ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 187/2024
Μεταξύ:
Κωστάκης Α. Κουρρής
ενάγοντα
-και-
Bank of Cyprus Public Company Ltd
εναγόμενης
Aίτημα για εκδίκαση προδικαστικού σημείου
Ημερομηνία : 10.07.2026
Εμφανίσεις :
Για εναγόμενη – αιτήτρια : κ. Σπύρου για Παπαδόπουλος, Λυκούργος & Σία ΔΕΠΕ
Για ενάγοντα – Καθ’ ου η αίτηση : κα Μ. Χατζήκωνσταντή για Γ.Φ. Πιττάτζης ΔΠΕ
Ενδιάμεση Απόφαση
Εισαγωγή
Κατά το στάδιο διαχείρισης της υπόθεσης τέθηκε το ζήτημα της εκδίκασης προδικαστικά των προδικαστικών ενστάσεων που ήγειρε η εναγόμενη. Το Δικαστήριο κάλεσε τους διάδικους να τοποθετηθούν σχετικά.
Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσω εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων έθεσαν ο κάθε ένας την επιχειρηματολογία του. Επίσης, κατά την ακρόαση ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης περιόρισε το ζήτημα στις προδικαστικές εντάσσεις 1 Α - Δ της υπεράσπισης. Έτσι, το αίτημα περιορίστηκε στις ακόλουθες ενστάσεις:
«α) Η απαίτηση δεν είναι το ορθό και/ή κατάλληλο μέτρο και/ή νομικό ή δικονομικό διάβημα.
β) Η απαίτηση δεν πληροί τα κριτήρια για την έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal και/ή Bankers Trust.
γ) Η απαίτηση παραβιάζει τους κανόνες της δικονομίας και/ή της απόδειξης και/ή με αυτήν ζητείται μαρτυρία και/ή ευρεία αποκάλυψη (discovery) και/ή συλλογή μαρτυρίας εναντίον μη ουσιαστικού διαδίκου.
δ) Ο ενάγοντας μπορούσε και/ή μπορεί και/ή όφειλε να εξασφαλίσει την ζητούμενη μαρτυρία στα πλαίσια άλλων νομικών διαδικασιών και/ή στα πλαίσια της αγωγής 25/24 και/ή δυνάμει διαδικασιών βάσει της απόφασης και/ή των διαδικασιών του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 και/ή τω Μερών VII και/ή ΙΧ του Κεφ. 6 και/ή του περί Δόλιων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμος (Κεφ. 62).»
Νομική Πτυχή
Η εξουσία του δικαστηρίου για να αποφασίζει επί προδικαστικού ζητήματος και της σειράς εκδίκασης των επιμέρους ζητημάτων διέπεται πλέον από το Μέρος 3.1 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 3.1.(2). (θ), (ι) και (λ) το δικαστήριο δύναται να:
«(θ) να εκδίδει οδηγίες για ξεχωριστή εκδίκαση οποιουδήποτε ζητήματος·
(ι) να αποφασίζει τη σειρά εκδίκασης ζητημάτων·
(λ) να απορρίπτει ή να εκδίδει απόφαση επί απαιτήσεως μετά από απόφαση επί προδικαστικού ζητήματος.»
Στην υπό κρίση υπόθεση αυτό που απασχολεί είναι η δυνατότητα εκδίκασης προδικαστικά των ζητημάτων που εγείρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία Α-Δ της υπεράσπισης. Ως προς τον τρόπο άσκησης της εξουσίας του Δικαστηρίου σε παρόμοιας φύσης αιτήσεις, σχετική είναι η απόφαση McLoughlin v. Grovers (A Firm) [2001] EWCA Civ. 1743, όπου o Δικαστής Steel ανέφερε τα ακόλουθα στην παράγραφο 66 της απόφασης:
«In my judgment, the right approach to preliminary issues should be as follows:
a. Only issues which are decisive or potentially decisive should be identified;
b. The questions should usually be questions of law.
c. They should be decided on the basis of a schedule of agreed or assumed facts;
d. They should be triable without significant delay, making full allowance for the implications of a possible appeal;
e. Any order should be made by the court following a case management conference. »
Προκύπτει, συνεπώς, ότι για εκδίκαση προδικαστικά κατάλληλα είναι μόνο όσα ζητήματα είναι καθοριστικά ή ενδεχομένως καθοριστικά για την έκβαση της υπόθεσης. Τα ζητήματα θα πρέπει συνήθως να αφορούν νομικά ζητήματα και θα πρέπει να επιλύονται με βάση κατάλογο συμφωνημένων ή τεκμαρτών γεγονότων. Επιπλέον, θα πρέπει να μπορούν να εκδικαστούν χωρίς σημαντική καθυστέρηση, λαμβάνοντας πλήρως υπόψη τις επιπτώσεις μιας ενδεχόμενης έφεσης. Η σχετική απόφαση θα πρέπει να εκδίδεται από το Δικαστήριο μετά από συνεδρία διαχείρισης της υπόθεσης.
Περαιτέρω, ως προς το έννοια του όρου συμφωνημένο πλαίσιο γεγονότων, διαφωτιστικό είναι το σύγγραμμα White Book 2020, όπου στο κεφάλαιο Directing a separate trial of any issue, σελ.112, καταγράφονται τα ακόλουθα:
“Before directing a preliminary issue, the court should consider how much effort will be involved in identifying the relevant facts. The greater the effort the less likely it is that the preliminary issue will lead to a saving in costs. If there are serious disputes of fact giving judgment at a trial of the preliminary issue may be unsafe or useless.”
Από το πιο πάνω απόσπασμα προκύπτει ότι το Δικαστήριο στο πλαίσιο της κρίσης του για το εάν υπάρχει το κατάλληλο υπόβαθρο γεγονότων, λαμβάνει υπόψη την προσπάθεια που θα απαιτηθεί για τον προσδιορισμό των αναγκαίων γεγονότων.
Είναι σαφές λοιπόν ότι και στο πλαίσιο των ΝΚΠΔ τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για την άσκηση της σχετικής διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι παρόμοια με αυτά που καθιέρωσε η νομολογία υπό το φως των παλιών θεσμών πολιτικής δικονομίας. Όμως δεν είναι απολυτός ταυτόσημα.
Επιπλέον η υπό κρίση υπόθεση εμπίπτει στις πρόνοιες των Νέων Διαδικαστικών Κανονισμών και άρα αποκτά σημασία στην όποια άσκηση της διακρτικής ευχέρειας τυχόν διατηρεί το Δικαστήριο, η εξυπηρέτηση του πρωταρχικού σκοπούς. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 1.3 το Δικαστήριο θα πρέπει κατά την άσκηση οποιασδήποτε εξουσίας που παρέχεται σε αυτό από τους κανονισμούς ή την ερμηνεία οποιουδήποτε κανονισμού, να καθοδηγείται από τον πρωταρχικό σκοπό. Έτσι, ως έχει νομολογηθεί, δεσπόζουσα θέση στην ερμηνεία των νέων διαδικαστικών κανονισμών έχει ο πρωταρχικός σκοπός. ( Βλ. Χριστοδούλου ν. Ασφαλιστική Εταιρεία η «Κεντρική» Λτδ Πολιτική Έφεση 156/2024, ημερομηνίας 18.6.2025). Ο πρωταρχικός σκοπός καθορίζεται στο άρθρο 1.2 των Κανονισμών ως ακολούθως:
«1.2. Πρωταρχικός σκοπός
(1) Οι παρόντες κανονισμοί αποτελούν διαδικαστικό κώδικα, πρωταρχικός σκοπός του οποίου είναι η παροχή στο δικαστήριο δυνατότητας χειρισμού υποθέσεων κατά τρόπο δίκαιο και με αναλογικό κόστος.
(2) Ο χειρισμός υπόθεσης δίκαια και με αναλογικό κόστος περιλαμβάνει, στον βαθμό που είναι πρακτικά εφικτό:
(α) τη διασφάλιση ότι οι διάδικοι τίθενται επί ίσοις όροις·
(β) την εξοικονόμηση δαπανών·
(γ) τον χειρισμό μιας υπόθεσης με τρόπους αναλογικούς προς:
(i) το υπό αναφορά χρηματικό ποσό·
(ii) τη σοβαρότητα της υπόθεσης·
(iii) την πολυπλοκότητα των θεμάτων· και
(iv) τις οικονομικές συνθήκες κάθε διαδίκου·
(δ) τη διασφάλιση ταχέος και δίκαιου χειρισμού·
(ε) την κατανομή σε αυτήν κατάλληλου μέρους των πόρων του δικαστηρίου, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης για κατανομή πόρων και σε άλλες υποθέσεις· και
(στ) την επιβολή συμμόρφωσης με κανονισμούς και διατάγματα.»
Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα White Book 2025, Section 11 - Overriding Objective of CPR, D. - Giving Effect to the “Overriding Objective”—Particular Objectives, para. 11-08
«It is perhaps obvious that the fundamental purpose of civil procedure should be to enable the court “to deal with cases justly” (r.1.1(1)) and, so far as is practicable, “fairly” ».
Περαιτέρω, στο ίδιο σύγγραμμα White Book 2025 (ανωτέρω) επεξηγείται ότι:
«but as was made clear in Mitchell v News Group Newspapers Ltd [2013] EWCA Civ 1537 (para.38), this can only be achieved through the application of the various parts of r.1.1(2), which explicate what it means to “deal with a case justly and at proportionate cost”. Contrary to the view taken in previous editions of the White Book, Mitchell v News Group Newspapers makes clear doing justice in the individual case is not something separate from or superior to the overriding objective. »
Προκύπτει, συνεπώς, ότι σύμφωνα με την αγγλική νομολογία ο χειρισμός της υπόθεσης κατά δίκαιο και αναλογικό τρόπο είναι νοητός μόνο στο πλαίσιο που οριοθετεί ο πρωταρχικός σκοπός.
Παρόμοια προσέγγιση έχει υιοθετηθεί κα στο πλαίσιο της κυπριακής νομολογίας. Ως προς τον σκοπό, τη φύση και τη προσέγγιση που πρέπει να διέπει την ερμηνεία των νεών θεσμών, θεμελιακή είναι η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Καντούνας ν. Ηλιάδης κ.ά. Πολιτική Έφεση 54/2024, ημερομηνίας 18.10.2024, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Επισημαίνουμε ότι με τη θέσπιση των νέων Κανονισμών, πέραν των ουσιαστικών διαδικαστικών αλλαγών, επιχειρείται μια αλλαγή κουλτούρας και φιλοσοφίας. Μιας κουλτούρας και φιλοσοφίας σύγχρονης και προοδευτικής που θα επιτρέπει στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του πρωταρχικού σκοπού, να διαχειρίζεται τις υποθέσεις με ευελιξία και πρακτικότητα προς εξυπηρέτηση του δικαίου και της δικαιοσύνης. Παράλληλα σκοπείται η απομάκρυνση από δυσλειτουργικές και αχρείαστες διαδικασίες που ενίοτε συνέτειναν σε καθυστερήσεις, αύξαναν κατά τρόπο αχαλίνωτο τα έξοδα και τη δαπάνη της υπόθεσης και αντιστρατεύονταν την όλη προσπάθεια απονομής δικαιοσύνης. Ο πρωταρχικός σκοπός προάγει τη συμμετοχή στη διαδικασία απονομής δικαιοσύνης και όχι τον αποκλεισμό απ' αυτήν, τηρουμένων βεβαίως της κατά κανόνα συμμόρφωσης με τεθείσες προθεσμίες, τύπους και προϋποθέσεις.»
Περαιτέρω όπως έχει τεθεί στην υπόθεση CTC Automotive Ltd ν. Ψαρούδης Μπετόν Λτδ κα. Πολ. Έφεση Ε112/24, ημερομηνίας 28.3.2025:
«Ο χειρισμός των υποθέσεων στο πλαίσιο του Πρωταρχικού Σκοπού, περιλαμβάνει μεταξύ άλλων σύμφωνα με το Μέρος 1.2 (2), την εξοικονόμηση δαπανών, τη διασφάλιση ταχείας και δίκαιης μεταχείρισης, αλλά βέβαια και την επιβολή συμμόρφωσης με κανονισμούς και διατάγματα. Επίσης, συμπεριλαμβάνει σύμφωνα με το Μέρος 1.2 (2) (γ), τον χειρισμό μιας υπόθεσης με τρόπους αναλογικούς, μεταξύ άλλων, ως προς τη σοβαρότητα της υπόθεσης και την πολυπλοκότητα των επιδίκων θεμάτων.»
Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις Robert Mucinic v. Sky Cac Ltd κ.α., Πολ. Έφεση E1/2019, ημερομηνίας 07.6.2024 και Σταυράκη ν. Παπαμιχαήλ κα. Πολιτική Έφεση 35/2024 ημερομηνίας 6.5.2025.
Επομένως, το Δικαστήριο, πέραν από τις προϋποθέσεις του Μέρους 3 1 (θ), οφείλει να λάβει υπόψη τα πιο πάνω στο πλαίσιο της άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας. Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ να εξετάσω τα ενώπιόν μου δεδομένα.
Στην υπό κρίση υπόθεση, τα προτεινόμενα προδικαστικά σημεία είναι σαφές ότι είναι καθοριστικά για την έκβαση της υπόθεσης. Περαιτέρω, είναι αμιγώς νομικά ζητήματα και μπορούν να εκδικαστούν χωρίς σημαντική καθυστέρηση. Τέλος της παρούσας απόφασης προηγήθηκε συνεδρία διαχείρισης στην οποία τέθηκαν οι ισχυρισμοί των δυο πλευρών και οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους.
Το βασικό ζήτημα διαφωνίας είναι το κατά πόσο τα γεγονότα ως αποκρυσταλλώνονται στις έγγραφες προτάσεις είναι τέτοιας υφής που να επιτρέπουν προδικαστική εκδίκαση. Ως προς το πιο πάνω ζήτημα παρατηρώ ότι οι ισχυρισμοί προς θεμελίωση της αιτούμενης θεραπείας βρίσκονται στις παράγραφούς 13 με 17 της έκθεσης απαίτησης. Περαιτέρω, στην παράγραφο 18 της έκθεσης απαίτησης, καταγράφεται ο σκοπός της αιτούμενης αποκάλυψης, ο οποίος, ως χαρακτηριστικά τίθεται, έγκειται στην εξασφάλιση των αιτούμενων πληροφορίων προς απόδειξη της αγωγής 25/2024 του Ε/Δ Αμμοχώστου. Για τους ισχυρισμούς στις παραγράφους 3 με 18 της έκθεσης απαίτησης, η εναγόμενη στην υπεράσπισή της, αρκείται στο να δηλώνει άγνοια και στη βάση της άγνοιας αυτής δεν τους παραδέχεται.
Είναι σαφές ότι ως προς τα γεγονότα που συγκροτούν την αξιούμενη θεραπεία στην αγωγή, η εναγόμενη προβάλλει μια γενική άρνηση. Σύμφωνα με τη νομολογία η γενική άρνηση των ισχυρισμών που προσδιορίζουν την απαίτηση δεν εξυπακούει και την προβολή άλλων θετικών γεγονότων, τα οποία είτε την αποδυναμώνουν είτε την καθιστούν ανεδαφική. Θεμελιακή επί του προκείμενου είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα (1991) 1 ΑΑΔ 24. Επίσης, στην πρόσφατη απόφαση ΚΕΔΙΠΕΣ ν. Ηλία Χριστοφή Σπετσίωτη κ.α., Πολιτική Έφεση 71/2020, ημερομηνίας 30.6.2026, επεξηγήθηκε ότι:
«μπορεί η γενική άρνηση ορισμένες φορές να θέτει υποχρέωση στον ενάγοντα να αποδείξει ορισμένη πτυχή της υπόθεσης του αλλά δεν βοηθά πολύ τον εναγόμενο ο οποίος έχει υποχρέωση να είναι και αυτός σαφής ως προς τα συγκεκριμένα θέματα που αμφισβητεί.»
Καθίσταται, λοιπόν, προφανές ότι στην υπό κρίση υπόθεση υπάρχει μόνο μια εκδοχή γεγονότων ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την απαίτηση και η εναγόμενη αρκείται στην προβολή γενικής άρνησης δια της επίκλησης άγνοιας.
Περαιτέρω, στην υπό κρίση υπόθεση αυτό που εγείρεται με τις προδικαστικές ενστάσεις είναι ουσιαστικά το ότι η υπό κρίση απαίτηση δεν είναι το κατάλληλο μέτρο για τη διεκδίκηση της επιδιωκόμενης θεραπείας. Η βάση λοιπόν των ενστάσεων έγκειται στο ότι ακόμα και εάν όλα τα γεγονότα αποδειχθούν ή θεωρηθούν δεδομένα δεν μπορεί να αποδοθεί η αιτούμενη θεραπεία.
Υπό το φως των πιο πάνω, το γεγονός της ύπαρξης γενικής άρνησης σε συνδυασμό με τη φύση των προδικαστικών ενστάσεων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα αναγκαία γεγονότα για την κρίση επί των επίδικων προδικαστικών ενστάσεων είναι μη αμφισβητούμενα. Εν πάση περιπτώσει δεν θα αναλωθεί χρόνος ή προσπάθεια στον προσδιορισμό των γεγονότων που απαιτούνται για την απόφαση επί των εν λόγω ενστάσεων.
Περαιτέρω, η φύση των προβαλλόμενων ενστάσεων σε συνάρτηση με το ότι η εναγόμενη περιορίστηκε σε γενική άρνηση ως προς τα γεγονότα, καθιστούν επιθυμητό όπως τα ζητήματα εκδικαστούν προδικαστικά, αφού κάτι τέτοιο θα εξυπηρετήσει καλύτερα τον πρωταρχικό σκοπό των ΝΚΠΔ. Κατά την κρίση του παρόντος Δικαστήριο η απόφαση επί του ζητήματος του κατά πόσο η επίδικη αγωγή είναι το κατάλληλο δικονομικό μέτρο για την αξίωση της αιτούμενης θεραπείας προδικαστικά θα εξοικονομήσει δικαστική δαπάνη και διασφαλίζει την ταχεία διεκπεραίωση της υπόθεσης χωρίς να υποσκάπτει τη δίκαιη μεταχείριση μεταξύ των διαδίκων.
Συνεπώς το αίτημα επιτυγχάνει.
Η εναγόμενη ως επιτυχών διάδικος δικαιούται τα έξοδα, σύμφωνα με το Μέρος 39 των ΝΚΠΔ. Σε σχέση με το ύψος των εξόδων οι διάδικοι δεν καταχώρησαν σχετικούς καταλόγους εξόδων. Πάρα ταύτα, το Δικαστήριο θα προχωρήσει με συνοπτικό υπολογισμό στη βάση των προνοιών του παρατήματος Β των ΝΚΠΔ και σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους 39.4 αυτών. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, τα έξοδα υπολογίζονται συνοπτικά στο ποσό των € 700 πλέον Φ.Π.Α.
Κατάληξη
Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξής μου, διατάσσεται όπως οι προδικαστικές ενστάσεις, που εγείρονται στην παράγραφο 1 της υπεράσπισης υπό στοιχεία Α- Δ, δέον όπως δικαστούν προδικαστικά. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης στο ποσό των € 700 πλέον ΦΠΑ.
Υπ. …..………………………………
Μ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο