ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδης, Α.Ε.Δ.
Αίτ.Ετ.: 113/21
Μεταξύ:
Σε ότι αφορά την εταιρεία P. KRITIKOS TRANSPORT LTD
ΚΑΙ
Σε ότι αφορά τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113
--------------
(Αίτηση ημερομηνίας 25/08/21 από Φ.Χ για εκκαθάριση της εταιρείας – εξαγορά μετοχών )
Ημερομηνία: 29 Νοεμβρίου 2024
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για Αιτήτρια: κ. Α. Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σια ΔΕΠΕ
Για Καθ΄ ης η αίτηση: κ .Ν. Νικολάου για Ν. Γ. Νικολάου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ
ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την παρούσα αίτηση που καταχώρισε στις 25/08/21, η πιο πάνω αναφερόμενη αιτήτρια Φ.Χ ζητά, στη βάση των άρθρων 202, 209, 210,211, 213, 214, 226, και 292 του Κεφ. 113 καθώς και στους συναφούς περί εκκαθαρίσεως εταιρειών Κανονισμούς 1933 – 1938, όπως εκδοθεί:
«(α) Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου για εκκαθάριση της εταιρείας σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 211(στ) του Κεφ. 113
(β) Σε περίπτωση κατά την οποία το σεβαστό Δικαστήριο κρίνει ότι ενδεχόμενη εκκαθάριση της εταιρείας θα επηρέαζε δυσμενώς τα δικαιώματα του Π.Κ, τότε η αιτήτρια αιτείται διαζευκτικά προς την ως άνω υπό (α) αιτούμενη θεραπεία, εναλλακτική θεραπεία σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 202 του περί εταιρειών νόμου και ειδικότερα διάταγμα ή και απόφαση του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η εξαγορά των μετοχών της αιτήτριας από τον Π.Κ σε εύλογη αξία των μετοχών της αιτήτριας ως θα καθοριστεί από το σεβαστό Δικαστήριο».
Εν συντομία, η εκδοχή της Φ.Χ, η οποία εκδοχή παρατίθεται στο κυρίως σώμα της αίτησης καθώς και σε υποστηρικτική Ε/Δ της τελευταίας, είναι ότι στην υπό συζήτηση εταιρεία, η οποία ενεγράφη στις 06/06/2006 με σκοπό τη δραστηριοποίηση στον τομέα της μεταφοράς πάσης φύσεως φορτίων (Τεκ.1) και στην οποία ενεγράφηκαν ως μέτοχοι η ίδια με 300 μετοχές και ο σύζυγος της Π.Κ. με 700 μετοχές, είναι ότι ο Π.Κ., ως ο μέτοχος της πλειοψηφίας, ενεργεί κατά τρόπο καταπιεστικό προς την μειοψηφία, δηλαδή τη Φ.Χ., διότι αν και η εταιρεία λειτουργούσε ως συνεταιρισμός μεταξύ του ανδρογύνου με κοινή ουσιαστικά συμμετοχή των δυο τους, ήτοι ωσάν να και να είχαν από ½ των μετοχών, εντούτοις μετά την κατάρρευση του συζυγικού δεσμού λόγω εξωσυζυγικής σχέση του Π.Κ. διαπιστώθηκε ότι από το 2017 ο τελευταίος παραβίαζε κατάφορα τα συμφέροντα της εταιρείας και τα δικαιώματα της Φ.Χ.
Ειδικότερα, ισχυρίζεται η Φ.Χ., ο Π.Κ. διόγκωνε τα έξοδα της εταιρείας και υπέκλεπτε χρήματα με το να καταβάλλει σε πρατήριο βενζίνης περισσότερα χρήματα από τα ποσά που καταγράφονταν στα σχετικά εκδοθέντα τιμολόγια ώστε να λαμβάνει ο ίδιος την διαφορά σε μετρητά (Τεκ. 4 – 37), εξέδιδε πλαστά και ψεύτικα τιμολόγια ώστε να μειώνει τα κέρδη της εταιρείας και συνακόλουθα τη διανομή μερισμάτων (Τεκ.38 – 39), παραλείπει και αρνείται να καταβάλει μερίσματα στους μετόχους (Τεκ.40) και δεν αποκαλύπτει τις συναλλαγές στις οποίες προβαίνει η εταιρεία ούτε και εκδίδει οποιαδήποτε τιμολόγια, προφανώς διότι εισπράττει προς ιδίων όφελος σε μετρητά τα εισοδήματα της εταιρείας.
Ούτε λίγο ούτε πολύ δηλαδή, σύμφωνα με την Φ.Χ, η εταιρεία, η οποία κατά την Φ.Χ και τα όσα αναφέρονται στην παρ. 7 της αίτησης της έχει περιουσιακά στοιχεία αξίας πέραν των €250.000, ήτοι έξι (6) συγκεκριμένα οχήματα, ένα κοντέινερ αποθήκευσης, λυόμενα γραφεία και περιφράξεις, διάφορα εργαλεία και μηχανήματα και καταθέσεις σε τράπεζες περί τις €150.000, έχει παύσει, λόγω της καταπιεστικής και δόλιας συμπεριφοράς του Π.Κ., να στηρίζεται στα θεμέλια φιλίας, αλληλεγγύης και συνεργασίας στα οποία δημιουργήθηκε και συνεπώς είναι ορθό και δίκαιο όπως δοθούν οι θεραπείες που αξιώνονται με την αίτηση.
Στην αντιπέρα όχθη η καθ΄ ης η αίτηση εταιρεία, μέσω του Π.Κ. καταχώρισε ένσταση προβάλλοντας 15 συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.
Σύμφωνα με τον Π.Κ., μεταξύ του ιδίου και της Φ.Χ. εκκρεμούν διάφορες διαδικασίες ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου οι οποίες αφορούν στις οικογενειακές τους διαφορές και μεταξύ των διαδικασιών αυτών συμπεριλαμβάνεται και η αίτηση περιουσιακών διαφορών υπ΄ αριθμό 23/2020 που η Φ.Χ καταχώρισε εναντίον του ιδίου αλλά και της υπό συζήτηση εταιρείας. Με την εν λόγω αίτηση, αναφέρει ο Π.Κ., η Φ.Χ. αξιώνει μεταξύ άλλων και μέρος από την περιουσία της υπό κρίση εταιρείας διότι την θεωρεί ως περιουσία που στην πραγματικότητα ανήκει στο ανδρόγυνο και η οποία δημιουργήθηκε με την δική της συμβολή. Μάλιστα δε, προχωρεί ο Π.Κ., προς υποβοήθηση της αξίωσης της αυτής η Φ.Χ. εξασφάλισε, τόσο μονομερώς στις 31/07/20 όσο και κατόπιν ακρόασης στις 30/3/21, προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται να αποξενωθούν, το 20% των μετοχών της εταιρείας που είναι εγγεγραμμένες επ΄ ονόματι του Π.Κ. (200 μετοχές), το ½ όλων των καταθέσεων που έχει η εταιρεία σε τραπεζικά ιδρύματα και 5 από τα 6 οχήματα που αναφέρονται ανωτέρω ότι είναι εγγεγραμμένα στο όνομα της εταιρείας (Τεκ. 1 και 2).
Θεωρεί λοιπόν ο Π.Κ. ότι υπό το φως της πιο πάνω διαδικασίας και διατάγματος που έχει εξασφαλίσει η Φ.Χ., η παρούσα διαδικασία είναι κακόβουλη, δόλια και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και αυτό είναι αρκετό από μόνο του για να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης.
Πρόσθετα των πιο πάνω όμως, θέση του Π.Κ. είναι ότι η παρούσα αίτηση της Φ.Χ. θα πρέπει να απορριφθεί και διότι τα όσα ισχυρίζεται η τελευταία συνιστούν ασύστολα ψεύδη. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ο Π.Κ., η σύσταση της υπό κρίση εταιρείας είχε γίνει με δική του πρωτοβουλία και έξοδα ως φυσική εξέλιξη της επαγγελματικής απασχόλησης που είχε προτού παντρευτεί την Φ.Χ. εξ΄ ου και τα περιουσιακά στοιχεία και κύκλος εργασιών της εταιρείας προϋπήρχαν της σχέσης του με την τελευταία. Μάλιστα δε, προχωρεί ο Π.Κ., η Φ.Χ. δεν εργαζόταν ποτέ στην εταιρεία ως ισχυρίζεται και ουδέποτε είχε αναμειχθεί με οποιοδήποτε τρόπο στις δραστηριότητες της εταιρείας, είτε με οικονομική ή άλλως πώς συνεισφορά και υποστήριξη. Κατ΄ επέκταση, καταλήγει ο Π.Κ., οι ισχυρισμοί της αιτήτριας ότι είναι συνεισφορέας στην εταιρεία, ότι οι μετοχές της εταιρείας ανήκουν στην πραγματικότητα και στους δυο τους ανά ½ και ότι αυτή παρεμποδίζεται από του να εμπλέκεται στα ή να ενημερώνεται για, τα δρώμενα της εταιρείας, είναι παντελώς αβάσιμοι και ανυπόστατοι. Άλλωστε, αναφέρει ο αιτητής, το γεγονός ότι η Φ.Χ. παρουσιάζεται να έχει στην κατοχή της διάφορα στοιχεία που αφορούν την εταιρεία, καταδεικνύει ότι οι θέσεις της ουδόλως ευσταθούν.
Θεωρεί τέλος ο Π.Κ., ο οποίος με την Ε/Δ του κάνει αναφορά και σε διάφορες άλλες πτυχές των οικογενειακών διαφορών που έχει με τη Φ.Χ., ότι όχι μόνο δεν γίνεται καμία κακοδιαχείριση της εταιρείας ή καταπίεση της Φ.Χ. αλλά και ότι τα όσα προβάλλει η τελευταία για να υποστηρίξει την παρούσα αίτηση συνιστούν παραποίηση της πραγματικότητας και αποκύημα της φαντασίας της ενώ έρχονται και σε πλήρη αντίθεση με τους ελέγχους που γίνονταν από συγκεκριμένους λογιστικούς οίκους τα ευρήματα και συμπεράσματα των οποίων η Φ.Χ. ουδέποτε αμφισβήτησε. Ούτε λίγο ούτε πολύ δηλαδή, η θέση του Π.Κ. είναι ότι η Φ.Χ. έχει καταχωρήσει την παρούσα αίτηση με αλλότριο σκοπό, ήτοι ώστε να του ασκήσει πίεση για να διευθετήσει τις περιουσιακές διαφορές που υφίστανται μεταξύ τους κατά τρόπο που να της συμφέρει μόνο εκείνης.
Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι σε κατοπινό στάδιο της διαδικασίας και συγκεκριμένα στις 28/2/24, το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) επέτρεψε στη Φ.Χ. κατόπιν ακρόασης όπως καταχωρήσει συμπληρωματική Ε/Δ (4/3/24). Με την εν λόγω Ε/Δ η Φ.Χ. πέραν του ότι ισχυρίζεται ότι έχει όντως υποχρέωση να συνεισφέρει έναντι του μετοχικού κεφαλαίου που κατέχει, ισχυρίζεται και ότι υπό το φως των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας που καταγράφονται στην αίτηση της, αυτή, σε περίπτωση εκκαθάριση της εταιρείας, θα δικαιούται να λάβει ανάλογο μερίδιο λόγω της ιδιότητας της ως μέτοχος της μειοψηφίας. Επιπρόσθετα των ισχυρισμών αυτών, η Φ.Χ., παραπέμποντας στις θέσεις που πρόβαλε ο Π.Κ. στην αίτηση περιουσιακών διαφορών 23/20, επαναλαμβάνει τη θέση της περί παρεμπόδισης της να συνεχίσει να συμμετέχει και να εμπλέκεται στα δρώμενα της εταιρείας καθώς επίσης και τη θέση της ότι ο Π.Κ. καμία σχετική ενημέρωση δεν της δίνει (Τεκ.1-4 Ε/Δ ημερ. 4/3/24).[1]
Εφόσον καμία πλευρά δεν επεδίωξε την αντεξέταση του ομνύοντα της άλλης πλευράς και εφόσον από πλευράς Π.Κ. δεν επιδιώχθηκε να καταχωρηθεί οποιαδήποτε συμπληρωματική Ε/Δ προς απάντηση των όσων επιπρόσθετων στοιχείων πρόβαλε η Φ.Χ., η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των μερών οι οποίες στην ουσία περιστράφηκαν γύρω από τις νομικές αρχές που διέπουν αιτήσεις αυτής της φύσης. Ειδικότερη αναφορά στις αγορεύσεις των συνηγόρων κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο.
Εξέτασα με προσοχή όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου.
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
Με τη νομική πτυχή που περιβάλλει αιτήσεις αυτής της φύσης, ήτοι αιτήσεις για εκκαθάριση εταιρείας λόγω κατ' ισχυρισμό καταπίεσης της μειοψηφίας ή για εξαγορά των μετοχών της μειοψηφίας από την πλειοψηφία ή και αντίστροφα, είχα την ευκαιρία να ασχοληθώ στις υποθέσεις ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ SEA NEMESIS SECURITY (SNS) LTD (Αρ. Εγγρ. ΗΕ 329649), Αιτ. Εταιρειών: 495/2018, 9/9/2019 και Αναφορικά με την αίτηση του Νεόφυτου Χαρίτου ν. Αναφορικά με την FIDENTIA SECRETARIAL LIMITED πλειοψηφών μέτοχος της MPC INTERNATIONAL PAINT LIMITED, Αίτηση Αρ.: 65/2018, Ε.Δ. Λεμεσού, ημερ. 16/4/2018, από τις οποίες παραθέτω αυτούσιο πιο κάτω το σχετικό απόσπασμα το οποίο και υιοθετώ για σκοπούς της παρούσας αίτησης.
«…Στις αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών παρέπεμψαν μεταξύ άλλων στις σχετικές αρχές που διατυπώθηκαν στις κυπριακές αποφάσεις Pelmako Development Ltd (1999) 1 ΑΑΔ 1369, In re Pelmako Development Ltd (1991) 1 ΑΑΔ 246, Karaoglanian & Sons and Others v. Karaoglanian and Another. (1977) 4 J.S.C. 488, καθώς επίσης και σε αγγλικές υποθέσεις, όπως μεταξύ άλλων, οι Ebrahimi v. Westbourne Galleries Lid [1972] 2 All E.R. 492, Re Five Minute Car Wash Service, Ltd., [1966] 1 All E.R. 242, Scottish Co-Operative Wholesale Society Ltd. v. Meyer [1958] 3 All E.R. 66; (1959) A.C 324, Loch v John Blackwood Ltd [1924] AC 783 και στα συγγράμματα των Palmer's Company Law και Pennington's Company Law…
Οι αρχές που διέπουν την εφαρμογή των αρ. 211(στ) (ή 211(f)) και του αρ. 202 Κεφ.113, στη βάση των οποίων, το Δικαστήριο έχει εξουσία να διαλύσει την εταιρεία αν είναι της γνώμης ότι είναι δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας ή να εκδώσει τέτοιο διάταγμα που θεωρεί σωστό, είτε για τη ρύθμιση της μελλοντικής διεξαγωγής των υποθέσεων της εταιρείας ή για την αγορά των μετοχών οποιωνδήποτε μελών της εταιρείας από άλλα μέλη της εταιρείας, σε περιπτώσεις καταπίεσης μέλους ή κατηγορίας μελών αντίστοιχα, έχουν πλειστάκις απασχολήσει την κυπριακή και αγγλική νομολογία και νομικά συγγράμματα. Τις συνοψίζω, κάνοντας ταυτόχρονα και μια σύντομη αναφορά στο γενικότερο νομικό πλαίσιο εντός του οποίου αυτές εφαρμόζονται.
Α. Η βασική αρχή, γνωστή ως ο κανόνας του Foss v Harbottle (1843) 2 Hare 461 από την ομώνυμη υπόθεση είναι ότι:
«...δεν επιτρέπονται αγωγές από μετόχους μειοψηφίας για λογαριασμό και προς όφελος της εταιρείας, οι οποίες αφορούν στη διαχείριση-διεύθυνση της εταιρείας, εκτός αν συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να επιτραπεί κάτι τέτοιο. Τα Δικαστήρια δεν ενθαρρύνουν την καταχώρηση αγωγών, από μειοψηφούντες μετόχους σε σχέση με τη διαχείριση-διεύθυνση μιας εταιρείας, όταν εκείνο για το οποίο παραπονείται ο μειοψηφών μέτοχος μπορεί να θεραπευθεί με επικυρωτική απόφαση της πλειοψηφίας της εταιρείας, και τούτο διότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας, η καταχώρηση αγωγής από τη μειοψηφία καθίσταται άνευ αντικειμένου όταν η αδικοπραξία θεραπευθεί από απόφαση της πλειοψηφίας της εταιρείας.» (βλ. ΓΙΑΝΝΟΥΛΑΣ ΧΑΤΖΗΛΟΪΖΟΥ, ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΑ ΣΤΕΛΙΟΥ Χ"ΛΟΙΖΟΥ ν. ΜΑΡΙΝΟΥ ΧΡ. ΛΟΙΖΙΔΗ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 162/2012, 28/11/2017, ECLI:CY:AD:2017:A422 και τη νομολογία και συγγράμματα που εν λόγω αυθεντία αναφέρει).
Β. Όταν ο κανόνας «πρωτοεφαρμόστηκε», οι «παραπονούμενοι» μέτοχοι μειοψηφίας, δεν είχαν στη διάθεση τους πολλές θεραπείες δυνάμει της τότε νομοθεσίας, παρά μόνο τη δυνατότητα υποβολής αίτησης για εκκαθάριση στη βάση του "δίκαιου και εύλογου" (just and equitable), διαδικασία όμως η οποία ουσιαστικά έθετε τέρμα στη λειτουργία της εταιρείας (βλ Pennington 4th ed. σελ. 695 υποσημ.6).
Γ. Η μετέπειτα όμως νομολογία αναγνώρισε σημαντικούς περιορισμούς στον κανόνα (considerable qualifications – βλ. Palmer' s Company Law, 21η έκδοση, σελ. 503- 511), ώστε να μπορεί ο παραπονούμενος μέτοχος που δεν ελέγχει την εταιρεία, είτε να εγείρει ο ίδιος αγωγή εναντίον της εταιρείας για να την υποχρεώσει να συμμορφωθεί με το καταστατικό της, είτε για να προωθήσει απαίτηση της εταιρείας μέσω παράγωγης αγωγής - Derivative action. Οι εν λόγω περιορισμοί του κανόνα αφορούν αποκλειστικά σε περιπτώσεις που η κατ’ ισχυρισμό αδικοπραξία δεν δύναται να θεραπευτεί με επικυρωτική απόφαση της πλειοψηφίας ή όπου το Δικαστήριο αναγνώρισε ρητά, εξαίρεση στον κανόνα (βλ Pennington σελ. 591 - 600). Αναφορικά με τις παράγωγες αγωγές, παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την Χατζηλοϊζου ανωτέρω:
«...Στην περίπτωση αδικοπραξίας που δεν θεραπεύεται με επικυρωτική απόφαση της πλειοψηφίας της εταιρείας, αναγνωρίζεται δικαίωμα σε μειοψηφούντα μέτοχο να εγείρει αγωγή, εναντίον των μετόχων πλειοψηφίας που έχουν τον έλεγχο της εταιρείας, για λογαριασμό και προς όφελος της εταιρείας, μεταξύ άλλων, στις περιπτώσεις όπου η εταιρεία ενεργεί ultra vires ή με δόλο εναντίον της μειοψηφίας (Δέστε Gower and Davies' Principles of Modern Company Law, 7η έκδοση, σελ. 449 και επόμενες). Στην Αγγλία, βέβαια, υπήρξε νομοθετική παρέμβαση, η οποία έθεσε αυτά τα ζητήματα του εταιρικού δικαίου πάνω σε διαφορετική βάση, στην Κύπρο όμως, ακολουθούμε τις αρχές του κοινοδικαίου, όπως διατυπώθηκαν στην Foss (ανωτέρω) και σε επόμενες σχετικές αποφάσεις. Στην υπόθεση Πιρίλλης v. Κουή (2004) 1 Α.Α.Δ. 136, το Εφετείο ασχολήθηκε με ζήτημα παράγωγης ή/και αντιπροσωπευτικής αγωγής (derivative action) σε περίπτωση όπου οι δύο μέτοχοι είχαν από 50% ο καθένας. Έγινε αναφορά στην Foss (ανωτέρω) και τονίστηκε ότι οι περισσότερες υποθέσεις, στις οποίες επιτρέπεται παράγωγη αγωγή, αφορούν σε περιπτώσεις όπου οι πλειοψηφούντες μέτοχοι έχουν τον έλεγχο της εταιρείας και καταδολιεύουν τη μειοψηφία ή την εταιρεία, χρησιμοποιώντας, ταυτόχρονα, τον έλεγχο τους επί της εταιρείας για να μην εγείρουν οποιανδήποτε αγωγή εκ μέρους της. Είναι θεμελιωμένη αρχή ότι, διευθυντές ή διοικητικοί σύμβουλοι μιας εταιρείας, δεν έχουν δικαίωμα να θυσιάζουν τα συμφέροντα της εταιρείας προς όφελος των ιδίων (Δέστε Cook v. Deeks (1916) 1 AC 554, PC (Can)).»
Δ. Μία εκ των νομολογιακά αναγνωρισμένων εξαιρέσεων του κανόνα, όπως αναφέρεται ανωτέρω, είναι η διαπίστωση ενεργειών που συνιστούν «καταπίεση» ή δόλο εναντίον της μειοψηφίας. Αυτή η «καταπίεση» όμως, η οποία δεν χρειάζεται να συνιστά αστικό αδίκημα, έχει κριθεί ότι θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από ασυνείδητη χρήση (unconscionable use) της δύναμης της πλειοψηφίας, η οποία οδηγεί, ή μπορεί να οδηγήσει, είτε σε οικονομική ζημιά είτε σε αδικία ή διάκριση εναντίον της μειοψηφίας, πιο σοβαρή όμως από την παράλειψη της εταιρείας να ενεργήσει προς τα συμφέροντα της (βλ. Pennington σελ. 594 όπου γίνεται αναφορά στην υπόθεση Menier v Hooper’s Telegraph Works Ltd (1874) 9 Ch. App. 350). Επειδή όμως οι επίμαχες αποφάσεις της πλειοψηφίας, θα πρέπει επίσης να καταδειχτεί ότι δεν έχουν ληφθεί καλόπιστα και για το συμφέρον της εταιρείας (bona fide for the benefit of the company as whole), απαιτείται όπως κάποιο στοιχείο ανεντιμότητας ή τουλάχιστο αντικανονικότητας, επίσης καταδειχθεί (βλ. Palmer' s σελ.504-505).
Όπως αναφέρθηκε και στην Pelmako 1991 ανωτέρω:
«Τι συνιστά "καταπίεση" εξηγείται στην απόφαση της δικαστικής επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Scottish Co-Operative Wholesale Society Ltd. v. Meyer [1958] 3 All E.R. 66; (1959) A.C 324. Ο όρος περιλαμβάνει συμπεριφορά η οποία ενέχει το στοιχείο της έλλειψης αξιοπιστίας (probity), ή δίκαιας μεταχείρισης (fair dealing) προς μέλη της εταιρείας σέ σχέση με τα δικαιώματά τους ως μέτοχοι. Αντίθετα, ανεπάρκεια (inefficiency) ή αμέλεια στη διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας, δεν τεκμηριώνει καταπιεστική συμπεριφορά»
Ε. Σύμφωνα με τον Palmer' s σελ. 508, τα αγγλικά Δικαστήρια ενδεχομένως να έχουν αναγνωρίσει και μια γενικότερη εξαίρεση στον κανόνα, ήτοι όταν η δικαιοσύνη επιβάλλει την επέμβαση του Δικαστηρίου προς βοήθεια ενός κατά τ’ άλλα αβοήθητου μετόχου (βλ. Pavlides v Jensen [1956] Ch. 565), πλην όμως το στοιχείο της ανεντιμότητας (dishonesty) εξακολουθεί να απαιτείται όπως αποδειχτεί.
Στ. Όπως έχω ήδη αναφέρει (Β πιο πάνω), μια άλλη «θεραπεία» που είναι στη διάθεση του παραπονούμενου μετόχου, είναι η καταχώρηση αίτησης για διάλυση εταιρείας στη βάση του ότι είναι "δίκαιο και εύλογο" (just and equitable), ή όπως αναφέρεται στο αρ.211 (στ) Κεφ.113, οι πρόνοιες του οποίου είναι πανομοιότυπες με το S.222(f) του Companies Act 1948, όταν «...το Δικαστήριο έχει τη γνώμη ότι είναι δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας να διαλυθεί η εταιρεία». Όπως αναφέρθηκε στην Ebrahimi ανωτέρω και υιοθετήθηκε από τις Karaoglanian και Pelmako 1991, η σχετική νομοθετική πρόνοια συνιστά πρόνοια, χωριστή και ανεξάρτητη από τις άλλες πρόνοιες του αρ.211 επί των οποίων εταιρεία δύναται να διαλυθεί και ερμηνεύεται αυτοτελώς και όχι ejusdem generis των προηγούμενων της διατάξεων στο αρ. 211 Κεφ. 113.
Ζ. «Η σημασία του όρου "δίκαια και εύλογη" (just and equitable), έχει επίσης εξηγηθεί σε πολλές αποφάσεις. Εννοιολογικά, ο όρος "equitable" δεν έχει διάφορη σημασία από τον όρο "just". Στο αγγλικό όμως δίκαιο, ο όρος ενέχει ειδική έννοια (term of art), συνυφασμένη με τις αρχές της επιείκειας (equity), όπως αυτές αναπτύχθηκαν και διαμορφώθηκαν στο αγγλικό δίκαιο. Η επιείκεια έχει ως λόγο το μετριασμό των επιπτώσεων εφαρμογής των αρχών του θετικού δικαίου όταν τούτο επιβάλλουν οι αρχές της δικαιοσύνης (equity). Οι αρχές της επιείκειας επενεργούν στο προσωπικό επίπεδο και αποβλέπουν στον περιορισμό κατάχρησης στην άσκηση δικαιωμάτων. Ο αποκλεισμός της μειοψηφίας από τη διαχείριση της εταιρείας, σε συνάρτηση με πράξεις αυθαιρεσίας και οικειοποίησης του ενεργητικού της εταιρείας από την πλειοψηφία, καθώς και η επίδοσή τους μέσο άλλης εταιρείας, στην προώθηση παραλλήλων και συγκρουόμενων οικονομικών δραστηριοτήτων με εκείνων της εταιρείας, προσδιορίζουν κατά κύριο λόγο το υπόβαθρο της αίτησης…Η μόνη κυπριακή υπόθεση στην οποία αναλύεται η έννοια των όρων ... "δίκαιη και εύλογη" (just and equitable) στο πλαίσιο των σχετικών διατάξεων του Κεφ. 113, είναι ή απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος στην υπόθεση Karaoglanian & Sons and Others v. Karaoglanian and Another. (1977) 4 J.S.C. 488. Στην υπόθεση εκείνη γίνεται εκτεταμένη ανάλυση της αγγλικής νομολογίας και των πράξεων που μπορεί να στοιχειοθετούν καταπίεση της μειοψηφίας. Ιδιαίτερης σημασίας είναι η απόφαση της δικαστικής επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην Ebrahimi v. Westbourne Galleries Lid [1972] 2 All E.R. 492 - Βλ. επίσης Bentley - Stevens v. Jones [1974] 2 All E.R. 653. Re A & Be Chewing Gum [1975] 1 All E.R. 1017. Clemens v. Clements Bros Ltd [1976] 2 All E.R. 268. Re A. Company [1983] 2 All E.R. 36. Re A Company [1983] 2 All E.R. 854. Re Zinotty Properties Ltd [1984] 3 All E.R. 754, and Re Bird Precision Bellows Ltd [1985] 3 A11 E.R.523, στην οποία επικεντρώθηκε η προσοχή του δικαστηρίου στις αρχές βάσει των οποίων μπορεί να διαταχθεί η διάλυση εταιρείας η οποία εδράζεται σε συνεταιρική βάση. Η πτώση του συνεταιρικού βάθρου μεταξύ των εταίρων παρέχει, εφόσο κρίνεται δίκαιο και εύλογο, έρεισμα για τη διάλυση της εταιρείας. Ο όρος "equitable", επισημαίνεται, εισάγει τις αρχές της επιείκειας και συναρτά την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει το Καταστατικό της εταιρείας με το επίπεδο εκείνο της συμπεριφοράς που πρέπει να χαρακτηρίζει την καλόπιστη άσκηση δικαιωμάτων και εκπλήρωση υποχρεώσεων (βλ. Pelmako 1991 ανωτέρω).
Η. Οι περιπτώσεις όπου η νομολογία αναγνώρισε ότι ήταν δίκαιο και εύλογο να εκκαθαριστεί η εταιρεία, δύναται να συνοψιστούν στις εξής.
Όπου εξαφανίστηκε ο λόγος για τον οποίο συστάθηκε η εταιρεία (the substratum of the company was gone), όπου η εταιρεία ήταν φούσκα (the company was a bubble), όπου η εταιρεία συστάθηκε για να προβεί σε δόλιες ενέργειες (the company was formed for the purposes of fraud), όπου διαπιστώθηκε ότι επιβάλλετο πλήρης διερεύνηση της εταιρείας (that full investigation was necessary), όπου το ιδρυτικό έγγραφο της εταιρείας (articles of association) προνοούσε για διάλυσή της σε περίπτωση που επισυμβεί συγκεκριμένο περιστατικό που εν τέλει έλαβε χώρα, όπου ένας από τους κύριους πλειοψηφούντες αρνήθηκε να προσκομίσει λογαριασμούς ή να καταβάλλει μερίσματα, όπου ο αιτητής εκδιώχθηκε από κάθε συμμετοχή στην επιχείρηση εταιρείας και όπου η εταιρεία οδηγήθηκε σε πλήρες «αδιέξοδο» (that there was a complete deadlock). (βλ. Palmer' s σελ. 739 και Pennington σελ. 691-695)
Θ. Η «καταπίεση» της μειοψηφίας από την πλειοψηφία έχει επίσης αναγνωριστεί να συνιστά ξεχωριστό λόγο για τον οποίο είναι "δίκαιο και εύλογο" να εκκαθαριστεί μια εταιρεία (βλ. Pennington σελ. 694). Διάταγμα εκκαθάρισης σε αυτή τη βάση δύναται να εκδοθεί, όταν η πλειοψηφία αρνείται να συγκαλέσει γενικές συνελεύσεις, ή να εφοδιάσει τον αιτητή με τους λογαριασμούς της εταιρείας, ή να διορίσει ελεγκτές ή να πληροφορήσει τον αιτητή για τα δρώμενα της εταιρείας και όλα αυτά ως μέρος ενός σχεδίου «scheme» να πιέσει τη μειοψηφία να πωλήσει τις μετοχές της σε χαμηλότερη τιμή (βλ. Blackwood ανωτέρω).
Ι. Όπως όμως έχει υποδειχθεί από τη νομολογία, (βλ. Ebrahimi ανωτέρω και Thomson v. Drysdale (1925) S.C. 311), το άρθρο 211(στ) δεν προσφέρεται για αποποίηση των εταιρικών υποχρεώσεων που κάθε μέλος αναλαμβάνει επειδή απλά νιώθει αδικημένο και δη αδικαιολόγητα.
«...in considering whether it is just and equitable that the company should be now would up, the court must be careful not to allow itself to be made an instrument for relieving the petitioner from the natural and lawful consequences of his own actings and contracts...» (βλ. Drysdale)
«The question is, as always, whether it is equitable to allow one (or two) to make use of his legal rights to the prejudice of his associate(s)». (βλ. Ebrahimi)
«The just and equitable provision does not, as the respondents suggest, entitle one party to disregard the obligation he assumes by entering a company, nor the court to dispense him from it. It does, as equity always does, enable the Court to subject the exercise of legal rights to equitable considerations; considerations, that is, of a personal character arising between one individual and another, which may make it unjust, or inequitable, to insist on legal rights, or to exercise them in a particular way.» (βλ. Ebrahimi).
ΙΑ. Όπως αναφέρεται στη σελ. 695 του Pennington, οι κατ’ ισχυρισμό πράξεις καταπίεσης πρέπει να είναι σοβαρής φύσης, ενώ μεμονωμένα περιστατικά κακοδιαχείρισης από τους διευθυντές, δεν αρκούν για να εκκαθαριστεί η εταιρεία (βλ. αναφορά σε Re Diamond Fuel Co (1879) 13 ChD 400).
ΙΒ. Είναι όμως σημαντικό να τονισθεί ότι το Δικαστήριο θα αρνηθεί να εκδώσει διάταγμα εκκαθάρισης μιας εταιρείας στη βάση του "δίκαιου και εύλογου" (just and equitable), αν διαπιστώσει ότι ο αιτητής έχει στη διάθεση του μια πιο κατάλληλη θεραπεία και ότι ενεργεί αδικαιολόγητα (βλ. Pennington σελ. 695 και Palmer' s σελ. 738). Αυτή η αρχή έχει πλέον κωδικοποιηθεί στο εταιρικό δίκαιο μέσω του αρ. 214 (2) Κεφ.113 (S.225(2) CA 1948 στην Αγγλία), σύμφωνα με τις πρόνοιες του οποίου:
«214.- (2) Όταν η αίτηση υποβάλλεται από μέλη της εταιρείας ως συνεισφορέων επειδή είναι δίκαιο και σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας η εταιρεία να εκκαθαριστεί, το Δικαστήριο, αν έχει τη γνώμη-
(α) ότι οι αιτητές δικαιούνται σε θεραπεία είτε με την εκκαθάριση της εταιρείας ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο· και
(β) ότι στην απουσία οποιασδήποτε άλλης θεραπείας θα ήταν δίκαιο και σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας η εταιρεία να εκκαθαριστεί,
εκδίδει διάταγμα για εκκαθάριση, εκτός αν έχει επίσης τη γνώμη συγχρόνως ότι υπάρχει άλλη θεραπεία για τους αιτητές και ότι αυτοί ενεργούν αδικαιολόγητα με το να ζητούν τη διάλυση της εταιρείας αντί την αναζήτηση της άλλης θεραπείας.»
Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο, στη βάση της σύμφυτης του εξουσίας, διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας ως ενοχλητικής ή καταχρηστικής.
Κοντολογίς, το Δικαστήριο θα εκδώσει ένα διάταγμα εκκαθάρισης εκτός εάν, κατ’ εφαρμογή των νομολογιακών αρχών και του αρ. 214(2), κρίνει ότι ο αιτητής, αδικαιολόγητα ζητά την εκκαθάριση ή ότι αδικαιολόγητα δεν ζητά, ενώ θα μπορούσε, την «εναλλακτική θεραπεία» του αρ. 202 Κεφ. 113, αναφορά στην οποία κάνω αμέσως πιο κάτω.
ΙΓ. Όπως έχω ήδη επισημάνει πιο πάνω, πέραν της νομολογίας, και η νομοθεσία έχει αναγνωρίσει κάποιες εξαιρέσεις στον κανόνα της Foss. Μία εξ’ αυτών, είναι η εναλλακτική της υποβολής αίτησης για εκκαθάριση, θεραπεία, η οποία στην Αγγλική έννομη τάξη, πρωτοθεσπίστηκε με το s.9 του Companies Act 1947 που στην συνέχεια αντικαταστάθηκε με το s.210 του Companies Act 1948 (βλ. Pennington σελ. 600 και 695 καθώς Palmer' s σελ. 501)
Στην Κύπρο, η εν λόγω πρόνοια αντιστοιχεί στο αρ. 202 Κεφ. 113, οι πρόνοιες του οποίου δίνουν στον παραπονούμενο για καταπίεση, μέτοχο της μειοψηφίας, τη δυνατότητα να αιτηθεί, αν ήθελε φανεί ότι «...η εκκαθάριση της εταιρείας θα επηρέαζε δυσμενώς εκείνο το μέρος των μελών, αλλά διαφορετικά, τα γεγονότα θα δικαιολογούσαν την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης για το λόγο ότι ήταν δίκαιο και σύμφωνα με τους κανόνες της επιείκειας όπως η εταιρεία εκκαθαριστεί...», την έκδοση τέτοιου διατάγματος, «... είτε για τη ρύθμιση της μελλοντικής διεξαγωγής των υποθέσεων της εταιρείας ή για την αγορά των μετοχών οποιωνδήποτε μελών της εταιρείας από άλλα μέλη της εταιρείας ή από την εταιρεία και, σε περίπτωση αγοράς από την εταιρεία, για την ανάλογη μείωση του κεφαλαίου της εταιρείας, ή διαφορετικά».
Όπως όμως προκύπτει από τη νομολογία και τα συγγράμματα στα οποία παραπέμπω πιο πάνω αλλά και το ίδιο το λεκτικό του αρ. 202, για να αποδοθεί η υπό κρίση θεραπεία θα πρέπει να διαφανεί ότι η εκκαθάριση της εταιρείας, στη πραγματικότητα, δεν θα εξυπηρετήσει καλύτερα τα συμφέροντα του καταπιεσμένου μετόχου αλλά αντίθετα θα είναι δυσμενέστερη και προς μεγαλύτερη ζημιά του ιδίου.
Τονίζω όμως ότι αυτή «η εναλλακτική θεραπεία», δεν συνιστά θεραπεία που παρέχεται από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της εξουσίας που ο Νόμος του παρέχει για να εκδίδει διατάγματα εκκαθάρισης εταιρειών, αλλά ξεχωριστή και αυτόνομη θεραπεία, η απόδοση της οποίας προϋποθέτει την απόδειξη των δικών της ξεχωριστών κριτηρίων, έστω και αν αυτά συμπλέουν με τα κριτήρια για εκκαθάριση στη βάση του "δίκαιου και εύλογου" (just and equitable). Σχετικές με τούτο είναι οι υποθέσεις Pelmako (1999) και Ebrahimi ανωτέρω. Στην τελευταία μάλιστα υπόθεση, όπου «εναλλακτική θεραπεία» και εκκαθάριση ζητούνταν διαζευκτικά στην αίτηση, το Δικαστήριο έκρινε ότι αν και δεν απεδείχθη το δικαιολογημένο της «εναλλακτικής θεραπείας», απεδείχθη το δικαιολογημένο της εκκαθάρισης και προχώρησε και εκκαθάρισε την εταιρεία.
Υπό αυτή την έννοια, «η εναλλακτική θεραπεία» του αρ. 202 είναι, θεραπεία, εναλλακτική της υποβολής αίτησης για εκκαθάριση βάση του αρ. 211(στ) (βλ. Palmer’s σελ. 501 – “…a remedy alternative to petition for compulsory winding up under the just and equitable clause…») και όχι θεραπεία που εμπεριέχεται σε αυτή καθ’ αυτή την εξουσία για εκκαθάριση. Άλλωστε, οι πρόνοιες του αρ.202, βρίσκονται σε διαφορετικό Μέρος στο Κεφ.113 και μάλιστα προηγούνται της διαδικασίας εκκαθάρισης. Είναι λοιπόν ως μια τέτοια ξεχωριστή θεραπεία που θα πρέπει να προσεγγίζεται η οποία και θα πρέπει να επιδιώκεται ρητά και ξεχωριστά στην αίτηση, αλλά και να εξειδικεύεται και να αποδεικνύεται πλήρως το τι ακριβώς είναι που ζητείται. Στις πλείστες δε των περιπτώσεων, η λιτή θέσμια Ε/Δ που συνοδεύει μια αίτηση εκκαθάρισης, δύναται να μην αρκεί για να δικαιολογήσει την έγκριση της θεραπείας του αρ. 202 (βλ. Palmer’s σελ. 512 και Re. S. A. Hawken [1950] 2 All Er 408, Re Davies Investments (East Ham) Ltd [1961] 1 WLR 1396 και Re Jermyn Street Turkish Baths Ltd [1971] 1 WLR 1042).
Στην Pelmako (1999) αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά:
«...Ετσι, στην Re Antigen Laboratories Ltd [1951] 1 All E.R. 110 αποφασίστηκε ότι το παρακλητικό (prayer) της αίτησης πρέπει να περιέχει αρκετές λεπτομέρειες ώστε να μη δημιουργείται οποιαδήποτε αμφιβολία για ό,τι ο αιτητής επιθυμεί να πράξει το Δικαστήριο. Αυτή η προσέγγιση συνάδει με τη λογική του πράγματος γιατί αν συνέβαινε το αντίθετο, το Δικαστήριο, θα ήταν υποχρεωμένο να αναζητεί λύσεις προσφερόμενες ως θεραπεία διά της εκδόσεως ενός εκ των τριών προβλεπομένων υπό του άρθρου 202(2) διαταγμάτων χωρίς να έχει ενώπιόν του οτιδήποτε το οποίο να αντανακλά την επιθυμία των αιτητών επί του πρακτέου. Είναι αυτονόητο πως μια τέτοια υποχρέωση θα καθιστούσε εξαιρετικά δύσκολο το έργο του Δικαστηρίου με κίνδυνο να μη απονεμηθεί σωστά η δικαιοσύνη.
Η εξουσία του Δικαστηρίου για παρέμβαση στις υποθέσεις της εταιρείας με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 202 του νόμου δεν είναι απεριόριστη. Όμως, σε ορισμένες περιπτώσεις, δυνητικά μπορεί να προσλάβει διαστάσεις, ανάλογες του όγκου των υποθέσεων της εταιρείας που εκκρεμούν, της πολυπλοκότητας που παρουσιάζουν, κλπ. Αν μάλιστα η θεραπεία που τελικά πρόκειται να παρασχεθεί συνίσταται στην έκδοση διατάγματος "...... για τη ρύθμιση της μελλοντικής διεξαγωγής των υποθέσεων της εταιρείας ...." όπως ο νόμος προβλέπει, καθίσταται εμφανής η ανάγκη σαφούς προσδιορισμού της επιδιωκόμενης θεραπείας. Οριοθετείται έτσι το πεδίο συζήτησης και η διαδικασία περιορίζεται στα συγκεκριμένα επίδικα θέματα...
Στην Scottish Co-operative Wholesale Society Ltd ν. Mayer [1959] A.C. 324 η οποία αναφέρεται στην πρωτόδικη απόφαση, το Δικαστήριο αποδέχθηκε το αίτημα των αιτητών για αγορά των μετόχων της καταπιεζόμενης μειοψηφίας από την πλειοψηφία. Το αίτημα ήταν συγκεκριμένο και εξειδίκευε ρητά το ζητούμενο. Στον Pennington's Company Law, 4th ed., στη σελ. 606 αναφέρονται τα εξής επί του θέματος:
"The petitioners must state in their petition what orders they wish the court to make, however and a petition will not be held if it merely asks the Court to make an order regulating the company's affairs or such order as the Court thinks just."»
Ενόψει και των όσων αναφέρονται στο ΙΒ ανωτέρω, είναι ορθότερο επομένως να ζητείται πρώτα η εναλλακτική θεραπεία του αρ.202 και διαζευκτικά η εκκαθάριση, όπως άλλωστε ήταν και η υπόθεση Ebrahimi.
ΙΔ. Στον Palmer’s σελ. 511-515, αναφέρονται τα εξής ως προς την απόδοση της «εναλλακτικής θεραπείας» του εδώ αρ. 202 Κεφ.113:
«The court can exercise its jurisdiction only if the requirements of the section are satisfied. As judicially interpreted (see Re Five Minute Car Wash Services Ltd. [1966] 1 W.L.R. 745, 751), these are:
(1) The matters complained of must affect the petitioner in his character as a member of the company: harsh or unfair treatment in any other capacity, e.g., as a director or creditor, cannot entitle him to relief under the section (Elder v. Elder & Watson, 1952 S.C.49; Re H. R. Harmer Ltd. [1959] 1 W.L.R. 62; Re Bellador Silk Ltd. [1965] 1 All E.R. 667; Re Lundie Brothers Ltd. [1965] 1 W.L.R. 1051) .
(2) The matters complained of must relate to the conduct of the affairs of the company (Re H. R. Harmer Ltd. [supra].
(3) They must be such as not only to make the winding up of the company just and equitable, but also to lead to the conclusion that the affairs of the company are being conducted in a manner which can properly be described as "oppressive" of the petitioner, and, it may be, other members (Scottish Co-operative Wholesale Society Ltd. v. Meyer [1959] A.C. 324; Re H. R. Harmer Ltd. [supra]; Re Five Minute Car Wash Services Ltd. [supra].»
Η πιο πάνω αρχές έτυχαν της πλήρης επιδοκιμασίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Pelmako 1991 όπου υιοθετήθηκαν πλήρως τα λεχθέντα στην Re Five Minute Car Wash ανωτέρω – βλ. επίσης).
Στην Karaoglanian ανωτέρω, λέχθηκαν επίσης τα εξής:
«Firstly, it must be established that at the time when the petition was presented, the affairs of the company were being conducted in a manner oppressive to the petitioner or a class of members of the company, including the petitioner. The grievance must relate to members of the company, in their capacity as such. Secondly, the matters complained of must relate to the conduct of the affairs of the company. And thirdly, they must be such as not only to make the winding up of the company just and equitable but so as to lead to the conclusion that the affairs of the company have been conducted in a manner which can properly be described as oppressive to the petitioner. Dissatisfaction or disapproval with the conduct of the company's affairs, on grounds relating to policy or efficiency, however well founded, will not sustain the petition.»
Τονίζω εδώ το απαραίτητο να αποδειχθεί ότι η καταπίεση που ο αιτητής επικαλείται πρέπει να άπτεται της ιδιότητας του ως μέλους της εταιρείας (qua member) και ότι οποιαδήποτε άλλη κατάσταση πραγμάτων, έστω ανεπιθύμητη για τον αιτητή, όπως π.χ. η απομάκρυνση του από τη θέση αξιωματούχου, δεν συνεπάγεται αυτόματα και συμπέρασμα καταπίεσης (βλ. Buckley on the Companies Acts, 13η έκδοση, σελίδα 423). Όπως δε έχω ήδη επισημάνει, το παράπονο του αιτητή δεν μπορεί να αφορά ένα μεμονωμένο γεγονός αλλά μια παρατεταμένη κατάσταση πραγμάτων (βλ. αρ. 202(2)(α) - «...company's affairs...» και Palmer’s σελ. 514 και Pennington σελ. 601).
Γενικά, οι ίδιες αρχές που εφαρμόζονται σε σχέση με την εκκαθάριση εταιρείας στη βάση του "δίκαιου και εύλογου" (just and equitable) λόγω καταπίεσης, θα εφαρμοστούν και σε σχέση με τη θεραπεία του αρ. 202 πλην σε σχέση με αυτή τη θεραπεία, ο αιτητής θα πρέπει να καταδείξει κάτι περισσότερο απ’ ότι απαιτείται για να εκκαθαριστεί η εταιρεία στη βάση του αρ. 211(στ) – («…it must go beyond what is required to make out a case for a winding up order and must indicate some lack of probity or fair dealing towards one or more members of th company….» - Re Lundie Brothers Ltd [1965] 1 WLR 1051) Palmer’s σελ. 514.
Παρά ταύτα, δεν απαιτείται όπως καταδειχθεί καταπίεση με σκοπό την αποκόμιση οικονομικού οφέλους αλλά και η απλή επιθυμία για απόκτηση εξουσίας και ελέγχου είναι αρκετή, αφού μια παράλειψη, δύναται να θεωρηθεί ως καταπιεστική, αν καταδειχθεί ότι ήταν σχεδιασμένη για να θέσει τους «καταπιεσμένους» μετόχους σε δυσμενέστερη θέση στην εταιρεία (βλ. Palmer' s σελ. 514-515.). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Elder v. Elder & Watson Ltd (1952) S.C. 49:
«The essence of the matter seems to be that the conduct complained of should at the lowest involve a visible departure from the standards of fair dealing, and a violation of the conditions of fair play on which every shareholder who entrusts his money to a company is entitled to rely.»
ΙΕ. Tο Δικαστήριο θα αρνηθεί να χορηγήσει την εναλλακτική θεραπεία του αρ. 202 στις ακόλουθες, μη εξαντλητικές βέβαια, περιπτώσεις (βλ. Pennington σελ. 600-606):
· Όπου η περίπτωση θα ήταν καταλληλότερη για έγερση παράγωγης αγωγής - derivative action ή όπου τα παράπονα του αιτητή θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν επαρκώς με την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος ή επιδίκαση αποζημιώσεων «... the court will give relief only where an injunction or an award of damages to the company in a derivative action would be inadequate remedies.», «relief may be given against oppression of minority shareholders under the statutory provision in situations where neither they nor the company would have a right of action against the oppressors at law or in equity». Η θεραπεία του αρ. 202 θα δοθεί εκεί όπου η έγερση αγωγής θα αποτύγχανε λόγω του κανόνα της Foss.
· Όπου ο αιτητής δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και έστω και αν διαπιστωθεί αντικανονική συμπεριφορά από μέρους των διευθυντών της εταιρείας, η αίτηση θα απορριφθεί αν διαφανεί ότι ο πραγματικός σκοπός του αιτητή είναι να εξασφαλίσει τη συμμόρφωση των διευθυντών και της πλειοψηφίας με τις δικές του απαιτήσεις ως προς το πώς θα πρέπει να διοικείται η εταιρεία.
· Όπου ο αιτητής έχει καθυστερήσει αδικαιολόγητα να αιτηθεί τη θεραπεία εφόσον μια τέτοια καθυστέρηση, συνηγορεί υπέρ του συμπεράσματος ότι ο αιτητής έχει αποδεχθεί την κατάσταση πραγμάτων για την οποία παραπονείται (βλ. Re Jermyn ανωτέρω).
· Όπου δεν θα ήταν "δίκαιο και εύλογο" (just and equitable) να εκκαθαριστεί η εταιρεία, αυτού περιλαμβανομένου και του ελέγχου της νομιμότητας του αιτητή να υποβάλλει αίτηση εκκαθάρισης ως μέτοχος ή συνεισφορέας της εταιρείας.
· Όπου η αίτηση εδράζεται αποκλειστικά στην έλλειψη επαγγελματικής ικανότητας ή απερισκεψίας στην διεξαγωγή των εργασιών της εταιρείας. Το Δικαστήριο δεν θα ασχοληθεί με θέματα επαγγελματικής πολιτικής, αφού άλλωστε τέτοια θέματα δεν απασχολούν το Δικαστήριο ούτε στα πλαίσια αίτησης εκκαθάρισης. Επομένως, αίτηση για τη θεραπεία του αρ. 202, θα απορριφθεί αν η κατ’ ισχυρισμό καταπίεση αφορά στην άρνηση να καταβληθούν μερίσματα (βλ. Blackwood ανωτέρω).
ΙΣΤ. Εάν τώρα το Δικαστήριο αποφασίσει να εγκρίνει την αίτηση και να αποδώσει την εναλλακτική θεραπεία που σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται ρητά στην αίτηση, η εξουσία του Δικαστηρίου είναι ευρεία όπως και η εφευρετικότητα του (inventiveness). Απώτερος σκοπός είναι να εκδοθεί ένα «σωστό» διάταγμα υπό τις περιστάσεις, ώστε να απαλλαγεί ο αιτητής από τη καταπίεση. Μοναδικός περιορισμός στον τρόπο άσκησης της εξουσίας και της εφευρετικότητας του Δικαστηρίου είναι ότι «…it cannot alter rights held by the parties in capacities other than those of members or directors of the company».»
Για σκοπούς της εδώ αίτησης θα πρέπει να αναφέρω επίσης ότι στην Αγγλία, οι πρόνοιες του τότε S.222(f) C.A. 1948 (αρ.211(στ) Κεφ.113) αντικαταστάθηκαν με τις πανομοιότυπες πρόνοιες του S.122(1)(g) Insolvency Act 1986 και αν και διατηρήθηκε η δυνατότητα απόδοσης της εναλλακτικής θεραπείας του S.210 C.A. 1948 (αρ.202 Κεφ.113), αυτή βρίσκεται πλέον στις πιο ευρείες πρόνοιες του S.459 οι οποίες αντικατέστησαν το S.210 και δεν περιορίζονται πλέον σε «καταπιεστική συμπεριφορά» - «oppressive conduct» αλλά εκτείνονται σε συμπεριφορά που είναι «αδικαιολόγητα ζημιογόνα για τα συμφέροντα της μειονότητας» - «unfairly prejudicial to the interests of the minority». Όπως όμως λέχθηκε και στην CVC/Opportunity που με παρέπεμψε η κα Νικολαΐδου, παρά την αντικατάσταση του S.210 με το S.459, δεν υπάρχει διαφορά αρχής – «there is no difference in principle», αφού η εναλλακτική της εκκαθάρισης θεραπεία παρέχεται εκεί όπου η εκκαθάριση, αν και δικαιολογημένη, δεν θα ήταν προς το συμφέρον του αιτητή.
Το ότι όμως η θεραπεία του αρ. 202 Κεφ.113 στην Κύπρο και του S.459 ή προηγουμένως S.210 C.Α.1948 στην Αγγλία, συνιστά θεραπεία «εναλλακτική» της εκκαθάρισης δυνάμει του αρ.211(στ) Κεφ.113 (στην Αγγλία S.122(1)(g) I.A. 1986 και προηγουμένως S.222(f) C.A. 1948 στην Αγγλία, δημιουργεί τoν προβληματισμό κατά πόσο είναι ορθό αλλά και λογικό να συνεχίζει η συνήθης πλέον πρακτική όχι μόνο να αξιώνονται διαζευκτικά οι δύο θεραπείες αλλά και να προωθούνται ταυτόχρονα και οι δύο μέχρι το τέλος. Ο εν λόγω προβληματισμός έγκειται σε δύο λόγους. Πρώτο διότι το αρ. αρ. 214 (2) Κεφ.113 (στην Αγγλία S.125(2) I.Α. 1986 και προηγουμένως S.225(2) CA 1948), δεν επιτρέπει την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης «…αν υπάρχει άλλη θεραπεία για τους αιτητές…» και δεύτερο διότι για να μπορέσει κάποιος αιτητής να εξασφαλίσει την εναλλακτική θεραπεία που ζητά, θα πρέπει ουσιαστικά να μην επιδιώξει την εκκαθάριση, αφού θα πρέπει στο τέλος να πείσει ότι τέτοια εκκαθάριση θα ήταν άδικη και πιο επιζήμια για τον ίδιο, έστω και αν υπό τις περιστάσεις δικαιολογείτο.
Στην Αγγλία ο εν λόγω προβληματισμός έχει απασχολήσει τους νομικούς φορείς από πολύ παλιά, και τουλάχιστο από τη δεκαετία του 1990 όπως προκύπτει από το Consultation Paper No 142, το οποίο ετοιμάστηκε από το Law Commission για σκοπούς του Shareholder Remedies Report (24 October 1997), όταν οι τότε εν ισχύ αγγλικές πρόνοιες ήταν πανομοιότυπες σχεδόν με τις αντίστοιχες πρόνοιες του Κεφ.113. Όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στις παρ. 08.13 – 08.22 του C.P.142:
«Relief under section 122(1)(g) where an alternative remedy is available
8.13 Prior to 1948, the court could not grant a winding up order if there was some alternative remedy available to the petitioner. This rule was relaxed following the recommendations of both the Cohen Committee and the Jenkins Committee, and the present position is contained in section 125(2) of the Insolvency Act 1986.
Section 125(2) provides that if a petition is presented under the just and equitable
ground:
... the court, if it is of opinion —
(a) that the petitioners are entitled to relief either by winding up the company or by some other means, and
(b) that in the absence of any other remedy it would be just and equitable that the company should be wound up,
shall make a winding up order; but this does not apply if the court is also of the opinion both that some other remedy is available to the petitioners and that they are acting unreasonably in seeking to have the company wound up instead of pursuing that other remedy.
The effect of this section is to impose “... a mandatory duty on the court to make a winding up order with a discretion not to make one if ... it is of the opinion that [the petitioner] has another available remedy and is unreasonably failing to pursue it”.
8.14 Whether a petitioner will be held to be acting unreasonably under the proviso in section 125(2) if he does not pursue a remedy under section 459, will depend on the facts of the case. It often arises that a petitioner seeks both a winding up on just and equitable grounds and relief under section 459 and the court is then invited to strike out those parts of the petition relating to winding up on the basis of the proviso. It may well not be possible for the court to decide this issue on an interlocutory application.
…
Pleading section 122(1)(g) and section 459 in the alternative
Reasons for pleading in the alternative
8.18 Section 122(1)(g) is commonly pleaded in the alternative to section 459 for three main reasons. First, facts which satisfy the test under section 459, may not necessarily satisfy the test under section 122(1)(g) and vice versa. Secondly, winding up is not available as a remedy under sections 459-461. Pleading the two in the alternative therefore gives the court more flexibility to deal with the case. Thirdly, it may put pressure on the majority in the company.
Effect of pleading winding up in the alternative — section 127 of the Insolvency Act 1986…
8.21 … Historically, the tactic of pleading a winding up petition as an alternative to section 459, even where this was not an appropriate remedy, allowed the petitioner to put the maximum pressure possible on the respondents to settle the case as soon as possible….»
Η πιο πάνω πρακτική, επισημαίνει το Law Commission στην παρ.8.22 του C.P. 142, οδήγησε στην υιοθέτηση της οδηγίας πρακτικής Practice Direction (Ch D) (Companies Court: Contributory’s Petition) [1990] 1 WLR 490 σύμφωνα με την οποία αποθαρρύνθηκε ως ανεπιθύμητη η πρακτική να δικογραφούνται και να αξιώνονται στο παρακλητικό της αίτησης και οι δύο θεραπείες κατά διαζευκτικό τρόπο, ήτοι εκκαθάριση διαζευκτικά της εναλλακτικής θεραπείας και ότι η θεραπεία της εκκαθάρισης θα πρέπει να συμπεριλαμβάνεται μόνο αν είναι όντως η θεραπεία που επιδιώκει ο αιτητής ή μόνη θεραπεία που δικαιούται – « A practice direction in 1990 discouraged the practice of pleading the two petitions in the alternative. The direction stated that it was undesirable to include as “... a matter of course, a prayer for winding up as an alternative to an order under section 459 ... It should be included only if that is the relief which the petitioner prefers or if it is considered that it may be the only relief to which he is entitled”….»
Πρόσθετα των πιο πάνω, όπως επισημαίνει και το Law Commission στην παρ.8.4 του C.P.142 και στη σχετική υποσημείωση υπ.αρ.16, η γενική αρχή με βάση τις Vujnovich v Vujnovich [1990] BCLC 227 και Ebrahimi στις οποίες με παρέπεμψε και η κα Φιλιππίδου, είναι ότι το Δικαστήριο θα αρνηθεί να διατάξει την εκκαθάριση της εταιρείας αν διαπιστώσει ότι είναι ο αιτητής που έχει «προκαλέσει» την απώλεια της εμπιστοσύνης και τη ρήξη των σχέσεων στην εταιρεία. Ένας αιτητής όμως, επισημαίνει το Law Commission με αναφορά στα λεχθέντα υπό Plowman J στη Re Lundie Bros Ltd [1965] 1 WLR 1051, δεν θα εμποδιστεί από του να πετύχει την έκδοση ενός διατάγματος εκκαθάρισης αν η υπό κρίση συμπεριφορά του έλαβε χώρα μετά την ανεπανόρθωτη ρήξη των σχέσεων των μερών ή αν η ρήξη ή ο κλονισμός δεν επήλθε αποκλειστικά από τη δική του συμπεριφορά – «…a person could still obtain a winding up order where the breakdown “... has not been caused exclusively by the person seeking to take advantage of it”.». Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι ο Plowman J ήταν ο Δικαστής που αποφάσισε πρωτόδικα στην Ebrahimi ότι δικαιολογείτο η εκκαθάριση λόγω της ρήξης των σχέσεων και της απώλειας της εμπιστοσύνης, όχι όμως η εξαγορά των μετοχών, απόφαση η οποία επικυρώθηκε ως προς την εκκαθάριση από το House of Lords (σ.σ. ως προς την απόρριψη του αιτήματος για εξαγορά δεν ασκήθηκε έφεση).
Η CVC/Opportunity Equity Partners Ltd & Anor v. Almeida (Cayman Islands) [2002] UKPC 16 (21 March 2002) θεωρώ, επισημαίνει ακριβώς το γιατί θα πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή κατά την απόφαση να ζητηθούν και να προωθηθούν ταυτόχρονα αίτημα για εκκαθάριση μιας εταιρείας και αίτημα για θεραπεία εναλλακτική της εκκαθάρισης, αν στην πραγματικότητα, η εκκαθάριση δεν «συμφέρει» τον αιτητή ως θεραπεία. Μάλιστα δε, στην CVC/Opportunity η μειοψηφία δεν επιθυμούσε την εκκαθάριση της εταιρείας αλλά μόνο την εξαγορά των μετοχών της σε δίκαιη τιμή πλην όμως, λόγω των περιοριστικών προνοιών του εκεί εφαρμοστέου εθνικού δικαίου, δεν είχε άλλη θεραπεία στη διάθεση της «…Although the order was made ex parte, Mr Demarco's lawyers were notified of the hearing in advance and the order was made in their presence. It seems unlikely that they resisted the making of the order. Mr Demarco had no desire to have the Company wound up. His object was to bring Opportunity to the negotiating table, and his threat to present a winding up petition appeared to have had the desired effect». Σε αντίθετη όμως περίπτωση, όπως επισημάνθηκε και από το απόσπασμα από την Re a company (No 003843 of 1986) [1987] BCLC 562 που αναφέρει το Ανακτοσυμβούλιο στα πλαίσια της παράθεσης της επιχειρηματολογίας της εκεί αιτήτριας εταιρείας αλλά και από το Law Commission το 1997, δεν είναι εύλογα αναμενόμενο από ένα μέτοχο της μειοψηφίας να προωθεί αίτημα για εκκαθάριση όταν μια τέτοια εκκαθάριση θα είναι ζημιογόνα για τον ίδιο εκτός αν όντως επιδιώκει μια τέτοια εξέλιξη ως θεραπεία θεωρώντας την εξ’ ίσου ικανοποιητική...»
Έχοντας λοιπόν παραθέσει το νομικό πλαίσιο που περιβάλλει αιτήσεις της παρούσας φύσης, στρέφομαι να εξετάσω τα όσα σχετικά εγείρονται στην υπό κρίση διαδικασία.
Το πρώτο ουσιαστικό ζήτημα το οποίο κρίνω ότι θα πρέπει να εξεταστεί πριν απ’ οτιδήποτε άλλο είναι το γεγονός της ύπαρξης του προσωρινού διατάγματος που εξασφάλισε η αιτήτρια Φ.Χ. στα πλαίσια της αίτησης περιουσιακών διαφορών 23/20 που εκείνη καταχώρισε αξιώνοντας όπως της αποδοθούν τόσο 200 επιπρόσθετες μετοχές της εταιρείας όσο και σημαντικό μέρος των περιουσιακών της στοιχείων, ως περιουσία που ισχυρίζεται ότι στην πραγματικότητα ανήκει στην ίδια. Υπενθυμίζω συναφώς ότι με το προσωρινό διάταγμα που εξασφάλισε η Φ.Χ. σ’ εκείνη τη διαδικασία και το οποίο διάταγμα δεν αναφέρεται από κάποια πλευρά να έχει μέχρι σήμερα ακυρωθεί ή άλλως πώς τροποποιηθεί, έχουν δεσμευθεί μέχρι την τελική εκδίκαση της εκεί αξίωσης της Φ.Χ. το 20% των μετοχών της εταιρείας που είναι εγγεγραμμένες επ΄ ονόματι του Π.Κ. (200 μετοχές), το ½ όλων των καταθέσεων που έχει η εταιρεία σε τραπεζικά ιδρύματα και 5 από τα 6 οχήματα που αναφέρονται ανωτέρω ότι είναι εγγεγραμμένα στο όνομα της εταιρείας. Κρίνω σκόπιμο εδώ, και αυτό προκειμένου να γίνει πλήρως αντιληπτό το τι είναι που αξιώνει η Φ.Χ. σε εκείνη τη διαδικασία αλλά και το γιατί έχουν δεσμευτεί τα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία, να παραθέσω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση της 30/3/21 με την οποία κατέστη απόλυτο από το Οικογενειακό Δικαστήριο το προσωρινό διάταγμα που είχε ζητήσει η Φ.Χ. – σ. Δ οι εκεί αναφορές σε αιτήτρια, καθ΄ ου η αίτηση 1 και καθ΄ ου η αίτηση 2 αφορούν στους Φ.Χ., Π.Κ. και υπό κρίση εταιρεία αντίστοιχα (Βλ. Τεκ.2 Ε/Δ Π.Κ.):
«Η μονομερής αίτησης υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Αιτήτριας η οποία αποτελείται συνολικά από 29 παραγράφους. Στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας γίνεται αναφορά σε θέματα που αφορούν στα του γάμου των διαδίκων και στην περιουσία η οποία έχει δημιουργηθεί ένεκα του γάμου των διαδίκων, στη σύσταση της εταιρείας (Καθ΄ης η αίτηση 2), στο ποσοστό συμμετοχής της στην αναφερόμενη εταιρεία και ότι η ίδια είναι γραμματέας της αναφερόμενης εταιρείας και ο Καθ΄ου η αίτηση είναι διευθυντής ο οποίος κατέχει και την πλειοψηφία των μετοχών. Γίνεται, περαιτέρω, αναφορά σε τρεχούμενους λογαριασμούς με πιστωτικά υπόλοιπα τα οποία, κατ΄ ισχυρισμό της πάντοτε, τα χρήματα των λογαριασμών προήλθαν και από τη δική της συμβολή. Κατά την ίδια, αυτά αποτελούν περιουσιακά στοιχεία και των δύο διαδίκων. Μετά από πληροφορίες που έλαβε ότι πρόθεση του Καθ΄ου η αίτηση 1 ήταν να αποξενώσει τα επίδικα περιουσιακά στοιχεία, ζήτησε νομική συμβουλή και καταχώρησε την κρινόμενη αίτηση που σκοπό έχει την παγιοποίηση των περιουσιακών στοιχείων και τη μη αποξένωση αυτών… Ο σκοπός της έκδοσης διαταγμάτων αυτής της υφής, είναι η διατήρηση της περιουσίας ακριβώς για να μπορεί να ικανοποιηθεί οποιαδήποτε απόφαση ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα συζύγου. Εύστοχα ο συνήγορος των Καθ΄ων η αίτηση αναφέρει ότι η έκδοση ενός διατάγματος αυτής της δραστικότητας θα παραλύσει στην ουσία, τις εργασίες της εταιρείας-Καθ΄ης η αίτηση 2. Όμως δεν πρέπει να παροράται το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν δέσμευσε όλα τα περιουσιακά στοιχεία στην έκταση που ζητούνταν από την Αιτήτρια. Μία εξέταση του επίδικου διατάγματος το οποίο παρατέθηκε πιο πάνω, καταδεικνύει ότι αυτό που στην ουσία έχει παγοποιηθεί είναι το ήμισυ της αξίας των λογαριασμών και των μετοχών της εταιρείας … Πρέπει κατ΄ αρχάς να αναφερθεί ότι με βάση την Περικλέους ν. Εγγλέζου κ.ά., (2011) 1 ΑΑΔ 1015, το Δικαστήριο έχει εξουσία να επιληφθεί αίτησης περιουσιακών διαφορών όταν σε αυτή είναι και εταιρεία διάδικος επί της οποίας ο σύζυγος έχει συμφέρον και ο άλλος σύζυγος διεκδικεί συνεισφορά. Στην προκειμένη περίπτωση, φαίνεται ότι την πλειοψηφία των μετοχών τις κατέχει ο Καθ΄ου η αίτηση 1 και τη μειοψηφία η Αιτήτρια. Δεν προτίθεμαι να ενδιατρίψω επί μακρόν επί του εταιρικού δικαίου, απλά να υποδείξω ότι ο Καθ΄ου η αίτηση κατέχει το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Είναι επίσης διευθυντής της εταιρείας. Περαιτέρω, η θέση των Καθ΄ων η αίτηση είναι ότι δεν έχει δημιουργηθεί οποιοδήποτε καταπίστευμα προς πίστη της Αιτήτριας. Η Αιτήτρια, στην εναρκτήρια αίτηση, φαίνεται να βασίζει τα αιτήματά της τόσο στο Ν. 232/91 όσο και σε καταπιστεύματα. Κρίνω ότι δεν είναι επί του παρόντος να εξεταστούν ισχυρισμοί τους οποίους το Δικαστήριο καθηκόντως θα εξετάσει κατά την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης. Όμως με βάση τη Λογγίνου ν. Λογγίνου (2000) 1 ΑΑΔ 1347, το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να επιλαμβάνεται και αιτήσεων οι οποίες βασίζονται επί καταπιστευμάτων ... Η διατήρηση του προσωρινού διατάγματος σε ισχύ διαφυλάττει και το status quo της περιουσιακής κατάστασης…».
Παρενθετικά αναφέρω εδώ ότι η υπόθεση Εγγλέζου στην οποία έκανε αναφορά το Οικογενειακό Δικαστήριο πιο πάνω συνιστά την αυθεντία επί της αρχής ότι το Οικογενειακό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να επιδικάσει αξίωση που εγείρεται από σύζυγο εναντίον συζύγου σε σχέση με περιουσία που είναι εγγεγραμμένη επ΄ ονόματι τρίτου προσώπου, ακόμη και νομικού, αν καταδειχθεί ότι η περιουσία αυτή στην πραγματικότητα κρατείται προς όφελος του/της αιτητή/αιτήτριας συζύγου στα πλαίσια καταπιστεύματος.
Με άλλα λόγια συνεπώς, ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου η Φ.Χ. υποστηρίζει μέχρι σήμερα ότι και το 20% των μετοχών της εταιρείας που είναι εγγεγραμμένες επ΄ ονόματι του Π.Κ. αλλά και η κινητή περιουσία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα της εταιρείας στην πραγματικότητα δεν ανήκουν στους εγγεγραμμένους κυρίους τους, δηλαδή στον Π.Κ. και στην εταιρεία αντίστοιχα, αλλά στην ίδια, εξ΄ ου και αξιώνει την έκδοση απόφασης με την οποία να αποκτά εκείνη τα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία. Και για να διασφαλίσει η Φ.Χ. ότι αυτά τα περιουσιακά στοιχεία θα παραμείνουν αναλλοίωτα μέχρι να αποφασίσει το Οικογενειακό Δικαστήριο αν θα της τα αποδώσει, αυτή ζήτησε και πέτυχε την προσωρινή δέσμευση τους μέχρι την εκδίκαση της εκεί αξίωσης της. Όπως άλλωστε ανέφερε και το Οικογενειακό Δικαστήριο στην ανωτέρω απόφαση, «Η διατήρηση του προσωρινού διατάγματος σε ισχύ διαφυλάττει και το status quo της περιουσιακής κατάστασης…».
Υπό το φως όμως του πιο πάνω πραγματικού και νομικού πλαισίου που περιβάλλει την υπό κρίση αίτηση, κρίνω ότι οι θεραπείες που η Φ.Χ. ζητά στην παρούσα διαδικασία δεν μπορούν να αποδοθούν. Εξηγώ.
Κατά πρώτο, με δεδομένο ότι τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας αποτελούν αντικείμενο δικαστικού διατάγματος με το οποίο έχει διαταχθεί, κατά την άσκηση της αποκλειστικής δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου, όχι μόνο η δέσμευση τους αλλά και η απαγόρευση οποιασδήποτε μορφής αποξένωσης τους μέχρι την πλήρη εκδίκαση της αίτησης 23/20 από το Οικογενειακό Δικαστήριο, και δη ώστε να διαφυλαχθεί το status quo της περιουσιακής κατάστασης που εκείνο το Δικαστήριο εξετάζει, δεν τίθεται θέμα αλλά ούτε και μπορεί να εκδοθεί οποιοδήποτε διάταγμα από οποιοδήποτε άλλο Δικαστήριο που να διατάσσει την μεταχείριση της συγκεκριμένης περιουσίας κατά διαφορετικό τρόπο απ’ ότι διέταξε το Οικογενειακό Δικαστήριο και δη κατά τρόπο που ουσιαστικά θα ανατρέπει το ενώπιον του status quo. Υπενθυμίζω και επισημαίνω ότι με την έκδοση ενός διατάγματος εκκαθάρισης συνεπάγεται ότι η περιουσία της εταιρείας θα περιέλθει στα χέρια του εκκαθαριστή ο οποίος και θα υποχρεούται να την ρευστοποιήσει προκειμένου να ικανοποιήσει πρώτα τις απαιτήσεις των πιστωτών της εταιρείας και όχι κατ’ ανάγκη των μετόχων, ήτοι του αντρογύνου.
Κατά δεύτερο, ακόμη και αν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αυτή καθ’ αυτή η έκδοση ενός διατάγματος εκκαθάρισης δεν θα αντίβαινε και ούτε θα καταστρατηγούσε το διάταγμα της 23/20, η ύπαρξη του εν λόγω διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου θα καθιστούσε ουσιαστικά αδύνατη την διενέργεια της διαδικασίας της εκκαθάρισης αφού ο εκκαθαριστής θα εμποδιζόταν, λόγω του διατάγματος της 23/20, να προχωρήσει με τη διαδικασία εκκαθάρισης και τη συνεπαγόμενη ρευστοποίηση της περιουσίας της εταιρείας.
Κατά τρίτο και πρόσθετα των πιο πάνω, ενόψει των αξιώσεων που η Φ.Χ. προβάλει στα πλαίσια της 23/20 σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, ήτοι ότι στην πραγματικότητα τα μισά από αυτά τα στοιχεία είναι δικά της λόγω ύπαρξης καταπιστεύματος, είναι παντελώς άγνωστο στο παρόν στάδιο το ποια είναι τελικά η πραγματική περιουσία της εταιρείας η οποία υποτίθεται ότι θα πρέπει να τεθεί υπό τον έλεγχο του οποιουδήποτε εκκαθαριστή ήθελε διοριστεί. Το ίδιο όμως ισχύει και σε σχέση με την εναλλακτική θεραπεία που ζητά με την παρούσα διαδικασία η Φ.Χ., ήτοι όπως οι μετοχές της εξαγοραστούν από τον Π.Κ., αφού τυχόν επιτυχία της Φ.Χ. στην 23/20 σε σχέση με την εκεί αξίωση της για το 20% των μετοχών της εταιρείας που είναι προς το παρόν εγγεγραμμένες στο όνομα του Π.Κ. θα συνεπάγεται αύξηση των δικών της μετοχών και δη σε σημείο που θα φτάνουν το 50% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας.
Πώς λοιπόν θα μπορούσε στο παρόν στάδιο να εξακριβωθεί το τι είναι το πραγματικά "δίκαιο και εύλογο" να γίνει υπό τις περιστάσεις ή το κατά πόσο η εκκαθάριση της εταιρείας στη πραγματικότητα δεν θα εξυπηρετήσει καλύτερα τα συμφέροντα του καταπιεσμένου μετόχου αλλά αντίθετα θα είναι δυσμενέστερη και προς μεγαλύτερη ζημιά του ιδίου ώστε να πρέπει να διαταχθεί η εξαγορά μετοχών.
Οι πιο πάνω διαπιστώσεις, οι οποίες προκύπτουν καθαρά από τις δικονομικές επιλογές της Φ.Χ., οι οποίες επιλογές θα μπορούσαν να θεωρηθούν και ως κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών λόγω της αντιφατικής και αντικρουόμενης φύσης τους, δεν μπορούν παρά να σφραγίσουν την τύχη της παρούσας αίτησης από αυτό το στάδιο και χωρίς να χρειάζεται ή να μπορεί να εξεταστεί οτιδήποτε άλλο εγείρεται. Άλλωστε, όπως έχω ήδη εξηγήσει, ένεκα των προαναφερόμενων δικονομικών επιλογών της Φ.Χ. είναι αδύνατο στο παρόν στάδιο για το Δικαστήριο να καταλήξει σε οποιοδήποτε συμπέρασμα αναφορικά με το τι είναι δίκαιο και εύλογο να γίνει σε σχέση με την υπό κρίση εταιρεία.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της καθ΄ης η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.) ………………………..
Λ. Πασχαλίδης, Α.Ε.Δ.
Πιστόν αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
…/Κ.Κ.
[1] Την 1/7/24 επιτράπηκε στη Φ.Χ. να καταχωρήσει νέα συμπλ. Ε/Δ (3/7/24) με την οποία παρουσίασε τα ορθά έγγραφα στα οποία παρέπεμπε με τη συμπλ. Ε/Δ της 4/3/24.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο