ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου – Αντωνίου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 131/21
Μεταξύ:
Bank of Cyprus Public Company Ltd
Ενάγουσα
ν.
1. VARIMELO LIMITED
2. Έπαυλη Γιωρκή Κουζαλή Λτδ
3. Δαμιανός Κουζαλής Γεωργίου
4. Ζουβάνης Κουζαλή Γεωργίου,
5. Μιχάλης Σταυρινού,
6. KALIANA VIEW DEVELOPMENTS LIMITED
Εναγόμενοι
Δυνάμει Ειδοποίησης σύμφωνα με τον Ν.169(Ι)/2015
Μεταξύ:
THEMIS PORTOFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LTD
Ενάγουσα
ν.
1. VARIMELO LIMITED
2. Έπαυλη Γιωρκή Κουζαλή Λτδ
3. Δαμιανός Κουζαλής Γεωργίου
4. Ζουβάνης Κουζαλή Γεωργίου,
5. Μιχάλης Σταυρινού,
6. KALIANA VIEW DEVELOPMENTS LIMITED
Ημερομηνία: 14 Οκτωβρίου, 2026
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για την Ενάγουσα: κ. Νεοφυτίδης για Γ. Νεοφυτίδης Δ.Ε.Π.Ε.
Για τους Εναγόμενους 1 μέχρι 5: κα Νικοπούλου για G. KOUZALIS LLC
ΑΠΟΦΑΣΗ
Η Ενάγουσα αξιώνει από τους Εναγόμενους 1- 6 τα ποσά των €214.471,24 και €347.655,04 πλέον τόκους τα οποία προέκυψαν από δύο συμφωνίες δανείων καθώς και ποσό ύψους €3.803,70 το οποίο προέκυψε από την παραχώρηση διευκολύνσεων τρεχούμενου λογαριασμού με τόκους. Αξιώνεται και η έκδοση διατάγματος εκποίησης της υποθήκης Υ258/2005.
Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης στις 30/10/2007 η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, όπως ονομαζόταν τότε, είχε συμφωνήσει όπως παραχωρήσει δάνειο ύψους €136.688,12 στην Εναγόμενη 1, το οποίο θα ήταν πληρωτέο με 12 μηνιαίες δόσεις ύψους €785,96 και ακολούθως 108 μηνιαίες δόσεις ύψους €1.702,55. Η συγκεκριμένη πιστωτική διευκόλυνση θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα συνίστατο από το βασικό επιτόκιο της τράπεζας, το οποίο κατά τον επίδικο χρόνο ανερχόταν στα 4,50% προσαυξημένο με 2,50% περιθώριο με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30/06 και την 31/12 εκάστου χρόνου. Είχε συμφωνηθεί ότι ο τόκος θα υπολογιζόταν ανά τριμηνία και ότι όλες οι χρεώσεις θα κεφαλαιοποιούνταν στην περίπτωση που δεν πληρώνονταν κάθε έξι μήνες. Συμφωνήθηκε και η καταβολή τόκου υπερημερίας από την ημερομηνία που το ποσό θα καθίστατο πληρωτέο μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης. Το ποσοστό υπερημερίας, το επιτόκιο, το περιθώριο και οι προμήθειες είχε συμφωνηθεί όπως μεταβάλλονται κατά την κρίση της Ενάγουσας. Ανοίχθηκε στο όνομα της Εναγόμενης 1 ο λογαριασμός με αριθμό [ ], ο οποίος κατά ή περί την 06/06/2014 άλλαξε σε [ ]. Στις 03/06/2008, μετά από παράκληση της Εναγόμενης 1, καταρτίστηκε τροποποιητική συμφωνία με την οποία συμφωνήθηκε η μεταβολή του επιτοκίου χρέωσης σε κυμαινόμενο επιτόκιο Euribor τριών μηνών, προσαυξημένο με 2,5% περιθώριο και κεφαλαιοποίηση του τόκου στις 30/06 και 31/12 εκάστου έτους. Το περιθώριο αυξήθηκε σε 6% σύμφωνα με επιστολή της Ενάγουσας ημερ. 10/04/2009. Την 01/09/2011 η Τράπεζα ενημέρωσε την Εναγόμενη 1 για την αποδοχή της αίτησης της για την παροχή νέων και την ανανέωση των υφιστάμενων διευκολύνσεων. Είχε συμφωνηθεί ότι η Εναγόμενη 1 θα κατέβαλλε ως μηνιαία δόση το ποσό των €703,44 μέχρι την 26/02/2013 και ακολούθως θα κατέβαλλε 56 μηνιαίες δόσεις ύψους €2.185,22 έκαστη. Το επιτόκιο συμφωνήθηκε ότι θα εξακολουθούσε να είναι κυμαινόμενο και θα συνίστατο από Euribor τριών μηνών προσαυξημένο με 7,0480% περιθώριο και κεφαλαιοποίηση στις 30/06 και 31/12 εκάστου έτους. Το περιθώριο του λογαριασμού αυξήθηκε σε 7,2480% λόγω της παράλειψης της Εναγόμενης 1 να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της και ενημερώθηκε προς τούτο με επιστολή της Τράπεζας ημερ. 27/10/2011. Το επιτόκιο στην συνέχεια μετατράπηκε σε 9,457% ετησίως με κεφαλαιοποίηση ανά εξάμηνο.
Όσον αφορά το δεύτερο δάνειο με επιστολή ημερ. 01/09/2011 η Ενάγουσα ενημέρωσε την Εναγόμενη 1 για την αποδοχή της αίτησης της για την παραχώρηση νέου δανείου. Δυνάμει έγγραφης συμφωνίας ημερ. 09/09/2011 συμφωνήθηκε η παραχώρηση δανείου ύψους €130.000 πληρωτέου με μία δόση ύψους €147.289,28 η οποία θα καταβαλλόταν στις 04/03/2013. Συμφωνήθηκε η χρέωση του δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα συνίστατο από το βασικό επιτόκιο της τράπεζας ήτοι 5,50%, προσαυξημένο με 3% περιθώριο και με κεφαλαιοποίηση του τόκου ανά εξάμηνο. Το ποσό παραχωρήθηκε και ανοίχθηκε ο λογαριασμός με αρ. [ ] επ΄ ονόματι της Εναγομένης 1, ο οποίος στη συνέχεια άλλαξε σε [ ]. Το βασικό επιτόκιο αυξήθηκε από 13/09/2011 σε 5,75%, γεγονός που ανακοινώθηκε στον τύπο. Στην συνέχεια, δυνάμει επιστολής της Τράπεζας ημερ. 27/10/2011 το περιθώριο του λογαριασμού αυξήθηκε σε 3,20%, όταν η Εναγόμενη 1 δεν ανταποκρινόταν στις υποχρεώσεις της. Το ετήσιο χρεωστικό επιτόκιο του δανείου μετατράπηκε στο 10,95% ετησίως με κεφαλαιοποίηση του τόκου σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας δανείου.
Είχε παραχωρηθεί στην Εναγόμενη 1 δυνάμει έγγραφης συμφωνίας πιστωτική διευκόλυνση ή/και όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό για ποσό το οποίο θα ήταν στην απόλυτη κρίση της Τράπεζας. Ανοίχθηκε ο τρεχούμενος λογαριασμός με αρ. [ ] ο οποίος στη συνέχεια άλλαξε σε [ ]. Ο λογαριασμός χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο, το οποίο ισούτο με το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας το οποίο, κατά τον δεδομένο χρόνο, ήταν 5,5% προσαυξημένο κατά 2,5%. Το όριο του συγκεκριμένου λογαριασμού κατά καιρούς αυξομειώθηκε και με επιστολή της Ενάγουσας, ημερ. 01/09/2011, καθορίστηκε/μειώθηκε στα €1.000. Μετά από αίτημα της Εναγόμενης 1 το επιτόκιο χρέωσης του συγκεκριμένου λογαριασμού τροποποιήθηκε σε κυμαινόμενο επιτόκιο που θα συνίστατο από Euribor 3 μηνών, προσαυξημένο με 2,5% περιθώριο, με κεφαλαιοποίηση του τόκου ανά εξάμηνο.
Οι Εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5 παρείχαν έγγραφη εγγύηση και ανέλαβαν αλληλέγγυα ή/και ξεχωριστά με την Εναγόμενη 1 την ευθύνη πληρωμής όλων των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 μέχρι του ποσού των €260.000 πλέον τόκους, προμήθειες, επιβαρύνσεις και οποιαδήποτε άλλα τραπεζικά, δικηγορικά και δικαστικά έξοδα τα οποία θα προέκυπταν. Η Εναγόμενη 1 προσέφερε την Υποθήκη Υ258/2005 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας ημερ. 13/01/2005 για το ποσό των €307.548,26. Προσφέρθηκαν και δύο υποθήκες από την Εναγόμενη 6 προς εξασφάλιση των δανείων. Επίσης προς περαιτέρω εξασφάλιση των συγκεκριμένων υποχρεώσεων παραχωρήθηκαν τα ομόλογα επιβάρυνσης με ημερ. 28/12/2004 και 09/09/2011 επί ολόκληρης της περιουσίας της Εναγόμενης 1.
Η Ενάγουσα, λόγω της μη τήρησης των όρων των συμφωνιών από την Εναγόμενη 1, με επιστολές της ημερ. 21/01/2013 προειδοποίησε γραπτώς όλους τους Εναγόμενους για τις καθυστερήσεις και με επιστολές ημερ. 15/02/2013 τερμάτισε την λειτουργία των λογαριασμών και κάλεσε τους Εναγόμενους 1 – 6 όπως καταβάλουν τα ποσά που είχαν καταστεί πληρωτέα και απαιτητά. Η Ενάγουσα επανέλαβε το περιεχόμενο των επιστολών τερματισμού με επιστολές ημερ. 16/03/2021 και κάλεσε τους Εναγόμενους 1 - 6 εκ νέου όπως εξοφλήσουν τα οφειλόμενα ποσά. Οι Εναγόμενοι δεν το έπραξαν και παραλείπουν ή/και αρνούνται μέχρι και σήμερα να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό.
Στην κοινή Υπεράσπιση που καταχώρησαν οι Εναγόμενοι 1 μέχρι 5 αρνούνται την έγγραφη συμφωνία δανείου ημερ. 30/10/2007 καθώς και την παραχώρηση του συγκεκριμένου χρηματικού ποσού. Αρνούνται ότι υπέγραψαν οποιαδήποτε συμφωνία δανείου ή/και ότι ανοίχθηκε ή/και εκταμιεύθηκε οποιοδήποτε ποσό προς όφελος της Εναγόμενης 1. Διαζευκτικά, ισχυρίζονται ότι η οποιαδήποτε συμφωνία υπογράφτηκε είναι άκυρη ή/και παράνομη ή/και αντίκειται στις πρόνοιες του περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμου ή/και έχει υπογραφτεί χωρίς παραδοχή από την Εναγόμενη 1 της συγκεκριμένης υπογραφής ή/και χωρίς την ελεύθερη βούληση της ή/και συνεπεία παραπληροφόρησης ή/και χωρίς να έχει την ευκαιρία να συμβουλευτεί δικηγόρο και να λάβει ανεξάρτητη συμβουλή.
Προωθείται η θέση ότι η Ενάγουσα παγίδευσε την Εναγόμενη 1 παρουσιάζοντας τη συμφωνία ως συμφέρουσα λύση και εκμεταλλεύτηκε τη θέση της για την επιβολή όρων καταπιεστικών για αυτήν. Διαζευκτικά, προωθείται ο ισχυρισμός ότι σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι η Εναγόμενη 1 υπέγραψε τη συμφωνία δανείου, η συμφωνία Υποθήκης ημερ. 13/01/2005 είναι επαχθής ή/και άδικη ή/και η αξία του συγκεκριμένου ακινήτου είναι δυσανάλογη ή/και υπέρμετρη σε σχέση με την απαίτηση της Ενάγουσας.
Η Ενάγουσα κάλεσε δύο μάρτυρες για να αποδείξει την απαίτησή της. Πρώτος έδωσε μαρτυρία ο Γεώργιος Γεωργίου, Μ.Ε.1, ο οποίος εργοδοτείται στην Themis Portofolio Management Ltd. Παρέθεσε τις θέσεις του σε γραπτό κείμενο, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο 1. Στη γραπτή του δήλωση αναφέρεται στο ιστορικό της μεταφοράς των εργασιών της Τράπεζας Κύπρου στην Themis Portofolio Management Holdings Ltd και στην αποστολή των σχετικών επιστολών γνωστοποίησης της συγκεκριμένης αλλαγής. Ο ίδιος εργοδοτείτο ως λειτουργός στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Τράπεζας Κύπρου και προηγουμένως στο αντίστοιχο Τμήμα της Λαϊκής Τράπεζας και στα πλαίσια των καθηκόντων του έχει στην κατοχή του έγγραφα και αντίγραφα εγγράφων που αφορούν τα επίδικα θέματα. Το Τραπεζικό Βιβλίο καθ΄ όλο τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις της Τράπεζας Κύπρου. Η Τράπεζα Κύπρου παρέδωσε στην Ενάγουσα όλα τα έγγραφα που αφορούν τις διευκολύνσεις που είχαν παραχωρηθεί στους Εναγόμενους. Το αρχείο της Τράπεζας Κύπρου μεταφέρθηκε αυτούσιο στο αρχείο που διατηρούσε η Ενάγουσα. Ο ίδιος παρέλαβε από το αρχείο της Ενάγουσας όλα τα έγγραφα τα οποία προτίθεται να καταθέσει. Δηλώνει ότι είχε υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του την κίνηση των λογαριασμών των Εναγόμενων, ότι οι καταστάσεις λογαριασμών που αφορούν τους επίδικους λογαριασμούς παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν από το δικό του ηλεκτρονικό υπολογιστή και ότι ο ίδιος τους σύγκρινε με τις αρχικές καταχωρήσεις του ηλεκτρονικού υπολογιστή διαπιστώνοντας ότι αυτές ήταν ορθές. Τόσο η Λαϊκή Τράπεζα όσο και η Τράπεζα Κύπρου απέστελλαν ανελλιπώς στην Εναγόμενη 1 καταστάσεις λογαριασμού, στην διεύθυνση την οποία είχε παραχωρήσει κατά την χορήγηση των εξασφαλίσεων.
Όσον αφορά τα γεγονότα ισχυρίζεται ότι στις 30/10/2007 η Λαϊκή Τράπεζα είχε συμφωνήσει όπως παραχωρήσει δάνειο ύψους €136.688,12 στην Εναγόμενη 1, το οποίο θα ήταν πληρωτέο με 12 μηνιαίες δόσεις ύψους €785,96 και ακολούθως 108 μηνιαίες δόσεις ύψους €1.702,55. Η συγκεκριμένη πιστωτική διευκόλυνση θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα συνίστατο από το βασικό επιτόκιο της τράπεζας, το οποίο κατά τον επίδικο χρόνο ανερχόταν στα 4,50% προσαυξημένο με 2,50% περιθώριο και με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30/06 και την 31/12 εκάστου χρόνου. Είχε συμφωνηθεί ότι ο τόκος θα υπολογιζόταν ανά τριμηνία και ότι όλες οι χρεώσεις θα κεφαλαιοποιούνταν στην περίπτωση που δεν πληρώνονταν κάθε έξι μήνες. Συμφωνήθηκε και τόκος υπερημερίας από την ημερομηνία που το ποσό θα καθίστατο πληρωτέο μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης. Το ποσοστό υπερημερίας είχε συμφωνηθεί όπως μεταβάλλεται κατά την κρίση της Ενάγουσας. Ανοίχθηκε στο όνομα της Εναγόμενης 1 ο λογαριασμός με αριθμό [ ], ο οποίος κατά ή περί την 06/06/2014 άλλαξε σε [ ]. Καταρτίστηκε τροποποιητική συμφωνία στις 03/06/2008, μετά από παράκληση της Εναγόμενης 1, με την οποία συμφωνήθηκε η τροποποίηση του επιτοκίου χρέωσης σε κυμαινόμενο επιτόκιο Euribor τριών μηνών, προσαυξημένο με 2,5% περιθώριο και κεφαλαιοποίηση του τόκου στις 30/06 και 31/12 εκάστου έτους. Την 01/09/2011 η Τράπεζα ενημέρωσε την Εναγόμενη 1 για τη αποδοχή της αίτησης της για την παροχή νέων ή/και την ανανέωση των υφιστάμενων διευκολύνσεων. Είχε συμφωνηθεί ότι η Εναγόμενη 1 θα κατέβαλλε ως μηνιαία δόση το ποσό των €703,44 μέχρι την 26/02/2013 και ακολούθως θα κατέβαλλε 56 μηνιαίες δόσεις ύψους €2.185,22 έκαστη. Το επιτόκιο συμφωνήθηκε ότι θα εξακολουθούσε να είναι κυμαινόμενο και θα συνίστατο από Euribor τριών μηνών προσαυξημένο με 7,0480% περιθώριο και κεφαλαιοποίηση του τόκου στις 30/06 και 31/12 εκάστου έτους. Το περιθώριο του λογαριασμού αυξήθηκε σε 7,2480% και η Εναγόμενη 1 ενημερώθηκε προς τούτο με επιστολή της Τράπεζας ημερ. 27/10/2011.
Λόγω μη τήρησης των όρων από την Εναγόμενη 1 η Ενάγουσα απέστειλε, στις 21/01/2013, προειδοποιητικές επιστολές σε όλους τους Εναγόμενους και στις 15/02/2013 απέστειλε επιστολές τερματισμού στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των Εναγόμενων. Αποστάλθηκαν και επιστολές ημερ. 16/03/2021 με τις οποίες ζητείτο η εξόφληση του ποσού των €214.471,24 πλέον τόκος 9,457% ετησίως επί του ποσού των €211.945,19 από 16/02/2021 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση ανά εξάμηνο. Σήμερα, οι Εναγόμενοι οφείλουν το ποσό των €536.014,20.
Όσον αφορά το δεύτερο δάνειο με την επιστολή ημερ. 01/09/2011 η Ενάγουσα ενημέρωνε την Εναγόμενη 1 για την αποδοχή της αίτησης της για την παραχώρηση νέου δανείου. Δυνάμει έγγραφης συμφωνίας, ημερ. 09/09/2011, συμφωνήθηκε η παραχώρηση δανείου ύψους €130.000 πληρωτέου με μία δόση ύψους €147.289,28, η οποία θα καταβάλλετο στις 04/03/2013. Συμφωνήθηκε η χρέωση του δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα συνίστατο από το βασικό επιτόκιο της τράπεζας, ήτοι 5,50% προσαυξημένο με 3% περιθώριο και με κεφαλαιοποίηση του τόκου ανά εξάμηνο. Το ποσό παραχωρήθηκε και ανοίχθηκε ο λογαριασμός με αρ. [ ] στο όνομα της Εναγομένης 1, ο οποίος στη συνέχεια άλλαξε σε [ ]. Το βασικό επιτόκιο αυξήθηκε στις 13/09/2011 από 5,50% σε 5,75% γεγονός που ανακοινώθηκε στον τύπο. Με επιστολή της Τράπεζας, ημερ. 27/10/2011, το περιθώριο του λογαριασμού αυξήθηκε σε 3,20% λόγω της μη συμμόρφωσης της Εναγόμενης 1 με τους όρους της συμφωνίας δανείου. Το συγκεκριμένο δάνειο τερματίστηκε με επιστολή ημερ. 15/02/2013 προς όλους τους Εναγόμενους στην τελευταία διεύθυνση που είχε παραχωρηθεί από τους ίδιους. Το υπόλοιπο, στις 30/06/2025, ανερχόταν στις €794.065,99.
Είχε παραχωρηθεί στην Εναγόμενη 1, δυνάμει έγγραφης συμφωνίας ημερ.28/12/2004, πιστωτική διευκόλυνση ή/και όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό για ποσό το οποίο θα ήταν στην απόλυτη κρίση της τράπεζας. Ανοίχθηκε ο τρεχούμενος λογαριασμός με αρ. [ ] ο οποίος στη συνέχεια άλλαξε σε [ ]. Το όριο του συγκεκριμένου λογαριασμού κατά καιρούς αυξομειώθηκε καθώς και το επιτόκιο χρέωσης του συγκεκριμένου λογαριασμού και στην συνέχεια, με επιστολή της Ενάγουσας ημερ. 01/09/2011, καθορίστηκε/μειώθηκε στα €1.000. Το υπόλοιπο του λογαριασμού κατά τον χρόνο τερματισμού ανερχόταν στις €3.803,70 πλέον τόκος. Δήλωσε ότι η Ενάγουσα δεν προτίθεται να προωθήσει την απαίτησή του.
Καταγράφει ότι οι Εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5 παρείχαν έγγραφη εγγύηση και ανέλαβαν αλληλέγγυα ή/και ξεχωριστά με την Εναγόμενη 1 την ευθύνη πληρωμής όλων των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 μέχρι το ποσό των €260.000 πλέον τόκους, προμήθειες, επιβαρύνσεις και οποιαδήποτε άλλα τραπεζικά, δικηγορικά και δικαστικά έξοδα τα οποία θα προέκυπταν. Η Εναγόμενη 1 προσέφερε την Υποθήκη Υ258/2005 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας ημερ. 13/01/2005 για το ποσό των €307.548,26, την υποθήκη Υ17890/2007 για το ποσό των €136.688,12 και την υποθήκη Υ17900/2007 για το ποσό των €51.258,04. Παραχωρήθηκαν και Ομόλογα Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης επί ολόκληρης της περιουσίας της Εναγόμενης 1 για τα ποσά των €68.344,06 και €200.000.
Υποστηρίζει ότι πριν την καταχώρηση της αγωγής οι Εναγόμενοι ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν ή αμφισβήτησαν το ύψος της οφειλής. Η Ενάγουσα, λόγω μη τήρησης των συμφωνιών, με επιστολές της ημερ. 21/01/2013 προειδοποίησε γραπτώς τους Εναγόμενους και με επιστολές ημερ. 15/02/2013 τερμάτισε την λειτουργία των λογαριασμών και τους κάλεσε όπως καταβάλουν τα ποσά που είχαν καταστεί πληρωτέα και απαιτητά. Περαιτέρω προωθεί τη θέση ότι η Τράπεζα δεν είχε υποχρέωση να συμβουλέψει την Εναγόμενη 1 ή/και τους Εναγόμενους σε σχέση με το περιεχόμενο των εγγράφων. Η Εναγόμενη 1 όφειλε να γνωρίζει τους όρους των συγκεκριμένων συμφωνιών και εμποδίζεται να προβάλλει ισχυρισμούς ότι δεν γνώριζε το περιεχόμενό τους αφού τις υπόγραψε δεόντως. Όσο αφορά τα έγγραφα των υποθηκών υπογράφτηκαν νόμιμα και δεόντως από τις Εναγόμενες 1 και 6. Τα Ομόλογα Επιβάρυνσης υπογράφτηκαν από την Εναγόμενη 1 με ελεύθερη βούληση και οι όροι τους είναι σύμφωνοι με την κείμενη νομοθεσία και τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας.
Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 πιστοποιητικό αλλαγής του ονόματος της Λαϊκής Τράπεζας ημερ. 28/03/2005, ως Τεκμήριο 2 δέσμη εγγράφων που αφορούν την μεταβίβαση των εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας στην Τράπεζα Κύπρου, το διάταγμα με το οποίο εγκρίθηκε το Σχέδιο Διακανονισμού μεταξύ της Λαϊκής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου, το διάταγμα της μεταφοράς των τραπεζικών διευκολύνσεων προς την Themis Portofolio Management καθώς και πιστοποιητικά αλλαγής του ονόματος. Ως Τεκμήριο 3 κατατέθηκαν οι επιστολές ημερ. 16/10/2014 προς όλους τους Εναγόμενους σε σχέση με την πώληση των διευκολύνσεων από την Τράπεζα Κύπρου στην Η2 Management. Ως Τεκμήριο 4 κατατέθηκε δέσμη επιστολών ημερ. 14/06/2021 οι οποία αφορά τα «goodbye letters» από την Τράπεζα Κύπρου προς τους Εναγόμενους 1 μέχρι 5. Ως Τεκμήριο 5 κατατέθηκε δέσμη επιστολών ημερ. 14/06/2021 που διαβιβάστηκαν από την Themis προς τους Εναγόμενους 1 μέχρι 5. Ως Τεκμήριο 6 κατατέθηκαν πρακτικά συνεδρίασης της Εναγόμενης 2 ημερ. 31/05/2011 που αφορούν την έγκριση του δανείου. Ως Τεκμήριο 7 κατατέθηκε απόσπασμα των πρακτικών της Εναγόμενης 6 ημερ. 26/10/2007. Ως Τεκμήριο 8 κατατέθηκε δέσμη εγγράφων που αφορά έρευνα σε σχέση με την οικονομική κατάσταση των Εναγομένων 1, 2 και 6. Ως Τεκμήριο 9 κατατέθηκε δέσμη εγγράφων που αφορά την κατάσταση του Euribor. Ως Τεκμήριο 10 κατατέθηκε η συμφωνία δανείου ημερ. 28/12/2004 με τη διευκρίνηση ότι δεν προτίθεται η Ενάγουσα να προωθήσει την αξίωση σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό. Ως Τεκμήριο 11 κατατέθηκε η συμφωνία δανείου ημερ. 30/10/2007. Ως Τεκμήριο 12 κατατέθηκε η τροποποιητική συμφωνία ημερ. 30/06/2008. Ως Τεκμήριο 13 κατατέθηκε η δεύτερη συμφωνία δανείου ημερ. 30/06/2008. Ως Τεκμήριο 14 κατατέθηκε η τροποποιητική συμφωνία ημερ. 15/12/2008. Ως Τεκμήριο 15 κατατέθηκε η ανακοίνωση στον τύπο με ημερ. 13/07/2011. Ως Τεκμήριο 16 κατατέθηκε επιστολή ημερ. 01/09/2011 που διαβιβάστηκε στην Εναγόμενη 1. Ως Τεκμήριο 17 κατατέθηκε η αίτηση της Εναγόμενης 1 προς την Λαϊκή Τράπεζα με ημερ. 09/09/2011. Ως Τεκμήριο 18 κατατέθηκε η συμφωνία δανείου με αρ. [ ]. Ως Τεκμήριο 19 κατατέθηκε η επιστολή ημερ. 10/04/2009 που αφορά την αλλαγή επιτοκίου. Ως Τεκμήριο 19Α κατατέθηκε η επιστολή ημερ. 27/09/2011 που αφορά την αλλαγή επιτοκίου. Ως Τεκμήριο 20 κατατέθηκαν οι επιστολές ημερ. 21/01/2013 από την Λαϊκή Τράπεζα προς τους Εναγόμενους. Ως Τεκμήριο 21 κατατέθηκε δέσμη επιστολών τερματισμού. Ως Τεκμήριο 22 κατατέθηκε δέσμη επιστολών ημερ. 17/03/2021. Ως Τεκμήριο 23 κατατέθηκε αντίγραφο λογαριασμού της υδατοπρομήθειας που αφορά τον Εναγόμενο 3. Ως Τεκμήριο 24 κατατέθηκε δέσμη εγγράφων που συνιστά τις καταστάσεις των λογαριασμών. Ως Τεκμήριο 25 κατατέθηκαν οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών μαζί με το νενομισμένο πιστοποιητικό. Ως Τεκμήριο 26 κατατέθηκε η αναλυτική κατάσταση λογαριασμού που αφορά τη σύμβαση δανείου με αρ. λογαριασμού [ ]. Ως Τεκμήριο 27 κατατέθηκαν οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού σε σχέση με το δεύτερο δάνειο και πιστοποιητικό σύμφωνα με το άρθρο 35 του περί Αποδείξεως Νόμου. Ως Τεκμήριο 28 κατατέθηκε η συμφωνία εγγύησης που αφορά την Εναγόμενη 2 με ημερομηνία 09/09/2011. Ως Τεκμήριο 29 κατατέθηκε η συμφωνία εγγύησης που αφορά τους Εναγόμενους 3, 4 και 5. Ως Τεκμήριο 30 κατατέθηκε η σύμβαση υποθήκης με αρ. Υ258/2005. Ως Τεκμήριο 31 κατατέθηκε απόσπασμα των πρακτικών του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης 1 με ημερ. 27/12/2004. Ως Τεκμήριο 32 κατατέθηκε η σύμβαση που αφορά την Υποθήκη Υ17890/2007. Ως Τεκμήριο 33 κατατέθηκε η σύμβαση Υποθήκης με αρ. Υ17900/2007 μαζί με τον τίτλο ιδιοκτησίας και ως Τεκμήριο 34 κατατέθηκαν οι δέσμες εγγραφής των Ομολόγων Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης σε σχέση με την Εναγόμενη 1.
Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι τον φάκελο που αφορά τα συγκεκριμένα δάνεια τον είχε αναλάβει όταν εργοδοτείτο στην Τράπεζα Κύπρου. Παραδέχθηκε ότι δεν ήταν παρών όταν είχαν παραχωρηθεί τα δάνεια και δήλωσε ότι δεν ήταν εμπλεκόμενος στην παραχώρηση τους. Ερωτηθείς με ποιο τρόπο αποστέλλονταν οι καταστάσεις λογαριασμού προς τους Εναγόμενους ισχυρίστηκε ότι αποστέλλονταν με κανονικό ταχυδρομείο στη διεύθυνση που δηλωνόταν από τον πελάτη κατά την παραχώρηση των διευκολύνσεων όμως η συγκεκριμένη διεύθυνση μπορούσε να αλλάξει κατά την επιθυμία του πελάτη. Όταν του υποβλήθηκε ότι η συγκεκριμένη πρακτική πιθανό να μην ακολουθείτο στην Λαϊκή Τράπεζα, ο ίδιος αρνήθηκε την υποβολή και σημείωσε ότι γνωρίζει προσωπικά τη διαδικασία, λόγω του ότι είχε εργαστεί στην Λαϊκή Τράπεζα, ότι οι λογαριασμοί αποστέλλονταν με τον ίδιο τρόπο. Εξέφρασε την άποψη ότι οι Εναγόμενοι ουδέποτε είχαν διαμαρτυρηθεί ότι δεν είχαν παραλάβει τις καταστάσεις λογαριασμού. Όταν του υποβλήθηκε ότι η Τράπεζα προσέφερε δάνεια σε ανθρώπους που δεν είχαν την δανειοληπτική ικανότητα ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι πρόκειται για δύο επιχειρήσεις καθώς και άτομα που ασχολούνται με το επιχειρείν, συγκεκριμένα με αγοραπωλησίες ακινήτων και την ανάπτυξη γης, οι οποίοι γνώριζαν πολύ καλά πώς να δανείζονται. Προώθησε τη θέση ότι το έγγραφο του δανείου είχε υπογραφτεί από όλες τις πλευρές με ελεύθερη βούληση. Υπέδειξε τις υπογραφές της Τράπεζας, των δανειοληπτών καθώς και των δύο μαρτύρων.
Εξήγησε ότι οι συμβάσεις δανείων υπογράφονται μετά από μια σειρά διαβουλεύσεων μεταξύ της Τράπεζας και του κάθε δανειολήπτη. Στις διαβουλεύσεις συζητούνται και συμφωνούνται το ύψος του δανείου, το επιτόκιο, οι όροι καθώς και άλλα θέματα που άπτονται του δανεισμού. Όλα τα στοιχεία που συμφωνούνται καταγράφονται στη σύμβαση δανείου. Οι δανειολήπτες, κατά την προσέλευση τους για υπογραφή της σύμβασης δανεισμού, ενημερώνονται για τους όρους του δανείου, το ποσό του δανείου και τα επιτόκια. Υποστήριξε ότι όλα τα στοιχεία αναγράφονται στην σύμβαση. Όσον αφορά τη λήψη νομικής συμβουλής, πριν την υπογραφή της συμφωνίας δανείου, οι δανειολήπτες μπορούν να λάβουν τέτοια συμβουλή και εν πάση περιπτώσει ο όρος 13 της σύμβασης δανείου καταγράφει ότι ο δανειολήπτης δηλώνει και κατανοεί πλήρως το δικαίωμα του να εξετάσει το περιεχόμενο της συμφωνίας δανείου με δικηγόρο της επιλογής του.
Όταν του υποβλήθηκε ότι δεν επεξηγήθηκαν οι κίνδυνοι του δανεισμού στους Εναγόμενους επανέλαβε τη θέση του ότι τα συγκεκριμένα ζητήματα επεξηγούνται πλήρως, έτσι ώστε οι δανειολήπτες να γνωρίζουν το κόστος του δανεισμού τους. Όσον αφορά τον τρόπο χρέωσης του επιτοκίου παρέπεμψε στην παράγραφο 2 της Συμφωνίας δανεισμού. Ερωτηθείς πότε ξεκίνησε η καθυστέρηση στην καταβολή των δόσεων της Εναγόμενης 1 υπέδειξε ότι ξεκίνησε από το 2011. Όσον αφορά την τροποποιητική συμφωνία ημερ. 30/06/2008 ήταν η θέση του ότι παραχωρήθηκε έτσι ώστε να δοθεί στους δανειολήπτες μία διευκόλυνση για την διαγραφή των καθυστερήσεων και για επανόρθωση της κατάστασης. Προώθησε την άποψη ότι δεν συνηθίζει η Τράπεζα, από μόνη της, να παραχωρεί δάνεια και ότι συνήθως είναι οι πελάτες που απευθύνονται στην Τράπεζα για παραχώρηση δανείου. Του υποβλήθηκε ότι η Εναγόμενη 1 δεν μπορούσε να πληρώνει και γι΄ αυτό είχε αιτηθεί και την τροποποίηση της σύμβασης. Ο ίδιος δεν ήταν παρών όμως δήλωσε ότι τροποποιητικές συμφωνίες μπορούν να καταρτιστούν για να παρασχεθεί βοήθεια στους δανειολήπτες. Εξήγησε, ότι οι τροποποιητικές συμφωνίες γίνονται για τη διευκόλυνση των πελατών με την αλλαγή της δόσης.
Σε σχέση με την αύξηση του περιθωρίου επιτοκίου ερωτηθείς προώθησε τη θέση ότι είχε γίνει με διαβούλευση μεταξύ των μερών. Επέσυρε την προσοχή στο γεγονός ότι, σύμφωνα με τη Σύμβαση, η Τράπεζα δικαιούται να αυξομειώσει το περιθώριο όταν οι συνθήκες της αγοράς το υπαγορεύουν. Οι συγκεκριμένες τροποποιήσεις στο περιθώριο επιτοκίου κοινοποιήθηκαν στους δανειολήπτες με επιστολή. Υπέδειξε στο Τεκμήριο 19Α τον τίτλο «Ειδοποίηση Αλλαγής Επιτοκίων».
Όσον αφορά την παραχώρηση του δεύτερου δανείου ήταν η δική του θέση ότι είχε εξεταστεί εκ νέου η δανειοληπτική ικανότητα της Εναγόμενης 1 και η Τράπεζα έκρινε ότι παρά το γεγονός ότι παρουσιάζονταν κάποιες καθυστερήσεις στο πρώτο δάνειο αυτές διευθετήθηκαν και για αυτό προχώρησε στην παραχώρηση του νέου δανείου. Ερωτηθείς παραδέχθηκε ότι συνιστούσε πρακτική των τραπεζών να γίνεται η αποπληρωμή των δανείων με μία δόση. Επέμενε στη θέση του ότι τα ποσά των δανείων, που ζητούνται ως οφειλόμενα, είχαν προκύψει με βάση τις συμφωνίες και με ανατοκισμό δύο φορές τον χρόνο. Όσον αφορά την εγγύηση παρέπεμψε στο Τεκμήριο 29, στη σελίδα 4, για να καταλήξει ότι οι ίδιοι οι εγγυητές υπέγραψαν με ελεύθερη τη συναίνεση τους.
Όταν του υποβλήθηκε ότι οι καταγραφές στις καταστάσεις λογαριασμών δεν ήταν ακριβείς ο ίδιος προώθησε τη θέση ότι όλες οι πράξεις που γίνονται στους λογαριασμούς, είτε χρεώσεις είτε πιστώσεις, ελέγχονται σε πολύ μεγάλο βαθμό από την ίδια την τράπεζα. Επιπρόσθετα τόνισε ότι δεν είχε γίνει, οποτεδήποτε, από πλευράς των δανειοληπτών οποιοδήποτε παράπονο για άκυρες χρεώσεις ή για πιστώσεις που δεν έπρεπε να γίνουν. Ισχυρίστηκε ότι οι οποιεσδήποτε χρεώσεις στους λογαριασμούς γίνονται με βάση τη συμφωνία που υπάρχει μεταξύ των μερών για την παραχώρηση του δανείου. Εξήγησε ότι στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού ο ίδιος είχε χρησιμοποιήσει 365 ημέρες τον χρόνο και όχι τις 360 που καταγράφονται στη σύμβαση δανεισμού. Διευκρίνισε επίσης ότι οι αναδομημένες καταστάσεις είχαν γίνει σε μία προσπάθεια εξεύρεσης λύσης με τους δανειολήπτες γι΄ αυτό και το ποσό είναι μειωμένο συγκρινόμενο με τις κανονικές καταστάσεις λογαριασμού.
Δεύτερος έδωσε μαρτυρία ο Μάριος Σοφρωνίου, Μ.Ε.2, ο οποίος εργάζεται στην Ενάγουσα. Παρέθεσε τις θέσεις του σε γραπτό κείμενο το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο 2. Στη γραπτή του δήλωση καταγράφει ότι εργαζόταν αρχικά στη Λαϊκή Τράπεζα και ακολούθως στην Τράπεζα Κύπρου ως λειτουργός στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών. Σήμερα εργοδοτείται στην Themis. Λόγω της θέσης του γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένος στην κατάρτιση της δήλωσης. Η πληροφόρηση του προκύπτει από το περιεχόμενο του φακέλου, ο οποίος βρίσκεται στον έλεγχο και τη φύλαξη της υπηρεσίας στην οποία υπηρετεί. Από έλεγχο των εγγράφων που έχει στην κατοχή του προέκυψε ότι οι Εναγόμενοι 3, 4 και 5, οι οποίοι υπέγραψαν προσωπικές εγγυήσεις, ήταν διευθυντές της Εναγόμενης 1 και παραχωρήθηκαν σχετικά πρακτικά της εταιρείας που υπογράφτηκαν από αυτούς σε σχέση με τον δανεισμό. Παρέπεμψε στο Τεκμήριο 31, το πρακτικό συνεδρίας της Εναγόμενης 1, το οποίο αφορούσε την παραχώρηση της υποθήκης Υ258/2008. Οι Εναγόμενοι 3, 4 και 5 υπέγραψαν τη σύμβαση εγγύησης, η οποία εμπεριείχε σχετική δήλωση ότι υπέγραφαν με ελεύθερη βούληση και με πλήρη αντίληψη των προνοιών και των όρων του εγγράφου και παράλληλα αναγνώριζαν το δικαίωμα τους να συμβουλευτούν δικηγόρο εφόσον οι ίδιοι το επιθυμούσαν.
Κατέθεσε ως Τεκμήριο 35 δισέλιδο έγγραφο που αφορά έρευνα στον Έφορο Εταιρειών.
Αντεξετασθείς δήλωσε ότι έχει στην ευθύνη του αριθμού των υποθέσεων που μεταφέρθηκαν από την Τράπεζα Κύπρου στην Ενάγουσα και ότι παρουσιάζεται στο Δικαστήριο ως μάρτυρας παρουσίασης τεκμηρίων για απόδειξη του χρέους. Εξήγησε, ότι έχει πρόσβαση στο συγκεκριμένο φάκελο που αφορά τον δανεισμό των Εναγόμενων, τον οποίο έχει μελετήσει. Ερωτηθείς ανέφερε ότι οι συμφωνίες δανεισμού περιέχουν ξεκάθαρο όρο ότι οι δανειολήπτες μπορούν να συμβουλευτούν τον δικηγόρο τους πριν υπογράψουν την δανειακή σύμβαση. Προώθησε την άποψη ότι η πρακτική που ακολουθούν οι τράπεζες είναι να μην πιέζουν οποιονδήποτε να υπογράψει, αλλά να εξετάζουν αιτήσεις για παραχώρηση διευκολύνσεων. Προώθησε τη θέση ότι οι Εναγόμενοι 3, 4 και 5, ως διευθυντές της εταιρείας, όφειλαν πριν υπογράψουν την διευκόλυνση να διενεργήσουν συνεδρία κατά την οποία να υπογραφτούν πρακτικά τα οποία να προσκομιστούν στην τράπεζα, το οποίο και έπραξαν. Ισχυρίστηκε ότι οι Εναγόμενοι γνώριζαν τι εξασφαλίσεις θα παραχωρούσαν. Εξήγησε ότι η προσωπική εγγύηση που υπέγραψαν ήταν προς όφελος της εταιρείας και προς εξασφάλιση της δικής της υποχρέωσης. Υπέδειξε, στο Τεκμήριο 29, την δεύτερη παράγραφο της τελευταίας σελίδας στην οποία δηλώνεται ότι οι Εναγόμενοι 3, 4 και 5 υπέγραφαν με ελεύθερη τη βούληση.
Για την Υπεράσπιση μαρτυρία δόθηκε από τον Ζουβάνη Κουζαλή, Εναγόμενο 4, ο οποίος παρέθεσε τις θέσεις του σε γραπτό κείμενο το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο 3. Στη γραπτή του δήλωση κατέγραψε ότι είναι Διευθυντής της Εναγόμενης 1 και ότι στις 30/10/2007, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της Εναγόμενης 1, είχε υπογράψει την πρώτη σύμβαση δανείου με τη Λαϊκή Τράπεζα και στις 09/09/2011 είχε υπογράψει δεύτερη σύμβαση δανείου. Ο ίδιος ποτέ δεν είχε λάβει οποιαδήποτε έγκυρη, σαφή ή/και κατανοητή ειδοποίηση αναφορικά με την μεταφορά ή/και εκχώρηση των συγκεκριμένων πιστωτικών διευκολύνσεων στην εταιρεία Themis. Δεν του επιδόθηκε, ούτε και περιήλθε σε γνώση της Εναγόμενης 1 η αλλαγή πιστωτή και ουδέποτε του εξηγήθηκαν οι νομικές και πρακτικές συνέπειες της συγκεκριμένης μεταφοράς ή το δικαίωμά του να ενημερωθεί πλήρως έτσι ώστε να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της. Η συμφωνία ημερ. 30/10/2007 και η τροποποιητική συμφωνία ημερ. 30/06/2008 είχαν υπογραφτεί συνεπεία παραπληροφόρησης και χωρίς ο ίδιος να αντιληφθεί πλήρως τους όρους, ενώ δεν του δόθηκε επαρκής χρόνος για να τους μελετήσει, ούτε και του εξηγήθηκαν αναλυτικά και κατανοητά. Επιπρόσθετα, ουδέποτε ελέγχθηκε από την Ενάγουσα η ικανότητα της Εναγόμενης 1 για αποπληρωμή των δανείων και ουδέποτε ζητήθηκαν οποιαδήποτε στοιχεία για την οικονομική της κατάσταση. Προωθεί τη θέση ότι οι όροι τόσο των συμφωνιών καθώς και της τροποποιητικής συμφωνίας είναι παράνομοι, καταχρηστικοί και υπέρμετρα ετεροβαρείς. Παρά το γεγονός ότι η Ενάγουσα παρουσίασε τη συμφωνία ως συμφέρουσα λύση, στην ουσία παγίδευσε την Εναγόμενη 1 με την επιβολή όρων καταγραμμένων σε τυποποιημένο έγγραφο, χωρίς να της παρασχεθεί ουσιαστική δυνατότητα διαπραγμάτευσης. Ούτε και δόθηκε δυνατότητα λήψης ανεξάρτητης νομικής ή οικονομικής συμβουλής πριν από την υπογραφή. Ισχυρίζεται ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο η οικονομική κατάσταση της Εναγόμενης 1 ήταν ήδη επιβαρυμένη και δεν ήταν αξιόχρεη και η Τράπεζα όφειλε να το γνωρίζει.
Προωθεί τη θέση ότι ο λογαριασμός [ ] φέρει χρεωστικό υπόλοιπο που είναι το αποτέλεσμα παράνομων χρεώσεων και τόκων επί τόκων αλλά και παράνομων κεφαλαιοποιήσεων των τόκων και ως εκ τούτου είναι άκυρο αφού η Ενάγουσα χρεωπίστωνε το συγκεκριμένο δάνειο εσφαλμένα, αυθαίρετα, παράνομα, καθ΄ υπέρβαση και αντισυμβατικά. Ενέκρινε το συγκεκριμένο δάνειο και την τροποποιητική συμφωνία, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος δεν πληρούσε τα κριτήρια πιστοληπτικής ικανότητας και ενώ η Εναγόμενη 1 δεν μπορούσε να αποπληρώσει τα χρέη της η Ενάγουσα της παραχώρησε νέες διευκολύνσεις στις 26/09/2011. Το δεύτερο δάνειο περιείχε όρο αποπληρωμής σε μία μόνο δόση. Δηλαδή, ενώ η Εναγόμενη 1 δεν μπορούσε να αποπληρώσει τις ήδη παραχωρηθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις της παραχωρήθηκε δάνειο με τόσο επαχθή και δυσβάστακτο όρο. Αποτέλεσμα αυτού ήταν η αύξηση του κινδύνου χωρίς να βελτιωθεί η θέση της Εναγόμενης 1. Κατά το χρόνο υπογραφής της σύμβασης δεν επεξηγήθηκε στην Εναγόμενη 1 και στους αξιωματούχους της ο τρόπος χρέωσης και επιβάρυνσης του επίδικου δανείου, ούτε εξηγήθηκαν οι όροι, οι νομικές συνέπειες και οι κίνδυνοι που η Εναγόμενη 1 λάμβανε κατά την υπογραφή της συμφωνίας ημερ. 09/09/2011, της οποίας οι όροι είναι παράνομοι, καταπιεστικοί και υπέρμετρα ετεροβαρής.
Καταγράφει ότι η Ενάγουσα ουδέποτε ενημέρωσε την Εναγόμενη 1 με οποιαδήποτε επιστολή ή/και με οποιαδήποτε δημοσίευση στον τύπο για το επιτόκιο του επίδικου λογαριασμού ή για την αύξηση του περιθωρίου του λογαριασμού. Διατείνεται ότι δεν προτάθηκαν οποιεσδήποτε εναλλακτικές λύσεις ή πιο ήπιες μορφές χρηματοδότησης συμβατές με την πραγματική οικονομική κατάσταση της Εναγόμενης 1 και ότι η Ενάγουσα συνέβαλε ουσιωδώς στην δημιουργία και την επιδείνωση της οικονομικής αδυναμίας της. Η έλλειψη διαφάνειας και επαρκούς ενημέρωσης αποστέρησε από τους Εναγόμενους την δυνατότητα λήψης συνειδητής και τεκμηριωμένης απόφασης αφού αν ενημερώνονταν για τους όρους, τους κινδύνους και το πραγματικό κόστος των δανείων δεν θα προχωρούσαν στην σύναψη τους. Η Εναγόμενη 1 ουδέποτε ενήργησε με πρόθεση καταστρατήγησης των υποχρεώσεων της αλλά ενεργούσε καλόπιστα βασιζόμενη στις διαβεβαιώσεις και καθοδηγήσεις των λειτουργών της τράπεζας, η οποία δεν τήρησε τις αρχές της καλής πίστης και της διαφάνειας.
Αντεξετασθείς ανέφερε ότι η Εναγόμενη 1 ασχολείται με την ανάπτυξη γης και συγκεκριμένα αγόραζε ακίνητα με αντιπαροχή και έκτιζε κατοικίες. Παραδέχθηκε ότι η συγκεκριμένη εταιρεία είχε λάβει δάνεια πριν την λήψη των επίδικων και ότι συνεχίζει να διατηρεί κάποια από αυτά. Προώθησε τη θέση ότι οι τράπεζες έκαναν κόλπα και αντί να δίνουν χρόνο στους δανειολήπτες, ήτοι αντί να παγοποιήσουν τα δάνεια κατά το χρόνο της κρίσης, έβρισκαν την ευκαιρία να προβαίνουν σε αλλαγές χωρίς να δίδουν το χρόνο στους δανειολήπτες να διερευνήσουν τις συγκεκριμένες αλλαγές.
Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 17 αναγνώρισε τα αρχικά του και την υπογραφή του στην δεύτερη σελίδα καθώς και τα στοιχεία της Εναγόμενης 1. Όταν του υποβλήθηκε ότι ο ίδιος λάμβανε τις ειδοποιήσεις που αποστέλλονταν από την Ενάγουσα παραδέχθηκε ότι πολλές φορές είχε κληθεί στην τράπεζα για την υπογραφή εγγράφων, τα οποία μπορεί να απαιτούσαν βδομάδες μελέτης και οι ίδιοι πιέζονταν να τα υπογράψουν μέσα σε 5 με 10 λεπτά. Όταν του επαναλήφθηκε η ερώτηση παραδέχθηκε ότι λάμβανε ειδοποιήσεις από την τράπεζα. Προώθησε τη θέση ότι του δόθηκαν δάνεια τα οποία ο ίδιος δεν επιθυμούσε. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 11, η συμφωνία ημερ. 30/10/2007 και συγκεκριμένα ο όρος 13 παραδέχθηκε ότι ο ίδιος τον είχε διαβάσει και ότι αυτό που είχε συμβεί ήταν ότι η τράπεζα είχε χρησιμοποιήσει τον αδελφό του, προσκομίζοντας του έγγραφα τα οποία ο ίδιος δεν μπορούσε να μελετήσει και πιέζοντας τον να τα υπογράψει σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα ενώ απαιτείτο από τον ίδιο η υπογραφή σωρείας εγγράφων.
Ερωτηθείς κατά πόσο ο ίδιος έβλεπε τις καταστάσεις λογαριασμών που του έστελνε η τράπεζα απάντησε καταφατικά και προώθησε τη θέση ότι στις συγκεκριμένες καταστάσεις λογαριασμών γίνονταν υπερχρεώσεις. Ήταν η θέση του ότι αναγνώριζε, κατά τη λήψη των καταστάσεων λογαριασμών, ότι περιείχαν παράνομες χρεώσεις όμως δεν έπραξε οτιδήποτε. Δικαιολόγησε τη θέση του αναφέροντας ότι δεν του δίδετο χρόνος αφού οι επιστολές παραλαμβάνονταν από το ταχυδρομείο χωρίς την οποιαδήποτε διαπραγμάτευση ή διάλογο με την τράπεζα. Όταν του υποβλήθηκε ότι υπήρχαν πρακτικά συνεδρίας του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης 1 που αφορούσαν τη λήψη του δανείου και την παραχώρηση εξασφάλισης για το δάνειο παραδέχθηκε ότι πράγματι έγινε συνεδρία για κάθε ένα από τα δάνεια. Ισχυρίστηκε ότι με την κρίση τα πράγματα δυσκόλεψαν και η Εναγόμενη 1 περιήλθε σε μία κατάσταση στην οποία δεν μπορούσε να αποπληρώνει πλέον τα δάνεια. Κατέληξε, ότι λήφθηκαν δάνεια όμως προς το συμφέρον της Ενάγουσας και ότι πριν από την κρίση η τράπεζα βοηθούσε τις Εναγόμενες 1 και 2 και ότι το πρόβλημα ξεκίνησε κατά την κρίση, ήτοι το 2017. Αρνήθηκε ότι γνώριζε τι υπέγραφε και εξήγησε ότι δεν είναι θέμα του τι γνώριζε αλλά το γεγονός ότι δεν παραχωρείτο, κατά την υπογραφή των συμβάσεων, αρκετός χρόνος για τη μελέτη τους.
Και οι δυο πλευρές προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις με τη διαβίβαση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων το περιεχόμενο των οποίων είναι υπόψη του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο θα αναφερθεί σ΄ αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. Και οι δυο συνήγοροι προώθησαν τις θέσεις τους με αναφορά στις αρχές και τη νομολογία.
AΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ – ΕΥΡΗΜΑΤΑ
Η αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας, όπως έχει νομολογηθεί, δεν μπορεί να απομονωθεί από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 339, έχει εξηγηθεί ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας. Η αποδοχή ή η απόρριψη μιας μαρτυρίας θα πρέπει να γίνεται με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του μάρτυρα στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια.
Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, αναφορά μπορεί να γίνει και στην ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, εκδ. 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυς που καταθέτει, αποτελεί, σε γενικές γραμμές, στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητά του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση βλ. Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου (2013) 1 Α.Α.Δ. 1166, C. & A. Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου (1999) 1(B) Α.Α.Δ. 1273.
Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σ΄αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να ενθυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία καταθέτουν.
Οι Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 δεν είχαν οποιαδήποτε προσωπική εμπλοκή στην κατάρτιση των συμφωνιών και η πληροφόρησή τους αντλείται από το περιεχόμενο του φακέλου που αφορά τις συγκεκριμένες τραπεζικές διευκολύνσεις αλλά και από τη συνήθη πρακτική της Τράπεζας. Η μαρτυρία τους δεν αντικρούστηκε με οποιαδήποτε στοιχεία από τους Εναγόμενους όσον αφορά τόσο τους όρους των συμφωνιών δανεισμού όσο και για τα υπόλοιπα των δύο δανειακών συμβάσεων. Δεν αντεξετάστηκαν αναφορικά με την ορθότητα των οφειλόμενων ποσών ή σε σχέση με οποιαδήποτε καταχώρηση στις καταστάσεις λογαριασμών ή τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού. Ενόψει του ότι η μαρτυρία τους δεν έχει αμφισβητηθεί, γίνεται αποδεκτή αφού υποστηρίζεται και από το περιεχόμενο των δανειακών συμβάσεων, από την σύμβαση υποθήκης, από τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 1 καθώς και από τα Ομόλογα Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης τα οποία αφορούν περιουσία της Εναγόμενης 1.
Εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο δεν διέκρινε ότι οι δύο μάρτυρες διακατέχονταν από οποιανδήποτε εμπάθεια ή από προσωπικό συμφέρον. Οι απαντήσεις που έδιδαν ήταν πειστικές και σε καμιά περίπτωση δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε τάση υπεκφυγής. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία τους για την εξαγωγή των δικών του συμπερασμάτων.
Όσον αφορά την μαρτυρία του Μ.Υ.1 διακατεχόταν από συναίσθημα και πικρία για το πως είχαν εξελιχθεί τα γεγονότα. Διαπιστώνεται ότι κατά την διάρκεια της μαρτυρίας του παραδέχθηκε σωρεία γεγονότων. Παραδέχθηκε ότι πράγματι είχε υπογράψει τις συγκεκριμένες συμβάσεις παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων καθώς και ότι παραλάμβανε τις ειδοποιήσεις που αποστέλλονταν από την Τράπεζα. Επίσης παραδέχθηκε ότι είχε διαβάσει τον όρο 13 του Τεκμηρίου 11, που προνοούσε για το δικαίωμα του κάθε πελάτη της Τράπεζας «να επισκοπήσει όλες τις όψης της παρούσας Συμφωνίας με δικηγόρο της εκλογής του, ότι είχε την ευκαιρία να συμβουλευθεί δικηγόρο της εκλογής του, ότι έχει προσεκτικά αναγνώσει και πλήρως κατανοήσει όλες τις πρόνοιες της παρούσας Συμφωνίας και ότι ελεύθερα, εγνωσμένα και εθελούσια συμβάλλεται και υπογράφει την παρούσα συμφωνία.». Σημειώνεται επίσης η παραδοχή του ότι πράγματι γινόταν συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 1 πριν από κάθε δάνειο. Επιπλέον παραδέχθηκε ότι η Εναγόμενη 1 είχε λάβει και στο παρελθόν δάνεια αφού ασχολείται με την ανάπτυξη γης. Ταυτόχρονα παραδέχθηκε ότι η Τράπεζα του απέστελλε καταστάσεις λογαριασμού χωρίς οποτεδήποτε να διαμαρτύρεται ενώ, ως ισχυρίζεται, γνώριζε ότι υπήρχαν παράνομες χρεώσεις.
Δεν μπορεί να γίνει πιστευτή η θέση του ότι του δόθηκαν δάνεια που δεν επιθυμούσε. Εδώ ανοίγεται και το κεφάλαιο της εξουσιοδότησης. Στην γραπτή του δήλωση, παράγραφος 1, κατέγραψε ότι είναι Διευθυντής της Εναγόμενης 1 και υπό την ιδιότητά του ως Διευθυντής της Εναγόμενης 1 προβαίνει στις συγκεκριμένες δηλώσεις. Δεν ανέφερε κατά πόσο έχει εξουσιοδότηση από την Εναγόμενη 2 εταιρεία και από τους Εναγόμενους 3 και 5 να δώσει μαρτυρία εκ μέρους τους. Επίσης δεν διευκρίνισε κατά πόσο οι θέσεις που προώθησε τον αφορούσαν ως εγγυητή ή τις προωθούσε ως διευθυντής της Εναγόμενης 1. Το γεγονός αυτό έχει αντίκτυπο στην εφαρμογή των νομικών αρχών, για λόγους που θα καταστούν εμφανείς στην συνέχεια. Δεν μπορεί να παραγνωριστεί η δική του θέση ότι η Εναγόμενη 1, λόγω της οικονομικής κρίσης το 2017, περιήλθε σε μια δεινή οικονομική κατάσταση. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός καταρρίπτει την θέση του ότι δόθηκαν, στην Εναγόμενη 1, δάνεια που δεν ήθελε. Εν πάση περιπτώσει δεν αμφισβήτησε τα υπόλοιπα των λογαριασμών.
Οι παραδοχές του Μ.Υ.1 είναι καθοριστικές για την διαπίστωση των γεγονότων που αφορούν την υπόθεση. Προκύπτει από την μαρτυρία που προσκομίστηκε και κρίθηκε ως αξιόπιστη ότι είχαν υπογραφτεί από τον Εναγόμενο 4 εκ μέρους της Εναγόμενης 1 συμβάσεις για παραχώρηση τραπεζικών διευκολύνσεων. Η πρώτη δανειακή σύμβαση υπογράφτηκε το 2007 και τροποποιήθηκε το 2013. Η δεύτερη δανειακή σύμβαση υπογράφτηκε το 2011. Και οι δύο δανειακές συμβάσεις είχαν εγκριθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγόμενης 1. Οι όροι είχαν γίνει αποδεκτοί και ποσά ύψους €136.688,12 και €130.000 είχαν μεταφερθεί σε λογαριασμούς της Εναγόμενης 1. Η Εναγόμενη 1 παραχώρησε την υποθήκη Υ.258/2005 του Κτηματολογίου Λευκωσίας. Εγγυήθηκαν τις συγκεκριμένες πιστωτικές διευκολύνσεις οι Εναγόμενοι 2, 3, 4, 5 και 6. Παραχωρήθηκαν επίσης Ομόλογα Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης επί ολόκληρης της περιουσίας της Εναγόμενης 1 για τα ποσά των €68.344,06 και €200.000. Παρά την ανανέωση των τραπεζικών διευκολύνσεων η Εναγόμενη 1 δεν μπόρεσε ν’ ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της και οι συγκεκριμένες τραπεζικές διευκολύνσεις τερματίστηκαν με επιστολές ημερ. 15/02/2013 που είχαν παραληφθεί από τους αποδέκτες τους.
Εναντίον της Εναγόμενης 6 εκδόθηκε απόφαση με την οποία διατάχθηκε η εκποίηση των δύο υποθηκών που είχε παραχωρήσει ως εγγύηση, ήτοι της Υ17890/2007 και της Υ17900/2007 του Κτηματολογίου Λευκωσίας.
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη (1995) 1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva (2002) 1(Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά. (2002) 1(Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης (2011) 1(Α) Α.Α.Δ. 462:
«Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη.
Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη (1997) 1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)».
Η γενική αρχή σε μια πολιτική υπόθεση είναι ότι ο ενάγων έχει το γενικό βάρος ν΄ αποδείξει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση Χρυσάνθη Χρυσάνθου και Σταύρος Φραντζή ν. Αντρέα Φραντζή (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1295.
Αναφορά γίνεται και στο Σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη & Ν. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης» όπου στη σελίδα 196 και επέκεινα διαβάζονται τα ακόλουθα:
«Στις πολιτικές υποθέσεις, η επιτυχία της αγωγής εξαρτάται από το αν ο ενάγων θα παρουσιάσει επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία με την αναγκαία αποδεικτική βαρύτητα ώστε να ικανοποιήσει το εφαρμοζόμενο βάρος απόδειξης. Το επίπεδο απόδειξης είναι αυτό του ισοζύγιου των πιθανοτήτων.».
Υποστηρίχθηκε τόσο στην Υπεράσπιση καθώς και στην αγόρευση των Εναγομένων 1 – 5 ότι δεν ενημερώθηκαν για την μεταβίβαση των τραπεζικών διευκολύνσεων στην Ενάγουσα. Όμως τα Τεκμήρια 3, 4 και 5 εισηγούνται το αντίθετο. Δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία ότι οι συγκεκριμένες επιστολές δεν παραλήφθηκαν. Ως εκ τούτου ο συγκεκριμένος ισχυρισμός κρίνεται ανυπόστατος.
Όσον αφορά την αξίωση της Ενάγουσας, όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χαραλάμπους κ.ά. (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 829, σε υποθέσεις οι οποίες αφορούν σε κατ΄ ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση, είναι τα ακόλουθα: Πρώτον, η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κ.λπ., μαζί με τους όρους της. Δεύτερον, η παράβαση όρου της σύμβασης και τρίτον, ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Οι συγκεκριμένες αρχές επαναλήφθηκαν σε πρόσφατες αποφάσεις τόσο του Εφετείου καθώς και του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σχετικές είναι, μεταξύ άλλων, οι αποφάσεις Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α. ν. Χρίστη Χατημιτσή Πολ. Εφ.311/2022 ημερ. 30/01/2025, 1. Ιωάννη Τανή, 2. Ελένης Χαραλάμπου Κρασάρη ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Πολ. Εφ. 308/2016 ημερ. 23/10/2025 και Χαράλαμπος Γαλάζης ν. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ Πολ. Εφ. 405/19 ημερ. 27/02/2026.
Παρά την αρχική άρνηση σύναψης των δύο δανείων ο Μ.Υ.1 αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι συνάφθηκαν. Επίσης παραδέχθηκε ότι υπήρχαν καθυστερήσεις στην αποπληρωμή των συγκεκριμένων διευκολύνσεων λόγω της οικονομικής κατάστασης που επικρατούσε.
Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1238 η καταχώριση των αναδομημένων λογαριασμών δε κατέδειξε παράνομες ή καταχρηστικές χρεώσεις, ως ήταν η θέση της Υπεράσπισης, αλλά αντίθετα την υποβοήθησε με τη διαμόρφωση του τελικού υπολοίπου. Σε σχέση με τις καταστάσεις λογαριασμών που παρουσιάστηκαν σαν τραπεζικά βιβλία δυνάμει του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, οι συγκεκριμένες καταστάσεις και τα πιστοποιητικά που τις αφορούν (Τεκμήρια 24, 25, 26 και 27) αποτελούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη του περιεχομένου τους. Δεν δόθηκε μαρτυρία ικανή να δικαιολογήσει την θέση των Εναγόμενων ότι υπήρχαν παράνομες χρεώσεις. Το βάρος απόδειξης βρισκόταν στους ώμους των Εναγόμενων 1 – 5 να αποδείξουν την ύπαρξη οποιονδήποτε λανθασμένων καταχωρίσεων. Όμως ο Μ.Υ.1 δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια γεγονότα που να διαφοροποιούν τις χρεώσεις που εμφαίνονταν στις επίδικες καταστάσεις λογαριασμών. Αντίθετα παραλάμβανε τις καταστάσεις λογαριασμού, σύμφωνα με την μαρτυρία του, χωρίς να διαμαρτύρεται με οποιονδήποτε τρόπο.
Λαμβάνοντας καθοδήγηση από το σκεπτικό της απόφασης Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Οικονόμου (2014) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2287 από τη στιγμή που ο Μ.Υ.1 δεν αμφισβήτησε συγκεκριμένες χρεώσεις των επίδικων λογαριασμών ούτε καν αρνήθηκε το οφειλόμενο ποσό δεν επιτρέπεται στο Δικαστήριο, από μόνο του, να υπεισέλθει σε λεπτομερή έλεγχο και να προβεί σε λογιστικούς και μαθηματικούς υπολογισμούς ως προς τις χρεώσεις τόκων ή οποιονδήποτε άλλων επιβαρύνσεων. Η Υπεράσπιση, σύμφωνα με την νομολογία, θα πρέπει να υποβάλλει ξεκάθαρες ερωτήσεις σε σχέση με τους επίδικους λογαριασμούς προς το σκοπό αμφισβήτησης οποιωνδήποτε χρεώσεων και οι γενικές και αόριστες υποβολές προς αμφισβήτηση του υπολοίπου χωρίς αντεξέταση επί των σχετικών εγγράφων και λεπτομερειών επί των καταστάσεων λογαριασμού δεν μπορούν να οδηγήσουν σε συμπέρασμα περί μη απόσεισης του βάρους απόδειξης του ενάγοντος βλ. Γεωργιάδη κ.ά ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Πολ. Εφ. 376/2014 ημερ. 16/03/2023, ECLI:CY:AD:2023:A90.
Ως εκ τούτου τόσο ο τερματισμός των δύο συμβάσεων όσο και το υπόλοιπο του κάθε λογαριασμού έχουν αποδειχθεί.
Αυτό που αμφισβητήθηκε, ως διαφάνηκε μέσα από την αντεξέταση, είναι κατά πόσο οι όροι του δανείου είχαν τύχει διαπραγμάτευσης και κατά πόσο είχε δοθεί ο χρόνος μελέτης του περιεχομένου των δανειακών συμβάσεων. Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Σταύρος Γεωργιάδης ν. Marfin Popular Bank Public Co Ltd Πολ. Εφ. 195/18 ημερ. 18/12/2024 διαβάζονται τα ακόλουθα σχετικά με την εξέταση ισχυρισμών για την καταχρηστικότητα συμβατικών όρων:
«Κατ' αρχάς είναι σημαντικό να τονισθεί ότι υπάρχει αυτεπάγγελτη (ex officio) υποχρέωση, το εκδικάζον Δικαστήριο - νοουμένου ότι υπάρχουν τα νομικά και πραγματικά στοιχεία ενώπιον του - να αποτιμά τυχόν καταχρηστικότητα συμβατικών όρων, πέραν και ανεξαρτήτως των προβαλλόμενων ενώπιον του επιχειρημάτων (βλ. Απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2017, Banco Primus, C‑421/14, EU:C:2017:60, σκέψη 42, Απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Gutiérrez Naranjo κ.λπ., C‑154/15, C‑307/15 και C‑308/15, EU:C:2016:980, σκέψη 59, Απόφαση της 17ης Μαΐου 2022, MA κατά Ibercaja Banco SA παρισταμένου του PO, C‑600/19, ECLI:EU:C:2022:394, σκέψη 37 και Απόφαση της 18 Ιανουαρίου 2024, Gein Noble Bank and Others (C-531/22 EU:C:2024:58 par.42). »
Όμως θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι δανειολήπτης και στις δύο δανειακές συμβάσεις είναι η εταιρεία, η Εναγόμενη 1, ήτοι νομικό πρόσωπο καθώς επίσης και ότι οι Εναγόμενοι 3 και 5 δεν προώθησαν οποιαδήποτε θέση περί μη λήψης νομικής συμβουλής. Ο Εναγόμενος 4, Μ.Υ.1, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έδιδε μαρτυρία και για τους συγκεκριμένους Εναγόμενους. Δεν παρουσιάστηκε οποιοδήποτε έγγραφο ότι ο Εναγόμενος 4 ήταν εξουσιοδοτημένος και από τους Εναγόμενους 3 και 5.
Με τις πιο πάνω διευκρινήσεις κατά νου γίνεται παραπομπή στον περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμο, Ν.112(Ι)/2021 ο οποίος ρητά προσδιορίζει ότι εφαρμόζεται σε καταναλωτές, όπως ο συγκεκριμένος όρος έχει ερμηνευθεί στο άρθρο 2 αυτού, ήτοι σε κάθε φυσικό πρόσωπο. Η Εναγόμενη 1 είναι νομικό πρόσωπο και ως εκ τούτου ο συγκεκριμένος Νόμος δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωσή της. Όσον αφορά τις συμβάσεις εγγύησης αυτές συνιστούν ξεχωριστές συμβάσεις. Συνακόλουθα τα όσα προβάλλει η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγόμενων στις σελίδες 18 – 30 της γραπτής της αγόρευσης δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη.
Εξετάζοντας από την σκοπιά του Εναγόμενου 4 τους όρους των συγκεκριμένων δανειακών συμβάσεων, ήτοι ως εγγυητή, προκύπτει από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 29 και συγκεκριμένα τη «Δήλωση Εγγυητών» ότι ο ίδιος υπέγραψε ότι διάβασε προσεκτικά το έγγραφο εγγύησης και με την απόλυτη και ελεύθερη βούλησή του το υπέγραψε. Δέον να σημειωθεί ότι αποδέχθηκε την υπογραφή του συγκεκριμένου εγγράφου. Ως εκ των γεγονότων οι όποιοι ισχυρισμοί προωθήθηκαν με τον τρόπο που προωθήθηκαν είναι ανυπόστατοι.
Επιπρόσθετα ως προκύπτει από τον περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο του 2003 (Ν.97(Ι)/2003) «εγγυητής» μπορεί να είναι μόνο φυσικό πρόσωπο σύμφωνα με το άρθρο 2. Με γνώμονα ότι «ο παρών Νόμος δε θα εφαρμόζεται αναφορικά µε συμβάσεις εγγύησης στις περιπτώσεις που ο πρωτοφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο και ο εγγυητής κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης εγγύησης τελούσε υπό την ιδιότητα του διοικητικού συμβούλου του πρωτοφειλέτη» έπεται ότι οι πρόνοιες του Νόμου αυτού δεν μπορούν να εφαρμοστούν στον Εναγόμενο 4, ο οποίος, αν και εγγυητής, κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν διοικητικός σύμβουλος της Εναγόμενης 1 εταιρείας, Τεκμήριο 8. Η Εναγόμενη 2 είναι εταιρεία ενώ σε σχέση με τους Εναγόμενους 3 και 5 δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία.
Σε ότι δε αφορά τους Εναγόμενους 3 και 5 δεν δικογραφούνται γεγονότα και/ή στοιχεία που να δίδουν σαφή εικόνα επίκλησης ακυρότητας της σύμβασης εγγύησης με βάση τις πρόνοιες του Ν.97(Ι)/2003 ή με βάση τις πρόνοιες του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου, Ν.197(Ι)/13. Εν πάση περιπτώσει οι μάρτυρες Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 δεν αντεξετάστηκαν επί των ζητημάτων που καταγράφονται στις παραγράφους 11 και 12 της Υπεράσπισης. Συνεπώς παρέλκει η οποιαδήποτε εξέταση των συγκεκριμένων θεμάτων.
Συνακόλουθα από την μαρτυρία που έχει προσκομιστεί έχει αποδειχθεί η υπογραφή των δύο δανειακών συμβάσεων και οι όροι τους. Έχει επίσης αποδειχθεί η παράβαση των συγκεκριμένων δανειακών συμβάσεων αφού αποκαλύπτεται από τα Τεκμήρια 24 και 26 ότι δεν υπήρχαν πιστώσεις στους δανειακούς λογαριασμούς. Εν πάση περιπτώσει δεν προωθήθηκε ισχυρισμός ότι είχαν καταβληθεί οποιαδήποτε ποσά τα οποία δεν είχαν πιστωθεί.
Τέθηκε στην γραπτή αγόρευση της συνηγόρου των Εναγόμενων ότι δεν αποδείχθηκε το υπόλοιπο γιατί δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου το τραπεζικό βιβλίο ή/και μαρτυρία ότι οι καταχωρίσεις στο τραπεζικό βιβλίο μεταφέρθηκαν ορθά στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Προωθήθηκε η εισήγηση ότι η Ενάγουσα απέτυχε να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου αντίγραφο τραπεζικού βιβλίου που να πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου. Διαπιστώνεται ότι ο Μ.Ε.1 καταθέτοντας ανέφερε ότι ο ίδιος είχε τυπώσει την κατάσταση λογαριασμού από το ηλεκτρονικό σύστημα της Τράπεζας, στο οποίο διατηρούνται σε ηλεκτρονική μορφή τα τραπεζικά βιβλία. Εξήγησε ότι το συγκεκριμένο σύστημα λειτουργεί και τηρείται από την Τράπεζα για την συνήθη διεξαγωγή των εργασιών της και ότι έλεγξε τις καταχωρίσεις στην κατάσταση λογαριασμού με το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού υπολογιστή και ήταν τα ίδια. Στη γραπτή του δήλωση, στις παραγράφους 6, 7 και 8 του Εγγράφου 1, ο Μ.Ε.1 βεβαιώνει ότι η κατάσταση λογαριασμού εκτυπώθηκε από τον ίδιο, ότι το περιεχόμενο της συγκρίθηκε με το περιεχόμενο του τραπεζικού βιβλίου ηλεκτρονικής μορφής από το οποίο εκτυπώθηκε και διαπιστώθηκε ότι οι καταχωρήσεις ήταν ορθές και έγκυρες. Η ίδια διαβεβαίωση διαβάζεται στο πιστοποιητικό που συνοδεύει τα Τεκμήρια 25 και 27.
Το άρθρο 22 του Κεφ. 9 περιλαμβάνει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την αποδοχή αντίγραφου καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία και την ερμηνεία του όρου «τραπεζικά βιβλία». Στην μαρτυρία του Μ.Ε.1 γίνεται ρητή αναφορά ότι οι καταστάσεις λογαριασμού που κατέθεσε αποτελούν αντίγραφο τραπεζικών βιβλίων που τηρούνται σε ηλεκτρονική μορφή. Στον όρο «τραπεζικά βιβλία» περιλαμβάνονται και όλα τα αρχεία που τηρούνται σε ηλεκτρονική μορφή και επομένως προκύπτει ότι οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού αποτελούν αντίγραφα τραπεζικών βιβλίων που τηρούσε η Ενάγουσα. Στην απόφαση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. 1. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.α. (2009) 1 Α.Α.Δ. 479 λέχθηκε ότι «Οι καταστάσεις του λογαριασμού (Τ.9 και Τ.11), μαζί με την πιστοποίηση του αρμόδιου Λειτουργού της εφεσείουσας τράπεζας, ότι αυτά αποτελούσαν απόσπασμα του ηλεκτρονικού αρχείου της τράπεζας, συνιστούσαν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των σχετικών καταχωρίσεων (Άρθρο 22 του Κεφ.9 όπως έχει τροποποιηθεί).».
Στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Κυριακή Λιάπη Χ’ Ιωάννου κ.α. ν. Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων (ΚΕΔΙΠΕΣ) Πολ. Εφ. 446/19 ημερ. 12/03/2025 διαβάζονται τα ακόλουθα αναφορικά με το υπό συζήτηση θέμα:
«Στην Αργυρού κ.α. v. ΣΠΕ Μακράσυκας - Λάρνακας -Επαρχίας Αμμοχώστου ΛΤΔ Πολ. Εφ.325/2014 ημερ. 07/04/2023, ECLI:CY:AD:2023:A135 αναφέρθηκαν, απολύτως σχετικά, τα εξής:
«Κατ' αρχάς, το Πρωτόδικο Δικαστήριο, κατέληξε (για λόγους που δεν συνθέτουν αντικείμενο της παρούσας έφεσης), ότι η Κατάσταση Λογαριασμού/Τεκμήριο 15 (η οποία κατατέθηκε από τον ΜΕ), δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του Άρθρου 22, Κεφ.9.
Εντούτοις, η ικανοποίηση (ή όχι) των προαπαιτούμενων προς αποδοχή μαρτυρίας τού είδους που εννοείται στο Άρθρο 22, Κεφ.9 - και εν προκειμένω της Κατάστασης Λογαριασμού/Τεκμήριο 15 - δεν αποκλείει, στη συνήθη πορεία του πράγματος, την κατ' επιλογή του διαδίκου, παράλληλη ή και επάλληλη παρουσίαση άλλης παρόμοιας ή όμοιας αξιόπιστης (προφορικής ή και έγγραφης) μαρτυρίας προς απόδειξη (εν όλω ή εν μέρει), της αφορώσας απαίτησης, πέραν ή και εναλλακτικώς του Άρθρου 22, Κεφ.9 (βλ. κατ' αναλογίαν, Κόκκινου και Άλλης ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Π.Ε. 386/14, ημ.20.3.23, ECLI:CY:AD:2023:A124, ECLI:CY:AD:2023:A124).
Στη βάση τούτης της αρχής λοιπόν (αλλά και κατά δικαιική λογική) - και πολύ σωστά - είναι που ενήργησε το Πρωτόδικο Δικαστήριο, αντλώντας από την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ (και όσα αποδεκτώς την επικούρησαν). Αυτό, επειδή, ο ΜΕ στη γραπτή του κατάθεση/Έγγραφο Α (έκτασης πέντε τόσων πυκνογραμμένων σελίδων), παρουσίασε μέσω και της (άνευ ενστάσεως των Εφεσειόντων) κατάθεσης αντίστοιχων τεκμηρίων (βλ. Τεκμήρια 1-16Β), όσα έπρεπε για στοιχειοθέτηση των συστατικών γνωμόνων τής διεκδίκησης των Εφεσίβλητων και τελεσφόρηση της Αγωγής.»
Δεν διαπιστώνουμε συνεπώς οτιδήποτε το μεμπτό στην εν λόγω προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου.
Να επισημάνουμε εξάλλου ότι η ετοιμασία αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού αποτελεί πλέον διαδεδομένη, συνήθη και καθόλα αποδεκτή πρακτική των τραπεζών ώστε να αφαιρούνται κάποιες χρεώσεις και η επιβολή επιτοκίων προς ικανοποίηση του πελάτη (όπως έγινε δια του τεκμηρίου 10) ώστε με τον τρόπο αυτό, να ενθαρρύνεται η προσπάθεια εξεύρεσης συμβιβαστικής λύσης (βλ. Καλλικάς (ανωτέρω), Παπαχριστοφόρου κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ., (2015) 1 Α.Α.Δ. 2326, Καραγιάννης v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Πολ. Έφεση 70/2014, ημερ.17.11.2021, ECLI:CY:AD:2021:A528 και Ματολής v. Societe Generale Bank - Cyprus Ltd Πολ. Έφεση 362/19, ημερ.10.7.2024). ».
Και οι δύο μάρτυρες, Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2, κατά την μαρτυρία τους ανέφεραν ότι έχουν πρόσβαση στο φάκελο της υπόθεσης και στο ηλεκτρονικό σύστημα όσον αφορά τις επίδικες τραπεζικές διευκολύνσεις. Στο πιστοποιητικό που καταχωρίστηκε δυνάμει του άρθρου 35 του Κεφ. 9, το οποίο συνοδεύει την κατάσταση λογαριασμού βεβαιώνει ότι: «….έχω ελέγξει τις καταχωρίσεις που περιέχουν οι επισυνημμένες καταστάσεις του λογαριασμού, βεβαιώνω ότι συνάδουν πλήρως με τις καταχωρήσεις του Ηλεκτρονικού της Αρχείου.».
Υπό το φως όλης της μαρτυρίας που παρασχέθηκε από τους Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 έχει αποδειχθεί ότι οι καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 24 και 26, αποτελούν αντίγραφα των καταχωρήσεων στα τραπεζικά βιβλία που διατηρεί η Ενάγουσα και ως εκ τούτου αυτές αποτελούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των σχετικών καταχωρίσεων. Ως έχει νομολογηθεί το άρθρο 22 του Κεφ. 9 δημιουργεί ένα μαχητό τεκμήριο που αντιστρέφει το βάρος απόδειξης. Η συνέπεια της εφαρμογής του Τεκμηρίου είναι να υποβοηθηθεί ο διάδικος προς όφελος του οποίου αυτό εγείρεται και να αναμένει να δει κατά πόσο ο αντίδικος θα αμφισβητήσει το Τεκμήριο και θα παρουσιάσει ανταπόδειξη προς αντίκρουση του Τεκμηρίου. Το βάρος απόδειξης, επομένως, για αντίκρουση των καταχωρίσεων στους επίδικους λογαριασμούς, το είχαν οι Εναγόμενοι, στους ώμους των οποίων μετατέθηκε το αποδεικτικό βάρος απόδειξης και όφειλαν να καταδείξουν, αν αυτή ήταν η θέση τους, ότι δεν έγινε ανάληψη του ποσού του δανείου ή ότι υπήρξαν καταθέσεις ή οποιαδήποτε άλλα ποσά που έπρεπε να πιστωθούν στον λογαριασμό. Όμως καμιά αμφισβήτηση οποιασδήποτε συγκεκριμένης συναλλαγής - χρέωσης ή πίστωσης - έγινε κατά την αντεξέταση των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 - έτσι ουδεμία αμφισβήτηση της ορθότητας τους υπήρξε. Σχετική είναι η υπόθεση Παναγιώτης Ζερβός ν. Hellenic Bank Public Company Ltd (2013) 1 Α.Α.Δ. 2357.
Σχετικό είναι και το σκεπτικό της απόφασης Ιωαννίδης κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (2014) 1(Β) Α.Α.Δ. 1491 από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα:
«Η απόδειξη του υπολοίπου του λογαριασμού - Λόγος έφεσης 1.
Το βασικό παράπονο των Εφεσειόντων είναι ότι το πρωτόδικο δικαστήριο λανθασμένα αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού ως μαρτυρία του υπολοίπου του δανείου. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι συγκεκριμένες καταστάσεις λογαριασμών δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου και ούτε συνιστούσαν τραπεζικό βιβλίο σύμφωνα με το Νόμο.
Έχουμε εξετάσει το παράπονο των Εφεσειόντων και κατά την κρίση μας αυτό δεν ευσταθεί. Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά αποδέχθηκε τις καταστάσεις λογαριασμού, αφού οι Εφεσείοντες όχι μόνο δεν έφεραν ένσταση, αλλά ούτε και διατύπωσαν οποιαδήποτε επιφύλαξη στην κατάθεσή τους. Όμως ανεξαρτήτως τούτου, στη συνέχεια δεν κατάφεραν να αμφισβητήσουν το περιεχόμενο τους και ιδιαίτερα το υπόλοιπο που παρουσίαζαν.
Επίσης δεν ευσταθεί το παράπονο τους ως προς τη μη τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 22 του Κεφ. 9. Το δικαστήριο μπορεί να μην έκανε ειδική αναφορά στο άρθρο 22, αλλά από την όλη δομή της απόφασης είναι φανερό ότι είχε υπόψη του τις πρόνοιές του. Ανεξαρτήτως τούτου, οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 ικανοποιούνται αφού η Φωτεινή Βασιλείου, Μ.Ε.1, υπάλληλος της τράπεζας, στη μαρτυρία της έκανε ειδική αναφορά σ' αυτή την πτυχή της υπόθεσης, με αποτέλεσμα να πείσει την ευπαίδευτη Πρόεδρο του Δικαστηρίου για την ορθή τήρηση του Τραπεζικού Βιβλίου και την ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμού, οι οποίες αποτελούσαν μέρος του Τραπεζικού Βιβλίου. Σύμφωνα με το Νόμο, αντίγραφα των καταχωρίσεων σε Τραπεζικά Βιβλία γίνονται δεκτά δυνάμει του άρθρου 22 ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιων καταχωρίσεων και τέτοιων θεμάτων και δοσοληψιών που είναι καταχωρισμένες σ' αυτά (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α. (2009) 1Α ΑΑΔ 479). Στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε μαρτυρία από τη Μ.Ε.1 ότι οι Εφεσείοντες διατηρούσαν και φύλαγαν Τραπεζικό Βιβλίο, ότι αυτό ήταν ένα από τα συνήθη Βιβλία της τράπεζας και ότι οι καταχωρίσεις στο Βιβλίο γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας. Περαιτέρω, η Μ.Ε.1 διαβεβαίωσε ότι οι καταστάσεις λογαριασμών που παρουσίασε συγκρίθηκαν από την ίδια με τις αρχικές καταχωρίσεις στα Τραπεζικά Βιβλία και βρέθηκαν ορθές.
Παρά τη σαφή μαρτυρία της Μ.Ε.1 ως προς την τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 22, δεν έγινε καμία αντεξέταση επί του θέματος και ούτε κλήθηκε οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας για να αποδείξει το εσφαλμένο του υπόλοιπου του λογαριασμού. Ως αποτέλεσμα, οι Εφεσείοντες απέτυχαν να ανατρέψουν το μαχητό τεκμήριο που δημιουργήθηκε δυνάμει του άρθρου 22 του Κεφ. 9 ως προς την εκ πρώτης όψεως αποδοχή και ορθότητα των λογαριασμών».
(ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου)
Με δεδομένο ότι δεν προβλήθηκε από πλευράς των Εναγόμενων 1 - 5 ότι δεν έγινε ανάληψη του προϊόντος του επίδικου δανείου ή ότι υπήρξαν και άλλες καταθέσεις ή οποιαδήποτε ποσά που θα έπρεπε να πιστωθούν στον επίδικο λογαριασμό το Δικαστήριο καταλήγει ότι οι Καταστάσεις Λογαριασμού Τεκμήρια 24 και 26 εμπεριέχουν τις πραγματικές δοσοληψίες που έγιναν στο συγκεκριμένο λογαριασμό. Όσον αφορά τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 25 και 27 δεν αμφισβητήθηκε το περιεχόμενό τους με οποιοδήποτε τρόπο.
Ο πιο πάνω συλλογισμός οδηγεί στην απόρριψη των συγκεκριμένων θέσεων των Εναγομένων 1 - 5. Οι οποιοιδήποτε ισχυρισμοί, οι οποίοι απλώς κατεγράφησαν χωρίς να εξειδικευθούν και ακολούθως αναπτύχθηκαν στη γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Εναγόμενων 1 – 5, θα αγνοηθούν. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, με τα δικόγραφα «επιδιώκεται ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, ο καθορισμός της βάσης της ακρόασης της υπόθεσης και ο αποκλεισμός αιφνιδιασμού του αντιδίκου» (βλ. μεταξύ άλλων Μάγος κ.α. ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Κάθηκα Πολ. Έφεση 256/13 ημερ. 22/04/2020, ECLI:CY:AD:2020:A126, Μελάς ν. Κυριάκου (2003) 1 Α.Α.Δ. 826).
Από τη στιγμή που το Δικαστήριο δέχθηκε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 και τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού και ότι συνάδουν με τα άρθρα 22 και 35 του Κεφ. 9, οι συγκεκριμένες παραμένουν ως αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία. Σχετική επί τούτου είναι η απόφαση Ιωαννίδης κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (ανωτέρω).
Συνεπώς ενόψει όλων των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 – 5 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για τα ποσά των €318.087,49 με τόκο 9,234% επί του ποσού των €307.357,01 από 15/11/2025 με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30/06 και 31/12 και του ποσού των €549.085,13 με τόκο 10,95% επί του ποσού των €527.256,70 με κεφαλαιοποίηση στις 30/06 και 31/12 εκάστου έτους.
Από τα συγκεκριμένα ποσά θα αφαιρεθούν οποιαδήποτε ποσά εισπραχθούν από την εκποίηση των ακινήτων που βαραίνονται με τις Υποθήκες Υ17890/07 και Υ17900/07 Κτηματολογίου Λευκωσίας.
Εκδίδεται και διάταγμα εκποίησης του ακίνητου της Εναγόμενης 1 το οποίο βαραίνεται με την Υποθήκη Υ258/05 του Κτηματολογίου Λευκωσίας. Τα έσοδα της εκποίησης να διατεθούν έναντι και προς εξόφληση της απαίτησης των Εναγόντων εναντίον των Εναγόμενων 1 – 5.
Επιδικάζονται, επίσης, υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1 – 5 έξοδα, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.)………………………………
Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
/ΑΚ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο