ASTROBANK PUBLIC COMPANY LIMITED ν. IGNACAR SALES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 314/2022, 31/1/2023
print
Τίτλος:
ASTROBANK PUBLIC COMPANY LIMITED ν. IGNACAR SALES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 314/2022, 31/1/2023

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ  ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Μ.  ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ, Α.Ε.Δ.

 

                                                   Αρ. Αγωγής: 314/2022(i)

Μεταξύ:                     

ASTROBANK PUBLIC COMPANY LIMITED

                                                                                                    Εναγόντων

-και-

 

1.           IGNACAR SALES LTD

2.           ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΙΓΝΑΤΙΟΥ

3.           ΑΥΓΟΥΛΛΑ ΙΓΝΑΤΙΟΥ 

      

                                                                                                                               Εναγόμενων

 

 Αίτηση ημερομηνίας  3/11/22  για  έκδοση προσωρινού Διατάγματος

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:   31 Ιανουαρίου, 2023

Εμφανίσεις:

Για εναγόμενη 3 – αιτήτρια:  κ. Α. Τσιππής για Χ. Αυγουστή & Συνεταίροι ΔΕΠΕ

Για ενάγοντες – καθ΄ ων η αίτηση: κα Γ. Δημητρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ  ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Με αυτή την αίτηση η Εναγόμενη 3 – Αιτήτρια ζητά :

 

1.    Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στους Ενάγοντες – Καθ’ ων η Αίτηση και/ή αντιπροσώπους των και/ή υπαλλήλους των, από το να προβούν σε οποιαδήποτε διαδικασία προς την εκποίηση της ακίνητης ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 3 με αριθμό εγγραφής 0/[ ], Φ/ΣΧ 53/140403, τεμάχιο [ ], το όλο μερίδιο που ευρίσκεται στην Άλασσα στην Επαρχία Λεμεσού και/ή του επίδικου ακινήτου που βαρύνεται με τις Υποθήκες Υ1955/2017 και/ή Υ1959/2017 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας, με βάση τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν. 9/1965), Μέρος VI και VIA, ως αυτό εκάστοτε τροποποιείται.

 

2.    Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται οποιαδήποτε διαδικασία της εκποίησης, πώλησης και πλειστηριασμού των Υποθηκών Υ1955/2017 και/ή Υ1959/2017 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας, μέχρι τελικής εκδίκασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.

 

3.    Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύει την αποστολή και/ή επίδοση οποιασδήποτε άλλης Ειδοποίησης και/ή Επιστολής από τους Ενάγοντες προς την Εναγόμενη 3 και/ή σε οποιονδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο μέρος αναφορικά με τις Υποθήκες Υ1955/2017 και Υ1959/2017, μέχρι τελικής εκδίκασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.

 

4.    Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσονται άκυρες και/ή άνευ οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος και/ή να παραμερίζονται οι Ειδοποιήσεις Τύπου Θ, οι οποίες απεστάληκαν από τους Ενάγοντες στην Εναγόμενη 3.

 

Η Αίτηση βασίζεται στα Άρθρα 29-32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 όπως τροποποιήθηκε, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 άρθρα 4, 5 και 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 ΘΘ. 1-4, 8, 9 και Δ.55 ΘΘ.1-4, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο (Ν. 9/1965), ως έχει τροποποιηθεί, Μέρος VI, VIA και VIB, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Άρθρα 23, 26, 28, 30 και 35, στην Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στους Κανόνες της Επιείκειας, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες, στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και στην πρακτική και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.

 

H Αίτηση βασίζεται στην ένορκη δήλωση της Αυγούλλας Ιγνατίου η οποία αναφέρει τα ακόλουθα:

 

Είναι η Εναγόμενη 3 - Αιτήτρια  και έχει προσωπική γνώση των γεγονότων λόγω της άμεσης εμπλοκής της σε αυτά, είναι δε δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση και έχει λάβει νομική συμβουλή από τους Δικηγόρους της  σε σχέση με τη νομική πτυχή των ζητημάτων που εγείρονται.

 

Το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/[ ], Φ/ΣΧ 53/140403, τεμάχιο [ ], το όλο μερίδιο που ευρίσκεται στην Άλασσα στην Επαρχία Λεμεσού αποτελεί την κύρια και μοναδική της κατοικία. Οι υποθήκες Υ1955/2017 και Υ1959/2017 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας έχουν συναφθεί δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου το οποίο αποτελεί προϊόν πλαστογραφίας, δόλου και απάτης και το οποίο δεν έγινε από την ίδια προσωπικά.

 

Περί τις αρχές Απριλίου 2022, παρέλαβε μέσω ταχυδρομείου, επιστολή ημερομηνίας 18.03.2022 των Εναγόντων, η οποία συνοδεύετο και από επιστολή Τύπου «Θ». Τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγος της είχαν  αναγνώσει τις  εν λόγω επιστολές το περιεχόμενο των οποίων δεν είχε κατανοήσει και αντιληφθεί. Επισυνάπτονται αντίγραφα ως Δέσμη Τεκμηρίων 1. Συγκεκριμένα, στην επιστολή ημερομηνίας 18.03.2022, οι Ενάγοντες αναφέρονταν σε δύο υποθήκες υπ’ αριθμό Υ1955/2017 και Υ1959/2017, οι οποίες αφορούσαν εξασφαλίσεις διάφορων πιστωτικών διευκολύνσεων κάποιας πρωτοφειλέτιδας εταιρείας. Προσπάθησε να επικοινωνήσει με τους Ενάγοντες προκειμένου να ενημερωθεί περί τίνος επρόκειτο, καθώς το περιεχόμενο των επιστολών, δεν εξηγούσε σε ποιο ακίνητο αφορούσαν οι εν λόγω υποθήκες και ποια ήταν η δική της σχέση με αυτές. Δυστυχώς, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της προς τους Ενάγοντες, καμία ανταπόκριση υπήρξε εκ μέρους τους.

 

Σημειώνει δε ότι ουδέποτε είχε οποιαδήποτε σχέση με τους Ενάγοντες ως αναφέρετο στις εν λόγω επιστολές. Ακολούθως, στις 22.05.2022, παρέλαβε προσωπικά από επιδότη Αγωγή εναντίον της  από την από τους Ενάγοντες η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2. Αφού την ανάγνωσε, συνειδητοποίησε ότι αφορούσε την εταιρεία – Εναγόμενη 1,  που αναφέρετο στην επιστολή ημερομηνίας 18.03.2022 καθώς επίσης και στον Εναγόμενο 2, ο οποίος είναι υιός της. Περαιτέρω, ως αντιλήφθηκε από το περιεχόμενο της Αγωγής, οι Ενάγοντες διεκδικούν, μεταξύ άλλων, την εκποίηση μέσω πλειστηριασμού των υποθηκών, οι οποίες αφορούν την κατοικία της και από την ίδια την καταβολή ποσών οφειλόμενων από την Εναγόμενη 1.

 

Ως επίσης αναφέρει, επικοινώνησε αμέσως με τον υιό της, Εναγόμενο 2, καθότι ανησύχησε ζητώντας του εξηγήσεις. Εκείνος  προσπάθησε να την καθησυχάσει και την ενημέρωσε ότι το ζήτημα αφορά δάνειο το οποίο είχε ζητήσει από την Τράπεζα σε σχέση με τη δουλειά του. Παρά το ότι η Αιτήτρια επέμενε να της εξηγήσει, με ποιο τρόπο συνδέεται το σπίτι της  με το δάνειο μιας εταιρείας και της δουλειάς του αυτός της  έδινε γενικές και αόριστες εξηγήσεις, μέχρι που θύμωσε και της  ανέφερε ότι θα τα κανονίσει. Γνώριζε ότι ο υιός της εργάζεται στον τομέα αγοραπωλησίας αυτοκινήτων, εντούτοις δηλώνει πως ουδέποτε είχε σχέση με την εταιρεία του και καμία γνώση δεν είχε για το δάνειο  και την εμπλοκή του σπιτιού της με το εν λόγω δάνειο και με τη συγκεκριμένη τράπεζα. Επειδή οι εξηγήσεις του υιού της  δεν την άφησαν  ικανοποιημένη, με το σύζυγο της αποφάσισαν να απευθυνθούν αμέσως σε Δικηγόρο. Οι Δικηγόροι τους της  επεξήγησαν επακριβώς τι αναφέρει η Αγωγή, ότι η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία – Εναγόμενη 1, αιτήθηκε δάνεια από τους Ενάγοντες, ως αυτοί ισχυρίζονται, με προσωπικές εγγυήσεις του υιού της και  ότι αυτή ενάγεται υπό την ιδιότητα του ενυπόθηκου εγγυητή, επειδή εγγυήθηκε και/ή παραχώρησε δύο υποθήκες, οι οποίες αφορούν την κύρια και μοναδική της κατοικία, ως επιπρόσθετη εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων της Εναγόμενης 1. Της εξήγησαν επίσης  ότι οι Ενάγοντες διεκδικούν από αυτήν πέραν των διαταγμάτων εκποίησης και/ή πλειστηριασμού των επίδικων υποθηκών, εξόφληση των οφειλόμενων ποσών της Εναγόμενης 1 προς αυτούς δυνάμει των επίδικων δανείων και της ζήτησαν να τους εφοδιάσει με έγγραφα που τυχόν έχει στην κατοχή της σχετικά με την αγωγή. Αυτή τους ανέφερε  ότι πέραν της επιστολής ημερομηνίας 18.03.2022 και της επιστολής Τύπου Θ δεν είχε στην κατοχή της  ούτε τις επίδικες συμφωνίες δανείων ούτε και οποιαδήποτε αντίγραφα των επίδικων υποθηκών, ξεκαθαρίζοντας τους  ότι ουδέποτε η ίδια προσωπικά υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο για παραχώρηση εγγύησης των δανείων με το σπίτι της  και ουδέποτε μετέβηκε είτε στα γραφεία των Εναγόντων είτε στα Επαρχιακά Κτηματολόγια, για οποιαδήποτε υπογραφή. Ακολούθησε αλληλογραφία μεταξύ των Δικηγόρων της και των Δικηγόρων των Εναγόντων, Τεκμήρια 3-6. Σκοπός των Δικηγόρων της ήταν να λάβουν αντίγραφα των σχετικών εγγράφων τα οποία ήταν  αναγκαία, τόσο για να αντιληφθούν με ποιο τρόπο εμπλέκεται η Αιτήτρια  στην αγωγή και κάτω υπό ποιες συνθήκες έχουν καταχωρηθεί οι επίδικες υποθήκες που αφορούν το σπίτι της, όσο και για σκοπούς προετοιμασίας της Υπεράσπισης της.

 

Λόγω της άρνησης των Εναγόντων και/ή των Δικηγόρων τους, να τους προμηθεύσουν  με τα εν λόγω έγγραφα αποφάσισαν να προβούν στην εξασφάλιση τους με αίτηση, αρχικά, στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας και ακολούθως στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού, αφού για λόγους, που δεν γνωρίζουν, οι επίδικες υποθήκες και τα σχετικά έγγραφα αυτών βρίσκονταν στο Ε.Κ.Γ. Λεμεσού, παρά το γεγονός ότι φαίνεται να είχαν καταχωρηθεί στην Λάρνακα.

 

Κατόπιν σχετικού αιτήματος προς το Ε.Κ.Γ. Λάρνακας, ημερομηνίας 27.06.2022,  το οποίο εγκρίθηκε στις 07.07.2022, μέσω της καταβολής σχετικών τελών, οι Δικηγόροι της στις 19 Ιουλίου 2022, έλαβαν ταχυδρομικώς, πιστά αντίγραφα των επίδικων Υποθηκών Υ1955/2017 και Υ1959/2017 και των σχετικών εγγράφων τα οποία επισυνάπτονται ως Δέσμη Τεκμηρίων 7.

 

Το αντίγραφο της Υποθήκης Υ1955/2017, περιλαμβάνει την «Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου» ημερ. 13.06.2017, το «Έγγραφο Υποθήκης», έγγραφο με τίτλο «Υπεύθυνη Δήλωση», έγγραφο με τίτλο «Έγγραφη βεβαίωση» και απόδειξη με αριθμό 2011183 ημερ. 13.06.2017 (Δέσμη Τεκμηρίων 8). Το αντίγραφο της Υποθήκης Υ1959/2017, περιλαμβάνει την «Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου» ημερ. 13.06.2017, το «Έγγραφο Υποθήκης», έγγραφο με τίτλο «Υπεύθυνη Δήλωση», έγγραφο με τίτλο «Έγγραφη βεβαίωση» και απόδειξη με αριθμό 2011185 ημερ. 13.06.2017( Δέσμη Τεκμηρίων 9).

 

Τα Τεκμήρια 8 και 9 περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων, υπεύθυνες δηλώσεις, από τον υιό της, Εναγόμενο 2 με τις οποίες ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι την αντιπροσωπεύει. Περαιτέρω, υπάρχει και η έγγραφη βεβαίωση, με αναφορά στο όνομα της, η οποία δηλώνει μεταξύ άλλων, ότι είναι εις γνώσιν της, ότι η ίδια, ως ενυπόθηκος οφειλέτης σε παλαιότερες υποθήκες που αφορούσαν την πρώην ΣΠΕ ΜΑΚΡΑΣΥΚΑΣ, μεταφέρει τις εν λόγω υποθήκες προς όφελος της USB BANK. Οι εν λόγω έγγραφες βεβαιώσεις, φαίνεται ότι έχουν υπογραφεί από τον  Εναγόμενο 2.

 

Τα εν λόγω έγγραφα, καθώς και οι Συμβάσεις και Δηλώσεις Υποθηκεύσεως Ακινήτου, φαίνεται ότι υπεγράφησαν από τον υιό της, με σχετική αναφορά ότι ενεργεί ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της, δυνάμει συγκεκριμένου πληρεξούσιου εγγράφου με αριθμό 165/2017.

 

Περαιτέρω και ενώ οι Ενάγοντες τους είχαν ενημερώσει με το Τεκμήριο 5 ότι θα τους  εφοδίαζαν με ένα έγγραφο με τίτλο «ΕΓΓΡΑΦΟ ΥΠΟΘΗΚΗΣ», το οποίο είχαν ισχυριστεί ότι η ίδια υπέγραψε, εντούτοις, στα έγγραφα με τίτλο «ΕΓΓΡΑΦΟ ΥΠΟΘΗΚΗΣ» που εξασφάλισαν από το Κτηματολόγιο στην παράγραφο 1 αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η συμφωνία γίνεται μεταξύ της USB BANK και της Εναγόμενης 1 εταιρείας, ενώ φαίνεται να συνυπογράφεται από λειτουργό της τράπεζας και από τον υιό της  και καμία υπογραφή δική της δεν υπάρχει.

 

Βέβαια, ως περαιτέρω αναφέρει, από τα  έγγραφα που τους  απέστειλε το Κτηματολόγιο Λάρνακας, απουσίαζε το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο με αριθμό 165/2017, στην βάση του οποίου φαίνεται να υπεγράφησαν και να καταχωρήθηκαν οι επίδικες υποθήκες.

 

Το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο ήταν αναγκαίο να εντοπιστεί και να μελετηθεί  καθότι εξακολουθούσε να δηλώνει ότι ουδέν έγγραφο υπέγραψε σχετικά με τις αναφερόμενες υποθήκες. Περαιτέρω, στην συνάντηση που είχε με τους Δικηγόρους της , τους ανέφερε ότι δεν αναγνωρίζει τα σχετικά υποθηκευτήρια έγγραφα.

 

Ακολούθως, οι Δικηγόροι της κατόπιν νέου αιτήματος στο Κτηματολόγιο Λάρνακας, ενημερώνοντας σχετικά για την απουσία του εν λόγω πληρεξούσιου εγγράφου, ζήτησαν πιστό αντίγραφο αυτού, το οποίο και εξασφάλισαν, κατόπιν επίσκεψης στο Κτηματολόγιο Λάρνακας, στις 21.07.2022. Το εν λόγω πληρεξούσιο, Τεκμήριο 10 φαίνεται να έχει συνταχθεί στις 11.07.2016, αλλά  να έχει κατατεθεί στο Κτηματολόγιο την 01.06.2017.

 

Αμέσως μετά, οι Δικηγόροι την κάλεσαν σε συνάντηση, στην οποία της  παρουσίασαν το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο, το οποίο, όπως τους ενημέρωσε, είδε για πρώτη φορά στην ζωή της. Δηλώνει υπεύθυνα ότι ουδέποτε είδε, συνέταξε και υπέγραψε το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο, βάσει του οποίου έγιναν ή υπεγράφησαν οι πιο πάνω επίδικες υποθήκες, πόσο μάλλον, εξουσιοδότησε κάποιον και συγκεκριμένα τον υιό της  να μπορεί να προβαίνει σε όλες τις αναφερόμενες στο πληρεξούσιο ενέργειες, που ουσιαστικά είναι η διαχείριση όλης της  της περιουσίας.

 

Παρόλη την σύγχυση της επικοινώνησε άμεσα με τον υιό της, τον ενημέρωσε για την εξασφάλιση του πιο πάνω πληρεξουσίου εγγράφου και του ζήτησε εξηγήσεις. Ο ίδιος και πάλι της ανέφερε να μην ανησυχεί και ότι θα τα κανονίσει όλα, χωρίς όμως μέχρι και σήμερα να έχει κανονιστεί οτιδήποτε.

 

Οι Δικηγόροι της της ανέφεραν ότι για σκοπούς διαφάνειας η μη υπογραφή από μέρους της του εν λόγω εγγράφου θα πρέπει να εξακριβωθεί από ειδικό γραφολόγο. Πέραν αυτού, οι Δικηγόροι της πρόσεξαν ότι το πληρεξούσιο, παρότι συνετάχθη την 11.07.2016, εντούτοις κατατέθηκε την 01.06.2017, λίγες μόλις μέρες πριν την υπογραφή, δια του πληρεξουσίου εγγράφου και την καταχώρηση των επίδικων υποθηκών και σχετικών εγγράφων στις 13.06.2017 (τεκμήρια 8 και 9), γεγονός το οποίο, άφηνε περαιτέρω αιχμές ως προς την γνησιότητα του.

 

Η εμπειρογνώμονας, η οποία είναι Δικαστική Γραφολόγος, αφού προέβη σε επιτόπια εξέταση του πρωτότυπου πληρεξουσίου, ετοίμασε και παρέδωσε στους Δικηγόρους της  σχετική Γραφολογική Έκθεση ημερομηνίας 18.09.2022, Τεκμήριο 12 .

 

Μετά από ενδελεχή και τεκμηριωμένη έρευνα της γραφολόγου, στην σελίδα 18 παράγραφο 8 της έκθεσης με τίτλο «Συμπέρασμα – Κατάληξη», αναφέρει ρητά ότι «στην υπό αμφισβήτηση υπογραφή Υ1, υπάρχουν ενδείξεις πλαστότητας και διαφορές κατά την σύγκριση. Υπάρχουν δηλαδή, περισσότερες ενδείξεις πλαστότητας, παρά γνησιότητας στην υπό εξέταση υπογραφή Υ1» (όπου Υ1 αναφέρεται ως η υπογραφή που φαίνεται στο πληρεξούσιο έγγραφο).

 

Παράλληλα ως αναφέρει, η Αιτήτρια προχώρησε στην ανάκληση του πιο πάνω πληρεξουσίου εγγράφου ως πλαστό, προϊόν απάτης και μη γενόμενο από την ίδια προσωπικά για να αποφύγει όμοιες με την παρούσα καταστάσεις και να προστατεύσει την περιουσία της. Επισυνάπτεται σχετικά το Τεκμήριο 13. Το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο ανακλήθηκε στις 13.09.2022 από το Κτηματολόγιο Λάρνακας. Επισυνάπτεται σχετικά το Τεκμήριο 14. Με μεγάλη της έκπληξη, στενοχώρια και απογοήτευση, συνειδητοποίησε, ότι το σπίτι της, θα βγει στο σφυρί και κινδυνεύει η ίδια και ο σύζυγος της, όντας 71 ετών και οι δύο συνταξιούχοι, να μείνουν άστεγοι, εν μέσω πρωτοφανούς κρίσης, λόγω παράνομων πράξεων, προσώπων άλλων από το δικό της. Επισυνάπτει σχετικό Πιστοποιητικό από τον Κοινοτάρχη ο οποίος βεβαιώνει ότι το επίδικο ενυπόθηκο ακίνητο, αποτελεί την πρώτη και μοναδική τους  κατοικία στην οποία διαμένουν από το 1985 μέχρι και σήμερα ως Τεκμήριο 15.

 

Σύμφωνα  Έκθεση Εκτίμησης της κατοικίας της, Τεκμήριο 16 η οποία ετοιμάστηκε στις 03.10.2022, η αγοραία αξία της  ανέρχεται στο ποσό των € 324.000,00 και υπερβαίνει κατά πολύ τα κατ’ ισχυρισμό, από τους Ενάγοντες, δάνεια.

 

Αυτό και μόνο το γεγονός, δεικνύει ότι σε περίπτωση που το  Δικαστήριο, δεν εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα,  κινδυνεύει να χάσει το σπίτι της, το οποίο αξίζει πολύ περισσότερα από το κατ’ ισχυρισμό επίδικο δάνειο.

 

Περαιτέρω, η αξία του σπιτιού της δεν υπερβαίνει τις €350.000,00, που μέχρι πριν μερικές μέρες προστατεύετο λόγω και της σχετικής αναστολής.

 

Ειλικρινά πιστεύει ότι έπεσε θύμα πλεκτάνης και απάτης και μόνο με την έκδοση των σχετικών αιτούμενων διαταγμάτων, τουλάχιστον μέχρι την τελική εκδίκαση της Αγωγής, θα νιώθει και θα είναι ασφαλής αναφορικά με την κατοικία της.

 

Σύμφωνα με όσα η Αιτήτρια αναφέρει δεν  μπορεί να θεωρήσει τυχαίο το γεγονός ότι από την παραλαβή της Αγωγής μέχρι και που ανακάλυψε τα πιο πάνω έγγραφα, οι Ενάγοντες και οι αντιπρόσωποι των, αρνούνταν να επικοινωνήσουν μαζί της και να την εφοδιάσουν με τα εν λόγω έγγραφα. Περαιτέρω δε σε κανένα σημείο της Αγωγής δεν αναφέρεται η ύπαρξη του πληρεξούσιου εγγράφου. Οι πράξεις και οι παραλείψεις των Εναγόντων, ειλικρινά πιστεύει ότι μόνο εσκεμμένες μπορεί να θεωρηθούν.

 

Επιπρόσθετα των πιο πάνω, οι Ενάγοντες και/ή οι λειτουργοί αυτών στις Συμβάσεις και Δηλώσεις Υποθηκεύσεως Ακινήτου (τεκμήρια 8 και 9), δήλωναν ρητά ότι την γνωρίζουν προσωπικά, το οποίο και απορρίπτει κατηγορηματικά, καθώς δηλώνει υπεύθυνα ότι ουδέποτε είχε οποιαδήποτε σχέση με τους Ενάγοντες, ουδέποτε μετέβηκε στα γραφεία τους και ουδέποτε συμφώνησε και υπέγραψε τις επίδικες υποθήκες. Οι Ενάγοντες παραβίασαν κάθε καθήκον επιμέλειας, φροντίδας και προστασίας απέναντι της και  αμέλησαν, αδιαφόρησαν και παρέλειψαν να καταβάλουν την απαιτούμενη λογική φροντίδα για να επικοινωνήσουν κατά τον ουσιώδη χρόνο μαζί της, με σκοπό να διαπιστώσουν κατά πόσον γνώριζε ή θα συναινούσε στην υπογραφή των επίδικων υποθηκευτηρίων εγγράφων και την παραχώρηση των επίδικων υποθηκών, με αποτέλεσμα να αποκομίσουν παράνομο δικό τους όφελος, επηρεάζοντας δυσμενώς τα δικά της δικαιώματα.

 

Συνεπεία των ανωτέρω, ως τους  συμβουλεύουν οι Δικηγόροι τους, πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει η Νομοθεσία για την έκδοση των Αιτούμενων Διαταγμάτων, καθότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, οι πιθανότητες της Ανταπαίτησης της είναι πολύ μεγάλες και σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων, θα είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο λόγω του ότι η ζημιά που ενδέχεται να πάθει δεν θα  μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα.

 

Παρόλο που γνωρίζει ότι το σπίτι της έχει συγκεκριμένη αξία, οι συνέπειες που μπορεί να επιφέρει η απώλεια του δεν μπορεί να αντισταθμιστούν από την δυνατότητα χρηματικής αποζημίωσης σε μεταγενέστερο στάδιο. Το σπίτι της είναι η οικογενειακή της στέγη και δεν αποκτήθηκε ούτε για σκοπούς επένδυσης, αλλά ούτε για σκοπούς αναψυχής. Πρόκειται για το χώρο στον οποίο ζει από το 1985 μαζί με τον σύζυγο της,  που έχει μεγαλώσει τα παιδιά της, πρόκειται για ενδεχόμενη απώλεια που δεν περιορίζεται μόνο στην χρηματική αξία του ακινήτου, αλλά έχει ευρύτερες προεκτάσεις που δεν μπορούν να αποτιμηθούν εύκολα σε χρήμα.

 

Περαιτέρω, είναι  κατεπείγον να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, καθότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος νομικά να εμποδιστούν οι Ενάγοντες να πωλήσουν το σπίτι της , ενέργεια την οποία ως έχει ήδη αναφέρει  έχουν ήδη τροχιοδρομήσει οι Ενάγοντες, μέσω και της επιστολής Τύπου Θ (Τεκμήριο 1).

 

Επιπρόσθετα, είναι η θέση της πως σε περίπτωση έκδοσης των Αιτούμενων Διαταγμάτων, οι Ενάγοντες δεν θα υποστούν την οποιαδήποτε ζημιά και σίγουρα δεν θα υποστούν ζημιά μεγαλύτερη από αυτήν που θα υποστεί η ίδια σε περίπτωση μη έκδοσης τους . Οι Ενάγοντες θα εξακολουθήσουν να είναι σε θέση να εισπράξουν το λαβείν τους, εάν διαφανεί πως εξασφάλισαν νόμιμα τις επίδικες υποθήκες, καθότι σε περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής και απόρριψης της Ανταπαίτησης, το σπίτι της θα εξακολουθήσει να είναι υποθηκευμένο προς όφελος τους και διαθέσιμο προς εκποίηση. Αντίθετα εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, καθώς θα χάσει το σπίτι της και δεν θα μπορεί να λάβει οποιοδήποτε άλλο μέτρο, για την αποτροπή αυτού και επίσης δεν θα υπάρχει δυνατότητα από πλευράς των Εναγόντων, να την αποζημιώσουν.

 

Επιπλέον, με την έκδοση των Αιτούμενων Διαταγμάτων, θα διατηρηθεί η παρούσα κατάσταση πραγμάτων (status quo), γεγονός που συνηγορεί στην έκδοση των Αιτούμενων Διαταγμάτων και κλείνει η πλάστιγγα του ισοζυγίου της ευχέρειας προς όφελος της. Σε κάθε περίπτωση, η ζημιά που θα υποστεί, σε περίπτωση μη έκδοσης των Αιτούμενων Διαταγμάτων, θα είναι δυσανάλογα μεγαλύτερη από την οποιαδήποτε ζημιά και βλάβη που ενδεχόμενα να υποστούν οι Ενάγοντες.

 

Συγκεκριμένα, η ζημιά και η βλάβη που θα υποστεί, σε περίπτωση μη έκδοσης των Αιτούμενων Διαταγμάτων, επηρεάζει δυσμενώς τον πυρήνα των συνταγματικών της δικαιωμάτων και δη του ιδιοκτησιακού δικαιώματος της, του δικαιώματος στέγης και του δικαιώματος του συμβάλλεσθαι ελευθέρως, πόσο μάλλον σε ένα κατ’ ισχυρισμό δάνειο, το προϊόν του οποίου δεν έλαβε η ίδια.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Οι λόγοι επί των οποίων στηρίζεται η Ένσταση παρατίθενται αυτούσιοι:

 

1.         Η αίτηση είναι νομικά, δικονομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.

2.         Η αιτήτρια δεν δικαιούται στα αιτούμενα Διατάγματα.

3.         Η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική.

4.         Η αιτήτρια προβάλλει ψευδείς και ανυπόστατους ισχυρισμούς.

5.         Δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 

6.         Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.

7.         Δεν παρατίθενται στοιχεία και τεκμήρια που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.

8.         Η αιτήτρια δεν αποκάλυψε όλα τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης.

9.         Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32.

10.       Δεν υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση.

11.       Δεν υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής.

12.       Δεν θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.

13.       Η Αίτηση είναι ανεπαρκής, γενική και αόριστη.

14.       Υπάρχει υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της Αίτησης.

15.       Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφώς υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.

16.       Οι θεραπείες που ζητούνται είναι πανομοιότυπες με τις θεραπείες οι οποίες ζητούνται δυνάμει της ανταπαίτησης που καταχώρησε η αιτήτρια στα πλαίσια της αγωγής.

17.       Με την αίτηση επιδιώκεται η τελική θεραπεία της ανταπαίτησης.

18.       Οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 δεν πληρούνται και/ή δεν συνυπάρχουν και/ή δεν ικανοποιούνται.

19.       Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα καταστήσει την ανταπαίτηση άνευ αντικειμένου.

20.       Η Αίτηση δεν είναι επείγουσας φύσεως.

21.       Η αιτήτρια δεν έχει αποκαλύψει οποιαδήποτε βάση ανταπαίτησης και/ή αγώγιμο δικαίωμα κατά των καθ’ ων η αίτηση και/ή έννομο συμφέρον.

22.       Δεν έχουν αποδειχθεί και/ή υποδειχθεί ότι συντρέχουν οποιοιδήποτε λόγοι που να ικανοποιούν την προϋπόθεση ότι η αιτήτρια θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά από την μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.

23.       Δικαιοσύνη μπορεί να απονεμηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο και/ή η αιτήτρια δεν έχει δείξει και/ή υποδείξει ότι θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.

24.       Το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι υπέρ καθ’ ων η αίτηση.

25.       Η αιτήτρια δεν έχουν καλές πιθανότητες επιτυχίας και/ή πιθανότητες επιτυχίας και/ή καλό αγώγιμο δικαίωμα στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή.

26.       Δεν είναι δίκαιο και/ή εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.

27.       Η νομική βάση της αίτησης είναι ελλιπής.

28.       Η ένορκη δήλωση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή περιλαμβάνει διαζεύξεις.

 

Η ένσταση βασίζεται στον περί Πολιτική Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, άρθρα 2, 4, 5, 7 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν. 14/1960, ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, άρθρα 2, 29, 30, 31, 32, 42, 48, στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.39, Δ.48 1-13, Δ.55, Δ.57, Δ.64, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965  και στις αρχές της Επιείκειας, τις αρχές της σχετικής Νομολογίας, στον Περί Ερμηνείας Νόμο, στον Περί Αποδείξεως Νόμο, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και τις συμφυείς και γενικές εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου.

 

Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η  ένσταση φαίνονται στην  ένορκη δήλωση  του Αντώνη Αντωνίου  ο οποίος αναφέρει τα ακόλουθα:

 

Είναι  υπάλληλος των Εναγόντων/ Καθ’ ων η αίτηση (οι «Καθ’ ων η αίτηση») και με αυτή του την ιδιότητα γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης. Επίσης, λαμβάνει γνώση από έγγραφα που έχει στην κατοχή του λόγω της θέσης του και από ενημέρωση που έλαβε από συναδέλφους του. Είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση ενώ αναφορικά με τη νομική πτυχή της υπόθεσης έχει λάβει νομική συμβουλή από τους δικηγόρους των Καθ’ ων η αίτηση.

 

Αρνείται τις παραγράφους 1, 2 και 3 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση και είναι η θέση των Καθ’ ων η αίτηση, βάσει συμβουλής των δικηγόρων τους, ότι η ομνύουσα δεν μπορεί να υιοθετεί δικόγραφα. Αναφορικά με την παράγραφο 4 της Αίτησης λέγει πως τα αιτητικά είναι όπως αναφέρονται στο σώμα της Αίτησης. Αρνείται επίσης τις παραγράφους 5 - 63 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση. Είναι η θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι:

 

Δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα οι ισχυρισμοί της Aιτήτριας ότι για πρώτη φορά τον Απρίλιο του 2022 ήρθε σε επαφή με έγγραφα που αφορούν την παρούσα αγωγή και τους Ενάγοντες. Έχει στην κατοχή του και επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α επιστολές ημερομηνίας 20.07.2018, 06.08.2018 και 09.08.2018 οι οποίες αποστάλθηκαν στην Εναγόμενη κατά τις προαναφερόμενες ημερομηνίες και στην ίδια διεύθυνση. Περαιτέρω, είχε προηγηθεί η υπογραφή από μέρους της Αιτήτριας επιστολής προσφοράς με ημερομηνία παραλαβής 12.06.2017, Τεκμήριο Β, συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού ημερομηνίας 12.06.2017, Τεκμήριο Γ και συμφωνία δανείου ημερομηνίας 12.06.2017, Τεκμήριο Δ. Επίσης επισυνάπτει ως Τεκμήριο Ε αντίγραφο επιστολής την οποία υπέγραψε η Αιτήτρια στην παρουσία του στις 12.06.2017 με βάση των περί Εγγυητών Νόμο και ως Τεκμήριο Στ αντίγραφο δήλωσης περιουσιακής κατάστασης την οποία επίσης υπέγραψε η Αιτήτρια.

 

Τα έγγραφα τεκμήρια Β, Γ, Δ, Ε και Στ υπεγράφησαν από την Αιτήτρια στην παρουσία του την οποία και επισκέφθηκε προσωπικά και για αυτό τον σκοπό στα γραφεία της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Ως εκ τούτου δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα η θέση που εκφράζει ότι καμία γνώση και σχέση είχε με την εταιρεία του Εναγόμενου 2 και το επίδικο δάνειο. Σημειώνει μάλιστα ότι εξήγησε στην Αιτήτρια με κάθε λεπτομέρεια τα έγγραφα που θα υπέγραφε και τι αυτά αφορούσαν και τα κατανόησε.

 

Το δε πληρεξούσιο έγγραφο, τεκμήριο 10,  φαίνεται να έχει υπογραφεί από την Αιτήτρια και η υπογραφή της φαίνεται να έχει πιστοποιηθεί από πιστοποιών υπάλληλο. Σε κάθε περίπτωση, στο ίδιο το τεκμήριο 10 αναγράφεται ότι η Αιτήτρια ήταν προσωπικά γνωστή στον πιστοποιούντα υπάλληλο, αλλά και επίσης είναι κάπως αντιφατικό, περίεργο και οξύμωρο, η Αιτήτρια να ισχυρίζεται πλαστογραφία, κατονομάζοντας τον, κατ’ εκείνη ένοχο, αλλά να μην έχει προχωρήσει σε οποιαδήποτε καταγγελία.

 

Είναι συνεπώς άξιον απορίας γιατί η Αιτήτρια δεν προέβηκε άμεσα σε καταγγελία για την κατ’ ισχυρισμό πλαστογραφία στην οποία προέβηκε ο υιός της και σε κάθε περίπτωση από τις 18.09.2022 που πληροφορήθηκε για τα αποτελέσματα της γραφολογικής έκθεσης. Σε αυτό το σημείο αναφέρει ότι εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση έγινε καταγγελία στην αστυνομία σε σχέση με τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας αμέσως μόλις έλαβαν την αίτηση, προσκομίζοντας την ένορκη δήλωση στο Τμήμα Ανίχνευσης Εγκλημάτων, οι οποίοι και θα διερευνήσουν το θέμα.

 

Η εκτίμηση στην οποία αναφέρεται η Αιτήτρια καμία σχέση έχει με την επίδικη Αίτηση και παρουσιάζεται με μοναδικό σκοπό την πρόκληση σύγχυσης. Την ίδια στιγμή που η Αιτήτρια αποτάθηκε στο Δικαστήριο για το προσωρινό διάταγμα «καταγγέλλοντας» πλαστογραφία και ισχυριζόμενη ότι δεν μπορεί να εμποδίσει διαφορετικά την πώληση της περιουσίας της, επικαλείται την εκτίμηση για να αμφισβητήσει διαδικασίες που προβλέπονται από τη νομοθεσία και την οποία οι Καθ’ ων η αίτηση έχουν κάθε δικαίωμα να χρησιμοποιούν για τη διασφάλιση των συμφερόντων τους.

 

Ο ενόρκως δηλών αρνείται τις παραγράφους 64, 65 και 66 της ένορκης δήλωσης στην  Αίτηση και αναφέρει ότι είναι η θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι καμία παράλειψη των Καθ’ ων η αίτηση έλαβε χώρα, κανένα καθήκον επιμέλειας, φροντίδας και προστασίας παραβίασαν, ούτε αμέλησαν, αδιαφόρησαν και σε καμία εσκεμμένη πράξη προέβησαν αφού όλες οι ενέργειες τους ήταν στη βάση των σχετικών νομοθετικών προνοιών και των δικαστικών διαδικασιών. Η μόνη που προσπαθεί με ανακρίβειες να εκμεταλλευτεί και καταχραστεί τις διαδικασίες είναι η Αιτήτρια η οποία από τη μια προσπαθεί να αποποιηθεί των ευθυνών της δυνάμει των εξασφαλίσεων που εν γνώσει της παρείχε, αλλά ταυτόχρονα χωρίς να πράττει οτιδήποτε εναντίον των κατά τη θέση της ενόχων για την ισχυριζόμενη πλαστογραφία. Είναι ξεκάθαρο ότι η Αιτήτρια προσπαθεί να δημιουργήσει ένα σενάριο που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, εμπλέκοντας τον υιό της, αλλά χωρίς να τον καταγγέλλει, με μοναδικό στόχο να προσπαθήσει να αποφύγει τις ευθύνες της δυνάμει της υποθήκης που εν γνώσει της παραχώρησε.

 

Ο  ενόρκως δηλών λέγει ότι στη βάση όλων όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω αλλά και από το περιεχόμενο της ίδιας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, προκύπτει ολοφάνερα πως ούτε καλή βάση Ανταπαίτησης έχει η Αιτήτρια, ούτε σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Είναι ολοφάνερο ότι τα όσα θέτει αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις σε μία προσπάθεια να αποφύγουν τις πρόνοιες της νομοθεσίας που δικαιωματικά οι Καθ’ ων η αίτηση έχουν τροχοδρομήσει, εάν δε έχει οποιαδήποτε απαίτηση αυτή θα ήταν εναντίον του υιού της, τον οποίο περιέργως δεν έχει εμπλέξει ούτε σε ποινική αλλά και σε αστική διαδικασία. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από το ότι η Αιτήτρια δεν προέβηκε στην αστυνομία για καταγγελία για τα όσα αναφέρει στην ένορκη δήλωση της. Είναι επίσης φανερό ότι ακόμα και να μην εκδοθεί διάταγμα στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης θα είναι δυνατό να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αφού τυχόν ζημιά της Αιτήτριας ξεκάθαρα αποτιμάται σε χρήμα και οι Καθ’ ων η αίτηση έχουν την οικονομική δυνατότητα να την αποζημιώσουν.

 

Ως επίσης αναφέρει ο ενόρκως δηλών είναι η θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι κανένα κατ’ επείγον υπάρχει και η επίδικη Αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική αφού καταχωρήθηκε με μοναδικό σκοπό να τους καθυστερήσει.

 

Αρνείται τις παραγράφους 74 και 75 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση και είναι η θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων οι Καθ’ ων η αίτηση θα υποστούν τεράστια ζημιά αφού δεν θα μπορούν να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες που τους προσφέρονται από τη νομοθεσία για να μετριάσουν την ζημιά που τους προκάλεσαν οι εναγόμενοι στην αγωγή.

 

Αρνείται επίσης  τις παραγράφους 76 - 79 της ένορκης δήλωσης στην αίτηση και είναι η θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι καμία ανεπανόρθωτη ζημιά θα υποστεί η Αιτήτρια σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και ο ισχυρισμός περί μη δυνατότητας των Καθ’ ων η αίτηση να την αποζημιώσουν είναι γενικός, αόριστος και ανυπόστατος. Συγκεκριμένα οι Καθ’ ων η αίτηση είναι καθόλα φερέγγυος τραπεζικός οργανισμός αδειοδοτημένος από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και είναι σε θέση να αποζημιώσει χρηματικά για οποιοδήποτε ποσό τυχόν κληθεί να καταβάλει.

 

Καταληκτικά είναι η θέση των Καθ’ ων η αίτηση στη βάση νομικής συμβουλής των δικηγόρων τους ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία στα πλαίσια της παρούσας να ακυρώσει οποιαδήποτε ειδοποίηση. Πέραν τούτου, μία απλή ανάγνωση των αιτητικών της επίδικης Αίτησης και των αξιώσεων που περιλαμβάνονται στην Ανταπαίτηση που καταχώρησε η Αιτήτρια καθιστούν ολοφάνερο ότι με την επίδικη αίτηση επιδιώκεται η τελική θεραπεία της Αίτησης, γεγονός απαράδεκτο.

 

Κατόπιν νομικής συμβουλής αναφέρει επίσης ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, αφού ούτε σοβαρό ζήτημα έχει αποδειχθεί ούτε και πιθανότητα επιτυχίας, το δε διάταγμα που ζητείται δεν σχετίζεται με την Ανταπαίτηση της αιτήτριας, η οποία είναι παντελώς αβάσιμη και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας ενδεχομένως και σε συνεννόηση με τον εναγόμενο 2 υιό της.

 

Η ακρόαση της υπόθεσης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν, αντίστοιχα, την αίτηση και την ένσταση, χωρίς οι δύο πλευρές να προβούν σε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Και οι δυο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με την υποβολή εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων, το περιεχόμενο των οποίων λαμβάνω υπόψη μου  και θα αναφερθώ σε αυτό όπου το κρίνω απαραίτητο. Απαντήσεις στα διάφορα επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό του Δικαστηρίου που θα ακολουθήσει.

 

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ:

 

Υπάρχει πλούσια νομολογία αναφορικά με την εξουσία έκδοσης προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60.  Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and another (1982) 1 C.L.R. 557, ικανοποίηση δε των τριών κριτηρίων που τίθενται ως προϋποθέσεις αποτελεί το πρωταρχικό μέλημα του Δικαστηρίου προτού εξετάσει τους υπόλοιπους παράγοντες που θα πρέπει να συνεκτιμηθούν κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας (Jonitexo v. Adidas (1984) 1 C.L.R. 263).

 

Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα που θα καταδείξουν την ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης.

 

Η δεύτερη προϋπόθεση της ύπαρξης πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία, ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης που αφορά την παρουσίαση μιας ορατής πιθανότητας επιτυχίας.  Αυτή η δεύτερη προϋπόθεση συσχετίζει στην ουσία τη νομική θεμελίωση που απορρέει από το καταχωρημένο δικόγραφο με την πραγματική διαθέσιμη μαρτυρία όπως αυτή καταγράφεται στις ένορκες δηλώσεις για να θεμελιώσει την αγωγή.  Αν ο αιτητής μπορεί να δείξει κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση αλλά λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, τότε το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται.

 

Η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται εφόσον καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο - όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία.

 

Αν αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του ή η διατήρηση του σε ισχύ, αποκλείεται.  Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ΄ ανάγκην την έκδοση διατάγματος. (Βλ. ΚΟΤ v. Θεωρή (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 255).

 

Εφόσον ληφθούν υπόψη οι πιο πάνω παράγοντες, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό, δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση, είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas (ανωτέρω), αυτό εμπίπτει στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου που εκδικάζει την ουσία της ίδιας της αγωγής. (Βλ. επίσης Γρηγορίου v. Χριστοφόρου (1995) 1 Α.Α.Δ. 248, 269-270).

 

Έχει πάγια νομολογηθεί ότι το Δικαστήριο μπορεί, χωρίς να υπεισέλθει και να εξετάσει την ουσία του προσωρινού διατάγματος, να το ακυρώσει αν διαφανεί ότι έχει γίνει τέτοια απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσής του, που έχει επηρεάσει το Δικαστήριο το οποίο άλλως θα μπορούσε να μην το είχε εκδώσει.

 

Σύμφωνα με την υπόθεση Γρηγορίου v. Χριστοφόρου (ανωτέρω), η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ανατρέπει τη βάση του διατάγματος.  Στη σελίδα 264 της πιο πάνω υπόθεσης λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι ύψιστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου.

 

Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά:  "δεν σας ακούω πλέον" και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση.»

 

(Βλέπε επίσης: Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου (1998) 1 Α.Α.Δ. 598).

 

Τέλος, πρόσφατη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει δείξει ότι και ο παράγων του χρόνου μπορεί να είναι σημαντικός από την άποψη ότι ο αιτητής θα πρέπει να δείξει στο μονομερές στάδιο το επείγον του θέματος, παρακάμπτοντας έτσι τη συνήθη διαδικασία της ακρόασης και του άλλου μέρους στη διαφορά, το δε Δικαστήριο δύναται να ακυρώσει το διάταγμα γι΄ αυτό το λόγο, διότι το στοιχείο του κατεπείγοντος αποτελεί το βάθρο της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα πάνω σε μονομερή βάση (Stavros Hotel Apartments Ltd (No.2) (1994) 1 A.A.Δ. 836, 841 και Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ (1995) 1 Α.Α.Δ. 949, 954).

 

Μια από τις αρχές που το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, είναι το ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση η ίδια θεραπεία με αυτήν που ζητείται στην αγωγή. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι όπου το αίτημα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ταυτόσημο με τα αιτούμενα διατάγματα της αγωγής και η τυχόν έκδοση τους επιφέρει ουσιαστικά και τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με την ταχύτατη εκδίκαση της αγωγής, όπως προνοούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, σε συνάρτηση πάντοτε με το ισοζύγιο της ευχέρειας, δεν πρέπει να παραχωρούνται.

 

Στην απόφαση Ελπίδα Αβερκίου ν. Θεο Κτηματική Λτδ κ.α. (2013) 1 Α.Α.Δ. 222,  τονίστηκαν τα ακόλουθα (Δ. Παμπαλλής):

 

«Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Κοσμά ν. Χ΄Κυπρή (2001) ΑΑΔ 169, από τη στιγμή που ικανοποιείται το πρωτόδικο δικαστήριο για την ύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων, που τίθενται με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, δεν αυτοματοποιείται η έκδοση του αιτούμενου προστακτικού διατάγματος, αφού τούτο, ως εκ της φύσεως του δεν έχει στόχο την αποκατάσταση της τάξεως πραγμάτων, αλλά την απόδοση στην εφεσείουσα της θεραπείας και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται στην αγωγή».

 

Όταν το ασφαλιστικό μέτρο ζητείται διαρκούσης της εκκρεμοδικίας και όχι στο διηνεκές που είναι το ζητούμενο με την αγωγή και όταν ζητούνται και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, δεν πρόκειται για ταυτόσημες θεραπείες (βλ. Zena Company Ltd ν Demenian Catering Ltd (2011) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1848).  Το Ανώτατο Δικαστήριο στην πιο πάνω απόφαση ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση και εξέδωσε το ενδιάμεσο διάταγμα γιατί έτσι θα επαναφερόταν το status quo ante, η κατάσταση των πραγμάτων δηλαδή ως ίσχυε πριν την επέμβαση της εφεσίβλητης.

 

Πριν προχωρήσω στην εξέταση των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 θεωρώ κατάλληλο το στάδιο αυτό για να εξετάσω τη θέση της συνηγόρου των Καθ’ ων η αίτηση ότι δεν υπάρχει το δικαιοδοτικό πλαίσιο για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Συγκεκριμένα, ήταν η θέση της ότι σύμφωνα με το άρθρο 44Γ του Ν.9/1965 η μοναδική ειδοποίηση για την οποία μπορεί πρόσωπο να αποταθεί στο Δικαστήριο με σκοπό τον παραμερισμό ή ακύρωση της είναι η ειδοποίηση ΙΑ με βάση συγκεκριμένη διαδικασία.

 

Είναι γεγονός ότι η διαδικασία εκποίησης η οποία στηρίζεται στις διατάξεις του Μέρους VIA του  Ν.9/1965 μπορεί να προσβληθεί με Αίτηση/ Έφεση δια της οποίας να ζητείται η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ που καθορίζει ημερομηνία πλειστηριασμού. Στη βάση δε του άρθρου 44Γ(3)(δ) του πιο πάνω Νόμου η εξασφάλιση απαγορευτικού διατάγματος στη βάση του άρθρου 32 του Ν.14/60 υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη αποτελεί ένα από τους λόγους που δικαιολογεί την καταχώρηση Αίτησης/ Έφεσης για παραμερισμό της σκοπούμενης πώλησης  της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ από το Δικαστήριο. Συνάγεται από τα πιο πάνω ότι η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει παρεμπίπτοντα απαγορευτικά διατάγματα με βάση το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 είναι ανεξάρτητη από την άσκηση του ένδικου μέσου της Έφεσης.

 

Στην απόφαση στην αγωγή με αρ.181/2019, ημερ.24.5.2019 η Λ. Δημητριάδου -Ανδρέου, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) ανέφερε τα ακόλουθα σχετικά :

 

«Eίναι, συνεπώς, η θέση του Δικαστηρίου, σε συμφωνία με τα όσα υποστήριξε ο κ. Κασσιανής, ότι πέραν της δυνατότητας που παρέχεται, με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 44Γ(3) για παραμερισμό της Ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης, ήτοι της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ και, κατ’ επέκταση, ακύρωσης του πλειστηριασμού δίδεται η ευχέρεια στον ενυπόθηκο οφειλέτη ή σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος να προχωρήσει με ένδικα μέσα ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου στη βάση των προνοιών του Άρθρου 44(Β)(3) «αμφισβητώντας το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να κινεί τις διαδικασίες και να επιζητεί τις θεραπείες που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους».

 

Επισημαίνω ότι το άρθρο 44Β(3) του Μέρους VIA του Ν.9/1965 ρητά προνοεί ότι οι διατάξεις του συγκεκριμένου άρθρου δεν αποκλείουν τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο να προχωρήσει με ένδικα μέσα ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου με βάση οποιουσδήποτε άλλους εν ισχύ Νόμους και Κανονισμούς, αμφισβητώντας το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να επιζητεί τις θεραπείες που προβλέπονται από τις διατάξεις του Μέρους VIA.

  

Για τους λόγους που έχω επεξηγήσει πιο πάνω η θέση της  ευπαίδευτου συνηγόρου των  Καθ' ων η Αίτηση περί έλλειψης του δικαιοδοτικού υπόβαθρου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.

 

Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση  με βάση τις προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 32 του Ν.14/60.

 

Με βάση την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση της διαπιστώνεται ότι η  Αιτήτρια προσβάλλει την εγκυρότητα των επίδικων υποθηκών και του πληρεξουσίου εγγράφου στη βάση του οποίου οι υποθήκες  υπεγράφησαν και κατατέθηκαν στο Κτηματολόγιο. Κατά τον ισχυρισμό της ουδέποτε υπέγραψε ή συμφώνησε να υπογραφεί το εν λόγω πληρεξούσιο το οποίο αποτελεί προϊόν δόλου και/ή απάτης και/ή πλαστογραφίας. Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι ουδέποτε υπέγραψε οποιοδήποτε γραμμάτιο συνήθους τύπου ή άλλο έγγραφο κατά την ημερομηνία που αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης σε σχέση με τους Εναγόμενους 1 και 2, αποδίδει δε στους Ενάγοντες μεταξύ άλλων αμέλεια και παράβαση των νόμιμων υποχρεώσεων τους προς αυτήν. Στην βάση των πιο πάνω η Αιτήτρια επιδιώκει την έκδοση, μεταξύ άλλων, Διαταγμάτων ακύρωσης των υποθηκών, απαγόρευσης και αναστολής εκποίησης τους και διεκδικεί επίσης αποζημιώσεις για αμέλεια, δόλο και εξαπάτηση της από τους Ενάγοντες. Με βάση τα πιο πάνω διαφαίνεται ότι αποκαλύπτονται γνωστές στο Νόμο αιτίες αγωγής, ικανοποιώντας την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32.

 

Εξετάζοντας τη δεύτερη προϋπόθεση, όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, ουδέποτε είδε ή συνέταξε ή υπέγραψε  το πληρεξούσιο έγγραφο στη βάση του οποίου υπεγράφησαν οι επίδικες υποθήκες, προς υποστήριξη δε του ισχυρισμού της παρουσίασε σχετική γραφολογική έκθεση από την οποία προκύπτουν «περισσότερες ενδείξεις πλαστότητας, παρά γνησιότητας» στην υπογραφή που φαίνεται στο πληρεξούσιο έγγραφο. Οι Ενάγοντες αντιτείνουν μέσω του ενόρκως δηλούντα στην ένσταση ότι η εν λόγω υπογραφή πιστοποιήθηκε από πιστοποιών υπάλληλο και ότι η Αιτήτρια δεν προέβη σε σχετική καταγγελία στην αστυνομία, όπως έπραξαν οι ίδιοι μόλις έλαβαν την Αίτηση. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι σε διαδικασία εκδίκασης αίτησης για Προσωρινό Διάταγμα, το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Φαέθων Μιχαηλίδης ν. Κυριάκος Άγγελου Παπακυριακού (2004) 1 Α.Α.Δ. 209). Είναι επίσης νομολογημένο ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για Προσωρινό Διάταγμα, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του (βλ. T.A. Micrologic Com. Consult. Ltd v. Microsoft Corporation (2002) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1802.  Στην προκειμένη περίπτωση με βάση τα όσα πιο πάνω έχουν εκτεθεί κρίνω ότι στο παρόν στάδιο έχει καταδειχθεί  ορατή προοπτική επιτυχίας και ως εκ τούτου πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32. Τα όσα επικαλούνται οι Ενάγοντες είναι ζητήματα που θα εξεταστούν στα πλαίσια της εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης.

 

Παρέμεινε προς εξέταση η τρίτη προϋπόθεση. Όπως είναι νομολογημένο, το βασικό κριτήριο για να κριθεί ότι η έκδοση του διατάγματος είναι απαραίτητη για να καταστεί δυνατή ή να διευκολυνθεί η απονομή της δικαιοσύνης, είναι το κατά πόσο αν τελικά ο Ενάγοντας επιτύχει στην αγωγή του, θα είναι αρκετή η κατοχύρωση των δικαιωμάτων του με επιδίκαση αποζημιώσεων. Αν η απάντηση είναι καταφατική, τότε η έκδοση Προσωρινού Διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Η επιδίκαση αποζημιώσεων κρίνεται ότι αποτελεί επαρκή θεραπεία όταν η φύση της υπόθεσης επιτρέπει δίκαιο υπολογισμό της ζημιάς. Αν ο υπολογισμός είναι δύσκολος ή αδύνατος, τότε θα είναι δύσκολη ή αδύνατη η απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Πρέπει επίσης εδώ να αναφερθεί ότι το τρίτο κριτήριο, της ανεπανόρθωτης ζημιάς, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, πέραν της δυνατότητας αποζημίωσης, όπως υπεδείχθη και στην υπόθεση Παπαστράτης ν. Πιερίδη (1979) 1 Α.Α.Δ. 231. Στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd ν. Φυλακτίδη (2009) 1 Α.Α.Δ. 317, λέχθηκε ότι η έννοια της πλήρους δικαιοσύνης δεν συναρτάται μόνο με την αποκατάσταση της υλικής ζημιάς αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών.

 

Η Αιτήτρια  προωθεί τη θέση ότι το επίδικο ακίνητο είναι η κύρια και μοναδική της  κατοικία στην οποία διαμένει με το  σύζυγό της από το 1985 και στην οποία έχει μεγαλώσει τα παιδιά της  και πως αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα κινδυνεύει να χάσει  το σπίτι της. Η θέση της αυτή δεν αντικρούστηκε από την Εναγόμενη Τράπεζα, η οποία μέσω των δικηγόρων της υποστηρίζει ότι η οποιαδήποτε ζημιά μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα και ότι η τράπεζα είναι φερέγγυος οργανισμός ο οποίος έχει τη δυνατότητα να αποζημιώσει χρηματικά οποιαδήποτε ζημιά τυχόν υποστεί η Αιτήτρια. Η διαδικασία εκποίησης όπως έχει διαμορφωθεί από το Μέρος VIA του Ν.9/1965, ως έχει τροποποιηθεί, συνιστά μια γρήγορη πλέον διαδικασία και από τη στιγμή που αποστέλλεται η Ειδοποίηση Τύπου «Ι» σε διάστημα περίπου 60 ημερών το ακίνητο εκποιείται. Έχει ήδη σταλεί η ειδοποίηση Τύπου «Θ», σύμφωνα με το άρθρο 44Β(2) του Ν.9/1965, η οποία ακολουθείται από την αποστολή της Ειδοποίησης Τύπου «Ι» που σηματοδοτεί την έναρξη της διαδικασίας πώλησης του ακινήτου. Πρόδηλα, με την παρούσα Αίτηση η Αιτήτρια προσπαθεί να αποτρέψει τη διαδικασία εκποίησης της περιουσίας της που έχει τροχοδρομήσει η Τράπεζα. Ανεξάρτητα από τη φερεγγυότητα των Καθ' ων η Αίτηση και τη δυνατότητα τους  να καλύψουν οποιαδήποτε ζημιά της  Αιτήτριας, είμαι της άποψης ότι η παρούσα περίπτωση δεν θα μπορούσε να περιοριστεί στα στενά πλαίσια του κριτηρίου του χρηματικού παράγοντα της αποζημίωσης. Σε περίπτωση που το ακίνητο της  Αιτήτριας εκποιηθεί τελικά, δεν θα έχει τη δυνατότητα να το ανακτήσει σε περίπτωση που δικαιωθεί στην αγωγή της, με αποτέλεσμα να το απωλέσει για πάντα κάτι το οποίο θεωρώ ότι συνιστά ανεπανόρθωτη βλάβη. Στην απόφαση στην αγωγή με αρ.3027/2017, ημερ.6.2.2019, ο Χ.Μαλαχτός Π.Ε.Δ.( όπως ήταν τότε ) ανέφερε τα εξής με τα οποία συμφωνώ απόλυτα:

 

«Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και όταν το ζήτημα είναι κατά πόσο θα πρέπει να εμποδιστεί η εκποίηση ενυπόθηκου ακινήτου, η δυνατότητα του καθ'  ου η αίτηση, εδώ της Τράπεζας, να προσφέρει χρηματική αποζημίωση εάν η αγωγή επιτύχει και διαφανεί ότι το ακίνητο δεν θα έπρεπε να εκποιηθεί, δεν είναι καταλυτικής σημασίας.  Και τούτο γιατί η ακίνητη ιδιοκτησία είναι μοναδική.  Ιδιαίτερα όταν η γη δεν κατέχεται για σκοπούς εμπορίας, για παράδειγμα από μια εταιρεία ανάπτυξης γης, αλλά συνιστά περιουσία φυσικών προσώπων όπου, ενδεχομένως, να υπάρχουν και συναισθηματικοί δεσμοί.  Πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για την κατοικία τους. 

 

Η δικαιοσύνη στην προκειμένη περίπτωση δεν θα αποκατασταθεί πλήρως εάν οι Ενάγοντες επιτύχουν στην αγωγή τους ενώ η ενυπόθηκη περιουσία του Ενάγοντα 1 θα έχει ήδη πωληθεί και περιέλθει στην ιδιοκτησία τρίτου προσώπου, έστω και αν ο Ενάγοντας 1 αποζημιωθεί από την Τράπεζα με την αξία της περιουσίας που εκποιήθηκε.» 

 

Με βάση τα όσα αναφέρω αμέσως πιο πάνω καταλήγω ότι ικανοποιείται και η 3η προϋπόθεση του άρθρου 32.

 

Σε σχέση με το ισοζύγιο της ευχέρειας είμαι της άποψης ότι  η πλάστιγγα γέρνει προς όφελος της Αιτήτριας.  Όπως αναφέρεται στη Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd (1996) 1 (B) A.A.Δ. 788, 795 το ισοζύγιο της ευχέρειας υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η  απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη και να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Η ζημιά την οποία θα υποστεί η Αιτήτρια σε περίπτωση μη έκδοσης των  αιτούμενων  διαταγμάτων θα είναι κατά πολύ μεγαλύτερη, κατά την άποψη μου, από οποιαδήποτε ζημιά την οποία υποστούν οι Καθ' ων η Αίτηση, οι οποίοι θα έχουν το δικαίωμα να κινήσουν εκ νέου τη διαδικασία του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965 σε περίπτωση απόρριψης της αγωγή της Αιτήτριας. Εάν όμως δεν εκδοθούν τα διατάγματα  και η αγωγή επιτύχει η Αιτήτρια δεν θα μπορέσει να ανακτήσει την εκποιηθείσα περιουσία της.

 

Τέλος, όσον αφορά τη εισήγηση των Καθ’ ων η Αίτηση ότι με την επίδικη Αίτηση επιδιώκεται η τελική θεραπεία της αγωγής αναφέρω ότι από μια απλή ανάγνωση της Έκθεσης Απαίτησης δεν ευσταθεί η θέση ότι η έκδοση του διατάγματος επιλύει την ουσία της αγωγής εφόσον μόνο η αξίωση Δ  αφορά τις υποθήκες που αποτελούν αντικείμενο της Αίτησης ενώ οι αξιώσεις  Α-Γ αφορούν οφειλόμενα χρεωστικά υπόλοιπα λογαριασμών.

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι η αίτηση θα πρέπει να πετύχει. 

 

Συνεπώς εκδίδεται Προσωρινό Διάταγμα ως οι παράγραφοι 1 και 2 της Αίτησης. Όσον αφορά τα διατάγματα που ζητούνται με τις παραγράφους  3 και 4 της Αίτησης θεωρώ ότι καλύπτονται από το εκδοθέν Διάταγμα. Η Αιτήτρια  θα υπογράψει προσωπική εγγύηση για το ποσό των €100.000 προς κάλυψη οιωνδήποτε ζημιών οι οποίες ήθελαν προκληθεί στους Καθ' ων η Αίτηση από την έκδοση του διατάγματος.

 

Όσο αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διάδικου.  Συνεπώς θα επιδικαστούν προς όφελος της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.  Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής.

 

 

 

(Υπ.):  ………………………….

Μ. Παπαϊωάννου, Α.Ε.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο