ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου – Αντωνίου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 262/20
Μεταξύ:
ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ
ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ
ν.
1. Βάσου Ευαγγέλου Μιχαήλ
2. Ανδρούλλας Ευαγγέλου Χαραλάμπους Χρίστου
Ημερομηνία: 21 Απριλίου, 2026
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για την Ενάγουσα: κος Χρ. Ιωάννου για Χριστόφορος Ιωάννου Δ.Ε.Π.Ε.
Για τους Εναγόμενους 1 και 2: κα Ζίκκου για Ανδρέας Μαθηκολώνης & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Η Ενάγουσα αξιώνει από τους Εναγόμενους 1 και 2 το ποσό των €907.797,95 ως ποσό οφειλόμενο από γραμμάτιο ή/και ως ποσό οφειλόμενο δυνάμει συμφωνίας δανείου ή/και ως ποσό οφειλόμενο δυνάμει γραπτής αναγνώρισης χρέους με τόκο από 01/01/2020 μέχρι εξοφλήσεως. Παράλληλα, αιτείται διάταγμα για την εκποίηση των ακινήτων, τα οποία είναι υποθηκευμένα δυνάμει της υποθήκης Υ1217/11 του Κτηματολογίου Αμμοχώστου.
Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης οι επίδικες συμφωνίες υπογράφτηκαν μεταξύ των Εναγόμενων 1 και 2 και της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας, της οποίας οι εργασίες τελικά μεταφέρθηκαν στην Ενάγουσα. Συγκεκριμένα, στις 30/06/2011 η Ενάγουσα συμφώνησε στην παραχώρηση δανείου προς τους Εναγόμενους 1 και 2 για το ποσό των €550.000 και προς υλοποίηση της συμφωνίας υπογράφτηκε γραμμάτιο ή/και γραπτή αναγνώριση χρέους ή/και συμφωνία δανείου της ίδιας ημερομηνίας. Μεταξύ των όρων της συμφωνίας ήταν ότι το ποσό θα ήταν πληρωτέο σε δέκα ίσες ετήσιες δόσεις εκ €86.600 η κάθε μία, με την πρώτη δόση να είναι καταβλητέα στις 30/06/2012 και οι υπόλοιπες την αντίστοιχη ημερομηνία κάθε επόμενου έτους. Παράλειψη καταβολής οποιασδήποτε δόσης με τον καθορισμένο τόκο καθιστούσε ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο άμεσα πληρωτέο και απαιτητό. Ως επιτόκιο είχε συμφωνηθεί το 5,25% ως βασικό και ως περιθώριο 2,50%, ήτοι σύνολο επιτοκίου 7,75%. Συμφωνήθηκε και ποσοστό υπερημερίας 2% από την ημερομηνία που το ποσό κατέστη πληρωτέο μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης. Σε αντάλλαγμα της παροχής των τραπεζικών διευκολύνσεων παραχωρήθηκε προς την Ενάγουσα υποθήκη, η υποθήκη Υ1217/11, η οποία αφορούσε δύο ακίνητα. Συγκεκριμένα υποθηκεύτηκε το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/5217, Φ./Σχ. --/2-289-378, Τεμάχιο 134 στο Παραλίμνι και το τεμάχιο με αριθμό εγγραφής 0/5290, Φ./Σχ. --/2-289-378, Τεμάχιο 135 στο Παραλίμνι. Επιπρόσθετα η Εναγόμενη 2 εκχώρησε την ασφάλεια ζωής της προς όφελος της Ενάγουσας ως περαιτέρω εγγύηση ή/και ως περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων του Εναγόμενου 1 προς την Ενάγουσα. Οι Εναγόμενοι 1 και 2, στις 30/06/2011 ή/και στις 05/07/2012, υπέγραψαν έγγραφα δέσμευσης της κατάθεσης τους προς εξασφάλιση της αποπληρωμής του συγκεκριμένου δανείου. Κατά παράβαση των όρων της σύμβασης δανείου οι Εναγόμενοι 1 και 2 καθυστέρησαν την καταβολή των δόσεων τους με αποτέλεσμα τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου από την Ενάγουσα με επιστολή ημερομηνίας 15/06/2017. Παρά τις επανειλημμένες ειδοποιήσεις της Ενάγουσας για εξόφληση του δανείου μέχρι και σήμερα οι Εναγόμενοι 1 και 2 εξακολουθούν να οφείλουν το ποσό των €907.797,95 πλέον τόκο προς 10,50% ετησίως.
Οι Εναγόμενοι 1 και 2 στην Υπεράσπισή τους εγείρουν προδικαστικές ενστάσεις. Η πρώτη από αυτές αφορά το γεγονός ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται ή/και δεν νομιμοποιείται να προωθεί τη συγκεκριμένη αγωγή γιατί είναι ανύπαρκτο πρόσωπο ή/και δεν έχει οποιαδήποτε νομική υπόσταση εφόσον δεν έχει εγγραφεί σύμφωνα με τη Νομοθεσία. Η δεύτερη προδικαστική ένσταση αφορά το γεγονός ότι η οποιαδήποτε διαδοχή περιουσιακών στοιχειών, τίτλων ή/και συμβατικών ή/και άλλων δικαιωμάτων είναι παράνομη ή/και άκυρη. Επιπρόσθετα ισχυρίζονται ότι το έγγραφο που υπογράφτηκε δεν αποτελεί γραμμάτιο γιατί δεν πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από το Νόμο ή/και ισχυρίζονται ότι είναι παράνομο, άκυρο και ανεφάρμοστο γιατί δεν δόθηκε οποιαδήποτε αντιπαροχή από την Ενάγουσα ή/και ότι αυτό υπογράφτηκε συνεπεία αθέμιτης πίεσης ή/και εξαναγκασμού ή/και οικονομικού εξαναγκασμού από την Ενάγουσα προς τους Εναγόμενους 1 και 2. Υποβάλλεται ο ισχυρισμός ότι το έγγραφο περιέχει άκυρους και ετεροβαρής όρους, οι οποίοι είναι επαχθής για τα δικαιώματα των Εναγόμενων.
Επιπλέον, προωθείται η θέση ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα αποτελούν τυποποιημένα και προκατασκευασμένα έγγραφα με όρους προκαθορισμένους από την ΣΠΕ Κοντέας, τα οποία διατίθεντο για υπογραφή προς όλους τους πελάτες χωρίς τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης των όρων από οποιονδήποτε εκ των πελατών. Οι συγκεκριμένοι όροι συνιστούν προϊόν κατάχρησης της διαπραγματευτικής θέσης της Ενάγουσας, είναι καταχρηστικοί, παράνομοι ή/και άκυροι ή/και καταπιεστικοί για τα δικαιώματα των Εναγόμενων. Παράλληλα δημιουργούν ανισότητα στα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών, όπως αυτά προκύπτουν από τις επίδικες συμβάσεις. Σε σχέση με τον τόκο δεν καθορίζονται από τους όρους τα ακριβή κριτήρια τα οποία λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό της αύξησης του επιτοκίου, ενώ το δικαίωμα επιβολής τόκου υπερημερίας, επαυξημένο από το συμβατικό επιτόκιο, συνιστά όρο καταχρηστικό.
Υποστηρίζεται ότι ο λόγος για τον οποίο οι Εναγόμενοι 1 και 2 αιτήθηκαν την παραχώρηση δανείου αφορούσε το γεγονός ότι υπήρξαν θύματα ενός πρωτοφανούς συμβάντος, συγκεκριμένα της απαγωγής του γιου τους κατά τα έτη 2008 – 2011 και τους είχαν ζητηθεί λύτρα ύψους ενός εκατομμυρίου για την απελευθέρωση του. Λόγω της συγκεκριμένης κατάστασης τα δάνεια εγκρίθηκαν πολύ γρήγορα έτσι ώστε η Εναγόμενη 2 να ταξιδέψει στην Αθήνα για να παραδώσει τα λύτρα.
Όσον αφορά την υποθήκη Υ1217/11 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου, προωθείται η θέση ότι τα έγγραφα που υπογράφτηκαν αποτελούν τυποποιημένα και προκατασκευασμένα έγγραφα συμφωνίας, με όρους προκαθορισμένους από την Ενάγουσα. Προωθείται ο ισχυρισμός ότι η υποθήκη είναι παράνομη, άκυρη και ανεφάρμοστη και καταρτισθείσα κατά παράβαση των προνοιών των άρθρων 8, 10 ,12, 16, 18, 21(1)(γ) και 22 του Ν.9/1965. Παρά τις πρόνοιες των συγκεκριμένων άρθρων και παρά την αναγκαιότητα σε κάθε υποθήκη να εξασφαλίζεται το «equitable right of redemption» αυτό δεν επιτεύχθηκε.
Τέλος, ισχυρίζονται ότι ουδέποτε εκχώρησαν οποιοδήποτε δικαίωμα ή/και ασφάλεια ζωής ή/και ότι ουδέποτε υπέγραψαν οποιοδήποτε εκχωρητήριο έγγραφο ή/και έγγραφα δέσμευσης κατάθεσης.
Ανταπαιτούν δήλωση του Δικαστηρίου ότι η επίδικη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 30/06/2011 είναι άκυρη ή/και περιέχει παράνομους ή/και αόριστους ή/και ασαφής ή/και καταχρηστικούς όρους. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το επίδικο γραμμάτιο ή/και η γραπτή αναγνώριση χρέους ή/και η συμφωνία δανείου είναι άκυρη. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι όροι της συμφωνίας δανείου είναι καταχρηστικοί ή/και αόριστοι ή/και ασαφής. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την Ενάγουσα να υπολογίσει το νόμιμο και ορθό υπόλοιπο της συμφωνίας δανείου καθώς και απόφαση του Δικαστηρίου ότι η υποθήκη Υ1217/11 είναι άκυρη ή/και ανεφάρμοστη ή/και άνευ οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος.
Η Ενάγουσα κατά την ακρόαση επέλεξε να προωθήσει την αγωγή στην βάση της παραχώρησης δανείου. Υποστήριξε τις θέσεις της με την προσκόμιση μαρτυρίας από δύο μάρτυρες. Πρώτη έδωσε μαρτυρία η Στέλλα - Μαρία Σεργίου, Μ.Ε.1, η οποία παρέθεσε τις θέσεις της σε γραπτό κείμενο το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο 1. Στην γραπτή της δήλωση αναφέρεται στην εξουσιοδότηση της από την Ενάγουσα στην κατάρτιση της συγκεκριμένης δήλωσης και στην παροχή μαρτυρίας. Καταγράφει ότι η ίδια γνωρίζει τα γεγονότα τόσο από προσωπική γνώση καθώς και από το περιεχόμενο των εγγράφων που έχει στην κατοχή της. Όσον αφορά τα γεγονότα προβαίνει σε αναφορά στο ιστορικό της μετονομασίας της Ενάγουσας, την μετεξέλιξή της και την τελική μεταφορά και κατάληξη των δανείων στην Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων, η οποία συνιστά την αποδεχόμενη εταιρεία στην οποία μεταβιβάστηκαν οι τραπεζικές διευκολύνσεις που αφορούν τους Εναγόμενους 1 και 2. Σε σχέση με τα γεγονότα καταγράφει ότι στις 30/06/2011 η Ενάγουσα είχε συμφωνήσει όπως παραχωρήσει στους Εναγόμενους 1 και 2 δάνειο ύψους €550.000. Υπογράφτηκε σχετική συμφωνία με αριθμό λογαριασμού 7223061-1, ο οποίος μετά τη συγχώνευση έγινε 03430-7412039-1. Προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων τους οι Εναγόμενοι 1 και 2 παραχώρησαν προς όφελος της Ενάγουσας την υποθήκη Υ1217/11 επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/5217, Φ./Σχ: --/2-289-378, Τεμάχιο 134, εγγεγραμμένο μερίδιο ΟΛΟ καθώς και επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/5290, Φ./Σχ. --/2-289-378, Τεμάχιο 135 στο Δήμο Παραλιμνίου. Δυνάμει των όρων της συμφωνίας δανείου το επιτόκιο μπορούσε να διακυμανθεί. Από την έναρξη της σύμβασης έως τις 29/02/2012 το επιτόκιο ανερχόταν στα 7,75%, από 01/03/2012 μέχρι 31/08/2018 ανερχόταν στο 8,5%, από 01/09/2018 μέχρι 30/06/2024 στο 8,25% και από 01/07/2024 μέχρι σήμερα σε 0%. Οι χρεοπιστώσεις που έγιναν στο λογαριασμό των Εναγομένων συνιστούν το αποτέλεσμα των συναλλαγών σε σχέση με την επίδικη σύμβαση υποθήκης. Επεξηγεί ότι κατά το χρόνο που καταχωρούνταν οι διάφορες εγγραφές, ήτοι χρεώσεις ή πιστώσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, καταγράφονταν σε αρχείο, το οποίο μέχρι και σήμερα συνιστά συνήθη βιβλίο της Ενάγουσας. Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής και το αρχείο που περιέχει την κατάσταση λογαριασμού βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον συνεχή έλεγχο της Ενάγουσας και χρησιμοποιείται μόνο από εξουσιοδοτημένα από αυτήν πρόσωπα. Η ίδια αποτελεί ένα από αυτά. Ετοιμάστηκε και αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού από την οποία έχουν αφαιρεθεί όλες οι χρεώσεις και οι τόκοι ενώ έχουν διαφοροποιηθεί οι χρεώσεις σε σχέση με το επιτόκιο του εκάστοτε υπολοίπου. Εξηγεί ότι στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού οι χρεώσεις και οι πιστώσεις είναι το αποτέλεσμα των συναλλαγών των Εναγόμενων 1 και 2 με την Ενάγουσα και ότι οι τόκοι έχουν υπολογιστεί και χρεωθεί με βάση τις διακυμάνσεις επιτοκίου. Η αναδομημένη κατάσταση παράχθηκε και εκτυπώθηκε από την ίδια και ο ηλεκτρονικός υπολογιστής και το λογισμικό σύστημα λειτουργούσαν πάντοτε κανονικά. Η ίδια έχει συγκρίνει και ελέγξει τις χρεώσεις που αφορούν τη συγκεκριμένη κατάσταση λογαριασμού με τις αρχικές καταχωρήσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και διαπίστωσε ότι είναι ίδιες. Προώθησε τη θέση ότι η Ενάγουσα περιορίζει την απαίτηση της στο ποσό που καταγράφεται στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού.
Όσον αφορά τα γεγονότα καταγράφει ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2, κατά παράβαση των όρων της σύμβασης, καθυστέρησαν τις δόσεις τους με αποτέλεσμα τον τερματισμό της σύμβασης με επιστολή ημερομηνίας 15/06/2017. Με τη συγκεκριμένη επιστολή οι Εναγόμενοι 1 και 2 ενημερώθηκαν ότι ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο θα επιβαρύνετο με τόκο προς 10,50% ετησίως, κεφαλαιοποιημένο την 30/06 και 31/12 εκάστου έτους. Στις 16/06/2020 διαβιβάστηκε νέα ειδοποίηση απαίτησης προς τους Εναγόμενους 1 και 2. Παρά το γεγονός αυτό, οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν ανταποκρίθηκαν και παραμένει σήμερα ως οφειλόμενο το ποσό του €1.153.894,07 το οποίο απαιτείται, ενώ απαιτείται και διάταγμα εκποίησης της υποθήκης Υ1217/11.
Κατάθεσε ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο της Επίσημης Εφημερίδας της Δημοκρατίας που αφορά την μετονομασία της ΣΠΕ Κοντέας. Ως Τεκμήριο 2 δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 28/02/2014 που αφορά την συγχώνευση και την μεταφορά των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού της στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμμοχώστου Λίμιτεδ. Ως Τεκμήριο 3 δημοσίευση ημερομηνίας 21/07/2017 στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας η οποία αφορά την συγχώνευση του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Αμμοχώστου Λίμιτεδ με την Κεντρική Συνεργατική Τράπεζα Λίμιτεδ και ως Τεκμήριο 3Α δημοσίευση που αφορά την μεταγενέστερη μετονομασία της Κεντρικής Συνεργατικής Τράπεζας Λίμιτεδ σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα. Ως Τεκμήρια 4 και 5 κατατέθηκαν οι δημοσιεύσεις στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας με ημερομηνίες 03/09/2018 και 10/10/2022, οι οποίες αφορούν την μετονομασία της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων και σε Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λίμιτεδ. Ως Τεκμήριο 6 κατατέθηκε η συμφωνία δανείου ημερομηνίας 30/06/2012, ως Τεκμήριο 7 η σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως Υ1217/11, ως Τεκμήριο 8 η δημοσίευση στην εφημερίδα «Χαραυγή» με ημερομηνία 01/03/2012 που αφορά την ανακοίνωση της ΣΠΕ Κοντέας για την αύξηση του περιθωρίου επιτοκίου. Ως Τεκμήριο 9 κατατέθηκε πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, συνοδευόμενο με κατάσταση λογαριασμού. Ως Τεκμήριο 10 κατατέθηκε αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, ως Τεκμήριο 11 κατατέθηκε η δέσμη εγγράφων που αφορά αντίγραφα επιστολών τερματισμού της συμφωνίας δανείου με ημερομηνία 15/06/2017 καθώς και το Έντυπο Τύπου «Θ» και ως Τεκμήριο 12 κατατέθηκαν αντίγραφα επιστολών με ημερομηνία 16/06/2020 για την λήψη νομικών μέτρων.
Αντεξεταζόμενη παραδέχθηκε ότι κατά τη σύναψη της συμφωνίας δανείου δεν ήταν παρούσα και ότι την γνώση της, σε σχέση με τα γεγονότα, την αντλούσε από το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης και τα έγγραφα που έχει στην κατοχή της. Ερωτηθείσα αναφορικά με την υποθήκη παραδέχθηκε ότι δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη. Προώθησε τη θέση ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν δικαίωμα διαπραγμάτευσης των όρων της σύμβασης δανείου αφού κατά το χρόνο της συνάντησης για υπογραφή της είχαν το δικαίωμα να την διαβάσουν, να διαπραγματευθούν τους βασικούς όρους αλλά και να έχουν μαζί τους δικηγόρο της επιλογής τους. Υποστήριξε ότι αυτή ήταν η πάγια πρακτική της Συνεργατικής, η οποία εφαρμοζόταν για όλους τους πελάτες και για την οποία ενημερώθηκε από συνάδελφους της, οι οποίοι ήταν λειτουργοί της ΣΠΕ.
Ερωτηθείσα αναφορικά με την αποστολή των επιστολών που διαβιβάστηκαν προς τους Εναγόμενους υποστήριξε ότι η ίδια είχε ρωτήσει την κα Παπαγεωργίου, η οποία την ενημέρωσε ότι είχαν αποσταλεί και δεν είχαν επιστραφεί και το ίδιο είχε ενημερωθεί και από τους δικηγόρους της Ενάγουσας. Όμως δεν γνώριζε προσωπικά κατά πόσο είχαν παραληφθεί. Σε υποβολή που της τέθηκε και αφορούσε το γεγονός ότι οι όροι της συμφωνίας είναι ασαφής προώθησε τη θέση ότι δεν υπήρχε ασάφεια γιατί ένας άνθρωπος που αντιλαμβάνεται τι υπογράφει αν υπάρχει ασάφεια μπορεί να το θέσει όμως οι Εναγόμενοι την υπέγραψαν χωρίς να ρωτήσουν. Ήταν περαιτέρω η θέση της ότι, σύμφωνα με την τακτική της Συνεργατικής, παραχωρείτο χρόνος στους πελάτες μετά τη σύνταξη του εγγράφου να το διαβάσουν, να το καταλάβουν αλλά και να λάβουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή.
Μαρτυρία δόθηκε και από την Μάρθα Γεωργίου, Μ.Ε.2, της οποίας η γραπτή δήλωση σημειώθηκε ως Έγγραφο 2. Στη γραπτή της δήλωση καταγράφει ότι στις 27/01/2009 δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Φιλελεύθερος» γνωστοποίηση αναφορικά με το επιτόκιο και συγκεκριμένα ότι η ΣΠΕ Κοντέας αύξησε το βασικό επιτόκιο από 4,25% σε 5,25%. Το βασικό επιτόκιο της ΣΠΕ Κοντέας διατηρήθηκε στο 5,25% για όλα τα δάνεια από την ημερομηνία της δημοσίευσης μέχρι και τη συγχώνευση της με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμμοχώστου Λτδ στις 15/02/2014. Η ίδια είχε μελετήσει το Τεκμήριο 6, ήτοι τη συμφωνία δανείου στην οποία συμφωνήθηκε επιτόκιο 7,75%, δηλαδή 5,25% βασικό επιτόκιο πλέον 2,50% περιθώριο. Κατά την έρευνα της εντόπισε άλλες τέσσερεις συμφωνίες ενυπόθηκων δανείων που είχαν παραχωρηθεί από την ΣΠΕ Κοντέας κατά τον ίδιο χρόνο που δόθηκε το επίδικο δάνειο και διαπίστωσε ότι στις τρεις από αυτές το συνολικό επιτόκιο ανερχόταν στο 7,75% και στην τέταρτη στο 8%.
Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 13, αντίγραφο της εφημερίδας «Φιλελεύθερος» ημερομηνίας 27/01/2009.
Αντεξεταζόμενη υποστήριξε ότι σύμφωνα και με τη δημοσίευση του 2009 το βασικό επιτόκιο της ΣΠΕ Κοντέας ήταν 5,25% και ήταν το ίδιο για όλους και αυτό που διέφερε στις συμφωνίες ήταν το περιθώριο. Σε κάποιες από αυτές υπήρχε διαφορά 0,25%. Ερωτηθείσα κατά πόσο είχε γίνει αναδιάρθρωση στο δάνειο ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει. Υποστήριξε ότι τα εκάστοτε Συνεργατικά Ιδρύματα χρέωναν τα επιτόκια που είχαν συμφωνηθεί με τους πελάτες και στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν 7,75%. Προώθησε τη θέση ότι στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού αφαιρούνται οι οποιεσδήποτε χρεώσεις δεν είναι προς όφελος των πελατών.
Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της Ενάγουσας οι Εναγόμενοι 1 και 2 επέλεξαν να μην προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία.
Οι δυο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις με τη διαβίβαση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων το περιεχόμενο των οποίων είναι υπόψη του Δικαστηρίου και θα αναφερθεί σ΄ αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. Οι δυο συνήγοροι προώθησαν τις θέσεις τους με αναφορά στις αρχές και τη νομολογία.
Σημειώνεται ότι δεν προωθήθηκε οποιαδήποτε από τις προδικαστικές ενστάσεις, οι οποίες καταγράφονται στις παραγράφους 2 και 3 της Υπεράσπισης, κατά τη διάρκεια της ακρόασης ή στην γραπτή αγόρευση που καταχωρίστηκε από την συνήγορο των Εναγόμενων 1 και 2 και ως εκ τούτου θεωρείται ότι εγκαταλείφθηκαν.
AΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ – ΕΥΡΗΜΑΤΑ
Η αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας, όπως έχει νομολογηθεί, δεν μπορεί να απομονωθεί από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 339, έχει εξηγηθεί ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας. Η αποδοχή ή η απόρριψη μιας μαρτυρίας θα πρέπει να γίνεται με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του μάρτυρα στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια.
Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, αναφορά μπορεί να γίνει και στην ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, εκδ. 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυς που καταθέτει, αποτελεί, σε γενικές γραμμές, στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητά του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση βλ. Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου (2013) 1 Α.Α.Δ. 1166, C. & A. Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου (1999) 1(B) Α.Α.Δ. 1273.
Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή τις δύο μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σ΄αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να ενθυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία καταθέτουν.
Η Μ.Ε.1 δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική εμπλοκή στην κατάρτιση των συμφωνιών και η πληροφόρησή της αντλείται από το περιεχόμενο του φακέλου που αφορά τις συγκεκριμένες τραπεζικές διευκολύνσεις. Η μαρτυρία της δεν αντικρούστηκε με οποιαδήποτε στοιχεία από τους Εναγόμενους 1 και 2 όσον αφορά τόσο τους όρους της συμφωνίας δανεισμού όσο και το υπόλοιπο του συγκεκριμένου λογαριασμού. Δεν αντεξετάστηκε αναφορικά με την ορθότητα του οφειλόμενου ποσού ή οποιαδήποτε καταχώρηση στην κατάσταση λογαριασμού ή στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού. Ενόψει του ότι η μαρτυρία της δεν έχει αμφισβητηθεί, γίνεται αποδεκτή αφού υποστηρίζεται και από το περιεχόμενο της δανειακής σύμβασης, το Τεκμήριο 6 αλλά και από την σύμβαση υποθήκης, Τεκμήριο 7.
Τα πιο πάνω σχόλια μπορούν να υιοθετηθούν και για τη μαρτυρία της Μ.Ε.2, η οποία αναφέρθηκε στον τρόπο τοκισμού του δανείου και στον τρόπο ενημέρωσης των Εναγόμενων. Εξήγησε ότι τα δάνεια χρεώθηκαν με το βασικό επιτόκιο 5,25% που ήταν το ίδιο για όλους τους δανειολήπτες και ότι η διαφοροποίηση αφορούσε το περιθώριο. Διευκρίνισε ότι στις αναδομημένες καταστάσεις αφαιρούνται οι οποιεσδήποτε χρεώσεις δεν είναι προς όφελος των δανειοληπτών. Δεν έδωσε στο Δικαστήριο λόγο να απορρίψει τη μαρτυρία της.
Εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο δεν διέκρινε ότι οι δύο μάρτυρες διακατέχονταν από οποιανδήποτε εμπάθεια ή από προσωπικό συμφέρον. Οι απαντήσεις που έδιδαν ήταν πειστικές και σε καμιά περίπτωση δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε τάση υπεκφυγής. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία τους για την εξαγωγή των δικών του συμπερασμάτων.
Η επιλογή των Εναγόμενων 1 και 2 να μην προσκομίσουν μαρτυρία είναι σεβαστή και δεν επιδέχεται οποιουδήποτε σχολιασμού. Βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργος Οικονόμου (2014) 1 Α.Α.Δ. 2287.
Ως εκ τούτου το Δικαστήριο θεωρεί ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν ως ακολούθως: Οι Εναγόμενοι 1 και 2 στις 30/06/2011 αιτήθηκαν δάνειο από την ΣΠΕ Κοντέας για το ποσό των €550.000 το οποίο τους παραχωρήθηκε και υπέγραψαν προς τούτο τα σχετικά έγγραφα Τεκμήριο 6. Η παραχώρηση του δανείου από την Τράπεζα έγινε με όρους οι οποίοι καταγράφονται στην σύμβαση δανείου. Ο τόκος είχε συμφωνηθεί στο 7,75% και η αποπληρωμή θα γινόταν με 10 ετήσιες δόσεις ύψους €86.600. Ως εξασφάλιση του δανείου υποθηκεύτηκαν τα ακίνητα με αριθμούς εγγραφής 0/5217, Φ./Σχ: --/2-289-378, Τεμάχιο 134, εγγεγραμμένο μερίδιο ΟΛΟ καθώς και το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/5290, Φ./Σχ. --/2-289-378, Τεμάχιο 135 στο Δήμο Παραλιμνίου και καταχωρίστηκε η υποθήκη Υ1217/11, Τεκμήριο 7. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν ανταποκρίθηκαν στις υποχρεώσεις τους με αποτέλεσμα να τερματιστεί η λειτουργία του λογαριασμού στις 15/06/2017, Τεκμήριο 12.
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη (1995) 1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva (2002) 1(Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά. (2002) 1(Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης (2011) 1(Α) Α.Α.Δ. 462:
«Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη.
Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη (1997) 1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)».
Η γενική αρχή σε μια πολιτική υπόθεση είναι ότι ο ενάγων έχει το γενικό βάρος ν΄ αποδείξει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση Χρυσάνθη Χρυσάνθου και Σταύρος Φραντζή ν. Αντρέα Φραντζή (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1295.
Αναφορά γίνεται και στο Σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη & Ν. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης» όπου στη σελίδα 196 και επέκεινα διαβάζονται τα ακόλουθα:
«Στις πολιτικές υποθέσεις, η επιτυχία της αγωγής εξαρτάται από το αν ο ενάγων θα παρουσιάσει επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία με την αναγκαία αποδεικτική βαρύτητα ώστε να ικανοποιήσει το εφαρμοζόμενο βάρος απόδειξης. Το επίπεδο απόδειξης είναι αυτό του ισοζύγιου των πιθανοτήτων.».
Επαναλαμβάνεται ότι οι προδικαστικές ενστάσεις, ως φαίνεται από την διαδικασία και την γραπτή αγόρευση της συνηγόρου των Εναγόμενων 1 και 2, έχουν εγκαταλειφθεί.
Όσον αφορά την αξίωση της Ενάγουσας, όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χαραλάμπους κ.ά. (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 829, σε υποθέσεις οι οποίες αφορούν σε κατ΄ ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση, είναι τα ακόλουθα: Πρώτον, η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κ.λπ., μαζί με τους όρους της. Δεύτερον, η παράβαση όρου της σύμβασης και τρίτον, ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Οι συγκεκριμένες αρχές επαναλήφθηκαν σε πρόσφατες αποφάσεις τόσο του Εφετείου καθώς και του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σχετικές είναι, μεταξύ άλλων, οι αποφάσεις Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α. ν. Χρίστη Χατημιτσή Πολ. Εφ.311/2022 ημερ. 30/01/2025, 1. Ιωάννη Τανή, 2. Ελένης Χαραλάμπου Κρασάρη ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Πολ. Εφ. 308/2016 ημερ. 23/10/2025 και Χαράλαμπος Γαλάζης ν. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ Πολ. Εφ. 405/19 ημερ. 27/02/2026.
Είναι παραδεκτό από την Υπεράσπιση ότι συνάφθηκε η δανειακή σύμβαση ύψους €550.000. Είναι επίσης παραδεκτό ότι υπήρχαν καθυστερήσεις στην αποπληρωμή των συγκεκριμένων διευκολύνσεων. Αυτό που αμφισβητήθηκε τελικά, ως διαφάνηκε μέσα από την αντεξέταση, είναι κατά πόσο οι όροι του δανείου είχαν τύχει διαπραγμάτευσης καθώς και κατά πόσο είχε συμφωνηθεί ο τόκος με τον οποίο επιβαρυνόταν το δάνειο.
Τέθηκε στην γραπτή αγόρευση της συνηγόρου των Εναγόμενων 1 και 2 ότι δεν αποδείχθηκε το υπόλοιπο γιατί δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου το τραπεζικό βιβλίο ή/και μαρτυρία ότι οι καταχωρίσεις στο τραπεζικό βιβλίο μεταφέρθηκαν ορθά στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Προωθήθηκε η εισήγηση ότι η Ενάγουσα απέτυχε να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου αντίγραφο τραπεζικού βιβλίου που να πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου. Διαπιστώνεται ότι η Μ.Ε.1 καταθέτοντας ανέφερε ότι η ίδια είχε τυπώσει την κατάσταση λογαριασμού από το ηλεκτρονικό σύστημα της Τράπεζας, στο οποίο διατηρούνται σε ηλεκτρονική μορφή τα τραπεζικά βιβλία. Εξήγησε ότι το συγκεκριμένο σύστημα λειτουργεί και τηρείται από την Τράπεζα για την συνήθη διεξαγωγή των εργασιών της και ότι έλεγξε τις καταχωρίσεις στην κατάσταση λογαριασμού με το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού υπολογιστή και ήταν τα ίδια. Στη γραπτή της δήλωση, στην παράγραφο 7 του Εγγράφου 1, η Μ.Ε.1 βεβαιώνει ότι η κατάσταση λογαριασμού εκτυπώθηκε από την ίδια, ότι το περιεχόμενο της συγκρίθηκε με το περιεχόμενο του τραπεζικού βιβλίου ηλεκτρονικής μορφής από το οποίο εκτυπώθηκε και διαπιστώθηκε ότι οι καταχωρήσεις ήταν ορθές και έγκυρες. Η ίδια διαβεβαίωση διαβάζεται στο πιστοποιητικό που συνοδεύει το Τεκμήριο 9.
Το άρθρο 22 του Κεφ. 9 περιλαμβάνει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την αποδοχή αντίγραφου καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία και την ερμηνεία του όρου «τραπεζικά βιβλία». Στην μαρτυρία της Μ.Ε.1 γίνεται ευθέως αναφορά ότι οι καταστάσεις λογαριασμού που κατέθεσε αποτελούν αντίγραφο τραπεζικών βιβλίων που τηρούνται σε ηλεκτρονική μορφή. Στον όρο «τραπεζικά βιβλία» περιλαμβάνονται και όλα τα αρχεία που τηρούνται σε ηλεκτρονική μορφή και επομένως προκύπτει ότι οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού αποτελούν αντίγραφα τραπεζικών βιβλίων που τηρούσε η Ενάγουσα. Στην απόφαση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. 1. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.α. (2009) 1 Α.Α.Δ. 479 λέχθηκε ότι «Οι καταστάσεις του λογαριασμού (Τ.9 και Τ.11), μαζί με την πιστοποίηση του αρμόδιου Λειτουργού της εφεσείουσας τράπεζας, ότι αυτά αποτελούσαν απόσπασμα του ηλεκτρονικού αρχείου της τράπεζας, συνιστούσαν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των σχετικών καταχωρίσεων (Άρθρο 22 του Κεφ.9 όπως έχει τροποποιηθεί).».
Στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Κυριακή Λιάπη Χ’ Ιωάννου κ.α. ν. Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων (ΚΕΔΙΠΕΣ) Πολ. Εφ. 446/19 ημερ. 12/03/2025 διαβάζονται τα ακόλουθα αναφορικά με το υπό συζήτηση θέμα:
«Στην Αργυρού κ.α. v. ΣΠΕ Μακράσυκας - Λάρνακας -Επαρχίας Αμμοχώστου ΛΤΔ Πολ. Εφ.325/2014 ημερ. 07/04/2023, ECLI:CY:AD:2023:A135 αναφέρθηκαν, απολύτως σχετικά, τα εξής:
«Κατ' αρχάς, το Πρωτόδικο Δικαστήριο, κατέληξε (για λόγους που δεν συνθέτουν αντικείμενο της παρούσας έφεσης), ότι η Κατάσταση Λογαριασμού/Τεκμήριο 15 (η οποία κατατέθηκε από τον ΜΕ), δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του Άρθρου 22, Κεφ.9.
Εντούτοις, η ικανοποίηση (ή όχι) των προαπαιτούμενων προς αποδοχή μαρτυρίας τού είδους που εννοείται στο Άρθρο 22, Κεφ.9 - και εν προκειμένω της Κατάστασης Λογαριασμού/Τεκμήριο 15 - δεν αποκλείει, στη συνήθη πορεία του πράγματος, την κατ' επιλογή του διαδίκου, παράλληλη ή και επάλληλη παρουσίαση άλλης παρόμοιας ή όμοιας αξιόπιστης (προφορικής ή και έγγραφης) μαρτυρίας προς απόδειξη (εν όλω ή εν μέρει), της αφορώσας απαίτησης, πέραν ή και εναλλακτικώς του Άρθρου 22, Κεφ.9 (βλ. κατ' αναλογίαν, Κόκκινου και Άλλης ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Π.Ε. 386/14, ημ.20.3.23, ECLI:CY:AD:2023:A124, ECLI:CY:AD:2023:A124).
Στη βάση τούτης της αρχής λοιπόν (αλλά και κατά δικαιική λογική) - και πολύ σωστά - είναι που ενήργησε το Πρωτόδικο Δικαστήριο, αντλώντας από την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ (και όσα αποδεκτώς την επικούρησαν). Αυτό, επειδή, ο ΜΕ στη γραπτή του κατάθεση/Έγγραφο Α (έκτασης πέντε τόσων πυκνογραμμένων σελίδων), παρουσίασε μέσω και της (άνευ ενστάσεως των Εφεσειόντων) κατάθεσης αντίστοιχων τεκμηρίων (βλ. Τεκμήρια 1-16Β), όσα έπρεπε για στοιχειοθέτηση των συστατικών γνωμόνων τής διεκδίκησης των Εφεσίβλητων και τελεσφόρηση της Αγωγής.»
Δεν διαπιστώνουμε συνεπώς οτιδήποτε το μεμπτό στην εν λόγω προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Να επισημάνουμε εξάλλου ότι η ετοιμασία αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού αποτελεί πλέον διαδεδομένη, συνήθη και καθόλα αποδεκτή πρακτική των τραπεζών ώστε να αφαιρούνται κάποιες χρεώσεις και η επιβολή επιτοκίων προς ικανοποίηση του πελάτη (όπως έγινε δια του τεκμηρίου 10) ώστε με τον τρόπο αυτό, να ενθαρρύνεται η προσπάθεια εξεύρεσης συμβιβαστικής λύσης (βλ. Καλλικάς (ανωτέρω), Παπαχριστοφόρου κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ., (2015) 1 Α.Α.Δ. 2326, Καραγιάννης v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Πολ. Έφεση 70/2014, ημερ.17.11.2021, ECLI:CY:AD:2021:A528 και Ματολής v. Societe Generale Bank - Cyprus Ltd Πολ. Έφεση 362/19, ημερ.10.7.2024). ».
Η συγκεκριμένη μάρτυρας, Μ.Ε.1, κατά την μαρτυρία της ανέφερε ότι και η ίδια έχει πρόσβαση στο φάκελο της υπόθεσης και στο ηλεκτρονικό σύστημα όσον αφορά τον επίδικο λογαριασμό. Στο πιστοποιητικό που καταχωρίστηκε δυνάμει του άρθρου 35 του Κεφ. 9, το οποίο συνοδεύει την κατάσταση λογαριασμού βεβαιώνει ότι: «….κατόπιν σύγκρισης που έκανα της συνημμένης κατάστασης λογαριασμού με τις καταχωρίσεις στο ηλεκτρονικό αρχείο, βεβαιώνω ότι η συνημμένη κατάσταση λογαριασμού είναι ορθή αναπαραγωγή του ηλεκτρονικού αρχείου που φυλάσσεται στις εγκαταστάσεις της Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων ΛΤΔ στο οποίο αποθηκεύονται όλες οι καταχωρήσεις που αφορούν τον ως άνω λογαριασμό.».
Υπό το φως όλης της μαρτυρίας που παρασχέθηκε από την Μ.Ε.1 έχει αποδειχθεί ότι οι καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήριο 9, αποτελούν αντίγραφα των καταχωρήσεων στα τραπεζικά βιβλία που διατηρεί η Ενάγουσα και ως εκ τούτου αυτές αποτελούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των σχετικών καταχωρίσεων. Η θέση της Υπεράσπισης ότι η Ενάγουσα απέτυχε να καταθέσει αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου που να πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 22 του Κεφ. 9 δεν βρίσκει έρεισμα αφού οι εν λόγω καταστάσεις συνιστούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρισμένες σε αυτές. Ως έχει νομολογηθεί το άρθρο 22 του Κεφ. 9 δημιουργεί ένα μαχητό τεκμήριο που αντιστρέφει το βάρος απόδειξης. Η συνέπεια της εφαρμογής του Τεκμηρίου είναι να υποβοηθηθεί ο διάδικος προς όφελος του οποίου αυτό εγείρεται και να αναμένει να δει κατά πόσο ο αντίδικος θα αμφισβητήσει το Τεκμήριο και θα παρουσιάσει ανταπόδειξη προς αντίκρουση του Τεκμηρίου. Το βάρος απόδειξης, επομένως, για αντίκρουση των καταχωρίσεων στους επίδικους λογαριασμούς, είχαν οι Εναγόμενοι, στους ώμους των οποίων μετατέθηκε το αποδεικτικό βάρος απόδειξης και όφειλαν να καταδείξουν, αν αυτή ήταν η θέση τους, ότι δεν έγινε ανάληψη του ποσού του δανείου ή ότι υπήρξαν καταθέσεις ή οποιαδήποτε άλλα ποσά που έπρεπε να πιστωθούν στον λογαριασμό. Όμως καμιά αμφισβήτηση οποιασδήποτε συγκεκριμένης συναλλαγής - χρέωσης ή πίστωσης - έγινε κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1 - έτσι ουδεμία αμφισβήτηση της ορθότητας τους υπήρξε. Σχετική είναι η υπόθεση Παναγιώτης Ζερβός ν. Hellenic Bank Public Company Ltd (2013) 1 Α.Α.Δ. 2357.
Σχετικό είναι και το σκεπτικό της απόφασης Ιωαννίδης κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (2014) 1(Β) Α.Α.Δ. 1491 από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα:
«Η απόδειξη του υπολοίπου του λογαριασμού - Λόγος έφεσης 1.
Το βασικό παράπονο των Εφεσειόντων είναι ότι το πρωτόδικο δικαστήριο λανθασμένα αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού ως μαρτυρία του υπολοίπου του δανείου. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι συγκεκριμένες καταστάσεις λογαριασμών δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου και ούτε συνιστούσαν τραπεζικό βιβλίο σύμφωνα με το Νόμο.
Έχουμε εξετάσει το παράπονο των Εφεσειόντων και κατά την κρίση μας αυτό δεν ευσταθεί. Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού, αφού οι Εφεσείοντες όχι μόνο δεν έφεραν ένσταση, αλλά ούτε και διατύπωσαν οποιαδήποτε επιφύλαξη στην κατάθεσή τους. Όμως ανεξαρτήτως τούτου, στη συνέχεια δεν κατάφεραν να αμφισβητήσουν το περιεχόμενο τους και ιδιαίτερα το υπόλοιπο που παρουσίαζαν.
Επίσης δεν ευσταθεί το παράπονο τους ως προς τη μη τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 22 του Κεφ. 9. Το δικαστήριο μπορεί να μην έκανε ειδική αναφορά στο άρθρο 22, αλλά από την όλη δομή της απόφασης είναι φανερό ότι είχε υπόψη του τις πρόνοιές του. Ανεξαρτήτως τούτου, οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 ικανοποιούνται αφού η Φωτεινή Βασιλείου, Μ.Ε.1, υπάλληλος της τράπεζας, στη μαρτυρία της έκανε ειδική αναφορά σ' αυτή την πτυχή της υπόθεσης, με αποτέλεσμα να πείσει την ευπαίδευτη Πρόεδρο του Δικαστηρίου για την ορθή τήρηση του Τραπεζικού Βιβλίου και την ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμού, οι οποίες αποτελούσαν μέρος του Τραπεζικού Βιβλίου. Σύμφωνα με το Νόμο, αντίγραφα των καταχωρίσεων σε Τραπεζικά Βιβλία γίνονται δεκτά δυνάμει του άρθρου 22 ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιων καταχωρίσεων και τέτοιων θεμάτων και δοσοληψιών που είναι καταχωρισμένες σ' αυτά (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α. (2009) 1Α ΑΑΔ 479). Στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε μαρτυρία από τη Μ.Ε.1 ότι οι Εφεσείοντες διατηρούσαν και φύλαγαν Τραπεζικό Βιβλίο, ότι αυτό ήταν ένα από τα συνήθη Βιβλία της τράπεζας και ότι οι καταχωρίσεις στο Βιβλίο γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας. Περαιτέρω, η Μ.Ε.1 διαβεβαίωσε ότι οι καταστάσεις λογαριασμών που παρουσίασε συγκρίθηκαν από την ίδια με τις αρχικές καταχωρίσεις στα Τραπεζικά Βιβλία και βρέθηκαν ορθές.
Παρά τη σαφή μαρτυρία της Μ.Ε.1 ως προς την τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 22, δεν έγινε καμία αντεξέταση επί του θέματος και ούτε κλήθηκε οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας για να αποδείξει το εσφαλμένο του υπόλοιπου του λογαριασμού. Ως αποτέλεσμα, οι Εφεσείοντες απέτυχαν να ανατρέψουν το μαχητό τεκμήριο που δημιουργήθηκε δυνάμει του άρθρου 22 του Κεφ. 9 ως προς την εκ πρώτης όψεως αποδοχή και ορθότητα των λογαριασμών».
(ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου)
Με δεδομένο ότι δεν προβλήθηκε από πλευράς των Εναγόμενων 1 και 2 ότι δεν έγινε ανάληψη του προϊόντος του επίδικου δανείου ή ότι υπήρξαν και άλλες καταθέσεις ή οποιαδήποτε ποσά που θα έπρεπε να πιστωθούν στον επίδικο λογαριασμό το Δικαστήριο καταλήγει ότι οι Καταστάσεις Λογαριασμού Τεκμήρια 9 και 10 εμπεριέχουν τις πραγματικές δοσοληψίες που έγιναν στο συγκεκριμένο λογαριασμό.
Προωθείται, από τους Εναγόμενους 1 και 2, ο ισχυρισμός ότι οι επίδικες υποθήκες είναι παράνομες, άκυρες και θα πρέπει να ακυρωθούν γιατί παραβιάζουν το δόγμα του «equity of redemption», το οποίο ενσωματώνεται 21(1)(γ) του Ν.9/1965, αφού στους όρους του εγγράφου υποθήκης γίνεται αναφορά σε ποσά όπως προμήθειες, δικαιώματα, δαπάνες και δικηγορικά έξοδα με αποτέλεσμα το οφειλόμενο ποσό να μην μπορεί να υπολογιστεί. Το γεγονός ότι το έγγραφο υποθήκης αναφέρεται σε ποσά άλλα εκτός από το κεφάλαιο και το τόκο κατά την άποψη των Εναγομένων 1 και 2 τους εμποδίζει να ασκήσουν το δικαίωμα που προστατεύεται από το δόγμα του «equity of redemption».
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία από την πλευρά των Εναγόμενων 1 και 2 ότι ζήτησαν την εξάλειψη της υποθήκης. Σχετικό με τους υπό εξέταση ισχυρισμούς είναι το σκεπτικό της απόφασης Φελλάς κ.α. ν. Emporiki Bank-Cyprus Limited Πολ. Εφ. 17/2013 ημερ. 07/04/2020, ECLI:CY:AD:2020:A111 στην οποία διαβάζονται τα ακόλουθα:
«Είναι εμφανές από τις πρόνοιες της πιο πάνω νομοθετικής διάταξης πως το ποσό για το οποίο παραχωρείται η υποθήκη πρέπει να είναι καθορισμένο ή να μπορεί να προσδιοριστεί, μαζί με τυχόν συμφωνηθέντες τόκους σε ποσοστό το οποίο είναι καθορισμένο ή μπορεί να προσδιοριστεί με αναφορά σε οποιοδήποτε άλλο ποσοστό, καθώς επίσης και των εξόδων που απαιτούνται σε περίπτωση λήψης νόμιμων μέτρων προς είσπραξη του ποσού της υποθήκης και του τόκου.».
Διαφαίνεται, από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι στον όρο 12 του Τεκμήριου 7, καταγράφεται ότι το μέγιστο ποσό για το οποίο δεσμεύονται τα επίδικα ακίνητα είναι το τελικό ποσό που θα εκκρεμεί την ημερά εκποίησης της υποθήκης, επιπλέον τον τόκο, περιθώριο, τόκο υπερημερίας, δικαιώματα παροχής υπηρεσιών και άλλα έξοδα. Επιπροσθέτως, ο όρος 13 προσδιορίζει το επιτόκιο και τον τρόπο υπολογισμού του επιτοκίου με το οποίο θα επιβαρύνετο η πιστωτική διευκόλυνση προς εξασφάλιση της οποίας συστάθηκε η επίδικη υποθήκη. Από τα συγκεκριμένα δεδομένα εξάγεται το συμπέρασμα ότι μέσα από τις πρόνοιες του εγγράφου υποθήκης, Τεκμήριο 7, καθορίζεται το μέγιστο ποσό της υποχρέωσης των ενυπόθηκων οφειλετών καθώς και το συνολικό επιβαλλόμενο επιτόκιο που ίσχυε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, το ύψος του οποίου μπορούσε να διαπιστωθεί και ελεγχθεί ανά πάσα στιγμή από τους ενυπόθηκους οφειλέτες. Οι συγκεκριμένες αναφορές σε συνάρτηση με τα κατατεθέντα τεκμήρια, την αξιόπιστη και αναντίλεκτη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 και οι διευκρινήσεις που αυτές έδωσαν καθιστούσαν ενδεχομένως προσδιοριστέο το εκάστοτε οφειλόμενο ποσό, βάσει της υποθήκης. Κατ' ακολουθίαν, ως έχει κριθεί και στην υπόθεση Μαρία Μητσιγιώργη ν. Gordian Holdings Ltd Πολ. Έφ.287/2015, ημερ. 12/06/2025 καθώς και στην Πέτρος Κόκκινου κ.ά ν. Themis Portofolio Management Holdings Ltd Πολ. Έφ. 386/2018, ημερ. 30/10/2025, δεν μπορεί να προωθείται ισχυρισμός για παραβίαση των προϋποθέσεων του άρθρου 21(1)(γ) του Ν.9/1965.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό της ευπαίδευτης συνηγόρου των Εναγόμενων 1 και 2 ότι επηρεάστηκε το δικαίωμα των Εναγόμενων 1 και 2, ενυπόθηκων οφειλετών, να εξοφλήσουν την υποθήκη (equitable right of redemption) ως καταγράφεται στην Πέτρου Κόκκινου κ.ά ν. Themis Portofolio Management Holdings Ltd (ανωτέρω):
« Σε ό,τι αφορά το εξ επιείκειας δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη να εξοφλήσει την υποθήκη (equitable right of redemption) να τονίσουμε κατ' αρχάς, ότι, ως προκύπτει και από τη Φελλάς (ανωτέρω), δεν είναι όμοιο ζήτημα με τις προϋποθέσεις του προαναφερθέντος άρθρου 21(1)(γ). Θα πρέπει να αναδειχθεί αυθύπαρκτα και ξεχωριστά, ώστε να μπορεί να εξεταστεί. Δεν εντοπίζουμε να έγινε τούτο είτε στο δικόγραφο των εφεσειόντων είτε στην τελική τους αγόρευση στην πρωτόδικη διαδικασία. Συνεπώς, κωλύονται να το εγείρουν κατ' έφεση (βλ. Prestos Confectionery Ltd κ.ά. v. Alpha Bank Cyprus Ltd, Πολ. Έφεση 114/15, ημερ. 30.4.2024). Εν πάση περιπτώσει δεν προκύπτει να εκδηλώθηκε, σε οποιονδήποτε χρόνο, από μέρους των εφεσειόντων, πρόθεση εξάλειψης της επίδικης υποθήκης και απαλλαγής των ενυπόθηκων ακινήτων. Συνεπώς η επίκληση της αρχής, μάλλον ευκαιριακή μοιάζει περισσότερο, παρά ουσιαστική.»
(ο τονισμός είναι του παρόντος Δικαστηρίου)
Προκύπτει από το περιεχόμενο της παραγράφου 15 της Υπεράσπισης των Εναγόμενων 1 και 2 ότι ο ισχυρισμός για επηρεασμό του δικαιώματος του ενυπόθηκου οφειλέτη να εξοφλήσει την υποθήκη (equitable right of redemption) αναμιγνύεται με τον ισχυρισμό που αφορά την ακυρότητα της υποθήκης λόγω παράβασης του άρθρου 21(1)(γ) του Ν.9/1965. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης Πέτρου Κόκκινου κ.ά ν. Themis Portofolio Management Holdings Ltd (ανωτέρω) οι Εναγόμενοι 1 και 2 όφειλαν να το εγείρουν ξεχωριστά από τον όποιο ισχυρισμό αφορά το άρθρο 21(1)(γ). Δεν το έπραξαν και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εξεταστεί. Αν μη τι άλλο κανένας ισχυρισμός δεν προβάλλεται από τους Εναγόμενους 1 και 2 ότι προσπάθησαν να καταβάλλουν έστω το ποσό που οι ίδιοι θεωρούσαν ότι έπρεπε να καταβληθεί προκειμένου το χρέος να εξοφληθεί και τα ακίνητα να απαλλαχτούν, ως το εν λόγω δικαίωμα παρέχετο ρητά μέσω της συμφωνίας υποθήκης.
Ο πιο πάνω συλλογισμός οδηγεί στην απόρριψη των συγκεκριμένων θέσεων των Εναγομένων 1 και 2. Οι οποιοιδήποτε ισχυρισμοί οι οποίοι είτε δεν προβλήθηκαν στην Υπεράσπιση ή απλώς κατεγράφησαν χωρίς να εξειδικευθούν και ακολούθως αναπτύχθηκαν στη γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Εναγόμενων 1 και 2, θα αγνοηθούν. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, με τα δικόγραφα «επιδιώκεται ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, ο καθορισμός της βάσης της ακρόασης της υπόθεσης και ο αποκλεισμός αιφνιδιασμού του αντιδίκου» (βλ. μεταξύ άλλων Μάγος κ.α. ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Κάθηκα Πολ. Έφεση 256/13 ημερ. 22/04/2020, ECLI:CY:AD:2020:A126, Μελάς ν. Κυριάκου (2003) 1 Α.Α.Δ. 826).
Όσον αφορά το ύψος της οφειλής, όπως έχει επεξηγηθεί, η συμφωνία δανείου περιέχει τον τρόπο χρέωσης του τόκου. Εντούτοις, η Ενάγουσα περιόρισε την απαίτησή της με χρέωση του συμβατικού επιτοκίου, το οποίο περιλαμβάνει το βασικό επιτόκιο κατά την ημερομηνία τερματισμού προς 5,25%, πλέον το συμφωνηθέν περιθώριο χωρίς χρέωση των οποιωνδήποτε άλλων εξόδων. Ενώ μετά από την 01/07/2024 δεν χρεώνεται με οποιοδήποτε επιτόκιο. Επομένως, με τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο, Ν.160(Ι)/99, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου του 2001, όπως τροποποιήθηκε, δεν τίθεται ζήτημα ενασχόλησης με τον τόκο αφού ο τόκος υπερημερίας που απαιτείται είναι μόνο 2%. Οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν από την ευπαίδευτη συνήγορο των Εναγόμενων 1 και 2 στην αγόρευσή της και αφορούν το λανθασμένο του ποσού που παρουσιάζεται στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού δεν προωθήθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο κατά την ακρόαση αφού δεν τέθηκε στις μάρτυρες Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 οποιαδήποτε ερώτηση ή υποβολή ότι το συγκεκριμένο ποσό που αξιώνεται είναι εσφαλμένο.
Από τη στιγμή που το Δικαστήριο δέχθηκε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία της Μ.Ε.1 και τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού και ότι συνάδουν με τα άρθρα 22 και 35 του Κεφ. 9, οι συγκεκριμένες παραμένουν ως αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία. Σχετική επί τούτου είναι η απόφαση Ιωαννίδης κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (ανωτέρω).
Με βάση την αξιολόγηση και την αποδοχή της μαρτυρίας που πρόσφερε η Ενάγουσα ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Είναι βασικό εύρημα η σύναψη της επίδικης συμφωνίας παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων δανείου για την οποία τέθηκαν ως εγγύηση υποθήκες σε δύο ακίνητα. Περαιτέρω, ανάλογα με τη μαρτυρία της Ενάγουσας είναι και τα ευρήματα ως προς τους λόγους τερματισμού της συμφωνίας, την πορεία τερματισμού και το ύψος του ποσού που κατέστη πληρωτέο και απαιτητό. Η Ενάγουσα, μέσα από το σύνολο της αποδεκτής από το Δικαστήριο μαρτυρίας, έχει αποδείξει την απαίτησή της στο ύψος του ποσού που σήμερα αξιώνει με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού.
Συνεπώς, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό του €1.153.894,07.
Εκδίδεται και διάταγμα εκποίησης των ακινήτων των Εναγόμενων 1 και 2 τα οποία επιβαρύνονται με την υποθήκη Υ1217/11 του Κτηματολογίου Αμμοχώστου. Τα έσοδα της εκποίησης να διατεθούν έναντι και προς εξόφληση της απαίτησης των Εναγόντων εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2.
Η Ανταπαίτηση των Εναγόμενων 1 και 2 απορρίπτεται αφού δεν προωθήθηκε.
Επιδικάζονται, επίσης, υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 έξοδα, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.)………………………
Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο