ΕΝ ΤΩ ΕΚΛΟΓΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Α.Ε.Δ.
Εκλογική Αίτηση: 1/24
Επί τοις αφορώσι Εκλογικήν Αίτησιν σχετικώς με την εκλογήν εις την Εκλογικήν Περιφέρειαν Τόχνης – Λάρνακας
Μεταξύ:
Σταύρου Δαμιανού
Αιτητή
Και
1. Χαραλαμπία (Χαρούλα) Ευστρατίου
2. Νίκος Κολιαντρής, Προεδρεύων Υπάλληλος Εκλογικού Κέντρου Τόχνης
3. Οδυσσέας Χατζηστεφάνου, Έφορος Εκλογής Κοινοταρχών και Μελών Κοινοτικών Συμβουλίων της Εκλογικής Περιφέρειας Λάρνακας
4. Δρ. Ελίκκου Ηλία, Γενικού Εφόρου Εκλογών, από Υπουργείο Εσωτερικών
Καθ΄ ων η αίτηση
----------
Ημερομηνία: 06 Νοεμβρίου 2024
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για Αιτητή: κ. Σ. Γεωργίου και κ. Α. Νικολάου για Σωτήρη Χαραλάμπους & Συνεργάτες ΔΕΠΕ
Για Καθ’ ης η αίτηση 2: κ. Χ. Τσαγκαρός με κα Ν. Δημητρίου και κ. Κ. Γεωργίου για Ανδρέου, Χατζηχριστοφή ΔΕΠΕ
Για Καθ’ων η αίτηση 2 - 4: κα Π. Χαραλάμπους για Γενικό Εισαγγελέα
ΑΠΟΦΑΣΗ
Στις 09/06/24 διεξήχθησαν ανά το παγκύπριο εκλογές για την ανάδειξη Αρχών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και Μελών Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με μία εκ των εκλογικών αυτών αναμετρήσεων να ήταν η εκλογική διαδικασία που διεξήχθη στην Κοινότητα Τόχνης για την εκλογή Κοινοτάρχη. Οι υποψήφιοι τότε για τη συγκεκριμένη θέση ήταν δύο, ο αιτητής και η καθ’ ης η αίτηση 1 (ΧΕ), και σύμφωνα με το αποτέλεσμα που ανακοινώθηκε επίσημα στο τέλος της διαδικασίας, νικήτρια των συγκεκριμένων εκλογών ανακηρύχτηκε η ΧΕ με 173 ψήφους έναντι 158 ψήφων που έλαβε ο αιτητής.
Πριν την πάροδο δύο (2) μηνών από «της ημερoμηvίας της δημoσιεύσεως τoυ απoτελέσματoς της εκλoγής εις τηv επίσημov εφημερίδα της Δημoκρατίας[1]» και συγκεκριμένα στις 06/08/24, ο αιτητής καταχώρισε την παρούσα εκλογική αίτηση στη βάση κυρίως των άρθρων 31-40 του περί Κοινοτήτων Νόμου Ν.86(Ι)/99, των Αρ.31, 57 και 58(β) του περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων Νόμου Ν.72/1979 και των συναφών κανονισμών (εφ’ εξης οι κανονισμοί)[2], ζητώντας από το Εκλογοδικείο όπως:
Α. Κηρύξει ότι η εκλογή του Κοινοτάρχη της Κοινότητας Τόχνης και/ή της ΧΕ ως Κοινοτάρχη Τόχνης είναι άκυρη και/ή
Β. Διατάξει την αναμέτρηση των ψήφων συμπεριλαμβανομένων των άκυρων ψηφοδελτίων και/ή
Γ. Κηρύξει ότι είναι ο αιτητής αυτός που εξελέγη Κοινοτάρχης Τόχνης.
Σύμφωνα με τα γεγονότα που καταγράφονται στο κυρίως σώμα της αίτησης ως αποτελούντα τη βάση της – και αυτό προς συμμόρφωση με τις επιτακτικές πρόνοιες του Κ.4(2)(γ) των Κανονισμών[3] - οι αιτούμενες θεραπείες ζητούνται για τους πιο κάτω λόγους, οι οποίοι δύναται να συνοψισθούν στις εξής ενότητες.
Α. Το τελικό αποτέλεσμα που ανακοινώθηκε επίσημα δεν είναι ορθό διότι στην πραγματικότητα ο αιτητής έλαβε 178 ψήφους ενώ η καθ’ ης η αίτηση 1 153. Ο λόγος που ανακοινώθηκε εσφαλμένο αποτέλεσμα είναι διότι:
«…με το κλείσιμο της κάλπης…αφού καταμετρήθηκαν τα ψηφοδέλτια για την εκλογή του Κοινοτάρχη…παρατηρήθηκε ότι αυτά ήταν σύνολο 340, συμφωνώντας με τον αριθμό των εκλογέων που ψήφισαν. Εν συνεχεία η βοηθός υπάλληλος και/ή βοηθός διαλογής του καθ’ ου η αίτηση 2 (η ΑΠ δηλαδή[4]) χώρισε σε εικοσάδες τους ψήφους που έλαβαν (οι δυο υποψήφιοι) ανακοινώνοντας 331 ψηφοδέλτια ως έγκυρα, 6 ψηφοδέλτια ως λευκά και 3 ψηφοδέλτια ως άκυρα…Αιτητής 158 ψήφους και καθ’ ης η αίτηση 1 173 ψήφους…αποτελεί θέση του αιτητή πως αυτός έλαβε 178 ψήφους και η καθ’ ης η αίτηση 1 έλαβε έλαβε 153 ψήφους…αμέσως ο αιτητής πρόβαλε την ένσταση του αναφορικά με το αποτέλεσμα καθώς εκπρόσωπος που ήταν παρών στη διαδικασία διαπίστωσε και/ή αντιλήφθηκε ότι η (ΑΠ) είχε εναποθετήσει μια δέσμη ψήφων (εικοσάδα) στους ψήφους της καθ΄ ης η αίτηση 1 αντί στους ψήφους του αιτητή...» - δηλαδή –«…(ενώ) ο καθ’ ου η αίτηση 2 αμέσως μετά τη διαλογή των ψηφοδελτίων…θα έπρεπε να ανακοινώσει το αποτέλεσμα…βάσει των εικοσάδων στις οποίες είχαν διαχωριστεί τα έγκυρα ψηφοδέλτια για κάθε υποψήφιο και ως εκ τούτου να ανακηρυχτεί ο Αιτητής ως Κοινοτάρχης…η (ΑΠ) αποφάσισε και/ή εκ παραδρομής και/ή εκ λάθους και/ή σκοπίμως ανατοποθέτησε ψηφοδέλτια τα οποία είχαν τύχει διαλογής υπέρ της υποψηφιότητας του αιτητή, υπέρ της καθ’ ης η αίτηση 1. Ως αποτέλεσμα με τις ενέργειες της (ΑΠ) ο καθ’ ου η αίτηση 2 αλλοίωσε και ανέτρεψε παράνομα και/ή πλημμελώς το εκλογικό αποτέλεσμα, ανακοινώνοντας 158 ψήφους υπέρ του αιτητή και 173 ψήφους υπέρ της καθ΄ ης η αίτηση 1…».
Στα πλαίσια του πιο πάνω λόγου προβάλλονται και οι εξής θέσεις:
(ι) «…Ο καθ’ ου η αίτηση 2 καθ’ όλη τη διάρκεια της καταμέτρησης και διαλογής των ψηφοδελτίων παρανόμως και/ή πλημμελώς εμπόδιζε τον Αιτητή και/ή τους υποψηφίους και/ή τους αντιπροσώπους του να παρακολουθούν και/ή να επιθεωρούν και/ή να παρατηρούν και/ή να ελέγχουν τα ψηφοδέλτια…πριν την παράνομη επανατοποθέτηση ψηφοδελτίων τα οποία αρχικά είχαν τύχει διαλογής …ως έγκυρα ψηφοδέλτια υπέρ της υποψηφιότητας του αιτητή δεν του επιδείχθηκαν αυτά και δεν είχε την ευκαιρία να τα επιθεωρήσει…»
(ιι) «…Υπήρξε περίεργη συμπεριφορά μεταξύ της (ΑΠ) και τη γραμματέα του κοινοτικού συμβουλίου η οποία σημειωτέων παρανόμως βρισκόταν στον χώρο, ψιθυρίζοντας και κλείνοντας το μάτι η μια στην άλλη κατά τη διάρκεια της καταμέτρησης, όχι μια αλλά σε τρεις περιπτώσεις…η γραμματέας του κοινοτικού συμβουλίου…(είχε περί το 2010)…προχωρήσει σε καταγγελία εναντίον του αιτητή με αποτέλεσμα να σχηματισθεί ποινική υπόθεση εναντίον του στην οποία εκδόθηκε αθωωτική απόφαση…».
(ιιι) «…Με την ένσταση του (αιτητή) δημιουργήθηκε φασαρία και/ή ένταση στο χώρο…με αποτέλεσμα να χρειαστεί η επέμβαση του αστυνομικού ο οποίος ήταν παρών στο εκλογικό κέντρο…»
Β. Όταν υπεβλήθη η ένσταση του αιτητή, «…ο Προεδρεύων έδωσε οδηγίες στην (ΑΠ) όπως προχωρήσει με την επαναμέτρηση των ψήφων. Η (ΑΠ) προχώρησε αμέσως στην επαναμέτρηση των ψήφων του Αιτητή και όχι στην επαναμέτρηση όλων των ψήφων, συμπεριλαμβανομένων και αυτών της καθ’ ης η αίτηση 1 τους οποίους αμφισβητούσε ο αιτητής…ουδέποτε κηρύχθηκαν και/ή σημειώθηκαν και/ή παρατηρήθηκαν και/ή τοποθετήθηκαν ξεχωριστά αμφισβητούμενα ψηφοδέλτια προηγουμένως και…η εν λόγω ενέργεια της (ΑΠ) και/ή του καθ’ ου η αίτηση 2 ήταν λανθασμένη και/ή πλημμελής και/ή παράνομη και/ή καταστρατηγούσα την αρχή της αμεροληψίας και/ή μη αντικειμενική και/ή…αλλοίωσε το εκλογικό αποτέλεσμα…».
Γ. Πέραν και ανεξάρτητα των πιο πάνω:
«…Κατά τη διάρκεια της εκλογικής διαδικασίας καθώς και της καταμέτρησης και διαλογής των ψηφοδελτίων…παρίσταντο εντός του χώρου του Εκλογικού Κέντρου, όπου αυτή διεξαγόταν, μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα και/ή πρόσωπα που δεν ήταν υποψήφιοι, ούτε αντιπρόσωποι οποιουδήποτε υποψηφίου βάσει έγγραφης εξουσιοδότησης, ενώ μάλιστα συγκεκριμένα πρόσωπα αποσπούσαν την προσοχή του Προεδρεύων του Εκλογικού Κέντρου, Καθ' ου η Αίτηση 2 και των υπαλλήλων που βρίσκονταν στον χώρο για την διεκπεραίωση της συνομιλώντας τους και/ή προκαλώντας ανησυχία και/ή φασαρία για άσχετα ζητήματα, οδηγώντας τον Καθ' ου η Αίτηση 2 και/ή τη βοηθό του σε λάθη και/ή παραλείψεις και/ή πλημμελήματα, επηρεάζοντας με τούτες τις ενέργειες τους το εκλογικό αποτέλεσμα…η παρουσία μη εξουσιοδοτημένων ατόμων στο χώρο συνέβαλε στο να επικρατεί ένταση και να μην μπορεί να διεξαχθεί ομαλά η εκλογική διαδικασία. Συγκεκριμένα, εκτός από τους εξουσιοδοτημένους να βρίσκονται στον χώρο, ήταν παρανόμως και/ή παράτυπα παρών ο τέως κοινοτάρχης της Τόχνης και η γραμματέας του κοινοτικού συμβουλίου… (οι οποίοι) … επέμβαιναν στη διαδικασία παροτρύνοντας με τη συμπεριφορά τους ηλικιωμένα πρόσωπα στο τι να ψηφίσουν…»
Δ. Ο τέως κοινοτάρχης είχε επιχειρήσει ανεπιτυχώς πριν από τις εκλογές όπως εγγράψει στους εκλογικούς καταλόγους τρία πρόσωπα που δεν δικαιούνταν να εγγραφούν ως ψηφοφόροι της κοινότητας ενώ παράνομα και αδικαιολόγητα αρνήθηκε να εγγράψει δύο πρόσωπα που πληρούσαν τις προϋποθέσεις για να εγγραφούν.
Αφού η αίτηση επιδόθηκε και δημοσιεύτηκε ως η σχετική νομοθεσία προνοεί (βλ. Κ.7), και όλοι οι καθ’ ων η αίτηση καταχώρισαν εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας την εμφάνιση και την απάντηση - ένσταση τους (βλ. Κ.9 και 11), η πλευρά του αιτητή εξέδωσε την προβλεπόμενη από τον Κ.12 κλήση για οδηγίες. Στα πλαίσια της κλήσης αυτής, το Εκλογοδικείο εισηγήθηκε στους ευπαίδευτους συνηγόρους των μερών όπως για σκοπούς εξοικονόμησης χρόνου και δαπάνης, εξεταστεί το ενδεχόμενο η εκατέρωθεν μαρτυρία να προσκομιστεί κατά τρόπο ανάλογο με αυτό που προβλέπεται στην «παλαιά» Δ.30 για υποθέσεις «ταχείας εκδίκασης» - αλλά και στο Μ.32 των «νέων» Κανονισμών - ήτοι με την εκατέρωθεν καταχώριση Ε/Δ των προτιθέμενων μαρτύρων και ακολούθως αντεξέταση των τελευταίων επί των αναγκαίων σημείων των δηλώσεων τους.
Σημειώνεται εδώ ότι η ανωτέρω εισήγηση του Εκλογοδικείου έγινε με γνώμονα, αφ’ ενός το ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες των Κ.12 και Κ.22, «…αι διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού αι αφορώσαι εις τας αιτήσεις δι' οδηγίας θα εφαρμόζωνται τηρουμένων των αναλογίων….(και)…κατά την ακρόασιν εκλογικής αιτήσεως δέον όπως, εις ον βαθμόν τούτο είναι δυνατόν, ακολουθήται η διαδικασία η ακολουθουμένη κατά την ακρόασιν πολιτικής αγωγής ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου», και αφ’ ετέρου το ότι σύμφωνα με τη σχετική νομολογία δύναται να χρησιμοποιηθούν κατ’ αναλογία οι πρόνοιες της Δ.30 «…για έκδοση οποιασδήποτε διαταγής το Δικαστήριο ήθελε κρίνει αναγκαία ή επιθυμητή προς το σκοπό διάσωσης χρόνου και δαπάνης…(εφόσον)…Η έκδοση οδηγιών για προδικαστικά θέματα δεν ρυθμίζεται από το Διαδικαστικό Κανονισμό του 1981, ενώ συντρέχουν όμοιοι λόγοι για την αντιμετώπιση προδικαστικών θεμάτων με την έκδοση κλήσεως για οδηγίες σε εκλογικές αιτήσεις και σε πολιτικές αγωγές…»[5].
Ενόψει λοιπόν του ότι συνήγοροι των διαδίκων συμφώνησαν με την συγκεκριμένη εισήγηση του Εκλογοδικείου, καθορίστηκε συγκεκριμένη προθεσμία εντός της οποίας καταχωρίστηκαν:
ι) Τέσσερεις (4) Ε/Δ από πλευράς αιτητή - Ε/Δ από τον ίδιο τον αιτητή (μάρτυρας αιτητή 1), Ε/Δ από τον ΧΧ (μάρτυρας αιτητή 2), Ε/Δ από τον ΑΕ (μάρτυρας αιτητή 3) και Ε/Δ από τον ΑΔ, γιο του αιτητή (μάρτυρας αιτητή 4)
ιι) Μία (1) Ε/Δ από πλευράς καθ’ ης η αίτηση 1 – Ε/Δ από την ίδια της καθ’ ης η αίτηση 1 (μάρτυρας 1 καθ΄ ης η αίτηση 1)
(ιιι) Έξι (6) Ε/Δ από πλευράς καθ’ ων η αίτηση 2 – 4 – Ε/Δ από τον καθ’ ου η αίτηση 2 (μάρτυρας 1 καθ΄ ων η αίτηση 2-4), Ε/Δ από την ΑΠ (μάρτυρας 2 καθ΄ ων η αίτηση 2-4), Ε/Δ από τη ΒΖ (μάρτυρας 3 καθ΄ ων η αίτηση 2-4), Ε/Δ από τον ΣΙ (μάρτυρας 4 καθ΄ ων η αίτηση 2-4), Ε/Δ από τον ΓΓ και Ε/Δ από τον ΙΑ.
Εκτός των ΓΓ και ΙΑ για τους οποίους δηλώθηκε εκ συμφώνου ότι οι Ε/Δ τους τελικά δεν θα χρησιμοποιούνταν ως μαρτυρία και συνεπώς θα έπρεπε να αγνοηθούν[6], οι υπόλοιποι ομνύοντες που αναφέρονται ανωτέρω εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο και αντεξετάστηκαν επί των αντίστοιχων ισχυρισμών τους.
Για τους λόγους που θα διαφανούν και πιο κάτω, στο παρόν στάδιο δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω όλη ανεξαιρέτως την προσκομισθείσα μαρτυρία[7] η οποία βεβαίως έχει εξεταστεί από το Δικαστήριο με πολύ προσοχή και με γνώμονα πάντα τις νομολογιακές αρχές που διέπουν το θέμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας[8].
Η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των μερών αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο.
Των πιο πάνω λεχθέντων αναφέρω ότι από το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας προκύπτει ότι τα πιο κάτω συνιστούν παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα στην υπόθεση.
Κατά τη συγκεκριμένη εκλογική αναμέτρηση είχαν ψηφίσει συνολικά 340 άτομα. Στο τέλος, 331 ψηφοδέλτια κρίθηκαν έγκυρα, 3 κρίθηκαν άκυρα και 6 ψηφοδέλτια είχαν κατατεθεί ως «λευκά».
Ο καθ’ ου η αίτηση 2 (ΝΚ) ήταν ο Προεδρεύων του εκλογικού κέντρου Τόχνης, οι ΑΠ και ΣΙ ήταν οι δυο εκ των τεσσάρων βοηθών του - βοηθοί διαλογής, ο καθ’ ου η αίτηση 3 ήταν ο Έφορος Εκλογής Κοινοταρχών και Μελών Κοινοτικών Συμβουλίων της Εκλογικής Περιφέρειας Λάρνακας, η ΒΖ ήταν η Βοηθός Έφορος για την Κοινότητα Τόχνης και ο καθ’ ου η αίτηση 4 ήταν ο Γενικός Έφορος Εκλογών.
Πριν από την επίδικη εκλογική αναμέτρηση, η Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας, ως η εκ του Νόμου αρμόδια αρχή, είχε δεχτεί και εξετάσει ένσταση που είχε υποβάλει τότε ο αιτητής αναφορικά με την εγγραφή συγκεκριμένων ατόμων στον εκλογικό κατάλογο της Τόχνης και είχε αποφασίσει ότι η ένσταση ήταν βάσιμη σε σχέση με τρία από αυτά τα πρόσωπα. Για το λόγο αυτό τα συγκεκριμένα τρία πρόσωπα, τα οποία είναι τα ίδια άτομα που ανέφερε και ο αιτητής στη μαρτυρία του, είχαν διαγραφεί από τον εκλογικό κατάλογο Τόχνης και δεν ψήφισαν κατά την επίδικη διαδικασία (βλ. παρ. 4 και Τεκ. Β Ε/Δ ΒΖ).
Κατά τη διαδικασία καταμέτρησης και διαλογής των ψήφων στο εκλογικό κέντρο Τόχνης από τον ΝΚ και τους Βοηθούς του (ΑΠ, ΣΙ), οι διάφοροι υποψήφιοι ή οι εξουσιοδοτημένοι εκπρόσωποι τους (ή των κομμάτων) είχαν δικαίωμα να βρίσκονται εντός του κέντρου και να παρακολουθούν τη διαδικασία[9]. Κατ’ ενάσκηση του δικαιώματος αυτού, εντός του κέντρου βρίσκονταν κατά τον ουσιώδη χρόνο περί τα 10 τέτοια άτομα[10], μεταξύ των οποίων ο αιτητής, ο γιος του (ΑΔ), ο ΑΕ και ο πατέρας της καθ’ ης η αίτηση 1 η οποία επέλεξε να μην βρίσκεται εντός του κέντρου κατά τη διαδικασία.
Σε κανένα σημείο της διαδικασίας καταμέτρησης και διαλογής των ψήφων δεν υπεβλήθη παράπονο από οποιοδήποτε παρευρισκόμενο πρόσωπο σε σχέση με τυχόν αδυναμία παρακολούθησης της διαδικασίας καταμέτρησης και διαλογής ή γι’ αυτή καθ’ αυτή τη διαδικασία που ακολουθείτο[11].
Στο τέλος της διαδικασίας καταμέτρησης και διαλογής, ο ΝΚ και οι δυο υποψήφιοι, δηλαδή ο αιτητής και η ΧΕ, υπέγραψαν ειδικό έντυπο στο οποίο καταγράφονταν αφ’ ενός τα ψηφοδέλτια που είχαν κατατεθεί καθώς και η ανάλυση και διαλογή τους (340 ψηφοδέλτια εκ των οποίων 331 έγκυρα, 3 άκυρα και 6 λευκά) και επιβεβαίωναν αφ’ ετέρου ενυπογράφως το αποτέλεσμα της διαδικασίας, δηλαδή 158 ψήφοι υπέρ του αιτητή και 173 ψήφοι υπέρ της ΧΕ (βλ. Τεκ.Α Ε/Δ καθ΄ ου η αίτηση 2).
Για όλα τα πιο πάνω γεγονότα λοιπόν που προκύπτουν να συνιστούν παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα κάνω ανάλογα ευρήματα.
Των πιο πάνω λεχθέντων προχωρώ να εξετάσω την προσκομισθείσα μαρτυρία σε σχέση με τα θέματα και ζητήματα που τελούν υπό αμφισβήτηση. Σημειώνω τα εξής.
Από ανάγνωση της αίτησης και της τελικής επιχειρηματολογίας του ευπαίδευτου συνηγόρου του αιτητή, προκύπτει ότι με την αίτηση στην ουσία προβάλλονται και προωθούνται όλοι οι λόγοι που κατά καιρούς κρίθηκαν με βάση τη νομοθεσία και νομολογία ότι θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε επιτυχία μια αίτηση της παρούσας φύσης. Προβάλλεται δηλαδή με την αίτηση και ζήτημα με κατ’ ισχυρισμό διεξαγωγή της εκλογής κατ’ αντίθεση προς τις διατάξεις του νόμου με αποτέλεσμα η μη συμμόρφωση αυτή να έχει επηρεάσει το αποτέλεσμα της εκλογής (βλ. αρ.58(β) Ν.72/79, Παρισινός v. Κυριακού και άλλων (2002) 1 Α.Α.Δ. 627, Ζαχαριάδης ν. Λιβέρα κ.ά. (1987) 1 C.L.R. 397 και Πέγκας Πανίκος ν. Ανδρέα Πέτρου και Άλλων (2008) 1 ΑΑΔ 111), και ζήτημα ενδεχόμενου λάθους κατά την καταμέτρηση και διαλογή των ψήφων λόγω έντασης, συνωστισμού, θορύβου και γενικής αταξίας (βλ. Evzonas v. Papadopoulos and another (1986) 1 C.L.R. 266 και Χριστοδούλου (Α. Παφίτη) v. Χρυσάνθου Παφίτη και άλλου (2004) 1 Α.Α.Δ. 291), και ζήτημα για αναμέτρηση των ψήφων ώστε να επιβεβαιωθεί η θέση ότι ήταν ο αιτητής που εξελέγη νικητής της αναμέτρησης (βλ. Κωνσταντίνος (Κώστας) Ευσταθίου και Άλλοι ν. Μάτσης Γιαννάκης και Άλλοι (Αρ. 1) (2005) 1 ΑΑΔ 962, Σαμμούτα Ευάγγελος ν. Γεώργιου Γεωργίου και Άλλων (2003) 1 ΑΑΔ 568 και Παρισινός ανωτέρω), και ζήτημα με κατ’ ισχυρισμό παρεμπόδιση ή ενδεχόμενη παρεμπόδιση της πλειοψηφίας των εκλογέων από του να εκλέξει τον υποψήφιο της προτίμησης της (βλ. αρ.58(α) Ν.72/79) αλλά και ζήτημα με κατ’ ισχυρισμό διάπραξη πράξης διαφθοράς και/ή παράνομης και δόλιας πράξης «…εv σχέσει πρoς τηv εκλoγήv υπό τoυ υπoψηφίoυ ή εv γvώσει τoυ ή συγκαταθέσει τoυ…» (βλ. αρ. 58 (γ), Ν.72/79, Γεωργιάδης ν. Χάσικου (1991) 1 Α.Α.Δ. 1136 και Πέγκας ανωτέρω). Παρά ταύτα όμως, οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής στην προκειμένη περίπτωση μέσω της μαρτυρίας του προκειμένου να καταδείξει το βάσιμο της ουσιαστικής του θέσης ότι το «πραγματικό και ορθό» αποτέλεσμα της επίδικης εκλογικής αναμέτρησης έχει αλλοιωθεί, θέτει την αίτηση επί μιας ιδιόμορφης διάστασης. Εξηγώ.
Ο βασικός ισχυρισμός του αιτητή, ως αυτός υποστηρίχθηκε και ενόρκως κατά τη μαρτυρία του τελευταίου, ήταν ότι ο λόγος για τον οποίο δεν ανακηρύχθηκε εκείνος ως ο νικητής των επίδικων εκλογών ήταν διότι, όπως ενημερώθηκε εκ των υστέρων από κάποιο παρευρισκόμενο πρόσωπο, ως ισχυρίστηκε, η βοηθός διαλογής, η ΑΠ δηλαδή, είχε ενεργήσει δόλια μετά την καταμέτρηση και διαλογή των ψήφων αφαιρώντας μια εικοσάδα ψήφων από την «στίβη» των ψήφων που είχαν «τύχει διαλογής» υπέρ του αιτητή και την τοποθέτησε στην «στίβη» των ψήφων που είχαν «τύχει διαλογής» υπέρ της ΧΕ – «…ήρταν εσκεμμένα για να αλλοιώσουν το αποτέλεσμα αυτό εκάμαν… Βεβαίως το λέω και το εννοώ…»[12] - «…Εμάς η θέση μας είναι ότι έχω εκλεγεί κοινοτάρχης Τόχνης με τους ψήφους εκείνους. Έγινε αλλοίωση αποτελέσματος και ζητούμε το δίκαιο. Εμείς δεν ζητούμε ούτε αδικία, ούτε τίποτε. Ζητούμε να βρούμε το δίκαιο μας και το δίκαιο μας μόνο μέσω της δικαιοσύνης και στο Δικαστήριο μπορούμε να το βρούμε διαφορετικά δυστυχώς. Βλέπουμε πολλά πράγματα μέσα στην Κύπρο… ξέρω ότι εκάμαν λάθος εσκεμμένο… Η αλλοίωση αποτελέσματος εν φανερή. Είναι 20 ψήφοι που εκάμαν τη διαφορά της στίβης….»[13].
Μάλιστα δε, τον πιο πάνω βασικό ισχυρισμό του περί εσκεμμένης και δόλιας ενέργειας της ΑΠ ο αιτητής επιχείρησε να τον «ενισχύσει» και με τα όσα ισχυρίστηκε ότι είχε αντιληφθεί ο ίδιος κατά τον ουσιώδη χρόνο και των οποίων όμως την πραγματική σημασία τη συνειδητοποίησε εκ των υστέρων:
Α) Η παρουσία στο κέντρο της γραμματέας του κοινοτικού συμβουλίου με την οποία αυτός είχε «προηγούμενα»[14] και με την οποία η ΑΠ φαινόταν κατ’ εκείνον να συνεννοείται μυστικά - «…στέλναν μηνύματα η μια της άλλης είδα την εγώ προσωπικά 3 φορές που μιτσοκάμμαν απέναντι…»[15] - «…Και εγώ τα είδα 3 φορές είδα την κυρία που έκλεινε το μάτι της και έπαιζε, έστελνε μηνύματα…»[16].
Β) Η όλη στάση και συμπεριφορά της ΑΠ πριν, κατά, και μετά την καταμέτρηση και διαλογή των ψήφων – «…με τες όλες κινήσεις, με όλη τη συμπεριφορά της, μας έδωσε την εντύπωση ότι ήρθε με σκοπό να αλλοιώσει το αποτέλεσμα των εκλογέων. Αυτή είναι η πραγματικότητα…»[17] - «…ήταν συνεχώς ανήσυχη, φοβισμένη η οποία ήταν η βοηθός του προεδρεύων…»[18] - «…έκαμε παιχνίδι η κυρία (ΑΠ), η κοπέλα που ήταν τζιαμέ, έσκυβε έκαμνε έτσι πάνω στες στίβες. Τι εν τούτα τα πράγματα;…»[19] - «…Μόλις ζήτησα να γίνει καταμέτρηση σάμπου και ζήτησα τον ουρανό με τα’ άστρα. Μια αντίδραση απίστευτη που τον προεδρεύων, από τη γυναίκα που έπαιζε το παιχνίδι της όπως το έπαιζαν και τα υπόλοιπα άτομα….»[20] - «…Εμάς ούτε ένα ψηφοδέλτιο να το δείξουν σκόπιμα… καταλάβεις τι παίζεται, τι σκευωρία παίζεται…»[21] - «…όταν ζήτησα εγώ την καταμέτρηση, έβλεπα μια γυναίκα φοβισμένη κράταν το νάιλον το σακούλι και έβαλε μέσα, πιθανολογώ τα ψηφοδέλτια της (ΧΕ) και βλέπω μια γυναίκα τρομαγμένη, φοβισμένη. Αυτό είδα, αυτή η γνώμη εν στο μυαλό μου ως τώρα…»[22]
Γ) Η κατ’ ισχυρισμό παρουσία και εμπλοκή μη εξουσιοδοτημένων προσώπων και δη προσώπων που δεν υποστήριζαν την υποψηφιότητα του:
«…ήταν ένα μπάχαλο, είχε άτομα που δεν δικαιούνταν να είναι και επίτρεψε ο προεδρεύων να είναι. Γίνετουν έξω ένας συνωστισμός από τον πρώην κοινοτάρχη και γραμματέα, ένα κομφούζιο, άρπαζαν γέρους ποτζιεί ποδά, φώναζαν κάμναν…Νομίζω την ώρα όσον αφορά την εκλογή του κοινοτάρχη δεν είχε θέση ούτε ο πρώην κοινοτάρχης μέσα στην αίθουσα, ούτε η υπάλληλος του γραφείου είχε οποιουδήποτε σχέση με την εκλογή τούτην και μάλιστα υπάλληλος να λέει yes έκαμε και έτσι yes. Εν γεγονότα τούτα, δεν τα βγάζω από την πούγκα μου που εν έπρεπε καν να νεκατωθεί υπάλληλος που απαγορεύεται αυστηρώς και να διαδίδει προσωπικά δεδομένα με πρώην κοινοτάρχη, χτυπήματα κάτω από τη μέση…Αυτά τα 2 άτομα παράτυπα, παράνομα ήταν την ώρα της διαδικασίας της εκλογής του κοινοτάρχη…να σας φέρω 20 άτομα να σας το πουν, έπιανέν τους αγκαλιά, έβαλέν τους στο γραφείο ελάτε και κάμετε να ψηφίσετε τον τάδε, πήγαιναν τζιαμέ που ήταν να μπουν μέσα να τους υποδείξουν να βοηθήσουν τους γέρους να μπουν μέσα, παρόλο που ήταν με συγγενείς μαζί τους να υποδείξουν τούτοι τι θα ψηφίσουν…»
Επισημαίνω εδώ ότι κατά την αντεξέταση της ΑΠ επιχειρήθηκε να «διερευνηθεί» από τον ευπαίδευτο συνήγορο του αιτητή και το ενδεχόμενο η ΑΠ να είχε «αλλοιώσει» της «στίβες» των ψήφων λόγω αμέλειας αντί δόλου, ήτοι «να έχει συμβεί κάτι τέτοιο εκ λάθους». Κατόπιν όμως διευκρίνισης που ζήτησε το Δικαστήριο ως προς το κατά πόσο θα προωθείτο και αυτή η θέση, ότι δηλαδή η αλλοίωση μπορεί να έγινε λόγω κάποιου μη σκόπιμου λάθους της ΑΠ, η πλευρά του αιτητή δήλωσε ότι δεν θα επέμενε σε αυτή τη γραμμή[23].
Εφόσον λοιπόν η ουσία των θέσεων του αιτητή περιορίζεται ουσιαστικά στον ισχυρισμό ότι το πραγματικό αποτέλεσμα της επίδικης εκλογής αλλοιώθηκε μετά την καταμέτρηση και διαλογή των ψήφων συνεπεία μιας εσκεμμένης και συνειδητής πράξης στην οποία προέβη η ΑΠ, κανένα ουσιαστικό νόημα δεν έχει η ενασχόληση με θέματα φασαρίας, έντασης, θορύβου, αταξίας ή «απρεπούς επίδρασης»[24] σε προτιθέμενους ψηφοφόρους από τρίτα πρόσωπα πριν ή κατά τη διάρκεια των εκλογών και δη εκτός του εκλογικού κέντρου ή με θέματα αναφορικά με αυτή καθ’ αυτή τη διαδικασία καταμέτρησης και διαλογής. Η βασική θέση άλλωστε του αιτητή δεν είναι ότι ενδεχομένως να έγινε κάποιο «αθώο» λάθος κατά τη διαδικασία καταμέτρησης και διαλογής ψήφων, όπως ήταν οι περιπτώσεις στην Evzonas και την Παφίτης ανωτέρω, ούτε και ότι εσφαλμένα κρίθηκαν ως άκυρα και έγκυρα τα σχετικά ψηφοδέλτια. Αντιθέτως, η θέση του αιτητή είναι ότι μετά την καταμέτρηση και διαλογή των ψήφων αυτός ήταν που έλαβε στην πραγματικότητα την πλειοψηφία των ορθά κρινόμενων ως έγκυρων 331 ψήφων, και όπως επισημαίνει και ο ευπαίδευτος δικηγόρος του αιτητή στην αγόρευση του, ο τελευταίος δεν αμφισβητεί την εγκυρότητα ή την ακυρότητα των αντίστοιχα κηρυχθέντων ψηφοδελτίων και ούτε θεωρεί ότι «διαφαίνεται εάν και κατά πόσο» οι φερόμενες ατασθαλίες που υπήρξαν πριν και κατά τη διαδικασία διαλογής «επηρέασαν το αποτέλεσμα της εκλογής»[25].
Των πιο πάνω λεχθέντων συνεπώς, και υπενθυμίζοντας τις πρόνοιες του αρ. 58(β) του Ν.72/79 και τη σχετική νομολογιακή αρχή ότι «…η μη συμμόρφωση προς τας διατάξεις του Νόμου δεν ακυρώνει την εκλογή, εκτός εάν επηρέασε το αποτέλεσμα της…» (βλ. Πέγκας ανωτέρω), τα όσα προβλήθηκαν από τους εκατέρωθεν μάρτυρες περί φασαρίας, έντασης, θορύβου, αταξίας και «απρεπούς επίδρασης» σε ψηφοφόρους αλλά και περί της διαδικασίας που ακολουθήθηκε για την καταμέτρηση και διαλογή των ψήφων – δηλαδή σε σχέση με το αν και πώς επιδεικύονταν οι ψήφοι και αν χωρίζονταν και τοποθετούνταν πρώτα ή στο τέλος της διαδικασίας σε εικοσάδες ή «στίβες» - κρίνονται να είναι ουσιαστικά άσχετα και άνευ σημασίας για σκοπούς επίλυσης των πραγματικών επίδικων ζητημάτων. Και επισημαίνω εδώ ότι είναι σε αυτά τα άνευ σημασίας θέματα που ουσιαστικά επικεντρώθηκε και η ουσία της μαρτυρίας του ΑΕ, του ΑΔ, του ΧΧ και της ΒΖ στο βαθμό που η μαρτυρία αυτή δεν κατέστη παραδεκτή. Υπενθυμίζω συναφώς ότι ενώ η μαρτυρία του ΧΧ και της ΒΖ αφορούσε στο τι φέρεται να έγινε πριν τη διαδικασία καταμέτρησης και διαλογής και η μαρτυρία του ΑΕ και του ΑΔ αφορούσε στον τρόπο με τον οποίο καταμετρούνταν οι ψήφοι, πριν δηλαδή να λάβει χώρα η φερόμενη εσκεμμένη ενέργεια της ΑΠ, ο βασικός ισχυρισμός του αιτητή είναι ότι μετά την καταμέτρηση και διαλογή των ψήφων από την ΑΠ, όπως και αν η καταμέτρηση και διαλογή αυτή έγιναν, αυτός ήταν που είχε στην πραγματικότητα την πλειοψηφία των ψήφων στη δική του «στίβη».
Έχοντας λοιπόν σκιαγραφήσει το πλαίσιο του βασικού ισχυρισμού του αιτητή, σημειώνω ότι ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε παντελώς από πλευράς όλων των καθ’ ων η αίτηση. Ειδικότερα, η ΧΕ ανέφερε ότι αν και δεν βρισκόταν εντός του εκλογικού κέντρου κατά τον κρίσιμο χρόνο εντούτοις «…Έχω εμπιστοσύνη στους λειτουργούς ότι θα κάνουν τη δουλειά τους σωστά, δεν ήξερα κανέναν και δεν θυμάμαι καν τα πρόσωπά τους, δεν είχαν λόγο να αλλάξουν το αποτέλεσμα»[26] ενώ οι άμεσα εμπλεκόμενοι δημόσιοι λειτουργοί, ήτοι ο ΝΚ, η ΑΠ και ο ΣΙ τοποθετήθηκαν ως εξής:
ΝΚ - Καθ’ ου η αίτηση 2
«…κανένας δεν γνώριζε κανένα, πρώτη φορά γνωριστήκαμε όλοι εκεί δεν είδα ούτε να ψιθυρίζουν ούτε να μιτσοκαμίσουν δεν μπορώ να αντιληφθώ σε ποιο πλαίσιο μπορεί να έγινε αυτό το πράγμα, είναι πολλά παράξενο αυτό να μιλώ εγώ τώρα ότι κάποιος μιτσοκάμισε κάποιου άλλου…δεν είχαμε οποιοδήποτε παράπονο από τον οποιονδήποτε αντιπρόσωπο σε καμία περίπτωση ότι δεν έβλεπε και ότι δεν μπορούσε να ακολουθήσει κάποιος. Ίσως εδώ να αναφέρω ότι από την αρχή της διαδικασίας από την ώρα που κάθισαν τους επεξηγήθηκε όλη η διαδικασία που θα τηρηθεί και για τις εκλογικές διαδικασίες αλλά και στη συνέχεια τους επεξηγήθηκε για κάθε εκλογική διαδικασία και ότι μπορούν να ζητήσουν από εμένα αν θέλουν να μετακινηθούν κάπως αν θέλουν, θα πηγαίνουμε πιο αργά αν θέλει κάποιος, αν θέλει κάποιος να τους επεξηγηθεί κάποιο πράγμα, δεν είχαμε τέτοιο αίτημα και μπορώ να πω η συνεργασία μας ήταν άψογη με όλους τους αντιπρόσωπους…Στην αρχή της ημέρας όταν ήρθαν να πάρουν τις θέσεις τους ως αντιπρόσωποι κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας απλά να προσθέσω κάτι, γενικά το κλίμα έμοιαζε ότι υπήρχε ένα ενδιαφέρον για τη διαδικασία του κοινοτάρχη, ήταν κάτι που απασχολούσε και τους αντιπρόσωπους, άρα θεωρώ την ώρα της εκλογικής καταμέτρησης έχοντας μέσα στον χώρο όχι τον οποιονδήποτε αντιπρόσωπο αλλά έναν υποψήφιο αλλά και από την άλλην πλευρά μία αντιπρόσωπο που γνωρίζει προσωπικά την υποψήφια δεν ήταν αντιπρόσωποι κόμματος που δεν γνωρίζουν τους υποψήφιους, άρα θεωρώ ότι υπήρχε και αυξημένο το αίσθημα της ευθύνης και αυξημένη η παρατηρητικότητα των πάντων επί της διαδικασίας. Γι' αυτό και με ξενίζουν οι όλοι ισχυρισμοί και από τη στιγμή που δεν είχα ούτε διαμαρτυρία ούτε άλλες εισηγήσεις εκείνην την ημέρα θεωρώ και θεωρούσα ότι εγώ και η ομάδα μου διαχειριστήκαμε τη διαδικασία καλά…»
ΑΠ
«…Κύριε Πρόεδρε, τούτο που λέει τώρα ο κύριος συνήγορος με προσβάλλει ως άτομο ως γυναίκα και ως δημόσιο υπάλληλο τα τελευταία 24 χρονιά, που δεν έχασα ούτε μία εκλογική διαδικασία. Ποιο το όφελός μου εμένα να κάνω κάτι τέτοιο πράγμα ή του οποιοδήποτε και να έχω πρόβλημα στη δουλειά μου; Με όλο το θάρρος είναι απαράδεκτο και με προσβάλλει, όχι μόνο εμένα και όλους τους συναδέλφους, χίλια συγγνώμη αν είμαι έντονη αλλά είναι προσβολή μεγάλη αυτό το πράγμα…Χίλια συγγνώμη αλλά θα πω ξανά, με προσβάλλετε ως τζιαμέ που εν πάει. Δεν έγινε κάτι τέτοιο, μα δεν μπορούσε να γίνει έτσι πράγμα γιατί μετρήθηκαν οι ψήφοι, είπαμε τον αριθμό και μετά έγιναν εικοσάδες. Πώς είναι δυνατόν κάποιος να κάνει αυτό το πράγμα; Δηλαδή κάποιος μπορεί να το σκεφτεί και λίγο πιο βαθιά. Πώς μπορεί ένας δημόσιος υπάλληλος που είναι η δουλειά μου, δεν έχω άλλο εισόδημα ούτε από κάποιον άλλον να με βοηθήσει, είναι απαράδεκτο αυτό και να κάνει αυτό το πράγμα; Είναι μεγάλη προσβολή αυτό το πράγμα…Λέτε ότι είμαι και ψεύτρα και ότι δεν έκανα σωστά τη δουλειά μου; Συγγνώμη, εν μπορώ να εκφράσω με λόγια αυτό το πράγμα που συμβαίνει, ειλικρινά λυπάμαι και στεναχωριέμαι για τον (αιτητή) δεν τον γνωρίζω τον άνθρωπο, στεναχωριέμαι που δεν εκλέγηκε για τον α ή β λόγο, αλλά αυτό είναι πάρα πολλά μεγάλη προσβολή, εν μπορώ…»
ΣΙ
Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι η διαδικασία κύλησε ομαλά από την αρχή μέχρι το τέλος και ότι κατά την καταμέτρηση και διαλογή των ψήφων όλοι οι παρευρισκόμενοι μπορούσαν να δουν το αποτέλεσμα και κανένας τους δεν παραπονέθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο ότι δεν έβλεπε.
Με γνώμονα λοιπόν τις εκατέρωθεν θέσεις ως προς τα ουσιαστικό επίδικο ζήτημα και έχοντας παρακολουθήσει με προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, σημειώνω τα ακόλουθα.
Α. Σε συμφωνία με τον ΝΚ, την ΑΠ και τον ΣΙ, οι ΑΔ και ΑΕ αλλά και ο ίδιος ο αιτητής δήλωσαν ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας έβλεπαν απρόσκοπτα την ΑΠ που καταμετρούσε τους ψήφους και σε κανένα σημείο μέχρι και την ανακοίνωση του τελικού αποτελέσματος δεν υπεβλήθη από οποιονδήποτε κάποιο παράπονο σε σχέση με τη διαδικασία που ακολουθείτο κατά την καταμέτρηση και διαλογή των ψήφων ή σε σχέση με κάποια αδυναμία παρακολούθησης της ΑΠ και της διαδικασίας καταμέτρησης και διαλογής. Επισημαίνεται και υπενθυμίζεται συναφώς ότι «…Ενστάσεις σε σχέση με την καταμέτρηση και διαλογή των ψήφων μπορεί να διατυπωθούν επί τόπου προς τελέσφορη αντιμετώπισή τους. Σ' αυτό αποβλέπει και η παρουσία των κομματικών αντιπροσώπων προς παρακολούθηση της διαδικασίας επισήμανσης λαθών και υποβολής ενστάσεων επί τόπου…» (βλ. Παρισινός ανωτέρω)
Β. Ούτε ο ΑΕ αλλά ούτε και ο ΑΔ είδαν σε οποιοδήποτε στάδιο την ΑΠ να προβαίνει σε οποιαδήποτε ενέργεια ως της αποδίδει ο αιτητής και ούτε αντιλήφθηκαν τον αιτητή να προσεγγίζεται από οποιοδήποτε πρόσωπο μετά την καταμέτρηση και διαλογή των ψήφων και να ενημερώνεται για τη διενέργεια οποιουδήποτε λάθους κατά τη διαδικασία.[27]
Γ. Ο αιτητής ισχυρίστηκε κατά τη μαρτυρία του ότι όταν ολοκλήρωσε την κατανομή και διαλογή των ψήφων, η ΑΠ ανακοίνωσε ότι αυτός είχε λάβει 157 ψήφους και η ΧΕ 174. Αυτό, σύμφωνα με τον αιτητή, προκάλεσε την αντίδραση του, του αιτητή δηλαδή, οπόταν και αφού ζήτησε να γίνει επαναμέτρηση των ψήφων και το αίτημα του ικανοποιήθηκε, διαπιστώθηκε ότι είχε γίνει λάθος με μία ψήφο η οποία είχε λογιστεί υπέρ της ΧΕ αντί υπέρ εκείνου. Κατά τον αιτητή το λάθος αυτό «διορθώθηκε» αμέσως οπόταν και ανακοινώθηκε το τελικό αποτέλεσμα των 158 ψήφων υπέρ του αιτητή και 173 ψήφων υπέρ της ΧΕ[28]. Ακολούθως, ισχυρίστηκε ο αιτητής, του ζητήθηκε να υπογράψει το ειδικό έντυπο Τεκ.Α προκειμένου να επιβεβαιώσει το αποτέλεσμα αυτό και αφού αυτός το υπέγραψε όντας όμως σε κατάσταση σύγχυσης, ενημερώθηκε από κάποιον παρευρισκόμενο για την φερόμενη προηγούμενη εσκεμμένη ατασθαλία της ΑΠ οπόταν και ζήτησε επαναμέτρηση όλων των ψήφων, αίτημα το οποίο όμως δεν ικανοποιήθηκε πλήρως.
Πέραν όμως του ότι ο ισχυρισμός του αιτητή περί διαπίστωσης αρχικά λάθους σε σχέση με μία ψήφο δεν συνάδει με, και δεν συναντάται στα γεγονότα που καταγράφηκαν στην αίτηση – «…η βοηθός υπάλληλος και/ή βοηθός διαλογής…χώρισε σε εικοσάδες τους ψήφους που έλαβαν (οι δυο υποψήφιοι) ανακοινώνοντας 331 ψηφοδέλτια ως έγκυρα, 6 ψηφοδέλτια ως λευκά και 3 ψηφοδέλτια ως άκυρα…Αιτητής 158 ψήφους και καθ’ ης η αίτηση 1 173 ψήφους…» - και τα οποία γεγονότα υπενθυμίζω θεωρούνται σύμφωνα με τον Κ.4(2) ως «…επακριβώς τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτησις…», ούτε ο ΑΔ αλλά ούτε και ο ΑΕ αντιλήφθηκαν να είχε λάβει χώρα ποτέ ένα τέτοιο περιστατικό[29]. Όπως όμως εύστοχα και εύλογα επεσήμαναν και οι δικηγόροι των καθ’ ων η αίτηση, αν είχε όντως λάβει χώρα ένα τόσο σοβαρό περιστατικό, δεν θα ήταν καθόλου λογικό να μην γίνει αντιληπτό από κανένα πλην του αιτητή.
Σε κάθε περίπτωση, αν όντως τα πράγματα είχαν εξελιχτεί με το συγκεκριμένο τρόπο που ισχυρίστηκε ο αιτητής κατά τη μαρτυρία του, τότε, λαμβανομένου υπόψη ότι το φερόμενο λάθος αφορούσε, ως ισχυρίστηκε ο αιτητής, επαναμέτρηση των ψήφων και διαπίστωση εσφαλμένης απόδοσης υπέρ της ΧΕ μίας ψήφου που ήταν υπέρ του αιτητή και όχι σε εντοπισμό μίας μη καταμετρημένης ψήφου, συνεπάγεται ότι πριν την ανακοίνωση του τελικού αποτελέσματος όλοι οι ψήφοι, και των δύο υποψηφίων δηλαδή, είχαν επαναμετρηθεί και επιθεωρηθεί και δη στην παρουσία του αιτητή. Πώς μπορεί λοιπόν να σταθεί στη βάσανο της λογικής η θέση ότι η ΑΠ είχε εσκεμμένα μετακινήσει μία εικοσάδα ψήφων από τον ένα υποψήφιο στον άλλο; Η απάντηση κατά την κρίση μου είναι ότι δεν μπορεί. Εξηγώ.
Λαμβανομένης υπόψη αφ΄ ενός της θέσης του αιτητή ότι μετά την ολοκλήρωση της καταμέτρησης και διαλογής των ψήφων από την ΑΠ αυτός ήταν στην πραγματικότητα που είχε την πλειοψηφία των ψήφων στη δική του «στίβη» και συγκεκριμένα ότι – «…αυτός έλαβε 178 ψήφους και η καθ΄ ης η αίτηση 1 έλαβε 153 ψήφους …»[30] και αφ’ ετέρου της θέσης του ότι το τελικό αποτέλεσμα των 158 ψήφων υπέρ του αιτητή και 173 ψήφων υπέρ της ΧΕ είχε ανακοινωθεί μετά την αναμέτρηση των ψήφων και τη συνακόλουθη διαπίστωση του φερόμενου λάθους με τη μία ψήφο, συνεπάγεται ότι η κατ’ ισχυρισμό μετακίνηση της εικοσάδας από την ΑΠ τοποθετείται χρονικά να έγινε σε κάποιο προηγούμενο στάδιο ώστε να μπορεί έτσι να «δικαιολογηθεί» και το πώς υποτίθεται οι ψήφοι του αιτητή «έπεσαν» από το «πραγματικό» επίπεδο των 170+ ψήφων στο «αλλοιωμένο» επίπεδο των 150+. Αν όμως η ΑΠ είχε μετακινήσει από προηγουμένως την εικοσάδα των ψήφων τότε αυτό θα ήταν κάτι που σίγουρα θα διαπιστωνόταν κατά την αναμέτρηση που ο αιτητής ισχυρίζεται ότι έγινε στην παρουσία του και ανέδειξε και το φερόμενο λάθος με τη μία επιπλέον ψήφο που είχε δοθεί στη ΧΕ. Με άλλα λόγια, δεν μπορεί να σταθεί στη λογική το πώς γίνεται να εντοπίστηκε εσφαλμένη διαλογή μίας ψήφου κατόπιν πλήρους επαναμέτρησης των ψήφων και την ίδια στιγμή να μην πρόσεξε κανείς ότι το ίδιο είχε συμβεί και με 20 άλλες ψήφους, οι οποίες μάλιστα ήταν δεμένες ως εικοσάδα.
Στο σημείο αυτό επισημαίνω και την παράλογη αντίθεση που φαίνεται να υπάρχει μεταξύ των όσων ισχυρίστηκε ο αιτητής σε σχέση με το ζήτημα του αιτήματος του για επαναμέτρηση των ψήφων. Αυτό γιατί ενώ με την αίτηση του ο αιτητής πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι το αίτημα για επαναμέτρηση των ψήφων ήταν ένα και συγκεκριμένα αυτό που υπέβαλε μετά την ανακοίνωση του τελικού αποτελέσματος των 158 και 173 ψήφων και το οποίο κατ’ εκείνον επίτηδες δεν ικανοποιήθηκε πλήρως, με τη μαρτυρία του προώθησε ότι όχι μόνο ήταν δυο οι φορές που υπέβαλε αίτημα για επαναμέτρηση των ψήφων, μια πριν την ανακοίνωση του τελικού αποτελέσματος και μια μετά, αλλά και ότι την πρώτη φορά το αίτημα είχε ικανοποιηθεί. Αν όμως η ΑΠ είχε ενεργήσει με το δόλιο τρόπο που της αποδίδεται από τον αιτητή, τότε το εύλογα αναμενόμενο θα ήταν ότι ούτε το πρώτο αλλά ούτε και το δεύτερο αίτημα θα ικανοποιούταν. Και σίγουρα, λαμβανομένου υπόψη ότι σύμφωνα με τον αιτητή η «αλλοίωση» είχε ήδη γίνει, κανένα λογικό νόημα δεν έχει ο ΝΚ και η ΑΠ να δέχτηκαν να ικανοποιήσουν το αίτημα την πρώτη φορά και να αρνήθηκαν να το ικανοποιήσουν τη δεύτερη.
Δ. Σύμφωνα με τα όσα ισχυρίστηκαν ο αιτητής, ο ΑΕ και ο ΑΔ, η διαδικασία καταμέτρησης και διαλογής των ψήφων είχε γίνει με τέτοιο τρόπο που οι παρευρισκόμενοι δεν ήξεραν τι ακριβώς γινόταν, και όπως διευκρίνισε ο ΑΔ κατά τη μαρτυρία του, ήταν μέχρι το τέλος άγνωστο σε ποιο υποψήφιο ανήκε η κάθε «στίβη» που είχε ενώπιον της η ΑΠ. Αν ήταν όμως όντως έτσι τα πράγματα τότε εύλογα εγείρεται το ερώτημα του πώς τότε μπόρεσε κάποιος άλλος από τους παρευρισκόμενους, ο οποίος να σημειωθεί παρέμεινε μέχρι τέλους άγνωστος διότι ο αιτητής επέλεξε να μην τον αποκαλύψει, να αντιληφθεί ότι μία εικοσάδα ψήφων είχε μετακινηθεί από τη «στίβη» του αιτητή στην «στίβη» των ψήφων της ΧΕ, ως ισχυρίστηκε ο αιτητής ότι είχε γίνει. Επισημαίνω εδώ ότι σύμφωνα με όλους τους μάρτυρες, όσοι παρευρίσκονταν στο κέντρο υπό την ιδιότητα του παρατηρητή αυτοί βρίσκονταν ουσιαστικά στην ίδια απόσταση από το τραπέζι όπου γινόταν η καταμέτρηση, ήτοι περί τα 2-5 μέτρα. Με τούτο κατά νου όμως, ο ισχυρισμός του αιτητή ότι ήταν πιο εύκολο για τον «άγνωστο πληροφοριοδότη» να παρατηρήσει την ατασθαλία της ΑΠ διότι ήταν «πιο κοντά της» δεν μπορεί καθόλου να γίνει αποδεκτός.
Σε κάθε περίπτωση όμως, η απουσία αυτού του φερόμενου πληροφοριοδότη από το εδώλιο του μάρτυρα και η συνειδητή επιλογή του αιτητή να μην αποκαλύψει την ταυτότητα του, αν μη τι άλλο ώστε να μπορούν να ασκηθούν, μεταξύ άλλων, και οι εξουσίες του Κ.15[31], δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως καταλυτική για τον επί του προκειμένου ισχυρισμό του αιτητή. Ο εν λόγω ισχυρισμός υπενθυμίζω, συνίστατο στην αόριστη ουσιαστικά θέση ότι μετά την ανακοίνωση από την ΑΠ του αποτελέσματος της καταμέτρησης και διαλογής των ψήφων, προσέγγισε τον αιτητή κάποιο πρόσωπο το οποίο βρισκόταν εντός του κέντρου και το οποίο «… χαίρει εκτίμησης στην κοινότητα, ουδέποτε έχει απασχολήσει αρνητικά με τις πράξεις ή οτιδήποτε. Είναι οικογενειάρχης, έχει παιδιά … (και) … υπάρχουν οι σχέσεις και του συγκεκριμένου ατόμου και με τις δυο πλευρές …» και « … μου λέει κάτι δεν πάει καλά δαμέ και μου λέει μου είπε την κουβέντα τούτην …», ήτοι ότι «…η (ΑΠ) είχε εναποθετήσει μια δέσμη ψήφων (εικοσάδα) στους ψήφους της καθ΄ ης η αίτηση 1 αντί στους ψήφους του αιτητή...»
Ε. Παρά το ότι η ουσία των ισχυρισμών του αιτητή περιστράφηκε γύρω από την κατ’ ισχυρισμό εσκεμμένη ενέργεια της ΑΠ, εντούτοις σε κανένα σημείο της αντεξέτασης της τελευταίας δεν της υποδείχθηκε ποιο υποτίθεται ότι ήταν το κίνητρο που υποκινούσε αυτή τη σοβαρή και δόλια της ενέργεια. Μάλιστα δε, οι ισχυρισμοί του αιτητή περί «μυστικής συνεννόησης» της ΑΠ με τη γραμματέα του συμβουλίου με την οποία αυτός είχε «προηγούμενα» παρέμειναν στο τέλος χωρίς οποιοδήποτε υπόβαθρο ή ουσιαστικό νόημα αφού καμία σχέση δεν καταδείχτηκε να υπάρχει μεταξύ των δύο αυτών προσώπων και ούτε και υποβλήθηκε οποιαδήποτε τέτοια θέση[32]. Αντιθέτως, τα όσα πρόβαλε η ΑΠ σε σχέση με την αμεροληψία και ανεξαρτησία της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της ως δημόσια λειτουργός, προβάλλουν να είναι και εύλογα και πιστευτά αλλά και αληθοφανή και το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τον ΝΚ για τον οποίο σημειώνεται ότι δηλώθηκε ξεκάθαρα από πλευράς αιτητή ότι τίποτα το δόλιο δεν του καταλογίζεται εκείνου.
Κοντολογίς, τα όσα ισχυρίστηκε ο αιτητής προκειμένου να καταδείξει ότι το ορθό αποτέλεσμα της επίδικης εκλογής δεν ήταν αυτό που ανακοινώθηκε επίσημα και αυτό που ο ίδιος επιβεβαίωσε ενυπογράφως κρίνονται να στερούνται οποιουδήποτε ερείσματος, πραγματικού ή νομικού, και αδύνατο να σταθούν στη βάσανο της λογικής. Αντιθέτως, τα όσα ισχυρίστηκαν οι μάρτυρες των καθ’ ων η αίτηση, και ιδιαίτερα οι άμεσα εμπλεκόμενοι ΝΚ, ΑΠ και ΣΙ, οι οποίοι ουδόλως καταδείχθηκε να μην είχαν ενεργήσει κατά τον ουσιώδη χρόνο με την αμεροληψία, ανεξαρτησία και τον επαγγελματισμό που αναμένετο να τους διακατέχει, κρίνονται πλήρως πιστευτά και αξιόπιστα. Όσον αφορά τη ΧΕ δε, δεν έχει διαφύγει της προσοχής μου ότι με τον τρόπο που είχε διατυπωθεί η Ε/Δ της δίνετο η εντύπωση ότι αυτή συμφωνούσε με τον ισχυρισμό του αιτητή. Από την αρχή όμως της μαρτυρίας της ενώπιον του Δικαστηρίου η μάρτυς διευκρίνισε ότι οι συγκεκριμένες αναφορές στην Ε/Δ της ήταν εσφαλμένες και προϊόν κακής λεκτικής διατύπωσης και ότι σε κανένα σημείο δεν δεχόταν ότι ο αιτητής έχει δίκαιο. Υπό το φως του συνόλου της Ε/Δ της μάρτυρος αλλά και της μαρτυρίας που αυτή έδωσε ενώπιον του Δικαστηρίου κρίνω πλήρως λογικές και πειστικές τις συγκεκριμένες διευκρινίσεις και εξηγήσεις της και δεν θεωρώ ότι η μάρτυς προσπάθησε με οποιοδήποτε κακόπιστο τρόπο να αλλοιώσει τη μαρτυρία ή τις θέσεις ως ήταν και η εισήγηση της πλευράς του αιτητή.
Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, κρίνω ότι σε αντίθεση με τη μαρτυρία που παρουσίασε η πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση, η οποία μαρτυρία κρίνεται στο σύνολο της αξιόπιστη, τίποτα από την περί του αντιθέτου μαρτυρία που προσκόμισε η πλευρά του αιτητή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή του συμπεράσματος που ισχυρίζεται ο τελευταίος, ήτοι ότι το τελικό αποτέλεσμα της επίδικης εκλογικής αναμέτρησης είχε αλλοιωθεί εσκεμμένα από την ΑΠ ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Ούτε όμως και διαπιστώνεται από την προσκομισθείσα μαρτυρία να συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος για να θεωρηθεί ότι το τελικό αποτέλεσμα των επίδικων εκλογών, ως αυτό ανακοινώθηκε επίσημα από το ΝΚ και την ΑΠ και επιβεβαιώθηκε ενυπογράφως από τον αιτητή και τη ΧΕ, είχε επηρεαστεί από οποιαδήποτε ενέργεια οποιουδήποτε προσώπου ή από οποιαδήποτε εσφαλμένη διαδικασία.
Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται ως αβάσιμη με έξοδα υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον αιτητή ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.) …………………………..
Λ. Πασχαλίδης, Α.Ε.Δ.
Πιστόν αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Βλ. Αρ. 57(4) του περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων Νόμος του 1979 (72/1979) και Αρ. 39 του περί Κοινοτήτων Νόμος του 1999 (86(I)/1999)
[2] Βλ. Ο Περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων (Εκλογικαί Αιτήσεις) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1981 (9/1981)
[3] Βλ. Κ.4(2) «Η εκλογική αίτησις δέον να είναι υπογεγραμμένη και χρονολογημένη… και ν' αναφέρη…(γ) τους λόγους επί των οποίων ζητείται η αιτουμένη θεραπεία, αναφέρουσα επακριβώς τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτησις αλλ' ουχί την μαρτυρίαν δια της οποίας θ' αποδειχθούν» και Γεωργιάδης ν. Χάσικου (1991) 1 Α.Α.Δ. 1136 (απόφαση εκλογοδικείου)
(δ) διεύθυνσιν τίνα εντός των δημοτικών ορίων Λευκωσίας όπου άπασαι αι ειδοποιήσεις, κλήσεις, διατάγματα και άλλαι γραπταί κοινοποιήσεις δύνανται να αφίενται δια τον αιτητήν και
[4] Διευκρινίστηκε κατά την ακρόαση βλ. σελ.31 και 32 πρακτικών 18/10/24
[5] Βλ. Μαυρομμάτης ν. Ασσιώτης κ.ά. (1997) 1 Α.Α.Δ. 1393)
[6] Βλ. σελ.44 πρακτικών 18/10/24
[7] Βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α. ν. ΑΛΗΦΑΝΤΗ κ.α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 163 /2017, 164/2017, 165/2017, 7/10/2019
[8] Βλ. Παύλου v. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another (1986) 1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou (1988) 1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α. (2005) 1 Α.Α.Δ. 256
[9] Βλ. αρ.32 Ν. 86(I)/1999
[10] Βλ. σελ.9 πρακτικών 16/10/24, σελ.21, 26 και 39 πρακτικών 18/10/24
[11] Βλ. σελ.17, 18, 23 και 29 πρακτικών 16/10/24 και σελ. 19, 21, 33 και 39 πρακτικών 18/10/24
[12] Βλ. σελ.7 πρακτικών 16/10/24
[13] Βλ. σελ. 13 και 14 πρακτικών 16/10/24
[14] Βλ. σελ.17-19 πρακτικών 16/04/24
[15] Βλ. σελ.5 πρακτικών 16/10/24
[16] Βλ. σελ. 15 πρακτικών 16/10/24
[17] Βλ. σελ.4 πρακτικών 16/10/24
[18] Βλ. σελ.4 πρακτικών 16/10/24
[19] Βλ. σελ.7 πρακτικών 16/10/24
[20] Βλ. σελ. 10 πρακτικών 16/10/24
[21] Βλ. σελ. 11 και 12 πρακτικών 16/10/24
[22] Βλ. σελ.14 και 15 πρακτικών 16/10/24
[23] Βλ. σελ. 32 πρακτικών ημερ. 18/10/24
[24] Βλ. αρ. 40 Ν.72/1979
[25] Βλ. σελ. 7, 8 και 13 Γρ.Αγορ. αιτητή
[26] Βλ. σελ. 5 πρακτικών 18/10/24
[27] Βλ. σελ. 26, 27 και 30 πρακτικών 16/10/24
[28] Βλ. παρ.6 Ε/Δ αιτητή
[29] Βλ. σελ.32 πρακτικών 16/10/24
[30] Βλ. παρ.4iii αίτησης
[31] 5. Η διαταγή του Εκλογοδικείου διά εξαναγκασμόν προσώπου όπως παρουσιασθή ως μάρτυς γίνεται επί εντύπου ως το υπ' αρ. 3 του Παραρτήματος.
[32] Βλ. σελ.27 πρακτικών 18/10/24
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο