Μιχαήλ Πιττάκη ν. Αβραάμ Πιττάκης κ.α., Αρ. Αγωγής: 4/22, 30/10/2026
print
Τίτλος:
Μιχαήλ Πιττάκη ν. Αβραάμ Πιττάκης κ.α., Αρ. Αγωγής: 4/22, 30/10/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 4/22

Μεταξύ:

                                                 Μιχαήλ Πιττάκη

Ενάγοντας

v.

                                1. Αβραάμ Πιττάκης

                                2. Γεώργιος Πιτττάκης

                                3. Αβραάμ Πιττάκη

                                4. Μυροφόρα Πιττάκη

                                   5. Κώστα Χρυσοδόντα             

Εναγόμενοι

---------------------------------

Αίτηση ημερομηνίας 21/05/2026

για έκδοση διατάγματος επαναφοράς της αγωγής

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:    30 Οκτωβρίου, 2026

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για Ενάγοντα – Αιτητή: κ. Ακάμας

Για Εναγόμενους – Καθ΄ων η αίτηση: κος Χριστοφή.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Με την αίτησή του ο Ενάγοντας αξιώνει διάταγμα επαναφοράς της παρούσας αγωγής η οποία είχε απορριφθεί λόγω ελλείψεως ενδιαφέροντος προώθησής της.

 

Νομική βάση της αίτησης αποτελούν οι Δ.33 θ.1, Δ.48 θ.1 και θ.8, Δ.57 θ.2 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, το Άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι αρχές της Επιείκειας, ο περί Ηλεκτρονικής Δικαιοσύνης (Ηλεκτρονική Επικοινωνία)  Διαδικαστικός Κανονισμός του 2021 και οι συμφυείς εξουσίες και η πρακτική  του Δικαστηρίου. 

 

          Τα γεγονότα προς υποστήριξη του αιτήματος τίθενται στην ένορκη δήλωση της Δανάης Μιχαήλ, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο του κ. Ακάμα. Καταγράφει ότι υποβλήθηκε στις 30/04/2026 αίτημα αναβολής της ακρόασης της υπόθεσης που ήταν ορισμένη στις 05/05/2026 μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για το λόγο ότι ο κ. Ακάμας, ο οποίος χειρίζεται την υπόθεση θα ήταν απασχολημένος στο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας στην Υπ. Αρ. 16716/22 στην οποία ο Κατηγορούμενος προσέρχεται από το εξωτερικό. Στο συγκεκριμένο ηλεκτρονικό μήνυμα δηλωνόταν ότι ο δικηγόρος των Εναγόμενων δεν ενίστατο στην αιτούμενη αναβολή και ότι δεν ζητούσε έξοδα. Ο συνήγορος των Εναγόμενων απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα προς το Δικαστήριο στις 30/04/2026. Δεν λήφθηκε απάντηση επι του αιτήματος, κατά πόσο εγκρίνεται ή απορρίπτεται ή ότι απαιτείται η φυσική παρουσία. Κατά την άποψη της Ομνύουσας αποτελεί συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων όταν υποβάλλονται αιτήματα με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και το Δικαστήριο κρίνει ότι απαιτείται η φυσική παρουσία των συνηγόρων να ενημερώνονται οι συνήγοροι. Αναγνωρίζει συνάμα ότι τέτοια υποχρέωση δεν επιβάλλεται από τον Κανονισμό 16/2021.

 

          Υποστηρίζει ότι λόγω του λόγου που προβλήθηκε για την αναβολή της ακρόασης η ίδια είχε την εντύπωση ότι το Δικαστήριο θα επιλαμβανόταν του αιτήματος χωρίς την φυσική παρουσία και την ίδια εντύπωση είχε και ο συνήγορος των Εναγόμενων. Ισχυρίζεται ότι λόγω του ότι δεν είχαν ληφθεί οποιεσδήποτε οδηγίες από το Δικαστήριο για την πορεία της υπόθεσης η ίδια προσπάθησε να επικοινωνήσει με την στενογράφο του Δικαστηρίου χωρίς επιτυχία. Στην συνέχεια προέβη σε έρευνα στο Πινάκιο των υποθέσεων που ήταν ορισμένες στις 05/05/2026 και διαπίστωσε ότι η υπόθεση δεν περιλαμβανόταν στο Πινάκιο της συγκεκριμένης ημερομηνίας και θεώρησε ότι ο λόγος που δεν είχαν ληφθεί οδηγίες ήταν γιατί πιθανόν να μην είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ο φάκελος. Το δικηγορικό γραφείο Γιάννης Πολυχρόνης Δ.Ε.Π.Ε., μαζί με το οποίο ο κ. Ακάμας εκπροσωπεί τον Ενάγοντα, είχε αποταθεί από τις 06/05/2026 στο Πρωτοκολλητείο για ενημέρωση σε σχέση με την υπόθεση. Στις 19/05/2026 ενημερώθηκαν ότι η υπόθεση είχε απορριφθεί και μετά από έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου έλαβαν γνώση του περιεχομένου του πρακτικού του Δικαστηρίου ημερ. 05/05/2026.

 

          Δηλώνει, ότι δεν υπήρχε πρόθεση περιφρόνησης του Δικαστηρίου, ότι  υπήρχε η πεποίθηση ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού 16/2021 η υπόθεση θα τύγχανε χειρισμού στην απουσία των μερών, ιδιαίτερα λόγω της φύσης του αιτήματος αναβολής που αφορούσε σε συνέχιση της υπόθεσης Υπ. Αρ. 16716/22 στο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας. Η διαδικασία στο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας είχε ξεκινήσει στις 10:30 και είχε ολοκληρωθεί στις 15:10 την συγκεκριμένη μέρα. Υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να επαναφέρει την αγωγή, σύμφωνα με τη Δ.33 θ.1, εάν αυτό είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Δηλώνει ότι η υπό κρίση αίτηση συνιστά περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να διατάξει την επαναφορά της αγωγής, ιδιαίτερα ενόψει του ότι δεν υπάρχει ένσταση από τον συνήγορο των Εναγόμενων.                               

 

Ενώπιον του Δικαστηρίου ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόμενων – Καθ΄ων η αίτηση δήλωσε ότι δεν ενίσταται στην επαναφορά της αγωγής δήλωσε όμως ότι δεν θα μπορούσε να προχωρήσει στην άμεση εκδίκαση της υπόθεσης στην περίπτωση έγκρισης του αιτήματος. Το ίδιο δηλώθηκε και από τον κ. Ακάμα ο οποίος δήλωσε απασχολημένος με υπόθεση Κακουργιοδικείου.   

 

Δύο σχόλια, για σκοπούς τάξεως, όσον αφορά τους ισχυρισμούς της Ομνύουσας στην αίτηση για μη ενημέρωση τόσο από την στενογράφο του Δικαστηρίου καθώς και το Πρωτοκολλητείο. Η στενογράφος του Δικαστηρίου σε τηλεφώνημα που είχε δεχθεί από το δικηγορικό γραφείο του κ. Ακάμα είχε ενημερώσει ότι ο φάκελος είχε διαβιβαστεί στο Πρωτοκολλητείο στην παρουσία του ίδιου του Δικαστηρίου. Όσον αφορά την ενημέρωση από το Πρωτοκολλητείο είναι η πρακτική του Πρωτοκολλητείου να μην ενημερώνει τηλεφωνικά για την πορεία υποθέσεων για λόγους προστασίας προσωπικών δεδομένων. Νοείται ότι απαντά σε ηλεκτρονικά μηνύματα στα οποία αποκαλύπτεται η ταυτότητα του αποστέλλοντα.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ  

 

Η αναφορά στο ιστορικό της πορείας της υπόθεσης κρίνεται απαραίτητη.  Προκύπτει από τον φυσικό φάκελο που τηρείται ότι η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση για πρώτη φορά στις 31/10/2023. Για την ακρόαση της 31/10/2023 είχε υποβληθεί αίτημα αναβολής από τον Ενάγοντα το οποίο εγκρίθηκε και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 12/03/2024. Στις 12/03/2024 αναβλήθηκε από το Δικαστήριο και ορίστηκε για ακρόαση στις 28/05/2024. Στις 28/05/2024 αναβλήθηκε από το Δικαστήριο για να οριστεί στις 04/02/2025. Στις 04/02/2025 η ακρόαση αναβλήθηκε μετά από αίτημα του δικηγόρου του Ενάγοντα λόγω συνεχιζόμενης ακρόασης στο Κακουργιοδικείο. Ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση στις 30/09/2025, όπου η υπόθεση αναβλήθηκε λόγω του ότι ο δικηγόρος των Εναγόμενων ήταν απασχολημένος σε ουσιαστική μνεία στην Υπόθεση Οικογενειακού Δικαστηρίου 15/2021. Ορίστηκε στις 14/01/2026 εκ νέου για ακρόαση όπου και πάλι υποβλήθηκε αίτημα αναβολής από τους συνηγόρους του Ενάγοντα, οι οποίοι σημειωτέων είναι δύο. Στις 14/01/2026 διαβιβάστηκε νέο αίτημα αναβολής από τους συνηγόρους του Ενάγοντα το οποίο και πάλι εγκρίθηκε και ορίστηκε η υπόθεση στις 05/05/2026 για ακρόαση. Στις 30/04/2026 είχε διαβιβαστεί ηλεκτρονική επικοινωνία με την οποία ζητείτο εκ νέου αναβολή από ένα εκ των συνηγόρων του Ενάγοντα. Δεν υπήρχε οποιαδήποτε απάντηση από τον συνήγορο των Εναγόμενων στο αίτημα αναβολής. Το Δικαστήριο κατά την ημέρα της ακρόασης ζήτησε από τον κλητήρα του να φωνάξει τους συνηγόρους των Μερών.  Φωνάχθηκαν οι συνήγοροι και των δύο πλευρών στις 09:30, στις 10:00 και στις 10:30 χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε εμφάνιση. Η ώρα 12:40 το Δικαστήριο προχώρησε στην απόρριψη της αγωγής με την κατάρτιση σχετικού πρακτικού. Το συγκεκριμένο αίτημα ήταν το 5ο αίτημα αναβολής. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι ο Ενάγοντας εκπροσωπείτο από δύο δικηγόρους. 

 

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

Το ζήτημα της επαναφοράς αγωγής διέπεται από την Δ.33 θ.1 των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ειδικότερα, η  Δ.33 θ.1 ρυθμίζει το ζήτημα της απόρριψης αγωγής ως εγκαταλειφθείσας σε περίπτωση που δεν υπάρχει προώθηση από τον ενάγοντα, ως επεσυνέβη στην παρούσα περίπτωση.  Συγκεκριμένα η Δ.33 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ρυθμίζει τις συνέπειες της μη εμφάνισης των διαδίκων, κατά την ορισθείσα ημερομηνία ακρόασης, προβλέποντας, μεταξύ άλλων, την απόρριψη της αγωγής, τη δυνατότητα απόδειξης της απαίτησης ή ανταπαίτησης διαδίκου και την έκδοση σχετικής απόφασης, νοουμένου ότι αποδεικνύεται η δέουσα ειδοποίηση του απόντος μέρους. Παράλληλα, παρέχεται στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια είτε να επαναφέρει ή παραμερίσει απόφαση εκδοθείσα ερήμην, κατόπιν εμπρόθεσμης αίτησης, είτε να αναβάλει τη δίκη, εφόσον τούτο κρίνεται σκόπιμο προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Χρήσιμη ανασκόπηση του πλαισίου εφαρμογής της Δ.33 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας  γίνεται στις υποθέσεις Παναγίδης κ.α. ν. Κουρούσιη (2001) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1583, FN & AG Developers Ltd v. Kermia Properties & Investments Ltd κ.α., Πολ. Εφ. 31/12, ημερ. 11/06/2018, Chr. Morfou Trading Ltd v. Mr Waterproof Limited (2007) 1(B) A.A.Δ. 697. 

 

Καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από το σκεπτικό της απόφασης στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Κ. & Τ. Andreou Ltd κ.ά. (2002) 1 Α.Α.Δ. 1296 από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα:

 

«Τα πλαίσια άσκησης της διακριτικής εξουσίας σε αίτηση παραμερισμού απόφασης οριοθετούνται στην υπόθεση Phylactou v. Michael (1982) 1 C.L.R.. 204. Στη σελίδα 210 αναφέρονται τα εξής από τον Πική, Δ. (όπως ήταν τότε):-

 

………………………………………………………………………………………………….. 

"Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο πρέπει να προσπαθεί να ισοζυγίζει δύο παράγοντες οι οποίοι είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη αποτελεσματικής διασφαλίσεως από τη μια, του δικαιώματος ακροάσεως του διαδίκου και την ανάγκη διασφαλίσεως ταχείας διεκπεραιώσεως των δικαστικών υποθέσεων, από την άλλη.  Η ταχεία διεκπεραίωση δικαστικών υποθέσεων δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευχέρειας αλλά ένα καθ' όλα αποφασιστικό παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων των πολιτών. Αυτή η αρχή είναι στενά συνδεδεμένη με ένα άλλο παράγοντα ο οποίος είναι εξίσου σημαντικός για την απονομή της δικαιοσύνης, δηλαδή την ανάγκη να υποστηριχθεί η τελεσιδικία.  Εάν επιτραπεί σε ένα διάδικο εύκολα να επανανοίγει την υπόθεσή του η σφραγίδα της τελεσιδικίας με όλες τις συνέπειες που επιφέρει, και η βεβαιότητα που ενέχει στη διαχείριση των ανθρώπινων υποθέσεων, θα εξαφανισθούν με σοβαρές συνέπειες στην απονομή της δικαιοσύνης (Βλ. παρατηρήσεις του Λόρδου Δικαστή Megaw στην Lambert v. Mainland Market [1977] 2 All E.R. 826, 833).

 

To αποτέλεσμα της νομολογίας είναι ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει σπουδή να αποστερήσει διάδικο να τύχει ακρόασης στην υπόθεση του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Ωστόσο το δικαστήριο, μπορεί, οπωσδήποτε, να αρνηθεί να επανανοίξει μια υπόθεση εάν η συμπεριφορά ενός διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης.  Οσάκις η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος αιτείται παραμερισμό απόφασης δεν δύναται να συγχωρεθεί λόγω εμφανούς καταφρονήσεως της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου το Δικαστήριο μπορεί κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να αρνηθεί ακύρωση της απόφασης.

 

Γνώμονας για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας πρέπει να είναι η ανάγκη εξισορρόπησης αφενός της ανάγκης διασφάλισης του δικαιώματος του κάθε διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του και αφετέρου της ανάγκης για ταχεία απονομή της δικαιοσύνης σε εύλογο χρόνο (Άρθρο 30.2 του Συντάγματος) και για τελεσιδικία της απόφασης (Βλ. Phylactou (πιο πάνω), Milouca Motor Trading Ltd. v. Χρύσανθου Κούρτη (1997) 1 Α.Α.Δ. 941 και Έλσα Λουκαΐδου ν. Ανδρέα Γερολέμου (2000) 1 Α.Α.Δ. 333).

 

Σύμφωνα με τη νομολογία, στοιχεία που καθιστούν μοιραία την τύχη αίτησης επαναφοράς είναι η αδιαφορία του διαδίκου ή διαγωγή που καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου και η εκδίκαση της διαφοράς σε εύλογο χρόνο, δικαίωμα που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και βαρύνει τις δικαστικές αρχές. Στη Μουγής ν. Σπανούδη (1996) 1 Α.Α.Δ. 997 έχουν λεχθεί τα εξής από τον Καλλή, Δ.:-

 

"Το δικαίωμα του εφεσείοντα να ακουσθεί - το οποίο επικαλείται - διασφαλίζεται από το άρθρο 30.3 (β) και (γ) του Συντάγματος.  Ωστόσο αυτό το δικαίωμα πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης μέσα σε εύλογο χρόνο. Έχει δε νομολογηθεί ότι η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και συγχρόνως εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας (Αρέστη ν. Ηλία (1991) 1 Α.Α.Δ. 984, 988)."»

 

Σχετικός είναι και ο λόγος της Παπανικολάου ν. Κότσαπα (2004) 1 Α.Α.Δ. 1800 από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα:

 

«Η αγωγή προφανώς απορρίφθηκε για μη προώθησή της, οι δε γενικές αρχές που ισχύουν και για παραμερισμό απόφασης και επαναφορά της αγωγής έχουν ανάλογη  εφαρμογή και στην παρούσα περίπτωση.

 

…………………………………………………………………………………………………

 

Όπως έχει επανειλημμένα τονισθεί, πρέπει να διασφαλίζονται από τη μια το δικαίωμα ακρόασης του διάδικου και από την άλλη η ανάγκη ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων.  Η άνευ φειδούς επανάνοιξη υπόθεσης  δημιουργεί αβεβαιότητα στην τελεσιδικία και γι΄αυτό, αν η συμπεριφορά διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης και καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί το αίτημα του διαδίκου. (Δέστε σχετικά Άννα Νικολάου Χαραλάμπους ν. Κ & T. Andreou Ltd κ.ά., Π.Ε. 11120, ημερ. 13.9.02 και Phylactou v. Michael (1982) 1 C.L.R. 204).».

(η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου)

            Το Δικαστήριο έχει αναφερθεί στα γεγονότα που πλαισιώνουν την παρούσα υπόθεση από τα οποία αποκαλύπτεται ότι είχε εγκρίνει αριθμό αιτημάτων αναβολής εκ μέρους του Ενάγοντα. Στις 05/05/2026 το Δικαστήριο ανέμενε να είναι ενώπιόν του οι συνήγοροι, οποιοσδήποτε εκ των δύο εν πάση περιπτώσει, είτε για να προωθήσουν το αίτημα αναβολής είτε για να είναι έτοιμοι για την ακρόαση. Κανένα από τα δύο έγινε. Προφανώς θεώρησαν ότι ήταν αρκετό το διάβημα της αποστολής ηλεκτρονικής επικοινωνίας και εξέλαβαν ως δεδομένη την αναβολή. Ο Ενάγοντας εκπροσωπείτο από δύο δικηγορικά γραφεία οπόταν μπορούσε οποιοδήποτε από τα δύο να τον εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου, ήτοι να εμφανιστεί την ημέρα και ώρα της ακρόασης. Δεν πρέπει να λησμονείται το γεγονός ότι ο κάθε συνήγορος έχει καθήκον να εμφανίζεται κατά την ημερομηνία ακρόασης της υπόθεσης του πελάτη του. Επέλεξαν να μην εμφανιστούν. Η επιλογή τους αυτή επέβαλλε την ενεργοποίηση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.

 

Ως λέχθηκε στην απόφαση HAIG TERZIAN κ.α. ν. Liberty Life Insurance (2007) 1 Α.Α.Δ. 1283

 

«Είναι καθήκον του ιδίου του Δικαστηρίου, βάσει του άρθρου 30 του Συντάγματος μας και του αντίστοιχου 6 της Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, να μεριμνά ώστε η διαδικασία που βρίσκεται ενώπιον του να περατούται μέσα σε εύλογο χρόνο.  Προσεκτική επισκόπηση του φακέλου της υπόθεσης, οδηγεί στο συμπέρασμα πως οι εφεσείοντες, μολονότι καταχώρισαν την αγωγή τους το 2000, εντούτοις έκτοτε δεν την προώθησαν για διάφορους λόγους.»

 

Στη Μουγής v. Σπανούδη (1996) 1 Α.Α.Δ. 997 λέχθηκαν σχετικά τα εξής:

«Το δικαίωμα του εφεσείοντα να ακουσθεί - το οποίο επικαλείται - διασφαλίζεται από το άρθρο 30.3 (β) και (γ) του Συντάγματος. Ωστόσο αυτό το δικαίωμα πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης μέσα σε εύλογο χρόνο. Έχει δε νομολογηθεί ότι η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και συγχρόνως εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας (Αρέστη v. Ηλία (1991) 1 Α.Α.Δ. 984, 988).»

 

Δεν παραγνωρίζει το Δικαστήριο το γεγονός ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόμενων δεν έφερε ένσταση στην αίτηση επαναφοράς. Όμως υπάρχουν στοιχεία που καθιστούν μοιραία την τύχη αίτησης επαναφοράς. Στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι οι συνήγοροι του Ενάγοντα είχαν δεόντως λάβει γνώση για τη δικάσιμο κατά την οποία ορίστηκε η υπόθεση του πελάτη τους από το ηλεκτρονικό μήνυμα που τους είχε διαβιβαστεί την προηγούμενη δικάσιμο, εξ’ ου και ο ένας εξ’ αυτών απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο υπέβαλλε αίτημα αναβολής, σύμφωνα με το πρακτικό ημερομηνίας 14/01/2026.  Στις 05/05/2026,  σύμφωνα με το πρακτικό της ίδιας ημερομηνίας, δεν εμφανίστηκε οποιοδήποτε πρόσωπο για λογαριασμό του Ενάγοντα, παρά το ότι όπως προκύπτει ήταν ενήμεροι και οι δύο συνήγοροι για την συγκεκριμένη ημερομηνία και συγχρόνως δεν είχαν λάβει οποιαδήποτε απάντηση στο αίτημα ενός εξ’ αυτών για την αναβολή της ακρόασης. Η αδιαφορία του διαδίκου ή διαγωγή που καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντίδικου (βλ. Παπανικολάου ανωτέρω) ή η χωρίς αποχρώντα λόγο παράλειψη του διαδίκου να εμφανισθεί σε δικαστική διαδικασία που τον αφορά δυνατόν να συνιστούν απόρροιες μιας περιφρονητικής στάσης απέναντι στο Δικαστήριο. Τέτοια στάση είναι ασυγχώρητη και όπου παρατηρείται το Δικαστήριο μπορεί, στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής εξουσίας του, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση ή να επαναφέρει την αγωγή βλ. Milouca Motor Trading Ltd. v. Χρυσάνθου Κούρτη (1997) 1 Α.Α.Δ. 941.

 

Όπως υπέδειξε το Δικαστήριο ο Εναγόμενος είχε επιλέξει δύο συνηγόρους για την εκπροσώπησή του, όφειλε ένας από αυτούς να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Η επιλογή της απουσίας δεν δικαιολογεί την καταχρηστικότητα των δικαστικών διαδικασιών κατά τον τρόπο που περιγράφεται  πιο πάνω.

 

Στο σύγγραμμα του Πόλυ Γ. Πολυβίου, «Κατάχρηση Διαδικασίας στο Κυπριακό Δίκαιο» 2021,  στις σελ. 26-27 διαβάζονται τα ακόλουθα διαφωτιστικά:

 

            «Σε γενικές γραμμές η εξουσία του Δικαστηρίου εξασκείται εκεί όπου οι δικονομικοί χειρισμοί και οι ενέργειες του ενός μέρους συνεπάγονται «αδικία» (unfairness) κατά του άλλου μέρους ή εκεί όπου τίθεται σε κίνδυνο η αξιόπιστη απονομή της δικαιοσύνης (είτε στο πλαίσιο της συγκεκριμένης υπόθεσης ή γενικότερα). Έχουμε ήδη αναφέρει ότι δεν υπάρχει κλειστός κατάλογος κατηγοριών όπου μπορεί και πρέπει να ενεργοποιείται η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για αποτροπή και καταστολή της κατάχρησης της διαδικασίας. Είναι όμως χρήσιμο να παραθέσουμε ορισμένες ενδεικτικές κατηγορίες όπου ενεργοποιείται η σχετική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, όπως αυτές προκύπτουν από τη σύγχρονη νομολογία του κοινοδικαίου:

 

            (i)         Καταστρατήγηση κάθε αρχής και κανόνα έντιμης συμπεριφοράς.

            (ii)        Έγερση λανθασμένης διαδικασίας και/ή κατά παράβαση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου.

            (iii)       Καθυστέρηση.

            (iv)       Δόλια συμπεριφορά.

            (v)        Χρησιμοποίηση της δικαστικής διαδικασίας για αλλότριους λόγους και με σκοπό την κατάχρηση αφενός και την ταλαιπωρία του αντιδίκου αφετέρου, χωρίς καμία πρόθεση για την προώθηση επίλυσης γνήσιας διαφοράς από το Δικαστήριο.

            (vi)       Προώθηση στο Δικαστήριο «χαλκευμένης» υπόθεσης, όπου η πρόθεση του ενάγοντα προκύπτει από την όλη συμπεριφορά του, συμπεριλαμβανομένων πλαστογραφίας, κατασκευής μαρτυρίας και προσπάθειας στοιχειοθέτησης πλαστής υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου».

 

Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Ήδη έχει καταγραφεί πιο πάνω το ιστορικό της υπόθεσης που δείχνει την αδιαφορία των συνηγόρων του Ενάγοντα στην όλη δικαστική διαδικασία. Ενόψει της νομολογίας η οποία έχει καθορίσει ότι εναπόκειται σε κάθε περίπτωση στο εκδικάζον Δικαστήριο η εξέταση θέματος επαναφοράς της αγωγής, υπό το φως των συγκεκριμένων λόγων που προβάλλονται σε κάθε περίπτωση, κρίνω ότι στην υπό εξέταση περίπτωση και υπό τις περιστάσεις που την  περιβάλλουν η επαναφορά της αγωγής επενεργεί αρνητικά προς το συμφέρον της απονομής δικαιοσύνης.

 

 Η όλη στάση του Ενάγοντα - Αιτητή αναφορικά με την υπόθεση του και η ουσιαστικά χωρίς αποχρώντα λόγο παράλειψη και των δύο συνηγόρων του να εμφανισθούν κατά την ημερομηνία που η υπόθεση ήταν ορισμένη καταδεικνύει αδιαφορία και γενικά μια περιφρονητική στάση απέναντι στο Δικαστήριο που εστιάζεται στο γεγονός ότι είχαν εκλάβει ως δεδομένη την αποδοχή του αιτήματός τους για αναβολή της ακρόασης. Δεν προβληματίστηκαν κατά πόσο το Δικαστήριο είχε προγραμματίσει να αφιερώσει την συγκεκριμένη μέρα στην συγκεκριμένη ακρόαση. Η στάση αυτή κρίνω ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η ελαφρότητα με την οποία οι συνήγοροι του Ενάγοντα αντιμετώπισαν την όλη διαδικασία, σε μια αγωγή μάλιστα που χρονολογείται για 4 χρόνια και την εκδίκαση της οποίας ο ίδιος ως ενάγων θα έπρεπε να επιδιώκει, συνιστά περιφρονητική συμπεριφορά στη δικαστική διαδικασία. Η περίπτωση αυτή ως προωθήθηκε και με βάση τα όσα αναφέρθηκαν κρίνω ότι δεν δικαιολογεί την ανατροπή της απόρριψης της αγωγής και την επαναφορά της.

 

Λαμβάνοντας συνεπώς υπόψη όλα τα πιο πάνω, θεωρώ ότι στη παρούσα περίπτωση, το συμφέρον της δικαιοσύνης αλλά και το καθήκον του Δικαστηρίου να ενεργεί ως Δικαστήριο της δικαιοσύνης, επιβάλλουν όπως η αίτηση επαναφοράς απορριφθεί.

 

Υπό τις περιστάσεις η Αίτηση απορρίπτεται χωρίς διαταγή για έξοδα αφού η πλευρά των Καθ΄ων η αίτηση – Εναγόμενων δεν είχε φέρει ένσταση στην επαναφορά της αγωγής.

 

 

 

 

(Υπ.) ………………….…………………

                                                           Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Π.Ε.Δ.

 

 

 

 

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο