ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Α.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 1786/20
Μεταξύ:
1. ΧΡΙΣΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
2. ΑΝΤΡΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
Εναγόντων
-και-
IACOVOU BROTHERS (DEVELOPMENT) LIMITED
Εναγόμενων
---------------
(Αίτηση εναγόντων ημερ. 27.9.24 για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης)
Ημερομηνία: 9 Οκτωβρίου, 2024
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για αιτητές: κα Α. Αργυρού για Ν. Πιριλλίδη & Συνεργάτες ΔΕΠΕ.
Για καθ’ ών η αίτηση: κα Χ. Θεοδούλου για Χ. Κυριακίδης ΔΕΠΕ
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
To ιστορικό που περιβάλλει την παρούσα αίτηση έχει συνοψιστεί στην ενδιάμεση απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στις 26/09/24 με την οποία εγκρίθηκε, κατόπιν ακρόασης, προφορικό αίτημα που είχαν υποβάλει οι ενάγοντες στη βάση του Κ.4 των περί της Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικών) Διαδικαστικών Κανονισμών 35/2022 προκειμένου να τους δοθεί άδεια για να καταχωρήσουν την παρούσα ενδιάμεση αίτηση. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση:
«Οι ενάγοντες στην παρούσα υπόθεση, οι οποίοι είναι αντρόγυνο που διαμένει μόνιμα στο Ηνωμένο Βασίλειο, καταχώρισαν την παρούσα αγωγή με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 14/10/20 ζητώντας όπως εκδοθεί απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία, ν’ αναγνωρίζεται αφ’ ενός ότι όσον αφορά συγκεκριμένη συμφωνία που είχαν συνάψει με τους εναγόμενους στις 11/12/05 για αγορά «γης και κατοικίας», αυτοί, σε αντίθεση με τους εναγομένους, τήρησαν όλες τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, και αφ’ ετέρου να επιδικάζονται προς όφελος τους και εναντίον των εναγομένων «…γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις ύψους €110.000 σύμφωνα με τη διαφορά της αξίας της Μειωθείσας Γης και της Αγορασθείσας Γης και της επιζήμιας επίδρασης επί της αγοραίας αξίας της Οικίας κατά ή περί τον Ιούνιο του 2017 και/ή ύψους €100.000 σύμφωνα με τη διαφορά της αξίας της Μειωθείσας Γης και της Αγορασθείσας Γης και της επιζήμιας επίδρασης επί της αγοραίας αξίας της Οικίας κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2012…». Εν συντομία, οι ισχυρισμοί που οι ενάγοντες προβάλλουν μέσω της έκθεσης απαίτησης τους είναι οι εξής.
Στις 11/12/05 οι ενάγοντες σύναψαν συμφωνία με τους εναγόμενους, οι οποίοι δραστηριοποιούνται στον τομέα της οικοδομικής βιομηχανίας, για την αγορά συγκεκριμένης κατοικίας που θα ανεγειρόταν στα πλαίσια αναπτυξιακού έργου που θα εκτελούσαν οι τελευταίοι επί συγκεκριμένου τεμαχίου γης, έναντι του ποσού των ΛΚ470.000. Θέση των εναγόντων είναι ότι η συγκεκριμένη συμφωνία προνοούσε ότι η αγορασθείσα «γη και κατοικία» (εφ’ εξής το ακίνητο) θα ήταν συνολικού εμβαδού 1006 τ.μ, ότι αν και ήταν δυνατό να υπάρξουν αλλαγές στα αρχιτεκτονικά σχέδια του έργου εντούτοις οι αλλαγές αυτές θα ήταν επιτρεπτές νοουμένου ότι δεν θα επηρέαζαν ουσιωδώς το συνολικό εμβαδό του ακινήτου και θα συμφωνούνταν γραπτώς μεταξύ των διαδίκων, ότι η παράδοση κατοχής του ακινήτου θα λάμβανε χώρα την 31/03/07 και ότι εντός εύλογου χρόνου από την υπογραφή της συμφωνίας και σε κάθε περίπτωση εντός δύο ετών από την παράδοση κατοχής του ακινήτου, οι εναγόμενοι θα προέβαιναν σε όλα τα απαραίτητα μέτρα για την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας.
Σύμφωνα με τους ενάγοντες, επειδή μέχρι τις 02/02/15 δεν είχε εκδοθεί ακόμη ξεχωριστός τίτλος σε σχέση με το ακίνητο, αυτοί έστειλαν μέσω των δικηγόρων τους επιστολή προς τους εναγόμενους επισημαίνοντας τους την επιδειχθείσα καθυστέρηση. Όταν όμως και στις 06/05/15 η κατάσταση εξακολουθούσε να παραμένει η ίδια, οι ενάγοντες έστειλαν νέα επιστολή με την οποία καλούσαν τους εναγόμενους όπως εντός 15 ημερών συμμορφωθούν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις.
Περί το 2017 οι εναγόμενοι ζήτησαν από τους ενάγοντες όπως προβούν σε ενυπόγραφη δήλωση συγκατάθεση στο Κτηματολόγιο ώστε να μπορέσει να εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το ακίνητο. Με επιστολή όμως που οι ενάγοντες έστειλαν στις 20/06/17, οι τελευταίοι αρνήθηκαν να προβούν στη συγκεκριμένη δήλωση - συγκατάθεση διότι κατ’ εκείνους παραβίαζε τη συμφωνία του 2005 εφόσον προνοούσε για ουσιώδη μείωση του εμβαδού του ακινήτου. Θέση των εναγόντων ήταν ότι με τη συγκεκριμένη δήλωση – συγκατάθεση που ζητούσαν οι εναγόμενοι, «…η γη και/ή τμήμα αυτής παρακείμενο προς τον αιγιαλό και/ή την ακτή δεν θα αποτελούσε πλέον μέρος του ακινήτου και/ή της νέας άδειας οικοδομής του ακινήτου και/ή της οικιστικής ανάπτυξης ως είχε συμφωνηθεί δυνάμει του αγοραπωλητηρίου». Ειδικότερα, σύμφωνα με σχετική έκθεση τοπογράφου μηχανικού που διόρισαν οι ενάγοντες, κατά την εκτέλεση του αναπτυξιακού έργου των εναγομένων είχαν εκδοθεί δύο άδειες οικοδομής, η 1η στις 04/09/07 και η 2η στις 23/10/12, και με βάση το χωροταξικό σχέδιο της 2ης άδειας, το συνολικό εμβαδό του ακινήτου είχε μειωθεί κατά 249 τ.μ., με αποτέλεσμα, σύμφωνα με άλλη εκτίμηση που εξασφάλισαν οι ενάγοντες, να υπάρξει επιζήμια επίδραση επί της αγοραίας αξίας της οικίας ύψους, €110.000 κατά τον Ιούνιο του 2017 ή €100.000 κατά τον Οκτώβριο του 2012.
Αφού λοιπόν ανταλλάχθηκαν διάφορες επιστολές μεταξύ των δύο πλευρών αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, οι ενάγοντες, οι οποίοι είχαν ήδη εξοφλήσει το τίμημα αγοράς του ακινήτου, αποφάσισαν όπως υπό την επιφύλαξη του δικαιώματος τους να διεκδικήσουν αποζημιώσεις αναφορικά με τη μείωση του εμβαδού του ακινήτου και της συνεπακόλουθης επιζήμιας επίδρασης που υπέστη η αγοραία αξία του, δεχτούν τη μεταβίβαση του στο όνομα τους. Αυτό τελικά έγινε στις 03/09/2020 και αφού πρώτα οι ενάγοντες εξόφλησαν υπό την ίδια επιφύλαξη και την κατάσταση λογαριασμού που τηρούσαν οι εναγόμενοι σε σχέση με τα μέχρι τότε «έξοδα του ακινήτου».
Η παρούσα αγωγή λοιπόν αφορά στην αποζημίωση που οι ενάγοντες θεωρούν ότι δικαιούνται να λάβουν από τους εναγόμενους προκειμένου να τεθούν στην κατάσταση που θα βρίσκονταν αν οι τελευταίοι τηρούσαν επακριβώς τις συμβατικές τους υποχρεώσεις.
Οι εναγόμενοι καταχώρησαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση στις 11/03/21 και με το εν λόγω δικόγραφο απορρίπτουν αφ’ ενός όλους τους ισχυρισμούς των εναγόντων και αφ’ ετέρου ζητούν όπως εκδοθεί αναγνωριστική απόφαση του Δικαστηρίου ότι κανένα ποσό δεν οφείλουν στους τελευταίους και ότι έχουν τηρήσει όλες τις συμβατικές τους υποχρεώσεις.
Ειδικότερα, μέσω του δικογράφου τους οι εναγόμενοι κατ’ αρχή διάφορες προδικαστικές ενστάσεις οι οποίες εδράζονται αφ’ ενός στη θέση ότι καμία παραβίαση της συμφωνίας του 2005 δεν υπήρξε από μέρους τους και αφ’ ετέρου στη θέση ότι οι ενάγοντες κωλύονται να εγείρουν και να προωθούν την παρούσα αγωγή λόγω της καθυστέρησης και της γενικότερης συμπεριφοράς που επέδειξαν. Επί της ουσίας της επίδικης διαφοράς όμως, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ουδέποτε καθυστέρησαν να λάβουν τα απαραίτητα διαβήματα για την έκδοση χωριστού τίτλου ιδιοκτησίας, ότι όποια καθυστέρηση και αν υπήρξε αυτή οφειλόταν στις διαδικασίες που ακολουθούσε η αρμόδια αρχή και/ή οι ίδιοι οι ενάγοντες, ότι καμία διαφορά δεν υπήρχε μεταξύ της συμφωνίας του 2005 και της δήλωσης – συγκατάθεσης που ζητήθηκε το 2017, ότι όταν επιχειρήθηκε το 2020 να μεταβιβαστεί το ακίνητο στους ενάγοντες ήταν οι τελευταίοι που πρόβαλλαν κώλυμα για να γίνει τούτο, ότι το ακίνητο που πωλήθηκε και μεταβιβάστηκε ανταποκρινόταν πλήρως στα συμφωνηθέντα, ότι κατά την υπογραφή της συμφωνίας του 2005 αλλά και κατά την παράδοση της κατοχής του ακινήτου τον Απρίλιο του 2007 οι ενάγοντες είχαν δηλώσει ενυπογράφως ότι όχι μόνο ήταν πλήρως ενήμεροι για τον χώρο που παραλάμβανα και τις διαστάσεις του αλλά και ότι όλες οι εργασίες των εναγομένων είχαν εκτελεστεί προς πλήρη ικανοποίησή τους και προς πλήρη συμμόρφωση με τα συμφωνηθέντα.
Τέλος και όσον αφορά την κατ’ ισχυρισμό ζημιά που υπέστηκαν οι ενάγοντες, οι εναγόμενοι περιορίζονται στο δικόγραφο τους να απορρίψουν τον εν λόγω ισχυρισμό αφ’ ενός ως αβάσιμο και ως μια καθαρά εκ των υστέρων σκέψη που σκοπό έχει την αποκόμιση αθέμιτου οφέλους και αφ’ ετέρου ως αξίωση που κατ’ εκείνους δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και/ή είναι υπερβολική και/ή είναι διογκωμένη.
Αφού λοιπόν οι ενάγοντες καταχώρισαν Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση των εναγομένων και οι τελευταίοι καταχώρισαν Απάντηση στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτησης, εκδόθηκαν από αμφότερες τις πλευρές οι προβλεπόμενες από τη Δ.30 κλήσεις για οδηγίες. Ακολούθως, αφού οι διάδικοι συμμορφώθηκαν με τις οδηγίες που είχαν τότε δοθεί, η υπόθεση ορίστηκε για σκοπούς ακρόασης στις 07/10/2022. Κατ’ εκείνη την ημερομηνία όμως ζητήθηκε αναβολή από πλευράς εναγόντων λόγω θεμάτων υγείας που αντιμετώπιζε τότε ο ενάγοντας 1, και εφόσον δεν υπήρξε ένσταση στο αίτημα αυτό, η υπόθεση επαναορίστηκε για ακρόαση στις 29/06/2023. Τελικά όμως δεν κατέστη δυνατό να ξεκινήσει η ακρόαση εκείνη τη μέρα οπόταν δόθηκε νέα αναβολή για τις 14/05/2024.
Στις 29/04/24, ήτοι ένα περίπου μήνα πριν την ημερομηνία που ορίστηκε να γίνει η ακρόαση, αμφότερες οι πλευρές προσήλθαν στο Δικαστήριο για να επιβεβαιώσουν κατά πόσο, ενόψει της αλλαγής που υπήρξε εν τω μεταξύ στη σύνθεση του Δικαστηρίου, η ακρόαση θα ξεκινούσε κατά την ημέρα που είχε προγραμματιστεί και αυτό ώστε οι ενάγοντες να μπορέσουν να προβούν στις αναγκαίες διευθετήσεις για να μεταβούν στην Κύπρο. Στα πλαίσια λοιπόν της συζήτησης που έλαβε χώρα εκείνη τη ημέρα, όλοι οι εμπλεκόμενοι παράγοντες συμφώνησαν ότι θα ήταν ορθότερο όπως η ακρόαση προγραμματιστεί να γίνει περί τον Οκτώβριο του 2024 και δη σε συγκεκριμένες «καθαρές» ημερομηνίες οπόταν και για το σκοπό αυτό δόθηκαν οι ημερομηνίες 21/10/2024, 22/10/2024 και 24/10/2024.
Στις 16/09/2024, ήτοι περί τις 40 μέρες πριν την ακρόαση, οι δικηγόροι των εναγόντων έστειλαν email στο Δικαστήριο αναφέροντας ότι κατά την προετοιμασία τους για σκοπούς ακρόασης διαπίστωσαν ότι στην έκθεση απαίτησης είχε εκ λάθους αναγραφεί το ποσό των €110.000 ως η εκτιμηθείσα αξία του ακινήτου κατά το 2017 εφόσον το ορθό ποσό ήταν αυτό των €130.000 και αν και προσπάθησαν κατά τις θερινές διακοπές να συνεννοηθούν με τους αντίδικούς τους προκειμένου να διορθωθεί άμεσα και πρακτικά το συγκεκριμένο τυπογραφικό λάθος εντούτοις οι τελευταίοι δηλώσαν απρόθυμοι να συγκατατεθούν σε μια τέτοια διόρθωση. Ενόψει τούτου, ανέφεραν οι συνήγοροι, κρίθηκε αναγκαίο όπως καταχωρηθεί σχετική αίτηση τροποποίησης, την οποία είχαν ήδη ετοιμάσει, και για το σκοπό αυτό ζήτησαν από το Δικαστήριο όπως δώσει οδηγίες ώστε η εν λόγω αίτηση εκδικαστεί άμεσα και δη πριν την ημερομηνία που ορίστηκε η ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης. Σημειώνεται εδώ ότι με το ίδιο μήνυμα οι δικηγόροι των εναγόντων είχαν αναφέρει και ότι οι πελάτες τους είχαν ήδη προβεί στις αναγκαίες διευθετήσεις προκειμένου να βρίσκονται στο Δικαστήριο κατά τις ημερομηνίες που είχε προγραμματιστεί να γίνει η ακρόαση. Το αίτημα δηλαδή που υπέβαλε τότε η πλευρά των εναγόντων ήταν όπως η αίτηση τροποποίησης που θα προχωρούσαν να καταχωρήσουν οριστεί σε σύντομη ημερομηνία ούτως ώστε να μην εκτροχιαστεί η προγραμματισθείσα ακρόαση.
Υπεδείχθη τότε από το Δικαστήριο ότι συνεπεία τροποποίησης που είχε λάβει χώρα προ 10 ημερών (06/09/2024) σε σχέση με τους περί Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικούς) Διαδικαστικούς Κανονισμούς 35/2022[1], η παρούσα υπόθεση, λόγω της χρονολογίας της, εντασσόταν πλέον στο πεδίο εμβέλειας και εφαρμογής των συγκεκριμένων κανονισμών και ειδικότερα στο πεδίο εμβέλειας και εφαρμογής του Κ.4 ο οποίος προνοεί ότι «Για όλες τις υποθέσεις μεταξύ των πιο πάνω ετών για τις οποίες υπάρχει ήδη ορισμένη ημερομηνία έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας ή που έχουν οριστεί για οποιονδήποτε σκοπό ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν επιτρέπεται, χωρίς την προηγούμενη άδεια του δικαστηρίου, η καταχώριση οποιασδήποτε ενδιάμεσης αίτησης. Το αίτημα για άδεια τίθεται προφορικώς ενώπιον του δικαστηρίου προς έγκριση ή απόρριψη αναλόγως της περιπτώσεως. Εναπόκειται στο δικαστήριο να εξετάσει το αίτημα για να δώσει όλες τις πρέπουσες οδηγίες ή/και να αποφασίσει ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια προς το συμφέρον της δικαιοσύνης». Για την καταχώρηση συνεπώς οποιασδήποτε ενδιάμεσης αίτησης, ως αυτή που προτίθεντο να καταχωρήσουν οι ενάγοντες, απαιτείτο όπως εξασφαλιστεί πρώτα η σχετική άδεια του Δικαστηρίου.
Υπό το φως της ανωτέρω υπόδειξης του Δικαστηρίου, οι δικηγόροι των εναγόντων προσήλθαν στο Δικαστήριο στις 20/09/24 και υπέβαλαν προφορικά το υπό κρίση αίτημα για να τους δοθεί η προβλεπόμενη άδεια για καταχώρηση της προτιθέμενης αίτησης τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης. Κρίθηκε τότε ορθό και δίκαιο όπως προτού το Δικαστήριο εξεταστεί το αίτημα ακούσει και τις θέσεις των εναγομένων και για το σκοπό αυτό δόθηκαν οδηγίες προς το Πρωτοκολλητείο όπως στείλει σχετική ειδοποίηση στους δικηγόρους των τελευταίων. Επειδή όμως οι αμέσως επόμενες μέρες ήταν Σαββατοκυρίακο το αίτημα ορίστηκε για εξέταση στις 24/09/24. Κατ’ εκείνη την ημερομηνία οι δικηγόροι των εναγομένων εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο και αφού δήλωσαν ότι θα είχαν ένσταση στο να δοθεί η αιτούμενη άδεια ζήτησαν όπως τους δοθεί χρόνος μέχρι την επόμενη μέρα (25/04/24) προκειμένου να προβάλλουν και την ένσταση τους αλλά και την επιχειρηματολογία τους, αίτημα το οποίο και εγκρίθηκε.
Κατά την ακρόαση του αιτήματος που έλαβε χώρα χθες, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων παρέδωσαν στο Δικαστήριο εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Επί του παρόντος όμως περιορίζομαι να αναφέρω ότι η μεν πλευρά των εναγόντων υποστήριξε ότι θα πρέπει να της δοθεί η αιτούμενη άδεια ώστε να μπορέσει να προσπαθήσει να ζητήσει έγκαιρα την τροποποίηση του δικογράφου της προκειμένου να παρουσιάσει κατά την ακρόαση την ορθή διάσταση της υπόθεσής της ενώ η πλευρά των εναγομένων υποστήριξε ότι η αιτούμενη άδεια δεν θα πρέπει να δοθεί διότι σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.25 που διέπουν την εξουσία τροποποίησης δικόγραφου αλλά και της σχετικής νομολογίας, η προτιθέμενη αίτηση τροποποίησης των εναγόντων είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και μόνο ταλαιπωρία και καθυστέρηση θα προκαλέσει.»
Για σκοπούς πληρότητας παραθέτω και το σκεπτικό με βάση το οποίο δόθηκε στις 26/09/24 η προαναφερόμενη αιτούμενη άδεια:
«Έχοντας λοιπόν τα πιο πάνω κατά νου, επισημαίνω κατά πρώτο ότι στην προκειμένη περίπτωση το υπό κρίση αίτημα έχει υποβληθεί ένα μήνα πριν την ημερομηνία που έχει προγραμματιστεί να γίνει η ακρόαση και δεν έχει καθόλου αμφισβητηθεί ότι οι ενάγοντες έχουν ήδη προβεί στις αναγκαίες διευθετήσεις προκειμένου να ταξιδεύσουν στην Κύπρο ώστε να είναι παρόντες στο Δικαστήριο για την έναρξη της ακρόασης και την απρόσκοπτη συνέχιση της κατά τις προγραμματισθείσες ημερομηνίες. Επιπρόσθετα των στοιχείων αυτών, τα οποία είναι ενδεικτικά του καλόπιστου και του γνήσιου της στάσης και της συμπεριφοράς των εναγόντων, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο έχει την εξουσία να διατάξει τη σύντμηση του χρόνου όλων των ενώπιον του διαδικασιών ούτως ώστε να εξυπηρετηθεί όσο το δυνατό καλύτερα το συμφέρον της δικαιοσύνης και των διαδίκων[2] και το αναφέρω αυτό ώστε να διασκεδαστεί η οποιαδήποτε τυχόν ανησυχία υπάρχει από πλευράς εναγομένων σε σχέση με το χρόνο που ενδεχομένως να χρειαστεί προκειμένου να εκδικαστεί η προτιθέμενη αίτηση τροποποίησης σε περίπτωση που δοθεί η αιτούμενη άδεια.
Κατά δεύτερο, όσον αφορά τη θέση των εναγομένων ότι το υπό κρίση αίτημα των εναγόντων θα πρέπει να απορριφθεί διότι η αίτηση τροποποίησης που οι τελευταίοι προτίθενται να καταχωρήσουν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, επισημαίνω απλά ότι δεν είναι σε αυτό το στάδιο που θα εξεταστεί το βάσιμο ή μη μιας τέτοιας αίτησης. Σίγουρα, στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας το κατά πόσο η προτιθέμενη αίτηση είναι έκδηλα καταχρηστική ή αβάσιμη, όπως μπορεί ενδεχομένως να είναι η περίπτωση όπου επιδιώκεται να καταχωρηθεί μια αίτηση που είναι φανερό ότι αποσκοπεί μόνο στον εκτροχιασμό της προγραμματισθείσας ακρόασης ή η περίπτωση όπου πανομοιότυπη αίτηση είχε υποβληθεί και στο παρελθόν και απορρίφθηκε, όμως παρούσα δεν προβάλλει να είναι τέτοια έκδηλη περίπτωση. Αυτό μπορεί να επιβεβαιωθεί και από τις θέσεις που οι εναγόμενοι προβάλλουν ως ένσταση, οι οποίες ουσιαστικά περιστρέφονται γύρω από τον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει – και το τονίζω αυτό – τη διακριτική εξουσία που του παρέχει η Δ.25.
Με άλλα λόγια, από τη στιγμή που οι λόγοι που οι εναγόμενοι προβάλλουν ως ένσταση στο να δοθεί η αιτούμενη άδεια στην ουσία συνιστούν τους λόγους για τους οποίους εκείνοι θεωρούν ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει στα πλαίσια της προτιθέμενης αίτησης των εναγόντων να ασκήσει υπέρ των τελευταίων τη διακριτική εξουσία που του παρέχει η Δ.25, δεν θα ήταν ούτε ορθό αλλά ούτε και δίκαιο να προαποφασιστεί από αυτό το στάδιο, και δη στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, το ποια τελικά θα είναι η δικαστική κρίση σε σχέση με την προτιθέμενη αίτηση των εναγόντων. Άλλωστε, το μόνο που ζητούν στο παρόν στάδιο οι ενάγοντες είναι όπως τους επιτραπεί να προσπαθήσουν, χωρίς να εκτροχιάζεται η προγραμματισθείσα ακρόαση, όπως θεραπεύσουν κάποιο λάθος που θεωρούν ότι έκαμαν καλόπιστα και το οποίο κατ’ εκείνους θα πρέπει να διορθωθεί προκειμένου να μπορέσουν να παρουσιάσουν ολοκληρωμένα την υπόθεσή τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Το αν τώρα η προσπάθεια αυτή των εναγόντων θα κριθεί κατά την εξέταση της προτιθέμενης αίτησης να είναι ή όχι δικαιολογημένη αυτό είναι θέμα που θα αποφασιστεί στα πλαίσια εκείνης της διαδικασίας και αφού βεβαίως ληφθούν υπόψη και οι επί του προκειμένου θέσεις των εναγομένων.»
Στη βάση λοιπόν των οδηγιών που δόθηκαν με την απόφαση της 26/09/24, η πλευρά των εναγόντων καταχώρισε στις 27/09/24 την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά, στη βάση κυρίως των προνοιών της Δ.25 - ως οι πρόνοιες της εν λόγω Διάταξης ισχύουν στην παρούσα υπόθεση με βάση τη χρονολογία της - όπως της επιτραπεί να τροποποιήσει την Ε/Α ώστε οι αναφορές που γίνονται στις παραγράφους 14 της Ε/Α και Γ της οπισθογράφησης (prayer) σε ποσό «€110.000», ως το ένα «όριο» της κατ’ ισχυρισμό ζημιάς των εναγόντων, αντικατασταθούν με αντίστοιχες αναφορές σε ποσό «€130.000».
Σύμφωνα με την Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση, η οποία γίνεται από έναν εκ των δικηγόρων των εναγόντων λόγω του ότι οι τελευταίοι διαμένουν στο εξωτερικό, η ανάγκη για την καταχώριση της παρούσας αίτησης είχε προκύψει περί τις αρχές του καλοκαιριού του 2024, όταν στα πλαίσια της προετοιμασίας των δικηγόρων για σκοπούς της ακρόασης που είναι προγραμματισμένη να γίνει μεταξύ 21 – 24/10/24, διαπιστώθηκε ότι κατά τη σύνταξη της Ε/Α περί τον Οκτώβριο του 2020, είχαν κατά λάθος δακτυλογραφηθεί στα επίμαχα σημεία του δικογράφου αναφορές σε ποσό €110.000 αντί €130.000 που ήταν και το ποσό που αναφερόταν στα έγγραφα/μαρτυρία που είχαν τότε εξασφαλιστεί προκειμένου να συνταχθεί η αγωγή. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ο ομνύοντας, επειδή η πρόθεση των εναγόντων ήταν όπως διεκδικήσουν δικαστικώς από τους εναγόμενους αποζημιώσεις για «μείωση αγοραίας αξίας γης», είχε τότε κριθεί επιβεβλημένο όπως εξασφαλιστεί πρώτα σχετική μαρτυρία από αρμόδιο εμπειρογνώμονα ούτως ώστε να μπορέσει να εξακριβωθεί το ποσό που θα αξιωνόταν με την αγωγή. Για το σκοπό αυτό εξασφαλίστηκε στις 30/09/20 μια προκαταρκτική μελέτη από συγκεκριμένο εκτιμητή, σύμφωνα με την οποία τα «όρια» της κατ’ ισχυρισμό μείωσης της αξίας κυμαίνονταν μεταξύ €100.000 κατά τον Οκτώβριο 2012 και €130.000 κατά τον Ιούνιο 2017 (Τεκ.2). Μάλιστα δε, υποστηρίζει η πλευρά των εναγόντων, ο ίδιος εκτιμητής επιβεβαίωσε περί τον Μάιο του 2024 την συγκεκριμένη προκαταρκτική του εκτίμηση όταν ετοίμασε και παρέδωσε στην πλευρά των εναγόντων την πλήρη και αναλυτική εκτίμηση του στην οποία επαναλαμβάνονται τα ίδια «όρια», δηλαδή €100.000 - €130.000 (Τεκ.1). Δυστυχώς όμως, ισχυρίζεται ο ομνύοντας, όταν το 2020 η γραμματέας του δικηγόρου που χειριζόταν την υπόθεση δακτυλογραφούσε την Ε/Α κατόπιν υπαγόρευσης του τελευταίου, αυτή, αντί να καταγράψει στα επίμαχα σημεία το ποσό των €130.000 κατέγραψε το ποσό των €110.000 και το λάθος αυτό πέρασε απαρατήρητο. Μόλις όμως έγινε αντιληπτό, ήτοι περί τις αρχές του καλοκαιριού 2024, επιχειρήθηκε άμεσα να ληφθεί η συγκατάθεση της αντίδικης πλευράς προκειμένου να διορθωθεί το λάθος εύκολα, πρακτικά και πριν από την ακρόαση πλην όμως η απροθυμία των τελευταίων να συγκατατεθούν δημιούργησε την ανάγκη για την καταχώρηση της παρούσας (Τεκ.3).
Είναι λοιπόν η θέση της πλευράς των εναγόντων ότι με την αιτούμενη τροποποίηση, η οποία θα πρέπει να επιτραπεί ώστε να μπορέσουν οι τελευταίοι να παρουσιάσουν πλήρως και ολοκληρωμένα την υπόθεση τους κατά την ακρόαση, ούτε επαναπροσδιορίζονται τα επίδικα θέματα, ούτε εισάγεται νέα βάση αγωγής, ούτε και μεταβάλλεται με οποιοδήποτε τρόπο το αρχικό βάρος απόδειξης που αυτοί είχαν με βάση την υφιστάμενη δικογραφία αλλά ούτε και θα προκληθεί οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός στους εναγόμενους οι οποίοι άλλωστε μπορούν να αποζημιωθούν χρηματικά για την όποια ταλαιπωρία τυχόν υποστούν.
Η αίτηση των εναγόντων προσέκρουσε στην ένσταση των εναγομένων, οι οποίοι, με 9 συνολικά λόγους που περιστρέφονται γύρω από τις πρόνοιες της Δ.25 και τις σχετικές νομικές αρχές που διέπουν αιτήσεις αυτής της φύσης, υποστηρίζουν ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.
Είναι ειδικότερα η θέση των εναγομένων ότι στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες όχι μόνο δεν φαίνεται να προέβηκαν σε οποιοδήποτε καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας ως ισχυρίζονται αλλά και δεν πρόκειται ούτε και για περίπτωση όπου ζητείται τροποποίηση στη βάση γεγονότων που δεν ήταν γνωστά στους ενάγοντες κατά την καταχώρηση της αγωγής.
Αντιθέτως, ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, λαμβανομένου υπόψη αφ’ ενός ότι καμία μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί από τα πρόσωπα που φέρονται να εμπλέκονται στο κατ’ ισχυρισμό λάθος των δικηγόρων των εναγόντων το 2020 και αφ’ ετέρου το ότι τα όσα αναφέρονται στην Ε/Δ αποκάλυψης εγγράφων που έκαμαν οι ενάγοντες στις 02/11/21 δεν συνάδουν με τη σημερινή θέση τους ότι το 2020 είχαν εξασφαλίσει προκαταρκτική εκτίμηση για €130.000 και την οποία επιβεβαίωσαν το 2024 με αναλυτικότερη εκτίμηση, προκύπτει ότι «…όταν γινόταν η δικογράφηση εκ μέρους των αιτητών για την ισχυριζόμενη ζημιά τους έπρεπε να γνωρίζουν πια είναι αυτή και όχι εντέχνως το 2024 να προσπαθούν, μετά που έλαβαν εκτίμηση, να διαφοροποιήσουν την υφιστάμενη δικογράφηση τους αυξάνοντας επί της ουσίας την απαίτηση τους…είναι ξεκάθαρο ότι αυτό που επιχειρείται είναι η αύξηση της αξίωσης των αιτητών κατά τρόπο…ανεπίτρεπτο…»
Επιπρόσθετα όμως των πιο πάνω, προχωρούν οι εναγόμενοι, λαμβανομένων υπόψη των όσων προηγήθηκαν στην υπόθεση, συνάγεται ότι οι ενάγοντες έχουν επιδείξει ιδιαίτερη καθυστέρηση στην καταχώρηση του υπό κρίση αιτήματος και δη καθυστέρηση για την οποία δεν προβάλουν οποιαδήποτε επαρκή ή ικανοποιητική δικαιολογία και αυτό συνιστά από μόνο του λόγο για να απορριφθεί η αίτηση τους.
Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι όσον αφορά το θέμα της αποκάλυψης και ανταλλαγής εγγράφων που θίγουν οι εναγόμενοι, από τις θέσεις των τελευταίων αλλά και το φάκελο της υπόθεσης φαίνεται ότι αν και οι Ε/Δ αποκάλυψης των διαδίκων έγιναν περί τις αρχές Νοεμβρίου 2011, όταν και οι ενάγοντες αποκάλυψαν ότι στην κατοχή τους έχουν μεταξύ άλλων «Εκτίμηση ζημιάς και/ή μείωσης της αξίας και/ή της επιζήμιας επίδρασης επί της αγοραίας αξίας του επίδικου ακινήτου λόγω μείωσης του εμβαδού του», εντούτοις μόλις στις 12 Σεπτεμβρίου 2024 φαίνεται να επιδιώχθηκε από πλευράς εναγομένων να γίνει επιθεώρηση των εγγράφων που αποκαλύφθηκαν το 2021 (βλ. παρ. 10.4 Ε/Δ εναγομένων)
Η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο.
Όπως λοιπόν δέχονται και οι δύο πλευρές, εφόσον η αγωγή καταχωρήθηκε την 14/10/20, η παρούσα αίτηση εμπίπτει στις πρόνοιες της Δ.25 που ίσχυαν από την 01/01/15 μέχρι την 01/09/23 και ειδικότερα στις πρόνοιες της Δ.25 Θ(1)(3) και (5), τις οποίες παραθέτω αυτούσιες:
«Δ.25 - Θ1(3) Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης…(5)… Το Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ζητήματος ή επίδικου θέματος, το οποίο εγείρεται από ή κατά τη διαδικασία.»
Για να επιτραπεί συνεπώς η αιτούμενη τροποποίηση στο στάδιο που υποβλήθηκε, οι ενάγοντες θα πρέπει να καταδείξουν είτε εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας είτε ότι η τροποποίηση αφορά, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, σε νέα δεδομένα που δεν ήταν υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της δικογραφίας που επιχειρείται να τροποποιηθεί.
Των πιο πάνω λεχθέντων σημειώνω ότι από τις προαναφερόμενες πρόνοιες προκύπτει ξεκάθαρα ότι η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφου γενικότερα, αλλά και η φιλελεύθερη τάση να επιτρέπεται τέτοια τροποποίηση σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ως ήταν η νομολογία πριν την τροποποίηση της Δ.25, έχει πλέον περιοριστεί και αυτό δεν μπορεί να αγνοηθεί. Την ίδια στιγμή όμως, οι νομολογιακές αρχές που αφορούσαν στον τρόπο εφαρμογής της «παλιάς» Δ.25 μπορούν ακόμη να χρησιμοποιηθούν ως προς τον γενικότερο σκοπό για τον οποίο δύναται να δοθεί άδεια για τροποποίηση - εξουσία που ακόμη άπτεται της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου η οποία ασκείται δικαστικά - ο οποίος σκοπός δεν είναι άλλος από τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της δικαιοσύνης με γνώμονα τα εκατέρωθεν συμφέροντα των διαδίκων (βλ. Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Insurance Co. Ltd (Αρ. 1) (1990) 1 AAΔ 24, Μάκης Σαββίδης ν Αυγής Π. Μαθηκολώνη - Πουργουρίδου, ΄Εφεση Αρ. 5/2016, 15/2/2018, Kayat Trading Ltd ν. Genzyme Corporation (Αρ. 2) (2013) 1 ΑΑΔ 543), Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.ά., ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, 20.3.2014 και Ανδριανή Αρακελιάν, Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L Arakelian ν Ταμείου Προνοίας του προσωπικού της Marfin Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των εξαρτημένων της εταιρειών κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A87, Πολιτική Έφεση Αρ. 51/2012, 11/2/2016 καθώς και τη νομολογία που οι εν λόγω αποφάσεις παραπέμπουν).
Τα πιο πάνω μπορούν εύκολα να διαπιστωθούν και από το λεκτικό της γενικότερης πρόνοιας της Δ.25 Θ.1(5), για την οποία θα πρέπει να σημειωθεί ότι αν και αναφέρεται σε τροποποίηση «ελαττώματος ή λάθους», το πεδίο εμβέλειας της δεν φαίνεται να περιορίζεται μόνο στα «ειδικά λάθη» που αναφέρονται στο Θ.1(3) ή στο Θ1(6). Αυτό βεβαίως δεν συνεπάγεται κατά τη γνώμη μου και ότι η Δ.25 Θ1(5) συνιστά κάποιο «ξεχωριστό καταφύγιο» για εκείνες τις περιπτώσεις όπου η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα ήταν επιτρεπτή συνεπεία των περιορισμών του Θ1(3) ή του Θ.1(6), αλλά μόνο ότι κατά την εξέταση του προβαλλόμενου «λάθους» το Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίζει το ζήτημα με γνώμονα το τι είναι πραγματικά ορθό, δίκαιο και αναγκαίο να γίνει ώστε να «καθοριστεί το πραγματικό ζήτημα ή επίδικο θέμα, το οποίο εγείρεται από ή κατά τη διαδικασία» ή, με άλλα λόγια, τα συμφέροντα των διαδίκων και της δικαιοσύνης γενικότερα. Άλλωστε, ακόμη και καλόπιστο να είναι ένα λάθος αυτό δύναται να μην επιτραπεί να διορθωθεί αν στο τέλος της ημέρας η διόρθωση του δεν θα έχει καμία σημασία για την υπόθεση και μόνο αχρείαστη ταλαιπωρία και πολυπλοκότητα θα προκαλέσει.
Με γνώμονα τα πιο πάνω λοιπόν, σημειώνω τα εξής σχετικά με την υπό κρίση περίπτωση:
Κατά πρώτο, εκ της φύσης του και μόνο, το υπό κρίση αίτημα παρουσιάζεται εκ πρώτης όψεως να περιορίζεται σε μια καθαρά γραμματική διόρθωση, υπό την έννοια ότι αυτό που επιδιώκεται να γίνει είναι να «αλλάξει» απλά ένας αριθμός από «110» σε «130».
Κατά δεύτερο, στο βαθμό που η επιδιωκόμενη αλλαγή επηρεάζει το ύψος της αξίωσης, ο επηρεασμός αυτός δεν θα επεκταθεί σε οποιαδήποτε μεταβολή της κλίμακας της αγωγής ή των εξόδων αυτής αφού οι σχετικές κλίμακες θα παραμείνουν ως έχουν - €100.000 - €500.000. Δεν θα δημιουργηθεί δηλαδή ούτε θέμα με την καθ’ ύλη δικαιοδοσία του δικαστηρίου αλλά ούτε και θέμα «απώλειας ή αύξησης» των αναμενόμενων μέχρι σήμερα εξόδων.
Κατά τρίτο, ενώ όντως οι ενάγοντες παρουσιάστηκαν με την Ε/Δ αποκάλυψης που έκαμαν το 2021 να είχαν τότε στην κατοχή τους κάποια εκτίμηση σε σχέση με τις αξιώσεις τους και η οποία εκτίμηση προφανώς δεν μπορεί να είναι η εκτίμηση του 2024 που παρουσιάζουν σήμερα ως Τεκ.1, εντούτοις τίποτα δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να υποδηλοί ότι η εκτίμηση που αποκαλύφθηκε το 2021 διέφερε από τις άλλες εκτιμήσεις που παρουσιάζουν σήμερα οι ενάγοντες σε σχέση τουλάχιστο με το επίδικο ζήτημα. Υπενθυμίζω ότι αν και η αποκάλυψη των εναγόντων έγινε το 2021, εντούτοις, μέχρι και το Σεπτέμβριο 2024, ήτοι 3 χρόνια αργότερα και 1 μήνα πριν την ακρόαση, οι εναγόμενοι, για λόγους που μόνο αυτοί γνωρίζουν, δεν επεδίωξαν ποτέ να «δουν» την εκτίμηση που είχαν αποκαλύψει το 2021 οι ενάγοντες. Αν το έπρατταν όμως αυτό οι εναγόμενοι – ως όφειλαν στα πλαίσια της ορθής δικονομικής πρακτικής – τότε σίγουρα θα ήταν πολύ εύκολο να διαπιστωθεί σήμερα το τι ακριβώς είχαν υπόψη τους το 2020 οι ενάγοντες αν δεν ήταν αυτό που εκείνοι ισχυρίζονται σήμερα ότι είχαν υπόψη τους, ήτοι την προκαταρκτική έκθεση Τεκ.2. Υπό αυτά τα δεδομένα λοιπόν, δεν μπορεί στο παρόν στάδιο και στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας να λεχθεί ότι ο επί του προκειμένου ισχυρισμός των εναγόντων είναι αναληθής ή κακόπιστος ως υποστηρίζουν οι εναγόμενοι.
Κατά τέταρτο, η υφιστάμενη δικογραφημένη θέση των εναγομένων αναφορικά με το υφιστάμενο ύψος της κατ’ ισχυρισμό ζημιάς των εναγόντων (€100.000 – €110.000) είναι απλά ότι πρόκειται αφ’ ενός για ένα αβάσιμο ισχυρισμό και για μια καθαρά εκ των υστέρων σκέψη των εναγόντων και αφ’ ετέρου ότι συνιστά αξίωση που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και/ή είναι υπερβολική και/ή είναι διογκωμένη. Υπό το φως αυτής της θέσης των εναγομένων συνεπώς, αλλά και υπό το φως των υπόλοιπων γραπτών παραστάσεων που έκαμαν οι τελευταίοι στα πλαίσια της αγωγής, προκύπτει ότι κανένας ουσιαστικός επηρεασμός δεν πρόκειται να επέλθει στις επί του προκειμένου δικογραφημένες θέσεις αν απλά το ποσό των €110.000 αλλάξει σε €130.000.
Τέλος και όσον αφορά το χρόνο που καταχωρείται η παρούσα αίτηση, επισημαίνω ότι μπορεί το υπό κρίση αίτημα να έχει υποβληθεί σε προχωρημένο στάδιο της υπόθεσης όμως πέραν του ότι από μόνος του ο παράγοντας «στάδιο» δεν συνιστά κώλυμα με βάση τις πρόνοιες τις Δ.25, το αίτημα έχει υποβληθεί ένα μήνα πριν την ημερομηνία που έχει προγραμματιστεί να γίνει η ακρόαση και δεν φαίνεται να έχει καθόλου αλλάξει το γεγονός ότι οι ενάγοντες παρουσιάζονται να έχουν ήδη προβεί στις αναγκαίες διευθετήσεις προκειμένου να ταξιδεύσουν στην Κύπρο και να είναι παρόντες στο Δικαστήριο για σκοπούς έναρξης της ακρόασης και απρόσκοπτης συνέχισης της κατά τις προγραμματισθείσες ημερομηνίες.
Κοντολογίς, αυτό που διαπιστώνεται στην προκειμένη περίπτωση με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ότι οι ενάγοντες επιδιώκουν να αλλάξουν απλά ένα αριθμό που δεν φαίνεται να είχαν ποτέ πρόθεση να καταγράψουν στην Ε/Α τους και τίποτα δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να υποδηλοί ότι δεν επρόκειτο όντως για σφάλμα που έγινε κατά τη σύνταξη της δικογραφίας ή ότι πρόκειται για επίδειξη κακοπιστίας ή εκ των υστέρων σκέψεις των εναγόντων. Σε κάθε περίπτωση όμως, λαμβανομένων υπόψη των υφιστάμενων δικογράφων αλλά και των λοιπών παραστάσεων των διαδίκων, η αιτούμενη τροποποίηση, αν εγκριθεί, καμία ζημιά δεν θα προκαλέσει στα συμφέροντα των εναγομένων ή της δικαιοσύνης γενικότερα. Αντιθέτως, για τους λόγους που έχω εξηγήσει, κρίνω ότι τα καλώς νοούμενα συμφέροντα των διαδίκων αλλά και της δικαιοσύνης γενικότερα δικαιολογούν όπως η εξουσία του Δικαστηρίου ασκηθεί υπέρ της έγκρισης της αίτησης και αυτό ώστε να μπορέσει κατά την ακρόαση να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των πραγματικών δεδομένων της υπόθεσης και της επίδικης διαφοράς. Η όποια δε ταλαιπωρία προκλήθηκε ή θα προκληθεί στους εναγόμενους συνεπεία της έγκρισης της αίτησης δεν θεωρώ ότι ανάγεται σε παραβίαση των δικαιωμάτων των τελευταίων αλλά δύναται, όπως ήταν και το νομικό πλαίσιο πριν την τροποποίηση της Δ.25, να αποζημιωθεί με την ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα.
Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, κρίνω ότι η αιτούμενη τροποποίηση πληροί τις προϋποθέσεις της Δ.25 και συνεπώς η αίτηση επιτυγχάνει. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως η παράγραφος Α της αίτησης.
Τροποποιημένο Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα να καταχωρηθεί μέχρι και τις 10/10/24 και να παραδοθεί αυθημερόν στην πλευρά των εναγομένων η οποία στη συνέχεια να καταχωρήσει τυχόν τροποποιημένη Υπεράσπιση μέχρι και τις 14/10/24. Στο σημείο αυτό επισημαίνονται και υπενθυμίζονται τα περιορισμένα «όρια» που παρέχονται για τροποποίηση της υφιστάμενης υπεράσπισης λόγω της τροποποίησης που διατάσσεται σήμερα να γίνει[3]. Αν θα καταχωρηθεί τροποποιημένη Απάντηση αυτή να καταχωρηθεί μέχρι και τις 16/10/24. Αν συνεπεία της τροποποίησης θα πρέπει να γίνουν περαιτέρω αποκαλύψεις εγγράφων, ήτοι εγγράφων που δεν έχουν μέχρι σήμερα αποκαλυφθεί είτε μέσω της δικογραφίας είτε μέσω κάποιας ένορκης δήλωσης (βλ. Δ.28 Θ.6), τέτοιες αποκαλύψεις να γίνουν μέχρι και τις 18/10/24 και να συνοδεύονται με αντίγραφα των συγκεκριμένων εγγράφων.
Επιπρόσθετα των πιο πάνω, δίδονται επίσης οδηγίες όπως σε περίπτωση που η πρόθεση της πλευράς των εναγόντων είναι όπως κατά την ακρόαση χρησιμοποιήσει γραπτές δηλώσεις σε σχέση με την κυρίως εξέταση των μαρτύρων της, τουλάχιστον αυτών που θα μεταβούν από το εξωτερικό, οι εν λόγω γραπτές δηλώσεις θα πρέπει να κοινοποιηθούν στην πλευρά των εναγομένων μέχρι και τις 18/10/24.
Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας αίτησης όπως και τα τυχόν σπαταληθέντα έξοδα, αυτά επιδικάζονται προς όφελος των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι δε πληρωτέα στο τέλος της υπόθεσης.
(Υπ)...................................
Λ. Πασχαλίδης, Α.Ε.Δ.
Πιστόν αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Κ.2 Οι Κανονισμοί αφορούν σε όλες τις εκκρεμούσες υποθέσεις που καταχωρίστηκαν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου, 2021 και στις οποίες δεν έχει κατά την ημερομηνία δημοσίευσης των Κανονισμών αρχίσει επί της ουσίας η ακροαματική διαδικασία.
[2] βλ. Δ.57 Θ.2 και τις σχετικές αναφορές που γίνονται μεταξύ άλλων στις ΡΟΥΣΟΥΝΙΔΗΣ v. ΠΑΝΑΓΗ ΡΟΥΣΟΥΝΙΔΟΥ, Έφεση Αρ. 25/2019, 15/12/2021 και ΣΥΛΛΟΥΡΗ v. AL JAZEERA κ.α., Πολιτική Aίτηση Αρ. 137/2021, 8/7/2021), ECLI:CY:AD:2021:D305,
[3] Βλ. Williams and Glyn´s Bank plc κ.α. ν. Του Πλοίου «ΜΑΡΙΑ» (1992) 1(Α) Α.Α.Δ. 309, Bullen & Leake´s Precedents of Pleading, 11η έκδοση, 1959 (σελ. 64), Squire v. Squire (1972) 1 All E.R. 891 – «… το δικαίωμα περιορίζεται στις τροποποιήσεις που συνεπάγονται ή είναι αναγκαίες από τις τροποποιήσεις που έγιναν…»
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο