητη.
Στην υπόθεση Ανδρέου ν. Colossos Signs Ltd (Αρ. 2) (2008) 1 A.A.Δ. 626 επισημάνθηκε ότι η προβολή της θέσης για ανεπανόρθωτη ζημιά, είναι αναγκαίο να τεκμηριωθεί με την προσκόμιση κατάλληλων λεπτομερειών και επεξηγήσεων. Δεν είναι αρκετός ένας γενικός και αόριστος ισχυρισμός ότι η οικονομική κατάσταση ενός εναγομένου - καθ' ου η αίτηση είναι τέτοια που να στερήσει τον ενάγοντα - αιτητή της καταβολής αποζημιώσεων εάν επιτύχει στην αγωγή του. Θα πρέπει να δίδονται συγκεκριμένα στοιχεία για την οικονομική κατάσταση ενός ατόμου ή εταιρείας, διασυνδέοντας τα με την αμεσότητα του κινδύνου να παραμείνει τυχόν εκδοθείσα απόφαση υπέρ των εναγόντων - αιτητών ανικανοποίητη.
Αυτό που επιζητεί η Ενάγουσα – Αιτήτρια είναι να εμποδιστούν οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 – Καθ΄ων η αίτηση από το να προχωρήσουν στην αποξένωση οποιονδήποτε περιουσιακών στοιχείων μέχρι την ολοκλήρωση της ακρόασης της Απαίτησης. Περιγράφει την ανεπανόρθωτη ζημιά της, οι παράγραφοι 50 – 58 και 66 - 68 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση είναι σχετικές. Προκύπτει από το Τεκμήρια 32 μέχρι 38 στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας – Αιτήτριας ότι κάποια ποσά, από το ποσό που είχε κατατεθεί από την πώληση του γιοτ, μεταφέρονται εκτός του συγκεκριμένου λογαριασμού στον οποίο σημειωτέων είναι δικαιούχος και η Ενάγουσα – Αιτήτρια.
Εκείνο που εξετάζεται σε αυτό το πλαίσιο είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η τυχόν αποξένωση της περιουσίας στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί η όποια απόφαση ήθελε εκδοθεί, αν αποξενωθεί η περιουσία. Εκεί βεβαίως που αποδεικνύεται πρόθεση αποξένωσης αυτό συνιστά άλλον έναν παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην υπό κρίση υπόθεση υπάρχουν ενδείξεις για μεταφορές χρηματικών ποσών και δημιουργία εταιρειών που διέπονται από άλλες δικαιοδοσίες. Είναι αρκετό να σημειωθεί ότι υπάρχουν εταιρείες σε άλλες χώρες και χρηματικά ποσά κατατεθειμένα σε ελβετική τράπεζα τα οποία η Ενάγουσα – Αιτήτρια, παρόλο που είναι η τελική δικαιούχος, ως έχει προλεχθεί δεν ελέγχει. Όλα αυτά τα στοιχεία το Δικαστήριο οφείλει να τα συνεκτιμήσει στην απόφασή του. Τα όσα έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου ενισχύουν την θέση της Ενάγουσας – Αιτήτριας ή/και υποδηλώνουν ότι επίκειται η αποξένωση περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων 1, 2 και 3 – Καθ΄ων η αίτηση. Στη βάση όλων των παρατεθέντων είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι πληρείται εν προκειμένω και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32.
Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει τα διατάγματα. Σε περίπτωση που τηρούνται τα πιο πάνω, σύμφωνα με τη νομολογία μας, το Δικαστήριο προχωρεί στην την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, balance of convenience. Βλ. Halsbury's Laws of England 4th ed. (Reissue), τόμος 24, παράγραφος 856 και American Cynamid Co. v. Ethicon Ltd [1975] A.C. 396 στην οποία τέθηκαν σχετικές αρχές οι οποίες υιοθετήθηκαν σε σειρά Κυπριακών αποφάσεων (βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. 1. Muskita - Aluminium Co Limited 2. Muskita Aluminium Industries Ltd. (2002) 1 (Δ) Α.Α.Δ. 2015).
Όπως συνοψίζεται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. Λοϊζίδου Πολ. Εφ. 7/18 ημερ. 21/03/2019:
«Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον».».
Υπό το σύνολο των περιστατικών που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση ως έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, χωρίς επουδενί το Δικαστήριο να προβαίνει σε τελικά ευρήματα και συμπεράσματα επί αυτών κρίνεται ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας σαφώς κλίνει υπέρ της Ενάγουσας – Αιτήτριας.
Ενόψει όλων των πιο πάνω και για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει εκδίδεται Διάταγμα ως η παράγραφοι Α(i), A(ii) και A(iii) εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 – Καθ΄ων η αίτηση. Στην Εναγόμενη 3 – Καθ΄ης η αίτηση δεν φαίνετια να έγινε επίδοση ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου.
Αξιώνεται περαιτέρω, στην παράγραφο Β της αιτήσεως, η έκδοση διατάγματος αποκάλυψης, ανίχνευσης ή ιχνηλάτισης μαρτυρίας και στοιχείων σε σχέση τα περιουσιακά στοιχεία των Εναγόμενων 1, 2 και 3 – Καθ΄ων η αίτηση που ξεπερνούν τις €25.000 είτε αυτά βρίσκονται εντός Κύπρου είτε βρίσκονται εκτός Κύπρου.
Τα διατάγματα αποκάλυψης πληροφοριών και εγγράφων έλαβαν την ονομασία τους από την απόφαση στην υπόθεση Norwich Pharmacal Co & Others v. Commisioners & Custom Exice (1973) 2 All E.R.943. Εδράζονται και αποτελούν ουσιαστικά δημιούργημα του δικαίου της επιείκειας. Στην συγκεκριμένη απόφαση του δικαστηρίου της Βουλής των Λόρδων, διαβάζονται τα ακόλουθα:
«Although as a general rule no independent action for discovery would lie against a person against whom no reasonable cause of action could be alleged, or who was in the position of a mere witness in the strict sense, the rule did not apply where (a) without discovery of the information in the possession of the person against whom discover was sought no action could be begun against the wrongdoer, and (b) the person against whom discovery was sought had himself, albeit through no fault of his own, been involved in the wrongful acts of another so as to facilitate the wrongdoing. In such circumstances although he might have incurred no personal liability, he was under a duty to assist the person who had been wronged by giving him full information and disclosing the identity of the wrongdoer».
Έχει αναγνωριστεί από την Κυπριακή νομολογία ότι η πιο πάνω νομική αρχή αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής, δυνάμενη να προωθηθεί εναντίον προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες λόγω της ανάμειξης ή της διευκόλυνσης που παρείχαν στην τέλεση της παράνομης πράξης, έστω και εάν αποδεδειγμένα έπραξαν τούτο άθελά τους ή ακόμη χωρίς να έχουν προσωπική ευθύνη. Όπως επισημαίνεται στις σχετικές αποφάσεις, το καθήκον αυτών των προσώπων έγκειται στην παροχή βοήθειας στο πρόσωπο που αδικήθηκε, η οποία εκδηλώνεται μέσω της αποκάλυψης των πληροφοριών που κατέχουν και που σχετίζονται με την αδικοπραξία.
Όπως υποδείχθηκε στην Avila Management & Services Ltd κα. v. Stepanek κ.α. (2012) 1(Β) Α.Α.Δ. 1403:
«Το κοινοδίκαιο, εύπλαστο και εύκαμπτο, βοηθούμενο πάντοτε από τις αρχές της επιείκειας, δεν σταμάτησε ποτέ να εξελίσσεται, να αναδιπλώνεται και να προσαρμόζεται στις εκάστοτε απαιτήσεις του οικονομικού και κοινωνικού γίγνεσθαι της Αγγλικής κοινωνίας. Μέσα από αποφάσεις εξέχοντων νομικών, διαμορφωνόταν πάντοτε, αργά, προσεκτικά και σταθερά, το υπόβαθρο εκείνο που παρείχε ανάλογα το οπλοστάσιο ή την ασπίδα στην αντιμετώπιση των ραγδαία εξελισσομένων καταστάσεων, τοπικών και παγκόσμιων. Τα διατάγματα τύπου Nowrich Pharmacal εμπίπτουν σε αυτή τη διάπλαση του δικαίου, επηρεάζοντας όσες χώρες που εφαρμόζουν τη φιλοσοφία του Αγγλοσαξωνικού δικαίου».
Οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν για την έκδοση διαταγμάτων Norwich Pharmacal παρατέθηκαν με ευκρίνεια στην υπόθεση Mitsui & Co Ltd v. Nex & Petrol U.K. Ltd (2005) 3 All E.R. 511 και υιοθετήθηκαν κατ' επανάληψη, από την Κυπριακή νομολογία. Στην σελίδα 518 της απόφασης διαβάζονται τα ακόλουθα:
«(21) The three conditions to be satisfied for the court to exercise the power to order Norwich Pharmacal relief are: (i) a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (ii) there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (a) be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (b) be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.»
Στην υπόθεση Avila Management & Services Ltd κα. v. Stepanec κ.α. (ανωτέρω), αφού καταγράφηκε ότι η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, σημειώθηκε ταυτόχρονα ότι το Δικαστήριο:
«.. δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ' ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA ν. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). To ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας.»
Στην υπό συζήτηση περίπτωση, η Ενάγουσα – Αιτήτρια φαίνεται ότι γνώριζε για την ύπαρξη του λογαριασμού στον οποίον είχε κατατεθεί το ποσό από την πώληση του γιοτ και ότι το συγκεκριμένο ποσό ήταν αρκετό για να ικανοποιήσει την αξίωσή της. Επίσης, έχει υπόψη της δύο αριθμούς λογαριασμών που σχετίζονται με τα γεγονότα. Το ποσό στους συγκεκριμένους λογαριασμούς θα παγοποιηθεί μέχρι την ολοκλήρωση της ακρόασης της παρούσας υπόθεσης σύμφωνα με τα εκδοθέντα διατάγματα. Δεν έχει καταδειχθεί κάποιος λόγος για τον οποίο να απαιτείται η αποκάλυψη περαιτέρω περιουσιακών στοιχείων.
Υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση δεν φαίνεται πραγματικά να δικαιολογείται, στη βάση των αρχών που ρυθμίζουν το σχετικό ζήτημα, η έκδοση του αιτούμενου υπό «Β» διατάγματος. Κάτω από τις περιστάσεις που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν φαίνεται οι πληροφορίες που επιζητούνται να είναι αναγκαίες για να καταστήσουν δυνατή την έγερση καλόπιστης αγωγής ή απαίτησης εκ μέρους της Ενάγουσας εναντίον εκείνων που οι ίδια θεωρεί ότι έχουν αδικοπραγήσει σε βάρος της ή έστω έχουν παραβιάσει συμβατικές τους υποχρεώσεις. Η Ενάγουσα φαίνεται ότι ακόμα και πριν την προώθηση της παρούσας αγωγής, γνώριζε και μπορούσε να γνωρίζει, τους κατά τους δικούς της πάντα ισχυρισμούς, παραβάτες ή αδικοπραγούντες σε βάρος της. Η προσπάθεια, όπως αυτή εκδηλώθηκε από την πλευρά της Ενάγουσας – Αιτήτριας, απολήγει ουσιαστικά να αποτελεί προσπάθεια «ψαρέματος μαρτυρίας» από την πλευρά της. Όπως έχει υποδειχτεί στην υπόθεση Avila (ανωτέρω) «το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή επιθυμία λήψης των πληροφοριών αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη».
Σε σχέση με το αιτητικό υπό παράγραφο «Γ» δεν μπορεί να ικανοποιηθεί ενόψει της μη επίδοσης της αίτησης στην Εναγόμενη 3, ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου.
Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει αποτελεί κατάληξη του ότι συντρέχουν οι περιστάσεις εκείνες που επιτρέπουν την έκδοση των διαταγμάτων υπό παράγραφο Α(i), A(ii) και Α(iii) μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης επί της Απαίτησης ή την έκδοση νέας διαταγής του Δικαστηρίου εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 – Καθ΄ων η αίτηση.
Τα έξοδα της Αίτησης, όπως έχουν υπολογιστεί με συνοπτικό υπολογισμό από το Δικαστήριο σύμφωνα με το Μέρος 39.7 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, ανέρχονται στο ποσό των €4.500, πλέον ΦΠΑ πλέον €345 πραγματικά έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας – Αιτήτριας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 - Καθ' ων η Αίτηση. Θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της αγωγής.
(Υπ.) ………………….…………………
Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Π.Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο