ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ M.E.S.C.O. LIMITED, Αρ. Αίτησης: 32/24, 30/12/2024
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ M.E.S.C.O. LIMITED, Αρ. Αίτησης: 32/24, 30/12/2024

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Α.Ε.Δ.

Αρ. Αίτησης: 32/24 (ijustice)

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ ΚΕΦ.113, Άρθρα 203, 209, 211(3), 212(α)(γ), 213, 214, 218 και 333

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ M.E.S.C.O. LIMITED (HE 4218)

----------------------------------------

(Αίτηση από Π.Χ. ημερ. 04/11/24 για καταχώριση συμπληρωματικής/απαντητικής Ε/Δ στην Κυρίως Αίτηση Εκκαθάρισης που ο Π.Χ. καταχώρισε στις 10/04/24 σε σχέση με την εταιρεία M.E.S.C.O Limited)

 

Ημερομηνία: 30 Δεκεμβρίου 2024

Εμφανίσεις:

Για Π.Χ. αιτητή: κα Φ. Χατζηνικολή για Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία Δ.Ε.Π.Ε.

Για M.E.S.C.O - καθ’ ων η αίτηση: κ. Β Σωτηρίου για ΑΝΤΩΝΑΚΗΣ ΣΩΤΗΡΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Στις 10.4.24 ο πιο πάνω αναφερόμενος Π.Χ καταχώρισε εναντίον της εταιρείας MΕSCΟ LTD (εφεξής η εταιρεία) αίτηση (petition) με την οποία ζητά την εκκαθάριση της τελευταίας στη βάση κυρίως των προνοιών «(του) ΚΕΦ.113, Άρθρα 203, 209, 211(3), 212(α)(γ), 213, 214, 218 και 333». 

Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στο κυρίως σώμα της αίτησης, ο Π.Χ. είχε εξασφαλίσει στις 19.7.21 απόφαση προς όφελος του και εναντίον της εταιρείας από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών Λάρνακας για το ποσό των €39.535,58 πλέον  τόκο και €1.115 έξοδα. Επειδή όμως μέχρι τις 2.2.24 η εταιρεία δεν του κατέβαλε το εξ΄ αποφάσεως χρέος της αυτός της επέδωσε στο εγγεγραμμένο γραφείο της ειδοποίηση ημερομηνίας 3.1.24 απαιτώντας όπως του πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος εντός 21 ημερών αλλιώς θα την θεωρούσε ως αφερέγγυα και ανίκανη να εξοφλήσει τα χρέη της. Στην εν λόγω ειδοποίηση, κατά τον αιτητή, η εταιρεία δεν ανταποκρίθηκε θετικά και «ουδέν ποσό κατέβαλε» έναντι του χρέους της.

Την αίτηση υποστηρίζει Ε/Δ του Π.Χ. ημερ.05/04/24 με την οποία ο τελευταίος, αναφέροντας ότι έχει προσωπική γνώση για «όλα τα γεγονότα που περιγράφονται στην αίτηση», περιορίζεται ουσιαστικά στο να βεβαιώσει ενόρκως την ορθότητα και την αλήθεια των εν λόγω γεγονότων.

Στην αίτηση του Π.Χ. η εταιρεία καταχώρησε ένσταση προβάλλοντας 19 συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Εν συντομία, με την ένσταση της η εταιρεία προσβάλλει τόσο τη διαδικασία που ισχυρίζεται ότι ακολούθησε ο Π.Χ. όσο και την ουσία των ισχυρισμών του και συγκεκριμένα, μέσω της υποστηρικτικής Ε/Δ ενός εκ των διευθυντών της, η εταιρεία προβάλλει αφ’ ενός τον ισχυρισμό ότι η επίδοση της ειδοποίησης πληρωμής δεν έγινε με τον δέοντα και νομότυπο τρόπο και αφ’ ετέρου τον ισχυρισμό ότι στα πλαίσια ενεργειών που έγιναν προς εκτέλεση της δικαστικής απόφασης που εξασφάλισε ο Π.Χ. είχε ήδη καταβληθεί από την εταιρεία το συνολικό ποσό των €8.449 – γίνεται παραπμπή σε συγκεκριμένες αποδείξεις δικαστικών επιδοτών. Ο ισχυρισμός λοιπόν του αιτητή ότι η εταιρεία ουδέν ποσό κατέβαλε έναντι του εξ αποφάσεως χρέος της είναι κατά την τελευταία ανυπόστατος. Επιπλέον η εταιρεία ισχυρίζεται και ότι επειδή έχει καταχωρήσει την έφεση Ε175/22 εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, κάμνοντας ταυτόχρονα και ενέργειες όπως η εν λόγω έφεση εκδικαστεί το συντομότερο,  αλλά και επειδή τα περιουσιακά της στοιχεία είναι τέτοια που μπορούν να διασφαλίσουν την απαίτηση του αιτητή σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης της, η καταχώρηση αίτησης εκκαθάρισης εναντίον της είναι υπό τις περιστάσεις καταχρηστική.

Αντιδρώντας στα όσα αναφέρονται στην ένσταση της εταιρείας, η πλευρά του αιτητή καταχώρησε στις 4.11.24 την παρούσα ενδιάμεση αίτηση ζητώντας αποκλειστικά στη βάση των προνοιών της Δ.48 όπως της δοθεί άδεια να καταχωρήσει συμπληρωματική/απαντητική ένορκη δήλωση προκειμένου να απαντήσει σε διάφορα θέματα που πρόβαλε η εταιρεία με την ένσταση της και τα οποία «εκ παραδρομής στην ένορκη μου δήλωση ημερ. 05/04/24 δεν αναφέρθησαν».

Ειδικότερα, αυτό που  επιδιώκει να προβάλει η πλευρά του αιτητή με την προτιθέμενη Ε/Δ, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην αίτηση, είναι ότι όντως εισπράχθηκαν έναντι της δικαστικής απόφασης διάφορα ποσά στα πλαίσια μέτρων εκτέλεσης και δη τα ποσά που ισχυρίζεται η εταιρεία, αφαιρουμένων όμως των ποσών που καταλογίστηκαν σε διάφορα διοικητικά και συναφή έξοδα. Κατά τον αιτητή, ο οποίος παραπέμπει στις ίδιες ουσιαστικά αποδείξεις των δικαστικών επιδοτών ,το σύνολο των καθαρών ποσών που εισπράχθηκαν έναντι της απόφασης είναι €6.556,79 από το οποίο οι €5.978,71 αναλογούν στα έξοδα των δικηγόρων του.

Εκκρεμούσης της υπό κρίσης αίτησης του Π.Χ., η εταιρεία καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητά, στη βάση ουσιαστικά των ίδιων προνοιών επί των οποίων εδράζεται η αίτηση εκκαθάρισης αλλά και των προνοιών των Δ.19 – 27 και 48, όπως η αίτηση εκκαθάρισης ακυρωθεί και ή ανασταλεί ως καταχρηστική και/ή μέχρι να αποπερατωθεί η έφεση Ε175/22. Προς υποστήριξη της αίτησης αυτής προβάλλονται από πλευράς εταιρείας τα ίδια ουσιαστικά γεγονότα και λόγοι που συνθέτουν την ένσταση της στην αίτηση εκκαθάρισης, ήτοι τα όσα γεγονότα περιβάλλουν την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών και τις ενέργειες που έγιναν προς εκτέλεση της καθώς επίσης και το γεγονός ότι εναντίον της εν λόγω απόφασης έχει καταχωρηθεί η έφεση Ε175/22 η οποία ακόμη εκκρεμεί.

Στην αίτηση αυτή της εταιρείας, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί, η πλευρά του Π.Χ. έχει καταχωρήσει ένσταση στις 27/11/24 προβάλλοντας ως λόγους ένστασης, μεταξύ άλλων, τη θέση ότι η εταιρεία ενεργεί κακόπιστα διότι προσπαθεί να αποφύγει ή να καθυστερήσει να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, ότι ακόμη και με τα ποσά που καταβλήθηκαν κατά την εκτέλεση της απόφασης εξακολουθούν να οφείλονται ποσά προς τον Π.Χ. ως η ίδια η εταιρεία παραδέχεται και ότι η παράλειψη της εταιρείας να εξοφλήσει πλήρως το χρέος της μετά και που έλαβε σχετική ειδοποίηση συνιστά ένδειξη είτε αφερεγγυότητας είτε ανεπίτρεπτης άρνησης και κατ΄ επέκταση δικαιολογεί πλήρως την καταχώριση αίτησης εκκαθάρισης εναντίον της.

Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι κατά τις διάφορες εμφανίσεις που οι δυο πλευρές πραγματοποίησαν στα πλαίσια των πιο πάνω αιτήσεων, το Δικαστήριο (υπό την παρούσα σύνθεση) επεσήμανε σε αμφότερες ότι ενόψει της καταχώρισης ένστασης στην κυρίως αίτηση εκκαθάρισης, θα ήταν ενδεχομένως πιο πρόσφορο να προχωρήσει άμεσα η εκδίκαση της κυρίως αίτησης εκκαθάρισης παρά να σπαταληθεί χρόνος και έξοδα για την εκδίκαση των δυο εκκρεμουσών αιτήσεων, οι οποίες, με γνώμονα τη σχετική νομολογία, ίσως να είναι εκ της φύσης αλλά και του περιεχομένου τους αχρείαστες (βλ. μεταξύ άλλων In re Pelmako Development Ltd (1991) 1 ΑΑΔ 246).  Δόθηκε λοιπόν χρόνος στις δυο πλευρές να μελετήσουν τις επισημάνσεις του Δικαστηρίου και να αποφασίσουν ως προς το πως θα ενεργήσουν. Επειδή όμως τελικά φάνηκε ότι και οι δυο πλευρές θα επέμεναν στην εκδίκαση των αντίστοιχων αιτήσεων τους,  κρίθηκε ορθότερο όπως εξεταστεί πρώτα η αίτηση του Π.Χ. για συμπληρωματική ένορκη δήλωση ώστε όταν το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει την αίτηση της εταιρείας για αναστολή να έχει ενώπιον του το σύνολο των εκατέρωθεν ισχυρισμών και θέσεων.

Η εταιρεία καταχώρισε την ένσταση της στην υπό κρίση αίτηση στις 17/12/24 και στις 19/12/24 οι δύο πλευρές προχώρησαν με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων οι οποίες περιστράφηκαν αποκλειστικά γύρω από το πεδίο εμβέλειας και εφαρμογής των προνοιών της Δ.48 που αφορούν στην χορήγηση άδειας για καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων όπου καταδεικνύεται «καλός λόγος» για τούτο. Ειδικότερα αναφορά στις αγορεύσεις των συνηγόρων κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο.

Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και σημειώνω τα εξής.

Όπως ανέφερα και πιο πάνω, με την υπό κρίση αίτηση επιχειρείται να καταχωρηθεί, κατ’ επίκληση αποκλειστικά των προνοιών της Δ.48, μία περαιτέρω Ε/Δ προς συμπλήρωση των όσων αναφέρονται στην Ε/Δ που υποστηρίζει την κυρίως διαδικασία, δηλαδή την αίτηση εκκαθάρισης που καταχώρισε ο Π.Χ. Αυτό όμως που φαίνεται με κάθε σεβασμό να έχει διαφύγει και των δυο πλευρών είναι ότι η κυρίως διαδικασία συνιστά μια εναρκτήρια πρωτογενή αίτηση και δη την ιδιόμορφη αίτηση εκκαθάρισης εταιρείας για την οποία δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Δ.48 οι οποίες διέπουν την υποβολή ενδιάμεσων αιτήσεων. Υπενθυμίζω συναφώς  ότι οι πρόνοιες της Δ.48 Θ.4(2) επί των οποίων εδράζεται το υπό κρίση αίτημα, αφορούν, ως αναφέρεται και στην ίδια την διάταξη, στον τρόπο παρουσίασης μαρτυρίας για σκοπούς ακρόασης μιας ενδιάμεσης αίτησης που υποβάλλεται δυνάμει των υπόλοιπων προνοιών της Δ.48 και όχι σε σχέση με την ακρόαση οποιασδήποτε εναρκτήριας διαδικασίας με πρωτογενή χαρακτήρα όπως είναι μια αίτηση εκκαθάρισης η οποία εδράζεται στους δικούς της ειδικούς κανονισμούς (βλ. μεταξύ άλλων Χαραλαμπίδης ν. Μελωδία (Χαραλαμπίδου) (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 724, Gratio Holdings Ltd (2014) 1 ΑΑΔ 930 και Αναφορικά με την Αίτηση της Evelyn Bates v. Αναφορικά με τη Εταιρεία M Moniatis & Sons Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 145/2018, 9/2/2024). Μάλιστα δε, πέραν του ότι οι αποφάσεις στις οποίες με παρέπεμψε η πλευρά του Π.Χ αφορούν σε καταχώρηση συμπληρωματικών Ε/Δ στα πλαίσια εκδίκασης ενδιάμεσων διαδικασιών, στην υπόθεση ΠΟΠ v. ΑΤΙΝΑ ΕΥΤΥΧΙΟΥ ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΚΡΕΝΚΑ,, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. E205/2014, 6/10/2020, ECLI:CY:AD:2020:A334 στην οποία η συνήγορος του Π.Χ. έδωσε ιδιαίτερη έμφαση αναφέρεται ρητά ότι «…Το ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάσαντος Δικαστηρίου, η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα. «Καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης…» (έμφαση δική μου)

Πρόσθετα όμως των πιο πάνω αλλά και για σκοπούς πληρότητας, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι είχα την ευκαιρία στο παρελθόν να εξετάσω τη σχετική νομολογία και συγγράμματα, Κύπρου και Αγγλίας, αναφορικά με τη διαδικασία που διέπει την εκδίκαση αιτήσεων εκκαθάρισης (βλ. Αίτηση της Εταιρείας VTB BANK (PUBLIC JOINT-STOCK COMPANY) ν. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ PROMODANA ENTERPRISES LIMITED, Αίτηση Αρ.: 429/2017, 13/12/2017 και Αναφορικά με την υπό Εκκαθάριση η Εταιρεία MPC INTERNATIONAL PAINT LIMITED ν. Αναφορικά με την FIDENTIA SECRETARIAL LIMITED πλειοψηφών μέτοχος της MPC INTERNATIONAL PAINT LIMITED, Αίτηση Αρ.: 65/2018, 30/3/2018). Έχοντας λοιπόν πλέον κατά νου και την πρόσφατη νομολογία επί του συγκεκριμένου θέματος (βλ.Moniatis ανωτέρω), παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την Promodana το οποίο και υιοθετώ για σκοπούς της παρούσας αίτησης:

«…Η αίτηση, στο σώμα της οποίας παρατίθενται, και αυτό ορθά εφόσον πρόκειται για ΑΝΑΦΟΡΑ - PETITION, τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται, δεν αναφέρει ρητά ποια είναι η νομική της βάση ούτε παραπέμπει σε οποιαδήποτε υποστηρικτική ή βεβαιωτική (verifying) ένορκο δήλωση (βλ. μεταξύ άλλων Κ.30 Companies (Winding Up) Rules 1949).[1]

… Από τον όγκο όμως παρόμοιων υποθέσεων που επιλαμβάνομαι καθημερινά και των θεμάτων που προκύπτουν, ιδιαίτερα ως προς τη διαδικαστική πτυχή του θέματος, θεωρώ ορθό όπως, συνοψίσω τις αρχές που προκύπτουν τόσο από τις προαναφερόμενες αποφάσεις, συγγράμματα και νομοθετικές πρόνοιες όσο και από τις αποφάσεις Re a Company No. 006685 of 1996 [1997] B.C.C. 830, Macplant Services Ltd v. Contract Lifting Services (Scotland) Ltd [2008] ScotCS CSOH_158 (12 November 2008), Citigate Dewe Rogerson Ltd v Artaban Public Affairs SPRL [2009] EWHC 1689 (Ch) (30 June 2009) και YELL.COM v. Internet Business Centres Ltd [2002] ScotSC 203 (29 October 2002) οι οποίες συνάδουν πλήρως με τα λεχθέντα στις KMC MOTORS ν. JOREPHANCO TRADING (1984) 1 CLR 390, Karaoglanian & Sons Ltd. v. Karaoglanian and Another (1976) 12 J.S.C. 1875, Κασπαρής Σάββας Ιωάννη (2013) 1 ΑΑΔ 2476,  Εταιρική Αίτηση 259/89 Επί της αφορώσι την εταιρεία D.J. Demades & Sons Ltd, ημερομηνίας 28.5.1990 και Αρ. αίτησης 552/07, αναφορικά με την εταιρεία ALKΙS HADJIKYRIAKOS (FROU FROU BISCUITS) PUBLIC LTD, Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, 13/2/2009. Παραθέτω τις εν λόγω αρχές:

· Αίτηση εκκαθάρισης εταιρείας από το Δικαστήριο δυνάται να υποβληθεί, μεταξύ άλλων, από την εταιρεία, πιστωτή της εταιρείας, περιλαμβανομένου οποιουδήποτε ενδεχόμενου ή μελλοντικού πιστωτή ή από συνεισφορέα. (βλ. αρ.213). Ως προς τις έννοιες «πιστωτής» και «ενδεχόμενος πιστωτής», βλ. Σπανού Έφη M ν. GIP Constructions Limited (1999) 1 ΑΑΔ 315 και ως προς την έννοια συνεισφορέας βλ. επιφύλαξη αρ. 213  και Mιχαήλ Xριστάκης και Άλλοι ν. Eπίσημου Παραλήπτη και Άλλου (1999) 1 ΑΑΔ 1033.

· Η αίτηση υποβάλλεται με ΑΝΑΦΟΡΑ - PETITION και πρέπει να εδράζεται σε μία ή περισσότερες από τις πρόνοιες του αρ.211, στο βαθμό βέβαια, που ο προτιθέμενος συνδυασμός δεν αλληλοσυγκρούεται. Οι εν λόγω πρόνοιες είναι πανομοιότυπες με τις πρόνοιες του αρ.222 του Companies Act 1948.

· Οι κανονισμοί που διέπουν την αίτηση είναι πρωτίστως οι Περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμοί του 1933 και οι περί Εταιρειών Κανονισμοί του 1951.

· Οι Περί Εταιρειών Κανονισμοί 1951 που εφαρμόζονται στη Κύπρο είναι σχεδόν πανομοιότυποι με την παλαιά RSC Ο.102 των Κανόνων του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας (Rules of the Supreme Court), που θεσπίστηκε στην βάση του Companies Act 1948.

· Εν τη απουσία ρητής διαδικαστικής πρόνοιας στους Κανονισμούς 1933 για συγκεκριμένο θέμα που αφορά σε εκκαθάριση, εφαρμόζονται οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας και όχι οι Πτωχευτικοί Κανονισμοί. (βλ. Κ 92 Περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμοί 1933 και KMC Motors ανωτέρω).

· Σύμφωνα με τον Κ.3 των Κανονισμών 1951, αν δεν γίνεται ούτε στους Θεσμούς σχετική διαδικαστική πρόνοια, καθοδήγηση τότε, αντλείται από την πρακτική και  διαδικασία που ισχύει στα Δικαστήρια στην Αγγλία. Αναφέρω εδώ τη λέξη «καθοδήγηση», διότι όπως έχει κριθεί, εν τη απουσία νομοθετικής ρύθμισης, οι αγγλικοί Companies (Winding-up) Rules 1949,  δεν εφαρμόζονται στην Κύπρο, σε σχέση, τουλάχιστο με την επιβολή των εκεί αναφερόμενων «θέσμιων» υποχρεώσεων. (βλ. KMC MOTORS και Karaoglanian ανωτέρω).

· Ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται και υποστηρίζεται η αίτηση εκκαθάρισης δεν προνοείται ούτε στους Κανονισμούς 1933 και 1951, ούτε στους Θεσμούς. Επομένως, «γεννάται η ανάγκη αναζήτησης βοήθειας από την αγγλική πρακτική» (βλ. Frou-Frou, Κασπαρής και Demades και ανωτέρω)

· Η αίτηση, η οποία θα πρέπει να αναφέρει στο σώμα της τα γεγονότα επί των οποίων εδράζεται, θα πρέπει να υποστηρίζεται από «βεβαιωτική» ένορκο δήλωση ή αλλιώς θέσμια ένορκο δήλωση (statutory affidavit), η οποία είναι τυπική, περιορίζεται δε σε επιβεβαίωση των όσων αναφέρονται στην αίτηση και ουσιαστικά, μέχρι την καταχώρηση οποιασδήποτε ένστασης και παράθεσης υποστηρικτικών της ένστασης γεγονότων, συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη των όσων αναφέρονται στην αίτηση και είναι, υπό κανονικές συνθήκες, επαρκής για να εγκριθεί η αίτηση. (βλ. Pennington σελ. 698). Ο λόγος που η δήλωση είναι τυπική είναι διότι σε εκείνο το στάδιο, ο αιτητής δεν γνωρίζει και δεν μπορεί να γνωρίζει, αν και πώς η αίτηση του θα αμφισβητηθεί και στη βάση ποιων γεγονότων.

· Η αίτηση επιδίδεται τουλάχιστο στον Έφορο, στην καθ' ης η αίτηση εταιρεία και σε κάποιες περιπτώσεις, στους μετόχους της εταιρείας, αν τέτοιοι μέτοχοι επηρεάζονται και προσωπικά από την αίτηση (βλ. SLAWOMIR DZIDUCH ν. SLAWOMIR KOPKA κ.α., ECLI:CY:AD:2017:A298, Πολιτική Έφεση Αρ. 267/2011, 15/9/2017), ECLI:CY:AD:2017:A298.

· Αν η καθ' ης η αίτηση εταιρεία επιθυμεί να ενστεί στην αίτηση, εμφανίζεται στο Δικαστήριο και καταχωρεί την ένσταση της με υποστηρικτική ένορκο δήλωση όπου παραθέτει τα γεγονότα που κατά την άποψη της συγκλίνουν υπέρ της απόρριψης της αίτησης.

· Ο αιτητής έχει δικαίωμα απάντησης (reply) στους εν λόγω ισχυρισμούς, επίσης μέσω ένορκης δήλωσης, η οποία θα πρέπει να περιορίζεται μόνο στα όσα έχουν τεθεί υπό αμφισβήτηση με την ένσταση (βλ. Frou - Frou ανωτέρω).

· Αν η αίτηση έχει υποβληθεί από ενδεχόμενο ή μελλοντικό πιστωτή το Δικαστήριο δεν ορίζει ημερομηνία για ακρόαση της αίτησης μέχρι να δοθεί τέτοια εγγύηση για έξοδα που το Δικαστήριο κρίνει εύλογη και μέχρι να αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση για εκκαθάριση προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου (βλ.επιφύλαξη (γ) αρ.213).

·Ο γενικός κανόνας που διέπει μια αίτηση εκκαθάρισης στη βάση ανικανότητας πληρωμής χρεών είναι βέβαια ότι, «...η υποβολή αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας δεν είναι πρόσφορη μέθοδος εκδίκασης αμφισβητούμενης οφειλής. Εάν υφίσταται οποιαδήποτε εύλογη βάση αμφισβήτησης της ύπαρξης του χρέους, όχι απλά του ύψους του, δεν πρέπει να υποβάλλεται τέτοια αίτηση. Ούτε και ασφαλώς είναι επιτρεπτό όπως χρησιμοποιείται καταχρηστικά η διαδικασία υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ως μέθοδος άσκησης πίεσης σε εταιρεία να καταβάλει χρήματα τα οποία αμφισβητεί ότι οφείλει. (Βέβαια).... δεν πρέπει να επιτρέπεται στον κάθε οφειλέτη να αποφεύγει τις κυρώσεις του περί Εταιρειών Νόμου, προβάλλοντας απλά ότι αμφισβητεί το χρέος ... Η απλή άρνηση πληρωμής ενός αδιαμφισβήτητου χρέους συνιστά πάντα καλή μαρτυρία ότι ο χρεώστης αδυνατεί να πληρώσει. Εάν το Δικαστήριο όμως εξαγάγει το συμπέρασμα ότι μια εταιρεία προβάλλει μια ουσιαστική υπεράσπιση καλόπιστα και δεν επιδιώκει απλά να αποφύγει τις επιπτώσεις της οφειλής της, τότε ασφαλώς δεν θα εγκρίνει την αίτηση εκκαθάρισης» (βλ. Χατζηγιάννη και Σπανού ανωτέρω)

Με τον εν λόγω κανόνα κατά νου, η ακρόαση αίτησης εκκαθάρισης γίνεται κατά κανόνα στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που έχουν καταχωρηθεί (βλ. Κασπαρής ανωτέρω). Αν και υπάρχει το περιθώριο προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας και αυτό αποκλειστικά στα πλαίσια αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων, εντούτοις, αυτή πρακτική θα πρέπει να ασκείται με περισσή φειδώ εφόσον ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζεται μια αίτηση εκκαθάρισης, αν και προσομοιάζει με τη διαδικασία για έκδοση συνοπτικής απόφασης στη βάση της Δ.18, δεν υποκαθιστά και ούτε αποσκοπεί στην ίδια κατάληξη με την εν λόγω Διάταξη, ήτοι στην έκδοση απόφασης επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών. (βλ. Re a Company No. 0012209 of 1991 reported in [1992] 1 WLR 351 υπό  Hoffmann J . at p. 354 και Re a Company No. 006685 of 1996 υπό Chadwick J:

«But if, as in this case, it appears that the defence has a prospect of success and the company is solvent, then I think that the court should give the company the benefit of the doubt and not do anything which would encourage the use of the Companies Court as an alternative to the R.S.C., Ord. 14 procedure.» (Re a Company No. 0012209)

«I do not find, in that passage, any suggestion that the court, on an application of this nature, is not obliged to consider whether on the evidence before it there is indeed a dispute on substantial grounds; even if, in performing that task, it may be engaged in much the same exercise as that which would be required of a court faced with an application for summary judgment under O.14 (Re a Company No. 006685)

· Όπως όμως και με τη Δ.18 (βλ. Λαζάρου Eυάγγελος και Άλλη ν. Γιάννη Π. Mακεδόνα (1999) 1 ΑΑΔ 817), έτσι και σε μια αίτηση εκκαθάρισης, η ανάγκη για αντεξέταση μαρτύρων, λόγω διαπίστωσης ύπαρξης, πληθώρας, καλόπιστα (bona fide) αμφισβητούμενων γεγονότων, η ορθότητα των οποίων, μόνο μέσω αντεξέτασης και συναφούς ενδελεχούς αξιολόγησης μπορεί να εξακριβωθεί, αποτελεί ένδειξη ότι η διαδικασία επιχειρείται να μετατραπεί σε δίκη επί της ουσίας κάτι που σφραγίζει και την τύχη της αίτησης. (βλ. Σπανού ανωτέρω και τις προαναφερόμενες αγγλικές αυθεντίες)

· Βεβαίως όμως, όπως αναφέρει και ο Chadwick J στην Re a Company No. 006685 of 1996, υπάρχουν περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται αίτησης εκκαθάρισης, θα χρειαστεί να προχωρήσει να εξετάσει και ίσως αποφασίσει, επί της διαφοράς των μερών, χωρίς όμως αυτό να συνεπάγεται και καθήκον επίλυσης της διαφοράς των μερών, κάτι που μόνο στα πλαίσια κανονικής αγωγής μπορεί να γίνει, όπου οι μάρτυρες αντεξετάζονται και αξιολογούνται. Κάτι τέτοιο, θα ήταν εκτός των δικονομικών ορίων και παραμέτρων της συνοπτικής φύσης που χαρακτηρίζει τη διαδικασία της αίτησης εκκαθάρισης.

· Την ίδια στιγμή όμως δεν θα πρέπει να αγνοούνται και τα όσα αναφέρθηκαν υπό Oliver J στην Re Claybridge Shipping Company SA  [1981] Com LR 107 ήτοι ότι είναι εύκολο για μια οφειλέτιδα εταιρεία να επιχειρήσει να «θολώσει το τοπίο» εγείροντας με την ένορκη δήλωση της ένα «νέφος αμφισβητήσεων» (a cloud of objections on affidavits) ούτως ώστε να ισχυριστεί ότι υπάρχει ανάγκη για αντεξέταση και άρα η αίτηση εκκαθάρισης θα πρέπει να απορριφθεί αφού τα «αμφισβητούμενα» θέματα θα πρέπει να επιλυθούν σε διαδικασία αγωγής. Τέτοια προσπάθεια όμως δεν δύναται να επιτραπεί. (βλ. Χατζηγιάννη ανωτέρω).

· Η πιο πάνω διαδικασία, δεν περιορίζεται μόνο στις αιτήσεις εκκαθάρισης που εδράζονται σε ανικανότητα πληρωμής χρεών, αλλά εκτείνεται σε όλες τις περιπτώσεις που υποβάλλεται αίτηση εκκαθάρισης και αυτό λόγω των προαναφερόμενων «δικονομικών ελλείψεων και περιορισμών» του «εταιρικού» Δικαστηρίου. Άλλωστε, ακόμα και αυτές οι περιπτώσεις όπου μια εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί στη βάση δόλου ή καταπίεσης, έχουν περιοριστεί από τη νομολογία, κατά τρόπο που ουσιαστικά μπορούν και θα πρέπει να αποδειχτούν μόνο με έγγραφη μαρτυρία (documentary evidence)(βλ. Palmer's pg 741). Ας μη μας διαφεύγει άλλωστε ότι, και σε αυτές τις περιπτώσεις, η νομολογία επιβάλλει την καταχώρηση αγωγής όταν τα θέματα που εγείρονται, δεν μπορούν να επιλυθούν συνοπτικά και θα πρέπει να επιλυθούν από Δικαστήριο γεγονότων (βλ.  Κουή ν. Πυριλλή και άλλων (2004) 1 Α.Α.Δ. 136).

Στη βάση των πιο πάνω, συνάγεται ότι, η ορθή διαδικαστική προσέγγιση μιας αίτησης εκκαθάρισης, είναι αυτή που αναφέρει ο Λόρδος Hodge στις παρ. 6 -10 της Macplant ανωτέρω, υιοθετώντας τα όσα αναφέρθηκαν υπό Chadwick J στην  Re a Company No. 006685 of 1996, απόφαση η οποία υιοθετήθηκε από την μεταγενέστερη αγγλική και σκωτσέζικη νομολογία (βλ. Citigate και YELL.COM ανωτέρω) και εν πάσει περιπτώσει συνάδει και με την κυπριακή νομολογία. Τη συνοψίζω:

Η αίτηση αποφασίζεται στη βάση των γεγονότων που αποκαλύπτουν οι αντίστοιχα καταχωρηθείσες ένορκες δηλώσεις. Αν η μαρτυρία του αιτητή δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις των άρθρων 211, 212 και 213 Κεφ.213, το θέμα λήγει εκεί. Αν όμως, αίτηση και ένορκη δήλωση, αποκαλύπτουν επαρκή μαρτυρία για να εγκριθεί η αίτηση, τότε το «βάρος», ουσιαστικά μετατίθεται στην εταιρεία, να αποδείξει εύλογη και καλόπιστη βάση αμφισβήτησης της ύπαρξης του χρέους (bona fide dispute of the debt). Αν η εταιρεία εγείρει με την ένσταση της, ισχυρισμούς για να αμφισβητήσει το χρέος, το Δικαστήριο, στα πλαίσια του καθήκοντος του να εξετάσει κατά πόσο όντως πρόκειται για «γνήσια αμφισβήτηση», δεν εμποδίζεται ούτε και μπορεί να αρνηθεί να αποφασίσει το ερώτημα κατά πόσο όντως υπάρχουν ουσιώδεις (substantial) λόγοι για την αμφισβήτηση. Μάλιστα δε, το Δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει σε έκφραση δικαστικής κρίσης ως προς το κατά πόσο, με βάση τη προσκομισθείσα μαρτυρία, όντως υπάρχει βάσιμη αμφισβήτηση του χρέους. Αυτό όμως που δεν μπορεί και δεν θα πρέπει να πράξει το Δικαστήριο, έστω και αν η «διαχωριστική» γραμμή είναι λεπτή, είναι να διαγνώσει τα επίδικα θέματα και κατ' επέκταση τα ουσιαστικά δικαιώματα των μερών. Αν η έγγραφη μαρτυρία της εταιρείας, δεν αποκαλύπτει τέτοια βάσιμη αμφισβήτηση, τότε καμία περαιτέρω διερεύνηση απαιτείται.  

Η αντεξέταση μαρτύρων, θα πρέπει να αποφεύγεται. Αν όμως, οι αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, παρουσιάζονται να είναι το ίδιο αξιόπιστες και ικανοποιούν, «εκ πρώτης όψεως», το αντίστοιχο βάρος που η κάθε πλευρά έχει, το Δικαστήριο μπορεί, σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις, να επιτρέψει περιορισμένη αντεξέταση επί των συγκεκριμένων θεμάτων που προκύπτουν και αυτό υπό την επιφύλαξη πάντοτε, του κανόνα ότι, η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως βάσιμης και καλόπιστης αμφισβήτησης που ενδεχομένως να δημιουργεί την ανάγκη αντεξέτασης, οδηγεί στην απόρριψη της αίτησης. Αν πάλι, κατόπιν εξέτασης και κατανόησης της γραπτής μαρτυρίας, διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι, η μαρτυρία της μιας πλευράς «...is simply incredible...», τότε το θέμα δεν χρίζει περαιτέρω εξέτασης ή διαδικασίας.

Με γνώμονα τα πιο πάνω, προκύπτει ότι, η καταχώρηση μιας αίτησης εκκαθάρισης στη βάση γεγονότων και δη πολύπλοκων και εκτενών, που δεν έχουν αποκρυσταλλωθεί με προηγούμενη απόφαση Δικαστηρίου ή που δεν επιδέχονται αμφισβήτησης κατ' εφαρμογή νομοθετικών προνοιών ή νομολογιακών αρχών (π.χ ακάλυπτη επιταγή, γραμμάτιο συνήθους τύπου, γραπτή αναγνώριση χρέους κλπ), αν και δεν εμποδίζει το Δικαστήριο από του να την εξετάσει και εν τέλει εγκρίνει, αυξάνει το ενδεχόμενο να οδηγήσει σε διαπίστωση εύλογης και γνήσιας αμφισβήτησης, σε περίπτωση καταχώρησης ένστασης, και κατ' επέκταση, απόρριψη της αίτησης…»[2]

Έχοντας λοιπόν αναφέρει τα πιο πάνω κρίνω ότι η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να εγκριθεί για δυο κυρίως λόγους.

Ο πρώτος λόγος είναι διότι η αίτηση, για τους λόγους που έχω εξηγήσει, κρίνεται να εδράζεται επί εσφαλμένης νομικής βάσης, ήτοι τη Δ.48, η οποία δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση.

Ο δεύτερος λόγος, ο οποίος είναι ίσως και πιο ουσιαστικός από τον πρώτο, είναι διότι ακόμη και αν θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν οι πρόνοιες της Δ.48 για να εγκριθεί το υπό κρίση αίτημα, αυτό, εκ της φύσης αλλά και του περιεχομένου του κρίνεται να είναι όχι μόνο αχρείαστο αλλά και ότι ενδέχεται να περιπλέξει τη διαδικασία χωρίς οποιοδήποτε ουσιαστικό λόγο.  Εξηγώ.

Με το υπό κρίση αίτημα ο Π.Χ. ουσιαστικά επιδιώκει να καταστήσει για σκοπούς της αίτησης εκκαθάρισης ως παραδεκτό γεγονός τον ισχυρισμό της εταιρείας ότι έναντι της δικαστικής απόφασης που αυτός έχει εξασφαλίσει προς όφελος του έχει εισπραχθεί στα πλαίσια μέτρων εκτέλεσης τουλάχιστον το συνολικό ποσό των €6.556,79. Προς επίρρωση μάλιστα του ισχυρισμού αυτού ο Π.Χ επιδιώκει να παραπέμψει στα ίδια έγγραφα που παραπέμπει και η εταιρεία με την ένσταση της. Για να καταστεί όμως ως παραδεκτό το συγκεκριμένο γεγονός και τα συγκεκριμένα έγγραφα δεν χρειάζεται να καταχωρηθεί οποιαδήποτε συμπληρωματική Ε/Δ και υπενθυμίζω εδώ τον πρωτογενή χαρακτήρα της κυρίως διαδικασίας ένεκα του οποίου δύναται, όπως και σε μια αγωγή, να δηλωθούν παραδεκτά γεγονότα για σκοπούς της επικείμενης ακρόασης. Ούτε όμως και το ότι ενδεχομένως οι δυο πλευρές να ερμηνεύουν διαφορετικά τα έγγραφα στα οποία αμφότερες παραπέμπουν σε σχέση με το συγκεκριμένο παραδεκτό ισχυρισμό δύναται να μεταβάλει την κατάσταση αφού τα συγκεκριμένα έγγραφα, ως παραδεκτά που προβάλλονται να είναι, έχουν ήδη τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και επομένως θα εξεταστούν και θα αξιολογηθούν αναλόγως.

Καμία λοιπόν ανάγκη δεν προκύπτει να υπάρχει προκειμένου να καταχωρηθεί συμπληρωματική Ε/Δ ώστε να καταστεί παραδεκτό ένα συγκεκριμένο γεγονός που προβάλλει η άλλη πλευρά και επισημαίνω εδώ για σκοπούς προβληματισμού και των δυο πλευρών αφ’ ενός το ότι η αίτηση εκκαθάρισης δεν εδράζεται επί του αρ.212(β) που αφορά σε «ολικά ή μερικά ανικανοποίητη» προσπάθεια εκτέλεσης δικαστικής απόφασης – και αυτό στο βαθμό που προβάλλεται από τον Π.Χ η ύπαρξη ενός μερικώς ανικανοποίητου writ κινητών και αφ’ ετέρου το ότι όποιο και να είναι το ποσό που τελικά εισπράχθηκε κατά τις προσπάθειες εκτέλεσης, κανένας ισχυρισμός δεν προβάλλεται ως προς το ότι το εναπομείναν ποσό είναι κάτω από το όριο που θέτει το Κεφ. 113 ως προϋπόθεση για την καταχώριση και προώθηση μιας αίτησης εκκαθάρισης ήτοι το όριο των €.5.000 (βλ. Palmers Company Law (23rd ed, 1982, σελ. 1115 – 1119).

Σημειώνοντας λοιπόν για σκοπούς της κυρίως αίτησης εκκαθάρισης την παραδοχή του Π.Χ. ως προς το γεγονός της είσπραξης διάφορων ποσών έναντι του εξ΄ αποφάσεως χρέους της εταιρείας καθώς και ως προς τα έγγραφα στα οποία καταγράφονται οι εν λόγω εισπράξεις, η παρούσα αίτηση, για όλους τους πιο πάνω λόγους απορρίπτεται.

Όσον αφορά τα έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη αφ’ ενός ότι και οι δυο πλευρές περιέπλεξαν τη διαδικασία αγορεύοντας σε σχέση με νομικές αρχές που αφορούν σε πρόνοιες που δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση και αφ’ ετέρου το ότι δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό για ποιο λόγο η εταιρεία είχε ένσταση στο να καταστήσει ο Π.Χ. παραδεκτούς τους δικούς της ισχυρισμούς, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της και εκδίδω ανάλογη διαταγή.

Όσον αφορά την επόμενη «στη σειρά» εκκρεμούσα αίτηση, ήτοι την αίτηση της εταιρείας για αναστολή ή ακύρωση της αίτησης εκκαθάρισης, αυτή ορίζεται για Ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις στις 10.1.25 και ώρα 10:00.  Επαναλαμβάνω όμως και στις  δυο πλευρές για σκοπούς προβληματισμού τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση In re Pelmako ανωτέρω αναφορικά με το κατά πόσο ενδείκνυται υπό τις περιστάσεις να δικαστεί εκείνη η αίτηση παρά η ουσία της κυρίως αίτησης.

 

(Υπ.) ………………………………

Λ. Πασχαλίδης, Α.Ε.Δ.

Πιστόν αντίγραφο

Πρωτοκολλητής

…/Κ.Κ.



[1] Αναφορικά με την αναγκαιότητα εξειδίκευσης σε μια αίτηση εκκαθάρισης, των συγκεκριμένων παραγράφων των άρθρων 211 και 212 επί των οποίων η αίτηση εδράζεται, σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν στις υποθέσεις Pan-Aman Hotels Limited ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (2002) 1 ΑΑΔ 1796 και C Phasarias (Automοtive Centre) Ltd ν. Eταιρεία Σκυροποιΐας "Λεωνίκ" Λτδ, (2009) 1 Α.Α.Δ. 1457. Αναφορικά με τη σημασία που έχει για την τύχη μιας αίτησης, η ορθή παραπομπή σε υποστηρικτική ένορκο δήλωση, σχετικές είναι οι αποφάσεις Διαχειριστικού Συμβουλίου Εμπορικής Σχολής «Μιτσή» Λεμύθου ν. Venere Entertainment Ltd, Αγ. Αρ. 3494/10, 23 Φεβρουαρίου, 2011 (υπό Λ. Παρπαρίνο ΠΕΔ ως ήταν τότε) και North Financial Overseas Corp. ν. Trellas Enterprises Limited κ.α., Αρ. Αίτησης: 1037/2014, 16/3/2015 (υπό Τ. Καρακάννα ΠΕΔ

[2] Οι αναφορές που γίνονται πιο πάνω στο σύγγραμμα Pennington's αφορούν στο Pennington's Company Law, 4th ed. – βλ. επίσης Palmer's Company Law, 23rd , σελ. 1115 – 1139.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο