Κωστάκη Μουτσουρή κ.α. ν. Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ κ.α., Αρ. Απαίτησης: 29/26, 30/7/2026
print
Τίτλος:
Κωστάκη Μουτσουρή κ.α. ν. Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ κ.α., Αρ. Απαίτησης: 29/26, 30/7/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Α. Ε. Δ                    

                                                                 Αρ. Απαίτησης: 29/26

 

 Μεταξύ:

1.    Κωστάκη Μουτσουρή

2.    Παναγιώτα Μουτσουρή

3.    Ανδρούλλα Κωστή Φώτη

                                                                   

εναγόντων - αιτητών

                                             - και-

1.    Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ

2.    Themis Portfolio Management Holdings Ltd

3.    Γεωργίας Αναστασίου, εκτιμητής ακινήτων

4.    Themis Portfolio (H3) Management Holdings Ltd

                                                                                                                                      εναγομένων – καθ’ ων η αίτηση

 

Αίτηση ημερομηνίας 24.2.2026 για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος

 

 

Ημερομηνία: 30.7.2026

Εμφανίσεις:

Για ενάγοντες – αιτητές:  Κωστάκης Μουτσουρής & Συνεργάτες ΔΕΠΕ.

Για εναγόμενη - καθ’ ης η αίτηση 1 : Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ.  

Για εναγόμενους – καθ’ ων η αίτηση 2 και 4: Chrysses Demetriades & Co LLC.

Για εναγόμενη – καθ’ ης η αίτηση 3: Παστός, Χατζηχριστοφής, Καλλένος ΔΕΠΕ.

 

ENΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Εισαγωγή

 

Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 24.02.26 με το οποίο απαγορευόταν η πώληση ή αποξένωση ή η επιβάρυνση του ακινήτου του ενάγοντα 1.

 

Η αίτηση, ως τελικά προσδιορίστηκε, εδράζεται στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960, Άρθρα 4, 5, 6, 7, 8, 9, 21, 23, 29, 31 και 32, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 και ειδικά το Άρθρο 23 αυτού στον Νόμο 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί με το Ν.142(Ι)/2014, τον Νόμο 87(Ι)/2018 και τον νόμο Ν. 212(Ι)/2020, Ν.61(Ι)/2020, Ν.185(Ι)/2021 και τον Νόμο Ν.98(Ι)/2021 Ν.82(Ι)/2022 Ν.204(Ι)/2022, Ν.147(Ι)/2022, Ν.65(Ι)/2023 και ειδικότερα τα Άρθρα 27,33- 36.1(β),37, 38. 39. 40, 41, 42, 44 και 44Α, 44Β, 44Γ, 44ΓΑ, 44Ζ μέχρι 44ΙΣΤ, Άρθρο 62 στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Κανονισμούς του 2015 ήτοι την Κ.Δ.Π.185/2015, Κ.Δ.Π. 107/2015, Κ.Δ.Π. 57/2014, Κ.Δ.Π. 315/2013, Κ.Δ.Π.346/2019 στο Κεφ. 224, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1-9, Δ.41, Δ.42, Δ.64, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Άρθρα 23, 26, 28 και 30.2, Νόμος Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος του 2012 (Ν. 66(Ι)/2012 και συγκεκριμένα το Άρθρο 5, ο περί Πωλήσεως Διαδικαστικός Κανονισμός του 1994 (1/1994) ως έχει τροποποιηθεί από τον περί Πωλήσεως (Τροποποιητικός) Διαδικαστικός Κανονισμός του 2015 (4/2015) Ε.Ε., Παρ.Ι (Ι), Αρ.4100, 24/7/2015, ο περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμος του 2015 (Ν. 65(Ι)/2015), ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996 (93(Ι)/1996) ως έχει τροποποιηθεί, ΚΔΠ 107/2015 η περί της Διαχείρισης Καθυστερήσεων Οδηγία του 2015 Κώδικας Συμπεριφοράς για το χειρισμό Δανειοληπτών που αντιμετωπίζουν Οικονομικές Δυσκολίες, Διάταγμα δυνάμει του Άρθρου 44Ζ(1)(β) του Ν.9/ 1965, Άρθρα 60-65 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, περί Τόκου Νόμος 1977, Ν.2/1977, περί Άρσεως Αμφιβολιών περί την Λήξιν της ισχύος των Νόμων Νόμος του 1962 (Ν. 42/ 1962), Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας 2023,Μέρος 2,2.1(2), Μέρος 23, Μέρος 60, 60.1(3) και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

Η αίτηση συνοδευόταν από ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1. Ο ομνύοντας αναφέρθηκε στο ιστορικό που οδήγησε στην εγγραφή της υποθήκης επί του επίδικου ακινήτου. Ακολούθως αναφέρθηκε στην αίτηση 229 για συμμετοχή στο σχέδιο ενοίκιο έναντι δόσης ημερομηνίας 15.12.23. Σύμφωνα με τον ομνύοντα σε κάποιο στάδιο ορίστηκε πλειστηριασμός για το εν λόγω ακίνητο και οι ενάγοντες 1 και 2 καταχώρησαν την αίτηση/ έφεση 71/24 του Ε/Δ Αμμοχώστου. Η εν λόγω αίτηση / έφεση, αποσύρθηκε, κατόπιν δήλωσης των καθ΄ων η αίτηση σε εκείνη την διαδικασία ότι «έχει συμφωνηθεί όπως η ημερομηνία του πλειστηριασμού ανασταλεί και αναβληθεί με επιφύλαξη των δικαιωμάτων των καθ΄ων η αίτηση να τον επαναορίσουν  χωρίς να αποσταλούν εκ νέου ειδοποιήσεις όταν και εάν η αίτηση στο ενοίκιο έναντι δόσης εξεταστεί και απορριφθεί». Η πιο πάνω δήλωση έλαβε χώρα στις 19.12.24, οπόταν και απορρίφθηκε η εν λόγω αίτηση/έφεση. Ο ενόρκως δηλών επισύναψε ως Τεκμήριο 8, σχετικό αντίγραφο από τον ηλεκτρονικό φάκελο της εν λόγω υπόθεσης. Ήταν η θέση του ότι στις 19.08.25 η εναγόμενη 1 ενημέρωσε την ενάγουσα 2, ότι η αίτηση της απορρίφθηκε. Επισύναψε ως Τεκμήριο 9, την απορριπτική επιστολή της ΚΕΔΙΠΕΣ ημερομηνίας 19.08.25. Ήταν η θέση του ότι η ενάγουσα 2 υπέβαλε ένσταση έναντι της πιο πάνω απόρριψης και ότι προσκόμισε δική της εκτίμηση ημερομηνίας 19.12.25. Στην βάση των πιο πάνω ήταν η θέση του, ότι ετοιμάστηκε έκθεση από τρίτο ανεξάρτητο εκτιμητή. Σύμφωνα με την έκθεση της Γ. Αναστασίου ημερομηνίας 08.12.25, η αγοραία αξία της κατοικίας ανερχόταν στις 238.000 ευρώ. Παρά ταύτα, η ένσταση της ενάγουσας 2 απορρίφθηκε. Κατά τον ομνύοντα, ο λόγος της απόρριψης ήταν η παρέμβαση των υπαλλήλων της εναγόμενης 1 στο έργο της ανεξάρτητης εκτιμήτριας και η τροποποίηση της εν λόγω εκτίμησης. Επίσης ήταν η θέση του ότι οι εναγόμενοι 3 και 4, προώθησαν εκ νέου διαδικασία εκποίησης πριν αποφασιστεί η απόρριψη του αιτήματος για το σχέδιο ενοίκιο έναντι δόσης. Επισύναψε σχετικά ως τεκμήριο 17 τις σχετικές ειδοποιήσεις τύπου ΙΑ που στάλθηκαν στον ίδιο και στην ενάγουσα 3. Τέλος υποστήριξε, ότι έχει μεταβληθεί παράνομα το ποσό που εξασφαλίζει η σχετική υποθήκη.

 

Οι εναγόμενοι 1 και 3 δεν καταχώρησαν ένσταση στην διαδικασία και δήλωσαν ότι δεν έχουν ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Παραταύτα καταχώρησαν ένορκες δηλώσεις, η βαρύτητα των οποίων θα εξεταστεί κατωτέρω.

 

Οι εναγόμενοι 2 και 4 καταχώρησαν ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης. Σε αυτή καταγράφουν 14 λόγους ένστασης, οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι οι αιτητές, δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα, ότι δεν συντρέχουν οι προϋπέθεσες του Άρθρου 32 για έκδοση ή οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος και ότι το εκδοθέν διάταγμα είναι γενικό και αόριστο. Επίσης υποστηρίζεται ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας, κλείνει προς απόρριψη της αίτησης.

 

Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Δ. Χριστοφίδη, υπαλλήλου στην εταιρεία Themis Portofolio Management Ltd. Ο ομνύων στην ένορκή του δήλωση, αναπτύσσει με λεπτομέρεια τους λόγους ένστασης που κατέγραψαν οι εναγόμενοι 2 και 4. Περαιτέρω, προώθησε με λεπτομέρεια την θέση ότι οι αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Ήταν βασική του θέση, ότι η ένσταση που υπέβαλε η ενάγουσα 2 για την αρχική απόρριψη του αιτήματος της ήταν εκπρόθεσμη. Σημείωσε ότι η απόρριψη του αιτήματος γνωστοποιήθηκε στις 19.06.25 και η ένσταση καταχωρήθηκε στις 06.10.25. Κατέθεσε σχετικά ως Τεκμήριο 22, επιστολή από την εναγόμενη 1 με την οποία βεβαιώνεται ότι καταχωρήθηκε ένσταση στο αίτημα απόρριψης για το σχέδιο ενοίκιο έναντι δόσης στις 06.10.25. Κατά τον ομνύοντα, το πιο πάνω δεικνύει ότι η ένσταση της ενάγουσας 2 ήταν εκπρόθεσμη και ότι το πιο πάνω γεγονός απεκρύβει από το Δικαστήριο κατά το στάδιο που εξέτασε το αίτημα μονομερώς. Περαιτέρω ήταν η θέση του ότι η ενάγουσα 3, είναι πτωχεύσασα,  γεγονός που και πάλι απεκρύβει από το Δικαστήριο.

 

Διαδικασία Γεγονότα

 

Στην υπό κρίση υπόθεση οι διάδικες πλευρές δεν ζήτησαν αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Έτσι, κατά την ακρόαση και οι δύο πλευρές προώθησαν τις θέσεις τους μέσω ιδιαίτερα εμπεριστατωμένων αγορεύσεων, το περιεχόμενο των οποίων το Δικαστήριο έχει κατά νου.  Σημειώνω, όμως, ότι σύμφωνα με τη νομολογία δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται. (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 490).

 

Στην υπό κρίση υπόθεση εμφανίζεται η εξής ιδιαιτερότητα. Οι εναγόμενοι 1 και 3 δεν καταχώρησαν ένσταση και δήλωσαν ότι δεν έχουν ένσταση στην οριστικοποίηση του επίδικου διατάγματος. Παρά ταύτα, αυτόβουλα καταχώρησαν ένορκες δηλώσεις με σκοπό, ως δήλωσαν, να βοηθήσουν το Δικαστήριο.

 

Έχω διεξέλθει του ΝΚΠΔ σε κανένα σημείο δεν προνοείται διαδικασία καταχώρησης ένορκης δήλωσης προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου. Επίσης είναι προφανές ότι οι εναγόμενοι 1 και 3 δεν μπορούν να ακουστούν  ως  amicus curiae, αφού ούτε το έχουν ζητήσει αλλά, εν πάση περιτπώσει είναι διάδικοι στη διαδικασία. Ως προς τις αρχές που διέπουν την εξουσία του Δικαστηρίου να ακούσει κάποιο πρόσωπο ως amicus curiae είναι η απόφαση Flh v. Αστυνομία, Ποινική Έφεση Αρ. 4/2020, ημερομηνίας 21.7.2020.

 

Συνεπώς, εφόσον δεν υφίσταται θέμα να ακουστούν προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου δεν μπορούν ούτε καταχωρούν έγκυρα ένορκες δηλώσεις με ισχυρισμούς γεγονότων. Συνεπώς, οι σχετικές ένορκες δηλώσεις εκ μέρους των εναγομένων 1 και 3, που τέθηκαν στον φάκελο του Δικαστηρίου, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψιν.

 

Παρά τα πιο πάνω η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγόμενων 2 και 4 εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψιν τις πιο πάνω ένορκες δηλώσεις ως μαρτυρία που βρίσκεται εντός του περιεχομένου του φακέλου.

 

Έτσι παρά την πιο πάνω κατάληξή μου θα προχωρήσω να εξετάσω το κατά πόσο θα είχα τη δυνατότητα να τις λάβω υπόψη ως μέρος του φακέλου του Δικαστηρίου σε περίπτωση που η πιο πάνω κατάληξή μου κριθεί εσφαλμένη.

 

H υπό κρίση αίτηση διέπεται από τους ΝΚΠΔ. Συγκεκριμένα, σχετικό είναι το Μέρος 23, το οποίο προνοεί το τι πρέπει να περιέχει κάποια ένσταση. Το Μ.23.7 (3) και (4) διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

 

«(3) Αν ο καθ’ ου η αίτηση στηρίζεται σε γεγονότα τα οποία εμφανίζονται στον φάκελο του δικαστηρίου, τα γεγονότα αυτά πρέπει να αναφέρονται συγκεκριμένα στην ένσταση.»

 

«(4)Αν ο καθ’ ου η αίτηση στηρίζεται σε γεγονότα τα οποία παρατίθενται σε γραπτή μαρτυρία, αυτό πρέπει να αναφέρεται ειδικά στην ένσταση και οι σχετικές ένορκες δηλώσεις ή η γραπτή μαρτυρία πρέπει να προσδιορίζονται και να επισυνάπτονται στην ένσταση, εκτός αν έχουν ήδη καταχωριστεί στο δικαστήριο στο πλαίσιο της ίδιας υπόθεσης.»

 

Προκύπτει, συνεπώς, ότι στο πλαίσιο των ΝΚΠΔ ο διάδικος που φέρει ένσταση σε κάποια ένσταση και επιθυμεί να βασιστεί σε γεγονότα που εμφαίνονται στο φάκελο του Δικαστηρίου θα πρέπει τα γεγονότα αυτά να φαίνονται στην ένσταση. Αν ο καθ’ ου η αίτηση επιθυμεί να βασιστεί σε γραπτή μαρτυρία πρέπει να το αναφέρει στην ένσταση.

 

Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης προκύπτει επίσης πως εάν οι  καθ’ ων η αίτηση επιθυμούσαν να βασιστούν σε ένορκες δηλώσεις που ήταν ήδη καταχωρημένες στο σύστημα θα έπρεπε να το αναφέρουν στην ένστασή τους. Δεν το έπραξαν. Συνακολούθα οι ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν από τους εναγόμενους 1 και 3, ακόμα και εάν κρίνονταν σύννομες, δεν θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο.

 

Συνεπώς, στην υπό κρίση υπόθεση το Δικαστήριο θα βασισθεί στις ένορκες δηλώσεις που κατατέθηκαν από τους διαδίκους, λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης εκάστης πλευράς και της παράλειψης αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ (1992) 1(Β) ΑΑΔ 1453, Iacovou brothers (constructions) Ltd v Fashionwise ltd (2000) 1Β ΑΑΔ 1377, Thinking Steel International BV ν. Caramondani Bros Public Co Ltd, (2012) 1 ΑΑΔ 1460, Α. Messios & Sons Ltd κ.ά v. Ανδρέας Λεωνίδα (2010) 1 ΑΑΔ 195 και η πιο πρόσφατη απόφαση Χ. Χατζηκυριάκου κ.ά ν. M.L Property Solution Ltd, Πολιτική Έφεση Ε36/17, ημερομηνίας 30.11.2021.

                                                                                                           

Σημειώνω ότι στην υπό κρίση υπόθεση δεν είχε αμφισβητηθεί ότι η ενάγουσα 3 κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής και της επίδικης αίτησης ήταν πτωχεύσασα. Επίσης, δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι η αίτηση της ενάγουσας για ένταξη στο σχέδιο ενοίκιο έναντι δόσης απορρίφθηκε στις 19.8.2025 και ενημερώθηκε μέσω επιστολής ταυτόσημης ημερομηνίας. Επιπλέον δεν αμφισβητείται ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του εν λόγω σχέδιο υφίσταται δικαίωμα καταχώρησης ένστασής έναντι τυχόν απορριπτικής απόφασης  εντός 45 ημερών από την ημερομηνία που καταγράφει η επιστολή απόρριψης. Τέλος δεν αμφισβητείται ότι η ενάγουσα 2 κατέθεσε σχετική ένσταση έναντι της απόφασης για απόρριψη στις 6.10.2025 ήτοι μετά το πέρας των 45 ημερών που προβλέπονται.

 

Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές προχωρώ να εξετάσω τη νομική πτυχή του θέματος.

 

Νομική πτυχή

 

Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα πηγάζει από το Δίκαιο της Επιείκειας και η δικαιοδοσία για έκδοσή τους υπό το Κυπριακό Δίκαιο  παρέχεται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960.

 

Στο σύγγραμμα των David Bean, Isabel Parry, Andrew Burns, Injunctions,  14η έκδοση, Swet & Maxwell, 2022 σελ.3 παράγραφος 1-01 καταγράφονται τα ακόλουθα ως προς την έννοια του όρου διάταγμα (injunction) :

 

«An injunction is an order of a court requiring a party either to do a specific act or acts (a mandatory or positive injunction) or to refrain from doing a specific act or acts (a prohibitory or negative injunction).»

 

Όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Seamark Consultancy Services Limited v. Joseph P. Lasala κ.ά., (2007) 1 A.A.Δ. 162, η εμβέλεια του άρθρου 32(1) του Ν. 14/60 είναι πολύ ευρεία και τα δικαστήρια που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία έχουν εξουσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα σ' όλες τις περιπτώσεις στις οποίες κρίνουν ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο.  Τα δε Δικαστήρια έχουν τη δυνατότητα τέτοιου χειρισμού των προσωρινών διαταγμάτων, ώστε αυτά να καθίστανται πρόσφορα και αποτελεσματικά, λαμβανομένων υπόψη των σύγχρονων εξελίξεων και μεταβολών στους τρόπους συναλλαγών ( Βλ. ΑBP Holdings Ltd κ.ά. ν. Ανδρέα Κιταλίδη (Αρ.2) (1994) 1 ΑΑΔ 694).

 

Προτού προχωρήσω με την εξέταση των προνοιών του άρθρου 32 κρίνω ορθότερο όπως εξετάσω κατά προτεραιότητα τα ζήτημα της πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων, καθότι η κρίση επί του εν λόγω ζητήματος επηρεάζει καταλυτικά την τύχη του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος.

 

Η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων

 

Αποτελεί καλά εμπεδωμένη αρχή ότι η προσφυγή στο Δικαστήριο για  έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος μονομερώς, κατά παρέκκλιση της αρχής  «audi alteram partem», επιφορτίζει τον αιτητή με το καθήκον πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Στυλιανού ν. Στυλιανού (1992) 1 ΑΑΔ 583. Περαιτέρω, όπως έχει αποκρυσταλλωθεί στην νομολογία, ο διάδικος που αποτείνεται στο δικαστήριο, μονομερώς,  για εξασφάλιση θεραπείας έχει καθήκον να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση  Τσιερκέζου Κατερίνα ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd, (2009) 1 ΑΑΔ 734.

 

Η φύση και το εύρος του σχετικού καθήκοντος του διαδίκου αποτυπώνεται εύγλωττα στο σύγγραμμα των David Bean, Isabel Parry, Andrew Burns, Injunctions 14η έκδοση (ανωτέρω) παράγραφός 5-12 σελ. 102:

 

«The court must be able to rely on the party who appears alone to present the evidence and argument in a way which is not merely designed to promote its own interest, but in a fair and even -handed manner, drawing attention to evidence and arguments which it can reasonably anticipate the absent party would wish to make. »

 

Ως χαρακτηριστικά τίθεται στη νομολογία, η μη αποκάλυψη θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο αρνείται πλέον να ακούσει αυτόν που το εξαπατά, είτε υπάρχει πρόθεση εξαπάτησης ή όχι. Σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Sobolev κ.ά. ν. Weitzer, Πόλ. Έφεση Ε 177/2018, ημερομηνίας 21.5.2019, όπου επαναδιατυπώθηκε η πιο πάνω αρχή με αναφορά στη σχετική πάγια νομολογία επί του θέματος.

 

Ωστόσο, όπως έχει κριθεί στην απόφαση Χριστοφόρου v. Γρηγορίου (1995) 1 ΑΑΔ 248, δεν είναι η κάθε απόκρυψη που οδηγεί σε ακύρωση του διατάγματος.

 

Παράλληλα, ως έχει κριθεί στην απόφαση Commerzbank Auslandsbanken Holding AG κ.ά ν. Adeona Holdings Ltd 2015) 1(A) AΑΔ 386 τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίνουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Τονίστηκε, επίσης, ότι ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης δεν πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας.

 

Ως προς το κριτήριο με το οποίο προσδίδεται ο χαρακτηρισμός «ουσιώδες γεγονός» θεμελιακή είναι η απόφαση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.ά. v. The Timberland Co (ανωτέρω), όπου κρίθηκε πως ουσιώδες είναι κάθε γεγονός, το οποίο άπτεται και μπορεί εξ αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας.  Περαιτέρω, το κριτήριο με το  οποίο προσδιορίζεται  ο χαρακτηρισμός ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό και συναρτάται με τις, εξ' αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Σχετική είναι  και η απόφαση The Timberland of U.S.A. ν. Evans & Sons Ltd κ.ά. (1998) 1 Α.Α.Δ. 1179. 

 

Ως προς το εύρος της υποχρέωσης για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και τις συνέπειες μη συμμόρφωσης με αυτή, διαφωτιστική είναι η Αγγλική απόφαση στην απόφαση  Siporex Trade SA v. Comdel Commodities Ltd [1986] 2 Lloyd’s Rep. 428, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

« He must disclose all facts which reasonably could or would be taken into account by the judge in deciding whether to grant the application. It is no excuse for an applicant to say that he was not aware of the importance of matters he has omitted to state. If the duty of full and fair disclosure is not observed the court may discharge the injunction even if after full inquiry the view is taken that the order made was just and convenient and would probably have been made even if there had been full disclosure. »

( υπογράμμιση δική μου)

 

Από την πιο πάνω απόφαση προκύπτει ότι το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα μπορεί να ακυρωθεί, εάν διαπιστωθεί παράβαση της υποχρέωσης για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη ακόμα και στην περίπτωση που φαίνεται ότι το Διάταγμα εκδόθηκε ορθά και δίκαια και το ίδιο διάταγμα θα διδόταν, εάν γινόταν η πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη.

 

Οι νομολογιακές αρχές για πλήρη αποκάλυψη, εφαρμόζονται σε όλη τους στην έκταση στις μονομερείς διαδικασίες. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις  Πιττάκα ν. Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ (2004) 1 ΑΑΔ 1895, Εθνική Τράπεζα ν. Κυριακίδης (2011) 1 ΑΑΔ 816 και Proquaserv Accountants Ltd κ.α ν. Κυριακίδη, Πολιτική Έφεση  Ε49/2018, ημερομηνίας 17.11.2023.

 

Σαφώς, όμως, όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Proquaserv Accountants Ltd κ.α ν. Κυριακίδη,  (ανωτέρω) η υποχρέωση του αιτητή, να προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και χωρίς πρόθεση παραπλάνησης παραμένει ακόμα και εάν η διαδικασία προχωρήσει inter parties. H διαφορά των δυο περιπτώσεων όμως, έγκειται στο ότι, ενώ στην περίπτωση της υποχρέωσης για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη το κριτήριο είναι αντικειμενικό, στην περίπτωση της κρίσης του κατά πόσο ο αιτητής προσήλθε με καθαρά χέρια το ζήτημα συνδέεται με την πρόθεση παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Investar Spc Ltd v. InvestarInvestements Ltd Πολιτική Έφεση Ε50/2021, ημερομηνίας 15.2.2024.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση το υπό συζήτηση διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς.

Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές προχωρώ να εξετάσω τα εγειρόμενα ζητήματα.

 

H βασική εισήγηση ήταν ότι δεν είχε αποκαλυφθεί το γεγονός ότι η ένσταση της εναγόμενης 2 ήταν εκπρόθεσμη και το ότι η ενάγουσα 3 είναι πτωχεύσασα.

 

Ξεκινώντας από το πρώτο ζήτημα σημειώνω ότι αυτό διασυνδέεται με το ότι ήταν ουσιώδες για το Δικαστήριο να γνωρίζει ότι με την μη έγκαιρη υποβολή ένστασης η αίτηση για το σχέδιο έναντι δόσης είχε ολοκληρωθεί  και ως εκ του δεν υπήρχε εκκρεμότητα.

 

Σημειώνεται ότι η όλη βάση της αίτησης εναντίον των εναγόμενων 2 και 4 ήταν ο ισχυρισμός ότι οι τελευταίοι προχώρησαν στον επαναορισμό της διαδικασίας πλειστηριασμού, ενώ εκκρεμούσε ακόμα προς εξέταση η σχετική αίτηση για ένταξη στο σχέδιο ενοίκιο έναντι δόσης. Η όλη επιχειρηματολογία  των αιτητών θεμελιωνόταν στο ότι ενώ υπήρχε ζωντανή διαδικασία προς εξέταση, οι εναγόμενοι 2 και 4 προωθήσαν εκ νέου τη διαδικασία. Ωστόσο οι ενάγοντες δεν αποκάλυψαν το γεγονός ότι η ένσταση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα. Τo ερώτημα που ανακύπτει είναι το κατά πόσο το πιο πάνω αποτελεί ουσιώδες γεγονός.

 

Είναι προφανές ότι κατά την συγκρότηση της κρίσης του Δικαστηρίου ως προς το εάν υφίσταται ζωντανή διαδικασία εξέτασης της αίτησης για ένταξη στο σχέδιο ενοίκιο έναντι δόσης, θα λάβει υπόψιν το εάν όντως η τυχόν ένσταση καταχωρήθηκε εντός της καθορισμένης προθεσμίας. Βεβαίως το πιο πάνω δεν αποκλείει κάποιο Δικαστήριο να κρίνει ότι παρά το εκπρόθεσμο της καταχώρησης της ένστασης η διαδικασία είναι σε ισχύ. Όμως, το γεγονός του χρόνου καταχώρησης της ένστασης, είναι στοιχείο που αντικειμενικά επενεργεί στην κρίση του Δικαστηρίου και θα έπρεπε να τεθεί, ώστε το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της αίτησης μονομερώς να είχε τη δυνατότητα να το λάβει υπόψη. Επίσης, αποτελεί ζήτημα που εύλογα ο εκάστοτε ενάγοντας αναμένει ότι η άλλη πλευρά θα το εγείρει και άρα θα όφειλε να το φέρει εις γνώση του Δικαστηρίου το εν λόγω ζήτημα  {βλ. σύγγραμμα David Bean, Isabel Parry, Andrew Burns, Injunctions 14η έκδοση παράγραφός 5-12 σελ. 102 (ανωτέρω)}.

 

Το ζήτημα, λοιπόν, του εμπρόθεσμου ή όχι της καταχώρησης της ένστασης θα έπρεπε να τίθετο υπόψιν του Δικαστηρίου ως στοιχείο που αντικειμενικά επηρέαζε την κρίση του ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 32.

 

Το εάν έλαβε χώρα και τρίτη εκτίμηση δεν μειώνει την υποχρέωση των εναγόντων να αποκαλύψουν τα πραγματικά γεγονότα γύρω από το καθεστώς της ένστασης και συνακόλουθα της αίτησης στο σχέδιο ενοίκιο έναντι δόσης.

 

Συνεπώς, προκύπτει απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος.

 

Επίσης, προβλήθηκε η θέση ότι δεν αποκαλύφθηκε το γεγονός ότι η ενάγουσα 3 είναι πτωχεύσασα. Επιπλέον, δεν αμφισβητείται ότι κατά τον χρόνο καταχώρησης της αίτησης δεν είχε δοθεί εξουσιοδότηση του Επίσημου Παραλήπτη ή του διαχειριστή και σχετική άδεια του Δικαστηρίου προς καταχώρηση της αγωγής,  ως προνοεί το άρθρο 9 (4) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5. Συνεπώς με βάση το πιο πάνω άρθρο η ενάγουσα 3 δεν μπορούσε να εγείρει την παρούσα αγωγή.

 

Το γεγονός ότι ενδεχομένως η ενάγουσα 3 δεν ήταν αναγκαίος διάδικος, αφού ουδέν δικαίωμα έχει επί του ακινήτου και απλώς διαμένει επ’ αυτού, δεν μεταβάλλει τα πράγματα. Άλλωστε, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ο ομνύοντας ζητεί θεραπεία εκ μέρους όλων των εναγόμενων χρησιμοποιώντας πρώτο πληθυντικό πρόσωπο μη διακρίνοντας την ενάγουσα 3. Επιπλέον, ως προκύπτει από το τεκμήριο 17 επί της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, οι επίμαχες ειδοποιήσεις τύπου ΙΑ στάλθηκαν και στην ενάγουσα 3. Είναι, λοιπόν, προφανές ότι με τα όσα παρουσιάστηκαν στο στάδιο της μονομερούς αίτησης εμφανιζόταν η ενάγουσα 3 να έχει ρόλο στην όλη διαδικασία. Εν πάση περιτπώσει,  η ουσία του πράγματος έγκειται στο ότι ζήτημα που άπτεται της νομιμοποίησης του διαδίκου να εναγάγει δεν είχε τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου κατά το στάδιο που επιλήφθηκε της αίτησης μονομερώς.

 

Η νομιμοποίηση του διαδίκου να εναγάγει είναι στοιχείο που συμπλέκεται αναγκαστικά και με το εάν υφίσταται ορατή πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία ή στο να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί στο μέλλον πλήρης δικαιοσύνη. Άλλωστε, πώς κάποιος διάδικος που δεν δικαιούται να προωθεί κάποια διαδικασία μπορεί τελικά να κριθεί ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή που δεν είχε δικαίωμα να προωθεί. Συνεπώς,  κατά την κρίση μου, η νομιμοποίηση ενός διαδίκου να εναγάγει είναι ουσιώδες γεγονός που πρέπει να τίθεται. Υπενθυμίζεται στο σημείο αυτό ότι το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα μπορεί να ακυρωθεί, εάν διαπιστωθεί παράβαση της υποχρέωσης για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη ακόμα και στην περίπτωση που φαίνεται ότι το Διάταγμα εκδόθηκε ορθά και δίκαια και το ίδιο διάταγμα θα διδόταν, εάν γινόταν η πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη { (βλ. Siporex Trade SA v. Comdel Commodities Ltd ( ανωτέρω)}.

 

Επομένως, η ύπαρξη ή όχι διατάγματος πτώχευσής εναντίον της περιούσιας της ενάγουσας 3 ήταν ουσιώδες γεγονός που αντικειμενικά επενεργούσε στην κρίση του Δικαστηρίου και έπρεπε να τεθεί υπόψιν του κατά το στάδιο που εξετάστηκε η αίτηση μονομερώς.

 

Επομένως διαπιστώνω και επί αυτού του ζητήματος απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή από το να ακυρώσει το μονομερώς εκ δοθέν διάταγμα.

 

Υπό το φως των πιο πάνω,  το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα, ημερομηνίας 24.2.2026 ακυρώνεται. Οι εναγόμενοι 2 και 4 αναδύονται ως επιτυχόντες διάδικοι. Οι εναγόμενοι 1 και 3, ένεκα του γεγονότος ότι δεν έφεραν ένσταση στην οριστικοποίηση του επίδικου διατάγματος δεν μπορούν να κριθούν ως επιτυχόντες διάδικοι. Ουδείς εκ των διάδικων καταχώρησε κατάλογο εξόδων προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου στον συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων. Έτσι, έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του Μέρους 39.4 των νέων κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας κρίνω ότι τα έξοδα μπορούν να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή υπό την αίρεση της έγκρισής τους από το Δικαστήριο.

 

Κατάληξη

 

Συνεπακόλουθα, της πιο πάνω κατάληξης μου το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα, ημερομηνίας 24.02.2026, ακυρώνεται. Επίσης η αίτηση απορρίπτεται στο σύνολό της. Ως προς τα έξοδα αυτά επιδικάζονται υπερ των εναγομένων 2 και 4  και εναντίον των εναγόντων, αλληλέγγυα ή ξεχωριστά. Τέλος, έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του Μέρους 39.4 των νέων κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας κρίνω ότι τα έξοδα μπορούν να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή υπό την αίρεση της έγκρισής τους από το Δικαστήριο.

 

…………………………

Μ. Χριστοδούλου Α.Ε.Δ.

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

 ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο