Κarma Holdings Limited κ.α. ν. Γεωργίας Κάρουλλα, Αρ. Απαίτησης 72/26, 24/7/2026
print
Τίτλος:
Κarma Holdings Limited κ.α. ν. Γεωργίας Κάρουλλα, Αρ. Απαίτησης 72/26, 24/7/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Α. Ε. Δ

Αρ. Απαίτησης 72/26

Μεταξύ:

1.    Κarma Holdings Limited (HE175091)

2.    Karma Molu Limited (387687)

                                                                                             

Αιτητριών  

 

                                          και

                                     Γεωργίας Κάρουλλα

Καθ΄ ης η Αίτηση

 

Αίτηση ημερομηνίας 30.3.2026 για έκδοση ενδιάμεσων    διαταγμάτων

 

 

Ημερομηνία: 24.7.2026

Εμφανίσεις:

Για ενάγουσες – αιτήτριες: κ. Κ. Καλλής μαζί με κ. Γ. Γεωργίου για Καλλής & Καλλής ΔΕΠΕ

Για εναγόμενη - καθ’ ης η αίτηση: κα X. Θεοδούλου μαζί με κ. Μ. Κυριάκου για Harris Kyriakides ( ΤΩΝΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ ΔΕΠΕ)

 

ENΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Εισαγωγή

 

Αντικείμενο της παρούσας είναι η οριστικοποίηση ή όχι του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος ημερομηνίας 3.4.2026.Με το υπό συζήτηση ενδιάμεσο διάταγμα, απαγορευόταν στην εναγόμενη να μεταβιβάσει ή/και πωλήσει ή/και αποξενώσει το μερίδιο της επί δύο ακίνητων  που είναι εγγεγραμμένα επ’ ονόματι της μέχρι την αποπεράτωση της παρούσας αγωγής ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.

 

Σημειώνεται ότι το αιτητικό Β της αποσύρθηκε κατά την πρώτη εμφάνιση.

 

Η αίτηση βασίζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν.14/60) Άρθρα 2, 29, 30, 32 και 43, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6) Άρθρα 2 – 9 και στους Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2023 και συγκεκριμένα, στο Μέρος 1, Μέρος 2, Μέρος 3, Μέρος 4, Μέρος 5, Μέρος 6, Μέρος 22, Μέρος 23 (Κανονισμός 23.1, 23.2, 23.3, 23.4, 23.5, 23.6, 23.8(2), 23.9), Μέρος 32, Μέρος 38, Μέρος 39, στην αρχή της επιείκειας, στις αρχές του Κοινοδικαίου, στην σχετική Νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου

 

Η αίτηση συνοδευόταν από ένορκη δήλωση του Ν. Κάρουλλα ημερομηνίας 30.03.26. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, η εναγόμενη όντας εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια συγκεκριμένου ακινήτου, ήθελε να τερματίσει την σύμβαση ενοικίασης που υφίστατο σε σχέση με το εν λόγω ακίνητο. Προς τούτο, υπογράφηκε συμφωνία τερματισμού ενοικίασης ημερομηνίας 16.02.222, η οποία προέβλεπε για καταβολή αποζημίωσης προς τον ενοικιαστή ύψους € 85.000. Η εναγόμενη κατάβαλε το ποσό των € 8.850. Το υπόλοιπο ποσό, καταβλήθηκε από την ενάγουσα 1 στην βάση δύο επιταγών. Τόσο η συμφωνία τερματισμού ενοικίασης και η σχετικές επιταγές, επισυνάφθηκαν ως Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα. Ήταν η θέση του ομνύοντος, ότι η ενάγουσα 1 κατέβαλε το πιο πάνω ποσό για μη χαριστική αιτία προς όφελος της εναγόμενης.

Περαιτέρω αναφέρθηκε στο σκέλος της αξίωσης που αφορά αμφότερες τις ενάγουσες και άπτεται της αγοράς και πώλησης συγκεκριμένου διαμερίσματος στο Ντουμπάι. Ήταν η θέση του, ότι αγοράστηκε συγκεκριμένο ακίνητο στο Ντουμπάι, το οποίο ενεγράφη επ’ ονόματι της εναγόμενης υπό την ιδιότητα της ως θεματοφύλακας και εμπιστευματοδόχος των εναγόντων. Μέρος του τιμήματος αγοράς του εν λόγω ακινήτου δόθηκε μέσω της καταβολής του ποσό των € 272.700, από συγκεκριμένη εταιρεία, η οποία όφειλε χρήματα στην ενάγουσα 2. Το υπόλοιπο ποσό ύψους 128.162,48 ευρώ καταβλήθηκε από την ενάγουσα 1, με 4 τραπεζιτικές επιταγές. Το εν λόγω αγοραπωλητήριο, ημερομηνίας 03.02.22, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5 και οι σχετικές επιταγές ως Τεκμήριο 6. Περί τις αρχές του 2024, η εναγόμενη πληροφόρησε τον ομνύοντα, ότι εντοπίστηκε αγοραστής για το εν λόγω διαμέρισμα. Ο ομνύων συγκατατέθηκε στην πώληση του. Το τίμημα από την πώληση του εν λόγω διαμερίσματος, κατατέθηκε στον λογαριασμό της εναγόμενης. Ήταν η θέση του ομνύοντος ότι τα χρήματα αυτά έπρεπε να δοθούν προς τους ενάγοντες. Περαιτέρω, ήταν η θέση του ότι δυο εβδομάδες πριν την καταχώρησης της αίτησης, πληροφορήθηκε από τη θεία του ότι η εναγόμενη βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις για την πώληση του υποστατικού που ανεγέρθηκε επί των επίδικων ακινήτων. Την εβδομάδα πριν την καταχώρησης της αίτησης πληροφορήθηκε εκ νέου από την θεία του, προτιθέμενη αγοράστρια, ότι η εναγόμενη πίεζε ασφυκτικά για ολοκλήρωση της αγοραπωλησίας. Αποτέλεσε βασική του θέση, ότι με την ολοκλήρωση της πώλησης των δύο ακινήτων, η εναγόμενη δεν θα διαθέτει επαρκή ακίνητη περιουσία στην Κύπρο και ως εκ τούτου, δημιουργείται σοβαρός κίνδυνος, πως σε περίπτωση που οι ενάγουσες δικαιωθούν να μην μπορούν να ικανοποιήσουν την απόφαση που τυχόν εκδοθεί υπερ τους. Επισύναψε σχετικά ως Τεκμήριο 10, σχετικό πιστοποιητικό έρευνας από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου.

 

Η εναγόμενη καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης. Σε αυτή προβάλει 14 βασικούς λόγους ένστασης, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν στο ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης του επίδικου διατάγματος, ότι κατά τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος δεν συνέτρεχε  ο δικαιοδοτικός όρος του κατεπείγοντος και ότι οι ενάγουσες δεν συμμορφώθηκαν με την υποχρέωση τους, για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη. Επίσης, προέβαλε τη θέση ότι η ένορκη δήλωση είναι ελλιπής και γενική, ότι το ισοζύγιο της ευχέρεια γέρνει υπερ της μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, ότι το διάταγμα που εκδόθηκε είναι γενικό και αόριστο και η εγγύηση που παρασχέθηκε είναι ανεπαρκής για τους σκοπούς της παρούσας.

 

Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της εναγόμενης. Η ομνύουσα κατέθεσε εκτεταμένη ένορκη δήλωση έκτασης 132 παραγράφων. Σε αυτήν αναφέρεται με ιδιαίτερη έκταση, στις οικογενειακές σχέσεις μεταξύ της ίδιας, μελών της οικογένειας της και του ομνύοντος για τις ενάγουσες, ο οποίος είναι αδελφός της. Σε σχέση με το πρώτο σκέλος της αξίωσης, παραδέχθηκε ότι υπέγραψε την σχετική σύμβαση τερματισμού ενοικίασης, Τεκμήριο 1, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Προέβαλε τη θέση, ότι δεν θα είχε οποιαδήποτε υποχρέωση να καταβάλει το ποσό που αναφέρεται στο Τεκμήριο 1 και ουδέποτε της ζητήθηκε μέχρι σήμερα να το καταβάλει. Σε σχέση με το ακίνητο στο Ντουμπάι, αφού αναφέρθηκε το ιστορικό των σπουδών της και την επαγγελματική της πορεία, δήλωσε ότι το εν λόγω διαμέρισμα ήταν εγγεγραμμένο επ’ ονόματι της. Κατέθεσε σχετικά το πωλητήριο έγγραφο και τον τίτλο ιδιοκτησίας, ως Τεκμήρια 13 και 14. Δήλωσε ότι μετά από συζήτηση με τον ομνύοντα για τις αιτήτριες, αποφασίστηκε όπως προχωρήσει σε πώληση του εν λόγω διαμερίσματος. Ήταν η θέση της, ότι ουδέν ποσό οφείλει να επιστρέψει από το ποσό που εισέπραξε από την πώληση του διαμερίσματος. Αναφέρθηκε, επίσης, στην οικονομική της κατάσταση, δηλώνοντας, μεταξύ άλλων ,ότι είναι κάτοχος κινητής περιουσίας αξίας 300.000 ευρώ. Η εν λόγω κινητή περιουσία, συνίσταται σε μετοχές Εταιρίας που διαχειρίζεται συγκεκριμένο ξενοδοχείο στην Αθήνα. Αντίγραφο της σχετικής βεβαίωσης κυριότητας των μετοχών κατατέθηκε ως τεκμήριο 32.  Ήταν η θέση της, ότι το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 21273 που είναι εγγεγραμμένη συνιδιοκτήτρια, είναι αξίας 210.00 ευρώ. Κατέθεσε σχετικά έκθεση εκτίμησης, ως Τεκμήριο 33. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο ομύων για τις αιτήτριες, σε ιδιωτική τους συνομιλία σε απροσδιόριστο χρόνο αποτίμησε την αξία ενός άλλου μεριδίου της σε € 450.000. Τέλος, ανέφερε ότι η ίδια προέβη σε συμφωνία κράτησης των επίδικων ακινήτων, ημερομηνίας 03.04.26 την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 36. Ήταν η θέση της, ότι το διάταγμα που εκδόθηκε από το Δικαστήριο ήταν ασαφές.

 

Η πλευρά των εναγουσών στις 25.05.26, καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Η δε εναγόμενη καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση στις 28.5.2026.

 

Στις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις, αμφότεροι οι διάδικοι, προβαίνουν κυρίως σε σχολιασμό των θέσεων της άλλης πλευράς.

 

Διαδικασία Γεγονότα

 

Στην υπό κρίση υπόθεση οι διάδικες πλευρές δεν ζήτησαν αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Έτσι, κατά την ακρόαση και οι δύο πλευρές προώθησαν τις θέσεις τους μέσω ιδιαίτερα εμπεριστατωμένων αγορεύσεων, το περιεχόμενο των οποίων το Δικαστήριο έχει κατά νου.  Σημειώνω, όμως, ότι σύμφωνα με τη νομολογία δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται. (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 490).

 

Συνεπώς, για όσα γεγονότα δεν εμφαίνονται από τον φάκελο της διαδικασίας, το Δικαστήριο θα βασισθεί στις κατατεθειμένες ένορκες δηλώσεις, λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης εκάστης πλευράς και της παράλειψης αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ (1992) 1(Β) Α.Α.Δ 1453, Iacovou brothers (constructions) Ltd v Fashionwise ltd (2000) 1Β ΑΑΔ 1377, Thinking Steel International BV ν. Caramondani Bros Public Co Ltd, (2012) 1 ΑΑΔ 1460, Α. Messios & Sons Ltd κ.ά v. Ανδρέας Λεωνίδα (2010) 1 ΑΑΔ 195 και η πιο πρόσφατη απόφαση Χ. Χατζηκυριάκου κ.ά ν. M.L Property Solution Ltd, Πολιτική Έφεση Ε36/17, ημερομηνίας 30.11.2021.

                                                                                                           

Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές προχωρώ να εξετάσω τη νομική πτυχή του θέματος.

 

Νομική πτυχή

 

Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα πηγάζει από το Δίκαιο της Επιείκειας και η δικαιοδοσία για έκδοσή τους υπό το Κυπριακό Δίκαιο  παρέχεται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960.

 

Στο σύγγραμμα των David Bean, Isabel Parry, Andrew Burns, Injunctions,  14η έκδοση, Swet & Maxwell, 2022 σελ.3 παράγραφος 1-01 καταγράφονται τα ακόλουθα ως προς την έννοια του όρου διάταγμα (injunction) :

 

«An injunction is an order of a court requiring a party either to do a specific act or acts (a mandatory or positive injunction) or to refrain from doing a specific act or acts (a prohibitory or negative injunction).»

 

Όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Seamark Consultancy Services Limited v. Joseph P. Lasala κ.ά., (2007) 1 A.A.Δ. 162, η εμβέλεια του άρθρου 32(1) του Ν. 14/60 είναι πολύ ευρεία και τα δικαστήρια που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία έχουν εξουσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα σ' όλες τις περιπτώσεις στις οποίες κρίνουν ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο.  Τα δε Δικαστήρια έχουν τη δυνατότητα τέτοιου χειρισμού των προσωρινών διαταγμάτων, ώστε αυτά να καθίστανται πρόσφορα και αποτελεσματικά, λαμβανομένων υπόψη των σύγχρονων εξελίξεων και μεταβολών στους τρόπους συναλλαγών ( Βλ. ΑBP Holdings Ltd κ.ά. ν. Ανδρέα Κιταλίδη (Αρ.2) (1994) 1 ΑΑΔ 694).

Σε σχέση με το υπό εξέταση διάταγμα η αίτηση βασιζόταν πέραν του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και στο άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου.

 

Προτού προχωρήσω με την εξέταση των προνοιών του άρθρου 32 κρίνω ορθότερο όπως εξετάσω κατά προτεραιότητα τα ζήτημα της συνδρομής του δικαιοδοτικού όρου του κατεπείγοντος και της πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων, καθότι η κρίση επί των εν λόγω ζητημάτων επηρεάζει καταλυτικά την τύχη του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος.

 

Ο δικαιοδοτικός όρος του κατεπείγοντος

 

Στην υπό κρίση υπόθεση το υπό ένσταση διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς. Η πλευρά της εναγόμενης ήγειρε ως λόγο ένστασης ότι δεν συνέτρεχε ο δικαιοδοτικός όρος του κατεπείγοντος κατά τον χρόνο έκδοσής του.

 

Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή  ότι η συνδρομή του στοιχείου του κατεπείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για επίκληση της δικαιοδοσίας υπό το άρθρο 9 του Κεφ. 6. Θεμελιακές επί του προκειμένου,  είναι οι αποφάσεις  Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου (1998) 1(Β) Α.Α.Δ. 598, Έλενα Αμβροσιάδου ν. MartinCoward, Πολιτική Έφεση αρ. 3/2011, ημερομηνίας 15.1.2013 και η πιο πρόσφατη Μυλωνάς ν. Τράπεζας Κύπρου Πολιτική Έφεση  Ε176/2019, ημερομηνίας 10.12.2019.

 

Ασφαλώς, το ζήτημα του κατεπείγοντος κρίνεται, σε κάθε υπόθεση με βάση   τα δικά της περιστατικά. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Eπίσημος Παραλήπτης ως παραλήπτης της περιουσίας της Άννας Σπανού κ.ά. ν. Nicantony Trading Co. Ltd. (1998) 1 ΑΑΔ 1653.

 

Επιπρόσθετα, το ζήτημα του κατεπείγοντος είναι άμεσα συνυφασμένο με το πότε πληροφορήθηκε ο αιτών τα κρίσιμα γεγονότα και το πότε καταχώρησε την αίτησή του. Χατζηβασιλείου Χριστόδουλος ν. White Knight Holdings Ltd, (2004) 1 Α.Α.Δ. 203.

 

Όπως γίνεται δεκτό στη νομολογία το γεγονός ότι κάποιο διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επανεξετάσει το ζήτημα του χρόνου, μετά από την καταχώρηση της σχετικής ένστασης,  ως στοιχείο που εμπίπτει στα πλαίσια της όλης δικαιοδοσίας του να επικυρώσει ή να ακυρώσει το διάταγμα υπό το φως της ολότητας των γεγονότων. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Αristo Developers Ltd (2011) 1 ΑΑΔ 1377.

 

Υπό το φως των πιο πάνω αρχών θα εξετάσω το εγειρόμενο ζήτημα.

 

Η πλευρά της εναγόμενης εισηγήθηκε ότι δεν συνέτρεχε ο δικαιοδοτικός όρος του κατεπείγοντος, επειδή οι ενάγουσες καθυστέρησαν να αποταθούν στο Δικαστήριο. Επίσης, συνέδεσε τον ισχυρισμό της με την απόκρυφη ουσιωδών γεγονότων που επηρέαζαν την κρίση του Δικαστηρίου ως προς τη συνδρομή του δικαιοδοτικού όρου του κατεπείγοντος.

 

Ως προς το πρώτο σκέλος θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η καθυστέρηση στην προσφυγή στο Δικαστήριο δεν τυγχάνει μεταχείρισης ως δικαιοδοτικός όρος, ( βλ. Πλακίδη Μάρθα Γεωργίου Ηλία, δια του πληρεξούσιου αντιπροσώπου αυτής Χαράλαμπου Ιωαννίδη ν. Nomisko Developers Ltd (2010) 1 ΑΑΔ 577).

 

Συνεπώς, το πρώτο σκέλος δεν μπορεί να έχει επίδραση στο στάδιο αυτό.

 

Προχωρώ να εξετάσω το σκέλος της επιχειρηματολογίας που διασυνδέεται με την κατ’ ισχυρισμόν απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων.

 

Ως προς το σημείο αυτό η καθ’  ης η αίτηση προβάλλει τη θέση ότι δεν αποκαλύφθηκε στο στάδιο της μονομερούς αίτησης το γεγονός ότι η ίδια κατέχει και άλλη περιουσία πέραν από αυτή που έχει δεσμευθεί και ότι η αξία της περιουσίας της είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από αυτή που εμφανίστηκε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Συνέδεσε τη σχετική απόκρυψη με τον δικαιοδοτικό όρο του κατεπείγοντος, εγείροντας το επιχείρημα πως εάν παρουσιαζόταν η πλήρης εικόνα το Δικαστήριο  θα έκρινε το ζήτημα του κατεπείγοντος διαφορετικά.

 

Όπως έχει κριθεί στην υπόθεση M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. The Timberland Co (1997) 1(Γ) ΑΑΔ, 1791, 1797 «σε μονομερείς αιτήσεις, ουσιώδη είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με το επείγον του ζητήματος».

 

Περαιτέρω, στην υπόθεση Commerzbank Auslandsbanken Holding AG κ.ά ν. Adeona Holdings Ltd (2015) 1(A) AΑΔ 386, κρίθηκε ότι:

 

«Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση στο θέμα του κατεπείγοντος.  Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς.»

 

 Ως επιβεβαιώθηκε από το Εφετείο στην Euroenergy Investments Ltd κ.α. ν. Primafagio Ltd, Πολιτική Έφεση Ε150/2022, ημερομηνίας 16.10.2023, υφίσταται άρρηκτη σχέση μεταξύ του κατεπείγοντος και της υποχρέωσης για πλήρη αποκάλυψη, η οποία αφορά την όλη υπόσταση της μονομερούς αίτησης ως δικαιοδοτικού όρου.

 

Συνεπώς, το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο μπορεί και οφείλει να εξετάσει το ζήτημα του κατά πόσο συνέτρεχε ο δικαιοδοτικός όρος του κατεπείγοντος σε συνάρτηση και με το εάν παρουσιάσθηκαν τα ουσιώδη γεγονότα που τον συγκροτούν, ( βλ. Euroenergy Investements Ltd κ.ά v. Primafacio Ltd, (ανωτέρω).

 

Στην υπό κρίση υπόθεση το δόθηκε έμφαση από την καθ’ ης η αίτηση στο ότι δεν αποκαλύφθηκε η πραγματική οικονομική κατάσταση και περιουσιακή της κατάσταση. Βάση για την πιο πάνω εισήγηση αποτέλεσε ο ισχυρισμός ότι δεν αποκαλύφθηκε το γεγονός του ότι η εναγόμενη κατέχει και άλλη κινητή περιουσία, ήτοι  μετοχές καθώς, και ο ισχυρισμός της περί της αξίας της ακίνητης της περιουσίας. Ο τελευταίος ισχυρισμός προκύπτει από έκθεση εκτίμησης που παρουσίασε η ίδια αλλά και από προσωπικές εκτιμήσεις που αποδίδει η ίδια στον ομνύοντα για τις ενάγουσες. Τέλος προέβαλε τη θέση ότι κατείχε και περιουσιακά στοιχεία στο εξωτερικό. Ως προς τα περιουσιακά στοιχεία στο εξωτερικό ουδέν τεκμήριο προσκόμισε.

 

Αναφορικά με τα πιο πάνω σημειώνω πως το γεγονός ότι η εναγόμενη κατείχε και άλλη κινητή περιουσία δεν μπορεί να είναι σημαντικό γεγονός για την παρούσα. Σημειώνω σχετικά ότι υπό κρίση αίτηση εδράζεται και στο άρθρο 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6.  Σύμφωνα με τη νομολογία ως προς τις διαδικασίες που βασίζονται και στο άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου η μη αποκάλυψη κινητής περιουσίας δεν δίδει έρεισμά σε ισχυρισμό περί μη ειλικρινούς αποκάλυψης. Επί του προκειμένου θεμελιακή είναι η απόφαση Παναγιώτου v. Κολλάτου (1999) 1 ΑΑΔ 1306, όπου κρίθηκε πως το γεγονός ότι ο εναγόμενος είναι ιδιοκτήτης και κινητής περιουσίας, δεν είναι απόλυτα σχετικό στη λειτουργία του Άρθρου 5.  

 

Το γεγονός της ύπαρξης εκτίμησης και το ύψος της αξίας άλλης ακίνητης περιουσίας είναι η εκδοχή της εναγόμενης. Το ότι δεν αποκαλύφθηκε η εκδοχή της εναγόμενης δεν δίδει έρεισμα σε ισχυρισμό περί μη αποκάλυψης. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Proquaserv Accountants Ltd κ.α ν. Κυριακίδη, Πολιτική Έφεση  Ε49/2018, ημερομηνίας 17.11.2023.

 

Συνεπώς δεν συντρέχει απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων ως προς το ζήτημα του δικαιοδοτικού όρου του κατεπείγοντος.

 

Τέλος, εξετάζοντας το ζήτημα του κατεπείγοντος υπό το φως και των γεγονότων της ένστασης καταλήγω ότι η κρίση του Δικαστηρίου δεν μπορεί να διαφοροποιηθεί. Ιδιαίτερα σημειώνω ότι οι αιτήτριες καταχώρησαν την επίδικη αίτηση στις 30.3.2026. Στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση καταγραφόταν η θέση ότι δυο εβδομάδες πριν την καταχώρηση, ο ομνύων πληροφορήθηκε περί της ύπαρξης διαβουλεύσεων μεταξύ της εναγόμενης και άλλου κοινού συγγενικού τους προσώπου προς πώληση του υποστατικού που αναγέρθηκε επί των επίδικων ακινήτων. Επίσης, καταγραφόταν η θέση ότι μια εβδομάδα πριν την καταχώρηση της αίτησης ο ομνύων πληροφορήθηκε από τη θεία του ότι η εναγόμενη  πίεζε για την κατάληξη σε συμφωνία πώλησης.

 

Στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών κρίθηκε ότι υπήρχε κατεπείγον ως προς την εξέταση του αιτήματος σε μονομερή βάση, αφού ο κίνδυνος αποξένωσης εμφανιζόταν εναργής. Επίσης σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση οι αιτήτριες πληροφορήθηκαν δυο εβδομάδες πριν την καταχώρηση τα κρίσιμα γεγονότα που συγκροτούσαν τον κίνδυνο αποξένωσης.

 

Με την ένσταση δεν έχει διαφοροποιηθεί η πιο πάνω εικόνα. Αντίθετα, μέσα από το τεκμήριο 37 επί της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, προκύπτει ότι στις 3.4.2026 υπογράφθηκε συμφωνία κράτησης με σκοπό την πώληση των επίδικων ακινήτων. Συνεπώς όχι μόνο δεν έχει διαφοροποιηθεί η εικόνα των γεγονότων που συγκροτούσαν το κατεπείγον αλλά αντίθετα διαφαίνεται ότι οι φόβοι των εναγουσών θα επαληθεύονταν, αφού η πώληση τέθηκε σε πορεία υλοποίησης.

 

Συνεπώς κρίνω ότι δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιόν μου που να διαφοροποιεί την εικόνα ως προς τα στοιχεία  επί των οποίων το Δικαστήριο βασίστηκε και αποδέχτηκε να εξετάσει την αίτηση μονομερώς.

 

 

Η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων

 

Πέραν όμως από την απόκρυψη ουσιδών γεγονότων που κατ’ ισχυρισμό επηρέαζαν το κατεπείγον του όλου ζητήματος, η πλευρά της καθ’ ης η αίτηση εισηγήθηκε ότι οι ενάγουσες προέβησαν σε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων με τρόπο ώστε το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα να πρέπει να ακυρωθεί.

 

Ως προκύπτει από την αγόρευση των συνηγόρων της εναγόμενης το ζήτημα επικεντρώνεται στο υπήρξε απόκρυψη ως προς τη φύση και το πραγματικό υπόβαθρο των ισχυριζόμενων απαιτήσεων, ως προς το κατά  πόσο οι επίδικες συναλλαγές πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο οικογενειακών και επιχειρηματικών διευθετήσεων, το ιστορικό των σχέσεων και συναλλαγών μεταξύ των μερών καθώς και τη συμπεριφορά και γνώση των ίδιων των αιτητών κατά τον ουσιώδη χρόνο. Τέλος προβλήθηκε η θέση ότι απεκρύβη το ότι δεν υπήρχε πραγματικός και άμεσος κίνδυνος αποξένωσης περιουσίας.

 

Αποτελεί καλά εμπεδωμένη αρχή ότι η προσφυγή στο Δικαστήριο για  έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος μονομερώς, κατά παρέκκλιση της αρχής  «audi alteram partem», επιφορτίζει τον αιτητή με το καθήκον πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Στυλιανού ν. Στυλιανού (1992) 1 ΑΑΔ 583. Περαιτέρω, όπως έχει αποκρυσταλλωθεί στην νομολογία, ο διάδικος που αποτείνεται στο δικαστήριο, μονομερώς,  για εξασφάλιση θεραπείας έχει καθήκον να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση  Τσιερκέζου Κατερίνα ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd, (2009) 1 ΑΑΔ 734.

 

Η φύση και το εύρος του σχετικού καθήκοντος του διαδίκου αποτυπώνεται εύγλωττα στο σύγγραμμα των David Bean, Isabel Parry, Andrew Burns, Injunctions 14η έκδοση (ανωτέρω) παράγραφός 5-12 σελ. 102:

 

«The court must be able to rely on the party who appears alone to present the evidence and argument in a way which is not merely designed to promote its own interest, but in a fair and even -handed manner, drawing attention to evidence and arguments which it can reasonably anticipate the absent party would wish to make. »

 

Ως χαρακτηριστικά τίθεται στη νομολογία, η μη αποκάλυψη θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο αρνείται πλέον να ακούσει αυτόν που το εξαπατά, είτε υπάρχει πρόθεση εξαπάτησης ή όχι. Σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Sobolev κ.ά. ν. Weitzer, Πόλ. Έφεση Ε 177/2018, ημερομηνίας 21.5.2019, όπου επαναδιατυπώθηκε η πιο πάνω αρχή με αναφορά στη σχετική πάγια νομολογία επί του θέματος.

 

Ωστόσο, όπως έχει κριθεί στην απόφαση Χριστοφόρου v. Γρηγορίου (1995) 1 ΑΑΔ 248, δεν είναι η κάθε απόκρυψη που οδηγεί σε ακύρωση του διατάγματος.

 

Παράλληλα, ως έχει κριθεί στην απόφαση Commerzbank Auslandsbanken Holding AG κ.ά ν. Adeona Holdings Ltd (ανωτέρω), τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίνουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Τονίστηκε, επίσης, ότι ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης δεν πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας.

 

Ως προς το κριτήριο με το οποίο προσδίδεται ο χαρακτηρισμός «ουσιώδες γεγονός» θεμελιακή είναι η απόφαση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.ά. v. The Timberland Co (ανωτέρω), όπου κρίθηκε πως ουσιώδες είναι κάθε γεγονός, το οποίο άπτεται και μπορεί εξ αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας.  Περαιτέρω, το κριτήριο με το  οποίο προσδιορίζεται  ο χαρακτηρισμός ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό και συναρτάται με τις, εξ' αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Σχετική είναι  και η απόφαση The Timberland of U.S.A. ν. Evans & Sons Ltd κ.ά. (1998) 1 Α.Α.Δ. 1179. 

 

Οι νομολογιακές αρχές για πλήρη αποκάλυψη, εφαρμόζονται σε όλη τους στην έκταση στις μονομερείς διαδικασίες. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις  Πιττάκα ν. Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ (2004) 1 ΑΑΔ 1895, Εθνική Τράπεζα ν. Κυριακίδης (2011) 1 ΑΑΔ 816 και Proquaserv Accountants Ltd κ.α ν. Κυριακίδη, Πολιτική Έφεση  Ε49/2018, ημερομηνίας 17.11.2023.

 

Σαφώς, όμως, όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Proquaserv Accountants Ltd κ.α ν. Κυριακίδη,  (ανωτέρω) η υποχρέωση του αιτητή, να προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και χωρίς πρόθεση παραπλάνησης παραμένει ακόμα και εάν η διαδικασία προχωρήσει inter parties. H διαφορά των δυο περιπτώσεων όμως, έγκειται στο ότι, ενώ στην περίπτωση της υποχρέωσης για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη το κριτήριο είναι αντικειμενικό, στην περίπτωση της κρίσης του κατά πόσο ο αιτητής προσήλθε με καθαρά χέρια το ζήτημα συνδέεται με την πρόθεση παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Investar Spc Ltd v. InvestarInvestements Ltd Πολιτική Έφεση Ε50/2021, ημερομηνίας 15.2.2024.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση το υπό συζήτηση διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς. Ειδικότερα, εκδόθηκε το διάταγμα παγοποίησης της ακίνητης περιουσίας που επιδιώχθηκε η μη αποξένωση. Για την οριστικοποίηση του εν λόγω διατάγματος εφαρμόζονται σε όλη τους την έκταση οι αρχές της πλήρους και ειλικρινής αποκάλυψης.

 

Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές προχωρώ να εξετάσω τα εγειρόμενα ζητήματα.

 

Ως έχει αναπτυχθεί ανωτέρω, το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα εκδόθηκε στη βάση του ισχυρισμού ότι οι ενάγοντες δεν θα μπορούν να ικανοποιηθούν στο μέλλον εάν εξασφαλίσουν απόφαση.

 

Όπως έχει συνοψισθεί στη σχετικά πρόσφατη απόφαση  Grady Properties Corporation S.A κ.ά ν. Peter Gravitz, Πολιτική Έφεση Ε113/2020, ημερομηνίας 31.5.2024, για την έκδοση διατάγματος παγοποίησης περιουσίας κρίσιμο είναι να διαπιστωθεί ότι υπάρχει «πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος.  Σχετικό, επίσης, είναι το σύγγραμμα των Αρτέμη & Ερωτοκρίτου «Διατάγματα Injunctions» σελ. 214.

 

Επίσης ως προς την έκδοση διατάγματος που να παγοποιείται περιουσία που δεν αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής υπό το άρθρο 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, θεμελιακή είναι η απόφαση Lakatamitis v. Theodorou (1993) 1B CLR 520, όπου υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει και το κατά πόσο συντρέχει η προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 5, δηλαδή το κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα να παρεμποδιστεί ο ενάγων στην εκτέλεση της απόφασής του. Σχετική, επίσης, είναι η απόφαση Ευρυπίδης Φ. Ζεμενίδης ν. Άννας Ζεμενίδη (1992) 1 ΑΑΔ 54.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση το όλο ζήτημα τέθηκε στη βάση του ότι σε περίπτωση που αποξενωνόταν το επίδικο ακίνητο δεν θα υπήρχε η δυνατότητα ικανοποίησης τυχόν μελλοντικής απόφασης. Για τα πιο πάνω στοιχεία τέθηκε μαρτυρία τόσο ως προς το σύνολο της αξίας της ακίνητης περιουσία της εναγόμενης όσο και για τις ουσιαστικές προϋποθέσεις έκδοσης ενδιάμεσου διατάγματος υπό το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμο και του άρθρου 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6.

 

Τα όσα αναπτύσσει η πλευρά της εναγόμενης ως απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων δεν άπτονται ουσιωδών γεγονότων στην παρούσα και αποτελούν, εν πάση περιπτώσει, τη δική της εκδοχή επί των γεγονότων.

 

Συνεπώς, οι αιτιάσεις της εναγόμενης περί απόκρυψης δεν μπορούν να γίνουν δεκτές.

 

Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος.

 

Η έκδοση και οριστικοποίηση ενδιάμεσων διαταγμάτων διέπεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, σύμφωνα με το οποίο ο αιτητής  πρέπει να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι :

α) υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση

β)   ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία

γ) είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί  πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.

Οι πιο πάνω προϋποθέσεις έχουν καταστεί αντικείμενο ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ενδεικτικά παραπέμπω στις Οδυσσέως v. Pieris Estates 1982 1 Α.Α.Δ (557) και Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 CLR 263.

Στη θεμελιακή απόφαση στην υπόθεση Οδυσσέως v. Pieris Estates (ανωτέρω) το Ανώτατο Δικαστήριο αναλύοντας τις προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 του 14/1960 έκρινε τα ακόλουθα σχετικά:

1.    Η προϋπόθεση για  σοβαρό ζήτημα προς ακρόαση δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων.

2.    Η έννοια της πιθανότητας επιτυχίας περικλείει  κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.

3.    Η Τρίτη προϋπόθεση σχετίζεται με την επάρκεια της θεραπείας  των αποζημιώσεων υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης.»

Η συνδρομή των τριών πιο πάνω προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, αλλά το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. Σχετική είναι η απόφαση Ιπποδρομιακή Αρχή v. Χατζηβασίλη (1989) 1 ΑΑΔ 152.

Ως προς την έκδοση διατάγματος παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων, υπό το άρθρο 32,  θεμελιακή είναι η απόφαση  Spidertrade Com Finance Ltd v. Χατζηγαβριήλ (2003) 1 (Α) ΑΑΔ 126, όπου κρίθηκε πως παρά το γεγονός ότι η άσκηση αυτής της εξουσίας πρέπει να διατηρείται ελαστική, ελεύθερη από τυπικούς κανόνες, υπόκειται εντούτοις σε αρχές που αποβλέπουν σε διατήρηση της ισορροπίας στα δικαιώματα των διαδίκων.

Περαιτέρω, η υπό κρίση αίτηση βασίζεται και στο άρθρο 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, αφού η αίτηση αφορά την δέσμευση περιουσίας, η οποία δεν είναι αντικείμενο της αγωγής.

 

Οι κρίσιμες διατάξεις του άρθρου 5, διαλαμβάνουν τα ακόλουθα :

«5(1) Κάθε Δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση, δύναται, σε οποιοδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής, να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδιστεί να απαλλοτριώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του ή για την οποία δικαιούται κατά νόμο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης, όσο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής.

5(2) Το διάταγμα αυτό δεν εκδίδεται εκτός αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής, και ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του.»

 

Η σχέση του άρθρου 5 με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων έχει εξεταστεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θεμελιακή είναι η απόφαση Lakatamitis v. Theodorou (1993) 1B CLR 520, όπου υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει και το κατά πόσο συντρέχει η προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 5, δηλαδή το κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα να παρεμποδιστεί ο ενάγων στην εκτέλεση της απόφασής του. Σχετική επίσης είναι η απόφαση Ευρυπίδης Φ. Ζεμενίδης ν. Άννας Ζεμενίδη (1992) 1 ΑΑΔ 54.

 

Ως προς την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 5(2) του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, ήτοι της ύπαρξης καλής βάσης αγωγής, έχει νομολογηθεί ότι αυτή προσομοιάζει με την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Τσιολάκη κ.ά. ν. Στυλιανίδη (1992) 1 Α.Α.Δ. 782.

 

Σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5(2), ήτοι την ύπαρξη πιθανότητας να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του αν δεν εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα, γίνεται δεκτό από την νομολογία ότι αυτή αντιστοιχεί ουσιαστικά προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ. κ.ά. ν. Benfleet Enterprises Ltd. κ.α. (2006) 1 ΑΑΔ 280 και Phasarias C. (Automotive Centre) Ltd. ν. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ. (2001) 1 ΑΑΔ 785.

 

Τέλος, στην απόφαση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ ( ανωτέρω), υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο δεσμεύει τόση περιουσία όση είναι αναγκαία, ώστε ο ενάγων να διασφαλίζεται ότι τυχόν δικαστική απόφαση υπέρ του θα ικανοποιηθεί.

 

Ενόψει των πιο πάνω, αφ’ ης στιγμής η αίτηση ερείδεται τόσο στο άρθρο 32 όσο και στο άρθρο 5 του περί πολιτικής Δικονομίας Νόμο, πέραν των προϋποθέσεων του άρθρου 32 θα εξετάσω και το κατά πόσο συντρέχουν και οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου.

 

Η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 32 στην παρούσα.

 

1η προϋπόθεση - σοβαρό Ζήτημα προς εκδίκαση

 

Η προϋπόθεση για κατάδειξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση δεν εξυπακούει  οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Στην απόφαση Αθανάσιος Κυριάκου κ.ά ν. Πραξούλλα Αντωνιάδου Κυριάκου Πολιτική Έφεση Ε301/16, ημερομηνίας 26.9.2017, με αναφορά στο σύγγραμμα Διατάγματα (ανωτέρω) υποδείχθηκε ότι :

 

 «με την πρώτη προϋπόθεση εισάγεται η υποχρέωση στο Δικαστήριο να βεβαιωθεί ότι υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα αναγνωρισμένο από τον Νόμο ή το Δίκαιο της Επιείκειας, προτού προχωρήσει στην έκδοση απαγορευτικού διατάγματος.»

Σχετική, επίσης, είναι και η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν.  Cypra Limited, Πολιτική Έφεση Ε153/14, ημερομηνίας. 12.10.2022, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Βασικά, η εν λόγω προϋπόθεση, αφορά στην ανάγκη ύπαρξης απαίτησης, η οποία να είναι δυνατό, κατά το δίκαιο, να αποτελέσει αντικείμενο διεκδίκησης ενώπιον αρμόδιου δικαστηρίου».

 

Ο όρος δικόγραφα δεν χρησιμοποιείται υπό την τεχνική του έννοια αλλά χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια. Σχετική είναι η απόφαση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου (1998) 1(Β) Α.Α.Δ. 598.

 

Στην υπό κρίση αίτηση προβάλλεται η θέση ότι η απαίτηση εναντίον την εναγόμενης ερείδεται σε προφορική συμφωνία, σε σχέση εμπιστεύματος και εξ υπαγωγής εμπιστεύματος. Τέλος προβάλλεται ως βάση της αξίωσης και ο αδικαιολόγητος πλουτισμός.

 

Οι προβαλλόμενες βάσεις αγωγής είναι αναγνωρισμένες από τον Νόμο και τη νομολογία και δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο διεκδίκησης ενώπιον του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, σύμφωνα με  το άρθρο 10 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 κάποια σύμβαση μπορεί να καταρτιστεί προφορικά. Επίσης έχει αναγνωριστεί νομολογιακά ότι υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα ως προς τα εξυπακουόμενα εμπιστεύματα. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις  Ανδρέα Πίριλλου ν. Ρουπινέττας Κονναρή (2000) 1 ΑΑΔ 1153 Χριστοφόρου ν. Χριστοφόρου (1998) 1 ΑΑΔ 1551, Χαραλαμπίδης ν. Κωνσταντίνου και Άλλου (1996) 1 ΑΑΔ 709. Τέλος, και ο αδικαιολόγητος πλουτισμός μπορεί να αποτελέσει βάση για αγωγή. Ενδεικτικά παραπέμπω στην Αρχιππέα Σύμβουλοι Επενδύσεων Λτδ, κ.α. v. Δημητρίου Κάκαβου (2015) 1 ΑΑΔ 2195, Bank of China ( Hong Kong) Ltd v. Vaimicus Estates, Πολιτική Έφεση Ε79/18, ημερομηνίας 24.11.2023.

 

Είναι σαφές. ότι όλες οι πιο πάνω βάσεις αγωγής αποτελούν αναγνωρισμένα από τον νόμο αγώγιμα δικαιώματα. Επομένως, πληρούται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32.

 

 Η 2η προϋπόθεση του άρθρου 32.

 

Η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 συσχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του εκάστοτε αιτητή.

 

Η αξιολόγηση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με αναφορά στις ένορκες δηλώσεις, όπου αναμένεται η εκεί μαρτυρία να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Γενικές αναφορές εν είδει κατάληξης δεν επαρκούν για την κατάδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Ανδρέας Σάββα Κυτάλα (ανωτέρω) και Lawford Ltd κ.ά ν. Χατζηγαβριήλ κ.ά, (2004) 1 Α.Α.Δ.818.

 

Ασφαλώς, όπως έχει κριθεί επανειλημμένα σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Ενδεικτικά παραπέμπω στις T. A. Micrologic Computer Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation (2002) 1 ΑΑΔ 1802,  Molvi Estates Ltd v. Λ. Κίμωνος, Πολιτική Έφεση Ε193/12, ημερομηνίας 9.5.2023 καθώς και το σύγγραμμα των Ερωτοκρίτου & Αρτέμη Διατάγματα, (ανωτέρω) σελ. 127-128.

 

Παράλληλα, ως έχει τεθεί στην απόφαση Proquaserv Accountants Ltd κ.α ν. Κυριακίδη, Πολιτική Έφεση  Ε49/2018, ημερομηνίας 17.11.2023: «Απαιτείται δε όπως περιγραφούν τέτοια γεγονότα που να καταστήσουν τις προβαλλόμενες θέσεις να έχουν προοπτική επιτυχίας.»

 

Για την κρίση επί των πιο πάνω το Δικαστήριο προβαίνει σε κάποια πρωταρχική αξιολόγηση της μαρτυρίας, ώστε να μπορέσει να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Σχετική είναι η απόφαση Σεβαστού Μαίρη Νίκου ν. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού (2002) 1 ΑΑΔ 1980. Όπως δε έχει εξηγηθεί στην απόφαση Λόρδος κ.α. ν. Σιακόλα κ.α., Πολιτική Έφεση Ε143/2015, ημερομηνίας 23.3.2017, δεν αρκεί η υιοθέτηση της εκδοχής της μιας πλευράς μόνο, αλλά απαιτείται κάποια αξιολόγηση για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας. Σχετική επίσης είναι η απόφαση Αθανάσιος Κυριάκου κ.ά (ανωτέρω). Όμως μια τέτοια πρωταρχική αξιολόγηση δεν επιτρέπεται να υπερβεί την κρίση περί του κατά πόσο τα προτεινόμενα από την ενιστάμενη πλευρά ανατρέπουν εξ αντικειμένου τα δεδομένα που η πλευρά του αιτητή παρουσίασε. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Hazlewood Investment & Finance v. Manuel κ.ά. Πολιτική Έφεση Ε14/2017 και Ε 209/2017, ημερομηνίας 16.7.2019. Άλλωστε, αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι κατά το πιο πάνω στάδιο δεν πρέπει να αφήνεται καν σκιά ότι τo Δικαστήριο υπεισήλθε στην ουσία της υπόθεσης. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Milton Investment Company Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd (2014) 1(Α) ΑΑΔ 731 και Ιορδάνους ν. Ps Seamless Gutters Ldt κ.α., Πολιτική Έφεση 4/2022, ημερομηνίας, 8.11.2022.

 

Το απαύγασμα της σχετικής νομολογίας κατατείνει στο συμπέρασμα ότι για την κατάδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας θα πρέπει να προκύπτουν από την ένορκη δήλωση του εκάστοτε αιτητή συγκεκριμένα γεγονότα, τα οποία να παρέχουν ενδείξεις περί της ύπαρξης του ουσιαστικού δικαιώματος. Η έρευνα, όμως, του Δικαστηρίου αναφορικά με τη διακρίβωση της συνδρομής της δεύτερης προϋπόθεσης, θα πρέπει να σταματά στο σημείο όπου επιτρέπεται η διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας της ορατής πιθανότητας επιτυχίας, για τους περιορισμένους πάντα σκοπούς της παρούσας διαδικασίας.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση, μέρος της απαίτησης σχετίζεται με τις κατ’ ισχυρισμόν υποχρεώσεις της εναγόμενης οι οποίες σχετίζονται με τη συμφωνία τερματισμού της ενοικίασης, ημερομηνίας 16.2.2022 και την καταβολή των ποσών που προέκυπταν ως οφειλόμενα από την εναγόμενη και κατ’ ισχυρισμον καταβλήθηκαν τελικά από την ενάγουσα 1. Η εναγόμενη παραδέχεται την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας, Παράλληλα στο Τεκμήριο 8 που η ίδια κατέθεσε και αποτελεί την επίδικη συμφωνία καταγράφεται ρητά ότι η ίδια είχε υποχρέωση καταβολής του ποσού των € 85.000. Επομένως, δεν αμφισβητούνται ούτε οι όροι της συμφωνίας που κατ’ ισχυρισμόν αποτελεί τη βάση της οφειλής. Επίσης δεν αμφισβητείται ότι καταβλήθηκε για σκοπούς της εν λόγω συμφωνίας το επικαλούμενο από την ενάγουσα 1 ποσό.  Αυτό που προβάλλει είναι ότι η ίδια δεν έχει ευθύνη στη βάση των συζητήσεων που είχε με τον αδελφό της. Όμως στο τεκμήριο 7 που επισύναψε καταγράφεται ρητά η θέση του αδελφού της ότι η ίδια ως ιδιοκτήτρια έχει πέραν από δικαιώματα και υποχρεώσεις.   

 

Προκύπτει, συνεπώς, ότι αυτό που προβάλλεται από την εναγόμενη είναι μια διαφορετική εκδοχή ως προς τα γεγονότα. Η κατάληξη όμως στα πιο πάνω απαιτεί αξιολόγηση και στάθμιση μεταξύ των εκατέρωθεν εκδοχών διεργασία που δεν είναι επιτρεπτή στο παρόν στάδιο. Έτσι. Λοιπόν,  το γεγονός ότι η συμφωνία που αποτελεί τη βάση της συγκεκριμένης αξίωσης είναι παραδεκτή σε συνάρτηση με το ότι τα όσα αναφέρει η εναγόμενη αποτελούν απλώς τη δική της εκδοχή και δεν έχουν τη δυναμική να ανατρέψουν εκ των πραγμάτων τα στοιχεία που η πλευρά των αιτητρίων παρουσίασε, επαρκούν για την κατάληξη στο ότι αναδύονται επαρκείς ενδείξεις περί της ύπαρξης του αγώγιμου δικαιώματος.

 

Ως προς το σκέλος της αξίωσης που αφορά την αγορά διαμερίσματος στο Ντουπάι και την απαίτηση των εναγουσών που προκύπτει από την αγορά και μεταγενέστερη πώλησή του, κρίσιμο είναι το γεγονός ότι η εναγόμενη περιορίστηκε  να αναφέρει ότι το εν λόγω διαμέρισμα ενεγράφη επ’ ονόματι της. Σε κανένα σημείο δεν ανέφερε ότι κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό για την απόκτησή του. Επίσης, δεν αμφισβητήθηκε ότι το εν λόγω διαμέρισμα πωλήθηκε από την εναγόμενη έναντι του ποσού ισάξιου με αυτό που δαπανήθηκε για την αγορά του. Το δε τίμημα καταβλήθηκε σε λογαριασμό της εναγόμενης. Αυτό που προβάλλεται είναι η θέση ότι ουδέποτε η εναγόμενη είχε την υποχρέωση να επιστρέψει το ποσό που έλαβε προς τους ενάγοντες.

 

Είναι και πάλι προφανές ότι βασικοί ισχυρισμοί δεν αμφισβητούνται μεταξύ των διαδίκων. Αυτό που τίθεται και πάλι είναι μια διαφορετική οπτική των γεγονότων. Σαφώς το τι τελικά ισχύει θα αποφασιστεί στο τελικό στάδιο της αγωγής. Για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας σημασία αποκτούν τα στοιχεία που δεν αμφισβητούνται μεταξύ των διαδίκων. Συγκεκριμένα δυναμική  αποκτά ο ισχυρισμός ότι το τίμημα για την αγορά του διαμερίσματος καταβλήθηκε από τις ενάγουσες, αλλά παρά ταύτα το διαμέρισμα ενεγράφη επ’ ονόματι της εναγόμενης. Επίσης σημασία έχει ο ισχυρισμός, ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε, ότι, όταν εντοπίστηκε αγοραστής η απόφαση για πώλησή του λήφθηκε κατόπιν συζήτησης της εναγόμενης με τον ομνύοντα για τις ενάγουσες. Το δε προϊόν της πώλησης κατατέθηκε σε λογαριασμό της εναγόμενης. Τα πιο πάνω επαρκούν για δημιουργήσουν την εικόνα του ότι αναδύονται επαρκείς ενδείξεις περί της ύπαρξης του επικαλούμενου δικαιώματος.

 

 Τα όσα προβάλλει η εναγόμενη περί μη υποχρέωσης της να επιστρέψει το τίμημα που εισέπραξε από την πώληση ενός διαμερίσματος, το οποίο αγοράστηκε αρχικά, ως η ίδια δέχεται, με δαπάνη των εναγουσών αποτελούν μεν  την εκδοχής της, όμως δεν ανατρέπουν αντικειμενικά τα όσα η πλευρά των αιτητρίων έθεσε και δεν έχουν αμφισβητηθεί στο πλαίσιο της παρούσας.

 

Συνακόλουθα, καταλήγω ότι για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας αναδύονται επαρκείς ενδείξεις περί της ύπαρξης των επικαλούμενων αγώγιμων δικαιωμάτων. Το πιο πάνω συμπέρασμά μου καλύπτει και την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 5 (2) του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου.

 

 

Η 3η προϋπόθεση

 

Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου συνδέεται με την επάρκεια των αποζημιώσεων, χωρίς όμως οι αποζημιώσεις να αποτελούν τη μοναδική παράμετρο κρίσης του Δικαστηρίου. Σχετική είναι η απόφαση  Όξυνου Iωάννης Kυριάκου και Άλλη ν. Mαρίας Pόλη Λου, (2011) 1 ΑΑΔ 1066. Σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση η έννοια της ζημίας δεν συναρτάται με την υλική ζημία αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του προσώπου που αιτείται την ενδιάμεση θεραπεία.

 

Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις Papastratis v. Pierides (1979) 1 C.L.R. 231, M & CH Mitsingas Trading Ltd v. The Timberland Co (1997) 1 AAΔ 1791 και Κώστας Κυρίσαββας κ.ά ν. Χάρη Κύζη (2001) 1Β ΑΑΔ 1245.

 

Σημειώνεται ότι για την ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 δεν αρκούν γενικοί ισχυρισμοί, αλλά όπως έχει εξηγηθεί στην απόφαση Aνδρέου Aντώνης ν. Colossos Signs Ltd (Aρ. 2), (2008) 1 ΑΑΔ 626, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση πρέπει να παρέχονται λεπτομέρειες που να υποστηρίζουν και να αιτιολογούν τον ισχυρισμό περί ανεπανόρθωτης βλάβης.

 

Ως προς την ειδικότερη κατηγορία των διαταγμάτων παγοποίησης τύπου Mareva και την αξιολόγηση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 διαφωτιστική είναι η απόφαση Shishkarev v. Lanuria, Πολιτική Έφεση Ε385/16 ημερομηνίας 7.6.2018,  όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«η λογική της έκδοσης προσωρινού διατάγματος παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων, γνωστού και ως διάταγμα Mareva, είναι προς το σκοπό διασφάλισης της ικανοποίησης τελικής απόφασης εναντίον εναγομένου, όταν, εύλογα, μπορεί να υποτεθεί ότι η εκτέλεσή της πιθανόν να καταστεί δύσκολη ή αδύνατη, λόγω επαπειλούμενης εξαφάνισης, από τον ίδιο, περιουσιακών του στοιχείων, επί των οποίων η απόφαση να μπορεί να εκτελεστεί, (βλ. Sunoil Bunkering v. Jaouhar Maritime (1987)1 C.L.R. 627 και Παντελίδη ν. Πιερή (1998) 1 Α.Α.Δ. 2111).  Η λογική αυτή συμπίπτει, ακριβώς, με την προαναφερθείσα τρίτη προϋπόθεση.  Για την ικανοποίησή της, όπως έχει λεχθεί από τον Κωνσταντινίδη, Δ., στην υπόθεση C. Phasarias (Aut. Centre) Ltd. v. Σκυρ. "Λεωνίκ" Λτδ. (2001) 1 Α.Α.Δ. 785, στις σελίδες 789 έως 790:  «Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί.  Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία.».  Ως προς το βαθμό ικανοποίησής της, είναι αρκετό να διαπιστωθεί ότι υπάρχει «πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος.», (βλ. Τσιολάκκη και άλλη ν. Στυλιανίδη (1992) 1 Α.Α.Δ. 782, απόφαση Πική, Δ., ως ήταν τότε, στη σελίδα 785).»

 

Σχετική, επίσης, είναι η πρόσφατη απόφαση Grady Properties Corporation S.A κ.ά ν. Peter Gravitz (ανωτέρω).

 

Υπενθυμίζεται, επίσης, ότι στο πλαίσιο του άρθρου 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, η αξία της κινητής περιουσίας δεν επηρεάζει τα ουσιώδη ζητήματα.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση η αξίωση των εναγουσών ανέρχεται σωρευτικά στο ποσό των € 477.000,60.

 

Προκύπτει από το έντυπο του κτηματολογίου, τεκμήριο 10, ότι η εναγόμενη κατέχει περιουσία που υπερκαλύπτει την απαίτηση. Όμως με το επίδικο διάταγμα έχει δεσμευθεί μόνο συγκεκριμένη περιουσία η αξία της οποίας ανέρχεται  σε ποσό που συνάδει με την απαίτηση. Παράλληλα, προκύπτει πως, εάν δεν οριστικοποιηθεί το επίδικο διάταγμα και αφεθεί η δεσμευμένη περιουσία να αποξενωθεί,  η υπολειπόμενη ακίνητη περιουσία δεν μπορεί να καλύψει τυχόν απόφαση εκδοθεί. Το πιο πάνω συμπέρασμα δεν μεταβάλλαται ακόμα και εάν ληφθεί υπόψη η αξία της εκτίμησης τεκμήριο 33.

 

Ως προς τις υποκειμενικές θέσεις της εναγόμενης περί της αξιάς της κινητής της περιουσία; ή άλλων θέσεων ως προς την ακίνητη της περιουσία σημειώνω ότι αυτές έμεινα άνευ υποστήριξης. Ως έχει κριθεί στην απόφαση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ ( ανωτέρω), κρίθηκε ότι απλή αναφορά των εφεσειόντων σε εκείνη την υπόθεση ότι διέθεταν και άλλη ακίνητη περιουσία εκτός από εκείνη που είχε δεσμευθεί δεν ήταν αρκετή για να μην εκδοθεί διάταγμα. Σχετική, επίσης, είναι και η απόφαση Φετοκάκης ν. Λάμπρου Χριστοφή κ.α. (2006) 1 ΑΑΔ 800.

 Άλλωστε το γεγονός ότι η εναγόμενη είναι ιδιοκτήτρια και κινητής περιουσίας, δεν είναι απόλυτα σχετικό στη λειτουργία του Άρθρου 5, ( βλ. Παναγιώτου v. Κολλάτου (ανωτέρω)).,

Επομένως ως προνοεί και το άρθρο 5(2) του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, έχει δεσμευθεί μόνο τόση περιουσία ώστε  σε περίπτωση μη οριστικοποίησης του επίδικου  διατάγματος να υπάρχει πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ των εναγόντων, αφού η υπολειπόμενη περιουσία της εναγόμενης δεν θα επαρκεί για την ικανοποίηση τυχόν απόφασης.

 

Επομένως, πληρούται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Τα πιο πάνω στοιχεία επαρκούν για να ικανοποιηθεί η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5 (2) δηλαδή η ύπαρξη πιθανότητας να παρεμποδιστεί ο ενάγων στην εκτέλεση της απόφασής του.

 

Το ισοζύγιο της δικαιοσύνης

 

Επαναλαμβάνω τη βασική αρχή ότι το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει το κατά πόσο η οριστικοποίηση του διατάγματος ή έκδοση των υπόλοιπων διαταγμάτων είναι δίκαιη και πρόσφορη. Στην υπόθεση Metaquotes Software Ltd κ.ά. ν.  Dababou, Πολιτική Έφεση Ε324/2016, ημερομηνίας 14.11.2018, υποδείχθηκε ότι πιο δόκιμος όρος για τον ισοζυγισμό των επιπτώσεων από την έκδοση ή μη ενδιάμεσου διατάγματος είναι ο όρος ισοζύγιο της δικαιοσύνης.

 

Η μεθοδολογία για τον ισοζυγισμό των επιπτώσεων από την έκδοση ή μη του εκάστοτε διατάγματος εξετάστηκε σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του Εφετείου. Στην απόφαση Κοινοτικό Συμβούλιο ν. Σουλή, Πολ. ΄Έφεση  Ε75/2015, ημερομηνίας 7.12.2018, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά :

 

«Κατά την άσκηση που το δικαστήριο διενεργεί, στο πλαίσιο εφαρμογής της αρχής του ισοζυγίου της ευχέρειας, η προσοχή του εστιάζεται, όλως ιδιαιτέρως, στο «να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη». 

 

Σχετική, επίσης, είναι η απόφαση Ευστρατίου ν. Ouzounian and Company Ltd, Εμπορευόμενη με την επωνυμία Lexus Cyprus, (2014) 1 ΑΑΔ 212, όπου υποδείχθηκαν τα ακόλουθα :

 

«Ο κίνδυνος αυτός εναποθέτει στο Δικαστήριο το καθήκον όπως, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, ισοζυγίζει τα ενώπιον του στοιχεία και υιοθετεί εκείνη την πορεία  η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κίνδυνους αδικίας (βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd (1996) 1(B) A.A.Δ. 788, η οποία υιοθέτησε τα λεχθέντα από το Δικαστή Hoffman στην Films Rover International Ltd v. Cannon Film Sales Ltd[1987] 1 W.L.R. 670).»

 

Περαιτέρω, όπως υποδείχθηκε στη θεμελιακή απόφαση Bacardi & co v. Vinco Ltd 1996 1 ΑΑΔ 788, ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo.

 

Όπως επισημάνθηκε στην απόφαση Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. xxx Λοϊζίδου, Π.Ε. 7/2018, ημερομηνίας 21.3.2019 στη στάθμιση των πιο πάνω κρίσιμοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.

 

Τέλος, στην απόφαση Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου (Αρ. 1) (1992) 1 ΑΑΔ 54, έγινε δεκτό ότι η διατήρηση των πραγμάτων ως έχουν, ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μη μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων, αποτελούσε έγκυρο στοιχείο που έγερνε το ισοζύγιο της δικαιοσύνης προς την έκδοση σχετικού διατάγματος.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση είναι σαφές ότι η εναγόμενη ξεκίνησε τη διαδικασία πώλησης των δυο ακίνητων που τελικά παγοποιήθηκαν. Αυτό προκύπτει από τη συμφωνία δέσμευσης των δυο ακινήτων τεκμήριο 37 επί της ένστασης. Επίσης, προκύπτει ότι σε περίπτωση αποξένωσης δεν θα είναι δυνατή η ικανοποίηση τυχόν τελικής απόφασης που τυχόν εξασφαλίσουν οι ενάγουσες.  Αντιθέτως, με το επίδικο διάταγμα δεν δεσμεύεται περιουσία πέραν της αναγκαίας. Επιπλέον, δεν προκύπτει να ανακύπτουν ζημιογόνες συνέπειες στην εναγόμενη από την οριστικοποίηση του διατάγματος.

 

Έτσι στη βάση και της απόφαση Ζεμενίδης (ανωτέρω), κρίνω ότι το ισοζύγιο της δικαιοσύνης γέρνει προς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.

 

 

Αοριστία του εκδοθέντος διατάγματος 

 

Αποτελεί θεμελιακή αρχή ότι τα δικαστικά διατάγματα πρέπει να είναι όσο το δυνατό ευκρινώς διατυπωμένα για να παρέχονται σαφώς τα πλαίσια λειτουργίας τους. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Syn-Hi-Tek Electronics Ltd (αρ.2) (1997) 1(Α) ΑΑΔ  263.

 

Περαιτέρω όπως έχει λεχθεί στην Αγγλική Απόφαση Attorney General v. Punch Ltd [2003] 1 A.C. 1046 :

 

«if an injunction is to be granted at all, it must be in terms so plain that he who runs may read.»

 

Στην υπό κρίση υπόθεση είναι ασαφές από το επίδικο διάταγμα ότι δεσμεύεται το συγκεκριμένο μερίδιο που η εναγόμενη κατέχει σε έκαστο ακίνητο. Συνεπώς ουδεμία ασάφεια προκύπτει.

 

Επάρκεια της εγγύησης

 

Σχετικά με το πιο πάνω ζήτημα σημείωνω ότι σύμφωνα με τη σχετική νομολογία και τον Νομο προκύπτει ότι σε περίπτωση έκδοσης μονομερώς κάποιου ενδιάμεσου διατάγματος η διαταγή για ανάληψη υποχρέωσης εκ μέρους του Ενάγοντα για αποζημίωση είναι επιτακτική. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Αφρικάνα Δισκοθήκη Ατό, (1990) 1 Α.Α.Δ. 738.

 

Περαιτέρω, στο σύγγραμμα των Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, Διατάγματα (ανωτέρω), με παραπομπή στην απόφαση AK International UK Limited ν. Πλοίο "Naime S" σημαίας Comoros Islands, (Αρ. 2) (2004) 1 ΑΑΔ 1456, αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

«Από τη στιγμή που η παραχώρηση εγγύησης τεθεί ως όρος, τότε το διάταγμα δεν μπορεί να τεθεί σε ισχύ μέχρι να ικανοποιηθεί ο όρος.»

 

Προκύπτει, συνεπώς, ότι η συμμόρφωση με τους όρους που θέτει το Δικαστήριο αποτελεί προϋπόθεση για την ισχύ του διατάγματος.

 

Στην υπό κρίση τέθηκε ως όρος η ανάληψη συγκεκριμένης εγγυήσης. Δεν προκύπτει ότι στο παρόν στάδιο όπου αποφασίστηκε ΄τοι πληρούνται οι προυποθ΄πεσει ςγια την οριστικοποίηση του επίδικου διατάγματος να έχιε την εξουσάι το Δικαστήριο να το ακυρώσει γιατι κατα τη θέση της εναγομένςη η εγγυήση δεν ήταν επαρκής.

 

Συνεπώς η σχετική εισήγηση δεν μπορεί να πετύχει.

 

 

 

Κατάληξη

 

Συνεπακόλουθα, της πιο πάνω κατάληξης μου το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα, ημερομηνίας 3.4.2026 οριστικοποιείται. Ως προς τα έξοδα αυτά επιδικάζονται υπερ των εναγουσών και εναντίον της εναγόμενης.

 

Οι διάδικοι καταχώρησαν σύμφωνα με το Μέρος 39 των ΝΚΠΔ κακολόγους εξόδων προς συνοπτικό υπολογισμό. Έχοντας υπόψη τους σχετικούς καταλόγους το Δικαστήριο θα προχωρήσει με συνοπτικό υπολογισμό στη βάση των προνοιών του παρατήματος Β των ΝΚΠΔ και σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους 39.4 αυτών.

 

Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, τα έξοδα υπολογίζονται συνοπτικά υπέρ των εναγουσών και εναντίον της εναγόμενης  στο ποσό των € 3.500 πλέον € 495 πραγματικά έξοδα, πλέον Φ.Π.Α.

 

 

…………………………

Μ. Χριστοδούλου Α.Ε.Δ.

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

 ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο